Οι μοναχοί και οι προσκυνητές περνούν κάτω από τον ιερό χρυσοκέντητο επιτάφιο και είναι σαν να μπαίνουν κι αυτοί στον τάφο μαζί με τον Χριστό

Του Αγιορείτου μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

 

Διαβάζουμε στό Ἁγιορειτικόν Τυπικόν: «Ὄρθρος Μεγάλου Σαββάτου. Οἱ ἱερεῖς ἵστανται κύκλῳ τοῦ Ἐπιταφίου ἐστραμμένοι πρός ἀνατολάς, ψάλλοντες ἕν ἐγκώμιον ἕκαστος, ἕως τοῦ τελευταίου διακόνου. Εἶτα πάλιν ὁ ἡγούμενος καί οἱ ὑπόλοιποι διά τρίτην φοράν. Εἶτα οἱ χοροί ψάλλουσιν ἀντιφωνικῶς ὀλίγα καί πάλιν οἱ ἱερεῖς ὡς ἀνωτέρω. Τό ἔσχατον τροπάριον λέγεται ὑπό τῶν ἱερέων εἰς χρόνον ἀργότερον καί ἀκολουθεῖ αἴτησις…

Γίνεται ἡ ἔξοδος καί περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου. Προπορεύεται εἷς μοναχός μετά μανδύου κρούων τό τάλαντον, ἀκολουθοῦσιν ἕτεροι φέροντες τόν σταυρόν, τά δύο φανάρια καί τά δύο ἑξαπτέρυγα. Εἶτα οἱ χοροί συνημμένοι ψάλλοντες τό ἀργόν μέγα δοξαστικόν «Τόν ἥλιον κρύψαντα» τοῦ Γερμανοῦ Νέων Πατρῶν…

Εἰς τήν ἐπιστροφήν οἱ ἱερεῖς ἵστανται ἐντός τῆς θύρας τοῦ νάρθηκος καί ὑψοῦσι τόν Ἐπιτάφιον ἕως ὅτουδιέλθωσιν ἅπαντες ὑπ᾿ αὐτόν, εἰσερχόμενοι εἰς τόν ναόν. Οἱ ψάλται ἵστανται πλησίον συνεχίζοντες τό δοξαστικόν. Ὁ εἷς ἐκκλησιαστικός θυμιᾷ τούς εἰσερχομένους δι᾿ ἐπισήμου κατσίου μετά μανδηλίου χειρός, ὁ δ᾿ ἕτερος, ἱστάμενος ἀπέναντι τοῦ πρώτου, ραίνει διά τοῦ μυροδοχείου τούς πατέρας…»
Ἡ χαρμολύπη τῶν Ἐγκωμίων. Βράδυ Μεγάλης Παρασκευῆς στό Ἅγιον Ὄρος.

Οἱ μοναχοί καί οἱ προσκυνητές περνοῦν κάτω ἀπό τόν ἱερό χρυσοκέντητο ἐπιτάφιο καί εἶναι σάν νά μπαίνουν κι αὐτοί στόν τάφο μαζί μέ τόν Χριστό. Καί ὅποιος μπαίνει μαζί μέ τόν Χριστό στόν τάφο ἀνασταίνεται μαζί του! Ὁ Χριστός, πού εἶναι ζωή, κατεβαίνει στόν Ἄδη γιά νά τόν ζωοποιήσει, νά τόν κάνει κι αὐτόν ζωή.

Μέγα Σάββατο, πρωί. Ὁ λίθος τοῦ μνήματος ἔχει ἤδη ἀποκυλισθεῖ καί ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἐπετέλεσε τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, σαββατίζει στόν τάφο. Κοιμᾶται ὡς σκύμνος, ὅπως τό μικρό λιοντάριο, καί, ἀναπαυόμενος γιά τό μαρτύριο, μᾶς χαρίζει καινούργια ἀνάπαυση. Ἡ ζωή κεῖται στόν τάφο γιά νά ζωοποιήσει αὐτούς πού βρίσκονται στούς τάφους. «Καί ἀναπεσών, ἐκοιμήθη ὡς λέων. Τίς ἐγερεῖ, σε βασιλεῦ;» Αὐτές οἱ ὀλίγες σκέψεις γιά τό εἰκονογραφικό θέμα, πολύ συχνό καί ἀγαπητό στούς ἁγιορειτικούς ναούς: Ὁ Ἀναπεσών.

