1.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Γιορτάζουμε σήμερα, ὅπως κάθε χρόνο στό τέλος τῆς πρώτης ἑβδομάδας τῆς Σαρακοστῆς, τήν Πανήγυρη καί τόν Θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί πρέπει, κάθε χρόνο, νά θυμόμαστε τί σημαίνει αὐτή ἡ ἡμέρα, ὄχι μοναχά ὡς ἕνα γεγονός ἱστορικό, ἀλλά ἐπίσης καί γιά τήν προσωπική μας ζωή. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας δέν σημαίνει τόν θρίαμβό της στούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἀποτελεῖ τόν θρίαμβο τῆς Θείας Ἀλήθειας στίς καρδιές ἐκείνων πού ἀνήκουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί πού διακηρύττουν τήν ἀποκεκαλυμμένη ἀπό τόν Θεό ἀλήθεια, στήν ἀκεραιότητα καί στήν εὐθύτητά της.

Πρέπει σήμερα νά εὐχαριστήσουμε τόν Θεό ὁλόψυχα πού μᾶς ἀποκάλυψε τόν ἑαυτό Του, πού ἐξοβέλισε τό σκοτάδι ἀπό τόν νοῦ καί τήν καρδιά ἑκατοντάδων ἀνθρώπων, πού Αὐτός πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια μοιράστηκε μέ ἐμᾶς τήν γνώση τῆς τέλειας Θεικῆς Ἀλήθειας.

Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ὅτι δέν πρόκειται ἐδῶ γιά εἰκόνες ἀπό ξύλο καί χρῶμα, ἀλλά γιά τόν Θεό πού φανερώνεται στόν κόσμο. Ὁ καθένας μας, δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἴμαστε ὅλοι ζωντανές εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καί αὐτό τό γεγονός ἀποτελεῖ γιά μᾶς μία τεράστια εὐθύνη, γιατί μία εἰκόνα ἴσως νά μοιάσει μὲ παρωδία καί νά γίνει μέσο βλασφημίας τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά σκεφτοῦμε καί νά ἀναρωτηθοῦμε: ἀξίζουμε, εἴμαστε ἱκανοί νά καλούμαστε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ; Ἕνας συγγραφέας τῆς Δύσης εἶπε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι πού συναντοῦν ἕνα Χριστιανό, θά ἔπρεπε νά τόν βλέπουν ὅπως ἕνα ὅραμα, σάν μία ἀποκάλυψη πού ποτέ πρίν δέν εἶχαν, ὅτι ἡ διαφορά ἀνάμεσα σέ ἕνα Χριστιανό καί σέ ἕναν μή Χριστιανό, εἶναι τό ἴδιο σπουδαία, ριζοσπαστική καί ἐντυπωσιακή, ὅσο διαφέρει ἕνα ἄγαλμα ἀπό ἕναν ζωντανό ἄνθρωπο. Ἕνα ἄγαλμα ἴσως νά εἶναι ὄμορφο, ἀλλά εἶναι φτιαγμένο ἀπό πέτρα ἤ ἀπό ξύλο καί εἶναι ἄψυχο. Ἕνας ἄνθρωπος, ἴσως μέ τήν πρώτη ἐντύπωση νά μήν φανερώνει ὅτι ζεῖ μία τέτοια ὀμορφιά, ἀλλά ὅσοι τόν συναντοῦν, θά πρέπει νά μποροῦν νά διακρίνουν σ’ ἐκεῖνον τή λάμψη τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά ἀναγνωρίζουν τόν ἴδιο τόν Θεό πού ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτό Του, μέσα ἀπό τήν ταπεινή μορφή μιᾶς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ὅπως αὐτοί πού προσκυνοῦν εὐλαβικά μιὰ εἰκόνα, μιὰ εἰκόνα ἱερή καί εὐλογημένη ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Ὅσο δέν εἴμαστε γιά τούς γύρω μας μιὰ τέτοια εἰκόνα, ἔχουμε ἀποτύχει στήν ἀποστολή μας, δέν διακηρύττουμε μέ τήν ζωή μας, τόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, δίνουμε ψευδῆ μαρτυρία γιά ὅσα κηρύττουμε. Καί γιά τοῦτο, ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς καί ὅλοι μαζί συνολικά φέρουμε τήν εὐθύνη, ἐπειδή ὁ κόσμος πού συναντᾶ χιλιάδες χριστιανῶν, δέν μεταστρέφεται ἀπό τό ὅραμα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἀνάμεσά τους, πού μέ τά χοϊκά, ἀλλά δοξασμένα, ἅγια σώματά τους μεταμορφώνουν τόν κόσμο.

Ὅ,τι εἶναι ἁπλά ἀληθινό γιά μᾶς, εἶναι ἀληθινό γιά τίς ἐκκλησίες μας. Ὁ Χριστός ὀνόμασε τίς ἐκκλησίες μας οἰκογένεια, μιὰ κοινότητα Χριστιανῶν πού θά γίνει ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα, ὅπου οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἑνωμένοι μέσα ἀπό τήν ὁλοκληρωτική ἀγάπη, τήν αὐτοθυσία, πού εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς. Ἡ Ἐκκλησία κλήθηκε καί καλεῖται ἀκόμα νά ἀποτελέσει ἕνα σῶμα ἀνθρώπων πού τό χαρακτηρίζει ἡ σαρκωμένη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλίμονο, αὐτό πού συναντοῦμε σέ ὅλες τίς ἐκκλησίες μας, δέν εἶναι τό θαῦμα τῆς Θείας Ἀγάπης.

Ἀπό τήν ἀρχή, ἀλίμονο, ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομήθηκε μέ αὐστηρό καί ἐπίσημο τρόπο, σύμφωνα μέ τήν ἱεραρχία τοῦ Κράτους. Σέ αὐτό τό σημεῖο, ἀποτύχαμε στὸ νά μοιάσουμε στ’ ἀλήθεια στήν πρώτη κοινότητα τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Τερτιλλιανός στά κείμενά του ὑπέρ τῶν Χριστιανῶν, λέει στόν Ρωμαῖο Αὐτοκράτορα: « Ὅταν οἱ ἄνθρωποι μᾶς συναντοῦν, στέκονται καί λένε: Πόσο ἀγαπιοῦνται αὐτοί οἱ ἄνθρωποι!» Δέν ἀποτελοῦμε στό σύνολο ἕνα σῶμα ἀνθρώπων, γιά τό ὁποῖο κάποιος θά μποροῦσε νά μιλήσει ἔτσι. Καί πρέπει νά μάθουμε αὐτό πού θέλει ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς, αὐτό πού ἦταν μιὰ φορά ἡ Ἐκκλησία: νά ξαναφτιάξουμε τίς κοινότητες, τίς ἐκκλησίες, τίς ἐνορίες, τίς ἐπισκοπές, τά πατριαρχεῖα, ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, ἔτσι πού ὁλόκληρη ἡ ζωή, ἡ πραγματικότητα τῆς ζωῆς θά εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς ἀγάπης. Ἀλίμονο, ἀκόμα δέν τό ἔχουμε μάθει αὐτό.

Καί ἔτσι, ὅταν ἑορτάζουμε τὴν γιορτή τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας, ἄς θυμόμαστε τὸ ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ νικητής, τὸ ὅτι ἐμεῖς διακηρύττουμε τήν ἀλήθεια, τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἐνσαρκωμένη καὶ ἀποκεκαλυμμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο, καί τὸ ὅτι εἶναι μία τεράστια εὐθύνη γιά ὅλους μαζί καί γιά τόν καθένα χωριστά τὸ ὅτι δέν πρέπει νά δίνουμε ψευδῆ μαρτυρία γιά ὅσα κηρύττουμε, μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας. Ἕνας δυτικός θεολόγος εἶχε πεῖ ὅτι πιθανόν νά κηρύττουμε ὅλη τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, καί ταυτόχρονα νά τήν ἀκυρώνουμε, νά τήν διαψεύδουμε μέ τήν ζωή μας, ἀποδεικνύοντας ὅτι πρόκειται γιά λόγια, καί ὄχι γιά πραγματικότητα. Πρέπει νά μετανοήσουμε γι’ αὐτήν τήν κατάσταση καί νά ἀλλάξουμε. Πρέπει νά γίνουμε τέτοιοι πού οἱ ἄνθρωποι πού μᾶς συναντοῦν, θά βλέπουν σέ μᾶς τήν ἀλήθεια, τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη Του γιά τόν καθένα χώρια καί γιά ὅλους μαζί. Ὅσο δέν τό κάνουμε, ὅσο δέν μετανοοῦμε, δέν μετέχουμε στόν Θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Θεός θριάμβευσε, ὅμως ἔβαλε ἐμᾶς ὑπεύθυνους γιά νά θριαμβεύσει ἡ ζωή μέσα ἀπό τή δική Του δόξα γιά τό καλό ὅλου τοῦ κόσμου.

Γι’ αὐτό, ἄς μάθουμε νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο, πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή, ὄχι μόνο προσωπικά, ἀλλά συνολικά καί νά οἰκοδομήσουμε κοινωνίες Χριστιανῶν πού ἀποκαλύπτουν τὸν Θεὸ στόν κόσμο, ἔτσι πού ὁ κόσμος βλέποντάς μας, νά πεῖ: « Ἄς ἀναμορφώσουμε τούς θεσμούς, τίς σχέσεις μας, ἄς ἀνανεώσουμε ὅ,τι ἔχει γεράσει καί παραμένει παλιό καί ἄς γίνουμε μιὰ νέα κοινωνία, ὅπου ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ, ἡ Ζωή τοῦ Θεοῦ νά μπορεῖ νά θριαμβεύσει καί νά εὐημερήσει.» Ἀμήν.

2.

 Ἡ ὀρθὴ πίστη

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Θλιβερή διαπίστωση, ἡ ἐποχή μας ἔχει ξεχάσει τόν Θεό! Ἡ καλύτερα, ἐπειδή ἔτσι τή συμφέρει, ἔχει ἐπιλέξει νά τοῦ γυρίσει τήν πλάτη, ἰδίως στά μέρη ἐκεῖνα ὁπού ἡ τεχνολογική πρόοδος, δηλαδή τά καλύτερα ἐργαλεῖα, ἤ καί ἡ οἰκονομική εὐμάρεια, συνήθως ἡ ἐκμετάλλευση τῶν ἀσθενέστερων, ὁδήγησαν τόν ἄνθρωπο νά πιστέψει ὅτι ἔγινε καί παντοδύναμος. Σέ κάθε περίπτωση εἶναι προφανές ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιά νά βγάλει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του, θεοποιώντας τόν ἑαυτό του, στηριζόμενος μόνο στή λογική του καί καθοδηγούμενος μόνο ἀπό τίς ἐπιθυμίες του. Καί μόνον ἡ ἀναφορά στόν Θεό ἀρκεῖ γιά νά προκαλέσει στήν καλύτερη περίπτωση συγκαταβατικά, ἄν ὄχι εἰρωνικά χαμόγελα, πολλές δέ φορές καί βίαιες ἀντιδράσεις ἀπό ὅσους δέν ἀντέχουν, ἔστω τήν πιθανότητα ὑπάρξης τοῦ Θεοῦ.

Ἀπό τήν ἄλλη ἡ ὑπερβολική αὐτοπεποίθηση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐμπιστοσύνη στίς ἱκανότητές του καί μιά λανθασμένη αἴσθηση αὐτάρκειας ἔχουν καλλιεργήσει τήν ἰδέα σέ πολλούς ὅτι μόνοι τους μποροῦν νά ἀνακαλύψουν τόν Θεό. Ὁδηγοῦνται ἔτσι στό νά δημιουργοῦν προσωπικά τους δόγματα καί θεωρήσεις, πιστεύοντας ὄχι ὅ,τι ὁ Θεός ἔχει ἀποκαλύψει γιά τόν ἑαυτό Του, ἀλλά ὅ,τι ἡ φαντασία τους ἤ μία πεπλανημένη λογική τούς ὑποβάλλουν. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἐξ ἴσου πνευματικά καταστροφικό καί ἀναδεικνύεται ὁ διμέτωπος ἀγώνας τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἐναντίον τῆς ἀθεΐας, ἀλλά καί ἐναντίον τῆς θρησκοληψίας, τῶν αἱρέσεων, τῆς «ἰδιωτικῆς θρησκείας».

Ἡ έμπειρία

Καί μέσα στό κλίμα αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας ἐπιμένει νά ἑορτάζει στή σημερινή Κυριακή τόν θρίαμβο τῆς πίστεως «κατά πασῶν τῶν αἱρέσεων». Καί μάλιστα ὄχι ὅσων ἀνεφύησαν στό παρελθόν, ἀλλά καί ὅσων ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν ἤ θά ἀναφανοῦν στό μέλλον! Εἶναι κυρίαρχη ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας στόν λόγο τοῦ Κύριου ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»(Μάτθ. 16, 18). Ὅσοι πολέμιοι καί ἄν ἀναφανοῦν, ὅσες μεθόδους καί ἄν μηχανευθοῦν, ἡ Ἐκκλησία θά μένει εἰς τόν αἰώνα ὡς τό ἀσφαλές καταφύγιο τῶν ἀνθρώπων, λιμάνι σωτηρίας καί σκάλα πρός τόν οὐρανό. Κι αὐτό τό ἔχει ἀναδείξει ἡ μέχρι τώρα ἱστορία!

Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα προβάλλεται ἡ ἐμπειρία ὡς ὁ καλύτερος τρόπος νά γευθεῖ κανείς τήν πίστη. Παρουσιάζεται τό παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἕτοιμος καί ἐπιθυμώντας νά συναριθμηθεῖ στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἀπό συστολή δίσταζε. Τόν διευκολύνει λοιπόν ὁ Χριστός καί τόν καλεῖ νά γίνει μαθητής του. Κι αὐτός, ἀφοῦ πεῖ τό ὁλοπρόθυμο «ναί», φροντίζει καί γιά τόν φίλο του, τόν Ναθαναήλ. Μόλις ἔλαβε πείρα τοῦ Χριστοῦ, σπεύδει ἀμέσως νά γίνει κήρυκάς του! Μαθαίνουμε ἔτσι κι ἐμεῖς, πώς ὅ,τι ὠφέλιμο δέν μποροῦμε νά τό κρατᾶμε μόνο γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά ἔχουμε χρέος νά τό μεταδίδουμε γιά νά μετέχουν κι ἄλλοι τῆς ὠφελείας.

Κι ὁ Ναθαναήλ ὄχι ἀπό ἀπιστία, ἀλλά ἐπειδή ἤθελε νά διασταυρώσει τά ὅσα τοῦ ἔλεγε ὁ Φίλιππος μέ τά ὅσα γνώριζε διδασκόμενος τήν πατρική του πίστη, δείχνει καλόπιστα νά ἀμφιβάλλει. Τότε ὁ Φίλιππος δίνει ἀμέσως τήν καλύτερη λύση: «Ἔρχου καί ἴδε»! Ἔλα νά δεῖς μόνος σου. Ἔλα νά ζήσεις. Ἔλα νά ἐρευνήσεις καί θά δεῖς. Ἡ ἀληθινή πίστη δέν ἔχει τίποτε νά κρύψει, δέν ἔχει τίποτε νά φοβηθεῖ, δέν ἔχει τίποτε νά διστάσει. Ἑπομένως, εἶναι ὅλα φανερά, καθώς ἡ μαθητεία στήν πίστη εἶναι ἡ ἀπαρχή τῆς οὐσιαστικῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πόσοι δέν ξεκίνησαν νά διαβάζουν τήν Ἁγία Γραφή γιά νά τήν ἀναιρέσουν καί κατέληξαν οἱ δυναμικότεροι ἱεροκήρυκες!

Ἡ ἀναμονή

Ὅταν ὁ Ναθαναήλ φθάνει νά συναντήσει τόν Χριστό, Ἐκεῖνος τόν προσφωνεῖ μέ τό «ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν». Κι ὅταν ἀπορημένος ὁ Ναθαναήλ τόν ρωτᾶ ἀπό ποῦ τόν γνωρίζει, ὁ Χριστός τοῦ ἀπαντᾶ: «Πρό τοῦ σέ Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπό τήν συκῆν εἶδόν σε», δηλαδή πρίν σέ φωνάξει ὁ Φίλιππος, ὅταν μακριά ἀπό κάθε ἀνθρώπινο μάτι προσευχόσουν κάτω ἀπό τή συκιά, ἐγώ μέ τρόπο ὑπερφυσικό καί πνευματικό σέ εἶδα, καθώς δεχόμουν τήν προσευχή. Κι αὐτό ἦταν ἀρκετό γιά νά ὁμολογήσει ὁ Ναθαναήλ «Σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» καί νά καταστεῖ ἕνας ἀπό τούς πλέον φλογερούς Ἀποστόλους!

Τί καταλαβαίνουμε ἀπό τό ποιμαντικό αὐτό παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας; Ὅτι ἄν καί γνώριζε τίς αἰτιάσεις τοῦ Ναθαναήλ, ἄν καί ἔβλεπε τίς ἀντιρρήσεις, δέν παροργιζόταν, οὔτε κινοῦνταν ἐκδικητικά ἤ τιμωρητικά. Ἁπλῶς ἀνέμενε… Περίμενε μέ τήν ἐμπειρία καί τήν προσευχή νά ὡριμάσει ἡ ψυχή, ὥστε νά δοθεῖ ὁ φωτισμός καί νά ἀνάψει ἡ φλόγα τῆς πίστης, γιά νά θεριέψει καί νά μεταλαμπαδεύσει τό εὐαγγελικό μήνυμα στούς ὅπου γῆς καλοπροαίρετους. Εἶναι ὁ τρόπος πού ἐνεργεῖ ὁ Θεός! Εἶναι ἡ μέθοδος μέ τήν ὁποία ἁλιεύει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, τίς γλιτώνει ἀπό τόν κόσμο καί τίς ὁδηγεῖ στήν ἀτελεύτητη Βασιλεία του!

Πολλοί μπορεῖ νά παροργίζονται μέ τήν ἀποστασία καί τή διαστρέβλωση τῆς πίστης πού φαίνεται νά ἐπικρατεῖ στήν ἐποχή μας. Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τοῦ Χριστοῦ κι Αὐτός κατευθύνει καί τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο. Γνωρίζει Ἐκεῖνος πότε ὁ καθένας εἶναι ἕτοιμος νά τόν ὁμολογήσει ὡς Κύριό του καί Θεό του. Δέν ὑποχρεώνει, δέν ἐκβιάζει, δέν βιάζεται. Ὡς πατέρας περιμένει ζητώντας καί ἀπό ἐμᾶς νά περιμένουμε συνεργαζόμενοι μαζί του γιά τήν ἐπιστροφή τῶν ἀδελφῶν μας, ἀποφεύγοντας ὁποιαδήποτε ἐνέργεια μας βάζει σέ κίνδυνο τήν πορεία τους πρός Αὐτόν.

3.

Εἰς τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας (ἀπόσπασμα)

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

 

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.

Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως. Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82]

Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.

Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας.

Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]

Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο;

Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Ποιός μᾶς τήν κλέβει; Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι.

Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Ἐκεῖνοι εἶναι πού κλέβουν τήν ψυχή μας, πού σωρεύουν ἁμαρτίες στήν ψυχή μας καί κατακαλύπτουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα μας. Μέ τό μαῦρο κατράμι τῆς ἁμαρτίας ἀλοίφουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζῆ ἀμετανόητος μέσα στήν ἁμαρτία, ὅταν δέν πολεμᾶ κατά τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅταν μένει σέ αὐτές, ὅταν δέν τίς ἐξομολογῆται, τί ἀπομένει ἀπό τήν ψυχή του; Ἀπομένει ἡ θεία Εἰκόνα πασαλειμένη μέ τό μαῦρο πῦον τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ θανάτου. Φρικτό θέαμα, φοβερή ντροπή!

Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;

Σημαίνει, ἀδελφοί, τό ἑξῆς:

Ἐμεῖς ἔχουμε νοῦ, ἀλλά ὁ νοῦς μας εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.

Ἐμεῖς ἔχουμε θέλησι, ἀλλά ἡ θέλησις εἶναι εἰκόνα τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα μας.

Ἐμεῖς ἔχουμε αἴσθησι, ἔχουμε καρδιά, ἀλλά αὐτά εἶναι εἰκόνα θείων αἰσθήσεων μέσα μας.

Ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς εἴμαστε ὡσάν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ἀθάνατες, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε θεοειδεῖς, γιά νά ζοῦμε μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο δι’ Αὐτοῦ, γιά νά σκέπτεται πάντοτε ὁ νοῦς μας: πρόσεχε ἀπό Ποιόν εἶσαι, εἶσαι ἀπό τόν Θεό, νά κάνῃς καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.

Τότε τό θέλημά μας εἶναι τέλειο καί ὑγιές, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπό του. Ἡ αἴσθησίς μας τότε εἶναι καθαρή, ὑγιής, θεϊκή, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ.
[σελ. 87]

Ἄς μᾶς καθαρίσῃ Αὐτός ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἀπό κάθε θάνατο. Ἄς μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό κάθε διάβολο, γιά νά μποροῦμε νά εἴμαστε πραγματικά ζῶσες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ἐπί τῆς γῆς ἕνα θεῖο μεγαλεῖο.

Ἄνθρωπε! Ἀδελφέ! Ποτέ μήν ξεχνᾶς ὅτι εἶσαι μικρός Θεός μέσα στήν λάσπη! Μέσα στήν λάσπη τοῦ σώματός σου ἐσύ ἔχεις τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχε πῶς ζῆς.

Πρόσεχε τί κάνεις μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μέσα σου. Πρόσεχε, –ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! Διότι ἡ ζωή μας ξεκινᾶ ἀπό τήν γῆ καί καταλήγει στό πάμφωτο πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσουμε ἐκεῖ ἀπολογία τί κάναμε μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅσο ἤμασταν σέ αὐτόν τόν κόσμο.

Εὔχομαι ὁ Ἀγαθός Κύριος νά χαρίσῃ στήν καρδιά τοῦ καθενός μας ὅλα τά οὐράνια δῶρα, ὅλες τίς εὐαγγελικές ἀρετές: τήν πίστι καί τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσευχή καί τήν νηστεία καί τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα καί τήν ταπείνωσι, ὥστε νά μπορέσουμε νά ἀντέξουμε ὅλο αὐτόν τό φοβερό ἐπίγειο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε στήν ψυχή μας τήν θεία μορφή καί νά μετατεθοῦμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό πρός τόν Ἀναστάντα Κύριο σέ ἐκεῖνο τόν κόσμο.

Ἀλλά μέχρι τότε ἡ ἁγία νηστεία ἄς μᾶς ὁδηγῇ πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τήν Ἁγία Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, γιά νά προσκυνήσουμε, ὅσο εἴμαστε ἀκόμη μέ τό σῶμα μας, Αὐτόν, τόν Ἀναστάντα Κύριο, τόν Νικητή τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου, Αὐτόν πού ἐξασφάλισε τήν Αἰώνιο Ζωή γιά τό σῶμα μας καί γιά τήν ψυχή μας.

Σέ Αὐτόν, μόνο σέ Αὐτόν, ἀποκλειστικά σέ Αὐτόν, ἀνήκει αἰώνιος δόξα καί τιμή, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

4.

Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ-Κυριακὴ Ὀρθοδοξίας

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ἀλήθειας γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴ ζωή. Θυμᾶται τὸ ἱστορικὸ γεγovὸς τῆς ἀναστήλωσης τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ διακηρύσσει τὴν αὐτοσυνείδησή της, δηλαδὴ φανερώνει τὸ πρόσωπο τnς. Γιατί μὲ τὸ πρόσωπο ἐκφράζουμε τὸ βαθύτερο εἶναι μας, τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στὴν προτροπὴ τοῦ Φιλίππου στὸ φίλο του Ναθαναήλ, «ἔρχου καὶ ἴδε», ἔλα νὰ δεῖς καὶ νὰ γνωρίσεις προσωπικὰ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσεις. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος στοὺς αἰῶνες, τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας Του καὶ τῆς ἐνέργειάς Του. Ὀρθόδοξη πίστη εἶναι προσωπικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἐμπειρία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ

Στὴν ἱστορία πολλοὶ ἀναζήτησαν καὶ ἀνακάλυψαν ἀποσπασματικὲς ἀλήθειες γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο. Κάποιοι ἄλλοι ἰσχυρίσθηκαν ὄχι ἦταν ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι ἐπινόησαν θρησκεῖες. Δημιούργησαν τὸ «εἴδωλο τοῦ Θεοῦ», ὄχι ὅμως τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ Χριστὸς φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, γιατί εἶναι ὁ ἴδιος Θεός. Δὲν μιλάει ἁπλῶς γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ εἶναι Αὐτὸς ἡ ἀλήθεια. Ἡ πίστη στὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπὸ μόνη της ἕνα θαῦμα «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α’ Κορ. 12,3). Μία τέτοια πίστη εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν ἄνθρωπο, μία προσωπικὴ ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τονίζει ὅτι στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ θεϊκὴ καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν «ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως», χωρὶς νὰ συγχέονται καὶ χωρὶς νὰ διαιροῦνται. Ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κατανοήσουμε, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε. Γιατί ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν χωράει στὴ λογική τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν μπαίνει στὸ μικροσκόπιο τῆς ἔρευνας καὶ τοῦ πειράματος. Τὰ δόγματα, ποὺ μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς γιορτῆς καλούμαστε νὰ διαφυλάξουμε, χαράζουν τὰ ὅρια τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως, ἀλλὰ δὲν ἐξηγοῦν τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς προτρέπουν νὰ ἐμπιστευθοῦμε καὶ νὰ ζήσουμε μὲ τὴν καρδιά μας αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε, ὄχι ὅμως νὰ ἀναλύσουμε μὲ τὸ μυαλὸ αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέδωσε.

Παραχαράξεις τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ

Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ συνίσταται μεταξὺ ἄλλων στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «κρύβεται» πάντοτε πίσω ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ βρίσκεται τὸ σημεῖο ποὺ σκοντάφτει ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ τότε καὶ σήμερα. Ἐδῶ ἀρχίζει ἡ τραγικὴ ἱστορία τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων αἱρέσεων, οἱ ὁποῖες νοθεύουν τὴν πίστη καὶ ἀκυρώνουν τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ αἵρεση εἶναι ὁ πειρασμὸς τῆς λογικῆς πάνω στὴν ἀποκάλυψη τῆς πίστεως. Ὅσα στοιχεῖα τῆς πίστεως τὰ κατανοεῖ, τὰ ἀποδέχεται καὶ τὰ ὑπερτονίζει. Τὰ ὑπόλοιπα τὰ προσπερνᾶ καὶ τὰ ὑποτιμᾶ. Διαχωρίζει τὸν Ἰησοῦ τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄλλωστε, ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τὸν Χριστὸ τὸν συνάντησαν ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι στὴν ἐπίγεια διαδρομή του. Τὸν γνώρισαν ὡς «υἱὸ τῆς Μαρίας», ὡς προφήτη, ὡς χαρισματικὸ διδάσκαλο τῆς Ναζαρέτ. Δὲν μπόρεσαν ὅμως ὅλοι νὰ διακρίνουν πίσω ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει τὸ πέρασμά Του ἀπὸ τὸν κόσμο. Ψηλαφίζει τὰ τεκμήρια τῆς παρουσίας Του. Ἀναγνωρίζει τὸ μεγαλεῖο καὶ ἄλλοτε ἀμφισβητεῖ τὴν ὑπεροχή Του. Δὲν μπορεῖ ὅμως μὲ τὴν ἔρευνα καὶ τὴν ἐπιστημοσύνη νὰ ἀποδείξει τὴ θεότητά Του. Τὸ μυστήριο τοῦ θεανθρώπινου προσώπου τοῦ Χριστοῦ τὸ βιώνουμε «ἐν πίστει» μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀσυδοσία ἤ τὴ χυδαιότητα τῆς τέχνης, στὴν τόλμη ἤ στὴ βλασφημία τῆς διανόησης, στὰ πολύκροτα βιβλία καὶ τὶς κινηματογραφικὲς ὑπερπαραγωγές.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τὰ ἀχαλίνωτα στοιχεῖα τοῦ κόσμου νὰ γίνονται κήρυκες τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Ἂν «κόσμος» εἶναι καθετὶ ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τότε «τὰ τοῦ κόσμου» θὰ συγκρούονται πάντοτε μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ὅμως γνωρίζουμε ὅτι «αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α’ Ἰω. 5,4), ἀφοῦ τὸν τελευταῖο λόγο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα τὸν ἔχει ὁ Θεός. Ἀμήν.

5.

Λόγος εἰς τὴν Α΄ Κυριακὴν τῶν Νηστειῶν

Ἄγιος Λουκᾶς ὁ ἰατρός (Ἀρχιεπισκόπος Κριμαίας)

 

Τὴν πρώτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία καταπάτησε ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ στερεώθηκε γιὰ πάντα. Γι’ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καλεῖται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Οἱ αἱρέσεις φάνηκαν ἤδη ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ προειδοποιοῦσαν τοὺς συγχρόνους τους, καὶ μαζί τους καὶ ἐμᾶς, γιὰ τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στὴ Β’ Καθολικὴ ἐπιστολὴ γράφει τὸ ἑξῆς: “Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι, ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοὶ ἑξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι’ οὕς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται” (Β’ Πέτ. 2, 1-2).

Ὁ Ἅγιος Παῦλος, ἐπιστρέφοντας στὴν Παλαιστίνη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔκανε στάση στὴν Ἔφεσο. Ἐκεῖ στοὺς χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἔλεγε: “Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου, καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν” (Πράξ. 20, 29-30).

Πολλοὶ τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι καὶ σχισματικοὶ ὑπῆρχαν στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μερικὲς αἱρέσεις τάραζαν τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Εὐτυχοῦς, τοῦ Διοσκόρου, τοῦ Νεστορίου καὶ ἐπίσης ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ αἱρέσεις αὐτὲς προκάλεσαν πολλὲς διαταραχὲς στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν βασάνισαν πολύ. Ὑπῆρχαν πολλοὶ ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἀληθινὴ πίστη στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν ψευδοδιδασκάλων καὶ τῶν αἱρετικῶν.

Ὑπῆρχαν ἐπίσης καὶ πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἱεράρχες οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ὑπέφεραν πολλοὺς διωγμοὺς καὶ πολλὲς φορὲς ἐξορίστηκαν. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ παράδειγμα, σὲ μία σύνοδο ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Διοσκόρου, ἡ ὁποία καλεῖται “ληστρική”, χτυπήθηκε τόσο ἄγρια ποὺ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες πέθανε.

Ἡ τελευταία στὴ σειρὰ τῶν αἱρέσεων, ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ἦταν αὐτὴ ποὺ ἐπέφερε τὰ περισσότερα βάσανα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἡ αἵρεση αὐτὴ ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στὸ θρόνο τὸ 717. Ἀνέβηκε στὸ θρόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ στρατοῦ ὅπου ὑπῆρχαν πολλοὶ ἀντίπαλοι τῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἐπειδὴ ἤθελε νὰ εὐαρεστήσει τὸ στρατὸ, ἄρχισε σκληρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν εἰκονοφίλων. Ὁ διωγμὸς αὐτὸς συνεχίστηκε καὶ στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στὸ θρόνο τὸν Λέοντα. Ἡ κόπρος σημαίνει τὰ κόπρανα. Ὀνομάστηκε Κοπρώνυμος διότι κατὰ τὴν βάπτισή του μόλυνε τὴν κολυμβήθρα. Οἱ δύο αὐτοὶ αὐτοκράτορες γιὰ πολλὰ χρόνια εἶχαν τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους καὶ προκάλεσαν πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία.

Μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, οἱ ὁποῖοι συνέχισαν τὸ ἔργο τῶν προκατόχων τους καὶ βασάνισαν τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ ὁλόκληρα χρόνια.Δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἡ Ἐκκλησία στὰ χρόνια τῆς εἰκονομαχίας καὶ ἰδιαίτερα οἱ μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἀγώνα τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι ἔκλεισαν πολλὰ μοναστήρια, πολλὲς ἐκκλησίες ὅπου ὑπῆρχαν εἰκόνες τὶς ἔκαναν ἀποθῆκες. Τοὺς μοναχούς τοὺς βασάνιζαν ἄγρια: τοὺς ἔβγαζαν μάτια, τοὺς ἔκοβαν μύτες, ἔσπαζαν εἰκόνες πάνω στὸ κεφάλι τους. Τοὺς ἁγιογράφους μὲ τὰ πυρακτωμένα σίδερα τοὺς ἔκαιγαν τὰ δάκτυλα.

Μόνο, τότε, ὅταν στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, σταμάτησε ὁ διωγμὸς ἀλλὰ ὄχι ὁριστικά. Τὸ 787 ἡ Εἰρήνη συγκάλεσε τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία διατύπωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῆς τιμητικῆς προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴ σύνοδο ὑπῆρχαν αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μιχαὴλ καὶ ἄλλοι. Ἡ αἵρεση αὐτὴ συντρίφτηκε ὁριστικὰ μόνο ἐπὶ τῆς θεοσεβέστατης Αὐγούστας Θεοδώρας, ὅταν τὸ 842 συγκλήθηκε ἡ τοπικὴ σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἀναθεμάτισε ὅλους αὐτοὺς ποὺ τολμοῦν νὰ λένε ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων εἶναι εἰδωλολατρία καὶ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ εἶναι εἰδωλολάτρες.

