IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

Δογματικά Κηρύγματα

ΗΘΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

  1. Εἴχαμε διακόψει γιά λίγο τά δογματικά μας κηρύγματα, ἀδελφοί χριστιανοί, γιατί ἦταν ἀνάγκη νά μιλήσουμε γιά θλιβερά κακά συμβαίνοντα στόν τόπο μας στά ἀποκαλυπτικά αὐτά χρόνια πού ζοῦμε. Ἐπανερχόμεθα τώρα στήν σειρά τῶν δογματικῶν μαθημάτων μας, πού εἶναι ἀπαραίτητα, γιατί ἀναφέρονται στήν πίστη μας καί τήν γνώση μας γιά τόν Θεό. Καί αὐτά τά μαθήματα εἶναι τά πιό ἀναγκαῖα πού πρέπει νά μάθουμε, γιατί μέ βάση αὐτά θά ρυθμίζουμε σωστά τήν ζωή μας.

 

Μιλᾶμε γιά τίς ἰδιότητες ἤ τά προσόντα τοῦ Θεοῦ. Μή γνωρίζοντες πῶς νά τά χωρίσουμε αὐτά γιά νά τάμελετήσουμε καλύτερα, προτιμοῦμε τήν διαίρεση σέ φυσικά, σέ λογικά καί ἠθικά προσόντα. Φυσικά προσόντα εἶναι αὐτά γιά τά ὁποῖα μιλήσαμε ἤδη, ἡ πανταχοῦ παρουσία, ἡ αἰωνιότητα καί ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Στό προηγούμενο δογματικό κήρυγμά μας μιλήσαμε γιά τά λογικά προσόντα καί κάναμε λόγο γιά τήν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ. Παγγνωσία τοῦ Θεοῦ σημαίνει ὅτι ὁ Θεός γνωρίζει τά πάντα. Τά πάντα! Καί αὐτά πού ἔγιναν καί αὐτά πού συμβαίνουν τώρα καί αὐτά πού πρόκειται νά συμβοῦν μέχρι τό τέλος τοῦ κόσμου. Μαζί μέ τήν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ συνδέεται καί ἡ πανσοφία Του. Πανσοφία τοῦ Θεοῦ σημαίνει ὅτι Αὐτός γνωρίζει τά ἄριστα μέσα γιά τούς ἄριστους σκοπούς. Μέ τήν πανσοφία Του ὁ Θεός ἔκανε τόν κόσμο καί κυβερνᾶ τόν κόσμο. Θαυμάζοντες τά ὡραῖα τῆς φύσεως λέγουμε μαζί μέ τόν Ψαλμωδό: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24). Λόγω της πανσοφίας τοῦ Θεοῦ τά πάντα στόν κόσμο ἀποτελοῦν ἕνα ἁρμονικό σύνολο, ἀποτελοῦν μία κλίμακα μέ πολυποίκιλα μέσα καί σκοπούς καί μέ ὅλα αὐτά πετυχαίνεται ὁ γενικός σκοπός τοῦ κόσμου. Ἔτσι ἡ πανσοφία τοῦ Θεοῦ ἔκανε ὥστε κάθε ὕπαρξη, κάθε ὄν στόν κόσμο, νά ἔχει μέσα του τόν δικό του, τόν ἰδιαίτερο σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του, ἀλλά καί αὐτό πάλι νά εἶναι συνάμα καί μέσον γιά κάποιο ἄλλο ἀνώτερο σκοπό καί ἐκεῖνο πάλι γιά ἄλλο ἀνώτερο σκοπό. Ἔτσι ὅλα ἔχουν ταχθεῖ τό καθένα κατά τήν πανσοφία τοῦ Θεοῦ νά ἐξυπηρετοῦν κάποιο γενικό σκοπό, τόν ὁποῖο ἐμεῖς οἱ ἀτελεῖς καί πεπερασμένοι ἄνθρωποι δέν μποροῦμε νά νοήσουμε.

  1. Ἀλλά στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θέλω νά σᾶς μιλήσω μέ λίγα λόγια καί γιά τά ἠθικά προσόντα τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ἁγιότητά Του, τήν δικαιοσύνη Του καί τήν ἀγάπη Του.

