1.

Τζεβελέκας Δωρόθεος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

«ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ἦ, ὅλον τό σῶμα σου φωτεινόν ἔσται»

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τρεπτός. Μπορεῖ νά ἀνέλθει μέχρι τήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό («ἠλάττωσας αὐτόν βραχύ παρ΄ἀγγέλοις»), μπορεῖ, ὅμως, νά κατέλθει μέχρι τήν πλήρη ἐξαχρείωση, νά ὁμοιωθεῖ μέ τούς δαίμονες καί νά γίνει χειρότερος τῶν ζώων.

Ἔχοντας, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος τήν προίκα τοῦ αὐτεξουσίου καλεῖται νά πραγματώσει τό καθ’ὁμοίωσιν, νά γίνει θεοειδής, νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Σέ αὐτή τήν διαδικασία, τήν πνευματική, δηλαδή, ἐνηλικίωση, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀξιολογήσει τίς προτεραιότητες τῆς ζωῆς του καί νά πορευθεῖ μέ βάση τίς ἐπιλογές του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά προσανατολίσει τήν ζωή του καί ὁ Θεός σέβεται τήν ἐλευθερία του.

Στό κέντρο λοιπόν τῆς ὕπαρξής του, στόν «λύχνο τοῦ σώματος», τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς, πού ἐδῶ νοεῖται ὁ νοῦς, πρέπει νά κατοικήσει ὁ Θεός. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου νά γίνει «λύχνος τοῖς ποσίν μου καί φῶς τοῖς τρίβοις μου»( Ψαλμ. 118, 105).

Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά θεωρήσει ὡς τήν πρώτη ἀγάπη τῆς ζωῆς του τόν Θεό. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη πρός κάθε τι γήινο εἴτε αὐτό εἶναι ἡ οίκογένεια, ὁ πλοῦτος, ἡ δόξα, εἴτε εἶναι ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀγάπη. Αύτό ὀφείλει νά εἶναι μία ἥρεμη ἀπόφαση στόν νοῦ τοῦ ἄνθρώπου. Ó ἄνθρωπος μεγαλώνει τά παιδιά του προκειμένου νά τούς ἐμφυτεύσει τόν Χριστό, ἡ ἀγάπη τῶν συζύγων εἶναι πρός δόξαν Θεοῦ, ἡ μεταξύ μας ἀγάπη εἶναι ἡ ἐν Χριστῶ ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά δημιουργήσει μία πραγματικότητα ἔξω ἀπό τόν Θεό, αὐτό θά ἦταν εἰδωλολατρεία καί ἔμπαιγμός τῶν δαιμόνων. Ὁ ἄνθρωπος μεγαλώνει ἡλικιακά σύμφυρτος μέ τίς ἡδονές καί γι αύτό, κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, δυσκολεύεται νά ἀποποιηθεῖ τό κριτήριο τῆς ἰδιοτέλειας, «τῆς ἡδονῆς καί τῆς ὀδύνης» κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἐφόσον ὁ νοῦς καταδυναστεύεται ἀπό τίς αἰσθήσεις στήν πρώτη νεότητα τοῦ ἀνθρώπου( Γρηγόριος Νύσσης , 8η ὁμιλία στόν Ἐκκλησιαστή). Ἐνηλικιούμενος πνευματικά ὁ ἄνθρωπος θά συνειδητοποιήσει ὅτι δέν εἶναι τό κέντρο τοῦ σύμπαντος, ὅτι ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μία ὁλότητα καί ὡς ἐκ τούτου καθένας εἶναι συνυπεύθυνος γιά τόν ἄλλο, ὅτι τὀ «ὅντως ἐφετόν» εἶναι ὁ Θεός, ἡ πηγή κάθε ἀγαθότητος.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ λύχνος τοῦ σώματος, ἤτοι ὁ νοῦς, εἶναι καθαρός δηλαδή δέν εἶναι ὑποταγμένος στήν δουλεία τῶν κτισμάτων, τότε ὅλο τό σῶμα, ὅλη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φῶς. Ὅταν ὁ νοῦς ἐγκαταλείψει τόν Θεό τότε σκοτίζεται καί προσκολᾶται στήν ἁμαρτία καί ὁ ἄνθρωπος λόγω τῆς τρεπτότητάς του ὁδηγεῖται στόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Γι αὐτό εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κατά τούς Πατέρες ἡ «φυλακή (δηλαδή ἐπιφυλακή) τοῦ νοός». Ὁ νοῦς εἶναι ἡ ἡγεμονική δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἅλλωστε στους Ἁγίους ἡ ψυχή, κατά τούς Πατέρες, γίνεται ὅλη νοῦς καί αὐτές οἱ Ἀγγελικές δυνάμεις ὀνομάζονται νόες. Ὁμοίως, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος «μοναχός εἶναι ἔκσταση τοῦ νοός». Ὁ διάβολος κατά τόν Ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη δέν μπορεῖ νά βλάψει τόν ἄνθρωπο. Μπορεῖ ὅμως νά τοῦ ὑποβάλει στόν νοῦ μιά ἁμαρτωλη ἰδέα καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος συγκατεθεῖ νά τόν ὁδηγήσει σέ πτώση.

Εἶναι φανερό τό πόσο ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει τόν νοῦν του σέ ἐγρήγορση. Ὁ κόσμος σήμερα ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή εἶναι γεμᾶτος άνθρώπινες θεωρίες καί ἐπινοήσεις καί λανθασμένα συστήματα ἀξιῶν πού ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Στίς μέρες μας η τηλεὀραση εἶναι ἡ θύρα είσόδου στόν νοῦ τῶν ἀνθρώπων κάθε εἴδους πλάνης καί ἁμαρτίας. Προκειμένου νά ἀντισταθεῖ ὁ ἅνθρωπος ὀφείλει νά ἀπαρνηθεῖ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί νά ἐνστερνισθεῖ τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.(«Τοίνυν ἐξερχόμεθα πρός αὐτόν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τόν ὀνειδισμόν αὐτοῦ φέροντες» Ἐβρ. 13,13). Ἁπαραίτητη εἶναι ἡ προσευχή γιά τόν ἀγωνιζόμενο Χριστιανό καί ἱδίως ἡ νοερά προσευχή, ἡ εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Ἡ εὐχή έπαναφέρει τόν σωστό προσανατολισμό στήν ψυχή τοῦ ἀνθρὠπου, καί ὀδηγεῖ στήν εἴσοδο τοῦ νοῦ στήν καρδιά, δηλαδή στήν ἀποκατάσταση τῆς διασπασμένης ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα ἑνότητας τῆς ψυχῆς. Ἡ προσευχή δέν εἶναι πολυτέλεια οὔτε προσφέρομε χάρη στόν Θεό μέ αύτήν. Εἶναι ἀναγκαιότητα, τροφή τῆς ψυχῆς καί ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς καί τόν φωτισμό τοῦ ἐσκοτισμένου νοός. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί διαθέτει μέ τόν θεσμό τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα, τό μυστήριο τῆς μετάνοιας-ἐξομολόγησης καί τή Θεία Εύχαριστία τά μέσα γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος ὀπου πραγματοποιεῖται ὁ σκοπός τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ θέωση.

Στόν κόσμο συγκρούονται δύο πνεύματα: τόν πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν λύτρωση, τό νόημα τῆς ζωῆς, τήν «δικαίωση» κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, τῆς ὕπαρξής του.

2.

Ὁ ἡγεμών νοῦς

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Καυχῶνται οἱ ἀνθρωπολόγοι, καί δικαίως, γιά τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος διακρίνεται ἀπό τά λοιπά εἴδη τοῦ ζωικοῦ βασιλείου, λόγω τῆς λογικῆς καί τῆς ἀντιληπτικῆς του ἱκανότητας. Ἀλλά καί πολλοί φιλοσοφοῦντες ἐπαίρονται γιά τή δυνατότητα τῆς σκέψης καί τήν παραγωγή τοῦ νοῦ. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι καί οἱ θεολόγοι δοξάζουν τόν Ἅγιο Θεό γιά τό μεγάλο δῶρο του στόν ἄνθρωπο, τόν ἡγεμόνα νοῦ. Ἐκεῖνο πού δέν γίνεται ἀπολύτως κατανοητό εἶναι πώς μέ ὅλα αὐτά οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνον αὐτοθαυμαζόμαστε γιά τό μεγάλο προσόν τῆς λογικῆς, ἀλλά κυρίως αὐτοκατακρινόμαστε μιᾶς πού τό προνόμιο τῆς σκέψης καί τῆς ἐλεύθερης βούλησης μᾶς καθιστᾶ ὑπόλογους γιά τίς πράξεις, τούς λόγους, τίς ἐπιθυμίες, μ’ ἕνα λόγο τά ἐνεργήματά μας. Ἀκριβῶς δέ ἐπειδή μποροῦμε καί ἀντιλαμβανόμαστε τήν πραγματικότητα κι ἔχουμε συνείδηση τῶν πραττομένων μας, φέρουμε καί τήν εὐθύνη γιά ὅ,τι ἀρνητικό, ἀπάνθρωπο καί προσβλητικό συμβαίνει στόν πλανήτη αὐτόν, συνήθως ὡς ἀποτέλεσμα συλλογικῶν ἐπιλογῶν, τίς ὁποῖες ὅμως, ἔστω καί περιστασιακά ἤ παρορμητικά, στηρίζουμε.

Σπεύδουμε, βεβαίως, οἱ ἄνθρωποι νά κατηγορήσουμε ὅλους τους ὑπόλοιπους καί φορτώνουμε πάντα «στόν ἄλλον» τό ὅποιο φταίξιμο, μιᾶς πού ὁ ἐγωισμός μᾶς ἐμποδίζει νά ἀναλάβουμε τό μερίδιο τῆς εὐθύνης πού μᾶς ἀναλογεῖ, ἐνῶ ἡ δικαιολογία εἶναι μιά φοβερά ἀμυντική λειτουργία πού ἐπιτρέπει τόν ἐφησυχασμό καί τήν αὐτοδικαίωση. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει πώς δέν ὑπάρχει ἄν ὄχι συνενοχή, ὁπωσδήποτε συνυπευθυνότητα γιά τήν κατάσταση τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦμε. Τελικά, τί κάνουμε; Πῶς φθάνουμε σέ οὐσιαστικές ἐπιλογές πού οἰκοδομοῦν καί δέν καταστρέφουν; Πῶς βοηθᾶμε τόν κόσμο χωρίς νά κάνουμε ζημιά; Πῶς κατευθύνουμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά εἴμαστε τά ἀντισώματα στή σήψη καί τή διαφθορά;

Τό κέντρο λήψης ἀποφάσεων

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή βλέπουμε τόν Χριστό νά κάνει ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν νοῦ, ὡς τό σημεῖο ὅπου ὁ ἄνθρωπος παίρνει τίς ἀποφάσεις του, ἀξιολογώντας δεδομένα, ἱεραρχώντας ἐπιθυμίες, σταθμίζοντας δυνατότητες. Καί μάλιστα ὁ Χριστός μᾶς μιλάει γιά τόν νοῦ χωρίς νά τόν κατονομάζει! Μιλάει μόνο γιά φῶς καί σκότος μέσα στόν ἄνθρωπο. Κι αὐτό τό κάνει ὄχι θεωρητικά ἤ μέ φιλοσοφική διάθεση, ἀλλά τελείως πρακτικά, ἀναφερόμενος στίς θυρίδες τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοῦ, στά μάτια. Ἀναφέρεται δέ εἰδικά στά μάτια, καθώς αὐτά συλλέγουν τίς προσλαμβάνουσες παραστάσεις, αὐτά εἰσάγουν τήν ὅποια εἰκόνα ἐντυπωσιαζόμενα ἀπό τή δύναμή της κι αὐτά κατευθυνόμενα σημασιοδοτοῦν τίς ὅποιες ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν κόσμο γύρω του.

Μιλάει γιά ἁπλό καί πονηρό ὀφθαλμό, χρησιμοποιώντας ἐπίθετα πού προσδιορίζουν ἠθική, ὄχι μόνο γιά νά τονίσει τὸν μεταφορικό του λόγο, ἀλλά κυρίως γιά ν’ ἀναδείξει τίς συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τήν εὐθύνη του στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο βλέπει καί ἀντιμετωπίζει τά πράγματα. Μέ ἄλλα λόγια, ἐάν ὁ ἄνθρωπος μέ πονηρή διάθεση, ὑπό εὐρεία ἔννοια, περιεργάζεται τά πράγματα, ἐπιτρέποντας στά μάτια του ὄχι νά διαπιστώνουν αὐτό πού πραγματικά συμβαίνει, ἀλλά αὐτό πού ἡ προκατάληψη καί ἡ ὑστεροβουλία του θέλουν νά δοῦν, τότε δέν ὁδηγεῖται στήν ἁπλότητα τῆς πραγματικότητας, ἀλλά μέσα ἀπό τήν καχυποψία του φθάνει στή διαστροφή τῆς πλάνης καί ἐνέργει ἀνάλογα προξενώντας πόνο καί ζημιά.

Θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «νοῦς ἀποστάς τοῦ Θεοῦ ἤ κτηνώδης γίνεται ἤ δαιμονιώδης». Κι αὐτό σημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος ὅταν δέν ἔχει στόν νοῦ τόν Θεό, τότε μοιάζει εἴτε στά ζῶα, εἴτε στούς δαίμονες. Πράγματι, ὁ χωρίς Θεό νοῦς τί ἀποζητᾶ καί τί ὑποβάλλει στόν ἄνθρωπο; Ἀφενός ἐπιθυμίες πονηρές, εἴτε σέ σχέση μέ σαρκικά πάθη εἴτε σέ σχέση μέ φιλαργυρία καί ἀπληστία, ἀφετέρου δαιμονικῆς διαστροφῆς ἰδέες καί θεωρήσεις σέ μιά προσπάθεια καταστροφῆς τῆς σχέσης Θεοῦ-ἀνθρώπου ἤ τῶν παντοδαπῶν ἀνθρώπινων σχέσεων σέ ὅλα τά ἐπίπεδα.

Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ

Ὅταν θέλουμε στά ἑλληνικά νά χαρακτηρίσουμε κάποιον ὡς οὐσιαστικό ἄνθρωπο μέ μεγάλη ἀξία, τόν χαρακτηρίζουμε φωτισμένο. Δέν εἶναι μόνον ἡ ἐπίδραση τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας πού ὁδηγεῖ στόν ἀνωτέρω χαρακτηρισμό. Εἶναι ἡ ἀλήθεια πού διαπιστώνεται ὅποτε πλησιάζουμε ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, μιᾶς πού ἡ αἴσθηση ἑνός κάποιου ὑπερκόσμιου φωτός πού τόν χαρακτηρίζει, μᾶς κατακλύζει καί μᾶς ἀναπαύει. Δέν εἶναι τυχαῖο τό ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία μας ἁγιογραφεῖ τούς Ἁγίους περικοσμώντας τους μέ φωτοστέφανο ὡς δηλωτικό της κατάστασης τῆς ἁγιότητας, ἀλλά καί τῆς αἴσθησης πού οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν ἀπό τήν κοινωνία τους μέ τόν Ἅγιο Θεό.

Ἡ προσευχή πού γιά χρόνια ἀπηύθυνε στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς, κατά τήν ἐγκαταβίωσή του στό Ἁγιώνυμο Ὄρος, ἦταν: «φώτισόν μου τό σκότος»! Διεκδικοῦσε τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, ὥστε ἐλεύθερος ἀπό τό σκότος τῶν παθῶν, τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῶν προσωπικῶν ἐπιδιώξεων, νά μπορεῖ νά τόν κατευθύνει ἀπλανῶς στό θεῖο θέλημα, σέ ἀποφάσεις ἅγιες καί ἱερές, δηλαδή κατεξοχήν σωστές, χρήσιμες καί οὐσιαστικές γιά τόν ἴδιο καί τόν κόσμο στόν ὁποῖο ζοῦσε.

Ἄν δέν ἐπέλθει ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, μετά τήν κάθαρσή του ἀπό ἐπιδιώξεις καί ἐπιθυμίες πονηρές καί ὑστερόβουλες, ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά πάρει ἀποφάσεις καταλυτικά οὐσιαστικές γιά τόν ἑαυτό του καί τήν κοινωνία. Γι’ αὐτό καί ὁ προσευχόμενος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλέον δυναμικά σκεπτόμενος, καθώς διεκδικεῖ τόν φωτισμό τοῦ ἡγεμόνα νοῦ ἀπό τή θεία χάρη, ὥστε νά καθοδηγεῖται ἀπλανῶς καί νά ἐνεργεῖ καί νά εὐεργετεῖ μέ κριτήριο τήν ἀλήθεια.

3.

Φῶς τοῦ σώματος εἶναι ὁ ὀφθαλμός

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Συναντᾶμε τὸν κόσμο, τὸν γνωρίζουμε μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας· καὶ μὲ τὶς αἰσθήσεις δὲν ἔχουμε μόνο ἐπίγνωση τοῦ κόσμου, ἀλλά ὑπάρχουμε κιόλας σ’ αὐτόν. Ὅλες οἱ αἰσθήσεις μᾶς φέρνουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τῶν πραγμάτων γύρω μας, ἀλλὰ ἐπίσης μᾶς δημιουργοῦν ἄμεσα συναισθήματα καὶ ἐντυπώσεις ποὺ κάποιες φορὲς μᾶς ἀλλοιώνουν πολὺ βαθειά.

Ἡ ὅραση μας, γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο Του, εἶναι ὁ μόνος δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τοῦ κόσμου μὲ ἠρεμία, μὲ πλήρη κατάπαυση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐπίσης ὑπὸ τὴν προυπόθεση, ὅπως ὁ Κύριος τὸ θέτει, ὁ ὀφθαλμὸς μας νὰ εἶναι ἁπλός, νὰ εἶναι φῶς, ποὺ θὰ ἐπιτρέπει νὰ εἰσέρχεται στὴν συνείδηση μας μόνο τὸ φῶς.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς σύγχρονους Ἄγγλους συγγραφεῖς μᾶς δίνει δύο εἰκόνες ποὺ πιστεύω θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ κατανοήσουμε κάτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου· στὸ μυθιστόρημα του “All Hallows’ Eves”, ὁ Τσάρλς Οΐλιαμς μᾶς παρουσιάζει μιὰ νέα γυναῖκα ποὺ πεθαίνει σ’ ἕνα ἀτύχημα, καί τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ σταδιακὰ βρίσκει τὸν δρόμο πρὸς ἕναν νέο κόσμο.

Βρίσκει τὸν ἑαυτὸ της νὰ στέκεται στίς ὄχθες τοῦ Τάμεση· κοιτᾶ τὰ νερά, καὶ ξαφνικὰ βλέπει τὰ νερὰ, ὅπως δὲν τὰ εἶχε δεῖ ποτὲ στὸ παρελθόν, ὅταν ἡ ψυχή της ἦταν ἕνα μὲ τὸ σῶμα· τότε ἔνοιωθε μιὰν ἀποστροφὴ γιὰ αὺτὰ τὰ μαῦρα, βρώμικα, γλοιώδη νερά, γιατὶ στὴν φαντασία της συνδέονταν ἄμεσα μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις.

Ἀλλά τώρα ἡ ψυχή της εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ κοιτάζει τὰ νερὰ τοῦ Τάμεση ἐλεύθερα, ὅπως εἶναι, σάν ἕνα γεγονός· βλέπει τὰ νερὰ σὰν αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ διασχίζει μιὰ μεγάλη πόλη, μαζεύοντας ὅλη τὴν βρωμιά της καὶ παρασύροντάς την μακριά. Κι ἐπειδὴ δὲν νοιώθει πιὰ τὴν φυσικὴ ἀποστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ εἶχε πρίν, οὔτε τῆς φαντασίας, ἡ ψυχὴ της, μέσα ἀπὸ τὴν ἀδιαφάνεια αὐτῶν τῶν νερῶν, μπορεῖ νὰ δεῖ σὲ αὐτὰ ἕνα νέο, ἀκόμα πιὸ καινούργιο βάθος· πιὸ βαθειὰ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἐπιφανειακὴ πυκνότητα, ἀνακαλύπτει ἕνα στρῶμα καθαρότερου νεροῦ, μιά ἡμιδιαφάνεια, καὶ πιὸ βαθιὰ – ἕνα διάφανο στρῶμα καὶ στὸν πυρήνα αὐτῶν τῶν νερῶν ποὺ διασχίζουν τὴν μεγάλη πόλη- κι αὐτή ἡ πόλη καλεῖται νὰ ὀνομαστεῖ μιὰ μέρα ἡ π ό λ η τοῦ Θεοῦ – βλέπει ἕνα ρεῦμα ἀπὸ ἀπίστευτα λαμπερὰ νερά· τὸ νερὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ ἀρχέγονο νερὸ τῆς δημιουργίας, τὸ νερὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησε ὁ Χριστός στὴν Σαμαρείτιδα. Ἐπειδή ἦταν ἐλεύθερη ἀπό κάθε προσωπικὴ ἀπέχθεια καὶ ἀντίδραση, ἡ νεκρὴ γυναῖκα μπόρεσε νὰ δεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἐπιφανειακὸ σκοτάδι, τὰ αὐξανόμενα στρώματα φωτός.

Ἐπειδὴ ἐμπλεκόμαστε συνεχῶς σὲ καταστάσεις ποὺ ἔχουν σὰν κέντρο τὸν ἑαυτό μας, καταφέρνουμε νὰ βλέπουμε μέσα ἀπὸ ἐπίπεδα φωτός, ἕνα σκοτάδι, τὸ ὁποῖο κάποιες φορές δημιουργοῦμε ἤ φανταζόμαστε· ἐπειδὴ τὸ βλέμμα μας εἶναι σκοτεινό, βλέπουμε σκοτάδι καὶ εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ δοῦμε τὸ βάθος, τὴν διαύγεια καὶ τὴν λάμψη.

Μιάν ἄλλη εἰκόνα ποὺ βρίσκουμε στὸ ἴδιο βιβλίο εἶναι ἀκόμα πιὸ τραγική. Αὐτὴ ἡ νέα γυναῖκα βλέπει τὸν ἑαυτὸ της νὰ βρίσκεται σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες γέφυρες· ξέρει ὅτι αὐτὴ ἡ γέφυρα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄδεια, ὅτι ἄνθρωποι περπατοῦν, λεωφορεῖα τρέχουν, ὑπάρχει ζωή τριγύρω, κι ὅμως δὲν βλέπει καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεται τίποτα, ἐπειδὴ ἔχει χωριστεῖ ἀπὸ τό σῶμα της. Μπορεῖ τώρα νὰ δεῖ μόνο ἐκεῖνα τὰ πράγματα, κι ἐκεῖνους τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συνδεόταν ἀγαπητικά, κι ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀγαπήσει παρά μόνο τὸν ἄνδρα της, εἶναι τυφλὴ σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο γύρω της, ὑπάρχει μονάχα ἕνα κενό, τίποτα.

Καὶ μόνο ὅταν σταδιακὰ ἀποκτᾶ ἐπίγνωση, μέσα ἀπὸ τὴ μικρὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε στὴ ζωή της καὶ μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὴ μοναδική της ἀγάπη, ὅσο μικρὴ κι ἄν ἦταν, τῆς σχέσης της μὲ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα ποὺ τῆς ἦταν ἀγαπητά, ἀρχίζει να βλέπει.

Αὐτός δὲν εἶναι κι ὁ τρόπος πού ζοῦμε; Ζοῦμε μέσα στὸ φῶς καὶ δὲν βλέπουμε τίποτα παρὰ σκιές ποὺ διαβαίνουν ἤ τὸ κενό· πόσες φορὲς ἕνας ἄνθρωπος περνᾶ ἀπὸ τὴ ζωή μας χωρὶς ν’ ἀφήσει κανένα ἴχνος; Περνᾶ ἀπαρατήρητος, παρόλο ποὺ ἔχει μιὰ ἀνάγκη, ἤ μιά ὀμορφιά ποὺ λάμπει· ἀλλὰ ἐπειδή δὲν εἶχε σχὲση μὲ μᾶς, ἡ καρδιά μας δεν βρῆκε κάτι γιὰ ν’ ἀνταποκριθεῖ, κι ἐμεῖς εἴμαστε σὲ μιὰ ἐρημιά, ἀκόμα κι ὅταν μᾶς περιβάλλει πλοῦτος.

Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸν τρόπο ποὺ κοιτᾶμε, δὲν βλέπουμε τίποτα, γιατὶ μόνο ἡ ἀγάπη μᾶς ἀποκαλύπτει τὰ πράγματα· καὶ πάλι μποροῦμε νὰ βλέπουμε μ’ ἕνα σκοτεινὸ καὶ ἁμαρτωλὸ τρόπο· πόσο συχνὰ δίνουμε κακὴ ἑρμηνεία σ΄ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε; Ἀντί νὰ τὰ δοῦμε ὅπωςεἶναι, τὰ ἐξετάζουμε μὲ γνώμονα τὴν σκοτεινὴ ψυχὴ μας καὶ τὴ διεστραμμένη ἐμπειρία μας. Πόσο συχνά παρερμηνεύουμε τὶς πράξεις καὶ τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ τὰ βλέπουμε μὲ ματιὰ ποὺ εἶναι ἤδη σκοτεινή.

Ὅμως, τὰ λόγια τοῦ Κυρίου σήμερα μᾶς καλοῦν νὰ δείξουμε μιὰ στάση ἐξαιρετικὰ προσεκτική ὡς πρὸς τὸν τρόπο ποὺ κοιτάζουμε καὶ βλέπουμε. Πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἄν δὲν βλέπουμε τίποτα αὐτὸ προέρχεται πολὺ συχνὰ ἀπὸ τὴν τυφλότητα μας, ἄν βλέπουμε κακό, αὐτό ὀφείλεται στὸ σκοτάδι μέσα μας, ἄν νοιώθουμε μιάν ἀποστροφή ἀπέναντι σὲ πράγματα, συμβαίνει συχνά λόγω τοῦ τρόπου πού ἑστιάζουμε τὴ ζωὴ μας γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ ἠρεμία, μὲ καθαρότητα καρδιᾶς. Γιατὶ τελικά, δὲν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια μας ποὺ μεταφέρουν ἐντυπώσεις, βλέπουμε ἐπίσης καὶ μὲ τὴν καρδιὰ ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεὸ μόνο ὅταν εἶναι καθαρή, κι ὄχι μόνο τὸν Θεὸ στὴν μυστηριακή Του ὕπαρξη, ἀλλά τὸν Θεό μέσα ἀπὸ τὴν χάρη καὶ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν εὐλογία. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρὴ ματιὰ καὶ καθαρὴ καρδιὰ δὲν βλέπει πλέον τὸ σκοτάδι στὸν κόσμο, γιατὶ αὐτὸ τὸ σκοτάδι ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν λάμψη τῆς θείας Χάριτος ποὺ ἐνεργεῖ καὶ ἀναπαύεται σ’ ὅλα τὰ πράγματα, ὅσο σκοτεινὰ κι ἄν φαίνονται.

Ἄς πάρουμε τουλάχιστον αὐτὸ τὸ μάθημα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἄς φροντίζουμε νὰ βλέπουμε μὲ καθαρότητα, νὰ ἑρμηνεύουμε μὲ καθαρότητα καρδιᾶς καὶ νὰ ἐνεργοῦμε μέ ἀγάπη μέσα μας, καὶ τότε θὰ εἴμαστε ἱκανοί νὰ διακρίνουμε ἐλεύθερα τὴν διαύγεια καί τὴν λαμπρότητα τοῦ κόσμου, καὶ νὰ τὴν ἀγαπήσουμε, νὰ τὴν ὑπηρετήσουμε, καὶ νὰ βρισκόμαστε στὸν τόπο ποὺ μᾶς παραχώρησε ὁ Κύριος, εὐλογώντας στό ὄνομα Του, πιστεύοντας, ἐλπίζοντας, δίχως ποτὲ νὰ σταματήσουμε ν’ ἀγαπᾶμε, ἀκόμα κι ὅταν ἀγάπη σημαίνει νὰ θυσιάζουμε τὴν ζωή μας, εἴτε τὴ ζωὴ τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ποὺ πρέπει νὰ πεθάνει γιὰ νὰ ζήσει ὁ νέος Ἀδάμ, ἤ διαφορετικὰ, τὴ ζωή τοῦ Νέου Ἀδάμ ποὺ δίνει τὴ ζωή του γιὰ νὰ μπορέσει ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ζήσουν. Ἀμήν.

4.

Ἡ ἐλπίδα τοῦ χριστιανοῦ (Ρωμ. ε΄1-10)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

 

«Ἀδελφοί, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε ἐπειδὴ πιστέψαμε, οἱ σχέσεις μας μ’ αὐτὸν ἀποκαταστάθηκαν μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς μᾶς ὁδήγησε μὲ τὴν πίστη στὸ χῶρο αὐτῆς τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία εἴμαστε στερεωμένοι, καὶ καυχόμαστε γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς μας στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Μὰ δὲν σταματᾶ ἐκεῖ ἡ καύχησή μας· καυχόμαστε ἀκόμα καὶ στὶς δοκιμασίες, γιατί ξέρουμε καλὰ πὼς οἱ δοκιμασίες ὁδηγοῦν στὴν ὑπομονή, ἡ ὑπομονὴ στὸ δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ὁ δοκιμασμένος χαρακτήρας στὴν ἐλπίδα. Κι ἡ ἐλπίδα τελικὰ δὲν ἀπογοητεύει. Μαρτυρεῖ γι’ αὐτὸ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὁποία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μᾶς δόθηκε, γέμισε καὶ ξεχείλισε τὶς καρδιές μας. Γιατί ὁ Χριστός, παρ’ ὅλο ποὺ ἤμασταν ἀκόμη ἀνίκανοι νὰ κάνουμε τὸ καλό, πέθανε γιά μᾶς, τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, στὸν προκαθορισμένο καιρό. Δύσκολα θὰ ‘δινε κανεὶς τὴ ζωὴ του ἀκόμα καὶ γιὰ ἕναν δίκαιο ἄνθρωπο. Ἴσως ἀποφάσιζε κανεὶς νὰ πεθάνει γιὰ κάποιον καλὸ ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς ὅμως ξεπερνώντας αὐτὰ τὰ ὅρια ἔδειξε τὴν ἀγάπη του γιά μᾶς, γιατί ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε ἀκόμα στὴν ἁμαρτία, ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ ζωή του γιά μᾶς. Τώρα, λοιπόν, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν καταδίκη, μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, πολὺ περισσότερο ὁ ἴδιος θὰ μᾶς σώσει κι ἀπὸ τὴ μέλλουσα ὀργή. Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροὶ μὲ τὸν Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Υἱοῦ του· πολὺ περισσότερο τώρα ποὺ συμφιλιωθήκαμε, ἡ ζωή του θὰ μᾶς χαρίσει τὴ σωτηρία» (Ρωμ.5,1-10).

Σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, κι ὄχι μόνο στὴ δική μας, ὁ ἄνθρωπος πίστεψε στὴ μεγάλη ἀξία τῶν ἔργων καὶ ἐπιτευγμάτων του. Πίστεψε πὼς μπορεῖ νὰ κατορθώσει τὰ πάντα. Ἀκόμη καὶ ἡ περιοχὴ τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς δὲν ἀπετέλεσε ἐξαίρεση. Ὁ Ἀπ. Παῦλος στὴν περικοπή τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς, ποὺ παραθέσαμε παραπάνω καὶ ποὺ διαβάζεται τὴν Κυριακὴ (Γ΄ Ματθαίου) στὴ Θεία Λειτουργία, ἀντιμετωπίζει εἴτε Ἰουδαίους ποὺ νομίζουν ὅτι σώζονται τηρώντας τὸν Νόμο τοῦ Μωυσῆ καὶ καυχῶνται γι’αὐτό, εἴτε Ἕλληνες-Ἐθνικοὺς ποὺ βλέπουν τὶς ἀρετές τους σὰν τὸ μεγαλύτερο κατόρθωμά τους. Σὲ ὅλους αὐτοὺς τονίζει τὴν ἀκόλουθη ἀλήθεια: Ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου ὅσο σπουδαῖα καὶ ἀξιοζήλευτα κι ἂν εἶναι αὐτά, ἀλλ’εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ ποὺ προσφέρεται, ὄχι ὡς ὀφειλὴ γιὰ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ὡς Χάρη, ποὺ γίνεται πραγματικότητα μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὴν Χάρη αὐτὴ τὴν ἀποδέχεται ὁ ἄνθρωπος μὲ πίστη καὶ εὐγνωμοσύνη.

Τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου δημιουργοῦν μέσα του μία αὐτοπεποίθηση, μία καύχηση ποὺ ὁ Ἀπ. Παῦλος τὴν χαρακτηρίζει ὡς «σαρκική», ὄχι μὲ τὴ διαρχικὴ ἔννοια τῆς ἀνθρωπολογικῆς διακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου σὲ ψυχὴ καὶ σῶμα ἢ σάρκα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὑποταγῆς του στὴ δύναμη τῆς ἐγωκεντρικῆς αὐτοπεποιθήσεως ποὺ δὲν ἀφήνει περιθώρια σὲ θεϊκὴ δύναμη ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁ ἄξονας γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφονται τὰ πάντα, ἀφήνοντας πολὺ λίγο χῶρο, ἢ πολλὲς φορὲς καὶ καθόλου γιὰ τὸν Θεό, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξη δικαιολογεῖται μόνο γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει τὴ σπουδαιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ φαρισαϊκὸ αὐτὸ πνεῦμα κατακεραύνωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (ἰδίως στὴν παραβολὴ τοῦ τελώνη καὶ φαρισαίου) καὶ στὴ συνέχεια ὁ Ἀπ. Παῦλος μὲ τὶς ἐπιστολές του.

Ἡ «δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ» – μία ἔκφραση ποὺ συνηθίζει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν καὶ ποὺ δηλώνει τὴ σώζουσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὴν ἐνσαρκωμένη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ – ἀποδεικνύει ἀνώφελη κάθε ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου νὰ σωθεῖ μόνος του χωρὶς τὸν Χριστό, χωρὶς τὴ Χάρη τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς τὴν ἀναπλαστικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι ἂς μὴ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι αὐτὸ μειώνει τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπεναντίας τὴν ἐπαυξάνει, γιατί τὸν κάνει κύριο ἀποδέκτη καὶ περιεχόμενο τῆς λυτρωτικῆς θείας οἰκονομίας. Ἐπειδὴ δὲ ἀκριβῶς ἡ σωτηρία προέρχεται ὄχι ἀπὸ τὸν ἀσθενικὸ ἀνθρώπινο κόσμο ἀλλὰ ἀπὸ τὸν δυνατὸ Θεὸ φέρει τὴν ἐγγύηση τῆς βεβαιότητας καὶ αὐθεντικότητας. Κι ἡ ἐλπίδα γιὰ ἕνα καλύτερο ἐνδοκοσμικὸ ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὸ μέλλον δὲν εἶναι κενὴ περιεχομένου προσπάθεια νὰ ἀγκιστρωθεῖ ὁ ἀπεγνωσμένος ἄνθρωπος ἀπὸ κάπου, ἀλλ’ ἔχει βέβαιο ἀντίκρισμα. Εἶναι τελικὰ «ἐλπίδα ποὺ δὲν ἀπογοητεύει», κατὰ τὴν ὁρολογία τοῦ Παύλου, γιατί προέρχεται ἀπὸ «τὸν Θεὸ τῆς ἐλπίδας» (Ρωμ. 15,13). Νὰ γιατί ὁ Ἀπόστολος στὴν ἴδια ἐπιστολή, τὴν πρὸς Ρωμαίους, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶναι παρμένη ἡ σημερινὴ περικοπή, συνιστᾶ στοὺς ἀναγνῶστες του χαρὰ γι’ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα καὶ συγχρόνως ὑπομονὴ γιὰ τὶς προσωρινὲς θλίψεις: «Ἡ ἐλπίδα νὰ σᾶς δίνει χαρά. Νὰ ἔχετε ὑπομονὴ στὶς δοκιμασίες. Νὰ ἐπιμένετε στὴν προσευχὴ» (Ρωμ.12,12).

Τέλος, ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι ἕνα περιφερειακὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἀλλὰ τὸ κέντρο της. Ἀφαιρώντας κανεὶς τὴν ἐλπίδα ἀπὸ τὸν Χριστιανισμὸ τὸν ἀποδυναμώνει στὸ σύνολό του. Γιατί ἡ ἐλπίδα δὲν ἀποτελεῖ τὸ τελευταῖο ἀποκοῦμπι τοῦ χριστιανοῦ ἀφοῦ ἐξαντληθοῦν ὅλα τὰ ἄλλα, ἀλλὰ ἡ πρώτη καὶ οὐσιαστικὴ δύναμή του.

5.

Γ΄ Κυριακή Ματθαίου – Ἡ πιό μεγάλη ἀγάπη τοῦ κόσμου!

 

«Συνίστησι τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε»

 

Μποροῦμε νὰ μετρήσουμε τοὺς κόκκους τῆς ἄμμου στὴ γῆ; τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς; τ᾿ ἀστέρια στὸ ἀπέραν­το σύμπαν;… Ἀδύνατο. Ἀλλὰ ὅσο κι ἂν ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὸ πλῆθος τους, πάντως ἔχει ὅρια καὶ μέτρα. Ὑπάρχει ὡστόσο ἕνα μέγεθος ἀσυγ­κρίτως ἀνώτερο, μὴ μετρήσιμο, μεγαλειῶδες στὴν ἀπεραντοσύνη του, θαυμαστὸ στὴν ὡραιότητά του, ἕνας ὠκεανὸς χωρὶς ἀκτὲς καὶ πυθμένα· εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὴν κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ παραπάνω χωρίο, ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Γράφει ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος: Φανέρωσε ὁ Θεὸς τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει πρὸς ἐμᾶς μὲ τὸ ἑξῆς: μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός Του, πέθανε γιὰ χάρη μας, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Ἂς προσπαθήσουμε νὰ μελετήσουμε κάπως αὐτὴν τὴν ἀγάπη σήμερα καὶ νὰ δοῦμε: πῶς φανερώθηκε καὶ τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴ ζωή μας.

  1. Πέθανε γιὰ ἁμαρτωλοὺς 

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει μεταπτώσεις. Πάντοτε ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ μὲ τέλεια καὶ ἄπειρη ἀγάπη ὅλα τὰ πλάσματά Του καὶ φροντίζει γι᾿ αὐτά. «Κατὰ καιρὸν» ὅμως, ὅπως ἀκούσαμε στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, δηλαδὴ σὲ συγκεκριμένη στιγμὴ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἐκδήλωσε τὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸν ἄνθρωπο μὲ ἕναν ἐξαιρετικὸ τρόπο. Αὐτὸς ἦταν ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου.

Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πέθανε γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Μὰ πεθαίνει ὁ Θεός; Ὄχι· ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ πεθάνει – ἀσύλληπτη συγκατάβαση, πρῶτο θαυμαστὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς ἀγάπης! Κι ὄχι μόνο ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ θυσίασε τὴ ζωή Του – δεύτερο σημεῖο τῆς ἀγάπης Του.

Τὴ θυσίασε γιὰ πλάσματα ὄχι ἀξιαγάπητα ἀλλὰ βυθισμένα σὲ κάθε εἴδους ἁμαρτία. Σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος ὅτι γιὰ κάποιον ἐνάρετο ἴσως βρεθεῖ κανεὶς νὰ θυσιαστεῖ – ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι σπάνιο· ποιὸς ἔχει τέτοια αὐταπάρνηση, ὥστε νὰ περιφρονήσει τὸν θάνατο γιὰ χάρη ἔστω ἑνὸς Ἁγίου;

Ἀλλὰ ἐδῶ ὁ Κύριος, τὸ πιὸ ἐκλεκτὸ μέλος τῆς ἀνθρωπότητος, δέχθηκε νὰ πεθάνει ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς πιὸ διεστραμμένους καὶ ἀνήθικους ἀνθρώπους, χωρὶς μάλιστα νὰ Τὸν ἀνακόψει σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀπόφασή Του τὸ ὅτι πολλοὶ δὲν θὰ ἐγκολπώνονταν τὴν διὰ τοῦ Σταυροῦ σωτηρία!…

Ἐπιπλέον ὁ Θεὸς μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ Του, παρόλο ποὺ τότε ἐκδηλώθηκε μὲ τὸν πιὸ σκληρὸ τρόπο τὸ μίσος τῶν ἀνθρώπων ἐναντίον Του, τοὺς χάρισε ἀσύλληπτα ἀγαθά: ἄφεση ἁμαρτιῶν, συντριβὴ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, καταλλαγή, υἱοθεσία, ἀνακαίνιση, αἰώνια ζωὴ καὶ σωτηρία!…

  1. Ἀκλόνητη ἐλπίδα, ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ

Τί σημαίνει ὅμως γιὰ τὴ ζωή μας αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Τί σημαίνει;… Τὰ πάντα· καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἐλπίδα στὸ ἔλεός Του. Ἀσάλευτη ἐλπίδα στὸν παν­άγαθο Θεό. Ὁλόκληρο τὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος, αὐτὸ ἐξαγγέλλει: τὴν ἐλπίδα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Διότι, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐάν, ὅταν ἤμασταν ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, Ἐκεῖνος μᾶς ἔδειξε τέτοια ἀγάπη καὶ μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν Ἑαυτό Του διαμέσου τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ Του, πολὺ περισσότερο τώρα ποὺ συμφιλιωθήκαμε, θὰ σωθοῦμε διὰ τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ζεῖ ἔνδοξος στοὺς οὐρανοὺς ὡς Μεσίτης μας. Μακριὰ λοιπὸν ἡ ἀπελπισία γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, μακριὰ τὸ ἄγχος γιὰ τὰ προβλήματά μας, ἡ ἀπαισιοδοξία, ἡ μελαγχολία… Μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεὸς ὁ οἰκτίρμων, ὁ ἐλεήμων, ὁ πολυεύσπλαχνος. Ἂς καταφεύγουμε στὸ μέγα ἔλεός Του. Δὲν θὰ διαψευσθοῦμε ποτέ.

Ἂς φιλοτιμηθοῦμε ὅμως νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴ θεία ἀγάπη, ἂς ἀγαπήσουμε Αὐτὸν ποὺ τόσο μᾶς ἀγάπησε. Αὐτὸ στὴν πράξη σημαίνει νὰ ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημά Του. «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με», διεκήρυξε ὁ Κύριος πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του· ἐκεῖνος ποὺ ἐγκολπώθηκε τὶς ἐντολές μου καὶ τὶς τηρεῖ, ἐκεῖνος καὶ μόνο μὲ ἀγαπᾶ (Ἰω. ιδ´ [14] 21).

Ὢ ἡ θεία ἀγάπη! Πότε θὰ τὴν αἰσθανθοῦμε, ὥστε ν᾿ ἀλλάξει ριζικὰ τὴ ζωή μας; Στὴν ἀτελεύτητη δὲ ­αἰωνιότητα, αὐτὴ ἡ ἀγάπη θὰ εἶναι ἡ διαρκὴς μελέ­­τη καὶ τὸ ἐντρύφημά μας· αὐτὴ ἡ Ἀγάπη θὰ μᾶς ἀποκαλύπτεται καὶ θὰ μᾶς εὐεργετεῖ μὲ κάθε ἀφθονία, θὰ μᾶς ἁ­γιάζει, θὰ μᾶς ὑψώνει, θὰ μᾶς πλουτίζει, θὰ μᾶς πληροῖ, κι ἐμεῖς θὰ ξεσπᾶμε σὲ ὁλοκάρδια πανευφρόσυνη δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συν­εχῶς θὰ ἀνανεώνεται ἀπὸ νέα κύματα ἀποκαλύψεων καὶ Χαρίτων, στὴν ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

6.

Κυριακή Γ’Ματθαίου-Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός

  πό τό ρος τν Μακαρισμν κού­­ε­ται σήμερα μέ­σα στούς να­ούς μας φωνή το Χριστο· «τό λυχνάρι το σώματος εναι τά μάτια· καί ν τά μά­τια μας εναι καθαρά καί ελικριν καί δο­λα, τότε καί λόκληρο τό σμα μας θά εναι γεμάτο φς καί θά κ­πέμπει τό φς».
Δέν ε
ναι πρώτη φορά πού Χρι­στός ναφέρεται στήν ναγκαιό­τη­τα το φω­τός καί στή σημασία το λύχνου, οτε ε­ναι πρώτη φορά κατά τήν ποία πο­γραμ­μίζει τή ση­μασία τν φθαλμν το ν­θρώ­που γιά τήν καθαρό­τητα τς ψυχς καί το σώματός μας. 
  Φς το κό­σμου Χρι­στός, πως τό διακή­ρυξε διος, πιθυ­με καί ο μαθητές του καί σοι θά πιστεύ­σουν σέ Ατόν στούς αἰῶνες νά εναι φς το κό­σμου, νά εναι φς νάμεσα στούς ν­θρώπους, νά εναι σάν τή λυχνία πού φω­τίζει τόν δρόμο καί τή ζωή τν ν­θρώ­­πων καί «λάμπει πσιν τος ν τ οκί».
Γι’ α
τό καί σήμερα, συνεχίζοντας τήν πί το ρους μιλία του Χρι­στός μς πο­δεικνύει τόν τρόπο καί τή μέθοδο μέ τήν ποία θά μπορέ­σουμε νά γίνουμε «φς το κό­σμου».

Ε
ναι γνωστό σέ λους μας τι ,τι φω­τίζει δέν μπορε νά εναι τό διο σκοτεινό, 
λλά πρέπει νά εναι γε­μά­το φς. ν, λοι­πόν, θέλουμε νά φωτίζουμε τούς ν­θρώ­πους καί τόν κόσμο, τότε θά πρέπει καί μες ς νθρωποι νά εμαστε φωτει­νοί. «Φω­τισθναι», γράφει γιος Γρη­γό­ριος θεολόγος, «καί ετα φωτί­σαι». Πρέ­πει νά φωτισθομε πρτα μες, γιά νά μπορέσουμε νά φωτίσουμε καί τούς λ­λους, καθώς μες ς νθρωποι δέν εμα­στε ατόφω­τοι, πως Θεός, λλά ντα­να­κλο­με τό δικό του φς, φόσον τό χουμε. Καί μόνος τρόπος γιά νά γί­νουμε φωτεινοί, λέγει Χριστός, εναι νά δια­τηρομε τά μάτια μας φωτεινά καί κα­θαρά, γιατί ατά εναι πού φωτίζουν λο τό σμα.

Θεός, διδάσκουν ο Πατέρες, δωσε στόν νθρωπο δύο θυρίδες πό τίς ποες εσέρχεται γνώση, εσέρχεται πλοτος το κόσμου, εσέρχεται χαρά, εσέρχεται δι­ος Θεός καί χάρη του, εσέρ­χεται μως καί πειρασμός, δο­νή καί ­μαρτία. Καί ο δύο ατές θυρίδες εναι τά μάτια μας. πό ατά περ­νον λες ο ε­κό­νες το κόσμου, καλές καί κακές, γα­θές καί μαρ­τωλές, καί ατές ο εκόνες δημι­ουρ­γον στή συνέχεια τίς σκέψεις καί τούς λογισμούς, τίς πιθυμίες καί τίς πρά­ξεις. 
ν ο εκόνες εναι γαθές, εναι ­γιες, εναι εάρεστες στόν Θεό, τότε ο σκέ­­ψεις πού δημι­ουρ­γονται μέσα μας πό ατές ε­ναι καί ατές γαθές καί ­γιες καί δηγον σέ πράξεις ρετς καί ργα γάπης, μέσω τν ποίων φωτί­ζε­ται κόσμος καί δοξάζεται Θεός.
ν μως ο εκόνες πού φθάνουν στόν νο καί τήν ψυχή μας περν­ν­τας μέσα πό τά μάτια μας εναι σκοτεινές καί πο­νη­ρές καί μαρτω­λές, τότε, ν δέν προσέ­ξουμε, ν δέν κλείσουμε τά μάτια μας καί δέν τίς ποφύγουμε, θά μετατραπον σέ πο­νηρούς καί φάμαρτους λογι­σμούς πού θά ξελιχθον σέ νά­λο­γες πράξεις, ρυ­παί­νοντας λόκληρο τόν σωτερικό μας νθρωπο καί σβύνοντας μέσα μας τό φς το Χρι­στο πού καίει πό τήν μέρα τς βα­πτίσεώς μας.

Γι’ ατό θά πρέπει νά εμαστε διαίτερα προσεκτικοί πς χρησι­μο­­ποι­ομε τά μάτια μας. Θεός μς τά δωσε ς να μεγά­λο καί πολύτιμο δρο, χι μόνο γιά νά μς ξυπηρετον στίς νά­γκες τς πίγειας ζως μας καί γιά νά πο­λαμβάνουμε σα «καλά λίαν» δημι­ούρ­­γησε κενος γιά χάρη μας, λλά καί γιά νά προσ­βλέ­πουμε πρός Ατόν καί νά προσλαμβάνουμε τήν εκόνα καί τή μορ­­φή του διά τν φθαλ­μν μας στήν ψυχή μας.
ν θέλουμε, λοιπόν, νά εναι τά μά­τια μας νοικτά καί καθαρά γιά νά δέ­χο­νται τό φς καί τήν εκόνα το Θεο, δέν θά πρέπει νά τά στρέ­φουμε σέ θεάματα μαρ­τωλά καί κάθαρτα. 
Γιατί, πως δέν χρησιμο­ποι­ομε να σκεος μέ τό ποο με­ταφέρουμε να εὐῶδες καί κριβό ρω­μα γιά νά μεταφέρουμε να δη­λη­τήριο, τσι δέν εναι δυνατό νά χρησιμοποιομε καί τά μάτια μας, πό τά ποα δεχόμαστε τό φς το Χριστο στήν ψυχή μας, τά μάτια μας μέ τά ποα βλέπουμε τή μορφή το Χριστο, τς Παναγίας καί τν γί­ων, γιά νά μεταφέρουμε στήν ψυ­­χή μας ε­κόνες ταπεινές καί γήι­νες καί μαρ­τωλές, γιατί τότε τά μά­τια μας χάνουν τή δυ­νατότητα νά βλέπουν τό γαθό, χάνουν τή δυ­νατότητα νά βλέπουν τόν Θεό καί γίνονται σκοτεινά καί ατά καί λόκληρη παρξή μας.
Γιατό ς φροντίσουμε νά τά διατηρομε καθαρά, τσι στε νά ξιωθομε σέ ατή τή ζωή νά βλέπουμε τό φς το Χριστο νά φω­τίζει τήν ψυχή μας καί στήν λλη ζωή νά κα­ταυγα­σθομε πό τό φς τς Θεότητός του.

 

Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

7.

Γόρτυνος Ιερεμίας: «Ζητείτε πρώτον τη Βασιλεία του Θεού»

 

  1. Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αδελφοί χριστιανοί, λέγεται «Γ´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ». Είπαμε ότι την περίοδο αυτή τα ευαγγελικά αναγνώσματα είναι από το πρώτο Ευαγγέλιο της σειράς του Κανόνος, από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο.

 

Αυτό σημαίνει μυστικά ότι, μετά την Πεντηκοστή, που είναι το ύψος, αρχίζουμε από την αρχή πάλι την πνευματική μας ζωή. Περικοπές μόνο από το κατά Ματθαίον διαβάζει η Εκκλησία μας κάθε Κυριακή, αλλά εμείς στα σπίτια μας, γλυκαινόμενοι από την κυριακάτικη περικοπή, πρέπει την περίοδο αυτή να διαβάσουμε όλο το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που είναι ωραίο, πολύ ωραίο στα νοήματά του. Και ασφαλώς είναι ωραίο, γιατί είναι ο λόγος του Θεού. Ανακοινώνω δε με χαρά ότι αυτή την εβδομάδα μας παραδίδεται από το τυπογραφείο μία ερμηνεία μας στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο, ως αρχή ερμηνείας σε όλη την Καινή Διαθήκη.

  1. Λίγα λόγια θα σας πω, αδελφοί, λίγα και απλά από το σημερινό άγιο Ευαγγέλιο και παρακαλώ να τα προσέξετε. Στην αρχή-αρχή η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας είπε την λέξη «σώμα». «Ο λύχνος του σώματος», είπε ο Κύριος. Παρακάτω μας είπε ο Κύριος «μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών». Αυτά τα δύο, χριστιανοί μου, ψυχή και σώμα, σώμα και ψυχή, αυτά είναι που αποτελούν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα. Ούτε ψυχή μόνο, αλλά ούτε σώμα μόνο. Ψυχή και σώμα μαζί. Αυτά τα δύο αποτελούν μία «συζυγία», ένα ανδρόγυνο. Και το ανδρόγυνο βέβαια δεν πρέπει να χωρίζει ποτέ. Και όμως η αμαρτία χωρίζει τα ανδρόγυνα. Έτσι και εδώ, για το θέμα που μιλάμε, για την ψυχή και το σώμα, που ο Θεός τα ένωσε, για να αποτελούν αδιάλυτη συζυγία, για την συμβάσα εκείνη παλαιά αμαρτία, χώρισε αυτή η «αρμονία» των δυό, όπως το λέει ένα ωραίο τροπάριο, αυτή η «συζυγία» τους και αυτός ο «δεσμός» τους. Λέει το τροπάριο αυτό της Εκκλησίας μας με απορία μεγάλη: «Πως ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας και της συζυγίας ο φυσικότατος δεσμός θείω κελεύσματι αποτέμνεται»!

Στενά, λοιπόν, αδελφοί, είναι στον άνθρωπο συνδεδεμένη η ψυχή με το σώμα και αυτά τα δύο, ψυχή και σώμα, αποτελούν τον όλο άνθρωπο και σ᾽ αυτά τα δύο αναφέρεται το «κατ᾽ εικόνα Θεού», όπως είμαστε πλασμένοι. Αυτό τώρα που είπα μπορεί να φανεί περίεργο, ίσως μάλιστα και λανθασμένο. Τι, λοιπόν; Το «κατ᾽ εικόνα Θεού» λέγεται και για το σώμα και όχι μόνο για την ψυχή; Ναί, χριστιανοί μου! Το «κατ᾽ εικόνα Θεού» στον άνθρωπο λέγεται όχι μόνο για την ψυχή, αλλά και για το σώμα! Όχι βέβαια το σώμα στην σημερινή του την πεπτωκυία κατάσταση, αλλά στην πρώτη του – αρχική κατάσταση, όπως το έπλασε ο Θεός από την αρχή, ή όπως θα είναι στην μελλοντική του κατάσταση, δεδοξασμένο και θεωμένο, με τον ασκητικό αγώνα του χριστιανού. Ως μαρτυρία δε γι᾽ αυτό που λέγω ότι το «κατ᾽ εικόνα Θεού» αναφέρεται και στο σώμα, παραθέτω τον σαφή και ωραίο λόγο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Ισχυρισαίμην γαρ εκ της γραφικής ανθρώπου φυσιολογίας ορμώμενον, μη αν ψυχήν μόνην, μήτε σώμα μόνον λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον, ον δη και κατ᾽ εικόνα πεποιηκέναι Θεός λέγεται»! Πρέπει όμως να πούμε ότι κυρία είναι η ψυχή και υπηρέτρια είναι το σώμα. Το σώμα πρέπει να υπηρετεί τα καλά και θεοφιλή θελήματα της ψυχής, για να απολαύσει και αυτό την αμοιβή και την δόξα στον μέλλοντα αιώνα. Η Χάρη του Θεού από την ψυχή χύνεται στο σώμα και θεώνεται και αυτό και νικάει την φθορά, όπως το βλέπουμε στα άγια Λείψανα!

  1. Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος, αδελφοί, ο από σώμα και ψυχή πλασμένος, έγινε για τον Θεό, αφού μάλιστα, μόνο αυτός, είναι «κατ᾽ εικόνα Θεού». Ο άνθρωπος, όπως μας το είπε στο τέλος το σημερινό Ευαγγέλιο, έγινε για την «Βασιλεία του Θεού». Και την προηγούμενη Κυριακή το Ευαγγέλιο έλεγε πάλι για την Βασιλεία του Θεού. Άρα πρόκειται για σοβαρό θέμα. Όταν δε λέμε «Βασιλεία του Θεού», στην ουσία και το πραγματικό της νόημα, εννοούμε την δόξα του Θεού, την ένωση μαζί Του, εννοούμε την θέωση, την αγιότητα. Και αφού, λοιπόν, ο σκοπός του ανθρώπου είναι η Βασιλεία του Θεού, άρα αυτήν κατά πρώτο και κύριο λόγο πρέπει να ζητεί ο άνθρωπος. Γι᾽ αυτό και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μας είπε σήμερα καθαρά και ξάστερα: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και ταύτα πάντα (δηλαδή, τα αναγκαία για την ζωή μας) προστεθήσεται υμίν». Το πρώτο, λοιπόν, για το οποίο πρέπει να αγωνιζόμαστε και να φροντίζουμε να έχουμε, και να λυπούμαστε αν δεν το έχουμε, είναι το να νοιώθουμε μέσα μας τον Θεό και τον δικό Του γλυκασμό. Γιατί, γι᾽ αυτό, ξαναλέω, πλαστήκαμε, αδελφοί μου χριστιανοί. Πλαστήκαμε για τον Θεό.

Αλλά πως θα πετύχουμε να γευόμαστε την Βασιλεία του Θεού; Σ᾽ αυτό βέβαια, κατά πρώτο λόγο, θα απαντήσουμε ότι θα το πετύχουμε με την Χάρη του Θεού. Χωρίς την Χάρη του Θεού, χριστιανοί μου, ούτε ένα βήμα δεν μπορούμε να κάνουμε στην πνευματική ζωή. Για όλα, λοιπόν, αλλά και για την Βασιλεία του Θεού ιδιαίτερα, πρέπει να ζητάμε να μας βοηθάει και να μας ενισχύει ο Θεός με την Χάρη Του. Αλλά, πιο συγκεκριμένα, εμείς, από την πλευρά μας, τι πρέπει να κάνουμε για να γευθούμε την Βασιλεία του Θεού; Ο Κύριός μας, αδελφοί, μας είπε σήμερα στο Ευαγγέλιό Του και ένα άλλο δεύτερο λόγο. Μας είπε: Για να περπατάει σωστά ο άνθρωπος, πρέπει να έχει καλό μάτι. Αν το μάτι του είναι βλαμμένο, τότε σκόνταψε και έπεσε και κτύπησε. Το ίδιο και στα πνευματικά. Για να βαδίζει καλά ο άνθρωπος στού Θεού την στράτα, που έλεγε παλαιά η γιαγιά, την στράτα που πάει για την Βασιλεία του Θεού, πρέπει ο νούς του – αυτό είναι το μάτι της ψυχής – να είναι καθαρός. Αλλά – ας παρατηρήσουμε – το κείμενο δεν λέει «καθαρός», αλλά λέει «απλούς». Δηλαδή, ο νούς του ανθρώπου να μην είναι «μπερδεμένος» με άλλες σκουτούρες και έννοιες, αλλά να είναι κολλημένος στον Θεό. Να το πάρει με πολύ ζήλο και να πεί ότι θέλω να βρω τον Θεό και να κάνω ο,τι αρέσει σ᾽ Αυτόν. Θέλω να είμαι αιώνια μ᾽ Αυτόν. Αν τώρα ο νούς του, δηλαδή, η ψυχή του, δεν είναι «απλή», αλλά είναι πολυσύνθετη στις επιθυμίες της και επιδιώξεις της για γήινα πράγματα, τότε είναι σαν να δουλεύει σε δύο αφεντικά και δεν θα πετύχει να ευαρεστήσει κανένα από τους δύο. Ο Κύριος μας είπε πάλι σήμερα ότι δεν μπορείτε να δουλεύετε σε δύο κυρίους (στιχ. 24)!

  1. Αλλά για να προλάβω μία παρεξήγηση πολλών, μη νομίσετε ότι ο Χριστός μας λέει να ασχολούμαστε μονόπλευρα με τα πνευματικά και να παραμελούμε εντελώς τα σωματικά. Όχι! Είπαμε ότι και η ψυχή και το σώμα είναι από τον Θεό. Αλλά την προτεραιότητα θα την έχουν τα πνευματικά. Και τότε, με την ευλογία του Θεού, θα μας πάνε όλα καλά. Αν κύρια έγνοια και κύριο έργο μας έχουμε το να αρέσουμε στον Θεό, τότε και η οικογένειά μας θα έχει τα αναγκαία και τίποτε το αναγκαίο δε θα λείπει από το σπίτι και υγεία θα έχουμε και την καλή πρόοδο των παιδιών μας θα χαιρόμαστε. Γιατί ο Κύριος μας είπε σήμερα: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και ταύτα πάντα (δηλαδή, όλα τα αναγκαία για την ζωή μας) προστεθήσεται υμίν».

Με πολλές ευχές,
† Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας

8.

»Παράκλητοι των Χριστιανών χρηματίσαντες»

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, Υπερτίμου και Εξάρχου Άνω Μακεδονίας

Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος, αδελφοί μου, του μεγάλου πατρός Γρηγορίου του Θεολόγου: «Το γαρ μετά Χριστού πάσχειν και υπέρ Χριστού, του μετ΄ άλλων τρυφάν αιρετώτερον», δηλαδή, το να υποφέρει κανείς μαζί με το Χριστό και για χάρη του Χριστού είναι προτιμότερο από το να ζει ζωή απολαύσεων κοντά σε άλλους1.

«Αιρετώτερον», γιατί οι δοκιμασίες και όσα επιτρέπει ο Θεός στη ζωή των Χριστιανών φανερώνουν τη σταθερότητα της πίστεώς τους, το αγωνιστικό τους φρόνημα και την υπομονή τους στο πρόσωπο του Χριστού. Άλλωστε, μία αγία ζωή γεννά και στερεώνει την αγία πίστη και η πίστη εν συνεχεία φανερώνει την εν Χριστώ ζωή του ανθρώπου.

Μάλιστα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρει κανείς για την αγάπη του Χριστού … που είναι ανώτερο από το να ανασταίνει κανείς νεκρούς. Και τούτο γιατί, στα θαύματα χρεώστες γίνονται οι θαυματουργούντες εν Χριστώ ο οποίος τους έδωσε τη δύναμη να θαυματουργούν, ενώ στα παθήματα για το Χριστό χρεώστης γίνεται ο ίδιος ο Χριστός για εκείνους που πάσχουν χάριν Αυτού. «Εκεί μεν οφειλέτης ειμί, ενταύθα δε οφειλέτην έχω Χριστόν»2.

Και αυτοί οι λόγοι των θεοφόρων πατέρων της Εκκλησίας βρίσκουν πλήρη εφαρμογή, τόσο στους παλαιούς Μάρτυρες, όσο και στους Νεομάρτυρες, όπως τους χαρακτηρίζουν με αυτόν το συμβατικό όρο για να τους αντιδιαστείλουν από τους παλαιούς, των οποίων τη Σύναξη, σήμερα, Τρίτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή, επιτελούμε εορτίως.

Όλα αυτά τα πρόσωπα, επώνυμα και ανώνυμα, Κληρικοί παντός βαθμού και λαϊκοί, απέδειξαν έμπρακτα την αγάπη τους και την πίστη τους στον Τριαδικό Θεό.

«Ευαρέστησαν το Χριστό.

Εξέπληξαν τους Αγγέλους.

Εύφραναν τους Αγίους.

Ετραυμάτισαν τους δαίμονες.

Ελύπησαν τους αλλοπίστους.

Εχαροποίησαν την Εκκλησίαν.

Επαρηγόρησαν τους αδελφούς τους τον καιρό της δουλείας.

Αγίασαν τους τόπους που μαρτύρησαν.

Ευωδίασαν τον αέρα με την άνοδο των ψυχών τους.

Αγιάζουν με τα μαρτυρικά τους λείψανα τους μετά πίστεως ασπαζομένους3.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν σήμερα, να μεταφέρω στην αγάπη σας λίγες σκέψεις για τα ιερά πρόσωπά τους, αφού οι μορφές τους και ιδιαίτερα το μαρτύριό τους είναι επίκαιρα για την ταραγμένη εποχή μας και κυρίως για όλα εκείνα που συμβαίνουν στην πολύπαθη πατρίδα μας.

Και πρώτον. Οι Νεομάρτυρες ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού, η οποία είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, η μοναδική Εκκλησία, και είναι η ίδια η Εκκλησία των τριών πρώτων αιώνων και μετέπειτα. Η Εκκλησία, που είναι Αγία, αγιάζει τους Μάρτυρες, που είναι τα δικά της παιδιά.

Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Καθώς αυτοί είναι Άγιοι και ευάρεστοι εις τον Θεόν, έτσι και η πνευματικώς γεννήσασα αυτούς Ανατολική Εκκλησία, … είναι αγία και ευάρεστος εις τον Θεόν … ταμειούχος της θείας χάριτος του Αγίου Πνεύματος. … Όποιοι είναι οι υιοί, τέτοια είναι και η μήτηρ• όποιος είναι ο καρπός, τοιούτον και το δένδρον• και όποια τα αιτιατά, τοιαύτα και τα αίτια»4. Γι΄ αυτό και με όλες τους τις δυνάμεις αγωνίζονται:

να βρίσκονται μέσα στο πνεύμα της Εκκλησίας,

να ακολουθούν τον τρόπο ζωής της,

να συμμετέχουν στα Μυστήρια,

να επικοινωνούν με τους Αγίους,

να ζητούν την πρεσβεία και τη μεσιτεία της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Πιστεύουν ακράδαντα ότι δίνοντας το αίμα τους ποτίζουν το δένδρο της πίστεως. Προσφέρουν το αίμα τους για το Χριστό και γίνονται δεκτοί στους ουρανίους θαλάμους, αποτελώντας έτσι κοινωνία μετά πάντων των Αγίων στο Θρόνο του Εσφαγμένου Αρνίου.

Άλλωστε, δεν υπάρχουν Άγιοι και Μάρτυρες εκτός της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι εκείνη, η οποία αναγεννά τους Αγίους, αλλά και τους τιμά εν συνεχεία ανά τους αιώνες. Πόσο σημασία έχει λοιπόν να βρίσκεται κανείς συνδεδεμένος με την Εκκλησία και να τρέφεται και να ζωογονείται με τη χάρη των Ιερών Μυστηρίων!

Δεύτερον. Η ομολογία των Νεομαρτύρων είναι όμοια με την ομολογία των παλαιών Μαρτύρων. «Χριστιανός ειμί» έλεγαν στους δημίους τους οι παλαιοί Μάρτυρες, «Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω» απαντούσαν οι Νεομάρτυρες στους αλλοθρήσκους.

Και αυτή η κοινή ομολογία, που την βρίσκουμε σε όλα τα Μαρτυρολόγια, αρχαία και νέα, δεν αποτελεί μία φραστική αντιγραφή, αλλά δηλώνει ένα βαθύτερο θεολογικό περιεχόμενο. Το «Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω» εκφράζει την πίστη στον άφθαρτο και αιώνιο Θεό, που δεν είναι άλλος από τον Τριαδικό Θεό, τον Δημιουργό των ορατών και των αοράτων, όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, που έρχεται σε αντίθεση με τα είδωλα που είναι φθαρτά και κτιστά ή τις άλλες θρησκείες που επινοήθηκαν από τους ανθρώπους.

Γιατί, απλούστατα ο Χριστιανισμός δεν είναι μία θρησκεία, δηλαδή, ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα που έχει ιδρυτές ανθρώπους κτιστούς και θνητούς, αλλά είναι αποκάλυψη Θεού.

Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος στο σημείο αυτό του Ευαγγελιστού Ιωάννου: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός»5.

Γι΄ αυτό και όταν ομολογούν ότι Χριστιανοί γεννήθηκαν και Χριστιανοί θέλουν να πεθάνουν, δηλώνουν με παρρησία ότι αυτός ο τρόπος ζωής και η πίστη τους έχουν την αναφορά τους σε αυτόν τον αληθινό Θεό, που φανερώθηκε ασάρκως στην Παλαιά Διαθήκη ως ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, και ενσάρκως στην Καινή Διαθήκη ως ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού.

Αρνούνται να δεχθούν, ότι ο Χριστός είναι απλώς ένας άνθρωπος, δηλαδή φθαρτός. Γι΄ αυτό και με ανδρεία ενώπιον των δικαστών τους και του όχλου ομολογούσαν, όπως οι αρχαίοι Μάρτυρες:

«Εμοί Χριστός πλούτος,

Χριστός εμοί ζωή,

Χριστός εμοί έρως,

Χριστός εμοί Θεός,

Χριστός εμοί τα πάντα εν πάσι»6.

Στο βιβλίο «Μαρτύρια αρχαίων Χριστιανών» για ένα Μάρτυρα της Εκκλησίας, που με ζωηρή φωνή ομολόγησε την ιδιότητα του Χριστιανού, γράφεται πως διετέλεσε παράκλητος των Χριστιανών, γιατί είχε τον Παράκλητο μέσα του : «Παράκλητος των Χριστιανών χρηματίσας, έχων τον Παράκλητον εν εαυτώ»7.

Ακριβώς και οι Νεομάρτυρες, με τη θυσία τους, έγιναν παράκλητοι των Χριστιανών στη δύσκολη εποχή που έζησαν.
Συνέβαλαν στην οικοδομή της χριστιανικής κοινωνίας.

Απετέλεσαν τα αναχώματα απέναντι στη βία και στον εξισλαμισμό.

Φύτευσαν μέσα στις καρδιές των ανθρώπων την αγάπη και τη βαθιά πίστη στο πρόσωπο του Χριστού.

Οικοδόμησαν και συγκράτησαν με το φρικτό τους μαρτύριο την εκκλησιαστική κοινότητα.

Λάμπρυναν την Ορθόδοξη Εκκλησία σε μία εποχή που δέχονταν πυρά, όχι μόνο από τους αλλοπίστους Αγαρηνούς, αλλά και από τους ετεροδόξους και μάλιστα από τους Λατίνους8.

Πόσο σημασία έχει η αναφορά του μακαριστού Μητροπολίτου Καστορίας Διονυσίου Μάντουκα, που σημειώνει στον Κώδικα της Μητροπόλεως το φρικτό μαρτύριο του Αγίου Νεομάρτυρος Ιωάννου του Καστοριέως μαζί με τον αδελφό του και τον γαμπρό του, που δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν τους έδωσε κανείς τον απαιτούμενο σεβασμό! Γράφει: «Έγινεν μεγάλη καλοσύνη εις τους Χριστιανούς ότι τον ίδον εις το σκοινί και εδόξασαν τον Θεόν τη δευτέρα ημέρα πως ετελειώθησαν εις μεγάλην δόξαν. Και τοιουτοτρόπως να δώση ο Θεός σε πολλούς τέτοιους Χριστιανούς ωσάν τον Νούλτζον (=Ιωάννην) να λάβουν δόξαν». Δηλαδή, σταμάτησε ο διωγμός. Ειρήνευσαν οι καρδιές των ανθρώπων. Παρηγορήθηκαν και ενισχύθηκαν οι Χριστιανοί.

Οφείλουμε, λοιπόν, στους Νεομάρτυρες.

Οφείλουμε στα πρόσωπα αυτά, γιατί προετοίμασαν το γεγονός της ελευθερίας αυτού του τόπου.

Οφείλουμε, διότι με το αίμα τους άρδευσαν το δένδρο της πίστεως και της ελευθερίας.

Γι΄ αυτό και σήμερα, μαζί με το φιλάγιο Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ευχαριστούμε το Χριστό και εμείς ανακράζοντες : «Δόξα σοι, Κύριε, τω εν τη καθ΄ ημάς αιχμαλώτω γενεά, νέους αναδείξαντι μάρτυρας, εις στηριγμόν της πίστεως, εις παραμυθίαν της αιχμαλωσίας»9.

Τους παρακαλούμε, ακόμη, για την πατρίδα μας, για τον τόπο μας, τον οποίο έβαψαν με το αίμα τους, να υψώνουν χείρας ικέτιδας, γιατί τελικά, στην εποχή της αποστασίας και της ακολασίας, μόνον οι Άγιοι με τις πρεσβείες τους στο Χριστό μπορούν να μας βοηθήσουν. Αμήν.

1 Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΜΕ΄, Εις το Πάσχα, κεφ. 23, ΕΠΕ 5,204

2 Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις την προς Φιλιππησίους, Ομιλία Ε΄, ΕΠΕ 21,458

3 Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Προοίμιον, εκδ. Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήνα 1961, σελ. 24

4 ο.π. 14

5 Ιω. 1,14

6 Αντωνίου Παπαδόπουλου, Θεολογία αρχαίων και νέων Μαρτυρολογίων, Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων

(17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 127

7 Τα Μαρτύρια των αρχαίων Χριστιανών, Μαρτύριον των εν Λουγδούνῳ τελειωθέντων, ΕΠΕ 194

8 Αντωνίου Παπαδόπουλου, ο.π. 149

9 Δοξαστικό της Λιτής της εορτής. Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ο.π. 265-266

9.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Εσύ σε ποιό αφεντικό δουλεύεις;

Ηλία Μηνιάτη, Επισκόπου Κερνίκης και Καλαβρύτων

 

 

Θεός και κόσμος είναι δύο πράγματα αντίθετα μεταξύ τους, εντελώς ξένα και πολύ απέχουν το ένα από το άλλο. Αυτοί είναι οι δύο κύριοι για τους οποίους λέει στο σημερινό ευαγγέλιο ο Χριστός ότι είναι αδύνατον να υπηρετεί κάποιος συγχρόνως. Εάν πλησιάσει τον ένα, πρέπει να απομακρυνθεί από τον άλλον. Εάν αγαπήσει τον ένα, πρέπει να μισήσει τον άλλον. Εάν περιποιηθεί και τιμήσει τον ένα, πρέπει να περιφρονήσει και να αποστραφεί τον άλλον.

Τα μάτια μας δεν μπορούν να βλέπουν συγχρόνως πάνω και κάτω. Ο νους μας δεν μπορεί να φροντίζει συγχρόνως και για τα ουράνια και για τα επίγεια, ούτε η καρδία μας μπορεί να αγαπά συγχρόνως και το Θεό και τον κόσμο· ή το ένα ή το άλλο, διότι μαζί και τα δύο είναι αδύνατον· «ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και Μαμμωνά».

Σήμερα θα σας πω σύντομα τις αιτίες που αυτό είναι αδύνατο.

Η πρώτη αιτία είναι ότι ο Θεός θέλει αφοσιωμένο σ’ αυτόν ολόκληρο τον άνθρωπο. Το ίδιο θέλει και ο κόσμος. Είναι όμως αδύνατον ολόκληρος ο άνθρωπος να ανήκει και εδώ και εκεί.
Η δεύτερη είναι ότι ο νόμος του Θεού είναι εντελώς αντίθετος με το νόμο του κόσμου. Είναι, λοιπόν, αδύνατον να υπακούει κάποιος σε δύο εντελώς αντίθετους νόμους. Γι’ αυτές τις δύο αιτίες είναι αδύνατον να είναι κάποιος υπηρέτης σε δύο κυρίους, το Θεό, δηλαδή, και τον κόσμο. Ακούστε λοιπόν με προσοχή.

Πρώτη και μεγάλη εντολή, που έδωσε ο Θεός στο Δευτερονόμιο και την επαναλαμβάνει σε πολλά σημεία των Ευαγγελίων ο Χριστός, είναι: «Άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου· Κύριος εις έστιν»· που σημαίνει, ότι ένας και μοναδικός είναι ο φυσικός και γνήσιος κύριός σου. Άνθρωπε, εγώ ο Θεός, σε έπλασα από το μηδέν, σου έδωσα τη ζωή και τη ψυχή, σε εξαγόρασα με το ίδιο το αίμα μου, σου χάρισα τη σωτηρία και σου έχω ετοιμασμένη τη Βασιλεία των Ουρανών. Εσύ είσαι πλάσμα μου, κτήμα μου, είσαι όλος δικός μου και γι’ αυτό πρέπει να «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου».

«Εξ όλης της διανοίας σου»· θέλω όλη η διάνοια σου και ο νους σου και η φαντασία σου να είναι στραμμένη σ’ εμένα· να μη σκέπτεσαι, να μη φαντάζεσαι κάτι άλλο έκτος από εμένα. Ώστε να μη πηγαίνει ούτε ο παραμικρός λογισμός σου σε κανένα άλλο πράγμα.

«Εξ όλης της ψυχής σου»· θέλω όλη σου η επιθυμία, ο πόθος, η αγάπη, η ελπίδα να είναι σ’ εμένα, και δεν θέλω να έχει κανείς άλλος τόπο στην καρδία σου.

«Εξ όλης της ισχύος σου»· θέλω όλη η δύναμή σου, ο κόπος, η υπηρεσία, να είναι αφιερωμένη σ’ εμένα και δεν ανέχομαι να υπηρετείς και άλλον Κύριο. Είμαι Θεός ζηλωτής και θέλω εγώ μόνο να είμαι Κύριος σου. «Άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις έστιν». Εγώ σε θέλω ολόκληρο, με το σώμα και με τη ψυχή· γι’ αυτό θέλω μόνο εμένα να αγαπάς και εμένα μόνο να υπηρετείς με όλες τις αισθήσεις του σώματος και με όλες τις δυνάμεις της ψυχής· Έτσι προστάζει ο Θεός. Και επειδή εμείς ως γεννημένοι και αναθρεμμένοι μέσα στον κόσμο είμαστε δεμένοι μ’ αυτόν με πολλών ειδών δεσμούς· για να κόψει τους δεσμούς αυτούς ήλθε ο Υιός του Θεού στη γη οπλισμένος με μαχαίρι· «μη νομίσετε», λέει, «ότι ήλθα να φέρω ειρήνη στη γη», να συμφιλιωθώ, δηλαδή, με τον αποστάτη κόσμο.

Πραγματικά είναι αποστάτης, διότι ενώ έγινε από το Θεό, δεν γνώρισε το Θεό· «ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω»· «Δεν ήλθα να φέρω ειρήνη, αλλά μαχαίρι». Θέλω να του κάμω αιώνιο πόλεμο, διότι είναι εχθρός.

Μέγας δεσμός, που μας κρατά δεμένους με τον κόσμο, είναι η αγάπη των γονέων προς τα παιδιά, των παιδιών προς τους γονείς, του αδελφού προς τον αδελφό, του φίλου προς το φίλο, και η αγάπη της ίδιας της ζωής μας. Και ο Χριστός λέει: «ήλθα με μαχαίρι στη γη», για να κόψει αυτόν το δεσμόκαι να χωρίσει τα παιδιά από τον πατέρα τους, την κόρη από τη μητέρα της και τη νύμφη από την πεθερά της. Όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα ή υιό ή θυγατέρα περισσότερο από εμένα, δεν είναι άξιος για μένα. Όποιος ζητά να φυλάξει τη ζωή του, θα τη χάσει. Θέλει λοιπόν ο Χριστός περισσότερο από τους γονείς και από τα παιδιά και απ’ αυτήν τη ζωή οι άνθρωποι να αγαπούν μόνο το Θεό.

Άλλος δεσμός είναι η μέριμνα και η φροντίδα της ζωής· τί θα φάμε; τί θα πιούμε; τί θα ντυθούμε; πώς θα ζήσουμε; Και ο Χριστός λέει: «μαχαίρι ήλθα να βάλω στη γη». Για να κόψει και αυτόν το δεσμό· δεν λέει να φροντίσουμε ούτε για φαγητό, ούτε για ένδυμα, ούτε για κανένα άλλο πράγμα· και υπόσχεται αυτός ο ίδιος, ως πατέρας και προνοητής του παντός, ο οποίος ντύνει όλα τα λουλούδια του κόσμου και τρέφει τα πετεινά του ουρανού, ότι θα έχει τη φροντίδα για τα πράγματα που μας χρειάζονται: «μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τί φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τί ενδύσησθε· οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων». Ώστε ο Χριστός κόβει κάθε δεσμό που μας κρατά δεμένους με τον κόσμο, για να ανήκουμε ολόκληροι στο Θεό.

Από το άλλο μέρος ο κόσμος μας θέλει ολόκληρους δικούς του και δεν μας αφήνει να έχουμε σχέση με το Θεό, από τον οποίο προσπαθεί να μας απομακρύνει με κάθε τρόπο. Γνωρίζετε πόσο βαρεία ήταν η τυραννία του Φαραώ πάνω στο σκλαβωμένο λαό των Εβραίων. Για να τους υποδουλώσει ολοκληρωτικά, τους κρατούσε σε διαρκή ταλαιπωρία και κόπο, αναγκάζοντας τους να σκάβουν αμπέλια, να καθαρίζουν κήπους, να κτίζουν οικοδομές, να ασχολούνται συνεχώς με σκληρά και επίπονα έργα· αλλά σκεφτείτε την απανθρωπιά του τυράννου. Απέστειλε ο Θεός τον Μωϋσή και τον Ααρών να του πουν να απαλλάξει τον άθλιο εκείνο λαό για λίγες ημέρες, ώστε να ευκαιρήσει να προσφέρει θυσία προς δόξαν του Θεού.

Ώστε, λέει ο ασεβής βασιλιάς, οι Εβραίοι θυμούνται ακόμη το Θεό τους; Θέλουν ακόμη να του προσφέρουν θυσία; Ας τους αυξήσω λοιπόν την εργασία, για να μην έχουν καθόλου καιρό να συλλογίζονται τέτοια πράγματα. Ας υπηρετούν εμένα όλες τις ώρες, για να μη τους μείνει καμιά ώρα να υπηρετήσουν το Θεό τους.

Πράγματι, ενώ οι ταλαίπωροι αυτοί προηγουμένως είχαν ως κύριο έργο να κατασκευάζουν πλίνθους, τους ανέθεσε και άλλο, να συλλέγουν τα άχυρα· διπλός ο κόπος τώρα. Δεν τους άφηνε ούτε μία στιγμή όχι μόνον για να κάνουν το έργο του Θεού, την προσφορά της θυσίας, αλλά ούτε να το συλλογιστούν. Έστεκαν από πάνω τους οι επιστάτες των έργων, διορισμένοι από το βασιλιά, που τους υποχρέωναν να δουλεύουν συνεχώς και δεν τους άφηναν να πάρουν αναπνοή.

 Την ίδια τυραννία θέλει να επιβάλει σ’ εμάς τους χριστιανούς ο τύραννος των ψυχών μας, ο μισόθεος κόσμος. Θέλει να μας κρατά σαν αιχμαλώτους να ασχολούμαστε αποκλειστικά με τους κόπους και τους περισπασμούς της κοπιαστικής αυτής ζωής. Και μάλιστα τότε, όταν θέλουμε να κάνομε το χρέος μας στο Θεό. 

Τότε μας πολλαπλασιάζει τα εμπόδια, τότε γίνεται αυτό που λέει «βαρυνέσθω τα έργα των ανθρώπων τούτων και μεριμνάτωσαν ταύτα».

Θέλουμε να προσευχηθούμε; Τότε έρχονται διπλοί οι λογισμοί του κόσμου, οι οποίοι μας διασκορπίζουν το νου σε χίλιες ματαιότητες και ιδιαιτέρως σε αισχρές ενθυμήσεις. 

Θέλουμε να λειτουργηθούμε; Τότε έρχονται διπλές οι υποθέσεις του κόσμου,που μας σύρουν από την Εκκλησία στην αγορά ή σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Θέλουμε να εξομολογηθούμε; Εδώ είναι που πολλαπλασιάζονται οι περισπασμοί του κόσμου, που δεν μας αφήνουν να πραγματοποιήσουμε το θεάρεστο αυτό έργο. Έτσι περνά η ημέρα χωρίς προσευχή, περνά η εορτή χωρίς λειτουργία, περνά ο χρόνος μας χωρίς μετάνοια. Έτσι θέλει ο κόσμος όλο το χρόνο της ζωής μας στην υπηρεσία του, για να μη μείνει ούτε μία στιγμή στην υπηρεσία του Θεού· «βα­ρυνέσθω τα έργα των ανθρώπων τούτων και μεριμνάτωσαν ταύτα».

«Μη μεριμνάτε», λέγει ο Θεός στο σημερινό Ευαγγέλιο, «τί φάγητε ή τί πίητε»· όχι, λέει ο κόσμος, αυτά είναι που πρέπει να μεριμνάτε. Να μεριμνάτε πώς να ντυθείτε, πώς να πλουτίσετε, για να μην έχετε ποτέ καιρό να ασχοληθείτε με το Θεό.
Λοιπόν, χριστιανέ, ο Θεός σε θέλει ολόκληρο. Ο κόσμος πάλι σε θέλει ολόκληρο. Να είσαι ολόκληρος και με τους δύο είναι αδύνατον· «ου δύνασαι δυσί κυρίοις δουλεύειν».

Αυτοί είναι δύο αφέντες ασυμβίβαστοι, οι οποίοι δεν συμφωνούν σε τίποτε. Ένας καρβουνιάρης ζήτησε να συγκατοικήσει με ένα ζωγράφο, αλλά εκείνος του είπε: Άνθρωπε, είναι αδύνατον να κατοικήσουμε και οι δύο σε ένα σπίτι, διότι φοβούμαι μήπως εσύ μαυρίζεις εκείνα που λευκαίνω εγώ. Τί στάχτη, τί σκόνη, τί σκοτάδι πού είναι η μέριμνα των κοσμικών πραγμάτων! Πώς τυφλώνει, πώς κατασκοτίζει τα μάτια της διάνοιας και δεν τα αφήνει να βλέπουν καθαρά το Θεό! Όπως είναι αδύνατον να κατοικήσουν καρβουνιάρης και ζωγράφος σε ένα εργαστήριο, έτσι είναι αδύνατον η φροντίδα του κόσμου και η έννοια του Θεού να συνυπάρχουν σε μία ψυχή. «Σε νου γεμάτο άγχη και θορύβους, ούτε απλή σκέψη των καλών, ούτε χάρις Θεού μπορεί να υπάρξει», λέγει ο μέγας Κύριλλος.
Αυτή λοιπόν είναι η πρώτη αιτία για την οποία «κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δυό κυρίους», τον κόσμο δηλαδή και το Θεό. 

 

Η άλλη είναι το ότι ο νόμος του Θεού είναι εντελώς αντίθετος στο νόμο του κόσμου.
Τί προστάζει, κατ’ αρχήν, ο νόμος του Θεού; 

Να αγαπούμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, μάλιστα να αγαπούμε και τον εχθρό μας και να κάνουμε καλό σ’ εκείνον που μας κακοποίησε. Άλλα ο νόμος του κόσμου μας αναγκάζει να μην αγαπούμε ούτε τους φίλους μας, να μισούμε οι αδελφοί τους αδελφούς, να πολεμούμε οι γονείς με τα παιδιά, τα παιδιά με τους γονείς, και πάνω από όλα να είμαστε πάντοτε αχάριστοι και στους ιδίους τους ευεργέτες μας. 

 Ο Θεός προστάζει να είμαστε εύσπλαχνοι στους πτωχούς, να τους βοηθούμε, να τους δίνουμε ελεημοσύνη. Ο κόσμος προστάζει να είμαστε φιλάργυροι και μάλιστα να τρεφόμαστε με το αίμα των φτωχών και να πλουτίζουμε με τη ξένη περιουσία.

 Ο Θεός προστάζει να λέμε την αλήθεια. Ο κόσμος κανένα πράγμα δεν μισεί περισσότερο από την αλήθεια. Γι’ αυτό λέει ο Χριστός με το θείο στόμα του: «το Πνεύμα της αληθείας ο κόσμος δεν μπορεί να το πάρει, γιατί δεν το βλέπει ούτε το γνωρίζει»· διότι ο κόσμος θέλει επιβουλές, κολακείες και ψέματα.

 Ο Θεός θέλει να επικρατεί η δικαιοσύνη, να τιμωρείται η κακία, να τιμάται η αρετή, να δοξάζεται η τάξη και ο καθένας να έχει αυτό που του αξίζει, να κρατά το κατά δύναμη. Ο κόσμος θέλει να βασιλεύει η αδικία, να έχει τον θρόνο η κακία, η αρετή να περιφρονείται ως ακαθαρσία, να υπερισχύει η φιλαυτία, να κυβερνά η αταξία και η σύγχυση. 

Ο Θεός, με λίγα λόγια, θέλει ταπεινοφροσύνη, σωφροσύνη, πραότητα, υπομονή. Ο κόσμος εντελώς το αντίθετο, υπερηφάνεια, ακολασία, μάχη και σκάνδαλα. Γι’ αυτό ο νόμος του Θεού είναι εκείνη η στενή οδός της αρετής, που οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών, ενώ ο νόμος του κόσμου είναι εκείνη η πλατειά οδός της αμαρτίας, που οδηγεί στην αιώνιο κόλαση.

Ποιός λοιπόν μπορεί να φυλάττει δύο νόμους τόσο διαφορετικούς και να είναι δούλος σε δύο κυρίους τόσον αντίθετους; Κανείς· «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν υπάρχει μέση οδός. Να ευχαριστήσει κάποιος και τους δύο είναι αδύνατον ή τον ένα ή τον άλλον. Δεν ημπορεί ούτε ο μεγαλύτερος σοφός, ούτε ο μεγαλύτερος άγιος να βρει τη μέθοδο να ευχαριστήσει και τους δύο συγχρόνως.

Μέγας σοφός της γης και μέγας άγιος της Εκκλησίας υπήρξε ο περιβόητος Αρσένιος. Η φήμη της αρετής του παρακίνησε τον Μέγα Θεοδόσιο να τον καλέσει στα βασίλεια για να γίνει δάσκαλος των δύο του υιών, Ονώριου και Αρκαδίου. Πήγε ο Αρσένιος. Να όμως που ο θαυμαστός αυτός άνδρας έπρεπε να υπηρέτησει τώρα δύο κυρίους, δύο βασιλιάδες, ένα επίγειο και ένα ουράνιο, τον Θεοδόσιο και το Θεό. Μπόρεσε όμως να το κάνει; Μία νύκτα καθώς κοιμόταν άκουσε από τον ουρανό μία φωνή: «Αρσένιε, φεύγε και σώζου»· σαν να του έλεγε: «Αρσένιε, δεν μπορείς να υπηρετείς δύο αφεντικά, δεν μπορείς να είσαι ασκητής στα βασίλεια, δεν μπορείς μέσα σε τόση κοσμική δόξα να φροντίσεις τη σωτηρία της ψυχής σου. Θέλεις να σωθείς; «φεύγε και σώζου». Και έφυγε το γρηγορότερο ο Αρσένιος, αναχώρησε από τη βασιλική αυλή για το Μοναστήρι, όπου έκαμε ζωή αγιότατη.

Έτσι είναι, χριστιανοί, οι φροντίδες και οι περισπασμοί του κόσμου· πολύ μας απομακρύνουν από το Θεό. Είναι σαν τα πολύ μακριά φορέματα που μας εμποδίζουν στο βάδισμα. Είναι βάρη, τα οποία μας κατεβάζουν στη γη.

 «Εκείνοι που έχουν καταληφθεί πολύ από τις μέριμνες της ζωής, σύρονται στα χαμηλά σαν παχιές όρνιθες μαζί με τα φαγητά, έχοντας τα φτερά χωρίς σκοπό», λέει ο Μέγας Βασίλειος.

Τώρα, εμείς τί θα κάνουμε; Ποιό αφεντικό από τα δύο θέλουμε να υπηρετούμε; Τον κόσμο ή το Θεό; Αφήστε να το πω εγώ με δύο λόγια. 

Εάν δεν πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ, αλλά πρόκειται να ζήσουμε στον κόσμο αιωνίως, ας είναι, ας γίνωμε δούλοι δικοί του για να τον χαρούμε. 

Άλλα εάν είμαστε θνητοί, μία φούχτα χώμα, και σήμερα ή αύριο πεθαίνουμε και διαλυόμαστε, αν αυτός ο κόσμος είναι πρόσκαιρος, «παράγει γάρ το σχήμα του κόσμου τούτου», λέει ο Παύλος, αν λοιπόν εμείς εδώ είμαστε διαβάτες και η πατρίδα μας είναι στον ουρανό, αν εμείς έχουμε αφεντικό και Πατέρα μόνο το Θεό, αν στο άγιο Βάπτισμα του υποσχεθήκαμε να είμαστε πιστοί του δούλοι, τότε το Θεό ας υπηρετούμε «εξ όλης της διανοίας μας, εξ όλης της ψυχής μας και εξ όλης της ισχύος μας».

Κόσμε πλάνε και μάταιε! ας σε υπηρετεί και ας σε χαίρεται όποιος δεν ελπίζει άλλον Παράδεισο και δεν πιστεύει στον Σταυρωμένο Χριστό. Εμείς αυτόν πιστεύουμε και αυτόν υπηρετούμε, για να βασιλεύσουμε μαζί με αυτόν, όπως μας λέει: «ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»