Καὶ ἐδῶ οἱ αἱρετικοί μᾶς λένε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πράγμα. Τολμοῦν νὰ ἀποκαλοῦν τὶς εἰκόνες μας εἴδωλα καὶ ἐμᾶς εἰδωλολάτρες. Καὶ μέχρι ποῦ φτάνει τὸ θράσος τους; Θὰ σᾶς πῶ ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἔγινε πρόσφατα σὲ μία πόλη τῆς Σιβηρίας. Τὴν ὥρα τῆς λειτουργίας δύο βαπτιστὲς μπῆκαν μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ ἄρχισαν ἐκεῖ νὰ φωνάζουν ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι εἶναι εἰδωλολάτρες καὶ οἱ εἰκόνες τους εἴδωλα. Τί ἀνοησία!

Πῶς τολμοῦν αὐτοὶ νὰ ἀνοίγουν τὸ ἀκάθαρτο στόμα τους καὶ νὰ λένε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ στάζουν δηλητήριο, ἀποκαλώντας μας εἰδωλολάτρες καὶ τὶς εἰκόνες μας εἴδωλα; Αὐτὸ δείχνει πὼς δὲν ἔχουν κατανοήσει σωστὰ τὴν δεύτερη ἐντολὴ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου: “οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς” (Ἐξ. 20,4).

Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐντολή; Νομίζω ὅτι τὸ νόημά της εἶναι ξεκάθαρο. Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ ἀπαγορεύει ἀντὶ νὰ προσκυνᾶμε τὸν Ἕνα, Μοναδικὸ καὶ Ἀληθινὸ Θεὸ νὰ κατασκευάζουμε εἴδωλα καὶ νὰ τὰ προσκυνᾶμε. Ὅπως τὸ ἔκαναν οἱ ἀρχαῖοι λαοί: οἱ Ἀσσύριοι, οἱ Βαβυλώνιοι, οἱ Αἰγύπτιοι, οἱ Ἕλληνες, οἱ Ρωμαῖοι καὶ ἄλλοι…Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδωλολατρία.

Ἡ δική μας ὅμως ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων μοιάζει σὲ τίποτα μὲ τὴν εἰδωλολατρία; Ἀσφαλῶς ὄχι. Τὰ εἴδωλα ἀπεικόνιζαν κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει στὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι καρπὸς φαντασίας. Οἱ δικές μας εἰκόνες εἰκονίζουν τὴν πραγματικότητα. Πραγματικά, δὲν ζοῦσε μεταξὺ μας ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τὸν Ὁποῖον δοξάζουμε καὶ τὶς εἰκόνες τοῦ Ὁποίου προσκυνᾶμε; Δὲν ζοῦσε μεταξὺ μας ἡ Παναγία, τὴν ὁποία ζωγράφισε ὁ Ἅγιος ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς; Τὴν εἰκόνα του αὐτὴ τὴν εὐλόγησε ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος, λέγοντας ὅτι ἡ χάρη της θὰ εἶναι πάντα μ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα. Ξέρετε πόσα θαύματα γίνονται ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας.

Καὶ οἱ ἄλλες εἰκόνες, δὲν εἰκονίζονται σ’ αὐτὲς πραγματικὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ποὺ ζοῦσαν ἐδῶ πάνω στὴ γῆ; Οἱ εἰκόνες τους αὐτὲς εἶναι τὰ πορτραῖτα τους καὶ μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶναι εἴδωλα. Μόνο ἀσεβὲς καὶ ἀκάθαρτο στόμα τολμᾶ νὰ λέει ὅτι οἱ εἰκόνες μας εἶναι εἴδωλα καὶ ἐμεῖς εἴμαστε εἰδωλολάτρες. Νὰ σιωπήσουν οἱ ἀσεβεῖς διότι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀπήγγειλε τὸ ἀνάθεμα ἐναντίον τους. Νὰ τὸ ξέρετε, νὰ τὸ θυμᾶστε καὶ νὰ μὴν συναναστρέφεστε μὲ τοὺς αἱρετικούς. Νὰ μὴν ἀπομακρύνεστε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μὴ σχίζετε τὸ χιτώνα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ θυμᾶστε ὅτι ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατική του προσευχὴ παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα Του, λέγοντας: “ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ καγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσει ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας” (Ἰω. 17, 21).

Ὁ Κύριος θέλει ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι βρίσκουν σφάλματα στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπομακρύνονται ἀπ’ αὐτὴν καὶ πιστεύουν ὅτι θὰ βροῦν τὴ σωτηρία στὶς αἱρετικές τους ὀργανώσεις. Ξέρετε ὅμως τί ἔλεγαν οἱ μεγάλοι ἅγιοι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σχίζουν τὸ χίτωνα τοῦ Χριστοῦ; Ὁ Ἅγιος Κυπριανός, ἐπίσκοπος Καρθαγένης, εἶπε ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν ἔχουν κοινωνία μαζί της καὶ μάρτυρες νὰ εἶναι, ἀκόμα καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, δὲν καθαρίζουν τὴν ἁμαρτία τους διότι ἡ βαριὰ αὐτὴ ἁμαρτία τῆς διαίρεσης τῆς Ἐκκλησίας δὲν καθαρίζεται οὔτε μὲ τὸ αἷμα. Καὶ ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος εἶπε ὅτι αὐτὸς ποὺ προκαλεῖ σχίσμα στὴν Ἐκκλησία δὲ θὰ κληρονομήσει τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.Ὅλοι οἱ αἱρετικοί, ὅμως, εἶναι κήρυκες τοῦ σχίσματος.

Ἐνῶ ὁ ἀπόστολος λέει: “Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, σκοπεῖν τοὺς τὰς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα παρὰ τὴν διδαχὴν ἥν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας, καὶ ἐκκλίνατε ἀπ’ αὐτῶν” (Ρωμ. 16, 17). Καὶ στὴν ἄλλη ἐπιστολὴ του λέει τὸ ἑξῆς: “εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω” (Γαλ. 1, 9). Καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ εὐαγγελίζουν ὄχι αὐτὸ ποὺ εὐαγγελίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ὁποία μᾶς γέννησε πνευματικά.

Θυμηθεῖτε καὶ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε στοὺς ἀποστόλους καὶ μέσω αὐτῶν σὲ μᾶς τοὺς διαδόχους τους: “Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με” (Λκ. 10, 16). Τρομερὰ εἶναι αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Νὰ τὰ θυμᾶστε πάντοτε.

Νὰ μὴν ξεχνᾶτε καὶ αὐτὴν τὴν ἡμέρα, τὴν ἡμέρα τοῦ θριάμβου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἡ πίστη αὐτὴ διατυπώθηκε ὁριστικὰ στὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἡ ὁποία στερέωσε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ καταπάτησε ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα. Πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Γιατί; Οἱ λόγοι εἶναι πολιτικοί. Δὲν ὑπῆρχε δυνατότητα νὰ συγκληθοῦν. Ἀλλὰ νὰ μὴν λυπόμαστε ποὺ δὲν ἔγιναν ἄλλες καὶ δὲν γίνονται σήμερα οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι. Αὐτὲς οἱ ἑπτὰ ποὺ ἔχουμε, τακτοποίησαν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἔλυσαν ὅλα τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε ἡ Ἐκκλησία μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ στερέωσαν τὴν ὀρθόδοξη πίστη.

Θὰ πεῖτε πὼς σήμερα ἔχουμε πολλὲς καινούριες αἱρέσεις καὶ σχίσματα. Ναί, ἔχετε δίκαιο. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε πὼς οἱ καινούριες αὐτὲς αἱρέσεις δὲν λένε τίποτε καινούριο ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνουν αὐτὰ ποὺ ἤδη ἔχουν πεῖ οἱ παλαιοὶ αἱρετικοί. Καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ αἱρέσεις ἀναθεματίστηκαν ἀπὸ τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἀρκοῦν οἱ ἀποφάσεις τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἰδιαίτερα τῆς Ἑβδόμης. Γι’ αὐτὸ καὶ χαιρόμαστε καὶ πανηγυρίζουμε σήμερα τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν ὁποία ἐξέφρασε καὶ στερέωσε ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁρίστηκε αὐτὴ τὴν ἡμέρα νὰ ψάλλεται δοξολογία ὡς εὐχαριστία στὸ Θεὸ γιὰ τὴν στερέωση τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ αὐτὴ τὴν δοξολογία θὰ ψάλλουμε τώρα.

6.

Κυριακὴ τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κάθε βδομάδα, σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή, ἔχουμε ἤδη δεῖ τὶς παραβολὲς στὶς ὁποῖες ἡ κατάστασή μας φαίνεται τόσο ξεκάθαρα, μὲ τέτοια σαφήνεια, τόσο καυστικὰ ἀπεικονισμένη, καὶ ταυτόχρονα μὲ τόσο αὐστηρὲς προοειδοποιήσεις, ποὺ δὲν ὑπάρχει μέση ὁδός, ἀνάμεσα στὴν ὁδὸ τῆς ζωῆς καὶ στὴν ὁδὸ τοῦ θανάτου, ὅτι μπορεῖ νὰ ζοῦμε στὴ γῆ στὸ λυκόφως τοῦ ἀσυνείδητου, ἀλλὰ θὰ ἔρθει κάποια στιγμὴ ποὺ τὸ φῶς θὰ λάμψει μπρός μας καὶ θὰ γίνει ξεκάθαρο ἂν ἐμεῖς εἴμασταν παιδιὰ τοῦ φωτὸς ἢ αἰχμάλωτοι τοῦ σκότους. Καὶ κορυφαῖο σημεῖο σ’ αὐτὴ τὴν διαδικασία εἶναι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Κανόνα τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέα Κρήτης στὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ μετάνοια τόσο δυνατὰ ἀπεικονίζονται.

Ἀλλὰ τώρα μπαίνουμε σὲ μία καινούργια φάση τῆς προετοιμασίας γιὰ τὸ Πάσχα, μπαίνουμε στὴν Σαρακοστὴ ποὺ εἶναι μιὰ παλιὰ λέξη ποὺ σημαίνει «ἄνοιξη», ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς· μία περίοδος ὅπου δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ζοῦμε στὸ ἡμίφως ποὺ ἔχει ἀκόμα δύναμη πάνω μας, ἀλλὰ μὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, τὸ φῶς ποὺ διαλύει τὸ σκοτάδι, τὸ φῶς ποὺ κάνει ὅλα ν’ ἀστράφτουν, νὰ εἶναι τὰ ἴδια φῶς σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του Χριστοῦ.