(α) Καί κατά πρῶτον, γιά τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μας, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἅγιος. Εἶναι πανάγιος καί ὑπεράγιος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός εἶναι τό ἀπόλυτο καλό. Ὁ Θεός εἶναι «ὁ φύσει ἅγιος». Ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὅταν ἐκαλεῖτο στό προφητικό του ἀξίωμα, ἄκουσε τούς ἀγγέλους νά ὑμνοῦν τόν Θεό καί νά λέγουν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ» (Ἠσ. 6,3). Αὐτή ἡ τριπλῆ ἐπανάληψη τοῦ «ἅγιος» σημαίνει τόν ἀπόλυτα ἅγιο. Θεός καί καλό ταυτίζονται ἀπόλυτα, ἐνῶ Θεός καί κακό εἶναι ἄκρως ἀντίθετα. Ἑπομένως, ἀφοῦ Θεός καί κακό εἶναι τελείως ἀντίθετα, τό κακό πού παρατηροῦμε στόν κόσμο δέν προέρχεται ἀπό τόν Θεό. Δέν εἶναι ὁ Θεός ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ. «Οὐδέν φαῦλον ὑπό τοῦ Θεοῦ πεποίηται», λέγει ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς. Ἑπομένως, ὅποιος ἐνοχλεῖται καί πειράζεται, ἄς μήν λέγει ὅτι «πειράζομαι ἀπό τόν Θεόν· ὁ γάρ Θεός ἀπείραστος ἐστι κακῶν, πειράζει δέ αὐτός οὐδένα» (Ἰακ. 1,13). Ὑπάρχουν ὅμως στήν Ἁγία Γραφή κάποια χωρία, στά ὁποῖα σάν νά φαίνεται ὅτι ὁ Θεός ἔχει κάποια σχέση μέ τό κακό πού παρατηρεῖται στόν κόσμο. Λέγει γιά παράδειγμα ὁ προφήτης Ἀμώς: «Μήπως συμβαίνει κακό στήν πόλη χωρίς ὁ Θεός νά ἔχει προξενήσει αὐτό;» (3,6. Βλ. καί Ἐξ. 4,21. Β´ Θεσ. 2,11). Ἀλλά αὐτά τά χωρία πρέπει νά τά νοήσουμε ὅτι σημαίνουν ὅτι ὁ Θεός ἀνέχεται τό κακό, μακροθυμεῖ σ᾽ αὐτό, τό παραχωρεῖ, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος, σάν ἐλεύθερος πού εἶναι, τό προτιμᾶ. Ἤ μπορεῖ πάλι νά ποῦμε ὅτι αὐτά τά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού σχετίζουν τόν Θεό μέ τό κακό, ἐκφράζουν τήν «περί προόδου τῆς ἁμαρτίας ἀντίληψη», ἕνα μεγάλο καί σπουδαῖο θεολογικό θέμα αὐτό, γιά τό ὁποῖο, ἀγαπητοί μου, θέλω νά σᾶς μιλήσω κάποτε μέ ἁπλά λόγια γιά νά τό καταλάβετε. –  Καί ἀφοῦ λοιπόν ὁ Θεός εἶναι ἅγιος μᾶς καλεῖ ὅλους σέ ἁγιότητα καί μᾶς λέγει: «Ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιός εἰμι ἐγώ Κύριος» (Λευιτ. 11,45).

(β) Ἐρχόμαστε τώρα στήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός, ἀδελφοί, εἶναι δίκαιος. Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἅγιος, ὅπως εἴπαμε, καί θέλει καί ἐμεῖς νά γίνουμε ἅγιοι, ἔδωσε τόν ἅγιο νόμο Του, ὥστε, τηροῦντες καί ἐφαρμόζοντες αὐτόν, νά γίνουμε ἅγιοι. Ἀλλά δέν τηρεῖται πάντοτε ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός ἐνεργεῖ ὡς φρουρός τοῦ νόμου Του, σάν δικαστική ἀρχή, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, καί ἀμείβει μέν τήν ὑπακοή στόν θεῖο νόμο, τιμωρεῖ δέ τήν παρακοή σ᾽ αὐτόν. Αὐτό εἶναι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, μέ λίγα λόγια: Ὁ Θεός μέ τό νά θέσει τήν ἠθική τάξη στόν κόσμο καί νά δώσει στούς ἀνθρώπους τόν τέλειο νόμο Του, πού φτιάχνει τέλεια κοινωνία, εἶναι ἅγιος. Καθόσον ὅμως συγκρατεῖ τήν ἠθική αὐτή τάξη καί ὁδηγεῖ τά πάντα στόν ὕψιστο σκοπό καί τέλος, εἶναι δίκαιος.

