1.

Εἰς τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀποκρέω

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς

 

  1. Τὴν περασμένη Κυριακὴ ἡ Ἐκκλησία ἐμνημόνευε τὴν ἀπερίγραπτη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς πού παρουσιάζεται μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ σεσωσμένου Ἀσώτου. Τὴν σημερινὴ Κυριακὴ διδάσκει περὶ τῆς μελλούσης φρικωδεστάτης κρίσεως τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιώντας μία καλή τάξι καὶ ἀκολουθώντας τίς προφητικὲς φωνές· διότι, λέγει, «θὰ σοῦ ψάλω, Κύριε, ἔλεος καὶ κρίσι», καὶ «μία φορὰ ἐλάλησε ὁ Θεὸς καὶ ἄκουσα τὰ δύο αὐτά, ὅτι τὸ κράτος εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ἰδικό σου, Κύριε, τὸ ἔλεος, διότι ἐσὺ θ’ ἀποδώσης στόν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του».2. Τὸ ἔλεος λοιπὸν καὶ ἡ μακροθυμία προηγεῖται τῆς Θείας κρίσεως. Πραγματικὰ ὁ Θεός, ἔχοντας καὶ περιέχοντας κατ’ ἐξοχὴν ὅλες τίς ἀρετές, καὶ ὄντας συγχρόνως δίκαιος καὶ ἐλεήμων, ἐπειδὴ τὸ ἔλεος δέν συμβαδίζει μὲ τὴν κρίσι, σύμφωνα μὲ τὸ γραμμένο, «νά μὴ εὐσπλαγχνισθῆς πτωχὸ κατὰ τὴν κρίσι», εὐλόγως ὁ Θεὸς κατένειμε τὸ καθένα στόν καιρὸ του· τὸν παρόντα καιρὸ τὸν ὥρισε γιά τὴν μακροθυμία, τὸν μέλλοντα γιά τὴν ἀνταπόδοσι. Γι’ αὐτὸ τὰ τελούμενα στήν Ἐκκλησία ἡ Θεία Χάρις διέθεσε κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε ἐμεῖς ἀντιλαμβανόμενοι τοῦτο, ὅτι τὴν συγγνώμη γιά τὰ ἁμαρτήματα λαμβάνομε ἀπὸ τὰ ἐδῶ συμβαίνοντα, νά σπεύσωμε, ὅσο ζοῦμε ἀκόμη στόν παρόντα βίο, νά ἐπιτύχουμε τὸ αἰώνιο ἔλεος καὶ νά καταστήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ἀξίους τῆς Θείας φιλανθρωπίας. Διότι ἐκείνη ἡ κρίσις, ἡ τελευταία,εἶναι ἀνηλέητος γι’ αὐτόν πού δέν ἔδειξε ἔλεος.

    3. Περὶ τῆς ἀπερίγραπτης λοιπὸν γιά μᾶς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ ὁμιλήσαμε μόλις πρὸ ὀλίγου. Σήμερα δὲ θὰ μιλήσουμε περὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ περὶ τῆς φρικωδεστάτης κρίσεως καὶ περὶ ὅσων θὰ συμβοῦν κατ’ αὐτὴν ἀπορρήτως- πράγματα πού ὀφθαλμὸς δέν εἶδε καὶ οὖς δέν ἤκουσε καί πού δέν ἀνέβηκαν στή σκέψι ἀνθρώπου, ἂν αὐτή εἶναι ἀμέτοχη Θείου Πνεύματος, ποὺ ὑπερβαίνουν ὄχι μόνο τὴν ἀνθρωπίνη αἴσθησι, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ λόγο. Διότι, ἂν καὶ αὐτός πού μᾶς διδάσκει γιά ὅλα αὐτά εἶναι ἐκεῖνος πού γνωρίζει τὰ πάντα καὶ πρόκειται νά κρίνῃ ὅλη τή γῆ, ἀλλὰ συγκαταβαίνει πρὸς τὴν δυναμικότητα τῶν διδασκομένων, προσφέροντας τοὺς λόγους συμμέτρους πρὸς αὐτήν. Γι’ αὐτὸ εἰσάγονται ἀστραπὴ καὶ νεφέλες, σάλπιγξ καὶ θρόνος καὶ τὰ ὅμοια μὲ αὐτά, ἂν καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπαγγελία Του περιμένουμε καινοὺς οὐρανοὺς καὶ καινὴ γῆ, ἀφοῦ τὰ παρόντα θά παρέλθουν.

    4. Ἂν δὲ αὐτὰ καὶ μόνο λεγόμενα, μάλιστα δὲ λεγόμενα συγκαταβατικῶς, γεμίζουν τὴν ψυχὴ τῶν συνετῶν ἀκροατῶν μὲ φρίκη καὶ δέος, ποιός θὰ βαστάση τότε πού θὰ τελοῦνται τὰ ἴδια τὰ πράγματα; Πόσο ἄξιοι πρέπει νά εἴμαστε στά ἅγια σπουδάσματα καὶ στήν εὐσέβεια, ὅταν προσδοκοῦμε τὴν παρουσία τῆς ἡμέρας τοῦ Θεοῦ, γιά τὴν ὁποία, ὅπως λέγει ὁ θεῖος Πέτρος, «οἱ μὲν οὐρανοὶ πυρακτωμένοι θὰ διαλυθοῦν, τὰ δὲ στοιχεῖα καιόμενα θὰ λειώσουν, ἐνῶ ἡ γῆ καὶ τὰ κτίσματα πού ὑπάρχουν σ’ αὐτὴν θὰ κατακαοῦν;». Πρὶν δὲ ἀπὸ αὐτὰ θὰ πραγματοποιηθῆ ἡ σκληρὴ παρουσία καὶ ἐπήρεια τοῦ Ἀντιχρίστου κατὰ τῆς πίστεως, ἡ ὁποία, ἂν δέν ἐκολοβωνόταν ἐπιτραπεῖσα γιά λίγον χρόνο, δέν θὰ σωζόταν κανένας ἄνθρωπος, ὅπως λέγει ὁ Κύριος στά εὐαγγέλια. Γι’ αὐτὸ παραγέλλει στούς μαθητὰς Του «ἀγρυπνεῖτε λοιπὸν παρακαλώντας ὅλον τὸν καιρό, γιά νά καταξιωθῆτε ν’ ἀποφύγετε ὅλα ὅσα πρόκειται νά συμβοῦν καὶ νά σταθῆτε ἐμπρὸς στόν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου».

    5. Βέβαια ὅλα ἐκεῖνα εἶναι γεμάτα ὑπερβολικὴ φρίκη, ἀλλὰ γι’ αὐτούς πού δαπανοῦν τὸν βίο τους σὲ ἀπιστία καὶ ἀδικία καὶ ῥᾳθυμία ἀπειλοῦνται ἀκόμη δεινότερα ἀπὸ αὐτά, καθὼς λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος· «τότε θὰ κλαύσουν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς». Φυλὲς δὲ τῆς γῆς εἶναι αὐτοί πού δέν ἐπειθάρχησαν στόν ἐλθόντα ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ δέν ἀναγνωρίζουν καὶ δέν ἐπικαλοῦνται τὸν οὐράνιο Πατέρα οὔτε ἀνεβάζουν πρὸς αὐτὸν τὸ γένος διὰ τῆς ὁμοιότητος τῶν ἔργων. Λέγει πάλι ὅτι «ἡ ἡμέρα ἐκείνη θὰ ἐπέλθει σὰν παγίδα σὲ ὅλους ὅσοι κάθονταν ἐπάνω στό πρόσωπο τῆς γῆς, δηλαδὴ σ’ ἐκείνους πού μὲ τὴν κραιπάλη καὶ μέθη, μὲ τίς τρυφὲς καὶ τὶς βιωτικὲς μέριμνες εἶναι προσηλωμένοι στή γῆ καὶ στά γήινα καὶ ἔχουν προσκολληθῆ ὁλοσχερῶς στά φαινόμενα κατὰ τὴν αἴσθησι λαμπρά, στόν πλοῦτο, στή δόξα καὶ στήν ἡδονή. Πραγματικὰ μὲ τὴν λέξι «πρόσωπο τῆς γῆς» αἰνίχθηκε τὸν φαινομενικῶς χαρωπὸ χαρακτῆρα της, ἐνῶ μὲ τὴν λέξι «κάθονται» ὑπονοεῖ τὴν ἐπιμονὴ καὶ ἐνδόμυχη προσήλωση. Μὲ τοὺς λόγους δὲ αὐτοὺς συνάπτει πρὸς τοὺς ἀσεβεῖς αὐτούς πού ἁμάρτησαν ἀμετανοήτως ἕως τὸ τέλος, ὅπως προεῖπε καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὅτι «θὰ πάρουν φωτιὰ οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ συγχρόνως, καὶ δέν θὰ ὑπάρξει κανεὶς νά τὴν σβήση». «Ἡ ἰδικὴ μας ὅμως πολιτεία εὑρίσκεται στούς οὐρανούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἀναμένουμε τὸν Σωτήρα», λέγει ὁ ἀπόστολος· καὶ «ἐσεῖς δέν εἶσθε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο», ἔλεγε πρὸς τοὺς μαθητὰς Του ὁ Κύριος, πρὸς τοὺς ὁποίους πάλι λέγει ὅτι, «ὅταν θὰ τελοῦνται ὅλα αὐτά, ν’ ἀνασηκωθῆτε καὶ νά ὑψώσετε τὰ κεφάλια σας, διότι προσεγγίζει ἡ ἀπολύτρωσίς σας».

    6. Βλέπετε ὅτι οἱ ζῶντες κατὰ τὸν Χριστὸ γεμίζουν ἀνεκφράστη χαρὰ καὶ παρρησία γιά τὰ συμβαίνοντα εὐθὺς ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα, ἐνῶ οἱ ζῶντες κατὰ τὴν σάρκα εἶναι γεμᾶτοι αἰσχύνη καὶ ὀδύνη καὶ κατήφεια; Καθὼς φωνάζει καὶ ὁ Παῦλος λέγοντας, «ὁ Θεὸς θ’ ἀποδώσει στόν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του, σ’ ἐκείνους δηλαδή πού ἐπιζητοῦν μὲ ἔργο ἀγαθὸ κατὰ ὑπομονὴ δόξα καὶ τιμὴ καὶ ἀφθαρσία θὰ ἀποδώσει ζωὴ αἰώνια, ἐνῶ γιά τοὺς ἀπειθοῦντας στήν ἀλήθεια, πειθομένους δὲ στήν ἀδικία θὰ ὑπάρξει θυμὸς καὶ ὀργή, θὰ ὑπάρξει θλῖψις καὶ στενοχώρια σὲ κάθε ἀνθρωπο ποὺ κατεργάζεται τὸ κακό». Πραγματικὰ παλαιὰ ἐπὶ τοῦ Νῶε, ὅταν αὐξήθηκε ἡ ἁμαρτία καὶ ἐπικράτησε σὲ ὅλο σχεδὸν τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἦλθε ἀπὸ τὸν Θεὸ κατακλυσμός, ποὺ κατέστρεψε κάθε πνοή, ἐνῶ μόνο ὁ δίκαιος αὐτὸς μὲ τὴν οἰκογένειά του διαφυλάχθηκε γιά χάρη τῆς γενέσεως ἑνὸς δευτέρου κόσμου. Πάλι δὲ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ὁ Θεὸς τὴν αὐξηθεῖσα κακία περιέκοπτε μερικῶς, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι ὅταν ἀποτέφρωσε μὲ πῦρ τοὺς Σοδομίτες, κατεπόντισε στή θάλασσα τοὺς Φαραωνίτες, τὸ δὲ πάντολμο γένος τῶν Ἰουδαίων ἀπεδεκάτισε μὲ πεῖνα καὶ στάση, μὲ νόσους καὶ πικρὲς ποινές.

    7. Ὁ κοινὸς ὅμως ἰατρός, ποὺ ἐχρησιμοποίησε χάριν τοῦ γένους μας τὰ αὐστηρὰ φάρμακα καὶ ἰατρεύματα, δέν παρέλειψε ἐκεῖνα πού εἶναι εὐάρεστα καὶ ὠφελοῦν μ’ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ ἀνύψωσε πατέρες, ἀνέδειξε προφῆτες, ἐτέλεσε σημεῖα, ἔδωσε τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ἔστειλε ἀγγέλους. Ἐπειδὴ δὲ καὶ αὐτὰ ἦσαν ἀνίσχυρα γιά τὴν ἀσυγκράτητη ὁρμὴ τῆς κακίας μας, κατῆλθε στή γῆ κλίνοντας πρὸς τὰ κάτω τοὺς οὐρανοὺς ὁ Ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ μεγάλο ἰατρικό πού καταπαύει τὶς βαρειές ἁμαρτίες· καὶ ἀφοῦ ἔγινε γιά μᾶς τὰ πάντα, πλὴν τῆς ἁμαρτίας, κατήργησε τὴν ἁμαρτία στόν ἑαυτὸ Του· ἔπειτα ἐνίσχυσε κι’ ἐμᾶς, ὥστε νά ἀμβλύνη τὸ κεντρὶ ἐκείνης, καὶ ἐπαραδειγμάτισε στόν σταυρὸ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ συνεργοὺς αὐτῆς καταργώντας διὰ τοῦ θανάτου τὸν ἔχοντα τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου.

    8. Καί, ἀφοῦ ὅπως στήν ἐποχὴ τοῦ Νῶε κατέκλυσε μὲ ὕδωρ τοὺς ἁμαρτωλούς, ἔτσι ὕστερα κατέκλυσε τὴν ἁμαρτία διὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ χάριτός Του, ἀνέστησε τὸν ἑαυτὸ Του ἀθάνατο, σὰν σπέρμα καὶ ἀπαρχὴ τοῦ αἰωνίου κόσμου, σὰν παράδειγμα καὶ παράστασή τῆς, μὲ βεβαιότητα ἐλπιζομένης ἀπὸ ἐμᾶς, ἀναστάσεως. Ἀφοῦ δὲ ἀνέστη καὶ ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς, ἐξαπέστειλε σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη ἀποστόλους, προέβαλε μέγα στῖφος μαρτύρων, προέστησε πλῆθος διδασκάλων, ἀνέδειξε συνάξεις ὁσίων. Ἐπειδὴ δέ, ἐνῶ ἔκαμε τὰ πάντα, χωρὶς νά παραλείψει τίποτε ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα, εἶδε πάλι τὴν κακία λόγῳ τοῦ αὐτεξουσίου τῆς προαιρέσεώς μας νά κορυφώνεται τόσο πολύ, ἢ μᾶλλον τότε θὰ τὴν ἴδει νά ἀνυψώνεται, ὥστε τότε πλέον οἱ ἄνθρωποι νά προσκυνήσουν καὶ νά ὑπακούσουν στόν Ἀντίχριστο, ἐγκαταλείποντας τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὸν ἀληθινὸ Χριστὸ Του· γι’ αὐτὸ θὰ κατέλθῃ πάλι ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς μὲ πολλὴ δύναμι καὶ δόξα, ὄχι γιά νά μακροθυμήσει, ἀλλὰ γιά νά τιμωρήσει ἐκείνους πού διὰ τῶν πονηρῶν ἔργων ἐθησαύρισαν στούς ἑαυτοὺς των τὴν ὀργὴ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς μακροθυμίας Του· καὶ τοὺς μὲν ἀθεραπεύτους θ’ ἀποκόψει ἀπὸ τοὺς ὑγιεῖς ὡς σάπια μέλη καὶ θὰ τοὺς παραδώσῃ στό πῦρ, τοὺς δὲ ἰδικοὺς Του θ’ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν ἐπήρεια καὶ τὴν συναναστροφὴ τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ τοὺς καταστήσει κληρονόμους τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

    9. Εὐθὺς λοιπὸν μετὰ τὴν βδελυρὰ παρρησία τοῦ Ἀντιχρίστου θὰ κλονήσει τὰ πάντα Αὐτός πού συγκρότησε τὰ πάντα, κατὰ τὸ λεχθὲν ἀπὸ τὸν προφήτη, ὅτι ἀκόμη μία φορὰ «ἐγὼ θὰ σείσω ὄχι μόνο τὴν γῆ, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανό». Εὐθὺς λοιπὸν κλονίζει τὸν κόσμο καὶ λύει τὸ ἀνώτατο ὅριο τοῦ σύμπαντος, συμπτύσσει τὸ οὐράνιο κύτος καὶ ἀναμιγνύει τὴν γῆ μὲ πῦρ καὶ συγχέει τὸ πᾶν, ἀπὸ κάτω μὲν ἀναμοχλεύοντας τὰ παγκόσμια θὰ λέγαμε θεμέλια, ἀπὸ ἄνω δὲ στέλλοντας τὸ πλῆθος τῶν ἄστρων σὰν ἀπερίγραπτους κεραυνοὺς ἐπάνω στά κεφάλια τῶν θεοποιησάντων τὸν πονηρό, ἔτσι ὥστε δι’ αὐτῶν πρῶτα νά τιμωρηθοῦν ὅσοι ἐπίστευσαν στόν Ἀντίχριστο, διότι προσηλώθηκαν μὲ τὸν νοῦ καὶ ἐπείσθηκαν στόν ἀντίθεο ὡς Θεό. Ἔπειτα δέ, ἀφοῦ ἐπιφανεῖ ὁ Ἴδιος μὲ ἄφατη δόξα, διὰ δυνατῆς σάλπιγγος, ὅπως παλαιὰ δι’ ἐμφυσήματος τὸν προπάτορα, θὰ ζωώσει ὅλους καὶ θὰ παρουσιάσει ἐνώπιόν Του ζωντανοὺς ὅλους τοὺς ἀπὸ τοὺς αἰῶνος νεκρούς. Καὶ τοὺς μὲν ἀσεβεῖς δέν θὰ φέρει σὲ κρίση οὔτε θὰ τοὺς ἀξιώσει κανένα λόγο· διότι οἱ ἀσεβεῖς, κατὰ τὸ γεγραμμένο, δέν θ’ ἀναστηθοῦν γιά κρίσι, ἀλλὰ γιά κατάκρισι.

    10. Θὰ προβάλει δὲ γιά τὴν κρίσι ὅλα τὰ δικὰ μας, κατὰ τὴν ἀναγινωσκομένη σήμερα φωνὴ τοῦ εὐαγγελίου· διότι, λέγει, «ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου στή δόξα Του καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μαζὶ Του». Κατὰ τὴν πρώτη Του παρουσία ἡ δόξα τῆς θεότητός Του ἐκρυπτόταν κάτω ἀπὸ τὴν σάρκα τὴν ὁποία ἀνέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς ὑπὲρ ἡμῶν, τώρα κρύπτεται πρὸς τὸν Πατέρα στόν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τὴν ὁμόθεη σάρκα, τότε δὲ θὰ ἀποκαλύψει ὅλη τή δόξα· διότι θὰ φανεῖ ὁλόλαμπρος ἀπὸ ἀνατολὴ ἕως τή δύση, περιαυγάζοντας τὰ πέρατα μὲ ἀκτῖνες θεότητος, ἐνῶ παγκόσμιος καὶ ζωοποιὸς σάλπιγγα θὰ ἠχεῖ παντοῦ καὶ συγχρόνως θὰ συγκαλεῖ πρὸς Αὐτὸν τὰ πάντα. Προηγουμένως ἔφερε μὲν καὶ τοὺς ἀγγέλους μαζὶ Του, ἀλλὰ ἀφανῶς, συγκρατώντας τὸν ζῆλο τους κατὰ τῶν θεομάχων ὕστερα ὅμως θὰ φθάσει φανερὰ καὶ δέν θὰ ἀποσιωπήσει, ἀλλὰ θὰ ἐλέγξει καὶ θὰ παραδώσει τοὺς ἀπειθεῖς στίς ποινές.

    11. «Ὅταν λοιπὸν ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου στή δόξα Του καὶ ἔλθουν ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μαζὶ Του, τότε», λέγει, «θὰ καθίσει ἐπάνω στόν θρόνο δόξας Του». Διότι ἔτσι προεῖδε καὶ προεῖπε ὁ Δανιήλ· «ἰδού», λέγει, «ἐτοποθετήθηκαν θρόνοι καὶ ἐκάθισε ὁ Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν καὶ εἶδα ὡσὰν τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νά ἔρχεται ἐπάνω στίς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἔφθασε ἕως τὸν Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν καὶ τοῦ ἐδόθη ὅλη ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἐξουσία- χίλιες χιλιάδες ἐλειτουργοῦσαν σ’ Αὐτὸν καὶ μύριες μυριάδες παραστέκονταν σ’ Αὐτόν». Σὲ συμφωνία μὲ αὐτὸν λέγει καὶ τὸ Ἱερὸ εὐαγγέλιο, τότε «θὰ συναχθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη ἐμπρὸς Του· καὶ θὰ τοὺς ξεχωρίσει ἀνάμεσά τους, ὅπως ὁ ποιμὴν ξεχωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ γίδια». Πρόβατα καλεῖ τοὺς δικαίους ὡς πράους καὶ ἐπιεικεῖς, ποὺ ἐβάδισαν τὴν ὁμαλὴ ὁδὸ τῶν ἀρετῶν, τὴν πατημένη ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο, καὶ ὡς ἀφομοιωμένους μὲ Αὐτὸν ἐπειδὴ καὶ Αὐτὸς ὀνομάσθηκε Ἀμνὸς ἀπὸ τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστή πού εἶπε, «ἰδοὺ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ πού ἀπαλείφει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου». Γίδια δὲ καλεῖ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὡς θρασεῖς καὶ ἀτάκτους, καὶ φερομένους πρὸς τοὺς κρημνοὺς τῆς ἁμαρτίας. Καὶ λέγει, τοὺς πρώτους θὰ τοποθετήσει δεξιὰ Του ὡς ἐργάτες δεξιῶν ἔργων, τοὺς ἄλλους πού δεν εἶναι ἐργάτες τέτοιων ἔργων θὰ τοποθετήσει στ’ ἀριστερά. «Τότε θὰ εἴπη ὁ Βασιλεύς», λέγει, χωρὶς νά προσθέσει ποῖος ἢ ποιῶν βασιλεύς, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ Αὐτὸν διότι μὲ ὅλο πού καὶ ἐκεῖ εἶναι πολλοὶ κύριοι καὶ βασιλεῖς, ἀλλὰ Ἕνας εἶναι πραγματικὰ Κύριος, Ἕνας βασιλεύς, ὁ φυσικός δεσπότης τοῦ σύμπαντος. Θὰ εἰπεῖ λοιπὸν τότε στούς ἀπὸ τὰ δεξιὰ Του ὁ μόνος βασιλεύς• «ἐμπρὸς οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἑτοιμασμένη γιά σᾶς ἀπὸ τὴν θεμελίωση τοῦ κόσμου βασιλεία».

    12. Πραγματικὰ πρὸς αὐτὸ ἀπέβλεπε ἡ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ σύστασις τοῦ κόσμου καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸ ἀπέβλεπε ἡ ἐπουράνια ἐκείνη καὶ ἀρχαιοτάτη βουλὴ τοῦ Πατρός, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Πατρὸς ἐπεξεργάσθηκε τὸν ἄνθρωπο ὡς ζῶο ὄχι μόνο κατ’ εἰκόνα, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὁμοιώσή Του, γιά νά δυνηθεῖ κάποτε νά χωρέσει τὴν μεγαλειότητα τῆς θείας βασιλείας, τὴν μακαριότητα τῆς θείας κληρονομίας, τὴν τελειότητα τῆς εὐλογίας τοῦ ἀνωτάτου Πατρός, γιά τὴν ὁποία ἔγιναν ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα. Διότι δέν εἶπε “τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου”, ἀλλὰ ἀπροσδιορίστως «τοῦ κόσμου», τόσο τοῦ οὐρανίου, ὅσο καὶ τοῦ ἐπιγείου. Ὄχι δὲ μόνο αὐτός, ἀλλὰ καὶ ἡ θεία καὶ ἀπόρρητη κένωσις, ἡ θεανδρικὴ πολιτεία, τὰ σωτήρια πάθη, ὅλα τὰ μυστήρια, γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ἐρρυθμίσθηκαν προνοητικῶς καὶ πανσόφως, ὥστε αὐτός πού θὰ φανεῖ πιστὸς στά παρόντα ν’ ἀκούσει ἀπὸ τὸν Σωτήρα· «εὖγε, δοῦλε ἀγαθέ, ἀφοῦ ἐφάνηκες πιστὸς στά ὀλίγα, θὰ σὲ ὁρίσω οἰκονόμο σὲ πολλά· εἴσελθε στή χαρὰ τοῦ Κυρίου σου». Ἔλθετε λοιπόν, λέγει, ὅσοι ἐχρησιμοποιήσατε κατὰ τὴν γνώμη μου τὸν ἐπίγειο καὶ φθαρτὸ καὶ πρόσκαιρο κόσμο καλῶς, κληρονομήσατε καὶ τὸν ἐπικείμενο καὶ μόνιμο καὶ ἐπουράνιο κόσμο. Διότι «ἐπείνασα καί μοῦ ἐδώσατε νά φάγω, ἐδίψασα καὶ μ’ ἐποτίσατε, ξένος ἤμουν καὶ μὲ περιμαζεύσατε, γυμνὸς καὶ μὲ ἐνδύσατε, ἀσθένησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν στίς φυλακές καὶ ἤλθατε πρὸς ἐμένα».

    13. Ἐδῶ πρέπει νά συζητηθεῖ γιά ποιό λόγο ἐμνημόνευσε μόνο τὴν ἐλεημοσύνη καὶ γι’ αὐτὴν μόνο ἔδωσε ἐκείνη τὴν εὐλογία καὶ τὴν κληρονομία· καὶ τὴν βασιλεία. Ἀλλὰ δέν ἐμνημόνευσε μόνο αὐτὴν γιά ὅσους ἀντιλαμβάνονται τὰ ἀκουόμενα. Ἐπειδὴ δηλαδὴ προηγουμένως ἐκάλεσε πρόβατα τοὺς ἐργάτες της, μὲ αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸ ἐπιβεβαίωσε τόσο τὴν πρὸς Αὐτὸν ὁμοίωση καὶ κάθε ἀρετὴ τους, ὅσο καὶ ὅτι ἦσαν ἕτοιμοι συνεχῶς γιά τὸ θάνατο ὑπὲρ τοῦ καλοῦ, ὅπως βέβαια καὶ Αὐτὸς ὁδηγήθηκε «ὡς πρόβατο γιά σφαγή καὶ ὡς ἀμνὸς ἄφωνος ἐμπρὸς σ’ αὐτόν πού τὸν κουρεύει», κατὰ τὸ γεγραμμένον.

    14. Ἀφοῦ λοιπὸν τέτοιοι εἶναι καὶ αὐτοί, ἐγκωμιάζει ἰδιαιτέρως τὴν φιλανθρωπία· διότι πρέπει καὶ αὐτήν, ὡς δεῖγμα καὶ καρπὸ τῆς ἀγάπης, νά τὴν ἔχει σὰν κεφαλή πού ὑπέρκειται ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν αὐτός πού πρόκειται νά κληρονομήσει τὴν ἀΐδια ἐκείνη βασιλεία. Αὐτὸ τὸ ἔδειξε ὁ Κύριος καὶ μὲ τὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων· διότι δέν εἰσάγονται στόν θεῖο νυμφῶνα ὅσες τύχουν, ἀλλὰ οἱ στολισμένες μὲ παρθενία, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ χωρὶς ἄσκησι καὶ ἐγκράτεια, καθὼς καὶ χωρὶς πολλοὺς καὶ ποικίλους γιά τὴν ἀρετὴ ἀγῶνες, προσέτι δὲ αὐτές πού κρατοῦν λαμπάδες στά χέρια, δηλαδὴ τὸν νοῦ τους καὶ τὴν μέσα σ’ αὐτὸν ἄγρυπνη γνώση, ποὺ ἐπιβαίνει καὶ στηρίζεται στό πρακτικὸ τῆς ψυχῆς, τὸ δηλούμενο μὲ τὰ χέρια, καὶ ἀφιερώνεται διὰ βίου στόν Θεὸ καὶ συνάπτεται μὲ τὶς ἀπὸ αὐτὸν λάμψεις. Χρειάζεται ὅμως καὶ ἄφθονο ἔλαιο, ὥστε νά διαρκεῖ τὸ ἄναμμά τους. Ἔλαιο δὲ εἶναι ἡ ἀγάπη, ποὺ εἶναι κορυφὴ τῶν ἀρετῶν. Ὅπως λοιπόν, ἂν θέσεις θεμέλια καὶ οἰκοδομήσεις ἐπάνω σ’ αὐτὰ τοὺς τοίχους, δέν προσθέσεις δὲ τὴν ὀροφή, τὰ ἀφήνεις ὅλα ἐκεῖνα ἄχρηστα, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ἂν ἀποκτήσεις ὅλες τίς ἀρετές, δέν προσαποκτήσεις δὲ τὴν ἀγάπη, ὅλες ἐκεῖνες εἶναι ἄχρηστες καὶ ἀνωφελεῖς• καὶ ἡ ὀροφὴ τῆς οἰκίας ὅμως, χωρὶς τὰ στοιχεῖα πού τὴν συγκρατοῦν, δέν μπορεῖ νά οἰκοδομηθεῖ.

    15. Καὶ ὁ Κύριος λοιπὸν προσφέρει τὴν κληρονομία Του σὲ ὅσους ἔχουν σφραγίσει τίς ἄλλες ἀρετὲς διὰ τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης καὶ ἀνέβηκαν σ’ αὐτὴν διὰ τοῦ ἀνεπιλήπτου βίου ἢ κατέφυγαν πρὸς αὐτὴν διὰ μετανοίας. Ἀπὸ αὐτοὺς ἐγὼ τοὺς μὲν πρώτους καλῶ υἱούς, διότι εἶναι φύλακες μυστικῆς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀναγεννήσεως, τοὺς δὲ δευτέρους μισθωτούς, διότι ξαναποκτοῦν τὴν χάρη διὰ τῶν πολυειδῶν ἱδρώτων τῆς μετανοίας καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως ὡς μισθόν.

    16. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ προηγουμένους στά θεῖα εὐαγγέλια ἐξήγησε πολυειδῶς τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Κρίση, ἔπειτα ἐξέθεσε τὰ περὶ τῆς ἀγάπης μὲ τὴν ἄποψη ὅτι τελειοποιεῖ ἢ ἐπαναφέρει τὶς ἐκεῖ ἀπαριθμούμενες ἀρετές. Ἀλλὰ οἱ δίκαιοι θ’ ἀποκριθοῦν μὲ τὰ λόγια· «Κύριε, πότε σὲ εἴδαμε νά πεινᾷς καὶ σ’ ἐθρέψαμε, ἢ νά διψᾷς καὶ σ’ ἐποτίσαμε; Πότε σὲ εἴδαμε ξένο καὶ σὲ συμμαζεύσαμε, ἢ γυμνὸν καὶ σὲ ἐνδύσαμε; Πότε σὲ εἴδαμε ἀσθενῆ ἢ στήν φυλακὴ καὶ σ’ ἐπισκεφθήκαμε;». Βλέπετε ὅτι οἱ ἀπὸ τὰ δεξιὰ καλοῦνται καὶ δίκαιοι; Ἑπομένως γι’ αὐτοὺς ὁ ἔλεος προέρχεται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη καὶ εἶναι μὲ δικαιοσύνη. Βλέπετε δὲ ἄλλην ἀρετή, τὴν ταπείνωσι, νά προσμαρτυρεῖται στούς δικαίους ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης; Διότι ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι ἀνάξιοι τῆς ἀνακηρύξεως καὶ τῶν ἐπαίνων, σὰν νά μὴν ἔπραξαν κανένα ἀγαθόν, αὐτοί πού μαρτυροῦνται ὅτι δέν ἄφησαν κανένα ἀγαθὸ ἄπρακτο.