Σήμερα θυμόμαστε τὸν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία ὁμολόγησε στὴν τελευταία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὸν 9ο αἰώνα, καὶ διεκήρυξε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶναι οὐσιώδη γιὰ τὴν Χριστιανικὴ πίστη. Κι αὐτὰ ποὺ διακηρύχθηκαν ἦταν ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀπόλυτη, ἀδιάσειστη ἐλπίδα, γιατί αὐτὸ ποὺ διακηρύχθηκε ἦταν ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος· ὁ Θεὸς ἐπέλεξε, σὲ μία πράξη ἀγάπης γιά μᾶς, ἀλληλεγγύης πρὸς ἐμᾶς, παρότι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, παρότι πεπτωκότες, παρότι ἀμαυρωμένοι, διάλεξε τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος σὰν μέσο γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐθύνη, ναὶ τὴν εὐθύνη! Μὲ τὴν κίνηση τῆς δημιουργίας ποὺ συντελέστηκε χωρὶς τὴν δική Του κάθοδο, καὶ τὴν ἐλευθερία, μᾶς ἔδωσε τὴν ἀπόλυτη προϋπόθεση νὰ μποροῦμε ν’ ἀγαπήσουμε καὶ νὰ ἐπιλέξουμε τὴν ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ τὴν ..τρομακτικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν πτώση μας.

Σήμερα διαβάσαμε στὸ Εὐαγγέλιο, στὸ ὁποῖο ὁ Ἅγ Ἰωάννης διακηρύσσει, μὲ τὰ λόγια τοῦ Ναθαναήλ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Σωτήρας ποὺ ἦλθε, ὁ Θεὸς σὰν τὸ μέσο μας, κι ὅλα εἶναι δυνατά, ἂν μόνο ἂν πιστεύουμε.

Διαβάσαμε ἢ ἀκούσαμε σήμερα στὴν Ἐπιστολὴ πὼς πρὶν ἀπὸ μᾶς χιλιάδες ἄνθρωποι πίστεψαν στὸ ἀπίστευτο: ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀγαπᾶ μ’ ἕνα τέτοιο τρόπο, ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ ν’ ἀγαπᾶ τὸν καθένα κι ὅλους μας μὲ τὴν Ζωή Του καὶ τὸν Θάνατό Του, ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀγαπᾶ ὅσο ἀνάξιοι ἀγάπης κι ἂν νοιώθουμε καὶ μοιάζουμε στοὺς ἄλλους. Κληθήκαμε νὰ πιστέψουμε τὸ ἀπίστευτο, νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει μιὰ καρδιὰ βαθειὰ καὶ πλατειὰ ἀρκετὰ ὥστε νὰ μᾶς χωράει, ἂν τὸ προτιμᾶτε, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι θυσιαστική· ὅτι Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὴν κατάστασή μας, περιλαμβάνοντας καὶ τὸν φόβο τοῦ νά ’χουμε χάσει τὸν Θεό: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μὲ ἐγκατέλειπες;…» ἀλλὰ Ἐκεῖνος προετοίμαζε μέρα τὴν μέρα γιὰ νὰ μᾶς ζητήσει, νὰ μᾶς πάρει στοὺς ὤμους Του ὅπως παίρνει ὁ βοσκὸς τὸ χαμένο πρόβατο, ἢ ἂν χρειαστεῖ νὰ μᾶς πάρει στοὺς ὤμους μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν Μ. Ἑβδομάδα πῆρε τὸν Σταυρό Του, ἔπεσε κάτω ἀπ’ τὸ βάρος του, καὶ σταυρώθηκε πάνω του, καὶ ἐπειδὴ μᾶς χαρίζει τὸν ἑαυτό Του, δωρεάν, μπορεῖ νὰ βρεῖ τὴν δύναμη νὰ μᾶς συγχωρεῖ: «..Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι ..»

Καὶ τώρα προσβλέπουμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα, βῆμα-βῆμα· ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Μ.Ἑβδομάδα δὲν εἶναι μία περίοδος φόβου: ξέρουμε ὅτι αὐτὴ ἡ Μ. Ἑβδομάδα θὰ σκορπιστεῖ ἀπὸ τὴν δόξα τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, ὅτι ἡ Μ. Ἑβδομάδα εἶναι ἡ βδομάδα ποὺ ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι, ὅλοι μας κι ὁ καθένας ἀτομικά, μὲ τὴν Θεία ἀγάπη, τὸ βάθος τῆς Θείας ἀγάπης, μιᾶς προσωπικῆς ἀγάπης, μιᾶς ἀγάπης ποὺ ἀπευθύνεται στὸν καθένα ἀπό μᾶς.

Καὶ θὰ δοῦμε στὴν διάρκεια αὐτῶν τῶν ἑβδομάδων 2 πράγματα: σήμερα, αὐτὸς ὁ Θεὸς ἔχει ἔρθει σὰν μέσο δικό μας, Ἐκεῖνος, τὸ Φῶς, εἶναι στὸ μέσο τοῦ λυκόφωτος τῆς ἱστορίας, ἢ στὸ σκοτάδι τῆς πιὸ σκοτεινῆς ψυχῆς καὶ τῆς ἀπαίσιας καὶ σκοτεινῆς κατάστασης!

Ἂν αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, τότε ὅλα εἶναι δυνατά! Τότε λοιπὸν μποροῦμε νὰ πιστεύουμε τὸ ἀπίστευτο! Κι ἀκόμα περισσότερο: μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε βδομάδα τὴν βδομάδα ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει. Τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα, τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, θ’ ἀκούσουμε νὰ διακηρύσσεται ἀπὸ κεῖνον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο μᾶς ἀγαπᾶ ὅπως εἴμαστε, ἀπ ἔξω, ὄχι, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴν Χάρη Του ποὺ μᾶς διαποτίζει σὰν φωτιά, κάνοντάς μας σταδιακά, ἂν τὸ δεχτοῦμε, νὰ γίνουμε σὰν τὴν Καιομένη Βάτο στὴν ἔρημο ποὺ καιγόταν χωρὶς νὰ καταναλώνεται, διότι ὁ Θεὸς δὲν δαπανᾶται, δὲν καταστρέφει, ἐκτὸς ἂν στραφοῦμε ἐναντίον Του. Ναὶ εἶναι ἡ φωτιὰ ποὺ κατακαίει, ἐκτὸς καὶ μέχρι νὰ Τὸν ἀποδεχτοῦμε. Ἀλλὰ ἐκεῖνος μᾶς ἀποδέχεται, μᾶς κάνει συμμέτοχους τῆς Θείας Φύσης Του, μᾶς γεμίζει μὲ τὴν ζωή Του, Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωὴ μέσα μας, κι ἐμεῖς εἴμαστε Ἐκεῖνος.

Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο μηνύματα ποὺ προκύπτουν τώρα· κι ἀκόμα θὰ δοῦμε ὅτι ὁ Ἅγ, Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς διδάσκει πῶς νὰ κινηθοῦμε πρὸς τὸν Θεό, πῶς νὰ ξεπεράσουμε τὸ μισόφωτο ἢ τὸ σκοτάδι ποὺ βρίσκεται μέσα μας. Καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα, ἀπ’ τὴν κραυγὴ τῆς ψυχῆς, ἀπὸ τὴν πείνα γιὰ ζωὴ καὶ φῶς, στὸ πρόσωπο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας κι ἄλλων ἁμαρτωλῶν ποὺ δέχτηκαν τὸν Χριστὸ καὶ μεταστράφηκαν, μεταμορφώθηκαν, σώθηκαν.

Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ βῆμα-βῆμα νὰ φθάσουμε στὴ Μ. Ἑβδομάδα, μία βδομάδα τόσο ἱερὴ ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐκφραστεῖ ὄχι μὲ λέξεις, ὄχι μὲ εὐχές, ὄχι μὲ τρυφερότητα, ἀλλὰ μὲ τὴν μορφὴ τοῦ τιμήματος τῆς ἀγάπης τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, τὸ τίμημα νὰ ἔχει γίνει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ἐπειδὴ ἔχουμε φύγει μακριά Του.

Πῶς μποροῦμε ν’ ἀπαντήσουμε σ’ αὐτό; Ποιὸ εἶναι τὸ μήνυμα αὐτῆς τῆς περιόδου; Τὴν περίοδο στὴν ὁποία ἀναφέρθηκα, θα ’ρθουμε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κακία μέσα μας, θὰ ἔχουμε τὴν πρόκληση νὰ δεχτοῦμε: αὐτὸ εἶσαι! Κι αὐτὸ εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ συμβεῖ. Ἀλλὰ τώρα θὰ ἔρθουμε ἀντιμέτωποι καὶ μὲ τὴν ἀνέκφραστη ὀμορφιὰ καὶ ἐλπίδα: πῶς θ ἀπαντήσουμε σ’ αὐτό;

Μ’ εὐγνωμοσύνη! Εὐγνωμοσύνη εἶναι ὁ ἑπόμενος σταθμός· εὐγνωμοσύνη εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς φέρνει σ’ ὅλη τὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας: εὐγνωμοσύνη, κι ἕνα αἴσθημα κατάπληξης: πῶς μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ὅπως Ἐκεῖνος εἶναι; Πῶς μπορεῖ νὰ μ’ ἀγαπᾶ, ἐνῶ ξέρω αὐτὸ ποὺ εἶμαι, καὶ παρότι, φρίκη(!) μὲ ξέρουν κι οἱ ἄλλοι!

Ἂν τὸ κατανοήσουμε, μετὰ ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ μποροῦμε νὰ δώσουμε στὸν Θεὸ εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη. Κι ἐκφράζουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας, λέγοντας «Κύριε, παρότι εἶμαι ἀδύναμος, παρότι ἀτελής, ἁμαρτωλός, ἀνάξιος, μ’ ὅλο τὸ βάθος τῆς εὐγνωμοσύνης μου γιὰ ὅ,τι Εἶσαι κι ὅ,τι ἔκανες γιὰ μένα, θα ’θελα νὰ κάνω κι ἐγὼ μ’ ὅλη μου τὴν δύναμη-ποὺ ὡστόσο ἀσθενικὴ κι ἀδύναμη- θα ’θελα νὰ κάνω τὰ πάντα γιὰ νὰ δείξω ὅτι ἔχω κατανοήσει τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης, τὸ μήνυμα τοῦ Σταυροῦ, τὸ μήνυμα τοῦ ἐλέους, ὅτι ἔχω καταλάβει μ’ ὅλο μου τὸ εἶναι καὶ θέλω νὰ τὸ ἀποδείξω ζώντας μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ ν’ ἀποδεικνύει τὸ τί κατάλαβα, νὰ ζήσω μ’ ἕνα τρόπο ποὺ νά ’ναι χαρὰ γιὰ Σένα, χαρὰ τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἕνωση μὲ τὸν Θεό!

Ὦ Θεέ μου! Ἂς σκεφτοῦμε τί κάνουμε γι’ αὐτό! Ἂς μποῦμε σ’ αὐτές τὶς βδομάδες τῆς Σαρακοστῆς πραγματικὰ σὰν κάποιος ποὺ ζεῖ μία ἄνοιξη! Ἂς μποῦμε στὴν φρεσκάδα τῆς ζωῆς καὶ κατὰ τὴν διάρκεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἑβδομάδων, μ’ εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό, δίνοντάς Του χαρά. Καὶ κατόπιν θα ’μαστε σὲ θέση νὰ δοῦμε τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὄχι μὲ τὸν ἀπόλυτο τρόμο γιὰ καταδίκη, ἑνὸς ἀχάριστου, ἑνὸς δολοφόνου τοῦ Χριστοῦ, ὄχι: σὰν μία Βδομάδα ποὺ εἶναι πλήρης καὶ τέλεια ἀποκάλυψη μιᾶς ἀγάπης ποὺ κατανοήσαμε, ἀποδεχτήκαμε, καὶ βάλαμε μέσα μας ὅσο ἑξαρτιόταν ἀπό μᾶς.

Ὦ, ἂς μαζέψουμε ὅλη μας τὴν δύναμη, κι ὅταν ἡ δύναμή μας δὲν εἶναι ἀρκετή, ἂς θυμηθοῦμε τὴν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ: «ἡ γὰρ δύναμίς μου, ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται,…». ὅλα εἶναι δυνατὰ σὲ μένα…ὅπως τὸ ἔθεσε ὁ Παῦλος, «…εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ μὲ στηρίζει…» Καὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «…τὰ ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις, δυνατά ἐστι τῷ Θεῷ..». Ἂς παραδοθοῦμε στὸν Θεὸ γιὰ νὰ Τοῦ δώσουμε χαρά! Κι ὅσα θὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ, θὰ εἶναι καλά.

Ἀμήν.

7.

Κυριακή της Ορθοδοξίας ( Α΄Νηστειών)

  1. Ἡ Ἐκκλησία «πολεμουμένη νικ»!

Πανηγυρικὴ καὶ λαμπρὴ ἡ σημερινὴ ἡμέρα, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζουμε τὸ ἐκπληκτικὸ θαῦμα τῆς πίστεως, τὸν θρίαμβο γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς ἀλήθειας τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῆς πλάνης τῶν αἱρέσεων.

 

2.000 χρόνια τώρα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «πολεμουμένη νικᾷ» (ἱερὸς Χρυσόστο­μος)! Καταδιώκεται, ἀλλὰ δὲν σταματᾶ νὰ ἐξαπλώνεται‧ σπιλώνεται, ἀλλὰ διατηρεῖ καθαρὴ καὶ ἀνόθευτη τὴν ἀλήθεια‧ φυλακίζεται, καὶ μένει πάντα ἐλεύθερη‧ φαίνεται ὅτι πεθαίνει, ἀλλὰ ἀνασταίνεται. Διω­γμοὶ καὶ μαρτύρια, αἱρέσεις καὶ συκοφαντικὲς ἐ­­­πιθέσεις, κύματα ἀθεΐας καὶ πολεμικῆς τοῦ διαβόλου δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ ἀκυρώσουν τὸν σωστικὸ λόγο καὶ τὴν ἁγιαστικὴ δύναμή της. Κι ἐπαληθεύεται ἔτσι ὁ προφητικὸς λόγος τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. ις΄ 18)· δηλαδή, ὁ θάνατος καὶ οἱ ὀργανωμένες δυνάμεις τοῦ κακοῦ ποτὲ δὲν θὰ κατανικήσουν τὴν Ἐκκλησία!

Ἂς δοξάζουμε λοιπὸν τὸν παντοδύναμο Κύριο, διότι μᾶς ἀξίωσε νὰ γίνουμε μέλη τῆς ἁγίας Του Ἐκκλησίας, κι ἂς ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ διατηρήσουμε ἀκέραιο τὸ θησαυρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἱεράρχες, τοὺς Μάρ­­­τυρες καὶ τοὺς Ἀσκητὲς καὶ ὅλους τοὺς Ἁγίους, ποὺ ἔζησαν ὡς πιστοὶ καὶ ἀφοσιωμένοι μαθητὲς Ἐκείνου.

  1. Τὸ χρέος τῆς ἱεραποστολῆς

Ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁμολογοῦμε στὸ «Πιστεύω» μὲ τὴ λέξη «Ἀποστολική». Ἡ Ὀρ­θόδοξη Ἐκκλησία διατηρεῖ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ συνεχίζει τὸ ἔργο τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο κατὰ τὴν ἐπίσημη αὐτὴ ἡμέρα μᾶς με­ταφέρει στὴν κλήση τῶν πρώτων μαθη­τῶν τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶχε ἤδη ἀπευθύνει στὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν Ἰωάννη τὴν πρόσκληση νὰ Τὸν ­ἀκολουθήσουν, κι ἔπειτα στὸν Πέτρο, ποὺ ὁδηγήθηκε στὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, τὸν Ἀνδρέα. Τώρα ὁ Κύριος καλεῖ τὸν Φίλιππο. Κι ἐ­­­κεῖνος τρέχει ἀμέσως νὰ βρεῖ τὸν φίλο του τὸν Ναθαναὴλ καὶ νὰ τοῦ ἀναγγείλει τὴν εὐχάριστη εἴδηση: «Ὃν ἔγραψε Μωϋ­σῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, ­εὑρήκαμεν, Ἰη­­­­σοῦν»· Αὐ­τὸν γιὰ τὸν Ὁποῖο ἔγραψε ὁ Μωυσῆς στὸ Νόμο καὶ προφήτευσαν οἱ προφῆτες, Τὸν βρήκαμε! Εἶναι ὁ Ἰησοῦς!

Ἡ αὐθόρμητη αὐτὴ κίνηση τοῦ Φιλίππου φανερώνει τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν πλησίον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ οὐσιῶδες γνώρισμα καὶ κάθε συνειδητοῦ χριστιανοῦ. «Οὐδὲν ψυχρότερον χριστιανοῦ ἑτέρους μὴ σώζοντος», σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (PG 60, 162). Τίποτε πιὸ ψυχρὸ δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸν χριστιανὸ ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἄλλων.

Ἀποτελεῖ χρέος ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας νὰ τοὺς διαφωτίζουμε σχετικὰ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή. Νὰ τοὺς συστήσουμε ἕνα κατάλληλο βιβλίο ἢ περιοδικό, κάποια ὁμιλία πνευματικοῦ καταρτισμοῦ· νὰ τοὺς βοηθήσουμε γιὰ τὴ συνειδητὴ συμμετοχή τους στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας‧ νὰ τοὺς ὑποδείξουμε μὲ διάκριση ποιὸ εἶναι τὸ ὀρθὸ σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ τοὺς διδάσκουμε μὲ τὸ παράδει­γμά μας, τὸ ὁποῖο, ἂν εἶναι σωστό, ἀποτελεῖ τὴν πιὸ πειστικὴ ἀπόδειξη ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ἐφαρμόζεται καὶ σήμερα, καὶ φωτί­ζει, εἰρηνεύει καὶ ἁγιάζει τὴν ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου.

  1. Προσωπικὴ ἐμπειρία πίστεως

Βέβαια ἡ ὀρθόδοξη πίστη δὲν κατακτᾶται ὡς θεωρητικὴ γνώση, οὔτε ἐξαντλεῖται στὴ διδασκαλία κάποιων δογμάτων. Στὴν οὐσία ἀποτελεῖ προσωπικὴ ἐμπειρία καὶ βίωμα ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Φίλιππος πρότεινε στὸν φίλο του τὸν Ναθαναὴλ νὰ ἔρθει ὁ ἴδιος καὶ νὰ γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Χριστό. «Ἔρχου καὶ ἴδε»! τοῦ εἶπε. Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ πλησιάσουμε μόνοι μας νὰ γευθοῦμε, νὰ καταλάβουμε τί πιστεύουμε, τί εἶναι ἡ χριστιανικὴ ζωή, τί μεγαλεῖα ζοῦμε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν πίστη μας, ποὺ εἶναι ἀληθινὴ καὶ ὁλοζώντανη. Νὰ τὴ χαροῦμε καὶ νὰ τὴν ἀπολαύσουμε! Τί μπορεῖς νὰ καταλάβεις, ἂν σοῦ μιλᾶνε μόνο γιὰ τὴ γλυκύτητα ποὺ ἔχει τὸ μέλι, κι ἐσὺ δὲν τὸ ἔχεις γευθεῖ οὔτε μία φορά;… Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι θησαυρός. Ἡ λατρεία μας, πλοῦτος ἀνεξ­άν­τλητος. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι χαρὰ καὶ ἀπόλαυση. Ὅλα αὐτὰ ὅμως μποροῦ­με νὰ τὰ νιώσουμε, μόνο ἂν τὰ γευθοῦμε προσω­πικά.

Μέσα στὸν ἀλλοπρόσαλλο κόσμο ποὺ ζοῦμε, σὲ καιροὺς πρωτοφανοῦς συγχύσεως καὶ συμβιβασμῶν, σήμερα, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, προβάλλει ἐπιτακτικὸ τὸ χρέος μας: νὰ βιώσουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ παράδοση ὡς τὴ μοναδικὴ ὁδὸ σωτηρίας καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ τὴν διατηρήσουμε γνήσια καὶ ἀνόθευτη. Ἔτσι τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ μεταλαμπα­δεύεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ καὶ θὰ ἀκτι­νοβολεῖ σ’ ὅλο τὸν κόσμο· «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ

8.

Ευλογημένη Ορθοδοξία!

Μετά άπό πολλή καθυστέρηση, έξαιτίας ορισμένων είκονομάχων αύτοκρατόρων, καί ένώ άποφάσισε ή έβδομη Οικουμενική Σύνοδος τό 787 την άναστήλωση τών ίερών εικόνων, τελικώς χάρη στή νέα αύτοκράτειρα άγία Θεοδώρα ή άπόφαση τής Συνόδου έφαρμόστηκε τήν πρώτη Κυριακή τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής τοΰ έτους 843. Καί πλέον έπικράτησε ή άλήθεια, καί οί ιερές εικόνες έπέστρεψαν πανηγυρικά στις θέσεις τους. Τήν έπιστροφή τών εικόνων, γιά την όποία πολλοί πιστοί έχυσαν καί τό αίμα τους, τήν έκφράζει θαυμάσια ένα δίστιχο τής ’Εκκλησίας:

 

«Τάς ού πρεπόντως έξορίστους Εικόνας, χαίρω πρεπόντως προσκυνουμένας βλέπων».

Ή εύφρόσυνη αύτή ήμέρα τής νίκης της ’Εκκλησίας μέ τήν έπικράτηση τής σημασίας των ιερών εικόνων γιά τή Λατρεία καί γιά τή ζωή γενικά των πιστών φέρνει συγχρόνως στή μνήμη καί όλες τις άλλες νίκες τής ’Εκκλησίας μέσα στήν ιστορία.

Πώς δηλαδή νίκησε τόν θεομάχο Άρειο πού ύποτιμοΰσε τόν Θεάνθρωπο Κύριο. Πώς νίκησε τόν άγιοπνευματομάχο Μακεδόνιο πού ύποτιμοΰσε τό Άγιο Πνεϋμα. Πώς κατατρόπωσε στή συνέχεια τόν Νεστόριο πού χώριζε τόν Χριστό μας στα δύο καί ύποτιμούσε τήν Ύπεραγία Θεοτόκο, καί βέβαια πώς νίκησε όλους τους ύπόλοιπους αιρετικούς διά μέσου των αιώνων.

Αιρετικοί ώστόσο δέν έπαυσαν να ύπάρχουν καί στις μέρες μας. Κινούνται έλεύθερα στή δημοκρατική χώρα μας καί ένσπείρουν ζιζάνια μέ σκοπό νά παρασύρουν στήν πλάνη του όσους είναι άστήρικτοι στήν πίστη, όσους δέν γνωρίζουν βασικές άλήθειες της Πίστεώς μας καί είναι εύκολο νά έξαπατηθοΰν άπό τούς έπιτήδειους αιρετικούς.

Δέν επιτρέπεται όμως στήν έποχή πού ζούμε, μέ τόσα ’Ορθόδοξα βιβλία πού κυκλοφορούν καί τόσες δυνατότητες πού έχουμε, νά μή γνωρίζουμε λόγου χάριν τί είναι ό Παπισμός- ότι είναι ένα κράτος, τό λεγόμενο Βατικανό στήν Ιταλία, μέ κυβερνήτη τόν Πάπα πού θεωρεί τόν έαυτό του άλάθητο καί άπαιτεΐ νά τόν θεωρούν άλάθητο καί όλοι οί παπικοί. Τό Βατικανό έχει πρεσβείες σ’ όλο τόν κόσμο, δική του Τράπεζα, δημοσιογραφική οργάνωση τέλεια κ.λπ.

Τί νά πούμε καί γιά τό τί έπικρατεί στον Προτεσταντισμό; Αγνοούν τελείως τους ιερούς Κανόνες πού καθόρισαν συνοδικώς οί άγιοι Πατέρες τής ’Εκκλησίας μας γιά νά ρυθμίζουν τή ζωή των πιστών. Δεν τιμούν κανέναν ‘Άγιο.

Όσο γιά τούς Αγγλικανούς όλοι γνωρίζουν ότι άρχηγός τής λεγάμενης Άγγλικανικής’Εκκλησίας είναι ή βασίλισσα, ή άναλόγως ό βασιλιάς. Ή λεγομένη ’Εκκλησία των Αγγλικανών έχει καί γυναίκες ιερείς καί άρχιερείς πού μπορούν νά είναι και ομοφυλόφιλοι.

Ποιός δέν γνωρίζει έπίσης καί τους Μάρτυρες τού ’Ιεχωβά ή Χιλιαστές, πού στήνονται στά σταυροδρόμια καί τις λαϊκές άγορές διαδίδοντας τά έντυπά τους; Έδρα τους τό Μπρούκλιν τής Αμερικής.

Διδάσκουν ότι θά έλθει πάλι ό Χριστός καί θά ιδρύσει χιλιετή βασιλεία στή γη. Γιά τήν κατάσταση πού έπικρατεί στην Εύρώπη ό άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, πνευματικός πατήρ τού άγιου ’Ιουστίνου Πόποβιτς, έγραφε: ≪Ή σημερινή Εύρώπη δέν είναι πλέον ούτε παπική ούτε λουθηρανική. Είναι όλοτελώς έπίγειος, χωρίς έστω καί τόν πόθον νά άνεβαίνη εις τον ούρανόν… ’Επιθυμεί νά παραμείνη έδώ… Δέν αισθάνεται τήν ούράνιον εύωδίαν… Διά τήν Θεοτόκον δέν θέλει νά άκούση. ‘Η άκολασία τήν στερεώνει είς τό μίσος κατά τής παρθενίας≫ (Άρχιμ. ’Ιουστίνου Πόποβιτς, ≪’Ορθόδοξος ’Εκκλησία καί Οίκουμενισμός≫, έκδ. ≪Όρθ. Κυψέλη≫, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 241).

Μπορούν άραγε νά θεωρούνται Χριστιανοί όλοι αύτοί; Τόν άληθινό Χριστιανισμό τόν διασώζει σήμερα μόνο ή ’Ορθοδοξία.

Ώ εύλογημένη ’Ορθοδοξία! Μέσα στή σύγχυση τού σύγχρονου κόσμου διαφυλάσσεις ώς κόρην οφθαλμού ανεπηρέαστη τήν Πίστη, όπως τήν κήρυξαν οί άγιοι Απόστολοι, πού τήν παρέλαβαν άπό τόν Θεάνθρωπο καί τή δίδαξαν οί ιεροί Πατέρες.

Ώ εύλογημένη άγία ’Ορθοδοξία! Γεμάτη μέ τά ιερά Λείψανα τών θαυματουργών Αγίων, πού θεραπεύουν άρρώστους και έκδιώκουν δαιμόνια. Γεμάτη μέ μυροβλύζουσες ιερές εικόνες, πού φυλάσσονται σε ιερές Μονές καί Προσκυνήματα καί σαν μαγνήτες έλκύουν πλήθη πιστών. Μέ τις ιερές σου Ακολουθίες, τις Παρακλήσεις, τούς Εσπερινούς καί προπάντων τις θείες Λειτουργίες, πού τις τελούν στά Μοναστήρια έξαγιασμένοι ιερομόναχοι καί στις ένορίες εύλαβικοί κληρικοί. Ειρηνεύεις τις ψυχές μας καί μάς ύψώνεις στά ούράνια. Μέ τά ιερά σου Μυστήρια – τό Βάπτισμα, τό Χρίσμα, τόν Γάμο, τήν ’Εξομολόγηση, τό Εύχέλαιο καί τή θεία Μετάληψη – γλυκαίνεις τήν καρδιά μας ένώνοντάς μας με τόν θεό.

Άς είναι φτωχή καί ταπεινή ή εύλογημένη ’Ορθοδοξία μας. Έχει άλλον πλούτο πού δέν συγκρίνεται μέ τά έξωτερικά μεγαλεία. Πλούτο πού ούτε κάν τόν φαντάζονται οί Εύρωπαίοι. Πλούτο ψυχικό. Και πλουτίζει μ’ αύτό τόν πλούτο καί όσους καταφεύγουν ταπεινά κοντά της άναζητώντας είλικρινά τήν άλήθεια. Διότι είναι ή Πηγή τής Αλήθειας, τής Χάριτος καί της σωτηρίας. Μόνη αύτή διατήρησε καί διδάσκει άνόθευτη τή διδαχή πού μάς έφερε άπό τούς ούρανούς ό Υιός τού θεού. Καί μόνη αύτή, ή εύλογημένη ’Ορθοδοξία, είναι ή άσφαλής όδός πού οδηγεί στον Παράδεισο.

 

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

9.

Ποιμαντορική Εγκύκλιος για την Κυριακή της Ορθοδοξίας Μητροπολίτου Αιτωλίας Κοσμά

Εν Ιερά Πόλει Μεσολογγίου τη 13η Φεβρουαρίου 2018

Αριθ. Πρωτ.: 135

Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η  Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ

( ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 103)

Η πρώτη Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αγαπητοί πατέρες και αδελφοί, είναι αφιερωμένη στο μεγαλείο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η Ορθοδοξία εκφράζει το μεγαλείο της πίστεώς μας.

Έτσι, η σημερινή ημέρα και εορτή διαλαλεί σε όλο τον κόσμο την λαμπρότητα, την δύναμι και την αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όλοι μας γνωρίζουμε και πρέπει να γνωρίζουμε ποιά είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.

Με την παρούσα εγκύκλιό μας θα επισημάνουμε, θα υπενθυμίσουμε και θα υπογραμμίσουμε τρεις μεγάλες αλήθειες τις οποίες ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, οφείλουμε να στερεώσουμε στο νου, στην καρδιά και στη ζωή μας.

 

Α)  Μόνο η Ορθόδοξος Εκκλησία μας κατέχει, διατηρεί, ομολογεί και διδάσκει ακεραία και ανόθευτη την αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Την Αλήθεια την οποία από άκρα συγκατάβασι και αγάπη απεκάλυψε ο Τριαδικός Θεός μας στον κόσμο και την εκήρυξε ο Μονογενής Υιός του Πατρός, ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός.  Μόνο η Ορθόδοξος Εκκλησία κηρύσσει αυτούσιο και απαραχάρακτο το ιερό Ευαγγέλιο, όπως το παρέδωσε ο Σαρκωθείς Θεός μας.

Δεν τα λέμε αυτά, αγαπητοί, επειδή είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τα λέμε, γιατί αυτή είναι η ιστορική αλήθεια. Η άπαξ παραδοθείσα πίστις διατηρήθηκε ακεραία και ανόθευτη μόνο μέσα στην Ορθόδοξο Εκκλησία.

Η αγία Παράδοσι της Εκκλησίας μας, με τον λόγο και την αγία ζωή των Αποστόλων, των Πατέρων, των Οσίων, των μαρτύρων, των ομολογητών, των νεομαρτύρων δεν επέτρεψε να μολυνθή η αδαμαντίνη Πίστις μας. Έστω και αν χύθηκαν ποταμοί αιμάτων των αγίων μας. Για παράδειγμα, ο,τι πίστευε ο άγιος Ιγνάτιος, ο άγιος Πολύκαρπος, ο άγιος Αθανάσιος, ο άγιος Βασίλειος, ο άγιος Φώτιος, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και όλοι οι Πατέρες, το ιδιο ακριβώς πιστεύουμε και σήμερα.

Να το στερεώσουμε μέσα μας, αγαπητοί: Ο,τι διδάσκει, ο,τι πιστεύει, ο,τι λατρεύει, ο,τι προσφέρει σε εμάς με τα άγια δόγματα, με τα άγια μυστήρια η Εκκλησία, σε ο,τι μας καλεί να υπακούουμε και να ζούμε για να ενωθούμε αξίως με τον Χριστό μας, αυτό και μόνον είναι η γνησία Αλήθεια του Τριαδικού μας Θεού.

Β)  Όλα αυτά που αναφέρουμε,  μας γνωρίζουν και  μας βεβαιώνουν ότι η σωτηρία μας, μόνον δια της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι κατορθωτή.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει προς τον Απόστολο Τιμόθεο τα εξής: «το Πανάγιον Πνεύμα λέει ξεκάθαρα ότι στους εσχάτους καιρούς θα αποστατήσουνε μερικοί από την πίστι και θα προσκολληθούν σε πνεύματα παραπλανητικά και σε διδασκαλίες δαιμονικές» (Α’ Τιμ. δ , 1).

Αυτό γίνεται και σήμερα. Άνθρωποι θολωμένοι από υπερηφάνεια, από εγωισμό, από φρόνημα κοσμικό και υποκρισία, αποστρέφονται την Αλήθεια, απαρνούνται και προδίδουν την Ορθοδοξία, ποδοπατούν την πατρώα ευσέβεια και προχωρούν αναίσθητοι στην πλάνη, την κακοδοξία και την αίρεσι.

Μερικοί κάνουν σημαία την αγαπολογία και περιφρονούν την αδαμάντινη πατερική αλήθεια. Λησμονούν ότι μόνον εν αληθεία υπάρχει αγάπη. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος ομολογεί: «Αρχή ζωής πίστις∙ τέλος δε αγάπη∙ τα δε δύο (η ορθή πίστις και η αγάπη) εν ενότητι γενόμενα, Θεού άνθρωπον αποτελεί…».

Είναι δυνατόν ποτέ «οι λαλούντες διεστραμμένα» κατά τον Απόστολο Παύλο (Πραξ. κ’, 30), να μας οδηγήσουν στον αγιασμό και τη σωτηρία;  Είναι δυνατόν οι αιρέσεις,  οι οποίες αρνούνται και πολεμούν  την Τριαδική Θεότητα και την Θεότητα του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, να μας ετοιμάσουν για την σωτηρία;  Πως θα σωθή ο άνθρωπος όταν ζει και τρέφεται πνευματικά μέσα στους «εκκλησιαστικούς οργανισμούς», όπως ονομάζει ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς τον Παπισμό και τον Προτεσταντισμό;

Βρίθουν από αιρετικές πλάνες αυτοί, παραποιούν η αρνούνται τα χαριτόβρυτα μυστήρια, αρνούνται την γνησία και αγιασμένη παράδοσι της Εκκλησίας μας.