Ἀλλά στά πράγματα τῆς ζωῆς φαίνεται πολλές φορές μιά ἀντιφωνία. Βλέπουμε, δηλαδή, τούς καλούς νά ὑποφέρουν καί τούς κακούς νά εὐτυχοῦν. Αὐτό πάλι, χριστιανοί μου, εἶναι ἕνα ἄλλο μεγάλο καί σπουδαῖο θέμα, πού λέγεται «πρόβλημα τῆς θεοδικίας». Μέ αὐτό τό θέμα ἀσχολεῖται στήν Παλαιά Διαθήκη ὁλόκληρο τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Αὐτό πού σύντομα μπορῶ νά σᾶς πῶ ἐδῶ γιά τό θέμα αὐτό εἶναι, πρῶτον μέν, ὅτι τά παθήματα τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι πάντοτε τιμωρίες γιά τά ἁμαρτήματά του, ἀλλά εἶναι καί μέσα δοκιμασίας καί καθαρμοῦ του καί ἐξαγιασμοῦ του. Καί τό ἄλλο πού θέλω νά σᾶς πῶ εἶναι ὅτι δέν τελειώνει ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ζωή αὐτή στόν παρόντα αὐτόν κόσμο. Ὑπάρχει καί ἄλλη ζωή καί αὐτή ἡ ζωή εἶναι αἰώνια. Σ᾽ αὐτήν λοιπόν τήν ἄλλη ζωή θά τακτοποιήσει ὁ Θεός τά ἀτακτοποίητα πού παρατηροῦνται στόν παρόντα κόσμο. Ἐμεῖς πάντως δέν πρέπει νά κλονιζόμαστε καθόλου καί καθόλου δέν πρέπει νά ἀμφιβάλλουμε γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. «Ὁ δέ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται»! Ὁ εὐσεβής, δηλαδή, πρέπει νά εἶναι στερεωμένος στήν πίστη ὅτι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος. Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάντηση πού ἔδωσε στά χρόνια του ὁ προφήτης Ἀββακούμ στούς κλονιζομένους γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ: «Ὁ δέ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (2,4)!

(γ) Γιά τήν ἀγάπη, τέλος, τοῦ Θεοῦ ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι, «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι» (Α´ Ἰωάν. 4,8)! Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ ᾽μᾶς φαίνεται πρῶτον στό ὅτι μᾶς δημιούργησε γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς μακαριότητάς Του, τῆς δόξας Του. Καί ὅταν ἁμαρτήσαμε καί χάσαμε τήν δόξα μας, ὁ Θεός ἔστειλε τόν Μονογενῆ Του Υἱό καί σαρκώθηκε καί σταυρώθηκε γιά ᾽μᾶς, γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τήν ἐπαναφορά μας στήν πρώτη μας ὀμορφιά, στό «ἀρχαῖο κάλλος»! Μᾶς ἔβαλε στήν οἰκογένειά Του, πού λέγει «Ἐκκλησία», μᾶς ἔκανε παιδιά Του. «Ἴδετε – λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης – ποταπήν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ πατήρ ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν»! Ἀλλά μᾶς περιμένει μεγαλύτερη ἀκόμη δόξα. «Οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δέ ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι» (Α´ Ἰωάν. 1,1-2)!

Ἀλλά καί ἐνῶ ἀκόμη ἐπιμένουμε νά ἁμαρτάνουμε ὁ Θεός μᾶς ἀνέχεται. Ἡ σέ ᾽μᾶς τούς ἁμαρτωλούς αὐτή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καλεῖται «εὐσπλαγχνία», «μακροθυμία», «χάρις», «ἔλεος», κ.ἄ.

Ἀγαπητοί μου! Στήν πρός ἐμᾶς ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία καλεῖται καί «ἀγαθότητα», πρέπει νά ἀνταποκριθοῦμε μέ τήν δική μας ἀγάπη σ᾽ Αὐτόν. Ἀγάπη στόν Θεό καί στόν πλησίον μας, πού πρέπει νά τόν βλέπουμε ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. «Ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν, ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α´ Ἰωάν. 4,8)!

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας