Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

 

 

Κάποτε ἦλθε ἐδῶ ἕνας πολὺ γνωστὸς γιατρὸς γιὰ νὰ μιλήσουμε. Ἦταν καὶ ἡ γυναίκα του γιατρός, θρησκευόμενοι ἄνθρωποι καὶ οἱ δύο. Παραπονιόταν ὅτι τὰ παιδιὰ του ζοῦσαν κοσμικὴ ζωὴ καὶ ὄχι μόνο δὲν τηροῦσαν τὶς ἐκκλησιαστικὲς παραδόσεις τῆς οἰκογένειάς τους, ἀλλὰ καὶ τὶς εἰρωνεύονταν.

 

Χαρακτήριζαν τοὺς χριστιανοὺς καθυστερημένους, βολεμένους, ἀνειλικρινεῖς, ὑποκριτὲς καὶ θεομπαῖχτες, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τους -ἔλεγαν- δὲν συμβαδίζει μὲ τὰ λόγια τους καὶ τὰ ἔργα τους δὲν εἶναι χριστιανικά.

 

Ἀκόμη καὶ στὸ εὐχέλαιο, ποὺ οἱ γονεῖς κάνουν μία φορὰ τὸ χρόνο στὸ σπίτι τους καὶ τὰ παιδιά, ὅσο ἦταν μικρὰ συμμετεῖχαν, τώρα ἀντιδροῦν καὶ δὲν παρευρίσκονται.

 

Ὁ γιατρὸς ἔδειχνε πολὺ κουρασμένος καὶ ἀπελπισμένος γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀδράνεια τῶν παιδιῶν του. Καὶ νόμιζε ὅτι ὅλες οἱ προσπάθειες, οἱ δικές του καὶ τῆς γυναίκας του πῆγαν χαμένες, δὲν ἔπιασαν τόπο, δὲν ἄγγιξαν τὰ παιδιά.

 

Σὲ κάποια στιγμὴ ὁ γιατρός, βάζοντας τὸ κεφάλι μέσα στὶς δυό του παλάμες, σὰν νὰ ἤθελε νὰ καλύψει τὸ πρόσωπό του ἀπὸ ντροπή, μοῦ εἶπε: Φοβᾶμαι πὼς τὸ πολὺ χρῆμα μᾶς ἔχει κάνει ζημιά.

 

Τὸν ρώτησα νὰ μοῦ πεῖ, τί ἐννοοῦσε καὶ ἐκεῖνος μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια παραδέχτηκε ὅτι εἶχαν ξεφύγει ἀπὸ τὸ μέτρο κι εἶχαν ἀποκτήσει περιουσιακὰ στοιχεῖα ἀπολύτως μὴ ἀναγκαῖα. Ἔχουμε τρία μεγάλα σπίτια, μοῦ εἶπε. Ἕνα γιά μᾶς καὶ ἀπὸ ἕνα γιὰ τὸ κάθε παιδί. Ἐπίσης, δυὸ ἐξοχικά, τέσσερα ἀκριβὰ αὐτοκίνητα, ἕνα σκάφος, καταθέσεις, πολλὰ ὑλικά.

 

Καὶ συνέχισε: τὰ παιδιὰ κακόμαθαν καὶ τώρα μᾶς κατηγοροῦν ὅτι προκαλοῦμε.

 

Ἐπίσης, μᾶς λένε ὅτι ἔχουμε παντρέψει πολὺ ὄμορφα τὸν πλοῦτο καὶ τὸν Χριστιανισμό. Καὶ μὲ παρακάλεσε νὰ τοῦ πῶ τί πρέπει νὰ κάνει γιὰ νὰ βροῦν πάλι τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα στὴν οἰκογένειά τους.

 

Τοῦ εἶπα νὰ τὰ δώσουν ὅλα στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ κρατήσουν μόνο ἕνα σπίτι, ἕνα ἐξοχικὸ καὶ τοὺς μισθούς τους. Τρόμαξε, ἄλλαξε χρῶμα, φοβήθηκε, ἀπογοητεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ τοῦ ἔδωσα.

 

Ἔφυγε καὶ δὲν ξαναῆλθε. Εἶχε δεθεῖ μὲ τὰ ἐδῶ, ὄχι τὰ Ἄνω. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ παιδιὰ του ἀναζήτησαν ἄλλο τρόπο ζωῆς, διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ οἱ γονεῖς τους εἶχαν προτείνει.

 

Ὅταν ἀκούω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη φτώχεια, ἀνέχεια, πονάω πολὺ καὶ δὲν μπορῶ νὰ προσευχηθῶ.

 

Δὲν λέω, ὅταν ἔχεις δύο χιτῶνες νὰ δώσεις τὸν ἕνα. Αὐτὸ εἶναι ἀσυνήθιστο καὶ δύσκολο γιὰ τοὺς πολλούς. Ἀλλά, ἂν θέλεις νὰ λέγεσαι χριστιανὸς καὶ κατέχεις ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, γιατί ἱδρώνεις καὶ ἀγωνιᾶς γιὰ τὸ παραπάνω καὶ δὲν κάνεις ἐλεημοσύνες καὶ καλὰ ἔργα; Νὰ ξέρεις, ὅτι θεμελιώνει στὴν ἄμμο, ὅποιος ἔχει πολλὰ χρήματα καὶ τὰ διαχειρίζεται ἐγωιστικά, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία τῶν συνανθρώπων του.

 

Εἶδες ποτὲ σάβανο μὲ τσέπες; Ὅλα ἐδῶ μένουν. Μόνο οἱ ἀγαθοεργίες πηγαίνουν στὸν οὐρανό. Ξέρεις γιατί γίνονται οἱ πόλεμοι; Γιὰ τὸ χρῆμα.. Γιατί οἱ πλούσιοι δὲν μποροῦν νὰ βάλουν χαλινάρι στὴ λαιμαργία τους καὶ οἱ φτωχοὶ δὲν εὔχονται νὰ ἀποκτήσουν τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ ζηλεύουν τὰ πλούτη καὶ τὴ δόξα τῶν πλουσίων.

 

Οἱ τσέπες σας πρέπει νὰ εἶναι ἀνοιχτές, ὥστε νὰ φεύγουν τὰ χρήματα γιὰ φιλανθρωπίες. Εἶναι σκάνδαλο νὰ ὑπάρχουν τσέπες γεμάτες λεφτὰ καὶ νὰ εἶναι ραμμένες.