Είναι ποτέ δυνατόν να έλθει στη σωτηρία ο άνθρωπος που σχετίζεται η παραμένει μέσα στην παναίρεσι του Οικουμενισμού; Μπορεί να μας σώσει εκείνος, ο οποίος καταπατεί και ισοπεδώνει όλα τα δόγματα της Ορθοδοξίας μας για να ενώσει όλες τις ψευτοθρησκείες με την αλήθεια του Χριστού, εν ονόματι δήθεν της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δημοκρατίας και της ειρήνης, επειδή αυτό επιδιώκουν οι σκοτεινές δυνάμεις;

Ποτέ λοιπόν μη λησμονήσουμε την αλήθεια αυτή: «Ουκ έστι εν ουδενίάλλω η σωτηρία» παρά μόνον στην Ορθόδοξο Εκκλησία μας.

Γ) Οι δύο αλήθειες που αναφέραμε, υπαγορεύουν σε εμάς την τρίτη αλήθεια, αγαπητοί πατέρες και αδελφοί:Έχουμε το μεγάλο προνόμιο να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος θησαυρός, μεγαλύτερο προνόμιο και καύχημα. Να δοξάζουμε τον Κύριό μας για τη μοναδική αυτή ευεργεσία.  Να προσέξουμε, όμως, για να μην παρασυρθούμε. Να γνωρίσουμε καλά την πίστι μας.

Επειδή η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «κιβωτός σωτηρίας», πολεμείται με σφοδρότητα από τις σκοτεινές δυνάμεις. Ο μεγάλος και αόρατος εχθρός της είναι ο διάβολος. Οι ορατοί εχθροί, είναι τα όργανά του. Οι άπιστοι, οι άθεοι, οι υλισταί, οι κακόδοξοι, οι αλλόθρησκοι, αλλά και οι εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας μας, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Επίσης, τέτοιοι εχθροί είναι οι αδιάφοροι, οι κοσμικοί χριστιανοί, όλοι εκείνοι που ψηφίζουν νόμους αντι-χρίστους, όλοι όσοι λατρεύουν το εγώ τους και όχι τον Θεάνθρωπο Κύριο.

Μη μας φοβίζουν οι εχθροί της Ορθοδοξίας μας. Την πολέμησαν με μανία πολλοί, κατά κόσμον επιφανείς, και όλοι χάθηκαν. Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας μένει, λάμπει, δοξάζει την κεφαλή της, τον Χριστό μας και σώζει τους ανθρώπους.

Δεν είμαστε, αγαπητοί, άλογα όντα. Είμαστε ψυχοσωματικές οντότητες και προοριζόμαστε να κατακτήσουμε την αιωνιότητα, τον παράδεισο.

Να γνωρίσουμε, να αγαπήσουμε, να ζήσουμε την Ορθοδοξία μας. Να την διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού, να ζούμε με συνέπεια στην στοργική αγκάλη της, για να ζήσουμε με τον Χριστό και στη γη και στον ουρανό.

Το εύχομαι ολόψυχα.

Μετά πατρικών ευχών,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ  ΚΟΣΜΑΣ

10.


ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: ΠΟΡΕΙΑ ΚΡΕΙΤΤΟΝΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 

 

Είναι προνόμιο να είμαστε Ορθόδοξοι στους καιρούς μας;

Το ερώτημα αυτό δεν απασχολεί τους περισσότερους χριστιανούς, καθότι είμαστε δεμένοι στην παράδοση που έχει γίνει συνήθεια. Δεν συνειδητοποιούμε ότι η ιδιότητα του Ορθοδόξου χριστιανού δεν μας δίνει μόνο αυτοσυνειδησία, δεν μας εντάσσει στην παράδοση, στην ιστορία της πίστης, στην οδό της Βασιλείας του Θεού, αλλά μας δίνει την ευκαιρία «ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωμεν»(Εβρ. 11, 35). Μας εισάγει δηλαδή σε έναν τρόπο σκέψης και ζωής που ξεπερνά τα μέτρα και τα όρια του χρόνου, αλλά και των όσων η διάνοιά μας μπορεί να προβλέψει και να ελπίσει.

Ο απόστολος Παύλος μας υπενθυμίζει, γράφοντας στους Εβραίους, ένα περιστατικό που σήμερα μοιάζει ακατάληπτο: «άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσι». Και όλα αυτά, ενώ  «έλαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τους νεκρούς αυτών» (Εβρ. 11, 35). «Γυναίκες ξαναπήραν πίσω στην ζωή τους ανθρώπους τους και άλλοι βασανίστηκαν ως τον θάνατο, χωρίς να δεχτούν την απελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να αναστηθούν σε μια καλύτερη ζωή».  Ο απόστολος έχει από την μία υπόψιν του τις γυναίκες που έλαβαν πίσω στην ζωή τα παιδιά τους από τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, τα οποία όμως παιδιά έμελλε να πεθάνουν και πάλι, αφού η ανάσταση ανέστειλε αλλά δεν κατάργησε τον θάνατο. Η ζωή που πήραν τα δύο παιδιά, όσο κι αν κράτησε, δεν ήταν σωτήριος από μόνη της. Όμως υπήρξαν και ο Ελεάζαρος, οι επτά Μακκαβαίοι παίδες και η μητέρα τους Σολομωνή, οι οποίοι προτίμησαν να βασανιστούν, να αρνηθούν να υποκύψουν στην απαίτηση των διωκτών και δημίων να   αρνηθούν τον Θεό και να επιλέξουν να αναστηθούν σε μία καλύτερη ζωή. Αρνήθηκαν να ζήσουν στον παρόντα χρόνο και κόσμο, για να αναστηθούν στην αιωνιότητα, στην διαρκή σχέση με τον Χριστό, η οποία δίνει την ατελεύτητη ζωή.

Αυτός είναι ο δρόμος της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης. Όχι πρόσκαιρος, αλλά της κρείττονος αναστάσεως. Δεν καλούμαστε να επιλέξουμε απλώς πίστη, θρησκευτικότητα, παραδόσεις, έθιμα, ιστορία, ιδέες, αξίες. Καλούμαστε να παραιτηθούμε από τα πάντα, ακόμη και από την ίδια την εν χρόνω ζωή, προκειμένου να τύχουμε της κρείττονος αναστάσεως. Αυτή έγκειται στην διαρκή κοινωνία της ύπαρξής μας με τον Χριστό. Κοινωνία φωτός, αγάπης και αγιότητας. Κοινωνία που μας οδηγεί στην ομοίωση με τον Θεό. Και δεν είναι θεωρητική αυτή η κοινωνία. Δεν είναι μία εικασία ή μία ελπίδα. Είναι πράξη. Αποτυπώνεται στα πρόσωπα των Αγίων που μας δίνουν μηνύματα αυτής της αιωνιότητας με τα θαύματα που τελούνται από τον Κύριο δι’ αυτών. Με τον τρόπο ζωής τους, όχι με τα κατά κόσμον χαρίσματά τους ή την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν ή την αποδοχή τους από τους ανθρώπους και την δόξα που μπορεί να είναι εφήμερη ή να κρατήσει για κάποιο χρονικό διάστημα.

Κρείττων ανάσταση έρχεται σε όσους δεν προτιμούν τίποτε άλλο πέραν της αγάπης προς τον Χριστό. Πέραν της χαράς να είναι η ιδιότητα του χριστιανού η κορυφαία της ζωής τους. Το όνομα του Θεού το υπέρ παν όνομα. Χωρίς να περιφρονούν κάθε τι που έρχεται μαζί με την πίστη, όπως ο πολιτισμός, η τέχνη, η μουσική, τα τελετουργικά, η ιστορικότητα της γλώσσας και της παράδοσης, γνωρίζουν ότι μόνο η σχέση με τον Χριστό στην ζωή της Εκκλησίας μπορεί να είναι η βάση που καταξιώνει και όλα τα άλλα. Αν δεν υπάρχει αυτή η σχέση, τότε όλα θυμίζουν γυμνά ονόματα, με αυτόνομη μεν αξία, ιστορικού και πολιτισμικού περιεχομένου, χωρίς όμως ανάσταση!  Και ό,τι δεν οδηγεί στην ανάσταση, αναστέλλει προσωρινά τον θάνατο, όμως δεν σώζει την ύπαρξη.

Κρείττων ανάσταση έρχεται σε όσους βιώνουν το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτοί έχουν επίγνωση ότι ζούνε στην κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού, η οποία προσλαμβάνεται από την καρδιά που παρότι δεν έχει πάψει να είναι αδύναμη και ρυπαρή εξαιτίας των παθών της, εντούτοις αισθάνεται την μοναδικότητα της αγάπης του Θεού, την αποκατάσταση σε ένα σώμα χάριτος και ενότητας, όπου συμπορεύονται άγιοι και αμαρτωλοί, δίκαιοι και πληγωμένοι, χωρίς όρια χρόνου και τόπου. Και αυτή η ζωή ξεπερνά την ανεπάρκεια και την ήττα του εφήμερου, της επιβίωσης, της εκπλήρωσης κάθε επιθυμίας, της κατανάλωσης των αισθημάτων και της πρόκρισης του εγώ που δεν μπορεί να σώσει και να σωθεί.

Κρείττων ανάσταση έρχεται τελικά σε όσους παλεύουν εναντίον του πονηρού. Σε όσους πατάνε στα πόδια τους και αναζητούν να βρούνε τι θέλει ο Θεός. Ποιο είναι το Ευαγγέλιο και πώς εφαρμόζεται σε κάθε περίσταση, σε κάθε σχέση, σε κάθε δοκιμασία. Πώς μπορεί ο άνθρωπος να μην νικηθεί από τα πάθη του, αλλά με χαρά να παλέψει να τα μεταμορφώσει σε αρετές που θα τον καταστήσουν συνοδοιπόρο Θεού. Όχι σε δικαιώματα, αλλά σε αγάπη, που κάποτε παραιτείται και από αυτά. Θυσιάζει χρόνο και τον ίδιο τον εαυτό χάριν των άλλων. Που επιλέγει τον σταυρό, αντί την άνεση. Που βλέπει τους λογισμούς και δεν τους αφήνει να κυριαρχούν. Που πολεμά εναντίον της γλώσσας, η οποία εύκολα κατακρίνει και απορρίπτει. Και όπως ζητά συγχώρεση, έτσι συγχωρεί!

Είναι προνόμιο να είμαστε ορθόδοξοι σήμερα! Κι ας μας περιμένει μοναχικότητα. Η κρείττων ανάσταση αξίζει τελικά, γιατί είναι η συνάντηση με τον Χριστό. Τον Νικητή του πρόσκαιρου και του θανάτου! Και η κρείττων ανάσταση βιώνεται στην Ορθοδοξία, των αγίων και των συνόδων, των δογμάτων και της έμπρακτης ασκητικότητας, της αρετής και της αφέσεως! Ας διαφυλάξουμε στην Εκκλησία το άριστον που μας δόθηκε!

 

Κέρκυρα, 25 Φεβρουαρίου 2018 

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός