1.
«Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι»! (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)

IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

«Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι»!

  1. Ἁπλό καί σύντομο, ὅπως πάντα, θά εἶναι καί τό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, καί παρακαλῶ να τό προσέξετε.

Θά ἀρχίσω μέ ἕνα ἐρώτημα. Κακό εἶναι ἡ ἀρρώστια, κακό καί ἡ ἁμαρτία. Ἀλλά ποιό εἶναι μεγαλύτερο κακό; Ἡ ἁμαρτία ἤ ἡ ἀρρώστια; ῾Ο κόσμος, ὁ πολύς κόσμος πού ἁμαρτάνει ἄφοβα καί εὐχάριστα, ὅπως πίνει ἕνα ποτήρι δροσερό νερό, «ὡς ψύχει λάκκος ὕδωρ, οὕτω ψύχει κακία αὐτῆς», ὅπως λέγει ὁ προφήτης (Ἰερ. 6,7), θά ἀπαντήσουν ὅτι ἡ ἀρρώστια εἶναι τό μεγαλύτερο κακό. Καί ὅμως, ἀδελφοί, ὅλα τά κακά καί αὐτή ἡ ἀρρώστια καί αὐτός ὁ θάνατος προῆλθαν ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία, λοιπόν, πού ἔπραξε ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ὑποκίνηση τοῦ Διαβόλου, αὐτή ἔφερε τό «φυσικό» λεγόμενο κακό καί τήν ἀρρώστια καί τόν θάνατο ἀκόμη.

 

  1. Τά λέγω αὐτά, ἀδελφοί, γιατί τά ἔλεγε τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, πού ἀκούσαμε σήμερα ΣΤ´ Κυριακή τοῦ Ματθαίου. Ἡ περικοπή πού ἀκούσαμε μᾶς ἔλεγε γιά ἕνα παραλυτικό, τόν ὁποῖο ἔφεραν στό Χριστό πάνω σέ ἕνα κρεβάτι, γιά νά τόν θεραπεύσει βέβαια. Καί ὅμως ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν τόν εἶδε, δέν τόν θεράπευσε, ἀλλά τοῦ εἶπε «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου»! Γιατί; Γιατί ὁ Χριστός, περισσότερο ἀπό τήν παραλυσία τοῦ σώματος τοῦ ἀρρώστου ἔδωσε σημασία στήν παράλυτο ψυχή του, τήν ἁμαρτωλή του ψυχή, ἡ ὁποία ἔφερε τήν παραλυσία τοῦ σώματος. Δηλαδή, ὁ παράλυτος αὐτός ζοῦσε ἀπό τήν νεότητά του πολύ ἁμαρτωλή ζωή. Βάλετε ξενύχτια, βάλετε καταχρήσεις καί ἀσωτεῖες, πού ἔφθειραν τήν ὑγεία του μέχρι σημείου νά παραλύσει καί τό σῶμα του. Καί ὁ Χριστός μας, πού θεραπεύει τέλεια τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος καταφεύγει σ᾽ Αὐτόν, τοῦ θεράπευσε κατά πρῶτο λόγο τήν ἄρρωστη ψυχή του λέγοντάς του «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».
  2. 3. Γιά νά πάρουμε τό μάθημά μας ἀπό τό σημερινό Εὐαγγέλιο, ἀδελφοί χριστιανοί, καί νά ὠφεληθοῦμε πνευματικά, πρέπει νά βάλουμε τόν ἑαυτό μας στήν θέση τοῦ παραλύτου, γιατί ὁ καθένας μας ἔχει ἁμαρτήματα, ἄλλος λιγώτερα καί ἄλλος περισσότερα. Ὅλοι μας εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί εἴπαμε ὅτι ἡ προσευχή ὅλων μας πρέπει νά εἶναι τό, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Ἀφοῦ, λοιπόν, εἴμαστε ἁμαρτωλοί, αὐτό πού πρέπει νά μᾶς νοιάζει, περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα, εἶναι τό νά συγχωρηθοῦν τά ἁμαρτήματά μας. Γι᾽ αὐτό καί ὅταν τελειώνει ἡ ἡμέρα καί κάνουμε τήν βραδυνή μας προσευχή, πού λέγεται «Ἀπόδειπνο», τόν πρῶτο ψαλμό πού λέμε εἶναι τό «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», μέ τόν ὁποῖο ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καί περιμένουμε ἀπό τόν Χριστό νά ἀκούσουμε μέσα μας τόν γλυκό Tου λόγο, αὐτόν πού εἶπε στόν παράλυτο, «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι».

Ἀλλά ἀκοῦστε, χριστιανοί, νά σᾶς πῶ ἕνα παρήγορο καί γλυκό λόγο, γιά νά χαρεῖτε. Πρῶτα νά σᾶς πῶ ὅτι κανονικά ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί δέν πρέπει νά πράττουμε καμμία ἁμαρτία. Καί δέν πρέπει νά κάνουμε καμμία ἁμαρτία γιατί ὅταν βαπτιστήκαμε ἀποταχθήκαμε τόν Σατανᾶ, τόν φτύσαμε (!), «ἔμπτυσον αὐτόν» μᾶς εἶπε ὁ ἱερεύς, συνταχθήκαμε ἔπειτα μέ τόν Χριστό καί τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας τό θάψαμε στά ἁγιασμένα νερά τῆς κολυμβήθρας. Καί βγήκαμε ἔπειτα ἀπ᾽ αὐτήν ἀναστημένοι πνευματικά ἄνθρωποι. Ἀναγεννημένοι! Καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς λέγει, «πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ» ( Α´ Ἰωάν. 3,9). Δέν ἐπιτρέπεται, λοιπόν, ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι νά ἁμαρτάνουμε. Καί ὅμως ἁμαρτάνουμε, γιατί ρέπει ἡ φύση μας πρός τό κακό. Τί θά γίνει, λοιπόν, μέ τά ἁμαρτήματά μας, πού κουβαλᾶμε μέσα μας καί πάνω μας; Ἀκοῦστε, χριστιανοί μου, γιά νά χαρεῖτε. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε, ὁ Ἰησοῦς Χριστός μας, ἔκανε τήν Ἐκκλησία Του καί ἔδωσε στούς ἱερεῖς Του τήν Χάρη Του νά συγχωροῦν ἁμαρτήματα. Αὐτό γίνεται μέ ἕνα ἱερό Μυστήριο, πού λέγεται «δεύτερο βάπτισμα»! Εἶναι τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης. Ὁ πιστός λέγει στόν ἱερέα μέ μετάνοια καί ταπείνωση τά ἁμαρτήματά του καί ὁ ἱερεύς, ἐκ μέρους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ λέγει τόν γλυκό λόγο «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι»! Νά ἐξομολογεῖσθε, ἀδελφοί μου! Καί ἐγώ πηγαίνω καί ἐξομολογοῦμαι. Τά ἁμαρτήματά μας εἶναι ὄγκος βαρύς. Καί ἄν δέν τά πετάξουμε, δέν χωρᾶμε νά περάσουμε ἀπό τήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό, πού πάει στόν Παράδεισο. Πνευματικοί ὑπάρχουν παντοῦ. Νά πηγαίνετε νά ἐξομολογεῖσθε, σέ ὅποιον πνευματικό θέλετε καί ἀναπαύεσθε. Πάντως νά πηγαίνετε νά ἐξομολογεῖσθε.

  1. 4. Ἀλλά θέλω νά σᾶς πῶ τώρα ἕνα λόγο πού μπορεῖ νά σᾶς φανεῖ περίεργος, θά σᾶς τόν ἐξηγήσω ὅμως, γιά νά τόν καταλάβετε. Κατά πρῶτον πρέπει νά ξέρετε ὅτι ὅσα ἁμαρτήματα ἐξομολογηθήκατε συγχωρέθηκαν ἀπόλυτα. Δηλαδή, εἶναι σάν νά μήν ἔγιναν. Ἀλλά δέν ξέρω ἄν σᾶς ἔχει συμβεῖ, γιατί ἐμένα μοῦ συνέβηκε. Συμβαίνει νά ἐξομολογούμαστε τά ἁμαρτήματά μας, ἀλλά μετά νά μήν ἔχουμε μέσα μας τήν χαρά τῆς συγχώρησής τους. Σέ βίους δέ ἁγίων διάβασα ὅτι στό τέλος τῆς ζωῆς τους, ὅταν παρέδιδαν τήν ψυχή τους στόν Κύριο, τότε τούς διδόταν ἡ πληροφορία τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τους. Καί δέν συγχωροῦνταν, λοιπόν, τά ἁμαρτήματά τους μέ τήν ἐξομολόγησή τους πού ἔκαναν συχνά;

Ἀκοῦστε, χριστιανοί, καί ζητῶ τήν προσοχή σας νά νοήσετε αὐτό πού θά σᾶς πῶ. Μέσα μας ἔχουμε μία βρωμερή μηχανή πού λέγεται «σῶμα τῆς ἁμαρτίας». Αὐτή ἡ μηχανή δουλεύει μέρα-νύχτα καί παράγει ἁμαρτήματα. Ὅταν πηγαίνουμε καί ἐξομολογούμαστε λέμε στόν πνευματικό αὐτές τίς παραγωγές τῶν ἁμαρτημάτων τῆς μηχανῆς αὐτῆς. Καί συγχωροῦνται βέβαια ὅσα ἁμαρτήματα ἐξομολογούμαστε. Ἀλλά τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας, ἡ βρωμερή μηχανή πού εἴπαμε, εἶναι μέσα μας καί δουλεύει συνεχῶς καί παράγει νέα ἤ καί τά ἴδια ἁμαρτήματα πού ἐξομολογηθήκαμε. Ἔτσι, ἐνῶ ἐξομολογούμαστε, δέν ἔχουμε ἔπειτα τήν χαρά ὅτι καθαρίστηκε ἀπόλυτα ἡ ψυχή μας, γιατί ξέρουμε τό κακό πού ὑπάρχει ἐγκαταστημένο μέσα μας, μέ τήν ἁμαρτωλή φύση πού ἔχουμε, καί μᾶς κινεῖ πάντα στήν ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτό, χριστιανοί μου, δέν φτάνει μόνο ἡ ἐξομολόγηση, ἀλλά χρειάζεται καί ὁ ἀγώνας μας μετά ἀπό τήν ἐξομολόγηση, γιά νά ξερριζώσουμε ἐντελῶς τό δένδρο τῆς ἁμαρτίας πού εἶναι βαθειά ριζωμένο μέσα μας. Γιά νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἐντελῶς ἀπό τά ἁμαρτωλά πάθη, ὥστε νά κλίνει ἀπόλυτα στόν Θεό καί νά ἀποστρέφεται τό κακό. Γι᾽ αὐτό καί αὐτά τά ἐξομολογηθέντα ἁμαρτήματά μας πρέπει πάλι νά τά σκεπτόμαστε καί νά πονᾶμε γι᾽ αὐτά, γιά νά μήν τά ξαναπράξουμε. Ἔτσι καί ὁ Δαβίδ, ἐνῶ συγχωρέθηκε ἡ ἁμαρτία του, ὅμως ὁ ἴδιος ἔλεγε, «ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός».

Εὔχομαι, χριστιανοί μου, νά νοιώθετε τήν χαρά τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σας μέ τήν συνεχῆ ἐξομολόγησή σας, ἀλλά καί μέ τόν ἀγώνα σας κατά τοῦ βρωμεροῦ πτώματος τῆς ἁμαρτίας, τοῦ «πτώματος τοῦ θανάτου», ὅπως τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Μέ πολλές ευχές

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

2.

Ἡ θεραπεία τοῦ Παραλύτου (Ματθ.9.1-8)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

(Ματθ. 9,1-8. Μάρκ. 2.1-12. Λουκ.. 5,17-26)

Ὁ Κύριος συνεκρούσθη ἐν Ἱερουσαλὴμ μετὰ τῆς ἱερατικῆς τάξεως πρώτην φορὰν κατὰ τὸ πρῶτον Πάσχα τοῦ δημοσίου Του βίου καὶ κατόπιν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ τῆς Ἰουδαίας μετὰ τῶν Φαρισαίων, ὅτε εὑρισκέτο ἐν τῇ Αἰνών μετὰ τῶν μαθητῶν Του πλησίον τοῦ Ἰορδάνου. Ἡ θεραπεία ὅμως τοῦ παραλυτικοῦ ἐν Καπερναοὺμ καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Λευΐ θὰ παράσχωσιν εἰς τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους τὴν ποθητὴν των εὐκαιρίαν νὰ συγκρουσθῶσι καὶ ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ μὲ τὸν Ἰησοῦν. Αὕτη ἔγινεν οὕτως.

Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐπάνοδόν Του ἐκ τῆς χώρας τῶν Γεργεσηνῶν κατὰ τὸν Ματθαῖον ἤ μετὰ τὴν πρώτην μεγάλην περιοδείαν ἀνὰ τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἑπομένως μετὰ τὴν θεραπείαν τοῦ λεπροῦ κατὰ τὸν Μάρκον καὶ Λουκᾶν — τὸ δεύτερον πιθανώτερον — «εἰσῆλθεν εἰς Καπερναοὺμ δὶ’ ἥμερων καὶ ἠκούσθη, ὅτι εἰς οἶκον ἐστι»˙ ἔρχεται εἰς Καπερναοὺμ κρυφίως, ὅπου ἔμεινεν ἡμέρας τίνας χωρὶς νὰ γίνη ἀντιληπτὸς ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ εἰσέρχεται εἰς τινὰ οἶκον, ἴσως τοῦ Πέτρου. Ἡ κρυφὴ αὕτη εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ σκοπεῖ, ὡς φαίνεται, τὴν διόρθωσιν τῶν παρὰ τὴν θέλησίν Του παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις διὰ τῆς ἀδιακρισίας τοῦ λεπροῦ ἐξαφθεισῶν πολιτικῶν Μεσσιακῶν ἰδεῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφυγὴ καὶ ἐκεῖ τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ ὁ Ἰησοῦς, οὔτε δὲ καὶ ἦτο πρέπον νὰ διατηρῇ Ἑαυτὸν πάντοτε ἐν ἀφανείᾳ, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς Αὐτοῦ ἦτο ἡ δημοσία ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου Του. Ἐκεῖ λοιπὸν μετὰ τίνας ἡμέρας ἐγένετο γνωστός. «Συνήχθησαν πολλοὶ» ἄνθρωποι «ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν» ἦτο τόσος ὁ συνωστισμός, ὥστε ὄχι μόνον ἐντός της οἰκίας δὲν ὑπῆρχε χῶρος κενὸς ἀλλὰ οὔτε καὶ εἰς τὴν θύραν «καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον» ἐκήρυττε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν, οἵτινες εἶχον πληρώσει ὅλον τὸν χῶρον τοῦ ἰσογείου καὶ πτωχικοῦ σπιτιοῦ ἦσαν «καθήμενοι Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκαλοι, οἱ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς Γαλιλαίας καὶ Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ» oἱ «Νομοδιδάσκαλοι» ἤτοι Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ἦλθον ἐκ πολλῶν πόλεων τῆς Γαλιλαῖας, Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλήμ. Ὁ σκοπὸς τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἑπομένων, ἦτο νὰ εὕρωσιν εὐκαιρίαν νὰ κατηγορήσωσι τὸν Ἰησοῦν.

Ἐνῶ λοιπὸν ὁ Κύριος ἐκήρυττε καὶ «δύναμις Κυρίου ἦν εἰς τὸ ἰάσθαι αὐτοὺς» καὶ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἦτο ἡ ὁποία ἐθεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς, ὁ δὲ λαὸς συνωστίζετο νὰ ἀκούσῃ Αὐτόν, αἴφνης «ἔρχονται πρὸς Αὐτόν, παραλυτικὸν φέροντας, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων». Φέρεται ἄνθρωπος παραλυτικὸς ἐπὶ φορείου ὑπὸ τεσσάρων ἀνθρώπων. Οἱ τέσσαρες οὗτοι ἄνδρες ἐζήτησαν κατ’ ἀρχὰς « εἰσενεγκεῖν καὶ θεῖναι ἐνώπιον Αὐτοῦ» νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸν οἶκον καὶ νὰ τοποθετήσουν τὸν παράλυτον εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ «καὶ μὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν» μὴ εὐρόντες διὰ ποίας ὁδοῦ νὰ εἰσαγάγωσιν αὐτὸν ἕνεκεν τοῦ συνωστισμοῦ τοῦ ὄχλου, ἀνεβίβασαν αὐτὸν διὰ τῆς ἐξωτερικῆς κλίμακος τῆς φερούσης εἰς τὸ δῶμα εἰς τὸ κοινῶς λιακωτό. Ἡ στέγη δηλαδὴ εἰς τὰ σπίτια τῆς Παλαιστίνης τότε ἦτο ἐπίπεδος κατεσκευασμένη μὲ κλάδους ἤ καλάμια καὶ ἕνα στρῶμα λάσπης. Ἐνιαχοῦ καὶ ἐνίοτε ἔφερεν αὕτη καὶ κεραμίδια, ὡς ἐν τὴ προκειμένη περιπτώσει˙ «ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶμα ἀπεστέγασαν τὴν στέγην καὶ ἐξορύξαντες, διὰ τῶν κεράμων χαλῶσι τὸν κράββατον, ὅπου ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο˙ καθῆκαν αὐτὸν σὺν τῷ κλινιδίω, εἰς τὸ μέσον ἐμπροσθέν τοῦ Ἰησοῦ. Ἀναβιβάσαντες δηλαδὴ οἱ τέσσαρες τὸν παράλυτον ἐπὶ τοῦ δώματος τῆς ὀροφῆς καὶ ἐπισημάναντες ἐκ τῆς φωνῆς τοῦ κηρύττοντος, κάτωθεν ποίου μέρους τῆς στέγης εὑρίσκεται ὁ λαλῶν Ἰησοῦς, ἀπεστέγασαν τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς στέγης τόσον», ὅσον θὰ ἐχρειάζετο νὰ διέλθῃ τὸ ξυλοκράβατον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκετο ἀκίνητος ὁ παράλυτος. Μετὰ ταῦτα κατεβίβασαν διὰ τῆς ὀπῆς ταύτης τὸν ἀσθενῆ ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν τεσσάρων αὐτῶν φορέων τοῦ κραββάτου καὶ ἡ συγκατάθεσις τοῦ παραλυτικοῦ εἰς τοῦτο δεικνύουσι πίστιν πρὸς τὸν Σωτῆρα θερμὴν καὶ ἡ ἀνταμοιβὴ δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος.

Ὁ Κύριος ἰδὼν τὴν πίστιν τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τῶν βασταζόντων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν κόπον τῆς διὰ τῆς στέγης καταβιβάσεως τοῦ ἀσθενοῦντος εἰς τὰ πόδια Του, καὶ διαγνώσας τὴν ἠθικὴν αἰτίαν τῆς παραλυσίας καὶ τὴν δειλίαν τοῦ προκειμένου παραλυτικοῦ, ἂν θὰ συγχωρηθῇ διὰ τὰς ἁμαρτίας του, συγχωρεῖ ἐν πρώτοις τὴν ρίζαν τοῦ κακοῦ ἐκείνου, τὴν ἁμαρτίαν λέγων: «Θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοὶ αἳ ἁμαρτίαι σου». Θάρρος, τέκνον μου ! Συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι σου. Εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ παραλυτικοῦ «Ἦσαν δὲ τινὲς τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν», μερικοὶ ἐντόπιοι Γραμματεῖς καὶ Ἱεροσολυμῖται Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ἐσκανδαλίσθησαν καὶ ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται περὶ τοῦ Ἰησοῦ « τὶς ἔστιν οὗτος, ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τὶς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας, εἰ μὴ μόνος ὁ Θεός;». Τίς εἶναι οὗτος, ὁ ὁποῖος βλασφημεῖ ὡς ἀφαιρῶν τὸ δικαίωμα τοῦ συγχωρεῖν ἁμαρτίαις ἀπὸ τὸν Θεόν, εἰς τὸν ὁποῖον μόνον ἀνήκει, καὶ ἴδιον ποιῶν αὐτό; Τὴν σκέψιν των αὐτὴν δὲν ἐτόλμησαν βεβαίως νὰ ἐκφράσωσι καὶ δημοσίᾳ, διότι τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ ἐβάρυνεν εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν ἀκροατῶν λόγῳ τῶν προηγουμένων θαυμάτων Του.

Ὁ Κύριος ὅμως «ἐπιγνούς τῷ πνεύματι αὐτοῦ» ἀναγνώσας διὰ τοῦ ἰδίου πνεύματος, μόνος του, τὰς πονηράς αὐτῶν σκέψεις, ὡς Θεὸς ποὺ ἦτο, καὶ ἀποδεικνύων διὰ τῆς γνώσεως ταύτης τοῦ ἐσωτερικοῦ των κόσμου, ὅτι εἶναι καρδιογνώστης Θεὸς ἅμα δὲ ἐλέγχων τὴν κακίαν των λέγει εἰς αὐτούς˙ «τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» διατὶ σκέπτεσθε σκέψεις πονηράς διὰ τὸ ἄτομόν Μου; «Τί ἐστὶ εὐκοπώτερον» τί εἶναι εὐκολώτερον νὰ εἴπω; «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι ἤ εἰπεῖν ἔγειρον ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει;» Βεβαίως εὔκολα καὶ δύσκολα ἀμφότερα. Εὔκολα μέν, ἂν περιορισθῶμεν εἰς τὸ «εἰπεῖν», δύσκολα ὅμως ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ γεγονότα εἰς τὴν πραγματοποίησιν. Τὸ πρῶτον ἀσφαλῶς δι’ ἕνα ἀπατεῶνα εἶναι εὐκολώτερον, διότι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν ὡς ἀόρατος εἶναι καὶ ἀνεξέλεγκτος. Ἐνῷ ὅμως τὸ δεύτερον, ἡ θεραπεία τοῦ παραλύτου δύναται νὰ ἐλεγχθῇ διὰ τῆς πραγματοποιήσεως ἤ μή. Ὥστε ἂν ἐγὼ εἶμαι δυνατὸς εἰς τὸ δεύτερον, τὸ ὁρατόν, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν δηλαδὴ τῆς ὑγείας τοῦ προκειμένου παραλυτικοῦ, θὰ εἶμαι ἀξιόπιστος καὶ διὰ τό πρῶτον, τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, διὰ τὴν ὁποίαν σκανδαλίζεσθε. Ὁ Κύριος ἀναμένει ἐπὶ τι χρονικὸν διάστημα ἀπάντησιν ἀπὸ τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους. Ἀλλὰ οὗτοι σιωπῶσιν ἐκπλαγέντες ἴσως ἐκ τῆς διαγνώσεως τοῦ ψυχικοῦ των κόσμου ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ.

Κατόπιν ἀπευθύνεται πάλιν πρὸς αὐτοὺς καὶ λέγει- «ἵνα δὲ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παραλυτικῷ˙ Σοὶ λέγω, ἔγειραι καὶ ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σου». Δία νὰ μάθετε, ὅτι ἐγὼ ὡς Υἱὸς ἀνθρώπου ἔχω λάβει τὴν ἐξουσίαν (ὡς Θεὸς τὴν ἔχω) τοῦ νὰ συγχωρῶ ἁμαρτίας ἐπὶ τῆς γῆς – μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἔλαβεν ἐξουσίαν ἐπὶ γῆς καὶ οὐρανοῦ – λέγει τῷ παραλυτικῷ ἔγειρε, λάβε τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει˙ «παραχρῆμα ἀναστάς ἐνώπιον αὐτῶν, ἄρας ἐφ’ ᾧ κατέκειτο, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, δοξάζων τὸν Θεόν». Πάραυτα ὁ παράλυτος ἔγινεν ὑγιὴς καὶ λαβών τὸν κράββατον ἐπ’ ὤμων ὡς σημεῖον τοῦ θαύματος μετέβη εἰς τὸν οἶκον τοῦ διελθών διὰ τοῦ πλήθους ὑμνῶν τὸν Θεόν. Τοῦτο ἀπεστόμωσε χωρὶς νὰ πείσῃ ὅμως τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους. Εἰς τὸν λαὸν δὲ ἔκαμε μεγάλην, ὡς ἦτο ἑπόμενον κατάπληξιν, ὥστε «ἔκστασις ἔλαβεν ἅπαντας» ἐξεπλάγησαν ὅλοι «καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν καὶ ἐπλήσθησαν φόβου, ἐδόξαζον τὸν Θεὸν καὶ ἐφοβήθησαν πολὺ «λέγοντες, ὅτι εἴδομεν παράδοξα σήμερον». Παράδοξα ἀπίστευτα πράγματα εἴδομεν σήμερον. «Οὕτως οὐδέποτε εἴδομεν». Τοιαῦτα πράγματα οὐδέποτε εἴδομεν.

«Οἱ ὄχλοι ἐφοβήθησαν». Φόβος δὲ θρησκευτικὸς προερχόμενος ἐκ τῆς συγχωρήσεως ἁμαρτιῶν καὶ ἐκ τῆς συναισθήσεως τῆς ἁμαρτωλῆς τῶν καταστάσεως ἐμπρὸς εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τῆς θείας δικαιοσύνης κατέλαβε τὸν λαόν. Ὁ φόβος ὅμως αὐτὸς δὲν ἦτο μόνος, συνωδεύετο καὶ ὑπὸ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. «Καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις». Καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, διότι ἔδωκε τοιαύτην δύναμιν εἰς ἄνθρωπον, τὸν Ἰησοῦν.

Θέμα: Ὁ Κύριος εἶναι φῶς, ἔλεγχος, θεραπεία

Τρεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, μετὰ τῶν ὁποίων ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν ὁ Χριστὸς κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ παραλυτικοῦ. Εἶναι ὁ λαός, τὸν ὁποῖον διδάσκει, οἱ Φαρισαῖοι τοὺς ὁποίους ἐλέγχει καὶ ὁ παράλυτος, τὸν ὁποῖον θεραπεύει. Καὶ εἰς τοὺς τρεῖς αὐτοὺς ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτὸν τοὺς κατὰ τρεῖς διαφόρους τρόπους, διότι τὸν μὲν λαὸν φωτίζει, τοὺς δὲ Φαρισαίους ἐλέγχει, τὸν δὲ παραλυτικὸν θεραπεύει. Ἂς ἴδωμεν τὸ φῶς, τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ Κυρίου καὶ κατόπιν τὸν ἑαυτόν μας ὑπὸ τὰ τρία αὐτὰ πράγματα:

Ἀον˙ Ὁ Χριστὸς κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν περικοπήν. Τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν λαὸν δὲν ἦτο κήρυγμα ἀστρονομικὸν ψυχολογικὸν ἤ ἄλλο τί ἱκανοποιοῦν τὴν γνῶσιν. Ὁ Κύριος διὰ τοῦ κηρύγματος Του ὡδήγει τοὺς ἀκροατάς Του εἰς συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ τῶν. Εἰς συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ των ὁδηγεῖ καὶ ὁ ἔλεγχος πρὸς τοὺς Φαρισαίους. «Τί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» λέγει ὁ Κύριος πρὸς τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέπτοντο βλάσφημους σκέψεις κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς ἐλέγχων τὰς πονηράς σκέψεις τῶν Φαρισαίων ἀποκαλύπτει αὐτάς. Μὲ τὴν ἀποκάλυψιν αὐτῶν κάμνει τὰς σκέψεις ταύτας περισσότερον αἰσθητάς εἰς τοὺς Φαρισαίους.

Ὁ Κύριος δὲν φωτίζει μόνον διὰ τοῦ λόγου Του καὶ δὲν ἐλέγχει μόνον τοὺς Φαρισαίους, ἀλλὰ θεραπεύει καὶ τὸν παραλυτικόν. Καὶ ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἕνα ξεσκέπασμα τοῦ ἑαυτοῦ τοῦ εἰς τὰ μάτια τοῦ ἰδίου καὶ εἰς τὰ μάτια τῶν ἄλλων. Τὸ ξεσκέπασμα αὐτὸ γίνεται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ παράλυτος, οἱ Φαρισαῖοι καὶ ὁ κόσμος ἐνόμιζον, ὅτι ὁ παράλυτος ἦτο ἀσθενὴς μόνον σωματικῶς. Ὁ Κύριος ὅμως λέγων εἰς αὐτὸν ἀφέωνται σοὶ αἱ ἁμαρτίαι πρῶτον καὶ ἔπειτα ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει, δεικνύει, ὅτι ὁ παράλυτος δὲν ἦτο ἀσθενὴς μόνον κατὰ τὸ σῶμα. Ἐκτὸς αὐτοῦ θεραπεύων πρῶτον τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἔπειτα τὴν παραλυσίαν δεικνύει, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ αἰτία τῆς παραλυσίας ἡ δὲ παραλυσία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Τὴν διπλὴν νόσον τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ψυχικῆς νόσου ἀπὸ τὴν σωματικὴν ἠγνόουν ὄχι μόνον ὁ λαὸς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ παραλυτικός. Ὁ Κύριος ὅμως τώρα διὰ τῆς θεραπείας ξεδιπλώνει τὸ νόσημα τοῦ παραλυτικοῦ εἰς τὰ μάτια ὅλων.

Καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Κύριος ξεδιπλώνει τὰς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων ἔχουσι μεγάλην σχέσιν μεταξὺ των. Τὸ φῶς δηλαδὴ τοῦ κηρύγματός Του πρὸς τὸν λαὸν εἶναι ταυτοχρόνως ἔλεγχος καὶ θεραπεία. Ὁ ἔλεγχός Του πρὸς τοὺς Φαρισαίους εἶναι ταυτοχρόνως φῶς καὶ θεραπεία. Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἐπίσης ταυτοχρόνως φῶς καὶ ἔλεγχος. Φῶς μέν, διότι δεικνύει τὴν σχέσιν ψυχικῆς καὶ σωματικῆς νόσου, εἶναι δὲ καὶ ἔλεγχος, διότι φαίνεται, ὅτι ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἔγινε παράλυτος.

Βόν. Ὁ Χριστὸς εἰς τὴν ζωήν μας. Πόσα διδάγματα! Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι καὶ δὶ’ ἡμᾶς φῶς, ἔλεγχος καὶ θεραπεία καὶ ἰδοὺ πώς. Καὶ ἡμεῖς ἐντοπίζομεν τὸ κακὸν πρὸς τὰ ἔξω. Νεῦρα, ἰδιοσυγκρασία, κοινωνία, πρόγονοι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς προβάλλονται ὡς φορεῖς τοῦ κακοῦ μας. Θυμώνω, διότι ἔχω νεῦρα, λέγει τις. Ἔχω νεῦρα, διότι εἶμαι ζωηρός, ἔχω ἰδιοσυγκρασίαν αἱματώδη λέγουν ἄλλοι. Εἶμαι κακός, διότι μὲ ἀναγκάζει τὸ περιβάλλον. Ὁ ἀδελφός, ὁ ἐξάδελφος, ὁ ἀνεψιός, ὁ συνάδελφος, ὁ προϊστάμενος μὲ ἀναγκάζουν νὰ εἶμαι κακός. Κλέπτω, ὁρκίζομαι, ὀργίζομαι κατακρίνω, διότι ἡ κοινωνία ἐχάλασεν ἰσχυρίζεται τίς. Πλὴν αὐτῶν οἱ γονεῖς μου, ὁ πάππος μου, ἡ μάμη μου, οἱ προγονοί μου μοῦ μετέδωκαν τὸ κακὸν ποὺ ἔχω, δὲν πταίω ἐγὼ δικαιολογοῦνται τινές. Αὐτὴ εἶναι ἡ φύτρα μου ἡ ρίζα μου. Ἄλλοι ὅμως προχωροῦν ἀκόμη μακρύτερα καὶ λέγουσι. Διατὶ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δημιουργήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Ἰδοὺ οἱ νέοι Φαρισαῖοι καὶ παράλυτοι.

Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Κυρίου εἴδομεν, ὅτι εἶναι φῶς ἔλεγχος καὶ θεραπεία, διότι ἐνετόπισε τὸ κακόν τοῦ παραλυτικοῦ, τῶν Φαρισαίων ἐντὸς αὐτῶν. Καὶ πράγματι ! Τὸ κακὸν εἶναι μέσα μας καὶ ὄχι ἔξω καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι κακοί. Ὅτι ἄρχει κληρονομικὴ διάθεσις ὀλεθρία, ὑπάρχει Σατανᾶς. Εἶναι δὲ τόσον τὸ ἐκτὸς ἠμῶν κακὸν μεγάλον, ὥστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει αὐτὰ κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνος τούτου. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτὰ μένει μέσα μᾶς ἕνα περιθώριον μικρὸν ἤ μέγα ἀναλόγως τοῦ ἀτόμου, εἰς τὸ ὁποῖον κινεῖται ἐλευθέρως ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις του. Μὲ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀνώτερος τῶν ζώων.

Καὶ ἑπομένως σύ, ὁ ὁποῖος προφασίζεσαι ὅτι τὰ νευρά σου εἶναι ἡ αἰτία τοῦ θυμοῦ σου, διατὶ δὲν φροντίζεις μὲ τὴν θέλησίν σου καὶ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ νὰ κατηρεμήσῃς; Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι εὐερέθιστοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς θελήσεως τῶν ἔγιναν ἀγνώριστοι. Λέγεις, ὅτι πταίει ἡ κοινωνία, εἰς τὴν ὁποίαν ζῇς. Ἀπάτη! Κοινωνία εἶσαι σὺ καὶ ἐγώ. Ἐὰν αὐτὸ τὸ εἴπωμεν ὅλοι μας, ὅτι δηλαδὴ πταίει ἡ κοινωνία, ποῖος θὰ εἶναι τὸ θύμα, καὶ ποῖος ὁ δράστης; Ποῖος πταίει, ὥστε ἐγὼ νὰ εἶμαι θύμα, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος τῆς κοινωνίας; Λέγεις πταίει ἡ κληρονομικότης. Ποιὸς ὅμως ἐφυλακίσθη, διότι ὁ πάππος τοῦ ἦτο διαρρήκτης; Τέλος θέτεις τὰ πάντα ὡς αἴτιον τοῦ κάκου εἰς τὸν Θεόν. Πόση ἀναίδεια!

Ὁ Χριστὸς ὅμως εἶναι φῶς, ἔλεγχος καὶ θεραπεία μὲ τὸ κήρυγμά Του, σὲ φωτίζει, δὲν πταίουν τὰ νεῦρα σου ἀλλὰ τὰ πάθη σου. Δὲν πταίει ἡ κοινωνία ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπηρεάζεσαι, ἀλλὰ πταίεις σύ, διότι δὲν ἐπηρεάζεις τὸν κύκλον τῆς κοινωνίας σου. Ὁ Κύριος σὲ φωτίζει, ὅτι ὅσην κληρονομικότητα καὶ ἐὰν ἔχῃς, ἔχει τόσην δύναμιν ὁ Χριστός, ὥστε ἀπὸ τὸ ἀγκάθι δύναται νὰ ἐξέλθῃ ρόδον, ἀπὸ γονεῖς κακοὺς δύναται νὰ ἐξέλθῃ καλὸν τέκνον. Ἔχει τόσον φῶς ὁ Χριστός, ὥστε λέγει εἰς σὲ ὅ,τι εἶπε καὶ εἰς τοὺς Φαρισαίους «ἵνα τί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσι ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» Διατὶ δηλαδὴ σκέπτεσαι κακὰ ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων καὶ τόσον πολὺ κολακεύεις τὸν ἑαυτόν σου;

Ταῦτα πάντα δὲν εἶναι μόνον φῶτα εἶναι ἔλεγχος καὶ θεραπεία. Ὅταν λέγῃς, ὅτι πταίουν τὰ νεῦρα σου, ἄρα πταίει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σου ἔδωσε τὰ νεῦρα! Ὅταν λέγῃς, ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι πταίουν, νεῦρα, περιβάλλον καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Θεός, δὲν πταίεις ὅμως σύ, δὲν ἀντιλαμβάνεσαι, ὅτι εἶσαι πωρωμένος ἄνθρωπος; Ὅταν λέγῃς, ὅτι εἶναι ἡ φύτρα σου κακὴ καὶ δὲν δύνασαι νὰ γίνῃς καλός, δὲν καταλαβαίνεις, ὅτι ὁμολογεῖς, ὅτι εἶσαι ἀνεπίδεκτος προόδου; Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερα διὰ σὲ αὐτοκαταδίκη, χειροτέρα πνευματικὴ ἀγχόνη! Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς θὰ σοὺ γίνη σωτήριος. Θὰ πόνεσῃς, ὅταν ἀκούσῃς ὅτι εἶσαι ἔνοχος καὶ ὅτι τὸ κακὸν εἶναι μέσα σου. Θὰ ἱδρώσῃς, ὅταν ἀποφασίσῃς νὰ νικήσῃς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐσωτερικὸν κακὸν μὲ τὴν θέλησίν σου. Ὅταν ὅμως πονέσῃς καὶ ἱδρώσῃς, τότε μόνον θὰ θεραπευθῇς. Θεραπεία χωρὶς ἔλεγχον καὶ πόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἑπομένως ἰδοὺ πὼς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι φῶς ἔλεγχος καὶ θεραπεία εἰς τὸν λαὸν εἰς τοὺς Φαρισαίους εἰς τὸν παράλυτον καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς σημερινοὺς Φαρισαίους καὶ παραλύτους.

Διδακτικώτατον παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον φαίνεται πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι φῶς, ἔλεγχος καὶ θεραπεία τῆς ψυχῆς μᾶς εἶναι τὸ κάτω γεγονός. Τὸ 1050 μ.χ. ὁ Λανφρὰγκ ἦτο σπουδαστὴς τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν περίφημος, παρημέλει ὅμως τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς του. Ἡμέραν τινὰ διήρχετο δάσος τί καὶ ἔπεσεν εἰς χείρας ληστῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἔδεσαν τὰς χείρας του ὄπισθεν καὶ τὰ μάτια διὰ παχέος ὑφάσματος καὶ ἀφήρεσαν ὅ,τι χρήματα εἶχε, τὸν ἀφήκαν μὲ δεμένα μάτια καὶ χέρια καὶ ἔφυγον. Εἰς τὴν στενοχωρίαν τοῦ αὐτὴν ὁ Λανφρὰγκ ἐπεκαλέσθη τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἄργησε νὰ ἔλθῃ. Ἐκεῖ πλησίον ὑπῆρχε Μοναστήριον. Ὁ Λανφρὰγκ πίπτει εἰς τὰ ὄμματα τῶν Μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι πλησιάζουσι, λύουσι χείρας καὶ ὀφθαλμοὺς καὶ ὁδηγοῦσιν αὐτὸν εἰς τὸ Μοναστήριον. Ἐκεῖ βλέπει τὸν ἡγούμενον νὰ κτίζῃ τὸν φοῦρνον τῆς Μονῆς μόνος του. Συγκινεῖται, γίνεται μοναχὸς καὶ ἐξελίσσεται εἰς τὸν περίφημον Ἀρχιεπίσκοπον τῆς Κανταβρυγίας. Ὁ ἔλεγχος τῶν ληστῶν ἄνοιξε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, ὅταν ἦσαν δεμένα μὲ τὸ παχὺ πανί, ὥστε νὰ ἴδῃ τὸ φῶς, τὸν Θεὸν καὶ νὰ θεραπευθῇ ἡ ἀμέλειά του, ὅταν ὠδηγηθῇ εἰς τὸ Μοναστήριον.

Ἂς φωτισθῶμεν, ἂς ἐλεγχθῶμεν ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ἵνα θεραπευθῶμεν. Ἀμήν.

3.

Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ (Ματθ θ, 1-8)

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

«Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο πέρασε διὰ μέσου τῆς λίμνης στὸ ἀπέναντι μέρος καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη. Καὶ νὰ ἔφεραν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ πάνω στὸ κρεβάτι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, εἶπε στὸν παραλυτικό· Ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου»

Δική του πόλη ὀνομάζει ἐδῶ τὴν Καπερναούμ. Ἡ Βηθλεὲμ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, ἡ Ναζαρὲτ τὸν μεγάλωσε, ἡ Καπερναοὺμ τὸν εἶχε μόνιμο κάτοικό της. Ὁ παραλυτικὸς ἐδῶ εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐκεῖνος ἦταν κατάκοιτος στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς ἦταν στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτὼ χρόνια· γι’ αὐτὸν ἐδῶ δὲ λέγεται τίποτα τέτοιο. Ἐκεῖνος δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατέψει, αὐτὸς ὅμως εἶχε αὐτοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν σήκωσαν κιόλας καὶ τὸν ἔφεραν. Καὶ σ’ αὐτὸν λέει, «παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» σ’ ἐκεῖνον, «θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὑγεία σου»; Κι ἐκεῖνον τὸν θεράπευσε τὸ Σάββατο, αὐτὸν ὅμως ὄχι. Γιατί βέβαια θὰ τὸν κατηγοροῦσαν ἂν τὸ ἔκανε· καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι σ’ αὐτὸν σιώπησαν, σ’ ἐκεῖνον ὅμως ἐπιτέθηκαν καὶ τὸν καταδίωκαν. Αὐτὰ τὰ εἶπα ὄχι χωρὶς λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανένας πὼς ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ σχημάτισε τὴν ὑποψία πὼς ἦταν ὁ ἴδιος παραλυτικός.

Ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὸν κόσμο· κι ὅταν τὸν ἔδιωξαν οἱ Γαδαρηνοί, δὲν ἀντιστάθηκε. Ἔφυγε καὶ μόνο ποὺ δὲν πῆγε μακρυά. Καὶ πέρασε ἀφοῦ ξαναμπῆκε στὸ πλοῖο, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει περπατώντας. Δὲν ἤθελε νὰ πραγματοποιεῖ πάντα θαύματα, ὥστε νὰ μὴν καταστρέψει τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.

Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν γράφει ὅτι τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸν Κύριο. Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, ὅτι ἀφοῦ ἄνοιξαν καὶ τὴ σκεπὴ τὸν κατέβασαν. Κι ἔβαλαν μπροστὰ στὸ Χριστὸ τὸν ἄρρωστο χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν τίποτα ἀλλὰ ἀφήνοντάς τα ὅλα στὴ διάθεσή του. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, καὶ δὲ ζητοῦσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ ὅσους τὸν πλησίαζαν. Ἐδῶ καὶ τὸν πλησίασαν καὶ φανέρωσαν τὴν πίστη τους. Ὅταν εἶδε, γράφει, τὴν πίστη τους, δηλ. ἐκείνων ποὺ ἄνοιξαν τὴ σκεπή. Δὲν γυρεύει παντοῦ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μονάχα, π.χ. ὅταν παραφέρονται ἢ τὰ ἔχουν χαμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐδῶ φαίνεται, πὼς ἡ πίστη ἦταν καὶ τοῦ ἀρρώστου• δὲ θὰ δεχόταν νὰ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ σκεπή, ἂν δὲν πίστευε.

Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αὐτὸς τὴ δύναμή του, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες μὲ πλήρη ἐξουσία, καὶ μὲ ὅλη του τὴ συμπεριφορὰ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἰσότιμος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τὸ ἔδειξε αὐτὸ μὲ τὴ διδασκαλία του, ὅταν τοὺς μιλοῦσε σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἐξουσία· μὲ τὸν λεπρό, ὅταν εἶπε θέλω, καθαρίσου· μὲ τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ τὸν θαύμασε καὶ τὸν ἀνέβασε ψηλότερα ἀπ’ ὅλους· μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν τὴν ὑπόταξε μὲ τὸ λόγο μόνο· μὲ τοὺς δαίμονες, ὅταν τὸν παραδέχονταν ὡς κριτή, καὶ τοὺς ἔδιωξε μὲ πολλὴ ἐξουσία. Ἐδῶ πάλι μὲ ἄλλο ἀνώτερο τρόπο τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθροὺς ἀναγκάζει νὰ παραδεχτοῦν τὴν ἰσοτιμία καὶ μὲ τὸ στόμα τους τὸ κάνει φανερό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι δὲν ἀγαποῦσε τὶς τιμὲς -ἦταν πολλοὶ θεατὲς ποὺ ἔκλειναν τὴν εἴσοδο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ ψηλὰ – δὲν βιάστηκε νὰ θεραπεύσει ἀμέσως τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ὁρατὸ ἀλλὰ παίρνει τὴν ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θεραπεύει τὸ ἀόρατο πρῶτα, τὴ ψυχή, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες. Τοῦτο τὸν ἄρρωστο τὸν ἔσωζε, στὸν ἴδιο ὅμως δὲν προξενοῦσε μεγάλη δόξα. Ἐκεῖνοι κινημένοι ἀπὸ πονηρία καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτεθοῦν ἔκαναν τὸ θαῦμα νὰ λάμψει παρὰ τὴ θέλησή τους. Γιατί ἔτσι ὅπως ἦταν ἐκεῖνος ἐφευρετικός, χρησιμοποίησε τὸ φθόνο τους γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ θαύματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι ἔλεγαν «Αὐτὸς βλασφημεῖ· ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός;». Ἂς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἄραγε διέλυσε τὴν ὑποψία;». Καὶ βέβαια ἂν δὲν ἦταν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἔπρεπε νὰ πεῖ· Γιατί μοῦ ἀποδίδετε δύναμη ποὺ δὲν μοῦ ταιριάζει; Πολὺ ἀπέχω ἐγὼ ἀπὸ τὴ δύναμη αὐτή. Τώρα ὅμως δὲν εἶπε κάτι τέτοιο. Ἴσα -ἴσα βεβαίωσε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀντίθετο καὶ μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ἡ περιαυτολογία φαινόταν ὅτι στενοχωροῦσε τοὺς ἀκροατές, μὲ τὸ στόμα τῶν ἄλλων βεβαιώνει ὅ,τι τὸν ἀφορᾶ. Καὶ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλῆθος τῆς σοφίας του.

Μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων του ἐπιβεβαιώθηκε, ὅταν εἶπε «θέλω, καθαρίσου» καὶ ὅταν εἶπε «οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἑβραίους δὲ βρῆκα τόση πίστη». Μὲ τὸ στόμα τῶν ἔχθρων του τώρα. Ἐπειδὴ εἶπαν κανένας δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός, συμπλήρωσε: «Γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ ἀκοῦστε». Γυρίζει τότε καὶ λέει στὸν παράλυτο. Σήκω πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. Κι ὄχι ἐδῶ μονάχα ἀλλὰ κι σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲ σὲ λιθοβολοῦμε γιὰ μία καλή σου πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴ βλασφημία σου κι ὅτι ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό, οὔτε ἐκεῖ δὲν ἀνέτρεψε τὴ γνώμη αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐπικύρωσε λέγοντας· «Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ πατέρα μου, μὴ μὲ πιστεύετε· ἂν ὅμως τὰ ἐκτελῶ, κι ἂν δὲν πιστεύετε σὲ μένα, πιστέψτε στὰ ἔργα.

Ἐδῶ ὡστόσο παρουσιάζει κι ἄλλο σημάδι τῆς θεότητάς του -ὄχι μικρὸ – καὶ τῆς ἰσοτιμίας μὲ τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων ἀνήκει μόνο στὸ Θεό. Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνο τὰ ἁμαρτήματα συγχωρεῖ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ κάνει κάτι ἄλλο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ Θεοῦ· ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ποὺ εἶναι κρυμμένα στὴν καρδιά. Δὲν εἶχαν ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ σκέφτηκαν. Μερικοὶ γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους· Αὐτὸς βλασφημεῖ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἤξερε τὶς σκέψεις τους εἶπε· «Γιατί κάνετε μὲ τὸ νοῦ σας πονηρὲς σκέψεις;». Ὅτι μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει νὰ γνωρίζει τὰ μυστικά, ἄκουσε τί λέει ὁ προφήτης· «Σὺ μόνος ἀπ’ ὅλους γνωρίζεις τὶς καρδιές»· καὶ πάλι· «σὺ ὁ Θεὸς ποὺ ἐξετάζεις τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο». Καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει· «Βαθύτερη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ποιὸς θὰ τὸν κατανοήσει;»

Καὶ τοῦτο· «ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά». Καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀνήκει στὸ Θεὸ νὰ γνωρίζει τὴ ψυχή. Ἀποδεικνύοντας λοιπὸν ὅτι εἶναι Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτὰ ποὺ συλλογίζονταν. Γιατί αὐτοὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν κόσμο, δὲν τολμοῦσαν νὰ διατυπώσουν μπροστὰ σ’ ὅλους τὴ γνώμη τους. Κι ἐδῶ δείχνει πολλὴ πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στὴν καρδιὰ σας πονηρὲς σκέψεις; Καὶ βέβαια, ἂν ἔπρεπε κάποιος ν’ ἀγανακτήσει, αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρρωστος, ἐπειδὴ εἶχε ξεγελαστεῖ. Μποροῦσε νὰ πεῖ· «γιὰ ἄλλο ἦρθα νὰ μὲ θεραπεύσεις κι ἄλλο σὺ διορθώνεις; Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερὸ ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μου;». Τώρα ὡστόσο αὐτὸς τίποτα τέτοιο δὲ λέει ἀλλὰ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὴ διάκριση ἐκείνου ποὺ τὸν θεραπεύει. Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ὑπερβολικοὶ καὶ φθονεροὶ καθὼς εἶναι, ὑπονομεύουν τὴ φιλάνθρωπη δράση τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐπιπλήττει βέβαια ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ἐπιείκεια. Ἂν δὲν σᾶς φαίνεται πιστευτὸ τὸ πρῶτο καὶ νομίζετε εἶναι μεγάλα λόγια ὅ,τι εἶπα, ὁρίστε προσθέτω σ’ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα· θ’ ἀποκαλύψω τὰ μυστικά σας. Κι ἄλλο πάλι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό. Τὸ ὅτι θὰ σφίξω τὶς ἀρθρώσεις τοῦ παραλυτικοῦ.

Κι ὅταν μίλησε στὸν παράλυτο δὲν φανέρωσε καθαρὰ τὴν ἐξουσία του μὲ τοὺς λόγους του. Δὲν εἶπε «συγχωρῶ τὶς ἁμαρτίες σου», ἀλλὰ «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Κι ὅταν αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τὴν ἐξουσία του, λέγοντας· «Καὶ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ». Βλέπετε πόσο ἤθελε νὰ θεωρεῖται ἴσος μὲ τὸν πατέρα; Οὔτε εἶπε ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὅτι τοῦ ἔδωσε ἐξουσία, ἀλλὰ ὅτι ἔχει ἐξουσία, καὶ δὲν τὸ λέει αὐτὸ γιὰ ἐπίδειξη ἀλλὰ «γιὰ νὰ σᾶς πείσω», λέγει, «ὅτι δὲ βλασφημῶ κάνοντας τὸν ἑαυτό μου ἴσο μὲ τὸ Θεό». Παντοῦ θέλει νὰ δίνει ἀποδείξεις σαφεῖς, ἀναντίρρητες, ὅπως ὅταν λέει• «Πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα». Κι ὅταν δείχνει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου νὰ ὑπηρετεῖ. Κι ὅταν ἐπιτρέπει νὰ κατακρημνιστοῦν οἱ χοῖροι. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ.

Τὴ σύσφιξη τῶν ἀρθρώσεων τὴν κάνει ἀπόδειξη τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων. Καὶ τὸ σήκωμα τοῦ κρεβατιοῦ ἀπόδειξη τῆς σύσφιξης. Ὥστε νὰ μὴ νομισθεῖ ὅτι εἶναι φαντασία αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ παρὰ ἀφοῦ τοὺς ρώτησε· «Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πεῖς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ πεῖς σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι τὸ ἑξῆς. «Τί σᾶς φαίνεται εὐκολότερο νὰ σφίξετε χαλαρωμένες ἀρθρώσεις ἢ νὰ συγχωρήσετε ἁμαρτίες; Φανερὸ ὅτι νὰ σφίξετε τὶς ἀρθρώσεις». Ὅσο ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἕνα εἶναι ἀόρατο καὶ τὸ ἄλλο φανερό, γι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ τὸ κατώτερο ἀλλὰ φανερότερο. Ἔτσι τὸ μεγαλύτερο κι ἀόρατο νὰ λάβει μ’ αὐτὸ τὴν ἀπόδειξη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα φανέρωνε προκαταβολικὰ μὲ τὰ ἔργα του αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης εἶχε πεῖ, ὅτι αὐτὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

Ἀφοῦ τὸν θεράπευσε, τὸν στέλνει στὸ σπίτι. Καὶ πάλι ἐδῶ δείχνει μετριοφροσύνη κι ὅτι δὲν ἦταν φαντασία ὅ,τι εἶχε γίνει. Τοὺς μάρτυρες τῆς ἀρρώστιας, τοὺς κάνει καὶ τῆς ὑγείας μάρτυρες. Ἐγὼ θὰ ἤθελα, λέει, μὲ τὴ δική σου ἀσθένεια, νὰ θεραπεύσω κι αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς ἐνῶ τὸ πνεῦμα τους νοσεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ θέλουν πήγαινε στὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοὺς δικούς σου. Βλέπετε πῶς δείχνει ὅτι εἶναι δημιουργὸς καὶ ψυχῆς καὶ σωμάτων; Τοῦ καθενὸς ἀπ’ αὐτὰ θεραπεύει τὴν παράλυση καὶ κάνει φανερὸ τὸ ἀόρατο ἀπὸ τὸ ὁρατό. Σέρνονται ὅμως ἀκόμα στὴ γῆ. «Ὅταν εἶδε ὁ κόσμος θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους». Τοὺς ἐμπόδιζε ἡ σάρκα.

Αὐτὸς ὅμως δὲν τοὺς κατηγόρησε ἀλλὰ προχωρεῖ ἀνεβάζοντάς τους μὲ τὰ ἔργα καὶ κάνοντας ψηλὸ τὸ φρόνημά τους. Ἐπὶ τέλους δὲν ἦταν μικρὸ νὰ θεωρεῖσαι πὼς εἶσαι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὅτι ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν εἶχαν ἀποκτήσει γι’ αὐτὰ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ βεβαιότητα, προχωρώντας θὰ καταλάβαιναν, ὅτι ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ συνέλαβαν ὅμως αὐτὰ καθαρὰ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἔλεγαν πάλι· αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πῶς εἶναι αὐτὸς ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ συνεχῶς ἔλεγαν τὰ ἴδια, σὰν προκαλύμματα τῶν παθῶν τους. Τὸ ἴδιο κάνουν πολλοὶ καὶ τώρα, παρόλο ποὺ νομίζουν ὅτι ὑπερασπίζουν τὸ Θεό, ἱκανοποιοῦν δικά τους πάθη, ἐνῶ πρέπει σ’ ὅλα νὰ εἴμαστε μετριοπαθεῖς.

Πρέπει λοιπὸν νὰ θεραπεύουμε τὸ πάθος μὲ μετριοπάθεια. Γιατί αὐτὸς ποὺ γίνεται καλύτερος ἀπὸ φόβο ἀνθρώπων, γρήγορα θὰ γυρίσει πάλι στὴν κακία. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀφεθοῦν τὰ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μιὰ προθεσμία γιὰ μετάνοια. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς λοιπὸν μετάνιωσαν κι ἔγιναν σπουδαῖοι ἀπὸ κακοὶ ποὺ ἦσαν ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ τελώνης, ὁ ληστής. Αὐτοὶ ἦσαν ζιζάνια, ἔγιναν ὅμως σιτάρι μεστωμένο. Στοὺς σπόρους φαίνεται τοῦτο δύσκολο· εἶναι ὅμως εὔκολο καὶ κατορθωτὸ σχετικὰ μὲ τὴ θέληση· δὲν ἔχει αὐτὴ δεθεῖ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους ἀλλὰ ἔχει τιμηθεῖ μὲ ἐλευθερία.

Ὅταν συναντήσεις λοιπὸν ἐχθρό της ἀλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στὴν ἀρετὴ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ἀκατηγόρητο, γίνε προστάτης καὶ κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γιὰ διόρθωση ὅπως κάνουν οἱ ἄριστοι γιατροί. Οὔτε αὐτοὶ δὲν θεραπεύουν μὲ ἕνα τρόπο μόνο· ὅταν δοῦν ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ ἡ πληγὴ μὲ τὸ πρῶτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι ἔπειτα τρίτο. Κάνουν ἐγχειρήσεις, χρησιμοποιοῦν ἐπιδέσμους. Καὶ σὺ λοιπὸν ποὺ εἶσαι γιατρὸς τῶν ψυχῶν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικὸ τρόπο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβεις μισθὸ καὶ τῆς δικῆς σου καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν ἄλλων. Πράξε τα ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι θὰ δοξαστεῖς καὶ σύ. «Θὰ δοξάσω», λέει, «ὅποιους μὲ δοξάσουν. Κι ὅποιοι μὲ περιφρονοῦν θὰ τοὺς περιφρονήσω».

Ἂς τὰ πράττουμε λοιπὸν ὅλα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ τὸ μακάριο τέλος. Αὐτὸ μακάρι ὅλοι μας νὰ τὸ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δική του ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες.

Ἀμήν.

4.

Ὁ Παραλυτικός (Ματθ. 9, 1-8)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἕνας ἄνδρας παραλυτικός μεταφέρθηκε στόν Κύριο, ἀπό τέσσερις φίλους του. Καί ὁ Χριστός βλέποντας τήν πίστη τους, τοῦ εἶπε ὅτι θά γινόταν καλά.

Ὑπάρχουν δύο πράγματα σ’αὐτήν τήν ἱστορία πού θά ἤθελα νά σκεφτεῖτε. Τό ἕνα εἶναι ὅτι αὐτός ὁ ἄνδρας ἦταν ἄρρωστος, βρισκόταν σέ ἀνάγκη· ἴσως ἦταν ἀνίκανος, νά ἐκφράσει τήν ἀνάγκη του, εἴτε νά ἐκφράσει τήν πίστη ὅτι ὑπῆρχε πιθανότητα νά θεραπευθεῖ· ἀλλά οἱ φίλοι του εἶχαν πίστη: εἶχαν πίστη στόν Χριστό, πίστη στήν δύναμή Του νά θεραπεύει, πίστη ὅτι Ἐκεῖνος μπορεῖ νά τόν καταστήσει ὑγιή.

Ἀλλά ἡ δύναμή τους δέν θ’ ἀρκοῦσε· ὑπῆρχαν πολλοί παράλυτοι, ἀσθενεῖς, πού δέν ἔβρισκαν φίλους νά τούς μεταφέρουν στόν ἰατρό. Δέν εἶναι ἡ πίστη τους στόν Χριστό, εἶναι ἐπιπλέον ἡ ἀγάπη στόν φίλο τους πού τούς ὤθησε νά ἐνεργήσουν ἔτσι. Ἐπειδή αὐτός ὁ ἄνδρας, τά χρόνια πού ἦταν ὑγιής, κατάφερε νά εἶναι ἡ ζωή του γι’ αὐτούς πηγή ἀγάπης, φιλίας, ἀφοσίωσης, ἐμπιστοσύνης, ὥστε τήν ὥρα τῆς δυσκολίας ἔσπευσαν νά τόν σώσουν.

Ἐδῶ ἔχουμε δύο διδάγματα. Τό πρῶτο εἶναι ὅτι μποροῦμε νά φέρουμε στό φῶς τίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων – σωματικές, πνευματικές ἤ ἄλλες· μποροῦμε νά τίς παρουσιάσουμε στόν Θεό, ἐάν ἔχουμε πίστη στήν θεραπευτική Του δύναμη, καί ἡ πίστη μας μπορεῖ νά ἀνοίξει τίς πύλες τῆς σωτηρίας γιά ἐκείνους πού δέν ἔχουν πιθανόν μεγάλη πίστη, πού ἐνδέχεται ἀκόμη νά μήν μποροῦν νά ποῦν, «πιστεύω, Κύριε, βοήθα στήν ἀπιστία μου» – ἐκείνους πού ἀμφιβάλλουν, πού διστάζουν, πού δέν εἶναι βέβαιοι ὅτι μποροῦμε νά τούς ὁδηγήσουμε στόν Κύριο. Αὐτό εἶναι δυνατό, μοναχά ἐάν τό πρόσωπο πού βρίσκεται σέ ἀνάγκη, εἶναι, μέ τή ζωή του, πηγή ἀγάπης· μιᾶς ἀγάπης τόσο πιστῆς ὥστε ν’ ἀποδειχθοῦμε ἱκανοί νά ἐνεργοῦμε. Ἤ, ἴσως, ἐάν ἡ ζωή μας κοντά στόν Χριστό ἔχει ἀρκετή ποιότητα καί βάθος, ὥστε ὁ Θεός ἔχοντας γεμίσει τίς καρδιές μας μέ τόσο πολύ ἀπό τήν συμπόνια, τήν ἀγάπη Του, νά στραφοῦμε στόν ἄγνωστο, πού ποτέ δέν εἴχαμε ἀκούσει κάτι, μέ κίνητρό μας τήν ἀνάγκη του, καί νά τόν ὁδηγήσουμε στόν Θεό γιά νά θεραπευθεῖ καί νά σωθεῖ.

Πρέπει νά θυμηθοῦμε πώς εἶναι ἀνάγκη γιά μᾶς νά μπορέσουμε νά ἀγαπᾶμε καί νά ἐκπέμπουμε ἀγάπη γύρω μας. Καί ἐπίσης πρέπει νά μάθουμε νά ἔχουμε τό θάρρος τῆς πίστης, ὅταν βλέπουμε νά ὑπάρχει γύρω μας ἀνάγκη, καί νά τήν παρουσιάζουμε στόν Μόνο πού μπορεῖ νά δώσει λύση, πού μπορεῖ νά θεραπεύσει ὄχι μόνο τόν νοῦ, τό σῶμα καί τήν ψυχή, ἀλλά τίς πολύπλοκες ἀνθρώπινες σχέσεις.

Αὐτό εἶναι γιά μᾶς ἕνα κάλεσμα, μία θεία κλίση· ἄς προσέξουμε τί λέει ὁ Θεός στό σημερινό Εὐαγγέλιο καί στά Καλά Νέα γιά τήν δύναμη τῆς θεικῆς καί ἀνθρώπινης ἀγάπης καί γιά τήν δύναμη τῆς πίστης στήν ὁποία ἀνταποκρίνεται ἡ ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

5.

Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ (Ματθ θ, 1-8)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ποιὰ σχέση ἔχει τὸ γεγονὸς ποὺ ἀναφέρεται στὸ σημερινό Εὐαγγέλιο μὲ μᾶς; Ποιὸς ἔχει τὴν πίστη, τὴν ἠρεμία, τὴν βεβαιότητα ὅτι κανένας ἄλλος παρὰ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ξαναδώσει ἐλευθερία στὶς κινήσεις μας;

Ἡ ἱστορία δὲν εἶναι μιὰ παραβολή, εἶναι γεγονός· ἀλλὰ ἐπίσης μᾶς μεταφέρει κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ θεραπεύει τὶς φυσικὲς ἀσθένειες, ἐὰν Τὸν πλησιάσουμε μὲ πίστη· ἔχοντας παραμερίσει κάθε ἄλλη ἐλπίδα,ἀλλὰ γνωρίζοντας μὲ βεβαιότητα ὅτι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος μας, ἡ ὑγεία καὶ ἡ ἀσθένεια μας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ, ποὺ διάλεξε νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ ζήσει ἀνάμεσά μας, νὰ μοιραστεῖ μαζί μας τὰ πάντα, τὸν θάνατο καὶ τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία τοῦ νοῦ καὶ τὸν τρόμο ποὺ ἴσως μᾶς πολεμᾶ ὅταν βλέπουμε τὸν κόσμο γύρω μας, τὸν κόσμο ποὺ δημιουργήσαμε καὶ δημιουργοῦμε.

Ἀλλὰ σ’ αὐτὴν τὴν ἱστορία ὑπάρχει μία ἄλλη διάσταση ποὺ θέλω νὰ προσέξετε. Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι δὲν εἶναι παράλυτος; Παράλυτος ἀπὸ φόβο, ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία να δεῖ τὸν ἑαυτό του νὰ δέχεται τὰ πιὸ λαμπρὰ φῶτα τῆς δόξας, παράλυτος ἀπὸ τοὺς ὑπολογισμοὺς ποὺ δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ δράσουμε, ν’ ἀναπνεύσουμε ἐλεύθερα δίχως φόβο; Πόσοι ἀπὸ μᾶς θὰ τολμούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν διακατεχόμαστε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας καλύτερους ἀπ’ ὅ,τι εἶναι, νὰ τοὺς βλέπουμε ὅπως δὲν εἶναι, ὅπως δὲν μᾶς βλέπει ὁ Θεὸς; Πόσοι ἀπὸ μᾶς θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, «θέλω νὰ δῶ τὸν ἑαυτό μου, ὅπως εἶναι – ὄχι μονάχα σ’ ὅλη μου τὴν ἀδυναμία, ἀλλὰ στὴν πτώση, τὴν δολιότητα, τὴν ἀσχήμια μου, γεμάτος ἀπὸ φόβο, ἀπὸ ματαιότητα, καὶ αὐτὸ ἐξαιτίας τῆς ἐπιθυμίας μου νὰ κρίνομαι ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα καὶ ὄχι μὲ βάση τὴν πραγματικότητα;

Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει ὅτι αὐτὸς ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὴν ματαιότητα εἶναι ὑπερήφανος στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δειλὸς.

Πόσοι ἀπὸ μᾶς ζοῦν συνεχῶς μετρώντας τὶς κουβέντες τους, ὑπολογίζοντας τὶς πράξεις τους, ἀναλογιζόμενοι τὸ ἀποτέλεσμα τους· ὄχι μόνο προσβλέποντας σ’ ἔνα καλὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ μὲ τὸ φόβο πὼς θὰ μᾶς κρίνουν οἱ ἄνθρωποι; Πόσο φοβόμαστε νὰ κοιτάξουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ μὴν κοιτάζουμε πιὰ στὸν παραμορφωτικό καθρέφτη ποὺ δείχνει σὲ μᾶς καὶ στοὺς ἄλλους τοὺς ἑαυτούς μας ὄμορφους, ἀποδεκτοὺς, εὐγενεῖς, ἁγνοὺς -ἀλλὰ σ’ ἕναν ἄλλον καθρέφτη, τὸν καθρέφτη τῆς συνείδησης μας, τὸν καθρέφτη τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κρίσης Του, ποὺ γνωρίζουμε, ἀλλὰ ἀπ’ ὅπου ἀποστρέφουμε τὸ βλέμμα μας; Πόσοι ἀπὸ μᾶς ὅταν ἔχουμε τὴν ἐλάχιστη εἰκόνα τοῦ ποιοὶ εἴμαστε, δὲν ἐπιτρέπουμε αὐτὴ τὴν ἀκτίνα φωτὸς νὰ πάει πέρα ἀπὸ μιὰ φοβισμένη συνειδητοποίση καὶ νὰ καταδυθεῖ στὴν καρδιά μας, νὰ ψάξει στὶς πιὸ σκοτεινές γωνιές της, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔχει διεισδύσει τὸ φῶς, ποὺ ἡ ἀγάπη δὲν ἔχει ποτὲ φτάσει, ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔχει ἀκουστεῖ ποτὲ ἡ ἀλήθεια; Πόσοι ἀπὸ μᾶς εἶναι ἀρκετὰ τίμιοι γιὰ νὰ κρίνουν τοὺς ἑαυτοὺς τους, τὶς πράξεις τους στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας;

Εἴμαστε ὅλοι παράλυτοι: Παράλυτοι ἐξαιτίας τοῦ φόβου, τῶν ὑπολογισμῶν, ἐξαιτίας τῆς ἀπόφασης νὰ μὴν βλέπουμε, ἐπειδὴ φοβόμαστε αὐτὸ ποὺ ἴσως δοῦμε. Ἀκόμα φανταζόμαστε ὅλοι ὅτι μποροῦμε νὰ ζήσουμε τὴ ζωὴ ἑνὸς παραλυτικοῦ καὶ νὰ πεθάνουμε ὑγιεῖς. Ὅτι ἵσως ζήσουμε μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ χωρὶς νὰ ἔχουμε δεῖ ποτὲ τὴν ἀλήθεια, νὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἀλήθεια καὶ νὰ μᾶς δεχτεῖ. Δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀπορρίψει! Τὸ θέμα εἶναι ὅτι θὰ ἀνακαλύψουμε ξαφνικὰ μὲ τρόμο, ὅτι δὲν ἔχουμε καμιὰ θέση στὸ βασίλειο τῆς Ἀλήθειας, στὸ βασίλειο τῆς τολμηρῆς Ἀλήθειας, τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς ἡρωικῆς ὀμορφιᾶς.

Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτὸ· ἄς μὴν σκεφτόμαστε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν παράλυτος καὶ τοῦ ὁποίου ἡ πίστη ἐνεργοποίησε τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ τον θεραπεύσει· ἄς σκεφτοῦμε τὴ δική μας παραλυσία.

Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες μου ὁμιλίες, ρωτήθηκα ἀπὸ κάποιον· «γιατί τὸ τελευταῖο σας κήρυγμα ἦταν τόσο αὐστηρό;» Μπορῶ να ἀπαντήσω μὲ κάθε τιμιότητα: ἐπειδὴ ἐπὶ μῆνες ἔψαχνα την ψυχή μου, ἦλθα ἀντιμέτωπος μὲ τὴ συνείδηση μου, καὶ βλέποντας μὲ τρόμο ὅτι ζῶ ἕνα ψέμα, ὅτι δὲν εἶμαι Χριστιανὸς σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι δὲν μὲ καταδικάζει μὸνο τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μοιάζει νὰ εἶμαι σὰν Χριστιανὸς. Ναί, αὐτὸ ποὺ ἐννοῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ νοιὼθω γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου· ἀλλὰ νοιώθετε παρόμοια πράγματα, ἀκόμα καὶ ἄν εἶστε ἀπείρως πιὸ ἄξιοι γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ ἐμένα; Δὲν νοιώθετε ὅτι, ὅλοι, περισσότερο ἤ λιγότερο, ἁμαρτάνουμε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅτι ὅλοι προδίδουμε τὸν ἑαυτό μας ποὺ καλεῖται νὰ γίνει ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, μιὰ ὁρατὴ εἰκόνα, μιὰ θεϊκὴ παρουσία ποὺ ἐνσαρκώνεται στὴν ψυχή, στὸ σῶμα, σὲ ἔργα καὶ λόγια, σὲ σκέψεις καὶ αἰσθήματα, σὲ προθέσεις καὶ ἀποτελέσματα- δὲν τὸ βλέπουμε αὐτό; Ἐγὼ τὸ βλέπω! Καὶ αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἐξομολόγηση- ναὶ μιὰ ἐξομολόγηση ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ὅλους ἐσᾶς: αὐτὸ εἶναι ποὺ βλέπω στὸν ἑαυτό μου- ἐξετᾶστε τὸν ἑαυτό σας: ἴσως ἔχουμε ἀκόμα χρόνο νὰ γίνουμε ἀληθινοὶ καὶ πραγματικοὶ ὅπως ὁ Θεὸς μᾶς θέλει, νὰ γίνουμε ὅ,τι ὀνειρεύεται γιὰ μᾶς ὁ Θεὸς, νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ἀγάπη Του ὄχι προδίδοντας τον ἑαυτὸ μας, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ Ἐκεῖνον.

Καὶ ὑπάρχει ἐλπίδα· ὑπάρχει ἐλπίδα ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ θεραπεύει, ὁ Θεός ἔχει τὴ δύναμη νὰ συντρίψει τὴν παράλυση μας ἐὰν στραφοῦμε σ’ Ἐκεῖνον μὲ πίστη, ἐλπίδα καὶ κουράγιο! Ἀμήν.

6.

Ἡ κοινωνικὴ διάσταση τῆς πίστεως (Ματθ θ, 1-8)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τὴν ξαναδιαβάσαμε τὴ δεύτερη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν μὲ περισσότερες χαρακτηριστικὲς λεπτομέρειες, ἔτσι ὅπως τὴ διασώζει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος. Σ’ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ἡ σύνδεση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια καὶ τῆς θεραπείας μὲ τὴ σωτηρία εἶναι θεμελιώδης ὡς σχέση αἰτίας καὶ ἀποτελέσματος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ὅμως, μᾶς παρουσιάζει τὸ ἴδιο θαῦμα μὲ λιτότητα καὶ συντομία. Μπροστὰ στὸν Χριστὸ ποὺ διδάσκει σὲ ἕνα σπίτι στὴν Καπερναοὺμ φέρνουν ἕναν παράλυτο ἐπάνω σὲ κρεβάτι. Οἱ συνοδοὶ δὲν μποροῦν νὰ φτάσουν τὸν Χριστὸ ἐξαιτίας τοῦ πλήθους ποὺ ἀκούει τὴ διδασκαλία Του, γι’ αὐτὸ ἀνοίγουν μία ὀπὴ στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ κατεβάζουν τὸν παράλυτο μπροστὰ στὸν Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὴν ἐφευρετικότητα τῆς πίστης τους καὶ τὴν ἐπαινεῖ. Ἀξίζει, λοιπόν, νὰ προσεγγίσουμε τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ καὶ νὰ σταθοῦμε στὴν κοινωνικὴ διάσταση τῆς πίστεως.

Ἡ πίστη, κίνηση πρὸς τὸν ἄλλο ἄνθρωπο

Ἡ χριστιανικὴ πίστη καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀτομικότητάς του. Καλεῖ διαρκῶς τὸν ἄνθρωπο νὰ σπάει τὸ κέλυφος τοῦ ἐγωισμοῦ του καὶ νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ ἄτομο σὲ πρόσωπο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος-ἄτομο μεταβάλλεται σὲ πρόσωπο, σημαίνει ὅτι ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν ἐγωπαθῆ φυλακὴ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπου εἶναι ἐγκλωβισμένος, καὶ ἔρχεται νὰ συναντήσει μὲ κατανόηση, σεβασμὸ καὶ ἀγάπη τὸν συνάνθρωπο. Ἔτσι γίνεται τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μάρτυρας πίστεως καὶ ἀφορμὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς ἄλλους. Γιατί ὁ πιστὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐφησυχάζει καὶ νὰ ἐπαναπαύεται κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ἀγνοώντας τὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων, ἀδιάφορος στὸ νὰ βρίσκει τρόπους θεραπείας.

Ἡ ἐφευρετικότητα τῆς πίστης τῶν συνοδῶν τοῦ παραλύτου, μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ γνήσια καὶ πραγματική, ἡ δυνατὴ καὶ θερμὴ πίστη, δὲν κάμπτεται ἀπὸ ἐμπόδια, δὲν σταματᾶ μπροστὰ σὲ δυσκολίες. Ἐπινοεῖ, ἐφευρίσκει, ἀγωνίζεται καὶ ἀγωνιᾶ προσευχόμενη νὰ βρεῖ τρόπους καὶ δρόμους συμπαράστασης καὶ ἐνίσχυσης, παρηγοριᾶς καὶ ἀνακούφισης μέσα ἀπὸ ἐκδηλώσεις καὶ ἔργα ἀγάπης. Βέβαια, ὅταν γυρίζουμε τὸ βλέμμα μας γύρω μας «εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου», μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, κάποτε ἀπογοητευόμαστε, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό. Συνειδητοποιοῦμε πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε ἤ, τέλος πάντων, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ καλούμαστε νὰ γίνουμε· ἄνθρωποι μὲ ἐμπειρία «πίστεως δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης» (Γαλ. 5,6). Ἀναρωτηθήκαμε ἆραγε ποτέ, πόσο συχνὰ τὸ Εὐαγγέλιο, μὲ τὸ συνεχὲς κάλεσμα γιὰ τελείωση καὶ ὑπέρβαση, σηκώνει ψηλὰ τὸν πήχη στὸ στίβο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καὶ ἐμεῖς περνᾶμε ἀπὸ κάτω; Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀλληλεγγύης, δυστυχῶς, εἶναι σπάνια ἀκόμη κι ἐκεῖ ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτονόητη, στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Δεδομένα καὶ ζητούμενα στὸν ἀγώνα τῆς πίστεως

«Θάρσει, τέκνον» εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς στὸν παράλυτο καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν καὶ στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος, ταλαιπωρημένος, ἀπογοητευμένος καὶ προδομένος, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐλπίδα καὶ στήριξη ψυχική. Ὄχι, βέβαια, ἀπὸ φθηνὲς παρηγοριές, θολὰ καὶ ἐπικίνδυνα συνθήματα, σὰν αὐτὰ ποὺ περισσεύουν στὶς μέρες μας καὶ κυκλοφοροῦν μέσα στὴν ἐλευθερία τοῦ κόσμου ἀσύδοτα καὶ ἀχαλίνωτα ὁδηγώντας πολλοὺς σὲ ἀδιέξοδα. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ σώζουσα ζωντανὴ πίστη, ποὺ ὅταν ὑπηρετεῖ τὸν πληγωμένο ἄνθρωπο, ἀποδεικνύει μὲ τὸν πλέον χειροπιαστὸ τρόπο ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὑπόθεση τοῦ μυαλοῦ μας, ἀλλὰ τῆς καρδιᾶς μας. Αὐτό, βέβαια, δὲν σημαίνει ἕναν πρόχειρο συναισθηματισμὸ ποὺ ἀφορᾶ τοὺς ἀφελεῖς καὶ γραφικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸ μερικῶν, ζοῦν στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι γνώρισμα τῶν ἀγωνιστῶν ποὺ ἀνακάλυψαν τὴν οὐσία τῆς ὕπαρξής τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ νικητὲς τῆς παρούσας ζωῆς καὶ οἱ κληρονόμοι τῆς αἰώνιας.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅταν μελετᾶμε, στοχαζόμαστε καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν διαχρονικὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν καθοδήγηση τῶν Πατέρων μέσα στὴν Ἐκκλησία, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι πολλὰ ἀπὸ ὅσα διαβάζουμε δὲν εἶναι δεδομένα τῆς δικῆς μας ζωῆς, ἀλλὰ ζητούμενα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ἀγώνα. Πολλὰ ἀπὸ ὅσα μᾶς συγκινοῦν καὶ ἀγγίζουν τὴν ψυχή μας δὲν εἶναι ἐμπειρίες ποὺ φθάσαμε, ἀλλὰ μιὰ πνευματικὴ κατάσταση ποὺ ἀκόμη προσπαθοῦμε νὰ κατακτήσουμε, ἐν μέσω προκλήσεων, παγίδων καὶ πειρασμῶν πολλῶν. Γι’ αὐτὸ ἂς προσπαθοῦμε μέσα στὸ περιβάλλον ὅπου ζοῦμε, μὲ τὴ στάση τῆς ζωῆς μας καὶ τὴ συμπεριφορά μας, νὰ ἐνισχύουμε τὴν πίστη τὴ δική μας καὶ τῶν ἄλλων. Ἀμήν.

7.

Ἕνα σημεῖο κι ἕνα θαῦμα (Ματθ θ, 1-8)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Προσέφεραν αὐτῷ παραλυτικόν»

Ἕνα σημεῖο κι ἕνα θαῦμα ἔκανε σήμερα ὁ Κύριός μας στὸ Εὐαγγέλιο, σημειώνει ὁ ἀοίδιμος μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος. Τὸ θαῦμα ἦταν πὼς συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τὸ σημεῖο εἶναι ποὺ τὸν γιάτρεψε καὶ σωματικά. Τὸ ἕνα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ ἄλλο στὸ σῶμα. Τὸ σημεῖο καὶ τὸ θαῦμα μαζὶ ἀποτελοῦν τὴν ὁλοκληρωμένη θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ.

Τὸ πρόσωπο τοῦ παραλυτικοῦ

Ὁ παραλυτικὸς δὲν ἦταν ἕνας νευρωτικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἁμάρτησε βαριὰ κι ἡ ἐνοχὴ του τοῦ προκάλεσε τὴν παράλυση, ὅπως θὰ μᾶς ἔλεγε ἕνας ψυχίατρος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦταν νευρωτικός, ἀλλ’ ἁμαρτωλὸς καὶ ἡ ἀρρώστια του ἦταν ἀποτέλεσμα τῶν συνεπειῶν τῆς συγκεκριμένης του ἁμαρτίας. Ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς λέγει πὼς «πολλὰ τῶν νοσημάτων ἐξ ἁμαρτιῶν φύονται», δηλαδὴ πολλὰ νοσήματα προκαλοῦνται ἀπ’ τὶς ἁμαρτίες. Ὁ Κύριος στὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ θεραπεύει πρῶτα τὴν αἰτία, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ μετὰ τὸ σῶμα ποὺ ἔπασχε ἀπὸ τὴν πτώση τοῦ δυστυχισμένου αὐτοῦ ἀνθρώπου σὲ κάποιο ἁμάρτημα.

Οἱ Φαρισαῖοι πιθανῶς νὰ σκεπτόντουσαν ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας πλάνος, θεραπεύει τὸ ἀφανές, δηλαδὴ τὴν ψυχὴ ποὺ δὲ φαίνεται καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ διαπιστώσει, ἐὰν ἀφέθησαν τοῦ ἀρρώστου οἱ ἁμαρτίες, ἐνῶ ἀφήνει τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ἐμφανὲς καὶ πιὸ δύσκολο νὰ θεραπευθεῖ· «δυσχερέστερον ὤοντο τὸ σῶμα θεραπεῦσαι ὡς φαινόμενον», δηλαδὴ νόμιζαν πιὸ δύσκολο ἔργο εἶναι νὰ θεραπευθεῖ τὸ σῶμα, ἐπειδὴ φαίνεται (ἅγιος Θεοφύλακτος). Ἄλλωστε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου πρῶτα θανατώθηκε ἀπὸ τοὺς βρόγχους τῆς ἁμαρτίας καὶ μετὰ ἐπακολούθησαν στὴν ἀνθρώπινη φύση οἱ ἀσθένειες κι ὁ θάνατος, σύμφωνα μὲ τὴ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ.

Μία σημαντικὴ παρατήρηση κάνει ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς. Ὁ Χριστὸς ἄλλοτε κάνει τὸ θαῦμα βλέποντας τὴν πίστη τοῦ ἀρρώστου, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀσθενὴς ἦταν καλὰ στὰ μυαλά του. Π.χ. στὴν περίπτωση τῶν τυφλῶν ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ θαῦμα «κατὰ τὴν πίστιν» (Ματθ. 9,29) αὐτῶν. Ἄλλοτε πάλι ὅπως στὴ Χαναναία, στὸν Ἰάειρο, στὸν ἑκατόνταρχο καὶ σ’αὐτὸν τὸν παραλυτικὸ ἔκανε τὸ θαῦμα ὄχι βλέποντας τὴν πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἀλλὰ τὴν πίστη αὐτῶν ποὺ ζητοῦσαν ἀπ’ τὸ Χριστὸ νὰ τοὺς κάνει καλά, ‹‹καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ…» (Ματθ. 9,2). Οἱ ἄρρωστοι αὐτοί, καὶ πιὸ εἰδικὰ στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ παραλυτικός, πιθανῶς νὰ μὴν εἶχαν ἀκέραιο τὸ μυαλό τους στὶς διάφορες λειτουργίες. Ὁ νοῦς εἶχε ἐπισκοτισθεῖ.

Ἡ προσφώνηση τοῦ Κυρίου

Οἱ εὐαγγελιστὲς Ματθαῖος καὶ Μάρκος μᾶς λέγουν πὼς ὁ Χριστός, ὅταν εἶδε τὸν παραλυτικό, τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὴ λέξη «τέκνον»· «θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2 καὶ Μάρκ. 2,5). Ὁ ἱερὸς Λουκᾶς γράφει πὼς τὸν προσφώνησε μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια «ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Λουκ. 5,20). Παιδί μου, ἄνθρωπέ μου, εἶναι τὰ πρῶτα λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν παραλυτικό. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πὼς ὀνόμασε τὸν Παραλυτικὸ «τέκνον», ἐπειδὴ ὅλοι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι Αὐτὸς ποὺ μᾶς δημιούργησε (τῷ τῆς δημιουργίας λόγῳ) ἢ ἐπειδὴ διέγνωσε ὁ Χριστὸς πὼς ὁ ἄρρωστος Τὸν παραδεχόταν ὡς Κύριο καὶ Δημιουργό.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μὲ πολλὴ δύναμη λόγου σχολιάζει τὴν προσφώνηση αὐτὴ τοῦ Κυρίου μας. «Ὤ μακαρίας προσηγορίας», ὦ εὐτυχισμένη προσφώνηση. Ὁ παραλυτικὸς ἀκούει τὴ λέξη «τέκνον» καὶ «υἱοποιεῖται τῷ οὐρανίῳ Πατρί», υἱοθετεῖται ἀπ’ τὸν οὐράνιο πατέρα καὶ προσκολλᾶται στὸν ἀναμάρτητο θεὸ καὶ γίνεται κι ὁ ἴδιος χωρὶς ἁμαρτίες μὲ τὴν ἄφεση τῶν παραπτωμάτων του. Παντοῦ μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη φαίνεται τὸ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἔφεραν τὰ σημάδια τῆς ἁμαρτίας, βρῆκαν τὸ θεραπευτή τους. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός μας, ποὺ μᾶς ἔκανε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἀληθινὴ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ διάφορες δυσλειτουργίες τῆς ψυχῆς τους ποὺ ἔχουν ἀντίκτυπο καὶ στὸ σῶμα τους, καταφεύγουν μόνο στοὺς ψυχιάτρους καὶ ψυχολόγους. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀπορρίπτει τὴν ἐπιστημονικὴ ἐργασία αὐτῶν τῶν γιατρῶν. Ἴσα ἴσα τὴ θεωρεῖ δημιουργική, ὅταν δὲν ἐξέρχεται τῶν ἐπιστημονικῶν ὁρίων της καὶ δὲν καταργεῖ τὸ Θεό. Ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι πὼς τὰ διάφορα ἁμαρτήματά μας δὲ θεραπεύονται μὲ τὰ ἠρεμιστικὰ οὔτε καὶ μὲ τὶς ὄντως θαυμάσιες παρεμβάσεις καὶ ἀναλύσεις τῶν ψυχολόγων καὶ ψυχιάτρων.

Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του ποὺ θὰ τοῦ ἐπιφέρει μιὰ θαυμαστὴ ὀντολογικὴ ἀλλαγὴ στὴ συμπεριφορά του. Χρειάζεται νὰ νιώσει τὸ Χριστὸ ὡς ἀδελφό του καὶ πατέρα του. Νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν ἑαυτό του στὴ χάρη Του μὲ τὰ μυστήρια τῆς μετανοίας, τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ἀδελφοί μου,

Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε ἀποφασίσει νὰ ἀλλάξει ζωή, πολὺ γρήγορα φέρνει τὴν εἰρήνη στὴν ψυχή του καὶ τοῦ χαρίζει τὴν ἀσφάλεια καὶ μιὰ μόνιμη πνευματικὴ κατάσταση χωρὶς ἀνασφάλειες καὶ φοβίες.Αὐτὴν τὴ θεραπεία ἂς ἐπιδιώξουμε.

8.

Ἰσχύσατε γόνατα παραλελυμένα (Ματθ θ΄ 1-8)

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Λέγεται ὅτι, ὅταν κάποτε ὁ βασιλιὰς τῆς Γαλλίας Λουδοβίκος ὁ ΙΑ΄ (1423-1483) ἀρρώστησε βαριά, κάλεσε ἕναν ἱερέα νὰ κάνει δέηση γιὰ τὴν ὑγεία του. Ὁ ἱερέας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ δέηση «ὑπὲρ ὑγείας», προσευχήθηκε καὶ «ὑπὲρ συγχωρήσεως καὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν» του. Τότε, ὁ κατὰ τὰ ἄλλα καλόψυχος βασιλιάς, καθὼς εἶχε δεχθεῖ φιλόξενα πολλοὺς ρωμιοὺς πρόσφυγες μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης, ἐνοχλημένος τὸν διέκοψε λέγοντας: Πάτερ, μὴν τὰ ἀνακατεύεις τὰ πράγματα· τώρα μόνο γιὰ τὴν ὑγεία μου παρακάλεσε τὸν Θεό. Γιὰ τὰ ἄλλα βλέπουμε.

Ἱεράρχηση αἰτημάτων

Εὐτυχῶς ὁ παράλυτος τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς καὶ oἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἔφεραν στὸν Χριστό, δὲν ἀντέδρασαν παρόμοια, ἀκούγοντας τὸν Χριστὸ νὰ τὸν ὑποδέχεται μὲ τὰ λόγια: «θάρρος, παιδί μου! Σοῦ συγχωροῦνται oἱ ἁμαρτίες σου». Σίγουρα δὲν εἶχαν τὸ ρηχὸ μυαλὸ τοῦ Γάλλου βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος δὲν καταλάβαινε ὅτι ἡ σύγχυση δὲν βρισκόταν στὰ λόγια τοῦ ἱερέα, ἀλλὰ στὴ δική του ἐπιπόλαιη ἀντίληψη.
Ὁ Χριστὸς διαλύοντας τέτοιες συγχύσεις ἔχει πεῖ: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 6,33). Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ μᾶς δικαιώσει καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν κατάκριση καὶ τὴν καταδίκη γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Γι’ αὐτό, τὸ κύριο αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν εἶναι «ὑπὲρ ὑγείας», ἀλλὰ «ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν» μας.

Εἶναι θλιβερὸ τὸ φαινόμενο νὰ καταφεύγει κανεὶς στὸν Θεὸ μόνο γιὰ ἐγκόσμια πράγματα. Τότε τὸ αἴτημά του, ὄχι μόνο δὲν θὰ ἦταν εὐάρεστο στὸν Θεό, ἀλλὰ θὰ καταντοῦσε καὶ ἁμαρτωλό, ἔστω κι ἂν τὸ ζητοῦσε γονατιστά! Διότι τὸν Θεὸ πρέπει νὰ τὸν ζητᾶμε κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά του. Καὶ τὸ πρῶτο, ποὺ θέλει ὁ Θεός, εἶναι «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ ἀποκτήσουν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας» (Α’ Τιμ. 2,4).

Οἱ εὐθεῖς καὶ οἱ πλάγιοι

Ὁ Χριστὸς θεραπεύοντας τὸν παράλυτο, ἀφοῦ πρῶτα τοῦ συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες, ἀφενὸς δίνει τρανὴ μαρτυρία γιὰ τὴ θεότητά του καὶ ἀφετέρου ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ γραμματεῖς πάσχουν ἀπὸ χειρότερη παραλυσία ἀπὸ τὸν θεραπευθέντα, διότι «ἐνθυμοῦνται πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν». Ἡ πονηρὴ διάθεση τοὺς τυφλώνει καὶ τοὺς στερεῖ τὴ δυνατότητα νὰ ὀρθοποδήσουν καὶ νὰ «περπατήσουν» πρὸς τὴν ἀληθινὴ πίστη. Γι’ αὐτοὺς τοὺς πονηροὺς τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔχει πεῖ: «Ἐὰν πορεύησθε πρὸς με πλάγιοι, καὶ ἐγὼ πορεύσομαι μεθ’ ὑμῶν θυμῷ πλαγίῳ»· δηλαδή, ἂν ἐξακολουθεῖτε νὰ ζεῖτε μὲ πονηρία καὶ χωρὶς εὐθύτητα, θὰ φερθῶ κι ἐγὼ σὲ σᾶς μὲ τρόπο ποὺ θὰ σᾶς φανεῖ πονηρὸς (Λευ. 26, 23-24).

Ἀντίθετα, οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔφεραν τὸν παράλυτο, καὶ προφανῶς καὶ ὁ παράλυτος, ἦταν «εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ» καὶ μὲ ἄδολη πίστη, ἡ ὁποία δὲν ἄφησε ἀσυγκίνητο τὸν Χριστό. Τὸ εὐαγγελικὸ κείμενο ἐπισημαίνει ὅτι ὁ Κύριος σπλαχνίσθηκε τὸν παράλυτο «ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν». Μία τέτοια πίστη κάποιων ἀνθρώπων – γονέων, φίλων, πνευματικῶν πατέρων καὶ ἀδελφῶν – ὁδήγησε κάποτε κι ἐμᾶς στὸν Χριστό. Τοὺς ὀφείλουμε βαθιὰ καὶ ἰσόβια εὐγνωμοσύνη. Καὶ ὅσο συνειδητοποιοῦμε ὅτι συνεχῶς μᾶς ἀπειλεῖ μία πνευματικὴ παραλυσία, τόσο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητοῦμε «τραυματιοφορεῖς» καὶ χειραγωγούς, ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγοῦν σταθερὰ στὸν Χριστό· τόσο ἔχουμε ἀνάγκη ποιμένες, ποὺ θὰ μᾶς στηρίζουν μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη Ἠσαΐα (35,3-5): «Ἰσχύσατε χεῖρες ἀνειμέναι καὶ γόνατα παραλελυμένα· ἰσχύσατε, μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν… ἤξει καὶ σώσει ἡμᾶς»· δηλαδή, δυναμῶστε χέρια ἐξαντλημένα καὶ γόνατα παράλυτα· δυναμῶστε καὶ μὴ φοβεῖσθε· νά, ὁ Θεός μας θὰ ἔλθει καὶ θὰ μᾶς σώσει.

Τὸ θαῦμα μιᾶς ἀφίσας

Κάποτε μᾶς καλεῖ καὶ μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεὸς νὰ διακονήσουμε κι ἐμεῖς στὸ σωτήριο ἔργο τῆς θεραπείας «παραλύτων», καὶ μάλιστα μὲ τρόποι ποὺ ποτὲ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ φαντασθοῦμε. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ἀκόλουθο περιστατικό:

Τὰ παιδιὰ κάποιου Κέντρου Νεότητας, ὀργαvώvοvτας ἐκδήλωση ἀφιερωμένη στὸν μακαριστὸ παπα-Ἐφραὶμ Κατουνακιώτη, τοιχοκόλλησαν καὶ ἀφίσες μὲ φωτογραφία τοῦ Γέροντα. Μία ἑβδομάδα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκδήλωση μία παρέα ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδιὰ εἶδαν σὲ κεντρικὸ δρόμο τῆς πόλης ἕναν νεαρό, νὰ ἔχει σταματήσει μὲ τὴ μηχανή του καὶ νὰ ἔχει ἀγκαλιάσει μιὰ κολόνα. Πλησίασαν καὶ τὸν εἶδαν νὰ φιλάει τὸ πρόσωπο τοῦ γέροντα στὴν ἀφίσα καὶ νὰ τοῦ μιλάει κλαίγοντας. Τὰ παιδιὰ τὸν ρώτησαν καὶ αὐτὸς ἀπάντησε πὼς τὸ βλέμμα αὐτοῦ τοῦ ἄγνωστου γέροντα εἶχε μιλήσει στὴν καρδιά του. Μέχρι τότε ζοῦσε ἄστατη ζωὴ καὶ εἶχε πολὺ ταλαιπωρηθεῖ. Εἶχε φτάσει στὰ ὅρια τῆς ἀπελπισίας. Βλέποντας αὐτὴ τὴν ἄγνωστη μορφὴ ἔνιωσε ἕναν συγκλονισμὸ καὶ θέλησε νὰ ἀλλάξει ζωή. Ρώτησε τὰ παιδιὰ ποῦ βρίσκεται αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἀπάντησαν ὅτι ὁ γέροντας εἶχε κοιμηθεῖ. Σὰν τὸ ἄκουσε αὐτό, κάθισε στὸ πεζοδρόμιο καὶ ξέσπασε σὲ λυγμούς.

Τὸ μεγάλο θαῦμα εἶχε γίνει. Τὸ παιδὶ ἀναζήτησε πνευματικὸ καὶ σήμερα πλέον ζεῖ συνειδητὴ πνευματικὴ ζωή. Τὸ ζωντανὸ βλέμμα μιᾶς ἄψυχης ἀφίσας, ποὺ κάποια παιδιὰ ἔβαλαν σὲ μία κολόνα, ἔστησε στὰ πόδια του ἕναν «παράλυτο» νεαρὸ καὶ τὸν ἔβαλε στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.

9.

Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου – Θεάρεστο μίσος!

«Ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρὸν»

Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, σχεδὸν σὲ κάθε ἡμιστίχιο, περιέχει μιὰ ξεχωριστὴ δυνατὴ πνευματικὴ προτροπή. Ἐμεῖς σήμερα θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ μία μόνο ἀπὸ αὐτές, ποὺ ἴσως εἶναι ἡ πιὸ δυσνόητη: «Ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· δηλαδή: νὰ μισεῖτε, νὰ ἀπεχθάνεσθε τὸ κακό.Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, σχεδὸν σὲ κάθε ἡμιστίχιο, περιέχει μιὰ ξεχωριστὴ δυνατὴ πνευματικὴ προτροπή.

 

Ἐμεῖς σήμερα θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ μία μόνο ἀπὸ αὐτές, ποὺ ἴσως εἶναι ἡ πιὸ δυσνόητη: «Ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· δηλαδή: νὰ μισεῖτε, νὰ ἀπεχθάνεσθε τὸ κακό.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν τί καλούμαστε ὡς Χριστιανοὶ νὰ μισήσουμε, γιατί νὰ τὸ μισήσουμε καὶ πόσο ἀναγκαῖο εἶναι αὐτὸ τὸ μίσος στὴ σύγχρονη ἐποχή.

  1. Νὰ μισήσουμε τὴν ἁμαρτία, ὄχι τὸν ἁμαρτωλὸ

Ἂς προσέξουμε μὲ κάθε ἀκρίβεια τὴν ἐντολή· ὁ ἅγιος Ἀπόστολος γράφει: Νὰ μισεῖτε «τὸ πονηρόν», ὄχι «τὸν πονηρόν». Μᾶς προτρέπει νὰ μισοῦμε τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὴν πράξη, τὸ πάθος· ὄχι τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴ διαπράττει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἄξιος τῆς ἀγάπης μας, τοῦ ἐλέους μας, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν Θεό· εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου.

  1. Νὰ καθαρισθοῦμε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας

Ἀλλὰ γιὰ ποιὸν λόγο ὀφείλει ὁ πιστὸς νὰ μισεῖ τὴν ἁμαρτία; Ὀφείλει νὰ τὸ κάνει, διότι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀθέτηση καὶ περιφρόνηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἁμαρτία διακόπτουμε τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ κάθε ἀγαθοῦ. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ διαστροφὴ τῆς φύσεώς μας, ἡ αὐτοκαταστροφή μας, ἡ αἰτία ὅλων τῶν δεινῶν. Εἶναι «πολύδακρυς καὶ δυσώδης», κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο· δηλαδὴ ἀποπνέει πνευματικὴ δυσωδία καὶ ὀφείλει νὰ χύνει κανεὶς πολλὰ δάκρυα γι᾿ αὐτήν (ΕΠΕ 5, 218).Πρέπει ὅμως νὰ τὴ μισήσουμε καὶ γιὰ κάποιον ἄλλον λόγο, διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ μὴ διαπράττουμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ νεκρώσουμε τὴν ἐσωτερικὴ ἕλξη μας πρὸς αὐτήν. Ἂν δὲν μισοῦμε τὴν ἁμαρτία, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ μετάνοιά μας εἶναι ἀκόμη ἐλλιπής, τὸ συγ­κεκριμένο πάθος δὲν ἔχει νεκρωθεῖ τελείως μέσα μας.

Ρώτησαν κάποτε τὸν Μέγα Βασίλειο πῶς μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ πληροφορηθεῖ ὅτι ἔχει καθαρισθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ ἀπάντησε αὐτὸ ἀκριβῶς: Ὅταν μπορεῖ νὰ πεῖ μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Ἀδικίαν ἐμίσησα καὶ ἐβδελυξάμην»· δηλαδή, μίσησα καὶ σιχάθηκα τὴν ἀδικία· καὶ ἀκόμη, ὅταν βλέποντας ἄλλους νὰ ἁμαρτάνουν, λέει πάλι μαζὶ μὲ τὸν Ψαλμωδό: «Εἶδον ἀσυν­ετοῦντας καὶ ἐξετηκόμην, ὅτι τὰ λόγιά σου οὐκ ἐφυλάξαντο»· εἶδα ἀνθρώπους ποὺ κατήντησαν ἀσύνετοι, νὰ ἁ­μαρτάνουν ἄφοβα, καὶ ἔλιωσα ἀπὸ τὴ λύ­πη μου γιὰ τὸ ὅτι καταπατοῦσαν τὸν νόμο Σου, Κύριε (Εἰς Ψαλ. ριη´ [118] – στίχ. 163, 158, ΕΠΕ 9, 368).

  1. Ἀντίδραση στὸ πνεῦμα τῆς ἀποστασίας

Τὸ παραπάνω ψαλμικὸ χωρίο ἔχουμε ἀνάγκη νὰ τὸ ἐφαρμόσουμε κατ᾿ ἐξοχὴν οἱ σημερινοὶ Χριστιανοί. Διότι εἶναι τόση ἡ ἀποστασία στὴν ἐποχή μας, ὥστε σήμερα οἱ ἄνθρωποι ὄχι ἁπλῶς καταπατοῦν τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ θεωροῦν ὅτι καὶ ἡ πιὸ ἀντίθεη καὶ ἀνήθικη ἐπιλογή τους πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ ὅλους σεβαστὴ χωρὶς καμία κριτική. Κυρίως τὸ πρόβλημα ἐπικεντρώνεται στὸ ὅτι σχεδὸν ἐπιβάλλεται ἡ τάση ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης νὰ συμπροσευχόμαστε μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους καὶ νὰ σεβόμαστε τὴ διαστροφικὴ ἁμαρτία κάποιων συνανθρώπων μας· νὰ ἀποδεχόμαστε τοὺς πάντες ὅπως εἶναι, τοὺς μὲν ἀμετανόητους γιὰ τὶς κακοδοξίες τους, τοὺς δὲ ὑπερήφανους γιὰ τὶς βδελυκτὲς ἀσέλγειές τους. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ, γήινη καὶ ἀπατηλή. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη πηγάζει ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεό. Ἀληθινὴ ἀγάπη ἔχει ὁ ἁγιασμένος, αὐτὸς ποὺ ἐμφορούμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἔφθασε νὰ μισεῖ τὴν ἁμαρτία. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύγχρονη πρόκληση γιὰ μᾶς τοὺς Χριστιανούς: νὰ ἀν­τιπροτείνουμε τὴν ἀληθινὴ ἐν Χριστῷ ἀ­γάπη στὸν πλανεμένο κόσμο, χωρὶς φανατισμὸ καὶ ἐμπάθεια, ὄχι τόσο μὲ τὸν λό­γο μας – ὁπωσδήποτε καὶ μὲ αὐτόν – ἀλ­λὰ κυρίως μὲ τὴν ἁγία καὶ χαριτωμένη ζωή μας.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει αὐτό, εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνουμε ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα ποὺ ἀσκεῖ καθημερινὰ ἔντονη ἐπίδραση πάνω μας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πηγαίνουμε ἀντίθετα στὸ ρεῦμα κάνον­τας ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποστρεφόμενοι σταθερὰ τὴν ἁμαρτία.

Τὰ ὅσα εἴπαμε σήμερα, δὲν πρέπει νὰ γίνουν ἀφορμὴ νὰ ἀσχολούμαστε συνέχεια μὲ τὸ κακό, νὰ πολεμοῦμε τὸ σκοτάδι. Ὄχι. Ἂς στραφοῦμε πρὸς τὸ Φῶς. Ἂς πέσουμε μὲ λαχτάρα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε, νὰ ζοῦμε μέσα στὴν παρουσία Του, νὰ ἀναπνέουμε τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τότε θὰ ἔλθει τὸ μίσος ἐναντίον τοῦ κακοῦ· καὶ θὰ εἶναι φωτισμένο, ἀπαθές, ἅγιο, εἰρηνικὸ καὶ εἰρηνοποιό, συντροφευμένο μὲ τὴν πραότητα καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ πιὸ δυνατή, ἡ πιὸ ἀπο­τελεσματικὴ μαρτυρία τῆς Πίστεώς μας στὸν σύγχρονο κόσμο.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”