    17. Γι’ αὐτό, νομίζω, ὁ Κύριος ἀποκρίνεται σ’ αὐτοὺς παρρησία, γιά ν’ ἀναφανοῦν ὅτι εἶναι τέτοιας μορφῆς καὶ ἀνυψωθοῦν μὲ τὴν ταπείνωσι καὶ δικαίως εὕρουν ἀπὸ Αὐτὸν χάρη, τὴν ὁποία ὁ Κύριος παρέχει ἀφθόνως στούς ταπεινούς, «διότι ὁ Κύριος ἀντιτάσσεται στούς ὑπερηφάνους, ἐνῶ στούς ταπεινοὺς δίδει χάρι», ὁ ὁποῖος καὶ τώρα λέγει πρὸς αὐτούς• «πραγματικὰ σᾶς λέγω, ἐφ’ ὅσον τὰ ἐπράξατε σ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μου τοὺς ἐλαχίστους, τὰ ἐκάματε σ’ ἔμενα». Καλεῖ τὸν ἄλλο ἐλάχιστον γιά τὴν πτωχεία καὶ τὴν εὐτέλεια, ἀδελφὸν δέ, διότι καὶ αὐτὸς ἔτσι ἔζησε κατὰ σάρκα ἐπὶ τῆς γῆς.

    18. Ἀκούσετε καὶ εὐφρανθεῖτε, ὅσοι εἶσθε πτωχοὶ καὶ ἐνδεεῖς· διότι κατὰ τοῦτο εἶσθε ἀδελφοὶ τοῦ Θεοῦ· κι ἂν εἶσθε πτωχοὶ καὶ εὐτελεῖς ἀκουσίως, καταστήσατε ἑκούσιο γιά τὸν ἑαυτὸ σας τὸ ἀγαθὸ διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς εὐχαριστίας. Ἀκούσετε οἱ πλούσιοι καὶ ποθήσετε τὴν εὐλογημένη πτωχεία, γιά νά γίνετε κληρονόμοι καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ, γνησιώτεροι μάλιστα ἐκείνων πού ἐπτώχευσαν ἀκουσίως· διότι ἐκεῖνος ἐπτώχευσε γιά μᾶς ἑκουσίως. Ἀκούσετε καὶ στενάξετε ἐσεῖς πού περιφρονεῖτε τοὺς ἀδελφοὺς σας, ὅταν ὑποφέρουν, μᾶλλον δὲ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Θεοῦ, καὶ δέν μεταδίδετε στούς ἐνδεεῖς ἀπὸ ὅσα διαθέτετε ἄφθονα, τροφή, σκέπη, ἐνδυμασία, ἐπιμέλεια κατάλληλη, καὶ δέν προσφέρετε τὸ περίσσευμά σας στό ὑστέρημα ἐκείνων. Μᾶλλον δὲ ἂς ἀκούσωμε καὶ ἂς στενάξωμε, ἀφοῦ κι ἐγὼ ὁ ἴδιος πού σᾶς λέγω αὐτά, ἐλέγχομαι ἀπὸ τὴν συνείδησί μου ὅτι δέν εἶμαι τελείως ἔξω ἀπὸ τὸ πάθος· διότι, ἐνῶ πολλοὶ ῥιγοῦν καὶ στεροῦνται, ἐγὼ εἶμαι γεμάτος καὶ ἐνδεδυμένος. Πολὺ δὲ περισσότερο ἄξιοι πένθους εἶναι αὐτοί πού ἔχουν καὶ κατέχουν θησαυροὺς περισσοτέρους ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ἀνάγκη ἢ καὶ φροντίζουν νά τοὺς αὐξήσουν· ἐνῶ εἶναι προσταγμένοι ν’ ἀγαποῦν τὸν πλησίον σὰν τοὺς ἑαυτοὺς των, δέν τοὺς θεωροῦν οὔτε σὰν τὸ χῶμα. Διότι τὶ ἄλλο εἶναι ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος, πού ἀγαπήσαμε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς;

    19 Ἀλλὰ ἂς ἐπιστραφοῦμε, ἂς μετανοήσωμε καὶ ἂς κοινωνήσωμε ἐξυπηρετώντας τίς ἀνάγκες τῶν ἀνάμεσά μας πτωχῶν ἀδελφῶν μὲ ὅσα ἔχουμε. Καὶ ἂν δέν εἴμαστε διατεθειμένοι ν’ ἀδειάσωμε θεοφιλῶς ὅλα τὰ ὑπάρχοντα, τουλάχιστον νά μὴ τὰ κατακρατήσουμε ὅλα γιά τοὺς ἑαυτοὺς μας ἀσπλάγχνως· ἀλλὰ τὸ μὲν ἕνα ἂς τὸ πράξωμε, γι’ αὐτὸ δέ πού θὰ παραλείψωμε, ἂς ταπεινωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἐπιτύχωμε ἀπὸ αὐτὸν συγγνώμη, διότι ἡ φιλανθρωπία Του ἀναπληρώνει τὴν ἔλλειψί μας, γιά νά μή, ὃ μὴ γένοιτο, ἀκούσωμε τὴν ἀπαίσια φωνή· διότι, λέγει, «τότε θὰ εἰπεῖ καὶ στούς ἀπὸ τὰ ἀριστερά·φεύγετε ἀπὸ ἔμενα οἱ καταράμενοι». Πόσο φοβερὸ εἶναι τοῦτο! Ἀπομακρυνθεῖτε ἀπὸ τή ζωή, ἐκβληθεῖτε ἀπὸ τὴν τρυφή, στερηθεῖτε τὸ φῶς!

    20. Καὶ δέν λέγει μόνο τοῦτο, ἀλλὰ προχωρεῖ·«φεύγετε ἀπὸ ἐμένα οἱ καταραμένοι, στό αἰώνιο πῦρ, τὸ ἑτοιμασμένο γιά τὸν Διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του». Ὅπως δηλαδὴ οἱ ἀπὸ τὰ δεξιὰ θὰ ἔχουν ζωή, καὶ μάλιστα μὲ τὸ παραπάνω, ζωὴ μὲν ἀφοῦ θὰ συνευρίσκωνται μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸ παραπάνω δὲ ἀφοῦ θὰ εἶναι υἱοὶ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας Του, ἔτσι καὶ οἱ ἀπὸ τὰ ἀριστερά, ἀποτυγχάνοντας ν’ ἀποκτήσουν τὴν ἀληθινὴ ζωὴ λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ εὕρουν καὶ παραπάνω κακό, ἀφοῦ θὰ ἔχουν συνταχθεῖ μὲ τοὺς δαίμονες καὶ θὰ παραδοθοῦν στό κολαστικὸ πῦρ.

    21. Ποίου δὲ εἴδους εἶναι τὸ πῦρ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο ἅπτεται καὶ τῶν σωμάτων καὶ τῶν λογικῶν σὲ σώματα ὄντων, καὶ τῶν ἀσωμάτων πνευμάτων, θλίβοντας καὶ στενοχωρώντας τα παντοτινά, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λειώσει καὶ τὸ δικὸ μας πῦρ, κατὰ τὸ γεγραμμένο, «τὰ καιόμενα στοιχεῖα θὰ λειώσουν»; Πόση προσθήκη φέρει στήν ὀδύνη τὸ ἀνέλπιδο τῆς ἀπολυτρώσεως; Διότι, λέγει, ὑπάρχει ποταμός, ποὺ παρασύρει τὸ πῦρ ἐκεῖνο, ὅπως φαίνεται, καὶ τὸ φέρει μακρύτερα ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ δέν εἶπε “πορευθεῖτε”, ἀλλὰ «πορεύεσθε ἀπὸ ἐμένα οἱ καταραμένοι»· διότι ἔχετε ἀφθόνως δεχθεῖ τίς κατάρες ἀπὸ τοὺς πτωχούς, καὶ μὲ ὅλο πού ὑπέφεραν ἐκεῖνοι, ἐσεῖς πάντως εἶσθε ἄξιοι κατάρας. Λέγει δὲ πρὸς αὐτοὺς «πηγαίνετε στό πῦρ τὸ ἑτοιμασμένο» ὄχι γιά σᾶς, ἀλλὰ γιά τὸν Διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του· διότι τοῦτο δεν εἶναι προηγούμενο δικό μου θέλημα, δέν σᾶς ἔπλασα γι’ αὐτό, δέν ἑτοίμασα γιά σᾶς τὴν φωτιά. Τὸ ἄσβεστο πῦρ ἔχει ἀναφθεῖ γιά τοὺς δαίμονες πού ἔχουν ἀμετάβλητη τὴν ἕξι τῆς κακίας, μὲ τοὺς ὁποίους σᾶς συνέδεσε ἡ σύμφωνη μ’ ἐκείνους ἀμετανοήτη γνώμη. Εἶναι λοιπὸν ἐθελοντικὴ ἡ συμβίωσις μὲ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους. «Διότι ἐπείνασα καὶ δέν μοῦ ἐδώσατε νά φάγω, ἐδίψασα καὶ δέν μὲ ἐποτίσατε, ξένος ἤμουν καὶ δέν μὲ συμμαζεύσατε, γυμνὸς καὶ δέν μὲ ἐνδύσατε, ἀσθενὴς καὶ στή φυλακὴ ἤμουν καὶ δέν μ’ ἐπισκεφθήκατε». Ὅπως. ἀδελφοί, ἡ ἀγάπη καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης εἶναι πλήρωμα τῶν ἀρετῶν, ἔτσι τὸ μῖσος καὶ τὰ ἔργα τοῦ μίσους, ὁ ἀσυμπαθὴς τρόπος, ἡ ἀκοινώνητη γνώμη, εἶναι πλήρωμα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅπως τή φιλανθρωπία ἀκολουθοῦν καὶ συνυπάρχουν μὲ αὐτὴν οἱ ἀρετές, ἔτσι τήν μισανθρωπία ἀκολουθοῦν οἱ κακίες· γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ αὐτὴν μόνο καταδικάζονται.

    22. Θὰ ἤθελα λοιπὸν νά εἴπω ὅτι δέν ὑπάρχει κανένα δεῖγμα μίσους μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ νά προτιμοῦμε ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ τὸ ἄφθονο ἀργύριο· ἀλλὰ βλέπω τὴν κακία νά ἔχει εὕρει καὶ μεγαλύτερο δεῖγμα τῆς μισανθρωπίας. Ὑπάρχουν δηλαδὴ ἄνθρωποι πού ὄχι μόνο δέν ἐλεοῦν ἀπὸ ὅσα διαθέτουν πλουσίως, ἀλλὰ καὶ σφετερίζονται τὰ ξένα. Ἂς συλλογισθοῦν λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀπόφαση πρὸς τοὺς μὴ ἐλεήμονες, τὶ θὰ εὕρουν αὐτοὶ καὶ τὶ θὰ πάθουν, καὶ ποίας ἀκατανοήτης καὶ ἀφόρητης καταδίκης εἶναι ἄξιοι, ἂς ἀποστοῦν ἀπὸ τὴν ἀδικία καὶ ἂς ἐξιλεώσουν τὸ θεῖο διὰ τῶν ἔργων τῆς μετανοίας. Ἐκεῖνοι δὲ θ’ ἀποκριθοῦν τότε ὡς ἑξῆς· «Κύριε, πότε σὲ εἴδαμε νά πεινᾷς ἢ νά διψᾷς ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενή ἢ φυλακισμένον, καὶ δέν σὲ ὑπηρετήσαμε;».

    23. Βλέπετε καὶ αὐτὸ τὸ τελευταῖο κακό, τὴν ὑπερηφάνεια, συνεζευγμένη μὲ τὸν ἀσυμπαθὴ τρόπο, ὅπως τὴν ταπείνωσι μὲ τὴν συμπάθεια; Οἱ δίκαιοι ἐγκωμιαζόμενοι γιά τὴν φιλανθρωπία τους, ταπεινώνονται περισσότερο, δέν δικαιώνουν τοὺς ἑαυτοὺς των. Οἱ ὑπερήφανοι, ὅταν κατηγοροῦνται γιά τὴν ἀσπλαγχνία τους ἀπὸ τὸν ἀψευδῆ, δέν προσπίπτουν ταπεινωμένοι, ἀλλὰ ἀντιλέγουν καὶ δικαιώνουν τοὺς ἑαυτοὺς των. Γι’ αὐτὸ καὶ θ’ ἀκούσουν τὰ λόγια· «ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ἐφ’ ὅσον δέν τὸ ἐπράξατε σ’ ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐλαχίστους, δέν τὸ ἐκάματε οὔτε σ’ ἔμενα». Κι ἔτσι θὰ μεταβοῦν, λέγει, «αὐτοὶ μὲν σὲ αἰώνια κόλασι. οἱ δὲ δίκαιοι σὲ αἰώνια ζωή».

    24. Ἂς ἐλεήσωμε λοιπὸν τοὺς ἑαυτοὺς μας, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ἐλέους πρὸς τοὺς ἀδελφούς, ἂς ἀποκτήσωμε διὰ τῆς συμπαθείας τὴν συμπάθεια, ἂς εὐεργετήσωμε γιά νά εὐεργετηθοῦμε. Ἡ μὲν ἀνταπόκρισις εἶναι ὁμοία, διότι πρόκειται γιά εὐποιία καὶ φιλανθρωπία, γιά ἀγάπη καὶ ἔλεος καὶ συμπάθεια· ἀλλὰ δεν εἶναι ἴση κατὰ τὴν ἀξία καὶ τὸ μέτρο τῆς ὑπεροχῆς. Διότι ἐσὺ μὲν παρέχεις ἀπὸ ὅσα ἔχει ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὅσο μπορεῖ νά εὐεργετήσει ὁ ἄνθρωπος, παίρνεις δὲ σὲ ἀνταπόδοση ἀπὸ τοὺς θείους καὶ ἀκενώτους θησαυροὺς ἑκατονταπλάσια καὶ τὴν αἰώνια ζωή, καὶ εὐεργετῆσαι ἀπὸ ὅσα καὶ ὅσο μπορεῖ ὁ Θεὸς νά εὐεργετήσει, «πράγματα πού ὀφθαλμὸς δέν εἶδε καὶ οὗς δέν ἄκουσε καί πού δέν ἀνέβηκαν στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου».

    25. Ἂς σπεύσωμε λοιπὸν γιά νά ἐπιτύχωμε τὸν πλοῦτο τῆς ἀγαθότητος, ἂς ἀγοράσωμε μὲ ὀλίγα ἀργύρια αἰώνια κληρονομία, ἂς φοβηθοῦμε τέλος τὴν ἀπόφαση ἐναντίον τῶν ἀνοικτιρμόνων, γιά νά μὴ κατακριθοῦμε ἀπὸ αὐτὴν ἐκεῖ• ἂς μὴ φοβηθοῦμε μὴ τυχὸν γίνωμε πτωχοί, δίδοντας ἐλεημοσύνη, διότι θ’ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν Χριστό, «ἔλθετε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν γῆ». Ἂς φοβηθοῦμε καὶ ἂς κάμωμε τὸ πᾶν, γιά νά μὴ φανοῦμε ἀνάξιοι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἀσπλαγχνίας· «διότι αὐτὸς πού δέν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφὸ του, πού τὸν εἶδε», λέγει ὁ εὐαγγελιστής, «πῶς θ’ ἀγαπήσει τὸν Θεὸ πού δέν τὸν εἶδε», αὐτὸς δὲ πού δέν ἀγαπᾷ τὸν Θεὸ πῶς θὰ συνυπάρξει μὲ Αὐτόν; Καὶ αὐτός πού δέν συνυπάρχει μὲ Αὐτὸν θ’ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ Αὐτόν· ὁ δὲ ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ Αὐτὸν ὁπωσδήποτε θὰ πέσει στή γέεννα τοῦ πυρός.

    26. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἂς ἐπιδείξωμε ἔργα ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς μας ἐν Χριστῷ, ἐλεώντας τοὺς πτωχούς, ἐπιστρέφοντας τοὺς πλανημένους, σὲ ὅποια πλάνη καὶ πτώχεια καὶ ἂν εἶναι, δικαιώνοντας τοὺς ἀδικουμένους, δυναμώνοντας τοὺς κατακοίτους ἀπὸ ἀσθένεια, εἴτε πάσχουν τοῦτο διὰ τῶν αἰσθητῶν ἐχθρῶν καὶ νοσημάτων εἴτε διὰ τῶν ἀοράτων πονηρῶν πνευμάτων καὶ τῶν παθῶν τῆς ἀτιμίας, ἐπισκεπτόμενοι τοὺς φυλακισμένους, ἀλλὰ καὶ ἀνεχόμενοι αὐτούς πού μᾶς κτυποῦν, καὶ χαρίζοντας ὁ ἕνας στόν ἄλλο ὅποια μομφὴ ἔχει ἐναντίον του, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς τὴν ἐχάρισε. Καὶ γενικῶς, ἂς ἐπιδείξωμε τὴν μεταξὺ μας ἀγάπη μὲ κάθε τρόπο καὶ μὲ κάθε ἔργο καὶ λόγο, γιά νά ἐπιτύχωμε τὴν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀγάπη, νά εὐλογηθοῦμε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ νά κληρονομήσωμε τὴν ἐπηγγελμένη σ’ ἐμᾶς καὶ γιά μᾶς οὐράνια καὶ αἰώνια βασιλεία ἀπὸ τὴν θεμελίωση τοῦ κόσμου.

    27. Αὐτὴν εἴθε ν’ ἀποκτήσωμε ὅλοι ἐμεῖς, μὲ τὴν χάρη καὶ τήν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τὸν Ὁποῖο πρέπει στόν Πατέρα, καθὼς καὶ στό Ἅγιο Πνεῦμα, τιμὴ καὶ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

2.

Τούς πονεῖς τούς φτωχούς;

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Ἀργά τά ἄνοιξε τά μάτια του ὁ πλούσιος! Τότε πού εἶδε στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ τόν Λάζαρο! Τόν ἄνθρωπο, πού καταδεχόταν οὔτε νά τοῦ ρίξει μιά ματιά, ὅταν τόν εὕρισκε νά περιμένει ἔξω ἀπό τήν πόρτα του!

Καί τότε τό κατάλαβε καλά, τί σημαίνει ἐκεῖνο, πού λίγο πρίν ποτέ δέν θέλησε νά τό καταλάβει.

Στήν κόλαση βρέθηκε ὑποχρεωμένος, θέλοντας καί μή, νά κάμει ἕναν ἀπολογισμό. Ἐκεῖ, ἀναγκάσθηκε νά ψάξει νά ἰδεῖ, τί τοῦ εἶχε γίνει ἀφορμή νά χάσει, ἡ κακή του ἐκείνη διάθεση, πού δέν τόν ἄφηνε νά ἰδεῖ στό πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου τόν «πλησίον» του: δηλ. ἕναν συνάνθρωπο, πού ἔπρεπε νά τόν περιμένει ὅτι μποροῦσε κάποτε νά βρεθῆ καί ὁ ἴδιος στήν θέση του· καί εἶχε γι᾿ αὐτό χρέος νά τόν συμπονάει.

Ἄς ρίξωμε μιά ματιά στήν ἄθλια κατάσταση, πού εἶχε βρεθῆ τότε ὁ πλούσιος. Τώρα εἶχε φθάσει στό ἄκρο ἀντίθετο! Τότε εἶχε μεγάλη ἀφθονία. Τότε γλεντοῦσε, ὅσο πιό καλά μποροῦσε. Τώρα τά εἶχε χάσει ὅλα. Καί ὅσο πιό πολύ σκεπτόταν τήν μεγάλη ἀντίθεση, τόσο πιό πολύ τόν ἔτσουζε. Καί γι᾿ αὐτό εἶπε: «Πατέρα, Ἀβραάμ, λυπήσου με. Καί στεῖλε τόν Λάζαρο, νά «βουτήξει» ἔστω καί ἕνα δάχτυλό του σέ νερό, νά μοῦ δροσίσει λίγο τήν γλώσσα· γιατί ὑποφέρω πολύ μέσα σέ αὐτές τίς φλόγες» (Λουκ. 16,24).

Ἀπό τά λόγια αὐτά, ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά βγάλωμε τό συμπέρασμα, ὅτι ἀρκεῖ ἀκεῖ μιά σταγόνα νερό, γιά νά ἀνακουφίσει καί νά δροσίσει. Τά λόγια αὐτά μᾶς λένε μόνο, ὅτι ἐκεῖνοι πού ἔχουν πολλές ἁμαρτίες, ἐκεῖ θά ὑποφέρουν πολύ, ἐκεῖ θά ταλαιπωρηθοῦν πολύ· ἀπό τήν φοβερή ἐκείνη φωτιά· ἀπο τήν αἴσθηση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τους.

Ἀπό τά λόγια αὐτά τοῦ πλουσίου, μαθαίνουμε μόνο ὅτι:

Στήν τελική κρίση τοῦ Κυρίου ἡ ποινή θά εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τήν ἐσωτερική μας ἀθλιότητα.

Ὁ πλούσιος, σπρωγμένος ἀπό τήν ἄθλια κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν, ἀναγκάστηκε νά ζητήσει μιά σταγόνα νερό!

Ἐδῶ στήν γῆ, σπρωγμένος ἀπο τήν φιλαργυρία καί ἀσπλαγχνία του, εἶχε καταντήσει νά μή δίνει οὔτε μιά σταγόνα νερό!

Ἄραγε μποροῦσε ποτέ, νά βρεθεῖ γι᾿ αὐτόν κατάσταση πιό δίκαιη, μέχρι τίς τελευταῖες της λεπτομέρειες καί ταυτόχρονα πιό ὁδυνηρή;

Ζητάει μιά σταγόνα νερό!

Ποῖος;

Ἐκεῖνος, πού στόν φτωχό δέν ἔδινε οὔτε ψίχουλο ψωμί.

Τόν ἔκαμε ὁ Θεός, νά ποθήσει σταγόνα νερό! Γιά νά τόν κάμει νά καταλάβει, τί φοβερό πρᾶγμα εἶναι ἡ φτώχεια. Καί ποσο χρειάζεται νά εἴμαστε πονετικοί στήν φτώχεια.

Μετάφρ.: Ἀρχιμ. Α.Μ.

3.

Ὁ πλησίον μου, ἡ σωτηρία μου

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας τά τελευταία χρόνια ἀποτελεῖ ἡ διαστρέβλωση πού ὑφίσταται ἡ ὀρθόδοξη ἐσχατολογία, ὁ προφητικός λόγος δηλαδή περί τῶν ἐσχάτων. Κι εἶναι σύνηθες τό φαινόμενο ἄνθρωποι ἄπειροι πνευματικά, χωρίς ἐπίγνωση τοῦ τί σημαίνει Ορθοδοξία καί ποιά ἡ μεγαλειώδης οὐσία της, νά σπεύδουν νά ἐνασχοληθοῦν συστηματικά, χωρίς τίς ἀπαραίτητες πνευματικές προϋποθέσεις, μέ ὅ,τι ἔχει καταγραφεῖ εἴτε ὡς λόγος τοῦ Κυρίου, εἴτε ὡς λόγος κάποιου Ἀποστόλου ἤ Ἁγίου, σέ σχέση μέ τά ἔσχατα τοῦ κόσμου.

Μάλιστα, κύριο χαρακτηριστικό τῶν περισσοτέρων εἶναι ὅτι χωρίς νά ἔχουν μελετήσει πότε τά Εὐαγγέλια, τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, τίς Ἐπιστολές τοῦ Παύλου καί τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων, δηλαδή χωρίς νά ἔχουν ἔστω παρεμπιπτόντως ἀσχοληθεῖ μέ τά βασικά κείμενα τοῦ Χριστιανισμοῦ, προσκολλῶνται στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, διεκδικώντας τό δικαίωμα νά ἀναλύουν καί νά ἑρμηνεύουν αὐθεντικά ἕνα βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά», γιά τό ὁποῖο ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἑρμηνευτές τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁμολόγησε τήν ἀπόλυτη ἀνικανότητά του νά προχωρήσει στήν ἀνάλυσή του!

Ἐπειδή δέ οἱ περιγραφόμενες εἰκόνες στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη καί τά ἐν γένει ἐσχατολογικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἐναργέστατες καί παραστατικότατες, ἔχουν τήν ἱκανότητα, ἰδίως ὅταν ἀναπαράγονται ἐπιπόλαια, νά προκαλοῦν τόν φόβο καί νά ἐξάπτουν τήν φαντασία. Καταστρατηγεῖται ἔτσι τό γεγονός πώς ἡ Ἐκκλησία δέν χρησιμοποιεῖ τόν φόβο ὡς ποιμαντικό της ἐργαλεῖο, οὔτε θέλει ἀπό φόβο νά πορεύεται ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό καί νά οἰκοδομεῖ μιά ἐξ ἀνάγκης σχέση μαζί Του.

Περαιτέρω, παραθεωρεῖται ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο μᾶς δόθηκαν αὐτά τά κείμενα, ὁ ὁποῖος εἶναι νά προειδοποιηθοῦμε οἱ χριστιανοί ὅτι θά συμβοῦν μέσα στήν ἀνθρώπινη ἱστορία πολλά καί φοβερά, στά πλαίσια ἑνός μανιασμένου πολέμου ἐναντίον ταῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τῆς ἀληθινῆς πίστης. Στό τέλος ὅμως, ὡς αἰώνιος βασιλιάς θά νικήσει ὁ Χριστός, κι ὅσοι μείνουν πιστοί σέ Αὐτόν θά «συμβασιλεύσουν καί συνδιαιωνίσουν».

Ἡ κρίση

Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή παρουσιάζει αὐθεντικό λόγο τοῦ Κυρίου μας περί τῶν ἐσχάτων. Γιατί σήμερα αὐτό τό κείμενο; Διότι προηγήθηκαν πολλές περικοπές μέ κορυφαῖες τίς δύο προηγούμενες, τοῦ Τελώνη καί τοῦ Φαρισαίου καί τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, οἱ ὁποῖες παρουσιάζοντας γλαφυρά τή θεία ἀγάπη, μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσουν στό νά παραθεωρήσουμε τή θεία δικαιοσύνη. Περιγράφεται, λοιπόν, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο θά μᾶς κρίνει ὁ Θεός, γιά νά κατανοήσουμε ὅτι κανείς δέν ξεφεύγει ἀπό τή θεία δίκη, ἀλλά καί γιά νά προβληματιστοῦμε γόνιμα, γιά τό μόνο γεγονός πού ἀποτελεῖ ἀφορμή ἀνησυχίας, ὄχι ἀγωνίας, στήν ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, τό πῶς θά σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ κριτηρίου καί θά δώσει «τήν καλήν ἀπολογίαν».

Ποιό τό παράξενο στήν κρίση τοῦ Θεοῦ; Πουθενά δέν γίνεται λόγος περί ἁμαρτιῶν καί παραπτωμάτων, ἀλλά φαίνεται τά πάντα νά ἐξαρτῶνται ἀπό τή στάση τοῦ καθενός μας ἔναντι τοῦ ἄλλου, τοῦ ἐμπερίστατου ἀνθρώπου, τοῦ πλησίον. Καί μάλιστα μέ τήν ἔντονη διαβεβαίωση τοῦ Κύριου πώς ὅ,τι κάνουμε στόν ἀδελφό μας, τό κάνουμε προσωπικά στόν Κύριο. «Ἐμοί ἐποιήσατε».

Τό τραῦμα καί ἡ θεραπεία

Γιατί δέν γίνεται λόγος περί ἁμαρτίας; Ἄς θυμηθοῦμε τό πῶς συντελέστηκε τό προπατορικό ἁμάρτημα καί εἰσῆλθαν ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος στόν κόσμο. Ὁ ἀρχεκακος ὄφις ἀπομονώνει τήν Εὔα καί τήν παρασύρει σέ συζήτηση μαζί του. Ἡ Εὔα ἀντί νά καλέσει τόν Ἀδάμ, ὥστε ἑνωμένο τό ἀνθρώπινο γένος νά ἀντιμετωπίσει τήν πειρασμική προσβολή, συνεχίζει μόνη της ἕνα διάλογο μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν ἀλλοίωση τῆς ἀντίληψης τοῦ ἀνθρώπου περί τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ καί τῆς σκοπιμότητας τοῦ νόμου του. Ἡ ἀρχή τῆς ἁμαρτίας ἦταν ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῶν Πρωτοπλάστων, τῆς συνάφειας τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας, τῆς ἀγαπητικῆς ἐξάρτησης τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο! Φυσική λοιπόν, ἦταν ἡ συνέχεια καί ἐξέλιξη τῆς ἁμαρτίας, ὅταν ἡ Εὕα καί πάλι μόνη της ἀγνοώντας τόν Ἀδάμ καί ἀκυρώνοντας τήν παρουσία του, ὄχι μόνον γεύεται τόν καρπό τοῦ δένδρου τοῦ «γνῶναι καλόν ἡ κακόν», ἀλλά πορεύεται στή συνέχεια πρός αὐτόν καί τόν ὑποτάσσει προσφέροντάς του τόν ἴδιο καρπό καί προστάζοντας τον: «Φάγε»! Πρίν ἁμαρτήσουν ἐνάντιόν του Θεοῦ οἱ Πρωτόπλαστοι, ἁμάρτησαν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Καί πρίν ὁλοκληρωθεῖ ἡ προσβολή ἐναντίον του Θεοῦ, εἶχε συντελεστεῖ ἡ προσβολή ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτή ἡ διάσταση τῆς ἁμαρτίας ἔρχεται νά θεραπεύσει ἡ σημερινή περικοπή, χωρίς κἄν νά μιλάει γιά ἁμαρτία! Ἀντιστρέφει τή διαδικασία τῆς πτώσης καί προτάσσει τό γεγονός τῆς ἀγαθῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπο, ὡς ἀπαρχή καί ἐπιβεβαίωση τῆς ἀγαθῆς του πορείας πρός τόν Θεό Πάτερα. Ὅποιος συντηρεῖ τή διάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἄνθρωπο, δέν μπορεῖ νά ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Θεό. Ἀντίθετα, ὅποιος νοιάζεται καί πορεύεται ἀγαπητικα πρός τόν ἄνθρωπο, καλύπτει καί τήν ἀπόσταση πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό! Γι’ αὐτό καί ὡς ὑπέροχο συμπέρασμα, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης γράφει: «Ἄν πεῖ κανείς ὅτι ἀγαπῶ τόν Θεό καί ταυτόχρονα μισεῖ τόν ἀδελφό του, αὐτός εἶναι ψεύτης. Διότι ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του, τόν ὁποῖον βλέπει, πῶς εἶναι δυνατό ν΄ ἀγαπᾶ τόν Θεό ποῦ δέν Τόν ἔχει δεῖ πότε;» (Α’ Ἰω. 4,20). Αὐτή εἶναι ἡ προοπτική τῆς ἐνασχόλησής μας μέ τά ἔσχατα, ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον ὡς μέτρο τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό!

