1.

Ἐκκλησία: Κοινωνία Ἀγάπης

«Μεμέρισται ὁ Χριστός

 

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου εἶχε ἀναστατωθεῖ ἀπὸ τὶς διάφορες μερίδες στὶς ὁποῖες εἶχαν χωριστεῖ οἱ Χριστιανοί. Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι εἶναι τοῦ Παύλου, ἄλλοι τοῦ Ἀπολλώ, ἄλλοι τοῦ Πέτρου καὶ ἄλλοι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερι­νὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, ἀπηύθυνε ἔντονη σύσταση στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου νὰ σταματήσουν τὶς φιλονικίες καὶ ἀντιπαραθέσεις μεταξύ τους. «Μεμέρισται ὁ Χριστός;», γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Ἀπόστολος. Κομματιάστηκε ὁ Χριστός; Εἶναι σὰν νὰ τοὺς λέει: Δὲν μπορεῖ νὰ κομματιάζεται τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχουν ἀντιμαχόμενες παρατάξεις μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ ἂς δοῦμε σήμερα γιατί ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι διαιρεμένη καὶ ποιὸ εἶναι τὸ καθῆκον μας ὡς συνειδητῶν μελῶν της.

  1. Εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ

Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε «εἰς Μίαν… Ἐκκλησίαν». Ἀποτελεῖ βασικὴ ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας ὅτι εἶναι Μία, δηλαδὴ μοναδικὴ ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ μέλη της ἑνωμένα. Γιατί; Διότι ἕνας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ἱδρυτὴς καὶ ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα Του.

Γι᾿ αὐτὸ σταυρώθηκε ὁ Κύριος, γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ἵνα τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν»· γιὰ νὰ συγκεντρώσει σὲ ἕνα σῶ­μα τοὺς ὅπου γῆς καλοπροαίρετους ἀν­­θρώπους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν πίστη θὰ γίνονταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ (Ἰω. ια´ [11] 49-52). Αὐτὸ ἦταν τὸ ἐπίμονο αἴτημα τοῦ Κυρίου στὴν Ἀρχιερατική Του Προσ­­ευχή, πρὶν προσφέρει τὴ σταυρική Του θυσία: «ἵνα ὦσιν ἕν»· οἱ πιστοί, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νὰ εἶναι ἕνα μὲ τὴν ἀγάπη (βλ. Ἰω. ιζ´ [17] 11).

Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ἑνώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ σὲ μιὰ ἄρρηκτη καὶ αἰώνια κοινωνία ἀγάπης. Καὶ ἐπειδὴ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἐπιτύχει τὴν ἀποστολή της, παρόλο ποὺ κατὰ καιροὺς ταλαιπωρεῖται ἀπὸ ἐσωτερικὲς ταραχές, συγκρούσεις καὶ σχίσματα· κάτι ποὺ ὀφείλεται στὴν πνευματικὴ ἀτέλεια τῶν μελῶν της καὶ στὴν πολεμικὴ τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος μισεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ θέλει νὰ τὴ διαλύσει.

  1. Στενὸς σύνδεσμος μὲ τὸν Κύριο

Γι᾿ αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μποροῦμε νὰ ἀδια­φοροῦμε γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ ἑνότητά της. Ἀντίθετα, ὀφείλουμε νὰ προσέχουμε πολύ, ὥστε νὰ μὴν προκαλοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ συμμετέχουμε σὲ φιλονικίες καὶ ἀντιπαραθέσεις.Βέβαια μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ καθένας μας ἀνήκει σὲ συγκεκριμένη ἐνορία καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ ἀναπτύσσει ἰδιαίτερο σύνδεσμο μὲ τοὺς συνενορίτες του. Ἐπίσης ἔχουμε τὴν εὐχέρεια νὰ ἐπιλέξουμε τὸν Πνευματικὸ ποὺ μᾶς ἀναπαύει. Τὸ ζητούμενο ἦταν καὶ εἶναι πάν­τοτε νὰ μὴν προσκολλώμαστε στὸ πρόσωπο αὐτὸ ὅπως καὶ στὸ στενὸ ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ἀνήκουμε. Διότι αὐτὴ ἡ προσκόλληση ἔχει ὡς ἀ­ποτέλεσμα τὴν καλλιέργεια πνεύματος ὑπεροχῆς καὶ ἀντιπαραθέσεως – «ἐμεῖς εἴμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ ἀληθινὰ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὄχι».

Ἀληθινὰ πνευματικοὶ ἄνθρωποι γινό­μαστε, ὅταν ἔχουμε ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὴν Κεφαλὴ τῆς Ἐκ­κλησίας. Ὁ πνευματικὸς ὁδηγὸς καὶ τὸ πνευματικὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο βρισκόμαστε, εἶναι ἁπλῶς τὰ μέσα γιὰ νὰ βροῦμε τὸν Χριστό. Αὐτὸς εἶναι ὁ Σωτήρας μας, Αὐτὸς σταυρώθηκε γιὰ μᾶς καὶ μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου· βαπτισθήκαμε μὲ πίστη στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο Ἐκείνου, σ᾿ Αὐτὸν ἀνήκουμε, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτὸς ἑνώνει τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους μὲ τὸν σύνδεσμο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Τὴν ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν Κύριο ἐπιτυγχάνουμε ὑπακούοντας σ᾿ Ἐκεῖνον, ζώντας τὴ ζωὴ τῆς μετανοίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Ὅποιος ζεῖ τὸν Χριστό, εἶναι ἄνθρωπος εἰρήνης καὶ πραότητος. Δὲν ἐρίζει, δὲν φιλονικεῖ μὲ κανέναν, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὴν Χάρι νὰ εἰρηνοποιεῖ τοὺς ἀντιμαχομένους.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ μόνος χῶρος στὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ζήσουμε τὴν ἑνότητα, τὴν εἰρήνη, τὴν ἀγάπη· διότι ὁ Κύριος ἀπέστειλε στὴν Ἐκκλησία τὸ Πνεῦμα Του τὸ Ἅγιον, τὸ Ὁποῖο ἀπεργάζεται αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ ἑνότητα στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ποὺ δὲν ἀντιστέκονται στὴν ἀγάπη Του. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀληθινὴ οἰκογένειά μας, ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Πατέρα μας. Ἂς χαιρόμαστε τὴ θαλπωρή της.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς- Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων

 

Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Δεν κάνει τίποτα άσκοπο, τίποτα υπερβολι­κό, τίποτα που να μη χρειάζεται. Γιατί μερικοί άνθρωποι περιφέρονται τόσο άσκοπα και κάνουν τόσο αδιάφορα πράγματα; Επειδή δεν είναι βέβαιοι για το σκοπό της ζωής τους, για τον προορισμό τού επίγειου ταξιδιού τους. Γιατί μερικοί άνθρωποι υπερ­φορτώνονται με άσκοπες υποχρεώσεις, προβαίνουν σε υπερβολικές ενέργειες, σε σημείο που να μην μπορούν να κινούνται ελεύθερα κάτω από τέτοιο βάρος υποχρεώσεων; Επειδή δε γνωρίζουν το ένα πράγμα, «ού εστι χρεία».

Για να βοηθήσει ο Κύριος τον άνθρωπο να μαζέψει το διασκορπισμένο νου του, να θεραπεύσει τη διχα­σμένη καρδιά του και να συγκροτήσει την ανεξέλεγκτη δύναμή του, αποκάλυψε τον ένα και μοναδικό στόχο που είναι απαραίτητος: τη Βασιλεία του Θεού. Πόσο άσκοπη είναι αλήθεια η ζωή τού ανθρώπου που αγω­νίζεται να επιτύχει διάφορους στόχους! Πόσο αναί­σθητη είναι η διχασμένη καρδιά! Πόσο αδύναμη είναι η θέληση, όταν η δύναμή της κατακερματίζεται!

 

Ενός εστι χρεία. Μόνο ένα πράγμα μας χρειάζεται: η Βασιλεία τού Θεού. Ο θαυματουργός Χριστός προ­σπάθησε να στρέψει τα μάτια και την προσοχή όλων των ανθρώπων προς αυτόν τον προορισμό. Όποιος σκέφτεται έτσι, έχει ένα μόνο στόχο: το Θεό. Ένα αίσθημα: την αγάπη. Μια νοσταλγία: να πλησιάσει το Θεό. Μακάριος είναι εκείνος που έφτασε σ’ αυτό το μέτρο. Ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει σαν το φακό που συγκεντρώνει τις ακτίνες τού ήλιου για να δημι­ουργήσει φωτιά.

Τα λόγια που είπε ο Χριστός στη Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δέ εστι χρεία» (Λουκ. ι’ 41, 42), ήταν στην πραγματικό­τητα ένας έλεγχος, μια προειδοποίηση στον κόσμο ολόκληρο. Κι αυτό το ένα που έχουμε πραγματική ανάγκη, είναι η Βασιλεία τού Θεού (βλ. Ματθ. στ’ 33). Για όλα όσα είπε και έκανε ο Κύριος, είχε στο νου του το στόχο αυτό. Εκεί είχε συγκεντρωθεί όλη η φλόγα που φωτίζει τους ταξιδιώτες εκείνους που περιφέρονται γύρω από τις χαράδρες και τους ανε­μοστρόβιλους της πρόσκαιρης αυτής ζωής.

Όλα όσα κάνει ο Ύψιστος, είναι απαραίτητα. Τα πάντα γίνονται μ’ αυτόν τον ύψιστο, το μοναδικό στό­χο. Όλα είναι απαραίτητα, τόσο τα λόγια που λέει όσο και τα έργα που κάνει. Δεν υπάρχει ούτε ένας αργός λόγος, ούτε ένα αχρείαστο έργο. Και πόσο καρποφόρα ήταν τα λόγια και τα έργα Του! Πόσα εκατομμύρια φορές έχει καρποφορήσει κάθε λόγος και κάθε Του πράξη, ως τις μέρες μας! Πόσο γλυκός, ευωδιαστός και ζωογόνος είναι ο καρπός αυτός!

Γιατί ο Κύριος δε μετέτρεψε τις πέτρες σε ψωμιά όταν του το ζήτησε ο σατανάς; Σε δυο μεταγενέστερες περιπτώσεις, όταν γύρω του υπήρχε ένα πεινασμένο πλήθος, πολλαπλασίασε το λίγο ψωμί σε μια τεράστια ποσότητα, ώστε μετά τη διατροφή τού πλήθους, πε­ρίσσεψε περισσότερο ψωμί απ’ όσο ήταν αρχικά. Το πρώτο θαύμα όμως (η μετατροπή των λίθων σε ψωμί), ήταν κάτι αδόκιμο, ανάρμοστο, άτοπο. Το δεύτερο θαύμα (ο πολλαπλασιασμός των άρτων) ήταν κατάλ­ληλο, απαραίτητο και ταιριαστό.

Γιατί ο Κύριος δεν έδωσε «σημείον εκ του ουρα­νού» στους Φαρισαίους, όταν του το ζήτησαν; Δεν έδωσε τέτοια σημεία από τον ουρανό σε αμέτρητες περιπτώσεις, όπως σε θαύματα-θεραπείες άρρωστων, λεπρών, δαιμονισμένων, δεν ανέστησε νεκρούς; Κάθε σημείο από τον ουρανό στους φθονερούς Φαρισαίους όμως θα ήταν ανάρμοστο, ακατάλληλο και υπερβο­λικό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν κατάλληλο, απαραίτητο και ταιριαστό.

Γιατί ό Κύριος δε μετακίνησε όρη από ένα σημείο σε άλλο ή δεν τα έριξε στη θάλασσα; Θα μπορούσε να το κάνει κι αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία. Γιατί λοιπόν δεν το έκανε; Εκείνος που μπορούσε να διατάξει την τρικυμισμένη θάλασσα και να γαληνέψει, τους ανέμους και να ηρεμήσουν, σίγουρα θα μπορούσε να μετακι­νήσει όρη και να τα ρίξει στη θάλασσα. Ποιό σκοπό όμως θα είχε υπηρετήσει έτσι; Κανέναν. Γι’ αυτό κι ο Κύριος δεν έκανε τέτοιο θαύμα. Υπήρχε όμως μεγάλη ανάγκη να γαληνέψει η θάλασσα και να ηρεμήσει ο άνεμος, γιατί υπήρχαν άνθρωποι που έκραζαν για βοήθεια, επειδή κινδύνευαν να πνιγούν.

Μόνο οι δαίμονες κι οι αμαρτωλοί ζητούν από το Χριστό θαύματα που είναι υπερβολικά κι αχρείαστα, όχι απαραίτητα. Προσέξτε τι ανόητα πράγματα ζήτησε ο σατανάς από τον Κύριο: να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά στην έρημο, να πηδήσει κάτω από το πτερύγιο του ναού! Κοιτάξτε τώρα και τους σκληροτράχηλους αμαρτωλούς, τους Φαρισαίους. Είχαν δει πολλά θαύ­ματα του Χριστού, που τά ‘κανε όλα για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Και του ζητούσαν έπειτα να κάνει κάποια άσκοπα κι ανώφελα θαύματα, όπως το να ρίξει κάποιο βουνό στη θάλασσα! Ο Κύριος αρνιόταν να κάνει τέτοια θαύματα, να ικανοποιήσει τέτοιες απαι­τήσεις του διαβόλου και των υποκριτών. Ποτέ όμως δεν αρνήθηκε να κάνει θαύματα που ήταν απαραίτητα, επειδή υπηρετούσαν τη σωτηρία των ανθρώπων.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα τέτοιο απαραίτητο και χρήσιμο θαύμα: τον πολλαπλα­σιασμό των άρτων στην έρημο. Αυτή δεν ήταν κάποια ακατοίκητη έρημος, μια έρημος όπου μόνο ο διάβολος κατοικούσε. Ήταν μια έρημος όπου βρέθη­καν πάνω από δέκα χιλιάδες πεινασμένοι άνθρωποι. Το συμπέρασμα για τον αριθμό τους προκύπτει απ’ όσα γράφει ο ευαγγελιστής, πως το πλήθος ήταν πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να συνυπολογίσει τις γυναίκες και τα παιδιά.

«Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώ­στους αυτών» (Ματθ. ιδ’ 14). Αυτό έγινε την εποχή που ο βασιλιάς Ηρώδης είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Κι όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο κι αναχώρησε «εις έρημον τόπον κατ’ ιδίαν» (Ματθ. ιδ’ 13). Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Μερικοί αναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, άλλοι λιγό­τερες. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, ο Κύριος μπήκε στο πλοίο κοντά στην Τιβεριάδα και πέρασε στο απέναντι μέρος της θάλασσας τής Γαλιλαίας, που ονομάζεται και θάλασσα της Τιβεριάδας. Ο Λουκάς λέει πως «υπεχώρησε κατ’ ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδά» (θ’ 10).

Το συνήθιζε ο Κύριος ν’ αποσύρεται συχνά στην έρημο, σε ερημικές τοποθεσίες και σε βουνά. Το έκανε αυτό για τρεις λόγουςΠρώτο, για να κάνει σύντομα διαλείμματα από τις εντατικές και πολυσχιδείς δρα­στηριότητές Του, ώστε να χωνέψουν κι οι άνθρωποι τις διδαχές Του και τα θαύματα που είχε κάνειΔεύτερογια να δώσει το παράδειγμα στους αποστόλους και σε μας πως είναι απαραίτητο ν’ αποσυρόμαστε, να εισερχόμαστε στο ταμιείο μας(Ματθ. στ’ 6), για να παραμένουμε στην προσευχή μόνοι μας με το ΘεόΗ ησυχία κι η σιωπή καθαρίζουν τον άνθρωπο, τού δι­δάσκουν την υποταγή στο Θεό και τού χαρίζουν πνευ­ματική διαύγεια και δύναμηΤρίτο, για να μας δείξει πως ο καλός και χρήσιμος άνθρωπος δεν μπορεί να κρυφτεί – «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε’ 14). Έτσι έδειξε κι επισήμανε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος για τους ερημίτες και τους μοναχούς.

Η εκκλησιαστική ιστορία το έχει αποδείξει αυτό χιλιάδες φορές. Δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ερη­μίτης, άνθρωπος της προσευχής και θαυματουργός, που να κατόρθωσε να κρυφτεί από τους ανθρώπους. Πολλοί ρωτάνε αναιτιολόγητα: Τί κάνει ο μοναχός στην έρημο; Δε θά ‘ταν καλύτερα ο μοναχός να μένει στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τους υπηρετεί; Πώς όμως μπορεί να φωτίσει ένα κερί που δεν είναι αναμμένο; Ο μοναχός κουβαλάει την ψυχή του στην έρημο σαν κερί άκαφτο. Τη φέρνει στην έρημο για να την ανάψει με προσευχή, με νηστεία, με περισυλλογή και άσκησηΑν κατορθώσει να την ανάψει, το φως Του θα λάμψει σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος θα τον ακολουθήσει και θα τον βρει, ακόμα κι αν αυτός κρυφτεί στην έρημο, σε απομακρυσμένα βουνά ή σε απρόσιτες σπηλιές. Όχι, ο μοναχός δεν είναι άχρηστος. Είναι ικανός να γίνει πολύ πιο χρήσιμος στους άλλους από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά σ’ αυτήν την περίπτωση από τον Κύριο Ιησού. Μάταια κρυβόταν από τους ανθρώπους στην έρημο, γιατί τα πλήθη τον έβρισκαν και τον ακολουθούσαν.

Ο Κύριος τους κοίταξε και «εσπλαχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρό­βατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Κάτω στις πόλεις οι συναγωγές ήταν γεμάτες από αυτόκλητους ποιμένες, που στην πραγματικότητα ήταν λύκοι με εμφάνιση προβάτων. Οι άνθρωποι το ήξεραν αυτό, το ένιωθαν, όπως ήξεραν κι ένιωθαν την αμέτρητη ευσπλαχνία και αγάπη τού Χριστού γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι ήξεραν και ένιωθαν πως ο Χριστός ήταν ο μόνος Καλός Ποιμένας, πως η μέριμνά Του γι’ αυτούς ήταν γνήσια, στοργική. Γι’ αυτό και τον ακολουθούσαν στην έρημο. Κι ο Κύριος εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οι άνθρωποι ένιωθαν πως τον χρειάζονταν το Χριστό, δεν του ζητούσαν να θαυματουργήσει από μάταιη περιέργεια, αλλ’ από μεγάλη ανάγκη. Κι ο Μάρκος μας λέει πως εκεί άρχισε να τους διδάσκει.

«Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα» (Ματθ. ιδ’ 15). Ο Ματθαίος δε μας λέει τι τον κρατούσε τόσο πολύ με τους ανθρώπους. Γράφει μόνο πως θεράπευσε τους αρρώστους. Ο Μάρκος το συμπληρώνει αυτό και λέει πως τους δίδασκε πολλά πράγματα. Προσέξτε πόσο όμορφα συμπληρώνουν ο ένας ευαγγελιστής τον άλλο! Ο Κύριος συνέχισε να διδάσκει τους όχλους για πολλές ώρες, ωσότου άρχισε να νυχτώνει. Όλες αυτές τις ώρες ο Κύριος δίδαξε τόσο πολλά στο λαό, που θα μπορούσε να γεμίσει ολόκληρο ευαγγέλιο. Αυτό το είπε ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όταν έγραψε πως «ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βι­βλία» (Ιωάν. κα’ 25).

Παρατηρούμε όμως και την αγάπη των μαθητών: Έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν. Το πλήθος πεινάει κι είναι αργά πια για να φύγουν και να πάνε στον τόπο του ο καθένας. Τα σπίτια τους είναι μακριά. Δες, εδώ έχουμε και πολλές γυναίκες, έχουμε και παιδιά. Πρέπει να βρουν τροφή όσο πιο σύντομα γίνεται. Ας τους λοιπόν να πάνε στα γύρω χωριά για να βρουν κάτι να φάνε.

Ο Χριστός σίγουρα είναι πιο εύσπλαχνος και πιο στοργικός από τους μαθητές Του. Μήπως δεν ένιωθε κι ο ίδιος, όπως οι μαθητές Του, πως οι άνθρωποι πει­νούσαν κι η νύχτα ήταν κοντά; Και βέβαια ο Χριστός ήταν περισσότερο ελεήμων και στοργικός από τους μαθητές Του. Τις ανάγκες των ανθρώπων τις ένιωθε πριν από εκείνους. Στην αρχή, όπως λέει ο ευαγγελι­στής Ιωάννης, «επάρας ουν ο Ιησούς τους οφθαλμούς και θεασάμενος ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει προς τον Φίλιππον πόθεν αγοράσωμεν άρτους ίνα φάγωσιν ούτοι;» (Ιωάν. στ’ 5). Η συζήτηση με το Φίλιππο όμως τέλειωσε κι οι άνθρωποι μαζεύτη­καν γύρω από τον Κύριο με τους ασθενείς τους. Ο Κύριος θεράπευσε πρώτα όλους τους αρρώστους κι έπειτα άρχισε να διδάσκει τους όχλους. Η διδασκαλία κράτησε ως το βράδυ. Και τότε μόνο σκέφτηκαν οι απόστολοι πως οι άνθρωποι θα πεινούσαν κι έπρεπε να φάνε.

Ο Κύριος το είχε προβλέψει αυτό από την αρχή. Δε μίλησε όμως, σκόπιμα. Περίμενε τους αποστόλους να θέσουν το πρόβλημα. Κι αυτό το έκανε για δυο λόγους: πρώτα για να τους διεγείρει την ευσπλαχνία και τη συμπάθεια και δεύτερο για ν’ αποδείξει πόσο αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον. Τους είπε ο Χριστός: «ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ’ 16). Γνώριζε πως αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν, ήταν αδύνατο ανθρωπίνως να γίνει. Το είπε όμως για να συνειδητοποιήσουν πλήρως και να ομολογήσουν την αδυναμία τους. Γι’ αυτό και του είπαν: «ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους και δύο ιχθύας» (Ματθ. ιδ’ 17). Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τα λιγοστά αυτά τρόφιμα δεν ήταν δικά τους, ανήκαν σε κάποιο μικρό παιδί που βρισκόταν εκεί. Γράφει ο ευαγγελιστής: «Έστι παιδάριον εν ώδε, ος έχει πέντε άρτους κριθίνους και δυο όψάρια΄ αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους;» (Ιωάν. στ 9). Στον Κύριο αυτό το είπε ο Ανδρέας. Παρά το γεγονός ότι ο πρωτόκλητος των αποστόλων ζούσε τόσο καιρό μαζί Του, ακόμα δεν είχε εδραιωθεί στην πίστη, δεν είχε τελειοποιηθεί. Αυτό είναι φανερό από εκείνο που είπε: αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους; Το ψωμί ήταν κρίθινο. Κι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, απ’ αυτό μαθαίνουμε πως πρέπει να ικανοποιούμαστε με απλές τροφές, να μην είμαστε απαιτητικοί. «Η λαιμαργία κι η πολυ­φαγία είναι μητέρες της αρρώστιας», συμπληρώνει ο άγιος πατέρας.

«Ο δε είπε· φέρετέ μοι αυτούς ώδε» (Ματθ. ιδ’ 18). Τώρα είχε έρθει η δική Του ώρα. Οι όχλοι δεν μπορούσαν να βρουν τρόφιμα για να φάνε. Οι απόστο­λοι ομολόγησαν την αδυναμία τους, δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Τότε και μόνο τότε ήρθε η δική Του ώρα. Το κλίμα ήταν ώριμο για να γίνει το θαύμα.

«Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις» (Ματθ. ιδ’ 19)Γιατί κοίταξε πρώτα στον ουρανό ο Κύριος; Όταν έκανε πολλά από τ’ άλλα θαύματά Του δεν το είχε κάνει, δεν είχε ξανακοιτάξει στον ουρανό. Δεν το έκανε όταν άνοιγε τα μάτια των τυφλών, όταν θεράπευε τους λεπρούς, έβγαζε δαιμόνια από τους ανθρώπους, γαλήνευε τη θά­λασσα, έκανε το νερό κρασί κι όταν ακόμα ανάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπόν στη συγκεκριμένη αυτή περί­πτωση έστρεψε τα μάτια Του προς τον ουρανό, προς τον ουράνιο Πατέρα Του; Πρώτο, για να κάνει σαφή στους ανθρώπους την ταυτότητα της θέλησής Του μ’ εκείνην του Πατέρα Του, να καταρρίψει την άποψη και κατηγορία των Φαρισαίων, πως τα θαύματα τα έκανε με τη συνεργεία τών δαιμόνων. Δεύτερο, για να δώσει ως άνθρωπος στον κόσμο το παράδειγμα της ταπεί­νωσης ενώπιον του Θεού, καθώς και της ευχαριστίας για κάθε αγαθό που προέρχεται από το Θεό. Ένα παρόμοιο παράδειγμα μας έδωσε και στο Μυστικό Δείπνο: «Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε…» (Ματθ. κστ’ 26). Ευχαρίστησε τον ουράνιο Πατέρα Του κι ύστερα ευλόγησε το ψωμί, ως δώρο Θεού. Κι εμείς πρέπει να ευχαριστούμε και να υμνούμε το Θεό για τα δώρα Του σε κάθε γεύμα, όσο λιτό κι αν είναι. Τρίτο, ως Θεός, με τον πολλαπλασια­σμό των άρτων – μια πράξη που μοιάζει πολύ με νέα δημιουργία – να εκφράσει την ενότητα δύναμης της Αγίας Τριάδας: του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της ομοούσιας και αδιαίρετης Τριάδας, του Δημιουργού των πάντων.

Ο Κύριος Ιησούς «έκλασε», έκοψε τον άρτο με τα ίδια Του τα χέρια. Γιατί; Γιατί δεν έδωσε εντολή στους αποστόλους Του να το κάνουν; Για να δείξει πως επιθυμούσε να λογαριάσει τους ανθρώπους ως φιλοξενούμενούς Του, να τονίσει τη μεγάλη αγάπη Του γι’ αυτούς και να διδάξει έτσι κι εμάς πως, όταν δίνουμε ελεημοσύνη και δώρα, πρέπει να το κάνουμε με αγάπη και ιλαρότητα, όπως κι Εκείνος.

«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλή­ρεις· οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. ιδ’ 20,21). Αυτό είναι το θαύμα των θαυμάτων, η δόξα που ξεπερνάει κάθε άλλη δόξα! Για να πάρουν πέντε χιλιάδες άνθρω­ποι (χωρίς να συνυπολογιστούν οι γυναίκες και τα παιδιά) από μια μπουκιά ψωμί, όπως το αντίδωρο που παίρνουμε στην εκκλησία, τα πέντε ψωμιά δε θα έφταναν με τίποτα. Εδώ όμως έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν και μάλιστα περίσσεψαν και δώδεκα κοφίνια. Αν αυτή ήταν κάποια οφθαλμαπάτη, δε θα έγραφε ο ευαγγελιστής πως εχορτάσθησανΑν κά­ποιος άνθρωπος μπορούσε να εξαπατήσει έναν άλλο ότι έφαγε, δε θα μπορούσε όμως να πείσει έναν πει­νασμένο ότι χόρτασε. Αν πράγματι ήταν αυτό κάποια οφθαλμαπάτη, από πού προέκυψαν τα περισσεύματα, πού γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;

Όχι! Μόνο άνθρωποι που η καρδιά τους είχε νε­κρωθεί από την αμαρτία μπορούν να το αποκαλέσουν οφθαλμαπάτη αυτό. Ήταν πραγματικό γεγονός, όπως πραγματικός είναι κι ο Θεός. Πρέπει να προσέξετε όμως πως για το θαύμα αυτό δεν ξεσηκώθηκαν φω­νές εναντίον Του, δεν του έδωσαν κάποιες ανόητες ερμηνείες, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του. Κι όχι μόνο δεν το αμφισβήτη­σε κανένας, αλλά «οι άνθρωποι, ιδόντες ο εποίησε σημείον ο Ιησούς, έλεγον ότι ούτος εστιν αληθώς ο προφήτης ο ερχόμενος εις τον κόσμον (Ιωάν. στ’ 14). Κι οι όχλοι ήθελαν «αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα» (αυτ. στίχ. 15). Τέτοια απήχηση είχε στο λαό το καταπληκτικό αυτό θαύμα!

Πότε προσπάθησε κάποιος να μετατρέψει μια απά­τη σε βασιλιά; Αυτό όμως ήταν πραγματικό γεγονός. Οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν από την αλήθεια και ήθελαν να κάνουν το Χριστό βασιλιά με το ζόρι. Κι αυτό θα είχε γίνει, αν ο Χριστός δεν είχε απομακρυνθεί μόνος Του. Κι έτσι ματαιώθηκε το σχέδιο του πλήθους που ριγούσε από ενθουσιασμό.

«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ’ 22)Δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι ο Χριστός ανάγκασε τους μαθητές Του να μπουν σε πλοίο και να φύγουν πριν από τον ίδιο; Γιατί το έκανε αυτό; Πρώτο, γι’ αυτό που είχε γίνει. Και δεύτερο, γι’ αυτό που επρόκειτο να γίνει. Τούς άφησε ν’ απομακρυν­θούν από το πλήθος όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να συλλογιστούν και να συζητήσουν μεταξύ τους το μεγάλο θαύμα τού πολλαπλασιασμού των άρτων. Τους άφησε να ταξιδέψουν με το πλοίο, όπου ο Κύριος θα τους επισκεπτόταν σύντομα μ’ ένα καινούργιο κι ανήκουστο θαύμα: θα τους πλησίαζε περπατώντας πάνω στο νερό, όπως περπατάει κανείς σε στέρεο έδαφος. Ο Κύριος γνώριζε εκείνο που επρόκειτο να γίνει και τι θα έκανε ο ίδιος. Οι μαθητές Του, που δεν έβλεπαν τίποτα, ένιωσαν έκπληξη που ο Χριστός τούς έστειλε πριν απ’ Αυτόν. Τον άφησαν όμως μόνο Του με το πλήθος, κατέβηκαν από το όρος στη θάλασσα και ξεκίνησαν το ταξίδι.

Ένας άλλος αναμφισβήτητος λόγος για τη σπουδή που έδειξε ο Κύριος να προπέμψει τους μαθητές Του, να τους απομακρύνει από τα πλήθη των ανθρώπων, ήταν επειδή ο ίδιος ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια στα μάτια των ανθρώπων, από τα εγκώμιά τους και την αυτοεκτίμηση που θα ένιωθαν επειδή ήταν μαθητές τέτοιου Θαυματουργού. Ήθελε να τους διδάξει πως πρέπει να είναι ταπεινοί, γι’ αυτό και τους είχε πει: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν». Και τώρα τους έδιωξε επειδή ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια και την υψηλοφροσύνη, επειδή είχαν τέτοια σχέση μαζί Του, με το Διδάσκαλό τους. Και τελικά ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να τούς κάνει να γνωρίσουν την απεριόριστη ταπείνωσή Του ενώπιον του Θεού: μετά από ένα τόσο καταπληκτικό θαύμα, αποσύρθηκε στην ησυχία για να προσευχηθεί.

Οι μαθητές Του ήταν εξοικειωμένοι με τη συνή­θειά Του ν’ αποσύρεται συχνά στην έρημο για να προσευχηθεί. Εκείνη την ημέρα όμως μήπως αποσύρ­θηκε σκόπιμα στην έρημο, για να μείνει μόνος Του, μετά τη φοβερή είδηση για το θάνατο του Ιωάννη τού Βαπτιστή; Ας ξεχάσουν οι μαθητές Του για ποιο λόγο πήγε στην έρημο· ας συνειδητοποιήσουν πως το μεγάλο θαύμα που τόσο ξαφνικά έκανε, καθώς κι όλοι οι έπαινοι κι ο θαυμασμός των ανθρώπων, δεν μπορούσαν να καταστρέψουν την εσωτερική γαλήνη και την ταπείνωσή Του, ούτε και να τον κάνουν ν’ αλλάξει την απόφασή Του να πάει στην έρημο για να προσευχηθεί.

***

Ολόκληρο το περιστατικό αυτό της διανομής των άρτων και των ψαριών στους ανθρώπους, ο αριθμός των ψαριών και των άρτων, καθώς και ο αριθμός των κοφινιών με τα περισσεύματα, όλα μαζί έχουν κι ένα εσωτερικό, ένα βαθύτερο νόημα. Λίγο πριν από το θάνατό Του ο Κύριος ονόμασε τον άρτο Σώμα Του. Στο συγκεκριμένο περιστατικό είναι αλή­θεια πως δε λέει κάτι τέτοιο με λόγια, το κάνει όμως με τον αριθμό των άρτων. Οι πέντε άρτοι σημαίνουν τις πέντε αισθήσεις· κι οι πέντε αισθήσεις αντιπροσω­πεύουν όλο το σώμαΤο ψάρι σημαίνει τη ζωή. Τους πρώτες αιώνες της χριστιανικής ζωής το Χριστό τον απεικόνιζαν με τη μορφή ψαριού. Το σύμβολο αυτό μπορεί να το δει ακόμα και σήμερα κανείς στις αρχαίες χριστιανικές κατακόμβες. Απ’ αυτήν την άποψη, ο Χριστός έδωσε το σώμα και τη ζωή Του στους ανθρώ­πους για να τραφούνΚαι γιατί ήταν δύο τα ψάρια; Επειδή ό Κύριος έδωσε και δίνει τον εαυτό Του θυσία τόσο όσο διάστημα κράτησε η επίγεια διαδρομή Του, όσο και στην Εκκλησία μετά την Ανάστασή Του, ως τη σημερινή μέρα. Ποιά σημασία έχει το γεγονός ότι έκοψε μόνος του τους άρτους; Αυτό σημαίνει πως Εκείνος, με την ελεύθερη βούλησή Του, παραδόθηκε να θυσιαστεί για τη σωτηρία των ανθρώπων. Γιατί έδωσε τα ψωμιά και τα ψάρια στους αποστόλους, για να τα μοιράσουν αυτοί μετά στο λαό; Επειδή εκείνοι ήταν που έπρεπε να μεταφέρουν το Χριστό σ’ ολό­κληρο τον κόσμο και να τον δώσουν στους ανθρώπους και τα έθνη ως τροφή ζωής. Τί σημαίνουν τα δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των άρτων; Την άφθονη καρποφορία τού έργου των αποστόλων. Κάθε θερισμός των αποστόλων θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από το σπόρο που έσπειραν, όπως κάθε καλάθι είχε περισσότερο ψωμί από τους άρτους που έφαγαν και χόρτασαν οι πεινασμένοι άνθρωποι. (Το περιστατικό τού θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων που έγινε με τη δύναμη του Χριστού μνημονεύεται κάθε φορά σε μια ωραία ευχή, στην τελετή της αρτοκλασίας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός, ο ευλογήσας τους πέντε άρτους εν τη ερήμω και εξ αυτών πεντακισχιλίους άνδρας χορτάσας, ευλόγησον και τους άρτους τούτους, τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους Σου αγίασον»).

Όλ’ αυτά τα μυστήρια έχουν μεγάλο βάθος, δυσθε­ώρητο. Ποιός τολμά να κοιτάξει τόσο βαθιά, στα απύθ­μενα βάθη τους; Ποιός θα τολμούσε στην πρόσκαιρη ζωή μας να διεισδύσει στα βάθη αυτά; Ίσως πληροφο­ρηθούν αρκετά εκείνοι που τους αρέσει να διαβάζουν και ν’ ακούνε το ευαγγέλιο. Οι άγγελοι απολαμβάνουν μέχρι κορεσμού τη γλυκύτητα του ευαγγελίου. Όσο περισσότερο το διαβάζει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σε σκέψεις πνευματικές και σε προσευχήΌσο περισσότερο καθοδηγεί τη ζωή του σύμφωνα μ’ αυτό, τόσο η ανάγνωση θ’ ανοίγει τα βάθη των νοημάτων του και θα τον ικανοποιεί με το άρωμά του. Γι’ αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.

Πηγή: (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012),Η άλλη όψη ,Τράπεζα Ιδεών

3.

Χριστός, ἡ ἀληθινὴ τροφή

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Προφανῶς ὁ ἐντυπωσιακὸς ἀριθμὸς τῶν ἀνθρώπων, ποὺ πῆγαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό, δὲν πῆγαν μὲ τὴν προσδοκία δωρεὰν γεύματος. Ἄλλη πείνα τους πῆγαν νὰ χορτάσουν: τὴν πείνα τους γιὰ τὴ γλυκύτερη «ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον» διδασκαλία του. Καὶ ὁ Χριστὸς βλέποντας τὸν διακαὴ τους πόθο, τοὺς σπλαχνίσθηκε· καὶ πρῶτα θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους τους, χωρὶς νὰ ζητήσει ἄλλη ἔνδειξη ἤ ὁμολογία πίστης. Ἄραγε, ποιὰ μεγαλύτερη μαρτυρία πίστης χρειαζόταν -ἀναρωτιέται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- ἀπὸ τὸ ὅτι «τὸν ἀναζήτησαν ἀφήνοντας τὰ σπίτια τους καὶ τὰ χωριά τους, περπάτησαν τόσο δρόμο γιὰ νὰ τὸν βροῦν κάνοντας τὸν κύκλο λίμνης, καὶ παρέμειναν τόσες ὧρες κοντὰ του νηστικοὶ ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν πείνα, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ τοὺς πιέζει;».

Μὴ σταυρώνει τὰ χέρια!

Ὅταν πιὰ πλησίασε τὸ δειλινό, οἱ μαθητὲς ἔδειξαν καὶ τὴ δική τους εὐσπλαχνία πρὸς τὸ πλῆθος προτρέποντας τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ πᾶνε γιὰ φαγητό. Καὶ ἔκπληκτοι ἄκουσαν τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς λέει: «Δὲν χρειάζεται νὰ πᾶνε πουθενά. Δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστὸς λέει καὶ σ’ ἐκείνους καὶ σέ μᾶς: «Ἀκόμα καὶ στὸ πιὸ ἀξεπέραστο πρόβλημα, μὴ βιαστεῖτε νὰ σταυρώσετε τὰ χέρια καὶ νὰ περιμένετε οὐρανοκατέβατες λύσεις, ἀλλὰ πρῶτα ἐξαντλῆστε τὶς δικές σας δυνατότητες, ὅσο μικρὲς κι ἂν σᾶς φαίνονται. Κι ἐγὼ αὐτὴ τὴν ἐλάχιστη προσφορά σας θὰ τὴν πολλαπλασιάσω, ὅσο δὲν φαντάζεσθε».

Ποιὸς πίστευε ποτὲ ὅτι μέσα στὸ σκοτάδι τῆς Τουρκοκρατίας θὰ μποροῦσαν νὰ ἱδρυθοῦν τόσα σχολεῖα ἀπὸ ἕναν ἀκτήμονα ἱερομόναχο; Κι ὅμως! Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ ὁ φλογερός του λόγος ἔκαναν ἀκόμη καὶ Τούρκους ἀξιωματούχους νὰ προσφέρουν χρήματα γιὰ χριστιανικὰ σχολεῖα. Οἱ ζυμωμένοι μὲ τὰ δάκρυα τῶν προσευχῶν του καὶ τὸν ἱδρώτα τῆς ὁδοιπορίας του «ἄρτοι» τῶν λόγων του συνεχίζουν καὶ σήμερα νὰ χορταίνουν ἀμέτρητα πλήθη πιστῶν.

«Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ»

Ὁ Χριστὸς δίνει ἀνυπέρβλητη ἀξία ἀκόμα καὶ στὴν πιὸ μικρὴ συνεισφορά μας, καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ πνεῦμα εἰλικρινοῦς ἀγάπης καὶ θυσίας. Μὲ τέτοιο πνεῦμα καὶ οἱ μαθητὲς πρόθυμα προσέφεραν τὴ δική τους τροφή, προτιμώντας αὐτοὶ νὰ μείνουν νηστικοὶ γιὰ νὰ χορτάσουν ἔστω καὶ ἐλάχιστους. Καὶ ὁ Χριστός, ἔστω κι ἂν μποροῦσε καὶ τὶς πέτρες νὰ τὶς κάνει ψωμιὰ ἢ νὰ κατεβάσει μάννα ἐξ οὐρανοῦ, προτίμησε τὰ δικά τους πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια· καὶ ἀφοῦ τὰ πολλαπλασίασε, τοὺς κάλεσε νὰ διακονήσουν μὲ τὰ δικά τους χέρια στὸ μεγάλο θαῦμα. Εἶναι μεγάλη τιμὴ ἀλλὰ καὶ συγχρόνως μεγάλη εὐθύνη, νὰ μᾶς θέλει ὁ Θεὸς συνεργάτες του στὰ θαυμαστά του ἔργα.

Ὁ Χριστὸς μὲ τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ θαῦμα, ἐκτός τοῦ ὅτι δίνει μία ἀκόμη τρανὴ μαρτυρία γιὰ τὴ θεότητά του, θέλει νὰ ἐπαινέσει καὶ νὰ ἐνθαρρύνει τὸν ζῆλο τοῦ πλήθους ποὺ πῆγε νὰ τὸν ἀκούσει καὶ ὅλων τῶν «πεινώντων καὶ διψώντων τὴν δικαιοσύνην» του. Τέτοιοι ἄνθρωποι ἐπαληθεύουν μὲ τὸν πιὸ ἀναντίρρητο τρόπο τὴν ἀπάντησή του στὸν πρῶτο πειρασμὸ τοῦ διαβόλου. Ὅταν ὁ διάβολος προκάλεσε τὸν Χριστὸ νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμιὰ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν -μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία- πείνα του, ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπάντησε: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μόνο μὲ ὑλικὸ ψωμί, ἀλλὰ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ».

Ὁ κίνδυνος ἄδειας ζωῆς μὲ γεμάτο στομάχι

Στὸ ὑπέροχο ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι «Ἀδελφοὶ Καραμάζωφ» τονίζεται τὸ βαθύτερο νόημα αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ. Ἐκεῖ ὁ διάβολος, μὲ τὸ στόμα τοῦ μεγάλου ἱεροεξεταστῆ, προκαλεῖ τὸν Χριστὸ μὲ τὰ λόγια: «κάνε αὐτὲς τὶς πέτρες ψωμιά, καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα θὰ σὲ ἀκολουθήσει σὰν ἄβουλο κοπάδι. Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας, τοὺς εἶναι ἀνυπόφορο γιατί δημιουργεῖ εὐθύνες. Πάρε τους, λοιπόν, τὴν Ἐλευθερία, καὶ κάνε τους νὰ σὲ ὑπακοῦνε τυφλά, χορταίνοντάς τους μὲ ψωμιά!». Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἡ μόνη πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, δὲν θέλησε νὰ ἀγοράσει τὴν ἐλευθερία μας μὲ ψωμιά. Καὶ τὸ θαῦμα, ποὺ ἀναφέρεται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, δὲν τὸ ἔκανε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ μᾶς κάνει χορτασμένους μέν, ἀλλὰ ἄβουλους ὀπαδούς του. Μία ζωὴ μόνο μὲ ψωμὶ καὶ χωρὶς ἐλευθερία δὲν ἔχει νόημα. Εἶναι ζωὴ ἀβίωτη.

Κάτι τέτοιο ἔγραψαν σὲ σύνθημά τους καὶ οἱ Γάλλοι φοιτητές, ποὺ ξεσηκώθηκαν τὸν Μάη τοῦ 1968: «Ἀρνούμαστε ἕναν κόσμο, ὅπου ἡ βεβαιότητα ὅτι δὲν θὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὴν πείνα, ἀνταλλάσσεται μὲ ἀνία καὶ ἔλλειψη νοήματος τῆς ζωῆς». Πολὺ ἀργότερα οἱ δικοί μας ἀναρχικοὶ τὸ μετέγραψαν σὲ πέντε λέξεις: «Ἄδειες ζωές, γεμάτες στὶς πιστωτικές!».

Τελικὰ ὁ θαυμαστὸς χορτασμὸς τῶν -τουλάχιστον- πεντακισχιλίων δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ προσφέρει μαγικὲς λύσεις σὲ κοινωνικὰ προβλήματα. Πολὺ γρήγορα ἔγινε μία τέτοια παρεξήγηση τοῦ θαύματος, καὶ ὁ Χριστὸς τὴν κατήγγειλε μὲ πολλὴ πικρία. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο τὸν ἀναζήτησαν «πέραν τῆς θαλάσσης», τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀφυπνιστικὴ «ψυχρολουσία»; «Ψάχνετε νὰ μὲ βρεῖτε, ὄχι ἐπειδὴ εἴδατε θαύματα -ποὺ σᾶς ἔπεισαν ὅτι εἶμαι ὁ Μεσσίας- ἀλλὰ γιατί φάγατε ἀπὸ τοὺς ἄρτους καὶ χορτάσατε· νὰ ἐργάζεσθε ὄχι γιὰ τὴν τροφὴ ποὺ χάνεται ἀλλὰ γιὰ τὴν τροφή, ποὺ μένει ἄφθαρτη καὶ σᾶς μεταγγίζει τὴν αἰώνια ζωή». Χωρὶς αὐτὴ «τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν» οἱ ζωὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ εἶναι ἄδειες καὶ χωρὶς νόημα, ἔστω κι ἂν οἱ πιστωτικὲς κάρτες εἶναι γεμάτες.

4.

Ἑνότητα καὶ διαιρέσεις μέσα στὴν Ἐκκλησία

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

 

Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς ἀπὸ τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀπ. Παύλου εἶναι σὲ μετάφραση ἡ ἑξῆς:

«Καὶ τώρα, ἀδερφοί, σᾶς ζητῶ, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ εἶστε ὅλοι σύμφωνοι μεταξύ σας καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀνάμεσά σας διαιρέσεις, ἀλλὰ νὰ εἶστε ἑνωμένοι, μὲ μία σκέψη καὶ μὲ ἕνα φρόνημα. Αὐτὸ τὸ γράφω, ἀδερφοί μου, γιατί μὲ πληροφόρησαν γιὰ σᾶς ἄνθρωποι τῆς Χλόης ὅτι ἔρχεστε σὲ προστριβὲς μεταξύ σας. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ὁ καθένας σας λέει κάτι διαφορετικό. Ὁ ἕνας λέει: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», ὁ ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», ἕνας ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ» καὶ κάποιος ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ». Διαμοιράστηκε, λοιπόν, ὁ Χριστός; Μήπως εἶναι ὁ Παῦλος ποὺ πέθανε πάνω στὸ σταυρὸ γιὰ νὰ σᾶς σώσει; Ἤ μήπως στὸ ὄνομα τοῦ Παύλου ἔχετε βαφτιστεῖ; Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ ποὺ δὲ βάφτισα κανένα σας ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κρίσπο καὶ τὸ Γάιο. Ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς πὼς τὸν βάφτισα στὸ δικό μου ὄνομα. Ναί, βέβαια, βάφτισα καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ Στεφανᾶ. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτούς, ὅμως, δὲν θυμᾶμαι νὰ βάφτισα κανέναν ἄλλο. Ἡ ἀποστολὴ πού μοῦ ὅρισε ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν νὰ βαφτίζω, ἀλλὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς σοφὰ καὶ περίτεχνα λόγια, ὥστε ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρὸ νὰ μὴ χάσει τὸ περιεχόμενό του» (Α΄ Κορ. 1,10-17).

Καταρχὴν πρέπει νὰ τοποθετήσουμε τὴν περικοπὴ στὴ συνάφειά της καὶ νὰ παρουσιάσουμε τὸ πρόβλημα ποὺ ἀπασχολοῦσε τὴν ἐποχὴ τῆς συγγραφῆς τῆς ἐπιστολῆς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου.

Ἡ Κόρινθος ἦταν ὁ τελευταῖος σταθμὸς τοῦ Ἀποστόλου στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴ δεύτερη ἱεραποστολική του περιοδεία. Σὲ λίγο θὰ ξεκινήσει γιὰ τὴν τρίτη περιοδεία ποὺ θὰ τὸν ξαναφέρει στὴν Ἑλλάδα. Στὴν ἀρχὴ τῆς δεύτερης περιοδείας ἔμεινε τρία χρόνια περίπου στὴν Ἔφεσο κι ἐκεῖ πληροφορήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Χλόης, κάποιας εὔπορης προφανῶς χριστιανῆς τῆς Κορίνθου ποὺ εἶχε στὴν ὑπηρεσία της προσωπικὸ καθὼς καὶ ἀπὸ ἐπιστολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ συνταρασσόταν ἀπὸ ὁρισμένα προβλήματα καὶ ἀντιμετώπιζε ἐρωτήματα.

Κάπως ἀναλυτικότερα, κατὰ τὶς πληροφορίες τῶν ἀπεσταλμένων τῆς Χλόης, στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου δημιουργήθηκαν μερίδες ποὺ ἡ κάθε μία διεκδικοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό της ὡς ἡγέτη ἕναν ἀπόστολο («Ὁ ἕνας ἔλεγε: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», ὁ ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», ἕνας ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ» καὶ κάποιος ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ»). Φαίνεται ὅτι πολλοὶ Κορίνθιοι, ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ τὴ μόρφωση καὶ τὴ ρητορικότητα τοῦ Ἀπολλὼ (ποὺ «καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια· ἦταν προικισμένος ρήτορας καὶ ἤξερε καλὰ τὴ Γραφή.», Πράξ.18,24), τὸν παραδέχονταν ὡς ἡγέτη τους συγκρίνοντάς τον ἴσως μὲ τὸν Παῦλο, ποὺ ἀναγνωρίζει ὁ ἴδιος ἀλλοῦ στοὺς Κορινθίους ὅτι εἶναι «ἀδύνατος στὸν προφορικὸ λόγο, ὄχι ὅμως καὶ στὴ γνώση» (Β΄ Κορ 11,6). Οἱ αὐστηροὶ ἐξ Ἰουδαίων προερχόμενοι χριστιανοὶ τῆς Κορίνθου δέχονταν ὡς ἀρχηγὸ τους τὸν Ἀπ. Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἡγετικὴ θέση του στὴν πρώτη Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλὰ στὴν Κόρινθο βέβαια δὲν εἶχε μεταβεῖ. Ἄλλοι χριστιανοὶ καυχόνταν ὅτι ἀνήκουν στὸν ἱδρυτὴ τῆς Ἐκκλησίας τους Ἀπ. Παῦλο. Τέλος, μία μερίδα διακήρυσσε ὅτι σὲ κανένα ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους δὲν ἀνήκει ἀλλὰ ἀπευθείας στὸν Χριστό. Δὲν πρόκειται πάντως περὶ αἱρέσεων ἢ σχισμάτων ἀλλὰ περὶ ὁμάδων, οἱ ὁποῖες ἔδειχναν θαυμασμὸ καὶ ἐκτίμηση σὲ ἕναν ἀπόστολο, ποὺ τὸν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους- πράγμα σύνηθες γιὰ τοὺς Ἕλληνες, τότε ἀλλὰ καὶ σήμερα!

Ὁ Παῦλος ἀφιερώνει τὰ 4 πρῶτα κεφ. τῆς ἐπιστολῆς γιὰ νὰ καταπολεμήσει τὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου. Θεωρώντας σὰν πιὸ ἐπικίνδυνη τὴν ὁμάδα ποὺ διεκδικοῦσε ὡς ἀρχηγὸ της τὸν Ἀπολλὼ (πιθανῶς σ’ αὐτὴν ἀνῆκαν ὅσοι εἶχαν φιλοσοφικὴ παιδεία), στρέφεται συχνὰ ἐναντίον τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καὶ καυχήσεως γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει πὼς «ὅ,τι ὁ κόσμος αὐτὸς θεωρεῖ σοφία, εἶναι μωρία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 3,19) καὶ ὅτι ὁ σταυρωμένος Χριστός, ὅσο καὶ ἂν φαίνεται «σκάνδαλο» γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἢ «μωρία» γιὰ τοὺς Ἕλληνες, εἶναι γιὰ τοὺς χριστιανοὺς «τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμη καὶ τοῦ Θεοῦ ἡ σοφία» (1,24). Ἡ ὕπαρξη μερίδων στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, θέλει νὰ πεῖ ὁ Παῦλος, μαρτυρεῖ ὅτι οἱ Κορίνθιοι χριστιανοὶ δὲν κατέχουν «τὸ σοφὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ» (2,7), ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη νήπιοι, σαρκικοὶ καὶ ἀτελεῖς καὶ δὲν ἔνιωσαν τὴν συγκλονιστικὴ σπουδαιότητα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον οἱ χριστιανοὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἀγάπη, τὸν ὕμνο τῆς ὁποίας πλέκει ὁ Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολὴ (κεφ. 13). Κατόπιν προσθέτει ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ποὺ κήρυξαν ἢ ποὺ ἐργάστηκαν στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, εἶναι «διάκονοι» τοῦ Χριστοῦ, βοηθοὶ καὶ συνεργοὶ στὸ ἔργο του, «ὑπηρέτες τοῦ Χριστοῦ καὶ διαχειριστὲς τῶν μυστικῶν βουλῶν τοῦ Θεοῦ» (4,1), εἶναι ἁπλὰ ὄργανα, καθόσον «οὔτε αὐτὸς ποὺ φυτεύει εἶναι κάτι, οὔτε αὐτὸς ποὺ ποτίζει, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ φέρνει τὴν αὔξηση, ὁ Θεὸς» (3,7). Ὁ ἀπόστολος μιλάει σὲ γλώσσα αὐστηρή. Ὡς ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωση ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτρέψει κάθε ἀπόπειρα φθορᾶς καὶ διάσπασης τῆς ἑνότητας τοῦ «ναοῦ τοῦ Θεοῦ»· μιλάει ὅπως ὁ πατέρας στὰ παιδιά του. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει τὸν Παῦλο εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου καὶ γενικὰ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διάσπαση δηλώνει ἀπουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διάσπαση εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἀντίθετη πρὸς τὴν ἔννοια καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Καί, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία χαρακτηριστικὴ ἔκφραση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: «Τὸ γὰρ τῆς ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλὰ ἑνώσεώς ἐστι καὶ συμφωνίας ὄνομα» (Ἑρμην. εἰς Α΄ Κορ, PG 61,13).

Ἀπὸ τὴ Β’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ συνάγουμε ὅτι δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρξε συνέχιση αὐτῆς τῆς καταστάσεως στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου.

Παρόμοια προβλήματα συνάντησε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τῆς ἱστορίας της καθόσον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀδύναμους ἀνθρώπους. Εἶναι μὲν θεῖος θεσμὸς ἀλλὰ μὲ μέλη ἀνθρώπους. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι δυνατότερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια εὕρισκε τρόπους νὰ δίνει λύσεις, εἴτε φωτίζοντας κάποιους ὑπεύθυνους ἡγέτες νὰ δίνουν ἀπαντήσεις, εἴτε ὁδηγώντας τους σὲ Συνόδους ὅπου συζητιοῦνταν τὰ ἀνακύπτοντα προβλήματα καὶ βρίσκονταν οἱ λύσεις. Μία πρώτη τέτοια Σύνοδος συγκλήθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ τὴν ὁποία μᾶς πληροφοροῦν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (κεφ.15), ἀλλὰ καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας κάνει λόγο γιὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὅπου ἀποφασιζόταν ἡ διατύπωση τῆς πίστεως (τὰ δόγματα) ἢ ἡ ἀντιμετώπιση πρακτικῶν θεμάτων.

Σὲ μᾶς σήμερα τί μήνυμα ἀπευθύνει ἡ ἀποστολικὴ περικοπή;

1.Ἡ ὕπαρξη προβλημάτων μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀναπόφευκτη ἕνεκα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, δὲν ὁδηγεῖ ὅμως κατ΄ ἀνάγκην σὲ διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.

2.Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν «Ναὸ τοῦ Θεοῦ» καὶ κάθε προσπάθεια διασπάσεως τῆς ἑνότητας αὐτοῦ τοῦ Ναοῦ μαρτυρεῖ ὅτι οἱ ὑπαίτιοι τῆς διασπάσεως δὲν εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὸν Ἀρχηγὸ καὶ θεμελιωτὴ τῆς Ἐκκλησίας Ἰησοῦ Χριστό.

3. Ὁ πνευματικὸς ἡγέτης τῶν πιστῶν πρέπει νὰ ὁδηγεῖ τὴ σκέψη καὶ τὴ ζωή τους στὸν Χριστό, ἀποφεύγοντας τὸν πειρασμὸ νὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία τῆς προσκολλήσεώς τους στὸ πρόσωπό του.

4. Ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἀφήσει νὰ ἐξαλειφτοῦν οἱ σωστικὲς συνέπειες τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

5.

Ὁ θαυματουργικὸς χορτασμὸς

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ  ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Διαβάζουμε συνεχῶς γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο, καὶ ἀναρωτιόμαστε: «γιατὶ τέτοια θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, καὶ στὶς μέρες μας βλέπουμε τόσα λίγα;» Νομίζω ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς πιθανὲς ἀπαντήσεις.

Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι δὲν βλέπουμε τὰ θαύματα ποὺ συμβαίνουν γύρω μας, θεωροῦμε τὰ πάντα δεδομένα, ἐντελῶς φυσικά. Παίρνουμε τὰ καλὰ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ σὰν κάτι φυσιολογικὸ, καὶ δὲν βλέπουμε πλέον ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαυμάσιο, γεμάτο χαρὰ θαῦμα, ὅτι ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ μᾶς δημιουργήσει, ὅτι μᾶς δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν, ἅπλωσε μπροστά μας ὁλάκερο τὸ μυστήριο τῆς ὕπαρξης, δὲν κλείστηκε μέσα σ’ αὐτό. Μᾶς κάλεσε νὰ γίνουμε γιὰ πάντα φίλοι Του, νὰ ζήσουμε γιὰ πάντα τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή. Μᾶς ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτό Του· γνωρίζουμε ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος, Τὸν γνωρίζουμε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅπως τὸν Θεὸ τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη δὲν κλονίστηκε οὔτε στὴν θέα τοῦ θανάτου Του γιὰ νὰ σώσει ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶ. Καὶ τὶ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ ἐκεῖνα τὰ θαύματα ποὺ εἶναι ἀκόμα πιὸ λίγο φανερὰ σ’ ἐμᾶς, ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ εἰρήνη, ἡ φιλία, ἡ ἀγάπη; Εἶναι ὅλα γνήσια θαύματα – δὲν μπορεῖς νὰ τ’ἀγοράσεις, δὲν μπορεῖς νὰ βιάσεις κάποιον νὰ σοῦ δώσει τὴν καρδιά του· κι ὅμως γύρω μας ὑπάρχουν τόσες καρδιὲς ποὺ εἶναι ἀνοιχτὲς ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλη, ὑπάρχει τόση φιλία, ἀγάπη. Καὶ ἡ ὕπαρξη μας ποὺ θεωροῦμε τόσο δεδομένη, δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα;

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο σημεῖο ποὺ ἤθελα νὰ θίξω: ὅτι ὁλάκερη ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαῦμα. Γνωρίζω, φυσικά, ὅτι ὑπάρχει τόσος πολὺς πόνος καὶ τρόμος σ’αὐτό, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ἥσυχο, ἀδιατάρακτο φῶς λάμπει στὸ σκοτάδι: ἄν μοναχὰ μπορούσαμε νὰ πιστέψουμε στὸ φῶς, καὶ ἔτσι νὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ φωτὸς καὶ καθὼς λέει ὁ Χριστὸς, νὰ γίνουμε ἄγγελοι φωτός;

Ὑπάρχουν δύο ἀκόμα παρατηρήσεις ποὺ θὰ ἤθελα νὰ κάνω. Σήμερα διαβάζουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν σὲ ἀνάγκη, ὅτι οἱ ἀπόστολοι πρόσεξαν τὴν ἀνάγκη τους καὶ εἶπαν στὸν Κύριο: «Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται νὰ ἀνακουφίσεις τὴν ἀνάγκη τους, νὰ ταϊσεις αὐτοὺς τοὺς πεινασμένους ἀνθρώπους». «Πῶς;» εἶπαν: « Ἔχουμε μόνο δύο ψάρια καὶ πέντε ψωμιά, εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσουν γιὰ ἕνα τέτοιο πλῆθος;» Καὶ ὁ Χριστὸς εὐλόγησε ἐκεῖνα τὰ ψάρια καὶ τὰ ψωμιὰ καὶ ἔφτασαν γιὰ ὅλους.

Ἄρα, τὶ περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μπορεῖ ἐλεύθερα, μὲ τὴν κυρίαρχη δύναμή Του, νὰ κάνει οὐράνια θαύματα στὴ γῆ; Πρῶτα, θὰ πρέπει νὰ δώσουμε προσοχὴ στὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Τόσο συχνὰ τὴν προσπερνᾶμε καὶ δὲν ἀνοίγουμε τὴν πόρτα στὸν Θεὸ γιὰ νὰ Τοῦ ἐπιτρέψουμε νὰ μπεῖ καὶ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο σ’ἐμᾶς νὰ κάνουμε. Ἄς ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας γιὰ νὰ δοῦμε τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων γύρω μας – ἀνάγκες ὑλικές, ψυχολογικές, πνευματικές, τὴν μοναξιὰ καὶ τὴν προσμονὴ κι ἀναρίθμητες ἄλλες.

Καὶ κάτι ἄλλο ποὺ ὁ Κύριος προτρέπει τοὺς μαθητές Του εἶναι, « δῶστε τὰ πάντα, καὶ θὰ τοὺς θρέψουμε ὅλους». Οἱ μαθητὲς δὲν ἄφησαν στὴν ἄκρη λίγο ψάρι καὶ λίγο ψωμὶ γιὰ τοὺς ἴδιους, τὰ ἔδωσαν ὅλα στὸν Κύριο. Κι ἐπειδὴ τὰ ἔδωσαν ὅλα, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Βασιλεία τῆς ἀγάπης ὅπου ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα καὶ δίχως ἐμπόδια κυριάρχησε καὶ ὅλοι ἦταν εὐτυχισμένοι. Αὐτὸ τὸ κάλεσμα ἀπευθύνεται καὶ σ’ ἐμᾶς: ὅταν βλέπουμε νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη, ἄς τὰ δίνουμε ὅλα, καὶ θὰ εἴμαστε πλῆροις.

Τώρα θὰ ἤθελα νὰ κάνω μιὰ τελευταία παρατήρηση: ὅταν ὁ παραλυτικὸς γιὰ τὸν ὁποῖο διαβάσαμε πρὶν μερικὲς ἑβδομάδες μεταφέρθηκε στὸν Κύριο, Ἐκεῖνος εἶδε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων καὶ θεράπευσε τὸν ἄρρωστο ἄνδρα. Μποροῦμε νὰ ἐνδυναμώνουμε τὴν πίστη ποὺ λείπει ἀπὸ τοὺς γύρω μας, μποροῦμε νὰ τοὺς βαστάζουμε καὶ ἡ πίστη μας νὰ γίνει γι’ αὐτοὺς τὸ κρεβάτι ποὺ μετέφερε τὸν παραλυτικό. Ἀλλὰ ἡ πίστη δὲν ἀρκεῖ· στὴν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν θεραπεύσει ὁ Κύριος λόγω μόνο τῆς πίστης του, ἀλλὰ ὑπῆρχε μιὰ στοργικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν ἀσθενῆ. Ἄν ὑπῆρχε τέτοια ἀγάπη μεταξύ μας θὰ εἶχε ἤδη ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα.

Ἄς τὸ λάβουμε ὑπ’ὄψιν μας γιὰ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνονται μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἔλθει στὴ γῆ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὁποία προσευχόμαστε καὶ ἀδημονοῦμε, αὐτὴ ἡ Βασιλεία ποὺ καλούμαστε νὰ οἰκοδομήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ στὸ δικὸΤου ὄνομα. Ἀμήν.

6.

Χριστὸς καὶ οἰκονομία

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Καταπλακωμένη ἡ καθημερινότητά μας καί μαζί κι ἡ καρδιά, ἀπό τό βασανιστικό ἄγχος τοῦ βιοπορισμοῦ μας. Εἶναι ἡ πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας πού, ἐνῶ ὑπάρχει ἡ διαβεβαίωση ἀπό τά ἐπιστημονικά μας ἐπιτεύγματα γιά ἱκανότητα κάλυψης τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου, ταυτόχρονα αὐξάνεται ὁ ὄχι ἀβάσιμος φόβος γιά κυριαρχία τῆς φτώχειας και ἐπισφαλές μέλλον. Ἀπό μιά διογκούμενη αἴσθηση οἰκονομικοῦ κινδύνου χαρακτηρίζεται ἡ ζωή μας καί χαραμίζεται στην ἀναζήτηση τῆς ὅποιας δῆθεν ἀσφάλειας. Καί τίθεται ἀκόμη καί πιεστικό πρόβλημα ἐπιβίωσης, ὄχι πιά σέ ἀπομονωμένες καί ὑπανάπτυκτες περιοχές τοῦ πλανήτη μας, ἀλλά στούς πληθυσμούς τῶν προηγμένων χωρῶν, τήν ἴδια στιγμή πού κάποιοι δέν γνωρίζουν πῶς νά μεθοδεύσουν τήν κατασπατάληση τῶν πλεονασμάτων τους.

Ἴσως πεῖ κάποιος πώς πλούσιοι καί φτωχοί πάντα ὑπῆρχαν στή γῆ αὐτή. Κι αὐτό εἶναι δικαιολογία νά ἐξακολουθοῦν ὑφιστάμενες τέτοιου εἴδους διακρίσεις; Μᾶλλον ἔτσι ἀποδεικνύεται ἡ πρακτική ἀποτυχία τῶν ὅποιων οἰκονομικῶν συστημάτων ἐφαρμόστηκαν κι ἐξακολουθοῦν νά ἰσχύουν ὥς σήμερα, τά ὁποῖα –συνδυαζόμενα μέ τό ἐξουσιαστικό φαινόμενο καί ἀρνούμενα ἀρχές ἠθικῆς- καταντοῦν ἀνθρωποβόρα, κυριολεκτικά καί μεταφορικά. Κι αὐτό φαίνεται νά ἐπικρατεῖ διαχρονικά,μόνο και μόνο γιά νά ἐπιβεβαιώνεται ἡ θεώρηση ὅτι: «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α’ Ἰω. 5, 19).

Ἡ μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο

Τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὑπάρχει για να ἑρμηνεύει στήν πράξη, καί μέ γεγονός ἱστορικό, τό τί ἐννοεῖ ὁ ψαλμωδός ὅταν προτρέπει τόν προσευχόμενο ἄνθρωπο: «ἐπιρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου, καί αὐτός σε διαθρέψει» (Ψαλμ. 54,23). Ὁ Χριστιανισμός δέν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στό νά πετάει στά σύννεφα. Ἐνδιαφέρεται ἐξίσου γιά τίς ἀνάγκες σώματος καί ψυχῆς, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα κι ἑπομένως ὑφίσταται ὁ ἀμέριστος σεβασμός καί γιά τά δύο. Γιατί ὅμως ὁ ψαλμωδός ὅταν καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά ἀναθέσει το κάθε πιεστικό του πρόβλημα, τήν κάθε του μέριμνα, τήν κάθε φροντίδα γιά τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία του στόν Κύριο τῆς δοξης, τό συνδυάζει μέ τήν κάλυψη τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν; Περισσότερο ἀναμενόμενο δέν θά ἦταν νά ὑπόσχεται οὐράνιες ἀνταμοιβές; Γιατί «διαθρέψει»;

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή ὁ Χριστός χειρίζεται μέ τρόπο πνευματικό ἕνα πρόβλημα καθαρά ὑλικό. Ἀπό ὥρα τόν ἀκολουθοῦν ἄνθρωποι πολλοί, «ἄνδρες ὡσεί πεντακοσχίλιοι χωρίς γυναικῶν καί παιδίων», δηλαδή περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωριστά οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά. Ποῦ τόν ἀκολουθοῦν; Σέ ἔρημο τόπο, ὅπου ὑπῆρχε ἡ ἀπόσταση ἀπό ὅσους μόλις εἶχαν ὁδηγήσει τόν Τίμιο Πρόδρομο σέ μαρτυρικό τέλος, ἀλλά καί ὅπου δέν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα προμήθειας τῶν ἀπαραίτητων τροφίμων. Γιατί τόν ἀκολουθοῦν; Σαγηνευμένοι ἀπό τό κήρυγμά του, ἐνθουσιασμένοι ἀπό τίς ἀλήθειες πού ἀποκαλύπτει, γεμάτοι ἐπιθυμία νά ζήσουν τόν Θεό, τόν ἀκολουθοῦν γιατί βιώνουν τήν ὄντως ζωή.

Πολύ λογικά οἱ μαθητές σπεύδουν νά ὑπενθυμίσουν στόν Διδάσκαλο ὅτι πέρασε ἡ ὥρα καί τόσος κόσμος μέσα στήν ἐρημιά δέν θά μπορέσει νά βρεῖ τρόφιμα. Μάλλον πρέπει νά τούς ἀφήσει νά φύγουν. Ἐνδιαφέρονται οἱ μαθητές καί ἐκφράζουν ἀγάπη ἔχοντας τήν ἔγνοια τόσων ἀνθρώπων. Περισσότερο ὅμως τούς νοιάζεται ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος κατανοεῖ ὅτι ἄν τούς ἀφήσει, πολλοί θά «ἐκλυθοῦν» ἀπό τήν πείνα μέσα στήν ἐρημιά. Στή συνέχεια πραγματοποιεῖται τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καί τῶν δύο ἰχθύων,μέ τό ὁποῖο χορταίνουν ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι. Καί γίνεται τό θαῦμα ἀκριβῶς γιατί ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἀκολούθησαν τόν Χριστό μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη, χωρίς νά λογαριάσουν κινδύνους, ἐπιθυμώντας μόνον νά ζήσουν μέ τόν Χριστό. Ἀλλά καί ὁ Χριστός κάνει τό θαῦμα ὅταν πλέον ἔχει ἀποκλειστεῖ κάθε ἄλλη ἀνθρώπινη λύση.

Ἡ διαχείριση τῶν περισσευμάτων

Ὁ Χριστός μεριμνᾶ γιά τούς ἀνθρώπους του, γι’ αὐτό ἐνδιαφέρεται καί γιά τά περισσεύματα. Βάζει τούς μαθητές του νά τά συγκεντρώσουν, ὥστε νά μήν πεταχθοῦν,παραδίδοντας πρωταρχικό μάθημα πολιτικῆς καί οἰκιακῆς οἰκονομίας. Σωστότερο μᾶλλον εἶναι νά ποῦμε ὅτι τό μάθημα αὐτό εἶχε ἀρχίσει μέ τήν ἁπλότητα τοῦ φαγητοῦ (ψωμί και ψάρια), δεῖγμα τοῦ ἀνεπιτήδευτου καί οἰκονομικοῦ προσανατολισμοῦ τῆς μέριμνας τοῦ Κυρίου, πού κυρίως ἀναδεικνύει τήν ἀγάπη του γιά τό πλάσμα του.

Ἔχει ὑπολογισθεῖ πώς τά τρόφιμα πού καταλήγουν στίς χωματερές τῆς Εὐρώπης ἀρκοῦν γιά νά τραφεῖ ἡ ὑποσαχάρια Ἀφρική, τό φτωχοτερο μέρος τοῦ πλανήτη μας. Ἔχει ἐπίσης ὑπολογισθεῖ πώς τά σκουπίδια τῶν προηγμένων χωρῶν ἀρκοῦν γιά νά ἐπιλυθεῖ τό ἐπισιτιστικό πρόβλημα τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτά τά στοιχεῖα δέν παρατίθενται γιά νά συγκινούμαστε περιστασιακά καί νά συζητοῦμε μέ τίς ὧρες θεωρητικά. Οὔτε πάλι γίνεται ἐπίκλησή τους γιά νά στοχοποιηθοῦν «κάποιοι» ἐναντίον τῶν ὁποίων πρέπει νά «ἀγωνιστοῦμε». Καταδεικνύουν μιά κυρίαρχη καί συνάμα ἀπάνθρωπη νοοτροπία ἀδιαφορίας καί συμφέροντος, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τήν ἀνθρωπότητα σέ πολύ πόνο καί ὀπισθοδρόμηση, γι’ αὐτό καί πρέπει νά καταλυθεῖ ὥστε νά βρεῖ χῶρο καί ν’ ἀναπτυχθεῖ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη.

Ὁ Χριστός μας μαζεύει τά περισσεύματα, ἀφοῦ ὅλοι χόρτασαν, γιά νά διδάξει τό μέτρο στά ἀποκτήματά μας. Ὅλοι δικαιούμαστε ὅ,τι μᾶς χρειάζεται, γιά νά διαβιώσουμε μέ ἀξιοπρέπεια στή ζωή αὐτή. Τό ἐπιπλέον ὅμως δέν μᾶς ἀνήκει· ἀντίθετα, εἶναι ἡ ἀφορμή πού ἔχω στά χέρια μου γιά ν’ ἀποδείξω τί ἔχω στήν καρδιά μου. Τό περίσσευμα ἀνήκει στόν ἐμπερίστατο ἀδελφό μου καί ἐναπόκειται σ’ ἐμένα νά βρῶ τρόπο νά τό διοχετεύσω πρός αὐτόν. Πόσο διακριτικά ὁ Χριστός κηρύσσει ἀκόμη καί τή μέριμνα γιά τή συγκέντρωση τοῦ περισσεύματος. Δέν ἀφήνει νά κυριρχησει ἡ σπατάλη. Δέν ἀφήνει νά πεταχτεῖ τίποτε. Μαζεύει γιά νά μπορεῖ νά δώσει. Κι αὐτό τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν ἄσειστη βάση ἐπάνω στήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας οἰκοδομεῖ αἰῶνες τώρα τό προνοιακό της ἔργο, τήν ἄριστη μεθοδολογία στή διαχείριση τῶν οἰκονομικῶν μέσων, τήν ἀπόλυτη προοπτική στή χρήση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Κι αὐτό τό παράδειγμα περιμένει νά βρεῖ τήν ἀντιγραφή του καί στή δική μας ζωή.

7.

Ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς (Ματθ. ιδ΄ 14-22)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ὁ χορτασμὸς τοῦ πεινασμένου λαοῦ στὴν Παλαιστίνη ἀποτελοῦσε σημάδι μεσσιανικό: Αὐτὸς ποὺ δίνει τροφὴ στὰ πλήθη καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ὑπερφυσικὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴ στιγμὴ τοῦ συγκλονιστικοῦ πειρασμοῦ μετὰ τὴ βάπτιση λέγει ὁ σατανᾶς στὸν Χριστό: «Ἂν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, πὲς νὰ γίνουν αὐτὲς οἱ πέτρες ψωμιὰ» (Ματθ. 4, 3. Λουκ. 3-4), γιὰ νὰ λάβει τὴν ἀπάντηση: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μόνο μὲ τὸ ψωμὶ ἀλλὰ μὲ κάθε λόγο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ». Ὡστόσο, ὅταν ὁ ἴδιος ἔκρινε πὼς ἦλθε ἡ κατάλληλη στιγμή, ἔκανε τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ χόρτασε πέντε χιλιάδες λαοῦ.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀφηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς (βλ. Μάρκ. 6, 31-44. 8, 1-9. Ματθ. 14, 14-22. 15, 32-39. Ἰωάν. 6, 1-15), ὄχι μόνο γιατί εἶναι ἐντυπωσιακὸ καὶ μοναδικὸ στὸ εἶδος του, ἀλλὰ γιατί κρύβει μέσα του ἕνα βαθύτερο συμβολισμὸ καὶ ἕνα οὐσιαστικότερο περιεχόμενο. Ἐὰν ἀποτελεῖ θαῦμα τοῦ μίσους καὶ τῆς κακίας ποὺ ἐκπλήσσει ὅλους μας τὸ ὅτι σήμερα μὲ τόσο πλοῦτο καὶ μὲ τόσες παραγωγικὲς πηγὲς στὸν κόσμο ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ὑποσιτίζονται καὶ πεθαίνουν ἀπὸ πείνα, ἄλλο τόσο καὶ μάλιστα πολὺ περισσότερο εἶναι θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τὸ ὅτι μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια χορταίνουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι!

Στὸ θαῦμα αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο κάνει λόγο ἡ σημερινὴ περικοπή, εἶδε ἡ Ἐκκλησία μας ἕνα οὐσιαστικότερο περιεχόμενο: ἀναγνώρισε τὴν προτύπωση τοῦ «ἄρτου τῆς ζωῆς», τῆς πραγματικῆς τροφῆς ποὺ ὅποιος τὴν τρώγει ζεῖ αἰώνια, χωρὶς νὰ φοβᾶται τὴν πείνα καὶ τὸν θάνατο. Καὶ ὁ ἄρτος αὐτὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ προσφέρεται νὰ θανατωθεῖ στὸν σταυρὸ γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εὐθὺς μετὰ τὴ διήγηση τοῦ θαύματος, παραθέτει μία ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ περὶ θείας Εὐχαριστίας, στὴν ὁποία λέγει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς ποὺ τρώει τὴ σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἷμα μου ἔχει ζωὴ παντοτινή, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀναστήσω τὴν ἔσχατη ἡμέρα» (Ἰωάν. 6, 54). Πολὺ σοφὰ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χαρακτήρισαν τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας «φάρμακο ἀθανασίας», γιατί ἡ τροφὴ αὐτὴ δὲν χορταίνει τὶς ὑλικὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες ἀλλὰ τὴν πείνα καὶ δίψα τῆς αἰωνιότητας.

Νὰ γιατί ὁ Χριστὸς ἀποφεύγει τὶς ἐνθουσιώδεις ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, κατὰ τὴ διήγηση τοῦ θαύματος ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Ὁ λαὸς βλέπει στὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν του καὶ σπεύδει νὰ ἁρπάσει τὸν ἰσχυρὸ προστάτη του καὶ νὰ τὸν ἀνακηρύξει βασιλιά. Ὁ Χριστὸς ὅμως ξεφεύγει ἀπ’ ἀνάμεσά τους καὶ πηγαίνει στὸ ὄρος νὰ προσευχηθεῖ. Δὲν πρέπει νὰ μείνουν στὸ ἐξωτερικὸ σημάδι. Ὁ νοῦς του εἶναι προσανατολισμένος στὴν Ἐκκλησία ποὺ πρόκειται νὰ ἱδρυθεῖ καὶ γιὰ τὴν ὁποία τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι μιὰ προεικόνιση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἄλλωστε καὶ ἡ ὁρολογία τῆς διηγήσεώς μας («λαβών», «ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν», «εὐλόγησε», «καὶ κλάσας ἔδωκε») μᾶς ἐνθυμίζει τὴ διήγηση περὶ τοῦ Μ. Δείπνου (Ματθ. 26, 26-29. Μάρκ. 14, 22-25. Λουκ. 22, 15-20). Κι ἀκόμη ἂς προσθέσουμε ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ἀπὸ τὴν εἰκονογραφικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐνισχύει τὴν παραπάνω ἑρμηνεία: Ἡ παρουσία τῶν ἰχθύων στὶς συμβολικὲς παραστάσεις τῆς θείας Εὐχαριστίας στὶς τοιχογραφίες τῶν κατακομβῶν μαρτυρεῖ ὅτι στὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων εἶδε ἡ Ἐκκλησία τὸν χορτασμὸ τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν «ἄρτον τῆς ζωῆς».

Τὸ μήνυμα τῆς περικοπῆς μας μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ στὰ ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς δὲν ἐκπροσωπεῖ ἁπλῶς μία ὡραία καὶ ὑψηλὴ διδασκαλία ποὺ ἐξυψώνει ἠθικά τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ εἶναι καὶ μυστήριο, τὸ μυστήριο τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ποὺ ἀποτελεῖ πηγὴ ζωῆς καὶ φάρμακο ἀθανασίας. «Ἐὰν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 6, 51).

8.

Ὁ Ζωοποιὸς Ἄρτος

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ χορτάσθησαν»

Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ὁ Χριστὸς ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο. Ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ φυλάξει τὸν ἑαυτό Του γιὰ τὸν κατάλληλο καιρὸ τοῦ Σταυροῦ. Δὲν εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα γιὰ τὸ πάθος Του. Ὁ ἄλλος Εὐαγγελιστὴς γράφει πὼς ἀναχώρησε στὴν ἔρημο γιὰ νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στοὺς μαθητές Του νὰ ξεκουρασθοῦν (Μάρκ. 6,31). Ἀνεχώρησαν σὲ κάποια ἔρημο τῆς πόλεως Βηθσαιδᾶ (Λουκ. 9,10). Στὸ χῶρο αὐτὸ ἔκανε τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων.

Οἱ συνθῆκες τοῦ θαύματος τὰ ἀρνητικὰ δεδομένα εἶναι περισσότερα ἀπ’ τὰ θετικὰ στὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων, γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος. Ὁ τόπος ἦταν ἔρημος καὶ δὲν ὑπῆρχε κάποια ἑστία ἀνεφοδιασμοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ ὥρα ἦταν περασμένη· «Ἡ μὲν ἡμέρα κλίνειν ἤρξατο», καθὼς εἶπε Λουκᾶς· «αὐτοὶ δὲ παρέμειναν ἄσιτοι», δηλαδὴ ἡ ἡμέρα τελείωνε, ἀλλὰ αὐτοὶ παρέμειναν ἄσιτοι, σημειώνει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός. Ὁ πολὺς ὁ κόσμος εἶχε αἰχμαλωτευθεῖ ἀπ’ τὴ διδασκαλία, γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ ἄνθρωποι νὰ ψάξουν νὰ βροῦν κάτι νὰ φᾶνε (ὅπ. π.). Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ «‹οὐ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὴν δικαίαν» (Παροιμ. 10,3), δηλαδὴ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀφήσει νὰ πεθάνει ἀπ’ τὴν πείνα ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι δίκαιη. Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀποφασίσει νὰ τοὺς θρέψει μὲ τὸν παράδοξο αὐτὸ τρόπο, ἀλλὰ περίμενε νὰ Τοῦ τὸ ζητήσουν νὰ μὴ φανεῖ πὼς κάνει θαύματα πρὸς ἐντυπωσιασμό. Ἄφησε νὰ πεινάσουν ὑπερβολικά, προκειμένου νὰ λάβουν μεγαλύτερη αἴσθηση τοῦ θαύματος.

Ἄλλες πλευρὲς τοῦ θαύματος

Πρὶν κάνει τὸ θαῦμα προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του· «ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν» (Ματθ. 14,19). Ἐδῶ βλέπουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦταν τέλειος ἄνθρωπος, γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχεται ὅπως κάνουν ὅλοι ποὺ ἔχουν τὴν ἀνθρώπινη φύση. Μετὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, γιὰ νὰ δώσει νὰ καταλάβουν ὅλοι πὼς δὲν εἶναι ἀντίθεος, ἀλλ’ ἔχει τὴν προέλευσή Του ἀπὸ τὸ Θεὸ «καὶ ὅτι ἴσος ἐστί», δηλαδὴ εἶναι ἴσος μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα. Ὁ Μωϋσῆς στὴν ἔρημο παρακάλεσε τὸ Θεὸ κι ἔδωσε στοὺς Ἰσραηλίτες τὸ μάννα ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη, ποὺ εἶχαν, ὅπως κι ὁ Ἠλίας ἔδωσε στὴ χήρα γυναίκα στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδώνας τὸ λάδι καὶ τὸ ἀλεύρι μόνον γιὰ τὸν καιρὸ τοῦ λιμοῦ, ἐνῶ ὁ Κύριος πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους χωρὶς φειδώ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουν περισσεύματα «δώδεκα κοφίνους πλήρεις» (Ματθ. 14,20).

Στοὺς μαθητὲς του δίνει ἄρτους, γιὰ νὰ τοὺς μοιράσουν στὸ πλῆθος, γιὰ νὰ θυμοῦνται μόνιμα καὶ συνεχῶς τὸ θαῦμα. Ἀκόμη τοὺς δίνει τοὺς ἄρτους, γιὰ νὰ μὴ νομισθεῖ πὼς κατὰ φαντασία θαυματούργησε. Τὰ περισσεύματα εἶναι δείγματα ἀτράνταχτης ἀλήθειας. Τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων εἶναι σύμβολο καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ οὐράνιος ἄρτος τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμη μπορεῖ οἱ ἄρτοι νὰ συμβολίζουν καὶ τὰ πολλὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος τρέφει τὸ λαό Του καὶ τὴν Ἐκκλησία Του μὲ τὸν ἑαυτό Του. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ζωοποιὸς ἄρτος.

Τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα

Πολλοὶ διαβάζοντας τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων ἴσως κάνουν σκέψεις πὼς ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ λύσει τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ συνδέεται μὲ τὶς βιοποριστικές τους ἀνάγκες κατὰ τρόπο μαγικό. Κάπως ἔτσι πίστευαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς Του (Ἰωάν. 6,26). Νόμιζαν πὼς ὁ Χριστὸς θὰ ἔκανε κάθε μέρα τὸ ἴδιο θαῦμα καὶ θὰ τοὺς ἁπάλλασε ἀπὸ τὴν ἐργασία. Ὁ Χριστὸς δὲν περιφρονεῖ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὰ ἱεραρχεῖ. Πρῶτα εἶναι ἡ βρώση ἡ μένουσα (ὅπ. π. στίχ. 27) καὶ μετὰ ἡ πρόσκαιρη. Πρῶτα βάζει τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ μετὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ ἀγχώδης μέριμνα καὶ ἡ ἐπίμονη προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν ποὺ προέρχονται, εἶναι καταδικαστέες ἀπ’τὸ Χριστό.

Ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται τὸ ἴδιο γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ βάζει μία σειρὰ στὶς ἀπαιτήσεις μας. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ προηγοῦνται τῶν πνευματικῶν ἐνδιαφερόντων μας τὰ ὑλικά. Πρῶτα δίδαξε ὁ Χριστὸς τὸν ὄχλο καὶ μετὰ τοὺς ἔδωσε ψωμὶ νὰ φᾶνε. Τὸν ἄνθρωπο ὀφείλει νὰ τὸν διακατέχει ἡ ἀγωνία μήπως χάσει τὸν σύνδεσμό του μὲ τὸ Χριστό, ποὺ εἶναι ὁ ζωοποιὸς ἄρτος κι ὄχι ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀποκτήσει πολλὰ ἐφήμερα ἀγαθά.

Ἀδελφοί μου,

Νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας πλούσιο, ὅταν ἀρκούμεθα στὰ ἀναγκαῖα κι ἔχουμε τὸν Χριστὸ ἐπιούσιο ἄρτο στὴ ζωή μας. Τότε ὄντως εἴμαστε πλούσιοι.

 

9.

Ἑρμηνεία στὴν περικοπὴ τῶν Πέντε Ἄρτων

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς και του Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Χρόνο μὲ τὸ χρόνο καὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ νέα πλαίσια και ὑπὸ τὸ πρῖσμα σημερινῶν καταστάσεων, εἴτε εἶναι προσωπικὲς ἤ ἱστορικὲς. Καὶ κάθε φορὰ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο ἐδάφιο μπορεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο νὰ προκαλεῖ τὴν προσοχή μας.

Σήμερα διαβάσαμε τὴν περικοπὴ γιὰ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους ἀπὸ τὸν Χριστὸ. Καὶ πιὸ συχνὰ ἔχουμε διαβάσει στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ σὲ πνευματικοὺς συγγραφεῖς γιὰ τὸ αἴσθημα τῆς κατάπληξης στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δύναμης ποὺ μποροῦσε νὰ θρέψει τόσους πολλοὺς μὲ τόσο λίγα, ποὺ πράγματι κάνει θαύματα σ’ ἕναν κόσμο τόσο πολὺ ἀποξενωμένο ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὅταν μοναχὰ μιὰ ὑποψία πίστης, μιὰ ρωγμὴ στὴν ἁρματωσιὰ τῆς ἀπιστίας μας θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργήσει.

Καὶ σήμερα διαβάζοντας τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ μὲ ξάφνιασαν ξανὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθητὲς του κάνουν ἔκκληση νὰ διώξει τὰ πλήθη, ἐπειδὴ ἡ μέρα ἔφθασε στὸ τέλος της, ἐπειδὴ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βρίσκονται μέχρι τὰ γειτονικὰ χωριὰ εἶναι μεγάλη, ἡ κούραση καὶ τὸ σκοτάδι θα τοὺς καταβάλλουν ἐὰν παραμείνουν ἐκεῖ περισσότερο. Καὶ ὅμως, ἔμειναν χωρὶς φαγητὸ μιὰ ὁλόκληρη μέρα, ἀκούγοντας τὸν ζωηφόρο λόγο τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ ὁ Χριστὸς λέει στοὺς μαθητὲς: Ὄχι, δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν· δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε.. Πῶς μποροῦν νὰ θρέψουν ἕνα πλῆθος τόσο μεγάλο; Χιλιάδες ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιὰ, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ ἔχουν εἶναι πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ πρόκληση ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς σ’ ἐκείνους καὶ σ’ ἐμᾶς. Ναί – ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ τὸ θαῦμα· ἀλλὰ ὄχι ἄν δὲν συμβάλλουμε σ’ αὐτὸ ἁπλόχερα καὶ μ’ ἀνοιχτὴ καρδιὰ. Δὲν εἶπε στοὺς μαθητὲς Του: Κρατῆστε ὅσο περισσότερα τρόφιμα μπορεῖτε γιὰ σᾶς, καὶ δῶστε τὰ ὑπόλοιπα, ὅ,τι ἀπέμεινε στοὺς ἄλλους. Τοὺς λέει: Πᾶρτε ὅ,τι ἔχετε καὶ δῶστε τα ὅλα…

Αὐτὸ δὲν μᾶς λέει ὁ Χριστὸς, μὲ πολὺ ἰδιαίτερο τρόπο, σὲ ἐποχές ποὺ εἴμαστε τόσο ἀσφαλεῖς, τόσο πλούσιοι, καὶ ὅταν καθημερινὰ ἀκοῦμε γιὰ πείνα, δυστυχία, γιὰ θάνατο ἀπὸ ἀσιτία ἑκατοντάδων ἀνθρώπων. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἁπλὰ μᾶς λέει ὁ Θεὸς εἶναι: δῶστε ὅ,τι μπορεῖτε καὶ ἄφηστε με μετὰ νὰ ἐνεργήσω· μὴν μοῦ ζητᾶτε νὰ κάνω ἕνα θαῦμα, ἐνῶ μπορεῖτε νὰ τὸ κάνετε μόνοι σας.

Οἱ Ἀπόστολοι μποροῦσαν νὰ κάνουν λίγα πράγματα· μποροῦσαν νὰ μοιράσουν πέντε ἅρτους καὶ δύο ψάρια· ἀλλὰ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ μοιράσουμε τόσα πολλὰ! Ἐὰν οἱ καρδιὲς μας ἦταν ἀνοιχτὲς, ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε τὶς πέτρινες καρδιές μας καρδιὲς ζωντανές, ἄν εἴχαμε μάθει τὶ σημαίνει νὰ εἴμαστε γενναιόδωροι καὶ ὑπεύθυνοι ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ἄν εἴχαμε μάθει λίγο, τόσο λίγο! – ν’ ἀγαπᾶμε στὴν πράξη τὸν πλησίον μας, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε πείνα στὸν κόσμο.

Καὶ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέει σήμερα το Εὐαγγέλιο, εἶναι , «κοιτᾶξτε γύρω σας»· σὲ κάθε πρόσωπο ποὺ πεινάει, ποὺ δὲν ἔχει στέγη, ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη καὶ θυμηθεῖτε ὅτι καθένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρόσωπα εἶναι δική σας εὐθύνη, ἡ πείνα τους, ἡ ἔλλειψη στέγης, ἡ δυστυχία τους εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ πλούτου, τῆς ἄνεσης, καὶ τῆς ἄρνησής σας νὰ μοιραστεῖτε, νὰ προσφέρετε, ὄχι νὰ δώσετε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε -ἁπλὰ νὰ δώσετε.

Ἄν μοναχὰ θυμόμασταν, καθὼς ἕνας Ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θυμᾶμαι τώρα, γράφει σ’ ἕνα κείμενό του, ὅτι ὅποτε τρώει μιὰ μπουκιὰ ποὺ δὲν τοῦ εἶναι ἀπαραίτητη, ὅποτε ἀποκτᾶ ἥ κατέχει ὁ,τιδήποτε πέρα ἀπὸ τὶς ἀπόλυτες ἀνάγκες του, τὸ κλέβει ἀπὸ τοὺς πεινασμένους, ἀπὸ τοὺς ἄστεγους, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ροῦχα – εἶναι κλέφτης.

Δὲν ἀπευθύνεται ἀκριβῶς αὐτὸ σὲ μᾶς ἀπ’ ὅτι στὸν ἀσκητή;

Ἄς προβληματιστοῦμε, ἐπειδὴ συμπεριφέρομαστε σὰν ἀνόητοι, ἀνάξιοι οἰκονόμοι· ὑπάρχει κάτι παρόμοιο ὅπως ἡ διαχείριση τοῦ πλούτου- πνευματικοῦ, συναισθηματικοῦ, ἠθικοῦ καὶ ὑλικοῦ. Θυμᾶστε πιθανὸν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνάξιου, ἀπίστου οἰκονόμου ποὺ γέλασε τὸν κύριο του, τὸν ἔκλεψε, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀπολυθεῖ ἐπειδὴ ὁ κύριος του ἀνακάλυψε τὴν ἀτιμία του,κάλεσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοῦ χρωστοῦσαν χρήματα καὶ μείωσε τὸ χρέος τους. Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε. Στράφηκε στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἔδωσε ὅποια βοήθεια μποροῦσε· ἐμεῖς δὲν τὸ κάνουμε. Ἄς μᾶς προβληματίσουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: Δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν μακρυά μου γιὰ νὰ φᾶνε· δῶστε τους ὅ,τι χρειάζονται.. Καὶ ἄν κοιτάξουμε γύρω μας, ὄχι μακρυά, ἀλλὰ ἀκριβῶς δίπλα μας, τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ποὺ πεινᾶνε, ποὺ εἶναι ἄστεγοι, ποὺ εἶναι στερημένοι ἀπὸ δικαιώματα, ἤ ἁπλὰ τοὺς γείτονες μας ποὺ εἶναι κάποιες φορὲς τόσο μοναχικοὶ, ποὺ χρειάζονται ἕναν λόγο παρηγοριᾶς, φιλία, ἀλληλεγγύη, θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε πράξη τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ἄς μὴν ξεγελιόμαστε, δὲν θὰ γίνει αὐτὸ μὲ λόγια παρηγοριᾶς, μ’ εὐγενικὲς χειρονομίες. Ὁ Χριστὸς εἶπε: Δῶστε ὅ,τι ἔχετε καὶ ἴσως θὰ πεῖ σὲ μᾶς ἐκτιμώντας τὴν λιγοστὴ πίστη ποὺ ἔχουμε, τὴν στενότητα καὶ τὴν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μας: Δῶστε ὅ,τι εἶναι περιττὸ στὴ ζωὴ σας, ὅ,τι ξοδεύετε γιὰ τὸν ἑαυτὸ σας χωρὶς νὰ χρειάζεται, δίχως ν’ ἀντλεῖται ἀπ’ αὐτὰ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση- δῶστε τα καὶ τὸτε ἀφῆστε τὸ Θεὸ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ δῶρο Του, νὰ κάνει τὰ ὑπόλοιπα.

Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μου· εἶναι ἐπίσης τὸ κάλεσμα ποὺ ἀπευθύνει στὸν καθένα ἀπὸ σᾶς. Ἀμήν.

Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr

10.

Γιατί έγινε το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων;

«Τ καιρ εκείν, εδεν ησος χλον πολν, κα σπλαγχνίσθη π᾿ ατος κα θεράπευσε τος ρρώστους ατν. ψίας δ γενομένης προσλθον ατ ο μαθητα ατο λέγοντες· ρημός στιν τόπος κα ρα δη παρλθεν· πόλυσον τος χλους, να πελθόντες ες τς κώμας γοράσωσιν αυτος βρώματα. δ ᾿Ιησος επεν ατος· ο χρείαν χουσιν πελθεν· δότε ατος μες φαγεν…» 

 Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές αναφέρουν το θαύμα αυτό του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων που έκανε ο Χριστός σε μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της επιγείου δράσης Του.

 Σύμφωνα με τον Ματθαίο ο Ιησούς κάποια στιγμή είδε πολύ κόσμο και τους σπλαχνίστηκε και θεράπευσε τους αρρώστους. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές Του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα πια περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν’ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». Κι αυτοί του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». Κι αυτός είπε: «Φέρτε τα μου εδώ».

 Έδωσε εντολή στους ανθρώπους να καθίσει πάνω στο χορτάρι για φαγητό. Πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα Του στον ουρανό, προσευχήθηκε, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές κι αυτοί με τη σειρά τους τα μοίρασαν στο πλήθος. Το ίδιο έκανε και με τα ψάρια. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωριστά οι γυναίκες και τα παιδιά.

Αμέσως μετά ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές να μπούνε στο καΐκι και να πάνε να Τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, μέχρις ότου Εκείνος να διαλύσει τα πλήθη…

  Το θαύμα αυτό αποτελεί φανέρωση της παντοδυναμίας του Χριστού. Ταυτόχρονα όμως υπογραμμίζεται και η ευθύνη που έχουμε εμείς οι χριστιανοί στον αγώνα για την αντιμετώπιση των υλικών προβλημάτων μας.

 Για να θρέψει τα πεινασμένα πλήθη που τον ακολούθησαν ο Χριστός ζήτησε τη 
συνεργασία των μαθητών Του – «δότε ατος μες φαγεν», τους λέει – και, μόλις αυτοί Τον υπακούουν, το θαύμα γίνεται… Έτσι και στη ζωή, η ανθρώπινη συγκατάθεση εκφράζει την πίστη και την εμπιστοσύνη στον Θεό – απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση του θαύματος, δηλαδή την «αμοιβή» του πιστού ανθρώπου.
 Εντύπωση μας κάνει και το γεγονός ότι ο Χριστός, πριν κάνει το θαύμα και ενώ κρατούσε στα χέρια Του την ανθρώπινη τροφή, σήκωσε τα μάτια Του στον ουρανό και ευλόγησε την ύλη – «ναβλέψας ες τον ορανόν ελόγησε»

 Με αυτή την κίνηση μας δείχνει πως τα πάντα ανάγονται στον Θεό.

Εκείνος είναι που δημιούργησε τον κόσμο, 

Εκείνος μας δίνει τα αγαθά για την επιβίωσή μας, 

Εκείνος μεριμνά για τις ανάγκες μας, 

Εκείνος μας δίδει τον Λόγο του για να χορτάσουμε την πνευματική μας πείνα για νόημα, ελπίδα, σκοπό. 

Η κίνηση λοιπόν του Χριστού να στραφεί προς τον Ουρανό ακριβώς αυτό υποδηλώνει: Να δείξει στον άνθρωπο ότι για κάθε αγαθό αυτής – ή της αιώνιας – ζωής ο άνθρωπος καλείται να στραφεί προς τον Θεό ως τον Πατέρα Του και να αφεθεί στο μυστήριο της ανταπόκρισης που πηγάζει από την αγάπη. Το θαύμα έγινε άπαξ. Το μυστήριο όμως, στις ουσιαστικές του διαστάσεις, βιώνεται συνεχώς μέσα από την ευχαριστιακή σχέση ανθρώπου και Θεού. Η ευλογία που παρείχε ο Χριστός στους άρτους και τους ιχθύες είναι το ορατό σημείο του θαύματος. Ευλογώ σημαίνει λέω καλώ λόγο. Σημαίνει ζητώ από τον Θεό την αφθονία σε ό,τι ξεκινώ ή σε ό,τι κρατώ. Μια αφθονία που γνώμονα έχει την προσφορά στους άλλους. Γι’ αυτό ο Χριστός ευλόγησε τα υλικά αγαθά. Για να στηρίξει τους ανθρώπους, για να καταλάβουν το μυστήριο της σχέσης τους με το θείο. Και κάθε έργο μας είναι ευλογημένο όταν έχει σκοπό την προσφορά στους άλλους.
Ο Χριστός θα δώσει στους μαθητές Του τα υλικά αγαθά για να τα προσφέρουν με τη σειρά τους στο λαό – «κα κλάσας δωκε τος μαθητας τος ρτους, ο δ μαθητα τος χλοις». Δεν μοίρασε την τροφή ο ίδιος ο Χριστός, για να δείξει στους μαθητές Του ότι κάθε έργο δεν μπορεί να είναι ατομικό –χρειάζεται μια δράση συλλογική. Είναι ανάγκη λοιπόν να αλλάξουμε νοοτροπία στη ζωή μας. Να μην περιοριζόμαστε σε μια παθητική φιλανθρωπία και παράλληλα να προτρέπουμε τους έχοντας ανάγκη να κοπιάζουν ώστε να δείχνουν ότι παλεύουν ολόψυχα γι’ αυτό που τους χαρίζεται ως δωρεά και ευλογία.