Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος

Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς προσευχῆς

Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τῆς προσευχῆς. Ἡ ἀγάπη ἀρχίζει ἀπὸ τὴ θέα της (κατὰ τὴν προσευχὴ) καὶ ὁδηγεῖ τὸ νοῦ ἀχόρταγα στὸν πόθο της, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει ὑπομονὴ στὴν προσευχὴ χωρὶς ἀμέλεια («ἀκηδία»). Ὁπότε μόνο προσεύχεται μέσα σὲ σιωπηλὰ ἐνθυμήματα τῆς διάνοιας μὲ θεϊκὴ πύρωση καὶ θέρμη. (272).

  1. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται μέσα μας ἀπὸ τὴ συνομιλία μαζί του. (156).

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος

7.Παράδεισος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μέσα σ’ αὐτὴν ὑπάρχει ἡ τρυφὴ ὅλων τῶν μακαρισμῶν. Σ’ αὐτὸν τὸν παράδεισο ὁ μακάριος Παῦλος τράφηκε μὲ ὑπερφυσικὴ τροφή. Καὶ ἀφοῦ γεύθηκε ἐκεῖ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, ἔκραξε λέγοντας: «αὐτὰ ποὺ μάτι δὲν τὰ εἶδε, οὔτε αὐτὶ τὰ ἄκουσε, κι οὔτε ποὺ τὰ βάλε ὁ λογισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ κείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν» (1 Κορ. 2, 9). Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς ἐμποδίστηκαν ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ διαβόλου.

 

Τὸ ξύλο τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσε ὁ Ἀδὰμ καὶ δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ χαρεῖ, παρὰ δούλευε καὶ ἔχυνε τὸν ἱδρώτα του στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν. Ὅσοι στερήθηκαν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δηλ. τὸν παράδεισο, τρῶνε μὲ τὴν ἐργασία τους, μέσα στ’ ἀγκάθια, τὸ ψωμὶ τοῦ ἱδρώτα, καὶ ἂν ἀκόμη βαδίζουν στὸν ἴσιο δρόμο τῶν ἀρετῶν. Εἶναι τὸ ψωμὶ ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸν πρωτόπλαστο νὰ φάει μετὰ τὴν ἔκπτωσή του. Μέχρι νὰ βροῦμε λοιπὸν τὴν ἀγάπη, ἡ ἐργασία μας εἶναι στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν καὶ μέσα σ’ αὐτὰ σπέρνουμε καὶ θερίζουμε, κι ἂς εἶναι ὁ σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μᾶς κεντᾶνε τὰ ἀγκάθια καί, ὅσο καὶ νὰ δικαιωθοῦμε, ζοῦμε μέσα σ’ αὐτὰ μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου μας.

 

Ὅταν ὅμως μέσα στὸν ἔμπονο καὶ δίκαιο ἀγώνα μας, βροῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τρεφόμαστε μὲ οὐράνιο ἄρτο καὶ δυναμώνουμε, χωρὶς νὰ ἐργαζόμαστε μὲ ἀγωνία καὶ χωρὶς νὰ κουραζόμαστε, ὅπως οἱ χωρὶς ἀγάπη ἄνθρωποι. Ὁ οὐράνιος ἄρτος εἶναι ὁ Χριστός, ποὺ ἦρθε κάτω σὲ μᾶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ δίνει στὸν κόσμο τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶναι ἡ τροφὴ τῶν ἀγγέλων.

 

Ὅποιος βρῆκε τῶν ἀγάπη, κάθε μέρα καὶ ὥρα τρώγει τὸ Χριστὸ κι ἀπὸ αὐτὸ γίνεται ἀθάνατος (Ἰω. 6, 58). Διότι «ὁ τρώγων – λέει – ἀπὸ τὸν ἄρτο ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, ποτὲ (“εἰς τὸν αἰώνα”) δὲ θὰ πεθάνει».

 

Μακάριος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τρώγει ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Ὅτι βέβαια, αὐτὸς ποὺ τρώγει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τρώγει τὸ Χριστό, τὸ Θεὸ τῶν πάντων, τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ὅταν λέει ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη» (1 Ἰω. 4, 8).

 

Λοιπὸν ὅποιος ζεῖ στὴν ἀγάπη, λαμβάνει ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς καρπὸ τὴ ζωή, καὶ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ὀσφραίνεται ἀπὸ τώρα ἐκεῖνο τὸν ἀέρα τῆς ἀνάστασης, στὸν ὁποῖο ἐντρυφοῦν οἱ κοιμηθέντες δίκαιοι.

 

Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ δεῖπνο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

 

  1. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ βασιλεία, ποὺ μυστικὰ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους ὅτι θὰ φᾶνε στὴ βασιλεία του. Διότι τὸ «νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε στὸ δικό μου τραπέζι στὴ βασιλεία μου» (Λκ. 22, 30) τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ ἀγάπη; Γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ θρέψει τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς αὐτὸς νὰ τρώγει καὶ νὰ πίνει. Ἡ ἀγάπη, ἀκόμη, εἶναι τὸ κρασὶ ποὺ εὐφραίνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἤπιε ἀπὸ τοῦτο τὸ κρασί. Ἀπὸ αὐτὸ ἤπιαν οἱ ἀκόλαστοι, καὶ ἐνίωσαν ντροπή, οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ λησμόνησαν τοὺς δρόμους τῆς ἁμαρτίας, καὶ οἱ μέθυσοι καὶ ἔγιναν νηστευτές, καὶ οἱ πλούσιοι καὶ πεθύμησαν τὴ φτώχεια, καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ πλούτισαν μὲ τὴν ἐλπίδα, καὶ οἱ ἄρρωστοι, καὶ ἔγιναν ὑγιεῖς, καὶ οἱ ἀγράμματοι καὶ ἔγιναν σοφοί. (282 – 3).