4.

Τελικὴ κρίση

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ σημερινὴ παραβολὴ εἶναι τόσο γνωστὴ σ’ἐμᾶς ποὺ ἴσως νὰ μήν ἔχουμε προσέξει τὸ μήνυμα της. Καὶ μιλάει γιὰ δύο πράγματα.

Μᾶς θυμίζει ὅτι θὰ ἔρθει μιὰ μέρα ὅταν θὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ, καὶ τὸτε θὰ ἔλθει ἡ κρίση. Ὄχι πὼς ὁ Θεὸς περιμένει νὰ μᾶς κρίνει καὶ νὰ καταδικάσει τὶς κακὲς μας πράξεις ˙ ἀλλὰ ὅταν θὰ σταθοῦμε ἐνώπιον Ἐκείνου ποὺ εἶναι ἡ ὀμορφιά, καὶ ἀνακαλύψουμε πόσο διαστρέψαμε τὴν εἰκόνα Του μέσα μας, ὅταν σταθοῦμε μπροστά σ’ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς ἀγάπησε τόσο πολὺ καὶ συνειδητοποιήσουμε πόση λίγη ἀγάπη Τοῦ δώσαμε – αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι κρίση;

Αὐτὸ συμβαίνει ἐπίσης στὶς σχέσεις μας. Κάποιες φορὲς ἀνακαλύπτουμε ὅτι κάποιος μᾶς ἀγάπησε τόσο βαθιά, τόσο ἀληθινὰ, καὶ πήραμε ὅ,τι μᾶς δόθηκε, τὴν ἀγάπη, τὴν ζεστασιά, τὴν τρυφερότητα, ὅλη την φροντίδα, τὶς θυσίες του , ὅτι ἀποδεχθήκαμε τὴ ζωὴ τοῦ προσώπου ποὺ μέρα μὲ τὴ μέρα ἀπαρνήθηκε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὸ καλό μας, δίχως ἀνταπόκριση, θεωρώντας δεδομένο ὅτι ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς προσφέρθηκε ἦταν δικαίωμά μας. Καὶ ἔρχεται μιὰ μέρα ποὺ αὐτὸ τὸ πρόσωπο πεθαίνει, καὶ ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι παίρναμε συνεχῶς, καὶ ποτὲ δὲν δείξαμε ἕνα σημάδι ἀναγνώρισης, ποτὲ δὲν κάναμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο νὰ νοιώσει ὅτι καταλάβαμε πόσο βαθιὰ, ἀληθινὰ, εὐγενικὰ μᾶς ἀγάπησε.

Καὶ τώρα, βρισκόμαστε μπροστὰ στὴν τελικὴ κρίση : πολὺ ἀργὰ, πολὺ ἀργά!.. Ὦ, τὸ πρόσωπο ποὺ μᾶς ἀγάπησε μᾶς ἔχει ἀπο καιρὸ ξεχάσει, καὶ τώρα αὐτὸ τὸ πρόσωπο λέει στὸν Θεὸ τὰ λόγια ποὺ ὁ Χριστὸς εἶπε ὅταν σταυρωνόταν: Πάτερ, συγχώρησε τους! Δὲν γνωρίζουν τὶ κάνουν… Ἀλλὰ πόσο ὀδυνηρὴ εἶναι ἡ κρίση, ἡ κρίση πρὸς τὸν ἑαυτό μας· ἡ αἴσθηση ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε τόσο εὐτυχισμένο τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο – καὶ δὲν τὸ κάναμε. Αὐτὴ εἶναι μιὰ κρίση πολύ πιὸ σοβαρὴ ἀπὸ τὴν κρίση ὁποιουδήποτε δικαστηρίου, κάτι ποὺ κάθε μέρα ποὺ θὰ περνάει θὰ μᾶς πληγώνει κατάκαρδα, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἐπίσημη καταδίκη.Δὲν θὰ κριθοῦμε σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας στὶς ἐντολὲς, ἀλλὰ ἄν μάθαμε ν’ ἀγαπᾶμε.

Καὶ ἡ σημερινὴ παραβολὴ μᾶς λέει κατ’ οὐσίαν: «Εἴσασταν ἀληθινοὶ ἄνθρωποι, ἤ ὄχι; Μπορέσατε νὰ πονέσετε, νὰ νοιώσετε συμπάθεια, ἀλληλεγγύη; Σταθήκατε σὰν ἀδέλφια στοὺς γύρω σας; Ἄν ναὶ, τότε θὰ νοιώθετε ἀπὸ τώρα μέσα σας τὴν πληρότητα μιᾶς νέας ζωῆς· ἀλλὰ δὲν εἴσασταν κἄν ἄνθρωποι, πῶς περιμένετε νὰ γίνετε μέτοχοι τῆς Θεϊκῆς φύσης;» Εἴμαστε ὅπως ἕνα διαμάντι ποὺ γεμίζει ἀπὸ φῶς καὶ λάμπει μέσα ἀπ’ αὐτὸ τὸ φῶς, καθὼς τὸ ἀντανακλᾶ πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις. Ἀλλὰ ἄν δὲν εἴμαστε ἔτσι, πῶς μπορεῖ νὰ φωτίζουμε τὸ κάθε τι γύρω μας;

Θυμᾶστε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πὼς ἄν ὁ ὀφθαλμός μας εἶναι τυφλὸς, τὰ πάντα γύρω μας εἶναι σκοτάδι˙ ἄν εἶναι τυφλὴ, κουφή, καὶ νεκρὴ ἡ καρδιά μας, ὅλα εἶναι νεκρά, καὶ ἥσυχα μέσα σ τὴ νεκρικὴ σιγὴ καὶ σκοτεινὰ στὸ σκοτάδι τῆς ἀπουσίας γύρω μας.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴμαστε ἀληθινοὶ ἄνθρωποι, πρέπει νὰ μάθουμε νὰ κοινωνοῦμε μὲ τὸν Ἕνα ποὺ εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μεταδώσει στὴν καρδιά, τὸ μυαλὸ καὶ τὴ ζωή μας ἀληθινὴ ἀγάπη, ἀληθινὴ συμπόνοια: τὸν Χριστὸ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Καὶ ὅσο εἴμαστε χώρια του, μποροῦμε νὰ νοιώθουμε αἰσθήματα συμπάθειας καὶ νὰ εἴμαστε φιλικοὶ καὶ εὐγενικοί, ἀλλὰ ἀκόμα δὲν γνωρίζουμε τὶ σημαίνει ν’ἀγαπᾶμε, ν’ ἀγαπᾶμε μ’ ὅλη τὴν ὕπαρξη μας, μὲ τίμημα τὴ ζωή καὶ τὸν θάνατο μας, μὲ ὅ,τι ἔχουμε μέσα μας: ν’ ἀγαπᾶμε μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ ὅραμα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν θυσιαστικὴ προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ Του χάριν τῆς σωτηρίας μας.

Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει: «Δὲν θὰ κριθοῦμε ἄν κάναμε θαύματα, ἤ ἄν εἴδαμε ὁράματα· ἀλλὰ θὰ κριθοῦμε ἐπειδὴ ποτὲ δὲν κλάψαμε γιὰ τὸν χωρισμό μας ἀπὸ τὸν Θεό». Οὔτε τὸ ἀντιληφθήκαμε ἀληθινά, ἐπειδὴ εἴμαστε τόσο συνηθισμένοι στὴν ἀπόσταση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα σ’ἐμᾶς καὶ σ’ Ἐκεῖνον· οὔτε κἄν συναισθανόμαστε πόσο μακρυὰ βρισκόμαστε, πόσο φτωχοὶ εἴμαστε μακρυά Του.

Καὶ πότε-πότε, νομίζω, εἶναι καλὸ νὰ θυμόμαστε κάποια ποὺ ἄγγιξε τὸ κράσπεδο τοῦ ἱματίου τοῦ Χριστοῦ, καὶ ποτέ, ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ξεχάσει τὶ ἔνοιωσε τότε. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς διαβάσω λίγες σειρὲς ἀπὸ τὰ γραπτὰ τοῦ Ἀββᾶ Σιλουανοῦ. Ὁ Ἀββᾶς Σιλουανὸς λέει ὅτι μιὰ μέρα ὁ Θεὸς τὸν πλησίασε καὶ ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ ξεχάσει αὐτὴν τὴν ἐμπειρία. Καὶ μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὸν Ἀδάμ, τὸν πατέρα τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ στὸν παράδεισο γνώρισε τὴ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, λέει:

Ὀ Ἀδάμ μαράζωσε πάνω στὴ γῆ κι ἔκλαψε πικρὰ καὶ ἡ γῆ δὲν ἦταν πιὰ γι’ αὐτὸν τόπος χαρᾶς. Ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ λόγια αὐτὰ ἦταν ἡ κραυγή του: Ἡ ψυχή μου ἐξουθενωμένη ἀπὸ τὴν λαχτάρα της γιὰ τὸν Κύριο καὶ Τὸν ἐπιζητῶ μὲ δάκρυα. Πῶς νὰ μὴν Τὸν ἀναζητῶ; Ὅταν ἤμουν κοντά Του, ἡ ψυχή μου ἦταν εὐτυχισμένη καὶ εἰρηνικὴ καὶ ὁ ἐχθρὸς δὲν μποροῦσε νὰ μὲ πλησιάσει.. Ποῦ εἶσαι Κύριε; Ποῦ εἶσαι Φῶς μου; Γιατὶ ἔκρυψες τὸ προσωπό Σου ἀπὸ ἐμένα; Πάει καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ ἡ ψυχή μου Σὲ ἔβλεπε καὶ ἐξουθενωμένη Σὲ ψάχνει καὶ Σὲ ἀναζητᾶ μέσα ἀπὸ τὰ δάκρυα. Ποῦ εἶναι ὁ Κύριος μου; Γιατὶ δὲν Τὸν βλέπει ἡ ψυχή μου; Τὶ Τὸν ἐμποδίζει νὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει μέσα μου; Εἶναι ποὺ δὲν ὑπάρχει σ’ ἐμένα ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἔχασα τὴ Θεία χάρη, μαζί μ’ Ἐκεῖνον, φωνάζω: Δεῖξε ἔλεος, Κύριε! Δῶσε μου πνεῦμα ταπείνωσης καὶ ἀγάπης. Ὦ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἐπικαλοῦνται, τοὺς κουρασμένους, ποὺ μέρα καὶ νύχτα, κραυγάζουν : Χάνομαι γιὰ Ἐσένα Κύριε καὶ ἐπικαλοῦμαι τ’ὄνομα Σου μὲ δάκρυα. Πῶς νὰ μὴν σ’ἀποζητῶ; Μ’ἔκανες νὰ Σὲ γνωρίσω καὶ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τότε ἕλκεται ἀπὸ τὴν χάρη Σου καὶ Σὲ ἀποζητᾶ μὲ δάκρυα».

Αὐτὸς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς, ἕνας ἁπλὸς Ρῶσος ἀγρότης, ποὺ βίωσε τὴ συγγένεια του μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔνοιωσε ὀρφανὸς πάνω στὴ γῆ δίχως τὴν παρουσία Του.

Ἄς προβληματιστοῦμε, ἐπειδὴ ὁ καθένας μας, σ’ εὐλογημένες στιγμὲς γνώρισε πόσο κοντά μας βρίσκεται ὁ Θεός. Ἀλλὰ πόσο εὔκολα εἴμαστε ἱκανοποιημένοι ὅταν εἴμαστε μόνοι σ’ ἕνα κόσμο παγωμένο, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους. Καὶ δὲν καλούμαστε νὰ γίνουμε ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀκτινοβολεῖ μέσα ἀπὸ ἐμᾶς. Ἔτσι, ἄς ἀφήσουμε τὸ φῶς νὰ λάμπει μέσα μας, ἔτσι ποὺ οἱ ἄνθρωποι νὰ δοξάζουν τὸν οὐράνιο Πατέρα μας. Ἀμήν.

5.

Παραβολή τῆς μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

 

 

«Ὃταν» κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν «ἔλθῃ ὁ υἱός τοῡ ἀνθρώπου» ὁ Χριστός «ἐν τῆ δόξῃ αὐτοῦ καί πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ’αὐτοῦ, τότε θα καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ συναχθήσεται » θά συγκεντρωθοῦν «ἒμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἒθνη » ὃλοι οἱ ἄνθρωποι. Τότε «ἀφοριεῖ αὐτούς ἀπ’ ἀλλήλων » θά χωρίσῃ τούς καλούς ἀπό τούς κακούς «ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐριφίων» ὃπως ὁ τσοπάνης χωρίζει τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια «καί στήσει» θά τοποθετήσῃ τιμητικῶς «τά μέν ποόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια» τά κατσίκια «ἐξ εὐωνύμων» εἰς τά ἀριστερά Του. «Τότε ἐρεῖ» θά εἲπῃ «ὁ βασιλεύς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ» εἰς τά ἐκ δεξιῶν πρόβατα Του «δεῦτε» ἐμπρός «οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμενην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» τήν πρός χάριν σας ἑτοίμην βασιλικήν χαράν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ὁ κόσμος. Σᾶς περιμένει! « Ἐπείνασα γάρ» διότι ἐπείνασα «καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» μοῦ ἐδώκατε καί ἔφαγα, «ἐδίψησα και ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί συνηγάγετέ με» μέ ἐφιλοξενήσατε, «γυμνός και περιεβάλετέ με» μέ ἐνεδύσατε, «ἠσθένησα καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι» θά ἀποκριθοῦν εἰς Αὐτόν οἱ δίκαιοι «λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα καί ἐθρέψαμεν ἢ διψῶντα καί ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σέ εἲδομεν ξένον καί συνηγάγομεν» σέ ἐφιλοξενήσαμεν «ἢ γυμνόν καί περιεβάλομεν» σέ ἐνεδύσαμεν; «Πότε δέ σέ εἲδομεν ἀσθενῆ και ἐν φυλακῇ καί ἢλθομεν πρός σέ; καί ἀποκριθείς ὁ βασιλεύς ἐρεῖ αὐτοῖς» θά εἴπῃ εἰς αὐτούς». «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἐφ’ ὃσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων» ὃτι ἐκάματε εἰς τούς μικρούς αὐτούς ἀδελφούς «ἐμοί ἐποιήσατε» εἰς ἐμέ τό ἐκάματε.

«Τότε ἐρεῖ καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων» τότε ὁ Κύριος θά εἲπῃ καί εἰς τούς ἐξ ἀριστερῶν «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ καταραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῶ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Ὅπως ἡ χαρά τοῦ παραδείσου περιμένει τούς δικαίους κατά παρόμοιον τρόπον ἡ θλῖψις τῆς κολάσεως περιμένει τόν Διάβολον καί τούς ἀγγέλους του, ὃσοι τόν ὑπηρέτησαν. «Ἐπείνασα γάρ καί οὔχ ἔδωκατέ μοί φαγεῖν, ἐδίψησα και οὔκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός καί οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενής και ἐν φυλακῆ και οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται και αὐτοί λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνόν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῆ και οὐ διηκονήσαμέν σοι ;» δέν σέ ὑπηρετήσαμεν; «Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων∙ ἀμήν λέγων ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἔφ’ ὃσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων» ὃ,τι δέν ἐκάματε εἰς τούς μικρούς «οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε». Καί «ἀπελεύσονται» καί θά ἀπέλθωσιν «οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, oἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ἀνάλυσις τῆς παραβολῆς. Ἐδῶ δεν ἒχομεν παραβολήν ὃπως προηγουμένως, ἀλλά εἰκόνα τῆς «μελλούσης Κρίσεως». Ὁ Χριστός ὀνομάζεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, διότι, ὃ,τι εἶπε καί ἔπαθε, τό εἶπε καί τό ἒπαθε δι’ ὃλους τούς ἀνθρώπους καί ὃ,τι λέγομεν καί πράττομεν καί ἡμεῖς καλόν ἤ κακόν εἰς τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τό λέγομεν καί πράττομεν διά τόν Χριστόν. Ὁ χωρισμός τῶν προβάτων ἀπό τῶν ἐριφίων ὑπό τοῦ Χριστοῦ σημαίνει τήν ἐκεῖ εὐκολίαν τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἀχωρίστων ἐδῶ καλῶν καί κακῶν ἀνθρώπων.. Μεθ’ ὃσης δηλαδή εὐκολίας χωρίζει ὁ τσοπάνης τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια, μετά τῆς αὐτῆς εὐκολίας θά χωρίσῃ ὁ Θεός καλούς καί κακούς. Πρός ἐρίφια παρομοιάζονται οἱ κακοί ἄνθρωποι, διότι οὗτοι εἶναι ἄγονοι καί ἄγριοι ὃπως τά κατσίκια. Πρός πρόβατα παρομοιάζονται οἱ εὐσεβεῖς, διότι οὗτοι εἶναι ἀθῶοι, πρᾶοι καί γόνιμοι, ὃπως τά πρόβατα. Ἡ ἐκ δεξιῶν θέσις εἶναι τιμῆς ἕνεκεν. Ἡ ἐξ ἀριστερῶν θέσις ἀτιμίας δεῖγμα. Οἱ δίκαιοι ὀνομάζονται εὐλογημένοι τοῦ Πατρός, ἐνῶ οἱ ἄδικοι κατηραμένοι ἄνευ τῆς προσθήκης τοῡ Πατρός, διότι οἱ δίκαιοι σώζονται διά τῆς θείας χάριτος, δι’ἧς εἰργάσθησαν ἐδῶ τήν ἀρετήν καί ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τήν ἀμοιβήν, οἱ δέ ἄδικοι τιμωροῦνται ἐξ ἰδίων των ἔργων. Ἑπομένως αἰτία τῆς σωτηρίας μας ἡ θεία χάρις, τῆς δέ ἀπώλειάς μας τά κακά μας ἒργα.

Ἡ ὡς ἀμοιβή διδομένη «βασιλεία» ἤτοι ἡ βασιλική δόξα χαρακτηρίζεται ὃτι εἶναι ἡτοιμασμένη ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἳνα τονισθῆ τό μέγα ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ ὑπέρ ἡμῶν. Ἔργα ἐλεημοσύνης φέρονται, ὃτι θά ἀμειφθῶσιν ἐκεῖ ὂχι διότι ἀποκλείει την ἀμοιβήν τῶν ἄλλων ἀρετῶν, ἀλλά διότι εἰς τά ἒργα τῆς ἐλεημοσύνης ἐκδηλοῦται περισσότερον ἡ ἀγάπη. Οἱ δίκαιοι ἐρωτοῦν πότε εἶδαν τόν Χριστόν πεινῶντα, διψῶντα καί ἒδωκαν εἰς Αὐτόν,τροφήν καί ὓδωρ ὂχι διότι ἀγνοοῦν τήν ἀμοιβήν, ἀλλά θαυμάζουν τήν γενναιοδωρίαν τοῦ Δεσπότου Θεοῦ καί ἀγνοοῦν ὃτι ἔκαμον καλόν, διότι κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου, δέν ἐγνώριζεν ἡ δεξιά των τί ἐποίει ἡ ἀριστερά των. Δέν γνωρίζουν καί οἱ κακοί τάς κακάς των πράξεις καί ποίας συνεπείας ἔχουσιν αὗται, διότι εἶναι τυφλωμένοι. Ἑπομένως οἱ μέν καλοί ἀγνοοῦν τάς καλάς πράξεις ἀπό ταπείνωσιν, οἱ δέ κακοί ἀγνοοῦν τάς κακάς πράξεις ἀπό τύφλωσιν. Ὁποία διαφορά !

Ἐνταῦθα δέν κατηγοροῦνται κακαί πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἀλλά καλαί αἱ ὁποῖαι δέν ἔγιναν. Πόσον αὐστηρόν καί δίκαιον τό δικαστήριον ἐκεῖνο ! Δέν ἐζήτησεν ὁ Θεός ἐργασίαν μεγάλων ἐλεημοσύνων, ἀλλά τῶν ἀναγκαίων, τῶν δυνατῶν καί τῶν ἐλαχίστων. Ἀναγκαῖα εἶναι ἄρτος, φιλοξενία, ἔνδυσις τοῦ γυμνοῦ. Οὒτε πολυτέλειαν τραπεζῶν ἀπῃτησεν, ἳνα δώσωμεν ὡς ἐλεημοσύνην οὒτε πληθώραν ἐνδυμάτων. Δέν ἐζήτησε νά θεραπεύσωμεν τούς ἀσθενεῖς καί ἀποφυλακίσωμεν τούς φυλακισμένους, ἀλλά τό δυνατόν εἰς ἡμᾶς ἤτοι ἐπίσκεψιν αὐτῶν. Καί τό ἐλάχιστον ὕδωρ εἶναι ἀξιόμισθον ὑπό τοῦ Κυρίου. Ἡ σιωπή τῶν ἀδίκων ἔπειτα ἀπό τήν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου σημαίνει, ὃτι τότε πᾶν στόμα θά φραγῆ. Ὁ Χριστός θά ἀπευθυνθῆ καί θά ἐρωτήσῃ πρῶτον τούς δικαίους, ἳνα ἀκούσωσιν οἱ ἁμαρτωλοί τήν ἀρετήν αὐτῶν καί οὕτω ἐλεγχθῶσιν. Εἰς τήν τιμωρίαν ὃμως θά προηγηθοῦν οἱ κακοί πορευόμενοι εἰς κόλασιν αἰώνιον καί θά ἀκολουθήσουν οἱ ἀγαθοί πορευόμενοι εἰς ζωήν αἰώνιον, ἳνα μή ἲδωσιν oἱ ἄδικοι τήν δόξαν τῶν δικαίων ἐκ τοῡ πλησίον, ἀλλά μόνον ἐκ τοῦ μακράν ἐν Ἅδῃ, οἱ δέ δίκαιοι ἲδωσι τήν καταδίκην τῶν ἀδίκων ἀπερχομένων εἰς τήν τιμωρίαν.

Θέμα: Ὕπαρξις καί εἶδος Μελλούσης Κρίσεως.

Ἡ παροῦσα εὐαγγελική διήγησις μᾶς εἶπεν, ὃτι θά ἔλθῃ στιγμή κατά τήν ὁποίαν θά χαλάσῃ αὐτός ὁ κόσμος και ὃλα τοῦ κόσμου τά μεγαλεῖα καί αἱ συμφοραί. Ἕνα μεγαλεῖον καί μιά συμφορά θά μείνουν εἰς τήν θέσιν των μέ δικαιώματα αἰωνίου ὑπάρξεως. Ποῖα εἶναι αὐτά; Ἡ ἀρετή καί ἡ κακία. Πλοῦτος ὑλικός, ἐπιδόσεις ἐπιστημονικαί, φλέβαι καλλιτεχνικαί ὡς γνώσεις ἐπί μέρους, ὃπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θά καταργηθοῦν, διότι θά ἒλθῃ τό τέλειον. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς χωλαίνομεν τόσον στήν πίστιν τῆς ὑπάρξεως μελλούσης ζωῆς, ὃσον καί εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας μεταξύ τῶν πολλῶν ἀξιῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν! Ἄλλοι δηλαδή ἄνθρωποι ἀπιστοῦν, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα ζωή μέ διάφορες δικαιολογίες (ἤ ὃτι δέν εἶδον καί δέν πιστεύουν, ἤ ἀπό τάς ἀδικίας τοῦ κόσμου τούτου ἒρχονται, καί εἰς αὐτήν τήν ἀνυπαρξίαν τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ βίος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἀντίκειται πρός τάς τοιαύτας πεποιθήσεις κ.λ.π.) Ἄλλοι δέ πιστεύοντες εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς σφάλλουσιν εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας, θαυμάζοντες τάς ἐπιστημονικάς κορυφάς, τίς καλλιτεχνικές φλέβες, τόν ὑλικόν πλοῦτον ἤτοι ἀποθεώνουν τήν ἀξίαν τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης καί τοῦ ἐπιγείου πλούτου, ἀδιαφοροῦσι δέ εἰς τήν ἀξίαν τοῦ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου. Ἡ περικοπή αὐτή τοῦ εὐαγγελίου θέτει καί. τά δύο αὐτά πράγματα εἰς τήν θέσιν των. Ἄς τά μελετήσωμεν.

Α’. Ὓπαρξις μελλούσης Κρίσεως. «Φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Ἰδού τό ἔμβλημα πολλῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου! Ἡ μέλλουσα ζωή εἶναι δι’ αὐτούς παραμύθι τῶν παπάδων καί ἀρχόντων πρός ἀργυρολογίαν αὐτῶν ἤ συγκράτησιν τοῦ λαοῦ ἀπό τό κακόν. Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος, λέγουν ἄλλοι. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ἀνωτέρα μορφή τοῦ ζώου, δευτέρα ἔκδοσις τοῦ πιθήκου ἐπηυξημένη καί βελτιωμένη, ἰσχυρίζονται οἱ ὑλισταί. Ὅπως τό ζῶον ἒτσι καί ὁ ἄνθρωπος μετά τόν θάνατον ἐπανέρχεται εἰς ἀνυπαρξίαν.

Ἄς μελετήσωμεν τόν ἄνθρωπον φιλοσοφικῶς, ἳνα ἲδωμεν, ἄν αὐτά εὐσταθοῦν. Κατά τήν μελέτην μας δέν θά πάρωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως τί πιστεύουν 5 ἤ 10 ἄνθρωποι, θά λάβωμεν κάτι τό ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς ὃλους τούς ἀνθρώπους ὃλων τῶν ἐποχῶν, ὃλων τῶν τόπων ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς προελεύσεως, φύλου, ἡλικίας κ.λ.π. κάτι δηλαδή τό πανανθρώπινον. Ποῖον εἶναι τοῦτο; Ἰδού. Οὐδείς ἄνθρωπος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νά μην ἐδοκίμασεν ἒστω καί μίαν φοράν εἰς τήν ζωήν του τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως διά κακήν διαγωγήν τοῦ ἄλλου. Εἰς ὃλους μας δηλαδή κάποτε θά ἐδόθη ἡ περίστασις ἤ ἀφορμή νά αἰσθανθῶμεν ἀγανάκτησιν διά κάποιαν, κατά τήν ἀντίληψιν μας ἀδικίαν. Τό φαινόμενον τοῦτο τῆς ἀγανακτήσεως ἀναλυόμενον τί σημαίνει; Σημαίνει, ὃτι μέσα σέ κάθε ἄνθρωπον ζοῦν δύο κόσμοι. Ὁ μέν εἷς λέγει. Ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται, ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Παρ’ ὃλην ὅμως τήν ἐσωτερικήν αὐτήν φωνήν παρατηροῦμεν εἰς τήν ζωήν τό ἀντίθετον ἤτοι ὁ κακός νά περνᾶ πολλές φορές καλά, νά ἔχῃ δηλαδή ἐξωτερικάς τιμὰς καί ἀπολαύσεις, ὁ δέ δίκαιος νά ὑποφέρῃ σηκώνων τόν σταυρόν του μέχρι τοῦ Γολγοθᾶ, ὃπως καί ὁ Ἰησοῦς. Οἱ δύο κόσμοι ἐσωτερικός καί ἐξωτερικός ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν. Ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν δύο αὐτῶν κόσμων, τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, γεννᾶται τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως.

Διά νά ἠρεμήσῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκ τῆς συγκρούσεως τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως καί τῆς ἐξωτερικῆς ἀδικίας πρέπει ἕνα ἐκ τῶν τριῶν νά συμβῆ.

1)Ἢ νά μήν ὑπάρχῃ εἰς τον κόσμον ἡ ἀδικία ἤ

2) ἐάν ὑπάρχῃ, νά λείψῃ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός μας ἀόρατος κόσμος τῆς δικαιοσύνης καί

3) ἐφ’ ὃσον ὑπάρχουν καί τά δύο αὐτά, πρός λύσιν τῆς τραγικῆς συγκρούσεως τούτων, πρέπει νά παραδεχθῶμεν την μέλλουσαν ζωήν, ὃπου τά πράγματα θά εὓρουν τήν θέσιν των.

Εἶναι ὃμως δυνατόν νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός κόσμος τῆς δικαιοσύνης, νά μήν ὑπάρχη ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως ; Ἀπαντῶ: Ὄχι καί ἰδού διατί. Τόσον βαθειά εἶναι ριζωμένος ὁ κόσμος αὐτός, ἡ φωνή αὐτή μέσα μας, ὥστε τόσαι ἀδικίαι τόσων αἰώνων, τόσων μεγάλων καί τρανῶν ἀνθρώπων δέν ἴσχυσαν νά πνίξουν τήν πανανθρωπίνην αὐτήν φωνήν τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τήν φωνήν τῆς συνειδήσεως, ἀλλά ἐξακολουθοῦμεν νά ἐπιμένωμεν, ὃτι ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται καί ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἐξωτερική πραγματικότης τῆς ἀδικίας. Πόσοι δίκαιοι δέν ἐκρεμάσθησαν ὃπως ὁ Ἴησοῦς; Πόσοι κακοί δέν καλοπερνοῦν! Τί πρέπει νά γίνῃ διά νά εἴμεθα σύμφωνοι μέ τό βάθος μας, μέ τόν ἑαυτόν μας, μέ τήν λογικήν; Ἰδού! Εἶναι δίκαιον, λογικόν ὁ δίκαιος ὁ ὁποῖος ἠδικήθη ἐδῶ καί ὁ ἄδικος ὁ ὁποῖος δέν ἐτιμωρήθη ἐδῶ, ὃπως καί ὃσον ἔπρεπε, νά εὓρουν ὁ μέν δίκαιος τήν ἀμοιβήν, ὁ δέ ἄδικος τήν τιμωρίαν κάπου ἀλλοῦ ἤτοι εἰς τήν ἄλλην ζωήν. Εἶναι ἄδικον, ἐάν τά πράγματα δέν τεθοῦν εἰς τήν θέσιν των. Ὥστε ἡ μή ὓπαρξης τῆς μελλούσης ζωῆς, ἀμοιβῆς καί τιμωρίας ἤτοι Κολάσεως καί Παραδείσου ἀντίκειται εἰς τήν ἐσωτάτην φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀδικία! Ἑπομένως ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγουσι μερικοί, ὃτι «ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος» διότι ἐδῶ καλοπερνοῦν καί κακοπερνοῦν οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ψευδές. Ἐδῶ ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος εἶναι μπερδεμένα, διότι πολλοί οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τήν κόλασιν εἶναι εἰς τόν παράδεισον καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τόν παράδεισον εἶναι εἰς τήν κόλασιν. Πρέπει νά ξεμπερδευτοῦν. Τοῦτο θά γίνη εἰς τήν ἄλλην ζωήν.

Πλήν τούτου. Σκεφθῆτε σοβαρά, ὃτι ὁ θάνατος εἶναι τό τελικόν τέρμα ὃλων, ὥστε ἄν λάβωμεν μιά ζυγαριά καί θέσωμεν εἰς τόν ἓνα δίσκον ὃλας τάς χαράς τοῦ κόσμου καί εἰς τόν ἄλλον δίσκον τόν θάνατον, ἀσφαλῶς βαρύτερος εἶναι ὁ θάνατος.

Ό Pascal ἔχει ἐπί τοῦ προκειμένου μίαν πολύ σοφήν σκέψιν, τήν ἑξῆς: «Ἄς ὑποθέσωμεν, λέγει, ὃτι ἒλυσα ὃλα τοῦ κόσμου τά προβλήματα, φιλοσοφικά, ἀστρονομικά, μαθηματικά, γεωλογικά, ἱστορικά κ.λ.π. δέν ἔλυσα ὃμως τό πρόβλημα τοῦ θανάτου και τώρα ἀποθνήσκω, θά δυνηθοῦν ἐκεῖνα τά λυθέντα προβλήματα νά θερμάνουν τήν παγωνιά τοῦ ἄλυτου προβλήματος τοῦ βασάνου, κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου μου; Ὄχι ἀσφαλῶς. Kαί ἀντιστρόφως. Οὐδέν ἔλυσα ἐκ τῶν κοσμικῶν καί ἐπιστημονικῶν προβλημάτων, ἔλυσα ὃμως τό τοῦ θανάτου πρόβλημα θετικῶς καί ἐπείσθην, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα μακαριότης καί ἀποθνήσκω, θά δυνηθῆ νά ψυχράνῃ ἡ ἂγνοια τῶν ἀλύτων ἐκείνων προβλημάτων τήν γνῶσιν τοῡ προβλήματος τοῦ θανάτου; Ὄχι. Ἂρα; Πρέπει νά λύσωμεν τό πρόβλημα τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς. Τοῦτο θά λυθῆ, ἂν πιστεύσωμεν εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς. Ὅ,τι θεωρεῖ λοιπόν ἡ λογική ὡς ἀπαραίτητον, τό λέγει ὁ Κύριος ρητῶς, ὡς εἲδομεν εἰς τήν διήγησιν τῆς μελλούσης Κρίσεως. Πολλοί πιστεύουν ὃτι ὑπάρχει, άλλά ἀγνοοῦν εἰς τί θά ἀπολογηθοῦν. Ἲδωμεν.

Β) Ἡ μέλλουσα Κρίσις. Ὥστε ἀπό λογικῆς ἀπόψεως πρέπει νά ὑπάρχῃ μέλλουσα ἀποκατάστασις τῶν ἀδικιῶν τοῦ κόσμου, ἀπό χριστιανικῆς δέ ἀπόψεως ὑπάρχει. Πῶς θά κριθῶμεν τότε; Κρίσις ὑπάρχει καί ἐδῶ. Καί ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι κρίνομεν. Ἤτοι θέτομεν ἄλλους ἐκ δεξιῶν μας, ἄλλους ἐξ ἀριστερῶν μας. Ὡς βάσις τῆς κρίσεως λαμβάνονται διάφορα χαρίσματα τοῦ κόσμου, ὀμορφιά, φωνή, πλοῦτος, γνώσεις, καλλιτεχνία. Ἢτοι ἐκ δεξιῶν τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν ἤ τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό δυσμένειαν τίθεται ὁ ἐκ φύσεως μή ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν καί ἐξ’ οἰκονομικῆς ἀνεχείας μή εὐπαρουσίαστος κατά τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά δεξιά μας τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά την μορφήν ἢ ἒχων ἐκ φύσεως μελῳδικήν ψαλμῳδίαν καί ἀπαγγελίαν, ἐξ εὐωνύμων ὁ ἠδικημενος εἰς τά τοιαῦτα. Ὑπό θαυμασμόν ἔχομεν τόν μεγάλον ἐπιστήμονα καί καλλιτέχνην, ὑπό περιφρόνησιν δέ τόν μή πεπροικισμένον ὑπό τοιούτων χαρισμάτων. Ὑπό ἐκτιμησίν μας εἰς τά δεξιά μας ὑπάρχουν οἱ θεραπεύοντες τόν ὑλικόν ἤ πνευματικόν ἐγωισμόν μας, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό τήν δυσμένειαν μας οἱ θίγοντες ἡμᾶς ὑλικῶς ἤ ἠθικῶς. Ἰδού πῶς κρίνομεν, πῶς χωρίζομεν ἡμεῖς τά πράγματα.

Δέν θέλω νά περιφρονήσω ὃλας τάς ἀξίας αὐτάς. Ἀρκεταί ἐξ αὐτῶν εἶναι χαρίσματα τοῦ θεοῦ καί εἶναι ἂξια πάσης προσοχῆς. Ἐν τούτοις ὡς βάσις κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν θά ληφθῆ κάτι, τό ὁποῑον δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους καί ὂχι εἰς ὀλίγους. Ἡ ὡραία μορφή καί φωνή, ἡ εὐφυΐα, ὁ πλοῦτος κ.λ.π. εἶναι εἰς μερικούς ἀνθρώπους καί πρόσκαιρα. Ποῖον εἶναι τό κοινόν ἀγαθόν, τό ὁποῖον θά μείνῃ αἰώνιον; Εἶναι ἡ πρός τόν ἄλλον βοήθεια. Αὐτή ἡ ἀξία δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους. Ὅλοι μποροῦμε νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι. Ὅλοι δέν μποροῦμε νά γίνωμεν ἐπιστήμονες, ψάλται κ.τ.λ. . Ἑπομένως κατά τόν μεγάλον ἐκεῖνον χωρισμόν θά κριθῶμεν ἐπί τῆ βάσει ὂχι τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ ἀλλά τῆς ἰδικῆς μας διαθέσεως καί ἐργασίας.Ὄχι δηλαδή ἄν, εἶχες σπίτια καί ἀνάκτορα θά τεθῆς εἰς τά δεξιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἄν ἐφιλοξένησες. Ὄχι ἄν εἶχες ρευστόν χρῆμα, ἄλλα ἄν μέ αὐτό ἐνέδυσες τό ὀρφανόν. Ὄχι ἄν ἦσο ἐλεύθερος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς φυλακισμένους. Ὄχι ἄν ἦσο ὑγιής καί εὔρωστος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς ἀσθενεῖς. Ὄχι ἄν ἐφοροῦσες πολυτελῆ ἐνδύματα, ἄλλα ἄν ἐνέδυες τόν γυμνόν. Ὄχι ἄν εἶχες φίλους καί φίλας, ἄλλα ἄν ἐφιλοξένεις τούς ξένους. Ὄχι ἄν κατήγεσο ἀπό οἰκογένειαν μεγάλην καί τρανήν καί ἐκαυχᾶσο δι’ αὐτήν, ἀλλά ἄν συνεπάθης τήν χήραν καί τό ὀρφανό, oἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ὂχι οἰκογένειαν, ἄλλα οὔτε σύζυγον καί πατέρα.

Γενικῶς δέ οἱ ἄνθρωποι θά χωρισθοῦν ἐκεῖ εἰς ἀνθρώπους καί παληανθρώπους. Πόσον σοφός, δίκαιος, συγκινητικός καί ὠφέλιμος εἶναι ὁ χωρισμός ἐκεῖνος! Ἄς φροντίσωμεν νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι.

6.

Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Ματθ 25, 31-46)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε»

Στὶς παραβολὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Κύριος, ἔλεγε τὴ φράση ‹‹ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν›› (Ματθ. 22,2), δηλ. Παρομοιάζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ δέκα παρθένες, μὲ πολύτιμο μαργαρίτη, μὲ ἀγρὸ ἢ μὲ χαμένη δραχμὴ κ. ἄ. Στὸ σημερινὸ ὅμως Εὐαγγέλιο δὲν ὁμιλεῖ παραβολικά, ἀλλὰ ἀποκαλύπτει μιὰ κατάσταση πραγματικὴ καὶ δείχνει ἀποκαλυμμένο τὸν ἑαυτό Του, γι’ αὐτὸ καὶ λέγει ‹‹ὅταν ἔλθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ› (25,31), ποὺ σημαίνει πὼς ἡ περικοπὴ ἐκφράζει πλήρως τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν τελικὴ Κρίση τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τῶν ἀνθρώπων

Μία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἔλεός Του. Μᾶς καταδιώκει συνεχῶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος, ὁ πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἔχει πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸ Δημιουργό του, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἰδιότητα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς εὐεργεσίας τοῦ πλησίον εἶναι ἐκείνη ποὺ τὸν κάνει νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο. Ὁ Χριστὸς διῆγε τὴ ζωὴ Του κάνοντας διαρκῶς εὐεργεσίες στοὺς ἄλλους καὶ ‹‹ἰᾶτο πάντας›› (Λουκ. 6,19). Ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτὸ Του ἔδωσε ‹‹λύτρον ἀντὶ πολλῶν›› (Μάρκ. 10,45), ὡς δεῖγμα καὶ καρπὸ τῆς μεγάλης Του ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Οἱ φτωχοὶ ἀδελφοί μας, εἴτε εἶναι πεινασμένοι εἴτε ἄρρωστοι καὶ ἐνδεεῖς, εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔχουν ‹‹ἐνδυθεῖ››, ‹‹κατὰ τὸν ἔσω ἀνθρωπον››, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο. Ἔχουν τὸ ἴδιο βάπτισμα μέ μᾶς, μετέχουν στὴν ἴδια χάρη, ὑπακούουν στοὺς ἴδιους νόμους τοῦ Θεοῦ, μετέχουν στὴν ἴδια θεία Εὐχαριστία κι ἔχουν τὶς ἴδιες μὲ μᾶς ἐλπίδες. Πολὺ ὡραῖα τὸ τονίζει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ‹‹ἀδελφὸν γὰρ τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μηστηρίων κοινωνία››. Ἡ ἐλεήμων καρδία κάνει τὸν ἄνθρωπο κληρονόμο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τόσο τὰ μεγάλα χαρίσματα, ὅπως π.χ. τὰ θαύματα, τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἡ μεγάλη σοφία τοῦ νοῦ κ.λ.π.

Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, περιγράφει πῶς πρέπει νὰ εἶναι μία ἐλεήμων καρδιά, δηλ. πῶς γίνεται ὁ ἄνθρωπος φιλάνθρωπος. Ὀφείλει νὰ καίγεται ἡ καρδιά του ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Νὰ ἀγωνιᾶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὀρνέων, ὑπὲρ τῶν ζώων, ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῶν δαιμόνων, ἂν εἶναι δυνατόν. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τέτοια καρδιά, τὰ δάκρυα εἶναι ἀσταμάτητα. Δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει δυστυχία ἢ νὰ δεῖ κάποια βλάβη καὶ νὰ μὴ συγκλονισθεῖ, νὰ μὴ δακρύσει. Προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν του ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως. Ὅλοι κι ὅλα νὰ ἐλεηθοῦν ἀπ’τὸ Θεό. Βλέπουμε, λοιπόν, πὼς ἕνα δάκρυ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουμε δική μας τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἀγάπη μας πρὸς τοὺς ἄλλους;

Ἕνας ἀοίδιμος Ἐπίσκοπος, ὁ Κοζάνης Διονύσιος, γράφει πὼς ἁπλὰ περιστατικὰ τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας θὰ μᾶς κρίνουν. Ὄχι σοφία, ὄχι πολιτικὴ ἐξουσία καὶ δύναμη, ὄχι ὑλικὸς πλοῦτος καὶ χρήματα, ὄχι σωματικὴ ρώμη καὶ ὡραιότητα. Δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀξία ἐκείνη τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ἀλλὰ γεγονότα ἁπλά, ὅπως τὰ βλέπουμε στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἕνα πιάτο φαγητοῦ, μιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση στὸν ἄλλο, μία συμπαράσταση σὲ κεῖνον ποὺ περνάει δύσκολες ὧρες, μία ἁπλὴ ἐπίσκεψη στὸν πονεμένο. Ὅλα αὐτὰ γίνονται μὲ ἀθόρυβο τρόπο, χωρὶς τυμπανοκρουσίες καὶ δημοσιεύσεις. Ὁ χριστιανὸς ποὺ πιστεύει καὶ ἐνεργεῖ τὴν πίστη του, ἀποφεύγει τὶς θεαματικὲς ἐκδηλώσεις κι ἐκείνους τοὺς πομπώδεις τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχει συνηθίσει ἡ ἐποχή μας. Τὸ μοναδικὸ πράγμα ποὺ θὰ πάρουμε στὴν ἄλλη ζωὴ εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ὁποία γίνεται συνήγορος γιὰ μᾶς στὸ Θεό.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἀπευθύνεται σ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ τιμᾶμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ λησμονοῦμε νὰ τιμήσουμε τὴν ἔμψυχη εἰκόνα Του ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο ποὺ μᾶς προτρέπει: ‹‹Πλούτισον μὴ περιουσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐσέβειαν…››, δηλ. ἄς πλουτίσουμε ὄχι μόνον σὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ καὶ σὲ εὐσέβεια. Ἄς γίνουμε ἐμεῖς στὸν κάθε πτωχὸ ποὺ θὰ συναντήσουμε ὅ,τι εἶναι ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας, γιὰ νὰ βροῦμε κι ἐμεῖς ἔλεος.

7.

Ἀγάπη: Τὸ κριτήριο τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 25, 31- 46)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἕνα ἀναπόφευκτο γεγονός, ποὺ θὰ τερματίσει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ θὰ σφραγίσει τὴν προσωπική μας ζωή, παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τῆς μέλλουσας κρίσης, «ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Ὅσο τολμηρὸ καὶ παράδοξο κι ἂν ἀκούγεται, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ξαναέρθει, ἀφοῦ ἤδη εἶναι πανταχοῦ παρὼν στὴ συμπαντικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴ ζωή μας, «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,22). Κάποτε, στὸν ἐπίλογο τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, ἁπλῶς θὰ φανερωθεῖ, καὶ θὰ λάμψει αὐτὸ ποὺ τώρα δὲν βλέπουμε, καὶ ὅμως ὑπάρχει, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δόξα Του. Τότε τὰ σκηνικά του κόσμου καὶ τὰ παρασκήνια τῆς ἱστορίας θὰ πέσουν καὶ ἡ ζωὴ τοῦ κάθε ἄνθρωπου θὰ κριθεῖ.

Ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ

Δυστυχῶς στὴ σκέψη πολλῶν ἀνθρώπων τὸ προφητικὸ βάθος τῆς παραβολῆς τῆς μέλλουσας κρίσης διαστρέφεται ἐπικίνδυνα, κάθε φορὰ ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται μὲ ἕναν τρόπο ποὺ πανικοβάλλει καὶ τρομοκρατεῖ μὲ ἀπειλές, καταδίκες καὶ τιμωρίες. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται μὲ τὶς ἐπιλογές του καὶ τὶς συμπεριφορές του, ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Χριστός, ὅταν λέει «καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστὶν» (Ἰω. 5,30). Ὁ Χριστὸς ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ δική μας ἀπόφαση. Ἀπὸ τὴ δική μας τοποθέτηση ἐξαρτᾶται ἡ κρίση Του. Κάθε φορὰ ποὺ ἀρνούμαστε τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἐμπερίστατο ἄνθρωπο ἀρνούμαστε τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γι’ αὐτό, ἂν ἀδιαφορήσουμε καὶ δὲν ἀγαπήσουμε τὸν συνάνθρωπο, τότε θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, γίνεται τὸ ἀπόλυτο καὶ διαχρονικὸ μέτρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ζυγίζει. Ἀποτελεῖ τὸ ἀδιαμφισβήτητο κριτήριο τῆς κρίσεώς Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλον ἀσφαλῆ τρόπο καὶ δρόμο, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσει τὴν ὑπαρξιακή του εὐτυχία (αὐτὸ ποὺ λέμε σωτηρία), παρὰ μόνο τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη στὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἐδῶ σημασία δὲν ἔχει τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ σταθοῦμε ἐμεῖς «πλησίον», δηλαδή, κοντὰ στὸν ἄλλο.

Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος τονίζει ὅτι «ὅταν φθάνουμε στὴν ἀγάπη, φθάνουμε στὸν Θεὸ καὶ ὁ δρόμος τοῦ ἀγώνα μας τελειώνει». Ὁ Χριστὸς ταυτίζεται μὲ τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς θλιμμένους, τοὺς καταφρονημένους. Μᾶς ζητᾶ νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ τὸν συναντήσουμε μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας γιὰ αὐτούς. Ὅταν πάσχει ὁ ἄνθρωπος, συμπάσχει μαζί του καὶ ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη γιὰ τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο ἀποδεικνύει μὲ τρόπο ἁπτὸ καὶ χειροπιαστὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὸν Θεό.

Ἡ ἀγάπη ὡς διακονία

«Καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι»; Ἂν ἡ ἀγάπη δὲν διακονεῖ, τότε δὲν εἶναι γνήσια καὶ ξεπέφτει. Ἡ διακονία εἶναι κορυφαῖος τρόπος χριστιανικῆς παρουσίας καὶ μαρτυρίας. Εἶναι θυσία χωρὶς ὑπολογισμό, ἡ ὁποία θεραπεύει ὅ,τι πονάει τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ πεινασμένος, ὁ διψασμένος, ὁ γυμνός, ὁ ξένος, ὁ φυλακισμένος, ὁ ἄρρωστος εἶναι καταστάσεις ζωῆς ποὺ μαστίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καὶ ὡς κοινωνία. Ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ φθορὰ δημιουργοῦν συνεχῶς ἀναρίθμητες ἑστίες καὶ πλέγματα ἀνάγκης ποὺ μᾶς κυκλώνουν. Ἀσθένειες, δυστυχία, θεομηνίες, πείνα, ἐγκληματικότητα, περιφρόνηση, μοναξιά, ἐγκατάλειψη, ἐκμετάλλευση, μετανάστευση, ἀδικία, ἀνεργία, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι καταστάσεις ὕπαρξης τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

Γεννιέται ὅμως ἕνα ἐρώτημα, Πῶς τοὺς ἀντιμετωπίζουμε; Οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς προσπερνᾶμε ἀδιάφορα ἤ τοὺς «προσφέρουμε» ἁπλῶς τὸν οἶκτο μας. Περιορίζουμε καὶ ἐξαντλοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὸ καθῆκον τῆς ἐλεημοσύνης. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπερνικήσουμε τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ γεννᾶ μέσα μας ἡ ἀνωνυμία τοῦ ἀγνώστου συνανθρώπου μας, τοῦ πρόσφυγα καὶ τοῦ λαθρομετανάστη, τοῦ ἀποξενωμένου καὶ ἐγκαταλελειμμένου. Εἴμαστε τραγικὰ ἀνίκανοι νὰ κατέβουμε στὸν «ἅδη τῆς ζωῆς του», ὥστε νὰ τὸν βοηθήσουμε καὶ νὰ τὸν ἀναστήσουμε στὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν ἅδη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σωθεῖ, ἂν δὲν κοπιάσει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διπλανοῦ του». Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ διπλανός, ὁ κάθε ἐλάχιστος ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, δὲν πεινάει καὶ διψάει μόνο γιὰ ψωμὶ καὶ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἀλήθεια, ἀγάπη καὶ σωτηρία. Ἀμήν.

 

8.

Κυριακή της Απόκρεω

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Κορ. η΄ 8 – θ΄ 2

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. κε΄ 31-46

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

  1. Ὁ ἔνδοξος Κριτὴς

Προφητικὸ εἶναι τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει πῶς θὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ἡ παγκόσμια Κρίση. Διότι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ ξαναέρθει στὴ γῆ. Ἡ ἔλευσή Του ὅμως αὐτή, ἡ Δευτέρα Παρουσία Του, θὰ διαφέρει ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπο καὶ ὡς πρὸς τὸν σκοπό της.

 

Τὴν πρώτη φορὰ ἦρθε στὴ γῆ ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα. Γεννήθηκε μέσα στὸ σπήλαιο, ἔζησε φτωχικά, κήρυξε μετάνοια καὶ θυσιάστηκε πάνω στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀντίθετα τὴ δεύτερη φορὰ ὁ Κύριος θὰ ἔρθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ». Χίλιες χιλιάδες καὶ μύριες μυριάδες ἀγγέλων θὰ Τὸν συνοδεύουν. Θὰ ἔρθει καὶ θὰ καθίσει «ἐπὶ θρόνου δόξης» γιὰ νὰ κρίνει, νὰ δικάσει τὸν κόσμο. «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς», ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.

Ὁ Χριστὸς θὰ ἔρθει ὡς Κριτὴς καὶ Δικαστής. Καὶ θὰ ἔρθει ξαφνικὰ σὰν τὴν ἀστραπὴ ποὺ βγαίνει στὴν ἀνατολὴ καὶ φαίνεται στὴ δύση (βλ. Ματθ. κδ΄ 27). Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὸν ἀκριβὴ χρόνο τῆς ἐλεύσεώς Του. Ὅλοι μας ὅμως ἔχουμε χρέος νὰ ζοῦμε «ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ» καὶ νὰ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔχουμε «καλὴν ἀπολογίαν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ».

  1. Μὲ ποιὸ κριτήριο θὰ κρίνει

Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τὸ βασικὸ κριτήριο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ κρίνει ὁ Κύριος ὅλους τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτὴ εἶναι τὸ κύριο γνώρισμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, καὶ μόνο ὅποιος ἔχει καλλιεργήσει τὴν ἀγάπη θὰ βρεῖ ἔλεος κατὰ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ ἀπαριθμούμενες ἁμαρτίες αὐτῶν ποὺ τελικὰ καταδικάζονται εἶναι ὅλες ἁμαρτίες ἐκ παραλείψεως. Σημειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος: Δὲν τοὺς κατηγορεῖ λέγοντας ὅτι σκοτώσατε ἢ ἁμαρτήσατε σαρκικὰ ἢ εἴπατε ψέματα ἢ ἀδικήσατε ἢ πράξατε κάτι ἄλλο ἀπαγορευμένο. Ἀλλὰ τί τοὺς λέγει; «Ὅτι τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἠ­­­­­μελήσατε». Παραμελήσατε τὸ κα­­­θῆκον τῆς ἀγάπης. Δὲν ­δείξατε λίγη συμ­πόνια στὸν φτωχό, τὸν ἄ­­­­στεγο, τὸν πεινασμένο, τὸν φυλακισμένο, τὸν ἀσθενή… Αὐτὴ ἡ ἀσπλαχνία σας θὰ σᾶς κρίνει.

Ἂς τὸ ὑπογραμμίσουμε κι ἐμεῖς αὐτό. Τὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τὴν θύρα τοῦ Παραδείσου εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτὸ εἶναι γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ δώσουμε ὅλοι λόγο. Ἂς καλλιεργοῦμε λοιπὸν στὴν ψυχή μας τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους κι ἂς εἴμαστε πάντοτε πρόθυμοι στὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας. Καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ φιλάνθρωπος Κύριος θὰ δείξει ἔλεος σὲ ὅσους ἔμαθαν στὴ ζωή τους νὰ εἶναι σπλαχνικοὶ καὶ ἐλεήμονες.

  1. Ὁ Χριστὸς στὴ θέση τῶν «ἐλαχίστων»

Τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ ὅμως σημεῖο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι ἡ δια­­βεβαίωση τοῦ Κυρίου ὅτι κάθε πράξη ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον ἀναφέ­ρεται κατ’ εὐθείαν στὸ πρόσωπό Του! Τὴν δέ­­­χεται Ἐκεῖνος. «Ἐφ᾿ ὅσον ­ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐ­­­­­λα­­χίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε», λέγει. Κα­­θετὶ ποὺ κάνατε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀδελφούς μου, τὸ κάνατε σὲ μένα.

Τί συγκλονιστικό! Ὁ Κύριος Ἰησοῦς τοποθετεῖ τὸν ἑαυτό Του στὴ θέση τοῦ πεινασμένου, τοῦ διψασμένου, τοῦ ξένου, τοῦ ρακένδυτου, τοῦ ἄρρωστου καὶ τοῦ φυλακισμένου! Ἀλήθεια ποιὸς μπορεῖ νὰ μείνει ἀδιάφορος κι ἀσυ­γ­κίνητος ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τοῦ ζητάει βοήθεια;! Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζει μὲ περιφρόνηση κάποιους ποὺ τοῦ φαίνονται ἀσήμαντοι ἄνθρωποι, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βάζει τὸν ἑαυτό Του στὴ θέση αὐτῶν τῶν «ἐλαχίστων» καὶ μάλιστα τοὺς ὀνομάζει ἀδελφούς Του;

Ἂς μάθουμε λοιπὸν νὰ ­διακρίνουμε στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κι ἂς συνειδητοποιήσουμε τὴ μεγάλη ἀλήθεια ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ πιὸ μικρὴ εὐεργεσία στὸν πιὸ ἄσημο ἄνθρωπο λαμβάνει ἄπειρη ἀξία, ἀφοῦ τελικὰ ἀπευθύνεται στὸν ἄπειρο Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι ποικιλοτρόπως ἐκδηλώνουν τὴν ἀγάπη τους θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἀκούσουν ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὴν μακαρία φωνή Του: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου…», διότι «ἐμοὶ ἐποιήσατε»!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

 

9.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ 11-2-2018

Ι.Μ.Ν.Αγίου Αχιλλίου Λαρίσης.

          Φτάσαμε, αδερφοί μου, πάλι στο Τριώδιο και σήμερα, την τρίτη Κυριακή που λέγεται των Απόκρεω, η Αγία μας Εκκλησία μας παρουσιάζει την ευαγγελική περικοπή της μέλλουσας κρίσης. Ο Χριστός περιγράφει με ποιον τρόπο θα έρθει για δεύτερη φορά: όχι άσημος στα κρυφά, αλλά ορατός από όλους με τυμπανοκρουσίες αγγελικές, όχι ταπεινά ως απλός άνθρωπος, αλλά με όλη τη θεϊκή Του δόξα ως Θεάνθρωπος παντοδύναμος, όχι για να υποδείξει οδό σωτηρίας, αλλά για να ζυγίσει τις πράξεις του καθενός μας.

Και θα έρθει, λέει, ‘’κρίναι ζώντας και νεκρούς’’. Θα είναι η ώρα της κρίσεως, της αποτίμησης της ζωής κάθε ανθρώπου από Αδάμ άχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Τίποτε δε θα μείνει κρυφό εκείνη τη στιγμή. «Ω ποία ώρα τότε…!» Τα βιβλία θα ανοίξουν και τα κρυμμένα θα δημοσιευτούν. Καλές και άνομες πράξεις, λόγοι φθονεροί και αγαθοί, συμπεριφορές θεάρεστες και διαβολικές, όλα «γυμνά και τετραχηλισμένα» όχι μόνο στον Τρισάγιο Θεό, που όλα τα γνωρίζει, αλλά και στους ανθρώπους όλων των αιώνων.

Όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν το Δίκαιο Κριτή, ο Οποίος θα εμφανιστεί με κριτήριο την αγάπη, αφού είναι η ΑΓΑΠΗ. Και θα χωρίσει τους ανθρώπους σε δύο μερίδες, μία στα δεξιά Του και μία στα αριστερά Του, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια. Στα δεξιά Του θα βρίσκονται τα πράα και άκακα και υπάκουα πρόβατα. Οι άνθρωποι, δηλαδή, που αγάπησαν τον Χριστό, που υπάκουσαν στις άγιες εντολές Του, που ακολούθησαν με χαρά τους λόγους του Ευαγγελίου, που προσέτρεξαν με μετάνοια σ’ Εκείνον ζητώντας την άφεση των αμαρτιών και τη λύτρωση και που αγάπησαν την εικόνα του Θεού, τους ελάχιστους αδερφούς του Εσταυρωμένου. Αυτοί θα είναι οι ευλογημένοι, που θα παρακαθίσουν με το Αρνίο στο τραπέζι της Βασιλείας του Θεού. Διότι, αυτοί θυσίασαν το «εγώ» τους, το χρόνο τους, την καλοπέρασή τους, τα υλικά τους αγαθά, τα σχέδιά τους, τη ζωή τους όλη στη διακονία και ανακούφιση των πονεμένων και δυσκολεμένων αδερφών του Χριστού και δικών τους αδερφών.

Στα αριστερά του, από την άλλη, θα βάλει τα ερίφια, τα αγριοκάτσικα, που είναι ατίθασα και ανυπάκουα. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που έζησαν χωρίς Χριστό. Εκείνοι, που κυριευμένοι από τον εγωισμό τους δεν αγάπησαν ούτε το Θεό ούτε την ζωντανή εικόνα Του, αφού ο φίλαυτος, κατά τους Πατέρες, δεν μπορεί να είναι ούτε φιλόθεος ούτε φιλάνθρωπος. Εκείνοι που βλασφημούσαν το Άγιο Πνεύμα. Εκείνοι που ήταν άπιστοι, αιρετικοί, χλευαστές του Ευαγγελίου, πολέμιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αρνητές του Σωτήρα Χριστού και της αγιαστικής Χάρης των Μυστηρίων. Όσοι επαναπαύτηκαν από την πνευματική τους αυτάρκεια και είπαν «δε Σε έχουμε ανάγκη Θεέ!». Όσοι αδιαφόρησαν για το μήνυμα της μετάνοιας και της αγάπης, «της εν Χριστώ Ιησού» και δεν αγάπησαν αληθινά ούτε τον άνθρωπο.  Διότι, κάθε φιλάνθρωπη συμπεριφορά πρέπει να γίνεται στο Όνομα του Χριστού και μόνο, αλλιώς καταντά απλός ουμανισμός χωρίς πνευματικό αντίκρυσμα και όφελος. Όλοι αυτοί θα αισθανθούν την αποστροφή του Κυρίου και θα πάρουν τη θέση τους στην αιώνια κόλαση.

Άρα, σύμφωνα με τους αδιάψευστους λόγους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κόλαση και Παράδεισος υπάρχουν. Βέβαια ο Θεός «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Γι’ αυτό άλλωστε έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Αλλά ποιος τελικά θα σωθεί εξαρτάται και από τη δική μας θέληση και προαίρεση και διάθεση και προσπάθεια. Οφείλουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό με όλη μας την ψυχή, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής μας και να Χριστοποιηθούμε. Να αγιάζουμε συνεχώς τη ζωή μας με μετάνοια και έργα αγαθά και στο Θεό ευάρεστα, ώστε να προσελκύουμε τη Θεία Χάρη που «τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί», για να καθαριζόμαστε από «παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» και αγαπώντας τον Κύριο να αγαπάμε και την έμψυχη εικόνα Του, τον άνθρωπο. Τότε θα ζει μέσα μας ο Χριστός και κάθε σκέψη, επιθυμία, λόγος και πράξη θα είναι του Χριστού, θα είναι άγια και δίκαια και αληθινά.

Ο Χριστός στο πρόσωπο του αδερφού μας, του πλησίον, χτυπά τη θύρα της καρδιάς μας. Αν Τον αναγνωρίσουμε και Του ανοίξουμε, τότε θα μπει στο σπίτι μας και θα δειπνήσει μαζί μας. Θα έχουμε ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου και θα είναι η Βασιλεία Του εντός μας. Διαφορετικά, αν αμελήσουμε ή αρνηθούμε, θα ακούσουμε «πορεύεσθε απ’εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον». Στο χέρι μας είναι να αποφύγουμε τον εφιάλτη και μέσα από την «αγάπη δι’ έργων ενεργουμένη» να αξιωθούμε να ακούσουμε την Κυριακή φωνή «δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου».

ΑΜΗΝ!