1.

Διδάγματα από το σημερινό Ευαγγέλιο (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)

IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

 

  1. Τελείωσε, ἀδελφοί χριστιανοί, ἡ περίοδος τῶν ἀναγνωσμάτων τίς Κυριακές ἀπό τό κατά Ματθαῖον ἅγιο Εὐαγγέλιο καί τώρα, ἀπό τήν σημερινή Κυριακή, θά διαβάζει ὁ ἱερεύς περικοπές ἀπό τό κατά Λουκᾶν ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ἡ σημερινή Κυριακή λέγεται Α´ Κυριακή τοῦ Λουκᾶ. Τό Εὐαγγέλιο σήμερα μᾶς εἶπε γιά μία θαυμαστή ἁλιεία τοῦ Πέτρου, πού ἔγινε κατά τήν ἐντολή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτή ἡ ἁλιεία μίλησε δυνατά στήν ψυχή τοῦ Πέτρου καί ἔγινε αἰτία καί ὁ Πέτρος καί τά παιδιά τοῦ Ζεβεδαίου, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, πού ἦσαν συνεταῖροι μέ τόν Πέτρο, νά τά ἐγκαταλείψουν ὅλα καί νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό ὡς μαθητές Του.

 

  1. Θά παρακαλέσω, ἀδελφοί, νά ἀκούσετε μερικά διδάγματα, πού θά ἐπισημάνω ἀπό τήν σημερινή Εὐαγγελική περικοπή: Κατά πρῶτον ἡ περικοπή μᾶς λέγει γιά τά πλήθη τοῦ λαοῦ στήν λίμνη τῆς Γεννησαρέτ, ὅπου εἶχαν πάει κοντά στόν Χριστό καί τόν πίεζαν καί τόν ἐστρίμωχναν γιά νά ἀκούσουν τόν λόγο Του (5,1). Πολύ θαυμαστό τό φαινόμενο αὐτό, ἀγαπητοί μου. Θαυμάζουμε τόν πόθο τῶν ἁπλοϊκῶν αὐτῶν ἀνθρώπων νά ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο γινόταν καί μέ τούς χριστιανούς ὅταν κήρυτταν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γιά παράδειγμα. Σέ μᾶς τούς νέους ἱεροκήρυκες δέν συμβαίνει αὐτό, γιατί ἐμεῖς δέν ἔχουμε καθαρή καρδιά, γιατί δέν ἔχουμε ἱεροπρέπεια οὔτε λόγο θεολογικό. Βλέποντας, λοιπόν, ὁ Χριστός τόν πόθο τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μπῆκε σέ ἕνα πλοῖο πού ἦταν τοῦ Σίμωνα, ὁ ὁποῖος ὀνομάστηκε ἀργότερα Πέτρος, καί ἄρχισε ἀπό ἐκεῖ νά διδάσκει τά πλήθη. Λέγει ὅμως ὁ Εὐαγγελιστής γιά τόν Χριστό «καθίσας», ὅτι, δηλαδή κάθισε γιά νά κάνει τό κήρυγμα (στίχ. 5), ἐνῶ πρῶτα εἶπε γιά τόν Χριστό «ἑστώς», ὅτι, δηλαδή στεκόταν (στίχ. 1). Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος πού ἦταν καί ὄχι μόνον Θεός, ἦταν πολύ κουρασμένος. Καί ὅμως, ἄν καί κατάκοπος ὁ Ἰησοῦς, πρόσθεσε καί νέο κόπο στόν Ἑαυτό Του μέ τό κήρυγμα καί τήν θαυματουργία, πού ἔκανε στήν συνέχεια.
  2. Κήρυξε ὁ Χριστός στά πλήθη τοῦ λαοῦ, ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, ἔπρεπε τώρα νά ἀμείψει (!) καί τόν Πέτρο, γιατί τοῦ παραχώρησε τό πλοῖο γιά τό κήρυγμα τόση ὥρα! Καί τόν ἄμειψε, χριστιανοί μου, διπλᾶ ὁ Χριστός τόν Πέτρο. Πρῶτον, μέ τό ὅτι θαυματούργησε καί ἔπιασε πάρα πολύ μεγάλο πλῆθος ἰχθύων καί δεύτερον, μέ τό ἀνώτερο καί σπουδαιότερο ἀκόμη, μέ τό ὅτι, δηλαδή, ἔκανε τόν Πέτρο μαθητή Του. Ἄς δοῦμε σύντομα καί τό ἕνα καί τό ἄλλο δῶρο τοῦ Χριστοῦ στόν Πέτρο. Μετά τό κήρυγμά Του, ὁ Χριστός, γνωρίζοντας ὡς Θεός παντογνώστης ὅτι ὁ Πέτρος δέν εἶχε καλή ἁλιεία, τοῦ εἶπε νά φέρει πάλι τό πλοῖο στά βαθειά νερά τῆς λίμνης καί νά ρίξει μέ τούς συντρόφους του τά δίχτυα τους, γιά νά πιάσουν ψάρια. Καί ὁ Πέτρος εἶπε στόν Χριστό τήν ἀποτυχία πού εἶχαν τήν προηγούμενη νύχτα. Ὅλη τήν νύχτα κοπιάσαμε – Τοῦ εἶπε – καί δέν πιάσαμε τίποτε. Ἀλλά, ἐπειδή τό λές Ἐσύ, Κύριε, θά ρίξω τό δίκτυο (στίχ. 5).
  3. Ἄς σταθοῦμε λίγο ἐδῶ, χριστιανοί μου, γιά νά ποῦμε ἕνα-δυό ὠφέλιμα διδάγματα: (α) Ὁ Πέτρος ὅλη τήν περασμένη νύχτα ἔριχνε μέ τούς συντρόφους του τά δίχτυα. Ψάρευε τήν νύχτα, γιατί τήν νύχτα εἶναι ὁ πιό κατάλληλος χρόνος γιά ἁλιεία. Ἀλλά, παρά τήν ὁλονύκτια ἀγρυπνία του ὁ Πέτρος, πράγμα πού μποροῦσε νά τόν δικαιολογήσει νά πάει νά ξεκουραστεῖ, αὐτός καί τήν ἄλλη μέρα παρέμεινε ἄγρυπνος κοντά στόν Χριστό. Τοῦ παρεχώρησε τό πλοῖο του γιά νά κηρύξει καί μάλιστα κάθισε καί ὁ ἴδιος γιά νά ἀκούσει τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ (στίχ. 4). Εἶχε τόσο πόθο νά ἀκούσει τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ὥστε ὁ πόθος αὐτός τοῦ ἀποτίναξε κάθε νυσταγμό ἀπό τά μάτια του καί τόν ἀνανέωσε. Εἶναι πολύ εὐχάριστο καί συγκινητικό αὐτό πού συμβαίνει σέ πολλούς χριστιανούς νά ἐργάζονται συνεχῶς στίς ἐργασίες τους, χωρίς μάλιστα ἐπιτυχία, σάν τόν Πέτρο μέ τήν ἁλιεία, πού ἀκούσαμε σήμερα, καί ὅμως νά μήν γογγύζουν, ἀλλά νά εἶναι πρόθυμοι καί ζηλωτές στήν ἀγάπη τους πρός τόν Θεό καί τήν ἁγία Του Ἐκκλησία καί νά προσφέρονται μέ περισσότερη ἐργασία, γιά νά δοξασθεῖ τό ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Σάν τόν Πέτρο, ξαναλέγω, πού ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο, τήν Α´ Κυριακή τοῦ Λουκᾶ. – (β) Το δεύτεροδίδαγμα πού ἤθελα να πῶ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ πού εἶπε στον ἀπογοητευμένο για την ἐργασία του Πέτρο. Τοῦ εἶπενάμήνἀπογοητεύεταιγιάτήννυκτερινή ἀποτυχία τῆς ἁλιείας του, ἀλλά νά ἐπαναλάβει τήν προσπάθειά του σέ ἄλλο τόπο. Ναί! Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δέν πρέπει νά ἀπογοητεύονται ἀπό τήν πρώτη καί δεύτερη ἤ καί τήν πολλαπλῆ προσπάθεια στό ἔργο τους, ἀλλά νά προσπαθοῦν συνεχῶς ἐργαζόμενοι στό τίμιο καθῆκον τους καί θά ἔχουν τήν χαρά μιᾶς καλῆς καί μεγάλης ἐπιτυχίας. Καί στήν Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε γιά τόν προφήτη Ἰερεμία ὅτι ἦταν ἀπογοητευμένος ἀπό τόν Ἰουδαϊκό λαό, στόν ὁποῖο ἐργαζόταν ὡς προφήτης, καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά σταματήσει νά ἐργάζεται ὡς προφήτης στόν ἀμπελώνα αὐτόν. Ἀλλά ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Ξανατρύγησε, ξανατρύγησε ὅπως κάνουν στό ἀμπέλι. Ἄλλη μιά φορά βάλε τό χέρι σου, ὅπως ὁ τρυγητής εἰς τά κλήματα κάνει»(Ἰερ. 6,9)! Πραγματικά, ὁ πνευματικός ἐργάτης δέν πρέπει ποτέ νά σταματᾶ τό ἔργο του στόν ἀμπελώνα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή αὐτός δέν τοῦ δίνει καρπούς, ἀλλά νά προσεύχεται, νά ζητᾶ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί νά ἐπαναλαμβάνει τήν διακονία του στόν θεῖο ἀμπελώνα. – (γ) Πρέπει ἀκόμη νά μᾶς κάνει ἐντύπωση, ἀδελφοί χριστιανοί, ὁ λόγος τοῦ Πέτρου στόν Χριστό, ὅταν τοῦ εἶπε νά ρίξει τά δίχτυα του στά βαθειά νερά τῆς λίμνης καί θά πιάσουν ψάρια (στίχ. 4). Ὁ Πέτρος γνώριζε καλά τά νερά σέ κάθε γωνιά τῆς λίμνης, ἄν ἔχουν ψάρια, καί ὅμως δέν πρόβαλε ἀντίρρηση στόν Χριστό, δέν φάνηκε ἀπρόθυμος στόν λόγο Του, ἀλλά τοῦ εἶπε: «Ἐπειδή τό λές Ἐσύ, Κύριε, θά κάνω αὐτό πού μοῦ λές· θά ρίξω τά δίχτυα στά βαθειά νερά τῆς λίμνης». «Ἐπί δέ τό ρήματί Σου χαλάσω τό δίκτυον» (στίχ. 5)! Καί ἔκανε πρόθυμη ὑπακοή στόν λόγο τοῦ Κυρίου. Καί ἔριξε μέ τούς συνεργούς του τά δίχτυα στά βαθειά νερά καί ἔπιασαν πάρα πολλά ψάρια. Τόσο πολλά, ὥστε ἄρχισε νά σπάζει τό δίχτυ τους, ἐπειδή δέν ἄντεχε στό βάρος τόσο πολλῶν ψαριῶν. Ἀναγκάστηκαν μάλιστα γι᾽ αὐτό νά καλέσουν συν­εταίρους καί ἀπό ἄλλο πλοῖο, γιά νά ἔλθουν νά τούς βοηθήσουν. Ἦλθαν καί αὐτοί καί γέμισαν καί τό δικό τους πλοῖο μέ ψάρια, ἀλλά αὐτά ἦταν τόσο πολλά, ὥστε ἀπό τό βάρος τους κινδύνευε νά βυθιστοῦν καί τά δύο πλοῖα (στίχ. 7)!
  4. Ὁ Πέτρος, χριστιανοί μου, τώρα, πού γνώριζε καλά τήν λίμνη Γεννησαρέτ, σάν ψαράς σ᾽ αὐτήν, καί δέν ἐνθυμεῖτο ποτέ τέτοια θαυμαστή ἁλιεία σ᾽ αὐτήν, μετά μάλιστα καί ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ πού ἀκροάστηκε, ἐννόησε καλά ὅτι τό συμβάν ἦταν θεῖο σημεῖο. Καί ἦλθε, λοιπόν, στόν Χριστό, γονάτισε μπροστά Του, ὅπως ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο καί Τοῦ εἶπε τά ἑξῆς: «Ἔβγα ἀπό τό πλοῖο, Κύριε, φύγε ἀπό μένα, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλός ἄνθρωπος» (στίχ. 8). Καί εἶπε, χριστιανοί μου, ὁ Πέτρος αὐτά τά θαυμαστά λόγια, γιατί, ὅπως ἀκούσαμε πάλι στό Εὐαγγέλιο, τόν κατέλαβε μεγάλη ἔκπληξη καί αὐτόν καί ὅλους τούς συνεταίρους του γιά τό θαυμαστό καί πρωτοφανές αὐτό θαῦμα στήν λίμνη, πού ἐξηγεῖται μόνο ἀπό τό ὅτι ἔγινε ἀπό τόν Θεό. Αὐτή ἡ στάση τοῦ Πέτρου, ἀδελφοί χριστιανοί, διδάσκει ἕνα μεγάλο δίδαγμα γιά ὅλους τούς χριστιανούς, ἀλλά ἰδιαίτερα γιά ᾽μᾶς τούς ἱερεῖς. Τό θαῦμα, πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν θαυμαστή ἁλιεία, ὅπως ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, ἦταν γιά νά τόν καλέσει ὡς μαθητή Του καί ἀπόστολό Του. Ἔτσι συνέβαινε καί στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ὁ Θεός καλοῦσε κάποιον γιά προφήτη Του. Τόν καλοῦσε μέ κάποιο θαυμαστό σημεῖο. Ὁ Χριστός, λοιπόν, καλεῖ τόν Πέτρο γιά ἀπόστολό Του. Ἀλλά ἐκεῖνοι πού τούς καλεῖ ὁ Χριστός, γιά νά ἀναλάβουν τό μεγάλο ἔργο τοῦ ἱερέα καί τοῦ ἀρχιερέα, πρέπει νά λέγουν – καί νά πιστεύουν βέβαια – ὅτι δέν εἶναι ἄξιοι γι᾽ αὐτήν τήν τιμή, γιατί «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε», εἶπε ὁ Πέτρος. Καί ὅταν τό σκεπτόμαστε καί τό νοιώθουμε ἔτσι, τότε ὁ Χριστός ἔρχεται πιό κοντά μας καί μᾶς παραχωρεῖ τήν χάρη Του καί τήν τιμή τῆς Ἱερωσύνης («χειροτονία» λέγεται αὐτό) λέγοντάς μας, «ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (στίχ. 10).

Χριστιανοί μου! Ἄς μήν ξεχνᾶμε τά διδάγματα, πού ἀκούσαμε ἀπό τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ἰδιαίτερα ἄς λέγουμε καί ᾽μεῖς μέ πίστη τόν λόγο τοῦ Πέτρου, «θά τό κάνω, Κύριε, ἐπειδή τό λές Ἐσύ»! Καί τόν ἄλλο, τόν ταπεινό λόγο τοῦ Πέτρου στόν Χριστό: «Ἔξελθε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Ἐκεῖνοι, πού ὁ Χριστός τούς καλεῖ σέ ἄμεση καί στενή σχέση μαζί Του, αὐτοί πρέπει νά τηροῦν, ὅσο τό δυνατόν, μεγαλύτερη ἀπόσταση ἀπό τό ἀξίωμα πού θέλει νά τούς δώσει ὁ Χριστός, λέγοντας «ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε»! Καί τότε, γιά τήν ταπείνωσή τους αὐτή, θά τιμηθοῦν καί θά εὐλογηθοῦν περισσότερο ἀπό τόν Χριστό καί θά τοῦ φέρνουν χιλιάδες ἀνθρώπους κοντά Του, κατά τόν λόγο Του, «ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν»!

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

2.

Τὸ θεῖο προσκλητήριο

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ ὅρισε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ διαβάζονται στὴ θεία Λειτουργία ἀπὸ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴ δεύτερη Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέχρι τὰ Χριστούγεννα, εἶναι παρμένες ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ. Ἡ πρώτη αὐτῆς τῆς σειρᾶς περιέχει τὴν κλήση τῶν πρώτων τεσσάρων μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ στὸ ἀποστολικὸ ἔργο, τοῦ Πέτρου, Ἀνδρέα, Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές. Ὁ Λουκᾶς ἀφηγεῖται συγχρόνως καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ ψάρεμα ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς παραπάνω μαθητὲς κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Ἰησοῦ, ψάρεμα τὸ ὁποῖο προκάλεσε «θάμβος» στὸν Πέτρο καὶ τοὺς συντρόφους του καὶ τὸν ὁδήγησε στὴν παράκληση – ὁμολογία: «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμι, Κύριε».

 

Ἐὰν διηγοῦνται οἱ ἱεροὶ εὐαγγελιστὲς τὸ προσκλητήριο ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Χριστὸς στοὺς τέσσερις ψαράδες νὰ γίνουν μαθητές του, δὲν εἶναι γιατί ἐνδιαφέρονται νὰ μᾶς περιγράψουν σὰν ἱστορικοὶ τὸ ξεκίνημα τοῦ Μεσσία στὸ ἐπὶ γῆς ἔργο του καὶ τὴ στρατολόγηση τῶν συνεργατῶν του – ἀλλὰ γιατί στὸν τρόπο ποὺ δέχτηκαν οἱ τέσσερις ψαράδες τὴν πρόσκληση καὶ ἀνταποκρίθηκαν ἀμέσως σ’ αὐτὴν βλέπουν τὸ τυπικὸ παράδειγμα καὶ πρότυπο γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ δέχεται ὁ ἄνθρωπος τὸ θεῖο κάλεσμα. Μὲ αὐτὸ τὸ πρίσμα βλέποντας τὴ διήγησή μας μποροῦμε νὰ σταματήσουμε στὰ ἀκόλουθα σημεῖα.

 

Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νὰ προσέξουμε ὅτι τὸ προσκλητήριο ἀπευθύνεται στοὺς τέσσερις ὑποψηφίους ἀποστόλους τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ αὐτοὶ βρίσκονταν στὶς ἐργασίες τους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σκέψη ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὸν συναντήσει ὁ Θεός. Τέτοια φυγὴ διδάσκουν ὁρισμένα φιλοσοφικὰ συστήματα ποὺ εἶναι διαποτισμένα μὲ τὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος καὶ ἡ ὕλη εἶναι ἐκ φύσεως κακὰ στοιχεῖα καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ φύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτά. Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ κόσμος παρ’ ὅλη τὴ φθορὰ καὶ τὴν πτώση του στὸ κακὸ καὶ στὴν ἁμαρτία εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ· κι ὁ Θεὸς μὲ δική του πρωτοβουλία συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μέσα στὴν κοινωνία, μέσα στὴν ἐργασία γιὰ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ σωτηρία.

 

Τὸ προσκλητήριο γιὰ ἄλλους ἤδη σήμανε, γιὰ ἄλλους θὰ σημάνει ὁπωσδήποτε κάποτε: Θὰ εἶναι ἕνα συναρπαστικὸ κήρυγμα; Θὰ εἶναι ἕνα συγκλονιστικὸ βίωμα; Θὰ εἶναι μία ξαφνικὴ ἀφύπνιση ἀπὸ τὸ λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας; Θὰ εἶναι ἡ πρόσκληση τοῦ ἱερέα; Θὰ εἶναι κάτι ἄλλο; Ὁ Θεὸς γνωρίζει πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ πλάσμα του καὶ νὰ τὸ σώζει. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος νὰ βρεῖ τὸν Θεό, ἀλλὰ εἶναι ἡ φανέρωση τῶν ἐνεργειῶν ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μέσα στὴν ἱστορία γιὰ νὰ συναντήσει καὶ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ ἡ σπουδαιότερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ σάρκωση, ἡ σταύρωση καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

 

Ἕνα δεύτερο σημεῖο ποὺ θέλει νὰ τονίσει ἡ διήγηση εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ προθυμία ὑπακοῆς στὰ λόγια του. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ προθυμίας τῶν τεσσάρων προσώπων τῆς διηγήσεώς μας ὑπῆρξε ἡ θαυματουργικὴ ἁλιεία. Τὸ θαῦμα βέβαια αὐτὸ δὲν τὸ κάνει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει προκαταβολικὰ πόσους καρποὺς θὰ ἀποφέρει ἡ ὑπακοή τους στὸ πρόσταγμά του καὶ ἡ ὁλοπρόθυμη ἀφοσίωσή τους σ’ αὐτό. Πραγματικά, ἡ ἁλιεία τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀργότερα δὲν ὑπῆρξε λιγότερο ἐκπληκτικὴ καὶ θαυματουργική. Γιατί δὲν κοπίασαν μόνοι τους ἀλλὰ μὲ συμπαραστάτη τὸν Χριστὸ καὶ καθοδηγητὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

 

Ἕνα τρίτο σημεῖο ποὺ δὲν πρέπει νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς μας εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι εἶναι «ἀνὴρ ἁμαρτωλός». Τὸ θάμβος τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ θαύματός του τὸν ὁδηγεῖ στὴ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καὶ τῆς γύμνιας του. Νὰ τὸ πρῶτο βῆμα γι’ νὰ συναντήσει κανεὶς τὸν Θεό. Ἡ ὑψηλὴ ἰδέα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἡ οἴηση, δημιουργεῖ ἕνα τεῖχος ποὺ ἐμποδίζει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀγγίσει. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας κάνει πιὸ ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη τῆς παρουσίας καὶ ἐνέργειας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.

 

Ἕνα μήνυμα ἀφυπνίσεως μᾶς ἀπευθύνει ἡ σημερινὴ διήγηση. Νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, νὰ δεχτοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸ θεῖο κάλεσμα, νὰ ἀκολουθήσουμε ἀμέσως τὸν Χριστό, ὁπουδήποτε κι ἂν βρισκόμαστε, μέσα στὴ ζωή, μέσα στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐργασίας μας. Καὶ τὸ θαῦμα θὰ ἀκολουθήσει ἀμέσως· ἂς μὴν περιμένουμε νὰ προηγηθεῖ γιὰ νὰ πεισθοῦμε.

3.

Κυριακή Α’ Λουκᾶ

Ἅγιος Θεοφύλακτος Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας

«Τὸν ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν ἀκρολιμνιά· οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα. Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα γιὰ ψάρεμα.

Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα. Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη. Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ κι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ποὺ ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύης ἀνθρώπους. Κι ἀφοῦ ἔσυραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν».

 

Ἀποφεύγει ὁ Κύριος τὴ φήμη, κι αὐτὴ τόσο περισσότερο τὸν καταδιώκει. Ἐρχόταν ὁ κόσμος, κι ἐκεῖνος ἀνεβαίνει στὸ πλοῖο. Γιὰ νὰ μιλάη ἀπὸ τὸ πλοῖο σ’ αὐτοὺς ποὺ στέκονταν στὴν ἀμουδιά· ὅλοι ἀπέναντί του. Κι ἀφοῦ μίλησε στὸ πλῆθος, δὲν ἄφησε χωρὶς ἀμοιβὴ τὸν κύριο τοῦ πλοίου. Τὸν εὐεργετεῖ διπλά: τοῦ χάρισε πλῆθος ψάρια καὶ τὸν κάμει μαθητή του.

 

Θαυμάστε τὸν τρόπο τοῦ Κυρίου, πῶς προσελκύει καθένα μὲ τὰ δικὰ του καὶ τοὺς συντρόφους του. Προσέξετε καὶ τὴν ἠπιότητα τοῦ Χριστοῦ πῶς παρακαλεῖ τὸν Πέτρο ν’ ἀπομακρύνη τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ γῆ. Τὴ λέξη ἠρώτησε πρέπει νὰ τὴν πάρωμε στὴ θέση τῆς λέξης παρακάλεσε. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος πόσο βολικὸς ἦταν ὥστε νὰ δεχθῆ στὸ πλοῖο του ἄνθρωπο ποὺ δὲ γνώριζε καὶ νὰ τὸν ἀκούη σὲ ὅλα. Ὅταν τοῦ εἶπε νὰ πᾶνε ἀνοιχτά, δὲν ἀρνήθηκε. Μποροῦσε νὰ πῆ. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασα καὶ δὲν ἐκέρδισα τίποτα καὶ τώρα νὰ σὲ ἀκούσω καὶ νὰ ὑποβληθῶ σὲ νέους κόπους; Δὲν εἶπε τίποτα ἀπ’ αὐτά. Ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο. Ἀφοῦ μὲ συμβουλεύεις θὰ ρίξω τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα. Τόσο θερμὴ ἦταν ἡ πίστη του καὶ προτοῦ πιστέψη. Γι’ αὐτὸ καὶ πιάνει τόσα ψάρια, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ τραβήξη καὶ κάμει νόημα στοὺς συντρόφους του, στοὺς συνεργάτες στὸ ἄλλο πλοῖο.

 

Μὲ νοήματα τοὺς προσκαλεῖ γιατὶ ἡ ἔκπληξή του ἀπὸ τὴν ψαριὰ δὲν τὸν ἄφηνε οὔτε νὰ μιλήση.

 

Μὲ πολὺ σεβασμὸ ἔπειτα ὁ Πέτρος ζητεῖ ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ μὴ μείνη στὸ πλοῖο του, χαρακτηρίζοντας ἁμαρτωλὸ τὸν ἑαυτό του κι ἀνάξιο νὰ μείνη μαζί του.

 

Ἑρμηνεύσετέ τα ἄν θέλετε καὶ ἀλληγορικά. Τὸ πλοῖο εἶναι ἡ Συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων. Ὁ Πέτρος δίνει τὸν τύπο τῶν δασκάλων τοῦ Νόμου. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασαν οἱ δάσκαλοι πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν ἔπιασαν τίποτε. Νύχτα· ὁ καιρὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

 

Κι ὅταν ἦλθε ὁ Χριστὸς καὶ ἔγινε ἡμέρα, ἀφοῦ πῆραν τὴ θέση τῶν νομοδιδασκάλων οἱ ἀπόστολοι στὸ λόγο ἐκείνου δηλαδὴ στὴν προσταγή του, ρίχνουν τὸ δίχτυ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συλλαμβάνουν πλῆθος ἀνθρώπους.

 

Μόνος του ὁ καθένας δὲν μπορῆ οἱ ἀπόστολοι νὰ τραβήξουν τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἀλλὰ κάμουν νόημα στοὺς συντρόφους καὶ συνεργάτες τους καὶ συνεργάζονται μαζί τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῶν Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἐξηγοῦν καὶ ἑρμηνεύουν τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ συνεργάζονται μὲ τοὺς ἀποστόλους γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς ἀνθρώπους.

Προσέξετε καὶ τὴ φράση ρίχουν τὰ δίχτυα. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι τὸ δίχτυ, λέξη ταπεινὴ καὶ συνηθισμένη ποὺ ταιριάζει μὲ τὴν ἀσημότητα ἐκείνων ποὺ τὴν ἀκοῦν καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος νὰ ριχτῆ στὴ θάλασσα. Κι ἄν κανένας ἔλεγε ὅτι φανερώνεται τὸ βάθος τῶν νοημάτων μὲ τὴν ἔκφραση ρίχουν τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα, κι αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν ἀταίριαστο.

Ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ προφήτου ποὺ εἶπε· Ἰδοὺ, ἐγὼ θὰ στείλω πολλοὺς ψαράδες, λέγει ὁ Κύριος. Κι ἔπειτα θὰ στείλω πολλοὺς κυνηγοὺς καὶ θὰ τοὺς συλλάβουν. Καὶ ψαράδες ἐννοεῖ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, ἐνῶ κυνηγοὺς τοὺς κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς προϊσταμένους καὶ διδασκάλους τῶν Ἐκκλησιῶν.

4.

Ἡ ἁλίευση τῶν ψυχῶν

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Κάποιοι ψαράδες χρειάστηκε κάποτε νὰ μεταφέρουν τὸν ἅγιο Διονύσιο μαζὶ μὲ ἄλλους κληρικοὺς σὲ νησάκι ποὺ βρίσκεται βόρεια τῆς Ζακύνθου. Ἐπειδὴ ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὰ δίχτυα τους εἶχαν μείνει ἄδεια, τὸ ἀπέδωσαν -ὅπως δυστυχῶς συνηθίζουν πολλοὶ κατ’ ὄνομα «χριστιανοί» μας- στὴν παρουσία τῶν ἱερωμένων καὶ ἄρχισαν νὰ μεμψιμοιροῦν ἐναντίον τους. Τότε ὁ Ἅγιος μακροθυμώντας, ἀφοῦ εὐλόγησε τὰ δίχτυα τοuς, τοὺς εἶπε νὰ τὰ ρίξουν σὲ σημεῖο ὅπου ποτὲ πρὶν δὲν εἶχαν πιάσει τίποτε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κινδυνέψουν τὰ δίχτυά τους νὰ σχιστοῦν ἀπὸ τὰ πολλὰ ψάρια.

Ποῦ καὶ πότε μᾶς συναντᾶ;

Οἱ ἐπίσης ἀπογοητευμένοι ψαράδες, ποὺ συνάντησε ὁ Χριστὸς στὴ λίμνη Γεννησαρὲτ μετὰ ἀπὸ μία νύχτα μὲ ἄδεια δίχτυα, ὄχι μόνο δὲν ἦταν προληπτικοὶ ἀπέναντι σὲ ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πρόθυμα τοῦ παραχώρησαν τὴ βάρκα τοuς, γιὰ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ μιλήσει στὸ μαζεμένο πλῆθος. Καὶ ὁ Χριστός, κατὰ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο, τοὺς «πλήρωσε» μὲ τὸ παραπάνω γιὰ τὴ μικρὴ ἐξυπηρέτηση: ὄχι ἁπλῶς τοὺς χάρισε τόσο πλῆθος ψαριῶν, ὥστε νὰ κινδυνέψουν νὰ βυθιστοῦν οἱ βάρκες τους, ἀλλὰ τοὺς ἔκανε τὴν ὑψηλὴ κλήση νὰ ἀλλάξουν ἀντικείμενο ἁλιείας καὶ ἀντὶ γιὰ ψάρια νὰ «ψαρεύουν» ἀνθρώπους.

Τὸ πολὺ λιτὸ σκηνικό τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται νὰ μᾶς συναντήσει, χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖ ἐξωτερικὲς πολυτέλειες. Δὲν ἐπιθυμεῖ οὔτε ἐξέδρες μὲ δάφνες καὶ φοίνικες, οὔτε φιλαρμονικὲς καὶ μεγάφωνα. Μᾶς συναντάει ἀθόρυβα στὴν καθημερινότητά μας, στὴν ὥρα τοῦ μόχθου καὶ τοῦ ἱδρώτα μας γιὰ τὸν ἐπιούσιο. Καὶ μέσα σ’ αὐτὴ τὴν καθημερινότητα ἀγωνιᾶ νὰ δεῖ ἂν ἀληθινὰ τὸν περιμένουμε κι ἐμεῖς. Περιμένει νὰ δεῖ ἂν ἔχουμε τὴν -κατὰ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη- στοιχειώδη «ἐπιτηδειότητα φωτοληψίας», γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε.

Ἡ ὑψηλὴ κλήση

Οἱ ψαράδες τῆς Ζακύνθου πιθανὸν δὲν εἶχαν τέτοιες προσδοκίες μέσα στὴ φτώχεια τους· φτώχεια τῆς καρδιᾶς μᾶλλον παρὰ τῆς τσέπης τους. Κατὰ τὸν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν, αἰσθάνονταν πρὸς τοὺς κληρικούς, «ὅ,τι καὶ πρoς τὰ νεκροταφεῖα: Εἶναι ἱερά, βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ προκαλοῦν φόβο»· σαφῶς καὶ κακοτυχίες. Ἀντίθετα, oι ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ, πρὶν συναντήσουν τὸν Χριστό, εἶχαν συνεχῆ ἔγνοια τους πότε θὰ ἔρθει, ποιὸς θὰ εἶναι καὶ πῶς θὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Γι’ αὐτὸ εἶχαν γίνει πιστοὶ μαθητὲς τοῦ Προδρόμου του, ἁγίου Ἰωάννη. Ἔτσι, ὅταν τὸν κατάλαβαν ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτέλεσε, ἔστω κι ἂν τὸ φῶς του τοὺς ἀποκάλυψε ἐντονότερα τὴν ἁμαρτωλότητα τoυς -ὅπως ἰδιαίτερα φάνηκε ἀπὸ τὴν ἀντίδραση τοῦ Πέτρου-, ὄχι μόνο δὲν τὸν ἀποστράφηκαν, ἀλλὰ «ἀφέντες πάντα» (ὅλα τὰ ἄφησαν), ἀνταποκρίθηκαν πρόθυμα στὸ κάλεσμά του καὶ τὸν ἀκολούθησαν.

Μὲ αὐτὰ «τὰ ἁλιευτικὰ ἐπιτηδεύματα ὁ Χριστὸς ἁλίευσε τοὺς πρώτους μαθητές του», ὅπως λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, δείχνοντας ὅτι «ἡ κτίση ὑπακούει στὰ θοπρεπέστατα νεύματά του». Αὐτὸ ὅμως ἰσχύει ἀπροϋπόθετα μόνο γιὰ τὴν ἄλογη κτίση. Ἡ λογικὴ κτίση, τὰ λογικὰ «ψάρια» ποὺ καλοῦνται νὰ ψαρέψουν oἱ ἁλιευθέντες ἀπὸ τὸν Χριστὸ ψαράδες, δὲν εἶναι δεδομένο ὅτι θὰ ὑπάκουνε σ’ αὐτούς. Ἂν «τοῦ ψαρᾶ τὸ πιάτο λίγες φορὲς εἶναι γεμάτο», μᾶλλον πιὸ σπάνια oἱ ἁλιεῖς ἀνθρώπων θὰ βλέπουν «ψάρια» στὰ δίχτυά τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ θαῦμα, ὥστε -κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο- νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει ὅτι «πάντῃ τε καὶ πάvτως» δὲν θὰ εἶναι «ἄμισθος ὁ πόνος αὐτῶν οὔτε ἄκαρπος ἡ σπουδή», ὅταν θὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα «τῆς εὐαγγελικῆς μυσταγωγίας».

Ἄλογοι καὶ λογικοὶ «ἰχθύες»

Ἡ ὑπακοὴ τῶν λογικῶν «ἰχθύων» δὲν εἶναι δεδομένη γιὰ δύο κυρίως λόγους: Ἀφενὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τους· μία ἐλευθέρια ποὺ συχνὰ τὴν ἀχρηστεύει τὸ βόλεμά τους στὸν βυθὸ τῆς πλάνης. Καὶ ἀφετέρου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τῶν «ἁλιέων» νὰ πείθουν τoὺς ἀλιευόμενους ὅτι δὲν θὰ καταλήξουν σὲ τηγάνι, ἀλλὰ σὲ «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον». Σίγουρα δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο, «ἰχθύες» ποὺ ἔχουν συνηθίσει τὸ σκοτάδι τοῦ βυθοῦ νὰ πιστέψουν στὸ Φῶς τῆς αἰώvιας ζωῆς. Ἀκόμη καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ δεινοῦ «ἁλιέως» ἀποστόλου Παύλου εἶχε ἀπογοητευτικὰ ἀποτελέσματα στὴν Ἀθήνα: «οἱ μὲν ἐχλεύαζον· οἱ δὲ εἶπον, ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου» (Πράξ. 17,32).

 

Φυσικὰ καὶ σήμερα τὶς ἴδιες -ἂν ὄχι μεγαλύτερες- ἀπογοητεύσεις δοκιμάζουν οἱ «ἁλιεῖς» τῆς Ἐκκλησίας. Πολὺ εὔστοχα τὸ εἶπε ὁ voμπελίστας πoιητὴς Ἔλιοτ: «Γιατί οἱ ἄνθρωποι τὴν Ἐκκλησία θὰ ἀγαποῦσαν; Toύς μιλάει γιὰ ζωὴ καὶ γιὰ θάνατο, πράγματα ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ ξεχνοῦσαν». Ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα παραλίγο νὰ ξεχάσουν καὶ οἱ πρῶτοι «ἁλιεῖς» τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἡ πίστη τους δοκιμάστηκε σκληρὰ μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη. Τότε οἱ μαθητές, ὅπως ὑπέροχα τὸ περιγράφει τὸ ἑωθινὸ δοξαστικό, γεμάτοι ἀθυμία καὶ ἀπογοήτευση ἀπὸ τὸν χωρισμὸ τοῦ Χριστοῦ ξαναγύρισαν στὴν παλιά τους τέχνη· «καὶ πάλιν πλοῖα καὶ δίκτυα καὶ ἄγρα οὐδαμοῦ». Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐμφανίστηκε· καὶ ὄχι μόνο τοὺς βεβαίωσε γιὰ τὴν Ἀνάστασή του, ἀλλὰ μὲ μία δεύτερη θαυμαστὴ ἁλιεία τοὺς χάρισε «δεῖπνον ξένον», ξαναθυμίζοντας τὴν κλήση τους νὰ γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων».

 

Ἐμεῖς, ὡς λογικοὶ «ἰχθύες», ἂς μὴν τοὺς ἀπογοητεύουμε ξαναγυρίζοντας στοὺς βυθοὺς τῶν παθῶν μας, ἀλλὰ ἂς τοὺς καλοῦμε μὲ τὰ λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ: «Οἱ τοὺς βροτοὺς σαγηvεύσαvτες τῇ τοῦ Λόγου σαγήνῃ ἐκ βυθοῦ ἀγνωσίας, κἀμὲ διασώσατε κλυδωνιζόμενον καὶ βεβυθισμένον ἀμέτροις πταίσμασι».

5.

Κλῆσις τεσσάρων μαθητῶν (Λουκ 5, 1-11)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Οἱ 5 ἢ 6 μαθηταὶ τοῦ Κυρίου, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 3—4 ἠκολούθησαν Αὐτὸν κατὰ σύστασιν τοῦ Προδρόμου, ὡς εἴδομεν, ἔμειναν μετὰ τοῦ Ἰησοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ Κύριος ἦτο εἰς τὴν Ἰουδαίαν καὶ Σαμάρειαν. Ἀναχωροῦν δὲ οὗτοι ἐκ τοῦ Κυρίου διὰ τὸ ἁλιευτικὸν των ἔργον, ὅταν ὁ Πρόδρομος παρεδόθη εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ὁ Κύριος ἀνεχώρησε διὰ τὴν Γαλιλαίαν ἢ ἀνεχώρησαν οὗτοι διὰ τὸ ἁλιευτικὸν των ἔργον, ὅταν ὁ Κύριος περιώδευε τὴν Γαλιλαίαν. Ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ Κύριος ἤρξατο ἐπισήμως τοῦ δημοσίου Αὐτοῦ ἔργου ἐν Καπερναούμ, καλεῖ 4 ἐξ αὐτῶν ὄχι ὅπως τὴν προηγουμένην φορὰν προσωρινῶς ἀλλὰ ὁριστικῶς. Ἡ πρώτη ἐκείνη κλῆσις ἦτο ἁπλῆ γνωριμία τοῦ Κυρίου μετ’ αὐτῶν. Ἡ κλῆσις αὕτη ἔχει δύο φάσεις. Πρώτη εἶναι ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων, τὴν ὁποίαν περιγράφει ὁ Λουκᾶς, ἡ δὲ δευτέρα φάσις εἶναι ἡ ὁριστικὴ κλῆσις αὐτῶν, τὴν ὁποίαν περιγράφουσιν οἱ Εὐαγγελισταὶ Ματθαῖος καὶ Μάρκος. Κατ’ ἄλλους ὅμως τοποθετεῖται πρώτη ἡ κλῆσις καὶ ἔπειτα ἡ πλουσία ἄγρα. Ἂς ἴδωμεν.

Ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων

Λουκᾶ 5, 1-11

Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐγένετο ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ καὶ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἐστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ». Ὅταν δηλαδὴ ὁ ὄχλος ἐπιθυμῶν νὰ ἀκούση τὸν λόγον Του συνωστίζετο πέριξ Αὐτοῦ καὶ ἐστενοχώρει Αὐτόν, Αὐτὸς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἵστατο ὄρθιος καὶ ἐκήρυττε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ πλησίον τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, «εἶδεν πλοῖα δύο ἐστῶτα παρὰ τὴν λίμνην» ὁ Κύριος εἶδε δύο πλοῖα ἱστάμενα παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν ἦτο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. «Οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἔπλυνον τὰ δίκτυα». Οἱ ἁλιεῖς ἐξελθόντες ἐξ αὐτῶν ἔπλυνον τὰ δίκτυά των. Ὁ Κύριος κουρασθεὶς ἐκ τῆς ὀρθοστασίας καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἔχη τοὺς ἀκροατάς Του κατὰ μέτωπον «ἐμβὰς εἰς ἕν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον», εἰσελθὼν ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν πλοίων τὸ τοῦ Σίμωνος παρεκάλεσε δηλαδὴ ὁ Κύριος τὸν Σίμωνα, τὸν Πέτρον, νὰ σύρη τὸ πλοῖόν του ὀλίγον πρὸς τὴν θάλασσαν ἵνα δυνηθῆ νὰ ὁμιλῆ καὶ νὰ ἀκούεται εὐχερέστερον ὑπὸ τοῦ κατὰ μῆκος τῆς παραλίας εὑρισκομένου πλήθους. Ὁ Πέτρος ὑπακούει εἰς τὴν παράκληοιν τοῦ Κυρίου. Ὁ δὲ Κύριος εἰσελθὼν εἰς τὸ πλοῖον «καθίσας, ἐκ τοῦ πλοίου ἐδίδασκε τοὺς ὄχλους», καθίσας ἐδίδασκε τοὺς ὄχλους ἐκ τοῦ πλοιαρίου.

 

Ποῖον ἦτο τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, δὲν μᾶς ἀναφέρεται. Ὁ Λουκᾶς ὅμως μᾶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ Κύριος «ὡς ἐπαύσατο λαλῶν» μετὰ τὸ τέλος δηλαδὴ τῆς ὁμιλίας Του ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς ἁλιεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀργότερον θὰ ἐγίνοντο μαθηταί Του, ἵνα διδάξη αὐτοὺς τὴν Θείαν Του αὐθεντίαν. Πρὸς τοῦτο «εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν»· συνιστᾶ ὁ Κύριος εἰς τὸν Πέτρον ὡς ἰδιοκτήτην τοῦ πλοίου ἢ ὡς πηδαλιοῦχον νὰ τραβήξη εἰς τὰ ἀνοιχτὰ πρὸς ἁλιείαν καὶ εἰς τὸ πλήρωμα αὐτοῦ νὰ ρίψη τὰ δίκτυα στὰ ἀνοιχτά. «Ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν· ἐπιστάτα δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν, ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον» κύριε καθ’ ὅλην τὴν νύκτα κοπιάσαντες δὲν ἐπιάσαμε τίποτα. Ἐπειδὴ ὅμως μᾶς τὸ λέγεις Σύ, θὰ ρίψω τὸ δίκτυον. «Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολὺ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον». Ἐκτελέσαντες τοῦτο συνέλαβον εἰς τὰ δίκτυά των μέγα πλῆθος ἰχθύων. Τόσον πλουσία ἦτο ἡ ἄγρα τῶν ἰχθύων, ὥστε ἐκινδύνευον κατὰ τὴν ἀνέλκυσιν νὰ σχισθοῦν τὰ δίκτυα.

 

Πρὸ τοῦ πλήθους τῶν συλληφθέντων ἰχθύων καὶ τοῦ φόβου των μήπως διαρραγοῦν τὰ δίκτυα «κατένευσαν τοῖς μετόχοις ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς» διὰ νευμάτων δηλαδὴ εἰδοποίησαν τὴν παρέα τους, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον, νὰ ἔλθη καὶ νὰ τοὺς βοηθήση. Οἱ συνέταιροι ἦλθον, ἐβοήθησαν καὶ τὰ ψάρια ἐρρίφθησαν καὶ εἰς τὰ δύο πλοιάρια. Τὰ ψάρια ἦσαν τόσον πολλά, ὥστε «ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτὰ» ἐγέμισαν καὶ τὰ δύο πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευον νὰ βυθισθοῦν ἐκ τοῦ μεγάλου φορτίου.

 

Ὁ Πέτρος ἰδὼν τὸ θαῦμα τοῦτο καὶ αἰσθανθεὶς ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἰδίαν ἀναξιότητα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ὁ ἐνεργήσας τὸ θαῦμα αὐτὸ Ἰησοῦς ἦτο τί τὸ ὑπεράνθρωπον καὶ φοβηθεὶς «προσέπεσε τοῖς γόνασι» ἔπεσεν εἰς τὰ γόνατα ἐνώπιον τῶν ποδῶν τοῦ Ἰησοῦ λέγων, «ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμὶ Κύριε» ἔξελθε Κύριε ἐκ τοῦ πλοιαρίου μου καὶ φύγε ἀπὸ κοντά μου, διότι εἶμαι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος. Ἡ ἔκπληξις αὕτη δὲν κατέλαβε μόνον τὸν Σίμωνα, τὸν ἀπόστολον Πέτρον, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο ἀδελφοὺς Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, τοὺς υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν «κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι» συνεταῖροι δηλ. τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον. Διὰ τοῦτο ὁ Εὐαγγελιστὴς σημειώνει· «Θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων, ᾗ συνέλαβον», κατάπληξιν προυξένησε ἡ πλουσία αὕτη ἁλιεία εἰς αὐτόν, «ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι», οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνος.

 

Ὁ Κύριος στρέφεται πρὸς τὸν φοβισμένον Σίμωνα καὶ ἐνθαρρύνει αὐτὸν λέγων «μὴ φοβοῦ, ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» μὴ φοβεῖσαι, ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ γίνης ἁλιεὺς τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τῆς λέξεως ζωγρῶν, ἡ ὁποία σημαίνει συλλαμβάνω τινὰ ζωντανόν, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δηλώση, ὅτι ὁ πιστὸς οὐδεμίαν βλάβην ἔχει νὰ πάθη συλλαμβανόμενος εἰς τὰ δίκτυα τῶν ἀποστόλων.

 

Μετὰ τὴν προπαρασκευὴν ταύτην ἀκολουθεῖ ἡ ὁριστικὴ κλῆσις τῶν 4 μαθητῶν Ἀνδρέου, Πέτρου, Ἰωάννου καὶ Ἰακώβου, τὴν ὁποίαν λεπτομερῶς περιγράφουσιν, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Ματθαῖος. Ὁ Λουκᾶς ἐκ τῆς κλήσεως ταύτης ἀναφέρει τοῦτο μόνον: Οἱ σύντροφοι οὗτοι, «καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν» τραβήξαντες τὰ πλοῖα των εἰς τὴν ξηρὰν «ἀφέντες πάντα» ἀφήσαντες μισθωτούς, πατέρα καὶ δίκτυα «ἠκολούθησαν τὸν Χριστόν».

Θέμα: Μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ

Α’. Μακράν τοῦ Χριστοῦ. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου: «Δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν», λέγει ὁ Πέτρος εἰς τὸν Ἰησοῦν εἰς ἐντολήν Του, ὅπως ρίψωσι πάλιν τὰ δίκτυα. Ἑπομένως μακράν τοῦ Χριστοῦ εἶχον «νύκτα». Δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες «οὐδὲν ἐλάβομεν» ἑπομένως εἶχε κόπον καὶ ἀκαρπίαν. Ὥστε νύκτα, κόπος, ἀκαρπία μακράν τοῦ Χριστοῦ. Πράγματι!

Ἐκ τῆς ζωῆς 1) Νύκτα. Δύο εἶναι τὰ μάτια μας, μὲ τὰ ὁποῖα δεχόμεθα τὸ ἡλιακὸν φῶς, δύο εἶναι τὰ σκοτάδια ποὺ κάνουν νὰ ἔχη μεσάνυχτα ἡ ψυχή μας: ἡ ἀπιστία, ἡ ἁμαρτία. Συνεπῶς παντοτεινοὶ ξενύχτες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν μέν, ἀλλὰ ζοῦν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ.

Θέλετε ἀποδείξεις; Λάβετε τὸ προχριστιανικὸν παρελθὸν διὰ τὸ πρῶτον, ὅτε ἡ ἀνθρωπότης ἐπάλαιε νὰ εὕρη τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν ἠδύνατο. Οἱ σοφώτατοι Ἕλληνες ἀκόμη ἐκυλίοντο εἰς τὴν πολυθεΐαν καὶ ὁ σοφώτατος πάντων Σωκράτης ὡμολόγει τὴν ἄγνοιάν του «ἕν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα». Θέλετε ἀποδείξεις τοῦ δευτέρου; Κυττάξετε τὸ παρόν, τὸ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἡμῶν, ἔνθα βασιλεύουν τὰ πάθη. Κυττάξετε τὰ πάθη σας καὶ τὰ πάθη τῶν ἄλλων. Σκότος! Ἡ φιλαργυρία, ἡ χαιρεκακία, ἡ ζηλοτυπία, ὁ φθόνος, τὸ μίσος, ὁ ἐγωισμός, κ.λ.π. ἕνα κοινὸν σημεῖον ἔχουν, ποὺ τὰ ἐνώνει. Τὸ σκότος ! Ἑπομένως οἱ ἄπιστοι καὶ ἁμαρτωλοί, οἱ παντοτεινοὶ αὐτοὶ ξενύχτες ζῶντες ἐν τῷ σκότει δὲν γνωρίζουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ ὑπάγουν. Πλανῶνται !

Ἀλλὰ ἔχουν καὶ 2) κόπον. Ἡ νύκτα ἡ ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ ὑλικοῦ φωτὸς προκαλουμένη χρησιμεύει πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ἀνάκτησιν τῶν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεών μας. Ἡ ἐκ τῆς ἀπιστίας καὶ ἁμαρτίας ὅμως ψυχικὴ νύκτα δὲν ἔχει ἀνάπαυσιν οὐδὲ ἀνάκτησιν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεων. Τουναντίον ἔχει καταπόνησιν. Ὁ πραγματικὸς φιλόσοφος ἄπιστος ὄχι μόνον εὑρίσκεται ἐν τῷ σκότει καὶ δὲν δύναται νὰ εὕρη τὴν ἠρεμοῦσαν τὴν καρδίαν του ἀλήθειαν, ἀλλὰ οὔτε δύναται νὰ μὴ ζητᾶ. Γνωρίζει, ὅτι τοῦ κάκου κοπιάζει, τοῦ τὸ λέγει ἡ φιλοσοφία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἱστορία τῶν πλανῶν. Καὶ ὅμως εἶναι ἀνίκανος νὰ μὴ ζητᾶ. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀποθάνη, πνευματικῶς ὥστε νὰ μὴ ζητᾶ. Οὕτω καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Ἔχει νύκτα καὶ κόπον. Ὀλίγον κόπον καὶ ἀνησυχίαν ἔχουν οἱ φιλάργυροι, φιλύποπτοι, χαιρέκακοι, ζηλότυποι, κακοί, ἐγωϊσταί;

Ἀλλὰ ὄχι μόνον νύκτα καὶ κόπον ἔχουσιν οἱ ἄπιστοι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἀλλὰ καὶ 3) ἀκαρπίαν. Τί κατώρθωσαν νὰ μᾶς δώσουν ἡ ἀπιστία μὲ τὴν φιλοσοφίαν; Οὐδέν. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ Ἀρχαῖοι μὲ τὴν φιλοσοφίαν, τὰς τέχνας καὶ τὰ γράμματα ὕμνησαν τοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τὰς ἀπαγωγὰς τῶν θεαινῶν. Τὰ δὲ πάθη τίνα καρπὸν ἔχουσι; Καὶ συγκεκριμένως ἡ φιλαργυρία. Ἐπὶ κατοχῆς συνέβη οἰκογένειά τις πλουτίσασα ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εὑρεθῆ ἔχουσα ράβδους χρυσοῦ καὶ νὰ δολοφονηθῆ ! Ποῖος ὁ καρπὸς τοῦ ἐγωισμοῦ μεγάλων τινῶν κρατῶν; Αἰσχύνη καὶ ταπείνωσις. Ποῖος ὁ καρπὸς τῆς φιλοπλουτίας; Ἡ κραυγὴ τοῦ κόσμου ἡ κατάρα καὶ τὸ χειρότερον ἡ γέννησις τοῦ κομμουνισμοῦ!

 

Ὥστε μακράν τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔχομεν ἀνησυχίαν καὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν.

Β’. Πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐνεφανίσθη καὶ ὁ νοητὸς ἥλιος ὁ Χριστός. Τῇ ἐντολῇ Αὐτοῦ ρίπτονται καὶ πάλιν τὰ δίκτυα, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐργασία των καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων. Οἱ Ἀπόστολοι πλησίον τοῦ Χριστοῦ εἶχον ὄχι μόνον πλῆθος ἰχθύων καὶ συναίσθησιν ταπεινότητος ἔναντι τοῦ Κυρίου ἀλλὰ συνέλαβον πλῆθος ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐφώτισαν. Ἑπομένως πλησίον τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει τὸ φῶς, ὁ κόπος ἡ εὐκαρπία.

Πράγματι! Ἐκ τῆς ζωῆς. Φωτεινὴ εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ πιστοῦ, διότι δὲν ἔχει νύκτα ἀλλὰ ἡμέραν καὶ γνωρίζει τί κάμνει. Τὸ κάθε τι ἔχει τὴν θέσιν του. Ὅλα ἔχουν τὴν σειρὰν των, τὴν συνάρτησίν των. Ὅπως μιὰ καλὴ νοικοκυρὰ γνωρίζει ποῦ τοποθετεῖ τὰ πράγματά της, οὕτω καὶ ὁ πιστὸς ἔχει μέσα του ντουλάπα καὶ μὲ τάξιν ἔχει τοποθετήσει εἰς διάφορα ράφια τὸν ἐσωτερικόν του κόσμον. Καὶ τὰ πλέον μυστικὰ του ἀντέχουν ὄχι μόνον εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Θεῖον φῶς. Τὰ καθαρὰ τὰ κάμνει τὸ φῶς καθαρότερα. Ὁ πιστὸς ἐργάζεται, κοπιάζει καρποφόρως. Ἔχει συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος βλέπων τὸν Χριστόν. Ἐὰν εἶναι εὐφυής, βλέπει ἕνα ἀνθάκι τοῦ ἀγροῦ καὶ ταπεινοφρονεῖ. Ἐὰν εἶναι ἐνάρετος, βλέπει τὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπρός του καὶ ταπεινώνεται. Ἐὰν εἶναι δυνατός, βλέπει τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἔργα Του καὶ δὲν ἐπαίρεται. Ὁ λόγος του εἶναι «ἅλατι ἠρτυμένος» ἔχει λόγια ἁλατισμένα. Φροντίζει, ὅπως λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ νὰ μὴ ἐξέρχεται, ἀλλὰ ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας. Ἐνῶ εἶναι γενναιόδωρος, φροντίζει ὅμως κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἀγαθῶν του νὰ μὴ σπαταλᾶ, ἀλλὰ νὰ οἰκονομῆ, ὅπως καὶ ὁ Κύριος κατὰ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἄρτων καὶ νὰ συλλέγη τὰ ἀποκόμματα «ἵνα μὴ τι ἀπόληται» κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Μεγάλος κόπος αὐτός!

 

Ἡ ἐργασία του εἶναι ἀποδοτικωτάτη. Συναισθανόμενος ὁ πιστὸς τὸν ἑαυτὸν του τὰς ἀδυναμίας του καὶ τακτοποιῶν τὸ ἐσωτερικόν του διὰ τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀποδοτικώτατος. Βλέπει τί ἔχει καὶ δοξάζει τὸν Θεόν. Βλέπει τί τοῦ λείπει καὶ ταπεινοφρονεῖ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προοδεύει. Ὁ Χριστιανὸς ἔχει μεγάλην ἀποδοτικότητα, διότι ὁ κόσμος εἶναι γεμάτος ἀπὸ ἔργα Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλὰ ὁ οἰκονομῶν τὰ λόγια του, τὰ πράγματά του, τὰς σκέψεις του πιστὸς ἔχει μεγάλην καρποφορίαν μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Διδακτικώτατον καὶ τραγικώτατον ταυτοχρόνως παράδειγμα σκότους, κόπου καὶ ἀκαρπίας, τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ αὐτοκτονία τοῦ ἄνευ Χριστοῦ ποιητοῦ μας Λαπαθιώτου, ὁ ὁποῖος ηὐτοκτόνησεν κατὰ τὰ ἔτη τῆς κατοχῆς. Οὗτος πρὶν αὐτοκτονήση ἔγραψε τὰ ἑξῆς:

Ἔπειτα ἀπὸ ἁμαρτίας

«Τὸ καλοκαίρι πέρασε σὰν ρίγος,

καὶ ὁ χειμώνας μοῦ φαίνεται βαρύς,

τί σύντομα ποὺ πέρασε καὶ ὁ τρύγος,

δὲν πρόκαμες καρδιά μου νὰ χαρῆς».

Ἰδοὺ ὁ κόπος καὶ ἡ ἀκαρπία τοῦ μακράν τοῦ Χριστοῦ! Ἀλλὰ ὑπάρχει τὸ σκότος ἐπίσης τρομερόν. Γράφει λοιπὸν ὁ ἴδιος.

Πρὸ τῆς αὐτοκτονίας

«Καὶ τὸ μαῦρο τὸ σκοτάδι

ποὺ θαρθῆ νὰ μὲ τυλίξη,

θὰ γιατρέψη μιὰ γιὰ πάντα

τὴν ἀγιάτρευτή μου πλῆξι.

Μιὰ γιὰ πάντα θὰ γιατρέψη

καὶ τὴν πλῆξι καὶ τὴν τύψη,

τὸ μεγάλο τὸ σκοτάδι,

ποὺ θαρθῆ νὰ μὲ τυλίξη».

Ἰδοὺ σκότος, κόπος, ἀκαρπία τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ!

Ἰδοὺ ὁ μακρὰν καὶ ὁ ἐγγύς τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ τὸ σκότος ὁ κόπος, ἡ ἀκαρπία τοῦ πρώτου· ἰδοὺ ἡ φωτεινότης, ὁ κόπος καὶ ἡ εὐκαρπία τοῦ δευτέρου. Τί δέον γενέσθαι; Ἂς πλησιάσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ φῶς, τὴν ἠρεμίαν, τὴν ἀφθονίαν, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ σκότος, τὴν ἀνησυχίαν, τὸ ἄγονον καὶ τὴν ἀγωνίαν. Γένοιτο!

6.

Εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ οἰκονομία

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

 

Εἶναι ἐπιβεβλημένη καί ἀδιαμφισβήτητη ἡ θεώρηση ὅτι σήμερα ἡ οἰκονομία, ὡς ἰσχυρό στοιχεῖο τῆς καθημερινότητάς μας, εἶναι πεδίο ἀπόλυτης κυριαρχίας τῆς ψυχρῆς λογικῆς, χαρακτηρίζεται ἀπό στυγνό ὀρθολογισμό καί διέπεται ἀπό τή στρυφνότητα τοῦ συμφεροντολογικοῦ ὑπολογισμοῦ. Γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά συνδυασθεῖ μέ συναισθηματισμούς, νά συσχετισθεῖ μέ ἀξίες καί ἰδανικά ἤ νά περιπλακεῖ μέ ἔννοιες ὅπως ,»ἀλτρουισμός», «αὐτοθυσία», «ἀλληλεγγύη». Μ’ ἕνα λόγο, στήν οἰκονομική σκέψη δέν χωροῦν στοιχεῖα πνευματικότητας, ὑπερβατικῆς θεώρησης ἤ μεταφυσικῆς παραδοχῆς. Γι’ αὐτό καί ἀπέναντι σ’ αὐτή τή θεώρηση τῆς οἰκονομίας ἀκούστηκε βαρύς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί μαμωνᾷ» (Λουκ. 16, 13).

Κι ὅμως, οἱ χριστιανοί εἶναι «καταδικασμένοι» νά ζοῦν μέσα στόν κόσμο αὐτό, νά ἀντιμετωπίζουν τό οἰκονομικό πρόβλημα καί νά συμβάλλουν στήν οἰκονομία τῆς χώρας τους. Εἶναι ὑποχρεωμένοι νά συμμορφώνονται ἤ νά προσαρμόζονται πρός τίς κρατοῦσες ἐργασιακές συνθῆκες γιά ν’ ἀνταποκρίνονται στίς ἀνάγκες καί ὑποχρεώσεις τους. Ἀναπτύσσονται μέσα στό δεδομένο οἰκονομικό περιβάλλον τῆς ἑκάστοτε ἱστορικῆς συγκυρίας, ἐπιμένοντας νά διεκδικοῦν τό ‹‹ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς››. Τελικά, πόσο ἰσχύει τό ἀσυμβίβαστο πού προτάσσει ὁ Χριστός μας καί κατά πόσο αὐτό εἶναι συμβατό μέ τήν πραγματικότητα;

Ἀδιανόητη ἁλιεία

Κουρασμένος ὁ Πέτρος, μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἀνδρέα, ἕραβαν τά δίχτυα τους στήν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Ἡ προηγούμενη βραδιά, ἐκτός ἀπό ἐξαντλητική, ἦταν συνάμα καί ἀπογοητευτική· παρόλη τήν κοπιώδη προσπάθεια, οἱ ἔμπειροι ψαράδες δέν ἔπιασαν τίποτα. Κι ἐνῶ ἡ κούραση καί ἡ θλίψη ἦταν πρόδηλες, ἔρχεται ὁ γνωστός τους ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο Διδάσκαλος καί ζητᾶ μιά χάρη. Ἦταν τόσος πολύς ὁ κόσμος πού τόν ἀκολουθοῦσε, ὥστε ὁ μόνος τρόπος νά καταφέρει νά τούς μιλήσει ἦταν νά καθίσουν ὅλοι στήν ἀμφιθεατρική πλαγιά τοῦ λόφου πού κατέληγε στή λίμνη κι Ἐκεῖνος μέσα ἀπό κάποιο πλοιάριο νά τούς ἀπευθύνει λόγους σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τήν ἀκτή. Κι ἀπ’ ὅλα τά πλοιάρια ὁ Διδάσκαλος διάλεξε αὐτό τοῦ Πέτρου…

Χωρίς ἀντίρρηση, παρ’ ὅλη τήν κούραση καί τή στενοχώρια του, ὁ Πέτρος ξανοίγεται λίγο καί ἐξυπηρετεῖ τόν Χριστό μας. Κι ὅταν Ἐκεῖνος τελειώνει, ὁ Πέτρος, ἤδη ξάγρυπνος πολλές ὧρες, ἀκούει τόν Διδάσκαλο νά τοῦ δίνει μιά ἀπροσδόκητη ἐντολή μέρα μεσημέρι: ‹‹Ἐπανάγαγε εἰς τό βάθος καί χαλάσατε τά δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν››. Ποῦ ἀκούστηκε ἐπαγγελματικό ψάρεμα μές στό καταμεσήμερο; Τή στιγμή μάλιστα πού ἡ προηγούμενη βραδιά ἀποδείχθηκε τόσο ἄκαρπη καί τό μάζεμα τῶν διχτύων εἶχε μόλις τελειώσει ὥστε νά εἶναι ἕτοιμα γιά τή νέα νυχτερινή ἐξόρμηση;

 

Κι ὅμως, ὁ Πέτρος, ἄν καί κατάκοπος, ἄν καί ἀπογοητευμένος, ἄν καί ἔμπειρος ψαράς, ὑπάκουσε μέ πολύ σεβασμό τόν Διδάσκαλο, ἐκφράζοντας μόνο μιά μικρή ἐπιφύλαξη γιά τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐνέργειας. Κι ἐκεῖ εἶναι πού ὁ Πέτρος διαψεύδεται πανηγυρικά. Τά δίχτυά του, πού πρίν τά εἶχαν σκίσει οἱ βράχοι καί τά ξύλα τοῦ βυθοῦ τῆς λίμνης, τώρα τοῦ τά σκίζει τό ὑπερβολικό βάρος τῶν ψαριῶν πού πέρα ἀπό κάθε προσδοκία εἶχαν ἐγκλωβισθεῖ σέ αὐτά. Πέρα καί πάνω ἀπό κάθε λογική ἀρχή τῆς ἁλιευτικῆς τέχνης, τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, τῶν φυσικῶν ὅρων, συμβαίνει αὐτό πού μέ κανένα τρόπο δέν ἀναμενόταν. Γιατί; Ἐξαιτίας τῆς εὐλογίας. Τό μόνο πού προστέθηκε σέ ὅ,τι μέ ἄκρατο ἐπαγγελματισμό καί πλήρη ἀναποτελεσματικότητα ἔκανε ὁ Πέτρος ὅλη νύχτα, ἦταν ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου. Καί μ’ αὐτήν πορεύθηκε πρός τό πρωτοφανές.

Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ

Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι μέ ἀπόλυτη ἐπιστημονικότητα καί ἄψογη λογική σχεδίασαν πλάνα, κατάρτισαν προγράμματα, ἐπιχείρησαν τήν ὑλοποίηση μεγάλων ὁραμάτων. Καί πάμπολλες φορές ἀπροσδόκητα ἀπέτυχαν, σέ σημεῖο πού νά προέλθει τό παροιμιῶδες ‹‹Ὁ Θεός βλέπει τά προγράμματα τῶν ἀνθρώπων καί γελάει››. Ἄλλες πάλι φορές, παρά πᾶσα προσδοκία πέτυχαν χωρίς ὅλα τά προηγούμενα, μέ μόνο ἐφόδιο τήν πίστη στόν Θεό. Γι’ αὐτό καί οἱ ἄνθρωποι παλαιότερα, μέ ὅ,τι κι ἄν καταπιάνονταν, συνήθιζαν νά λένε καί νά τό ἐννοοῦν: ‹‹Πρῶτα ὁ Θεός››. Γι’ αὐτό καί μέχρι σήμερα εἶναι εὐλογημένη συνήθεια, ὅ,τι ἐπιχειροῦμε νά τό ξεκινᾶμε μέ ἁγιασμό, μέ εὐλογία τοῦ ἱερέως, μέ συνειδητή προσευχή.

Στήν ἱστορία τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων, ὑπάρχουν πολλές στιγμές, οἱ ὁποῖες σάν τή θαυμαστή ἁλιεία τοῦ Πέτρου σημασιοδοτοῦν τήν κατάργηση τῶν ἀρχῶν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης καί, μέ πρόταγμα τή φιλανθρωπία, ἀποτυπώνουν ἐπιτυχίες συνδυαστικά καί στό πνευματικό καί τό οἰκονομικό ἐπίπεδο. Χαρακτηριστικό εἶναι τό γεγονός ὅτι στό οἰκονομικό καί πνευματικό ἀπόγειο της Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ὑπῆρχαν ἐπίσημα θεσμοθετημένες περίπου ἑκατόν ἑξήντα ἡμέρες ἐκκλησιαστικῶν ἀργιῶν. Οἱ ἐργάσιμες ἡμέρες ἦταν περίπου διακόσιες, κι ὅμως τά θησαυροφυλάκια τοῦ κράτους ξεχείλιζαν ἀπό πλοῦτο, ὥστε πολλοί αὐτοκράτορες δέν ἔκαναν πολέμους, ἀλλά ἐξαγόραζαν τούς βαρβάρους γιά νά μήν κάνουν ἐπιδρομές. Κι ἐμεῖς σήμερα, ἔχοντας περικόψει τόσες ἄλλες, προσβάλλουμε ἐνσυνείδητα καί τήν Κυριακή ἀργία…

Στήν ἐποχή του ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, δρώντας τελείως ἀντιπαραγωγικά κατά τά σημερινά δεδομένα, κήρυττε ἐμφατικά τήν κατάργηση τῶν κυριακάτικων παζαριῶν καί τή μετάθεσή τους σέ ἄλλη μέρα, ὥστε ἡ Κυριακή νά εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη στόν ἁγιασμό, τήν οἰκογένεια καί τήν ἀνάπαυση. Ὅπου τόν ἄκουσαν, ὄχι μόνον προόδευσαν σέ ὅλους τους τομεῖς τῆς καθημερινότητας, ἀλλά ἐξαλείφθηκε καί τό φαινόμενο τοῦ ἐξισλαμισμοῦ. Σήμερα, ὀχυρωμένοι πίσω ἀπό οἰκονομικά ἐπιχειρήματα, στατιστικές καί ἀριθμούς, πολλοί πιέζουν γιά ἐπιβολή ἑνός μοντέλου πού μέ μόνο προτάγμα τήν ἐπίτευξη οἰκονομικῶν στόχων ἀπανθρωποποιεῖ τόν ἄνθρωπο, καθώς τόν ἐξαντλεῖ μεταξύ ἀπαράδεκτων ὅρων ἐργασίας καί τοῦ φάσματος τῆς ἀνεργίας.

Ἡ ἐποχή μας διεκδικεῖ κατά τά οἰκονομικά ἐπιτάγματα τήν υἱοθέτηση πρακτικῶν πού κατά τήν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν ἁμαρτία. Καί ἡ ἁμαρτία ἀποδιώκει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Καί χωρίς αὐτήν, ἀσχέτως προσπαθειῶν, ὅλα εἶναι καταδικασμένα στήν ἀποτυχία. Ὁ ἀγώνας μας, ὡς χριστιανῶν, ἔγκειται στό νά ἑλκύσουμε μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας τή θεία εὐλογία, ὥστε ὅλα νά γίνουν κατά Θεόν, νά ξεπεραστοῦν τά προβλήματα καί νά ὑπάρχει ἡ ἀνάπαυση τῆς ἥσυχης συνείδησης.

7.

Κυριακή Α΄ Λουκά – Η θαυμαστή αλιεία

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Τοῦ Προδρόμου: Γαλ. δ΄ 22-27

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λκ. ε΄ 1-11

Ἡ θαυμαστή ἁλιεία

  1. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ

Ὁ Κύριος περιδιαβαίνει τὴν ἀκρογια­λιὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ τὰ πλήθη τρέχουν μὲ πόθο κοντά του. Καὶ καθὼς βλέπει δυὸ μικρὰ πλοῖα ἀραγμένα στὴ λίμνη, μπαίνει σ’ ἕνα ἀπὸ αὐτά· εἶναι τὸ πλοῖο τοῦ Σίμωνα.

 

Καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸ σύρει λίγο πιὸ μέσα στὴ λίμνη γιὰ νὰ διδάξει τὰ πλήθη μέσα ἀπὸ τὸ πλοῖο αὐτό. Ὅταν τελείωσε τὴ διδασκαλία του ὁ Κύριος, λέει στὸν Σίμωνα: Φέρε πάλι τὸ πλοῖο στὰ βαθιὰ νερὰ τῆς λίμνης καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας. Ὁ Σίμων ὅμως μὲ ἔκπληξη τοῦ ἀποκρίνεται: Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τὰ δίχτυα καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε. Ἀφοῦ ὅμως τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ρίξω τὸ δίχτυ. Καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ἀκολούθησε ἦταν ἐντυ­πωσιακό. Τὸ δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλὰ ψάρια, ὥστε ἄρχισε νὰ σχίζεται. Οἱ ψαράδες τότε φώναξαν ἀμέσως τοὺς συνεταίρους τους ποὺ ἦταν στὸ ἄλλο πλοῖο, νὰ βοηθήσουν νὰ σύρουν τὸ δίχτυ ἐπάνω. Ἀλλὰ τὰ ψάρια ἦταν τόσο πολλά, ὥστε τὰ δυὸ πλοῖα κινδύνευαν νὰ βυθισθοῦν.

Τί νόημα ὅμως εἶχε αὐτὸ τὸ τόσο ἐν­­τυπωσιακὸ θαῦμα; Καὶ γιατί ὁ Κύριος πρὶν τὸ ἐπιτελέσει ζήτησε ἀπὸ τοὺς ψαράδες νὰ ρίξουν τὰ δίχτυα τους καὶ μάλιστα σὲ ἀκατάλληλη ὥρα; Διότι ὁ Κύριος μέσα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ἤθελε νὰ διδάξει πολὺ με­γάλες ἀλήθειες στοὺς ψαράδες τῆς Γαλιλαίας, τοὺς ὁποίους σὲ λίγο θὰ καλοῦσε νὰ γίνουν ἁλιεῖς ἀνθρώπων καὶ νὰ σαγηνεύουν στὰ πνευματικά τους δίχτυα ὅλη τὴν οἰκουμένη. Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἦταν τύπος τῆς πνευματικῆς ἁ­­­­­λι­­είας τους. Καὶ ἔπρεπε νὰ χαραχθεῖ βα­θιὰ στὴν ψυχή τους. Ἔπρεπε νὰ τὸ θυ­­­­μοῦνται πολὺ καλὰ οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ὅταν ἀργότερα στὸ τιτάνιο ἔργο τους θὰ συναντοῦσαν δυσκολίες καὶ ἀπογοητεύσεις. Νὰ θυμοῦνται καὶ νὰ συναισθάνονται ὅτι στὴν πνευματική τους διακονία χωρὶς τὸν Κύριο δὲν θὰ μποροῦσαν τίποτε νὰ ἐπιτύχουν, ἐνῶ μὲ τὴ δική του δύναμη θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν τὰ πάντα. Ἄδεια τὰ δίχτυα χωρὶς τὴν εὐλογία του. Γεμάτα ὅταν τὰ εὐλογοῦσε ὁ Χριστός.

Ἔπρεπε ἀκόμη νὰ καταλάβουν οἱ μα­­θητὲς μέσα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ὅτι γιὰ νὰ ἔχουν καρποφορία στὸ ἔργο τους θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν τυφλὴ ὑπα­κοὴ στὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου. Ἀ­­­κόμη καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν κατανοοῦσε ἡ περιορισμένη τους λογική. Καὶ νὰ μὴν ὑ­­­πολογίζουν κόπο καὶ θυσίες. Αὐτοὶ νὰ δίνουν τὸ χρόνο τους, τὸν κόπο τους καὶ τὴ ζωή τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ τὰ μεταχειρισθεῖ ὅπως Αὐτὸς ἤθελε· ἔχοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἐπιβραβεύει τὴ θυσία τους, τὴν πρόθυμη ὑπακοή τους, τὴν ἀδιάσειστη πίστη τους στὴ δύναμή του.

  1. ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΑΜΑΡΤΩΛΟΤΗΤΟΣ

Ὅταν εἶδε ὁ Πέτρος τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ καὶ ἀνέλπιστο πλῆθος τῶν ψαριῶν, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶπε: Βγὲς ἀπὸ τὸ πλοῖο μου καὶ φύγε ἀπὸ μένα, Κύριε, διότι εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ Σ’ ἔχω στὸ πλοῖο μου. Ὁ Κύριος ὅμως τὸν καθησύχασε καὶ τοῦ εἶπε: Μὴ φοβᾶσαι. Ἀπὸ τώρα θὰ σαγηνεύεις ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ κήρυγμά σου θὰ ὁδηγεῖς στὴ σωτηρία. Κατόπιν ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ οἱ ψαράδες ἐπανέφεραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν.

Ἡ στάση ὅμως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μᾶς δημιουργεῖ κάποιον προβληματισμό. Γιατὶ ἀντὶ νὰ πανηγυρίσει γιὰ τὸ μεγαλειῶδες θαῦμα, παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὸ πλοῖο του; Αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια περίμενε τὸν Μεσσία, τώρα Τοῦ ζητᾶ νὰ φύγει ἀπὸ τὴ ζωή του; Ἀσφαλῶς τὸ αἴτημα τοῦ Πέτρου δὲν ἐκφράζει μία διάθεση ἀρνήσεως καὶ ἀποδιώξεως τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα. Ὁ ἄδολος αὐτὸς ψα­ρὰς τῆς Γαλιλαίας ἔνιωσε τὴν ὥρα ἐκείνη ἕνα φοβερὸ συγκλονισμὸ στὴν ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στὴν εὐλογία τοῦ θαύματος ὅτι δὲν ἔχει μπροστά του ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἕνα μο­ναδικὸ διδάσκαλο ποὺ ἔχει θεία δύναμη. Καὶ αἰσθανόμενος τὸ μεγαλεῖο του δὲν ἀντέχει νὰ ἀτενίσει τὸ θεϊκό του πρόσωπο, ἀλλὰ πέφτει συντετριμμένος καὶ Τὸν προσκυνᾶ. Διότι αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς παρουσίας του. Αἰσθάνεται τοῦ Χριστοῦ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴ δική του μικρότητα καὶ ἁμαρτωλότητα.

Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει σὲ κάθε πνευματικὸ ἄνθρωπο κάθε φορὰ ποὺ αἰσθάνεται ἰδιαιτέρως ἔκδηλη τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του. Εἶναι ἕνα βίωμα ποὺ τὸ νιώθουμε οἱ πιστοὶ καθὼς βρισκόμαστε σὲ μία ἱερὴ ὥρα τῆς λατρείας ἢ σὲ στιγμὲς ποὺ αἰσθανό­­μαστε τὸν Θεὸ ὁλοζώντανο στὴ ζωή μας, καὶ ἀφυπνίζεται ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας. Μᾶς συνέχει τότε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Τρέμουμε, φοβό­μαστε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ταυ­­τόχρονα καὶ τὴν ποθοῦμε καὶ τὴ λα­­χταροῦμε. Πῶς νὰ πλησιάσουμε τὸν πάναγνο Κύριο οἱ ρυπαροὶ καὶ ἀνάξιοι; Αἰσθανόμαστε πόσο ἁμαρ­τωλοὶ εἴμαστε καὶ ὅτι δὲν ἀξίζουμε τῶν εὐλογιῶν τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ ὅμως ποὺ δὲν κα­ταλαβαίνουμε ἴσως εἶναι ὅτι ὅσο περισσότερο ἀναγνωρίζουμε τὴν ἁ­μαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ἑλκύουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ ἂς στεκόμαστε μὲ δέος καὶ φόβο ἐνώπιόν του καὶ ἂς Τὸν παρακαλοῦμε ταπεινὰ καὶ ὁλοκάρδια νὰ μὴ φύγει ποτὲ ἀπὸ κοντά μας λόγῳ τῆς μεγάλης ἁμαρτωλότητός μας, ἀλλὰ νὰ μένει πάντοτε στὴ ζωή μας καὶ νὰ τὴν γεμίζει μὲ τὶς εὐλογίες του.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

8.

Κυριακή Α΄Λουκά-Γιατί σε αυτόν και όχι σε μένα;

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

«Και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην… εμβάς δε εις έν των πλοίων, ό ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον, και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. 5, 2-3)

«Είδε ο Ιησούς δύο ψαροκάικα στην άκρη της λίμνης… εκείνος ανέβηκε σε ένα από τα ψαροκάικα, αυτό που ήταν του Σίμωνα, και τον παρακάλεσε να τραβηχτεί λίγο από την ξηρά, κάθισε στο ψαροκάικο και απ’ αυτό δίδασκε τα πλήθη».

 

Αναρωτιόμαστε στην ζωή μας γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι χαρισματικοί και κάποιοι λιγότερο. Γιατί σε κάποιους δίνονται όλα τα αγαθά και σε κάποιους όχι. Γιατί ο Θεός απευθύνεται στον κόσμο μέσω κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι μέσω όλων.

Μία απάντηση βρίσκεται στην εικόνα των δύο πλοίων, τα οποία στέκονταν στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ, μετά από μία βραδιά χωρίς άγρα ψαριών, μία βραδιά κόπου χωρίς αποτέλεσμα. Ο Χριστός ανεβαίνει στο ένα πλοίο, του Σίμωνος Πέτρου, και του ζητά να τραβηχτεί λίγο από την ξηρά, για να Τον βλέπει και να Τον το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί. Δεν επιλέγει το άλλο πλοίο το οποίο ανήκε στους υιούς Ζεβεδαίου, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο. Και οι τρεις θα γίνουν μαθητές Του. Θα τον ακολουθήσουν στον αγώνα του ευαγγελισμού των ανθρώπων. Θα Τον ακολουθήσουν μέχρι τέλους. Κι όμως εκείνη την στιγμή, διάλεξε το πλοίο του Πέτρου. Γιατί άραγε;

Οι άνθρωποι ζητούμε ορθολογικές απαντήσεις στην ζωή μας. Ψάχνουμε να βρούμε τι είναι δίκαιο και τι άδικο και μάλιστα, επειδή συχνά υπερεκτιμούμε τις δυνατότητές μας συγκρίνοντάς τες με αυτές των άλλων, παραπονιόμαστε, είτε εντός μας είτε ενώπιον τω άλλων. Και όντως μπορεί να υπάρχουν απαντήσεις στην καθημερινότητα της ζωής μας, οι οποίες αποτυπώνουν και τον τρόπο με τον οποίο άλλοι κερδίζουν ή άλλοι δεν γνωρίζουν πώς να κερδίσουν. Εξυπνάδα, συγκυρίες, χαρισματικότητα, μακιαβελισμός, έξυπνες συμμαχίες, κολακεία,

κάποτε αυτό που ονομάζουμε «αρπάζω την ευκαιρία από τα μαλλιά». Δεν έχει σημασία πόσο αξίζει κάποιος ή όχι. Σημασία έχει να βρεθεί στην σωστή πλευρά, στην σωστή ώρα, στο σωστό περιβάλλον. Αν γεννηθεί κάποιος πλούσιος, θα έχει δυνατότητες που ένας φτωχός δεν μπορεί να έχει. Συχνά, βεβαίως, και πειρασμούς και κενά, αλλά αυτό δεν φαίνεται σε όσους έχουν μάθει να αιτιολογούν τα πάντα με βάση την όψη τους.

 

Στην σχέση μας όμως με τον Θεό δεν υπάρχουν τέτοιες απαντήσεις, διότι αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε ο Θεός θα ήταν όντως άδικος και θα υπήρχαν άνθρωποι προορισμένοι και άνθρωποι εγκαταλελειμμένοι. Μπορεί ο Χριστός να ανέβηκε στο πλοίο του Πέτρου, μπορεί η πρόσκλησή του να ήταν ο Πέτρος να ξαναρίξει τα δίχτυα, ωστόσο η ψαριά ήταν και για τα δύο πλοία. Δεν άφησε ο Χριστός τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο παραπονεμένους. Και το δικό τους πλοίο γέμισε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσουν και τα δύο να βουλιάξουν από το πλήθος των ιχθύων. Ο Πέτρος ήταν ο πιο δυναμικός. Είχε μεγαλύτερη επίγνωση εκείνη την στιγμή. Όμως ο Χριστός δίνει με άλλον τρόπο, την ευκαιρία και στον Ιωάννη και στον Ιάκωβο να γίνουν αλιείς ανθρώπων.

Εδώ είναι το κλειδί. Όντας άνθρωποι εγωκεντρικοί, παραπονιόμαστε για την ζωή, για τις ευκαιρίες, συγκρίνοντας συνεχώς τον εαυτό μας με τους άλλους. Ζηλεύουμε, κινητοποιούμαστε ή κάποτε παραιτούμαστε, όταν διαπιστώνουμε ότι δεν μας βγαίνει αυτό που ζητάμε. Όμως ο Χριστός έχει για όλους. Εμπιστοσύνη χρειάζεται. Όχι βιαστική κρίση, θλίψη, απόρριψη. Εκείνος γνωρίζει σε ποιο χρόνο, άμεσο ή μακροπρόθεσμο, θα μας δώσει ό,τι αληθινά χρειαζόμαστε και ό,τι αληθινά καλούμαστε να γίνουμε. Οι μαθητές πάλευαν για να αλιεύσουν ιχθείς. Ήταν η εργασία τους. Κάποτε, όπως το πρωινό εκείνο, ένιωθαν ότι μάταια είχαν κουραστεί. Δεν ήταν όμως πλέον οι άλογοι ιχθείς που τους χρειάζονταν για να έχει η ζωή τους νόημα, αλλά η συμμετοχή τους στην συντροφιά του Κυρίου Ιησού. Μπορεί να μην το γνώριζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Βλέποντας όμως ότι η γενναιοδωρία του Χριστού είναι για όλους, κατενόησαν ότι τελικά άλλη ήταν η κλήση τους, άλλο το νόημα της ζωής τους.

 

«Γιατί σ’ αυτόν/ήν και όχι σε μένα;» ένα ερώτημα που συχνά θέτουμε, έτοιμοι να παραπονεθούμε, να κατακρίνουμε, να μοιρολατρήσουμε. Η απάντηση είναι η έμπονη προσπάθεια για ό,τι κρίνουμε πως μας χρειάζεται, κυρίως όμως η εμπιστοσύνη στον Θεό και το θέλημά Του. Μετά από μία κουραστική νύχτα στις περιστάσεις της ζωής, αν είμαστε ακόμη διαθέσιμοι, Το Θεανδρικό Του Πρόσωπο μας επισκέπτεται και μας καλεί. Από το να Του επιτρέψουμε να μπει στην ζωή μας, για να μιλήσει μέσα από τα ασήμαντα, όπως είναι ένα πλοίο για την σωτηρία του κόσμου, μέχρι το να καλυφθούν με αφθονία οι υλικές μας ανάγκες, να υλοποιηθούν οι στόχοι που είναι σύμφωνοι με το Ευαγγέλιο, αλλά κυρίως να είμαστε μαζί Του, στην συντροφιά της Εκκλησίας, για να συναντηθούμε με τους άλλους, όπως μπορούμε και όπως μας φωτίζει, στην οδό της Βασιλείας.

facebook