Μέγα Σάββατο, εἰς τόν Ἑσπερινόν… καί «ὁ διαβαστής θέτει τό δισκέλιον ὑπό τόν μέγαν πολυέλαιον ἐστραμμένον πρός ἀνατολάς καί ἀναγινώσκει τάς προφητείας», σύμφωνα μέ τό Τυπικό. Καί ποιός δέν θυμᾶται ἕνα χαριτωμένο στιγμιότυπο ἀπό τόν Βίο τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, πού συνέβη μία τέτοια ἱερά στιγμή στό Πρωτᾶτο; Μᾶς τό διασώζει, ἀνάμεσα σέ ἄλλους, ὁ μεγάλος Σκιαθίτης λογοτέχνης μας Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, στό ἔργο του «Μέ τοῦ Βορηᾶ τά κύματα»:

«Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐν Καρυαῖς κατοικῶν, ἐν τῷ κελλίῳ τῶν Σκουρταίων, ἐν αὐτῷ τῷ ναῷ τοῦ Πρωτάτου ἐκκλησιάζετο κατά τάς μεγάλας ἑορτάς. Καί μιά χρονιά, τό μέγα Σάββατον, σταθείς ὑπό τόν Πολυέλαιον ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ χοροῦ, ἀπήγγειλε καί τάς 15 προφητείας τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπέξω, χωρίς βιβλίον, κινήσας τόν θαυμασμόν πάντων».

Τόν δωδέκατο αἰώνα ἐμφανίζεται σέ εἰκόνες πού ἔβγαιναν σέ προσκύνηση τήν Μεγάλη Παρασκευή ἐξέχουσα τοῦ Πάθους παράσταση, μέ πυκνά στήν εἰκαστική ἔκφρασή της νοήματα. Εἰκονίζεται ὁ Χριστός, ἡ Ἄκρα Ταπείνωσις, νεκρός μπροστά στόν σταυρό, ὄρθιος μπροστά στήν σαρκοφάγο. Εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ βασιλεύς τῆς Δόξης, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, πού συναντᾶμε καί ἀργότερα στήν τοιχογραφία τῆς Ἀποκαθήλωσης. Στίς τοιχογραφίες ναῶν ἡ παράσταση διακόσμησε ἐπίσης τήν κόγχη τῆς Πρόθεσης, ἰδίως στήν μεσοβυζαντινή ἐποχή.

Τό Πάσχα, ἡ «ἑορτή τῶν ἑορτῶν καί πανήγυρις πανηγύρεων», ἀποτελεῖ τήν κορύφωση τῆς κατάνυξης καί τῆς μεγαλοπρέπειας στό ἁγιορειτικό λειτουργικό τυπικό.

Καθένας πού, ἔστω καί γιά μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτή τήν νύχτα «τήν σωτήριο, τήν φωταυγῆ καί λαμπροφόρο» καί πού γεύτηκε ἐκείνη τήν μοναδική χαρά γνωρίζει ὅτι τό Πάσχα εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό μία ἑορτή· πολύ πέρα ἀπό μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνός ἱεροῦ γεγονότος πού πέρασε. Τό Πάσχα μᾶς εἰσάγει σ᾿ ἕναν ἄλλο αἰώνα, σέ μία νέα διάσταση πού προαναγγέλλει τόν ἀναμενόμενο κόσμο· Βασιλεία πού εἶναι ἤδη παροῦσα, μυστικά καί ὀντολογικά ἀνάμεσά μας:

Ὦ Πάσχα τό μέγα καί ἱερώτατον, Χριστέ. Ὦ Σοφία καί Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Δύναμις· δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον Σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου.
(Ἀναστάσιμος κανόνας στόν Ὄρθρο.)

Τό Πάσχα εἶναι ἡ θύρα, ἀνοιχτή κάθε χρόνο, πού ὁδηγεῖ στήν ὑπέρλαμπρη Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Εἶναι ἡ πρόγευση τῆς αἰώνιας καί ἀπερίγραπτης χαρᾶς καί εὐφροσύνης πού περιμένει ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ ψυχή ἔχει νεκρωθεῖ ἀπό τά πάθη καί, ἀφοῦ συσταυρώθηκαν μέ τόν Χριστό, συναναστήθηκαν μαζί Του.

dimokratianews,06.04.2018

Δείτε και:

MEΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ: Ἡ Ἀγάπη πού σταυρώνεται

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: Ὁ Οὐρανός στή γῆ

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ: Προσμένοντας τόν Νυμφίο τῆς ψυχῆς μας

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ: Εἰσοδεύοντας στή Μεγάλη Ἑβδομάδα