1.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα εἰσήλθαμε στὴν περίοδο τῶν ἑβδομάδων στὴν πορεία μας πρὸς τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, ποὺ μᾶς λένε νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας· τότε θὰ ἔλθει καιρὸς νὰ μὴν σκεφτόμαστε τίποτα ἄλλο παρὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν σωτηρία μας· καὶ ὅταν φθάσουμε στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, τότε δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε καμιά σκέψη, τίποτα παρὰ τὸν Κύριο τοῦ ὁποίου τὸ πάθος θὰ ἀτενίζουμε πρὶν νὰ εἰσέλθουμε μαζὶ στὴν δόξα καὶ στὴν χαρὰ τῆς Ἀνάστασης Του.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα διαβάσαμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἰεριχώ· ἄμεσα εἶναι μιὰ πρόκληση γιὰ ἐμᾶς· ὅλοι ἱσχυριζόμαστε ὅτι βλέπουμε· ὅλοι ἱσχυριζόμαστε ὅτι δὲν εἴμαστε τυφλοὶ, καὶ ὅμως, δὲν εἶναι ὁ τρόπος ποὺ βλέπουμε μιὰ ἄλλη μορφὴ τύφλωσης; Δὲν εἴμαστε τυφλωμένοι ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε πρὸς τὸ ἀόρατο, δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ προκατάληψη ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια, δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὸ πάθος ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια; Καὶ ἔτσι, ὁ καθένας μας ὀφείλει νὰ ρωτήσει τὸν ἑαυτό του ἄν αὐτὸ ποὺ βλέπει εἶναι ἡ πραγματικότητα τῶν πραγμάτων, καὶ ἄν ὄχι, νὰ στραφεῖ στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει ἐπίγνωση. Καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ μᾶς τυφλώνει περισσότερο ἀπελπιστικὰ εἶναι ἡ ματαιότητα ποὺ μᾶς κάνει νὰ δεχόμαστε γιὰ ἀληθινὰ ὅλα τὰ ψέματα ποὺ ἴσως ἀκοῦμε ἤ παρατηροῦμε ποὺ ἐνισχύουν τὴν αὐτοεκτίμηση μας, ποὺ μᾶς κάνουν νὰ ἀπορρίπτουμε κάθε τι ποὺ εἶναι γιὰ ἐμᾶς κριτική ἤ καταδίκη.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο εἶναι σχετικὸ μὲ τὴν ματαιοδοξία καὶ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ μπορεῖ νὰ ξεπεραστεῖ, εἶναι πραγματικὰ σχετικὸ μὲ τὸ τίμημα καὶ τὶς προυποθέσεις της. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἕνας πλούσιος ἄνδρας, ἕνας ἄνδρας γνωστὸς στὴν πόλη του, ἕνας ἄνδρας ποὺ ὁ καθένας μποροῦσε νὰ ἀναγνωρίσει· ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἄδικος, καὶ ὅμως κάτι ἀναδεύτηκε μέσα του ὅταν ἄκουσε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ θέλησε νὰ Τὸν δεῖ. Ἴσως ἦταν σὲ κάποιο βαθμὸ μιὰν ἐπιθυμία νὰ δεῖ τὸν Νέο Προφήτη τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν προτρέψει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε· μέσα στὸ πλῆθος, ἐπειδὴ τὸ ἀνάστημα ἦταν μικρό, σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο· βέβαια γέλασαν μαζί του, τὸν κορόιδεψαν καὶ ὅμως ἤθελε τόσο πολὺ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, τόσο τοῦ ἦταν σημαντικὸ νὰ Τὸν δεῖ ὥστε ἦταν ἕτοιμος νὰ τὸν κοροιδέψουν, νὰ γελάσουν παρὰ νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ περάσει. Καὶ μέσα ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος ὁ Χριστὸς εἶδε μόνο ἕναν ἄνδρα: Τὸν Ζακχαῖο, τὸν κάλεσε κάτω καὶ πῆγε νὰ μείνει μαζί του.

Ματαιότητα εἶναι ἐκείνη ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μας, ἐκείνη ἡ μίζερη κατάσταση, ὅπου φοβόμαστε τὴν ἀνθρώπινη κρίση, ὅπου ἀντλοῦμε τὸ αἴσθημα τῆς ἀξίας μας ἀπὸ τὴν κρίση ἐκείνων ποὺ μᾶς περιβάλλουν. Καὶ πράγματι αὐτὸ εἶναι ματαιότητα, ἐπειδὴ τὰ πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπαινοῦν εἶναι μάταια, ἄδεια, ἀνάξια τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ἐπίσης, δὲν ἀποζητοῦμε νὰ μᾶς ἐπαινοῦν ἐκείνοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ γιὰ μιὰ ὑγιή καὶ συνάμα αὐστηρὴ κριτική· στρεφόμαστε στοὺς ἀνθρωπους ποὺ εἶναι ἕτοιμοι νὰ μᾶς προσφέρουν τοὺς ἐπαίνους ποὺ θέλουμε. Αὐτὸ τοὺς καθιστᾶ διπλὰ μάταιους, ἠ οὐσία τους εἶναι ἕνα τίποτα, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς ὁποίους τοὺς δεχόμαστε εἶναι ἐπίσης κενοί στὰ δικὰ μας μάτια μέχρι νὰ μιλήσουν καλὰ γιὰ ἐμᾶς. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει ὅτι ἡ ματαιότητα εἶναι ἡ συμπεριφορὰ κάποιου ποὺ φοβᾶται τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶναι ἀλλαζόνας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ποὺ θεωρεῖ ὅτι λίγο μετράει ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἔχει τὴν ἀποδοχὴ ποὺ τοῦ παρέχουν ἐκείνοι ποὺ βρίσκονται γύρω του.

Δὲν εἶναι αὐτὸ μιὰ ἀληθινὴ περιγραφὴ τοῦ τρόπου ποὺ στεκόμαστε στὴ ζωή, τοῦ τρόπου που προετοιμαζόμαστε νὰ ξεχάσουμε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, ποὺ νοιώθουμε ὅτι στηριζόμαστε στὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ποιὸς ἄλλος τρόπος ὑπάρχει; Ὁ Ζακχαῖος μᾶς δείχνει ἕναν: νὰ μὴν νοιαζόμαστε γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἤ ἴσως ἡ κρίση κάποιου ποὺ δὲν θὰ μᾶς ἐπαινέσει ἀλλὰ ποὺ εἶναι ἕνα πρόσωπο μὲ ἀκεραιότητα καὶ ἀλήθεια μετράει περισσότερο. Ὁ Ζακχαῖος δὲν γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἤξερε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας ἀκέραιος ἄνθρωπος καὶ ἤθελε νὰ Τὸν δεῖ, νὰ Τὸν συναντήσει πρόσωπο μὲ πρόσωπο.

Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἐπίσης δύο ἄλλοι τρόποι γιὰ νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο φόβο, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐξάρτηση μας ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων μὲ τίμημα τὴν δικὴ μας ἀκεραιότητα. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς λέει ὅτι ὁ τρόπος ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ματαιότητα εἶναι ἡ ταπείνωση· ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος παραδόξως λέει ὅτι ἕνας τρόπος εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, καὶ οἱ δύο εἶναι σωστοί, μόνο ποὺ ὁ ἕνας θὰ μᾶς δώσει ζωὴ καὶ ὁ ἄλλος θάνατο. Ἄν ἐπιλέξουμε τὸν δρόμο τῆς ὑπερηφάνειας θὰ ὑποστηρίζουμε ἀλαζονικὰ τὸν ἑαυτό μας, ὄχι μόνο ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἐπίσης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἡ κρίση μας θὰ εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ θὰ μετράει, καὶ τότε θὰ συναντήσουμε τὸν θάνατο στὸ τέλος τοῦ δρόμου. Ὁ δρόμος τῆς ταπείνωσης εἶναι νὰ γονατίζουμε ἐνώπιον τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ. Ἄν εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ ἐμβαθύνουμε, νὰ πετᾶμε ψηλὰ πρὸς τὸν Θεὸ νὰ βρισκόμαστε ἐνώπιον Του ὅπως ἡ κατάξερη γῆ κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ, ἐγκαταλελειμμένοι, ἀβοήθητοι, διψασμένοι, πεινασμένοι, μὲ λαχτάρα, ἀπελπισμένοι, ἀνίκανοι νὰ κατορθώσουμε ὅ,τι εὐχόμαστε, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ταπείνωσης.

Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ γιὰ ἐμᾶς, ἀκόμα καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ δύσκολο γιὰ ἐμᾶς ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε συνηθισμένοι ν’ ἀφήνουμε, νὰ ἐγκαταλείπουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ μιὰ πράξη τοῦ Θεοῦ. Τότε μποροῦμε ν’ ἀρχίσουμε νὰ ξεπερνᾶμε τὴν ματαιότητα μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη. Ὅποτε ἀνακαλύπτουμε ὅτι ὑπάρχει μέσα μας μιὰ στιγμὴ ματαιότητας, ἄς ἀναρωτηθοῦμε: γιατί; Πολὺ συχνὰ, ἐπειδὴ ἔχουμε, πολὺ συχνὰ ἀκούσια, πεῖ τὸ σωστὸ, ἤ ἀκούσια ἔχουμε κάνει τὸ σωστὸ· μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ, καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν εὐκαιρία, ποὺ μᾶς ἔδωσε μάτια νὰ βλέπουμε τὴν ἀνάγκη, αὐτιὰ ν’ ἀκοῦμε τὸ κλάμα, ἕνα νοῦ νὰ καταλαβαίνουμε, μιὰ καρδιὰ ποὺ ν’ ἀνταποκρίνεται, καλὴ θέληση νὰ μᾶς κινητοποιεῖ καὶ τὸν τρόπο νὰ κάνουμε τὸ σωστό. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος ἀρκετὸς γιὰ νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες, δὲν γνωρίζουμε ὅλοι μας, ἀπὸ ἐμπειρία, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη ποὺ πάντα ἀναπόφευκτα θὰ μᾶς καλεῖ νὰ ἀνταποκριθοῦμε σωστά;

Πόσο συχνὰ ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ ἡ καρδιὰ μας εἶναι κατάξερη, παγωμένη, καὶ ἀδιάφορη; Πόσο συχνὰ κάποιος κραυγάζει γιὰ βοήθεια καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα, πόσο συχνὰ ἡ καρδιά μας ἔχει ταραχτεῖ καὶ τὸ μυαλό μας ἄρχισε νὰ καταλαβαίνει, ἀλλὰ δὲν εἴμαστε συνηθισμένοι νὰ βιάζουμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ ἡ θέληση μας ἀμφιταλαντεύεται, ἀμφιταλαντεύεται γιὰ πάρα πολύ, μέχρι ποὺ εἶναι πολὺ ἀργά. Καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ συνεχίσουμε περιγράφοντας τὴν καταστασή μας μὲ περισσότερες λεπτομέρειες.

Ἄς μάθουμε πρῶτα- πρῶτα νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ κάνουμε τὸ σωστὸ ἀντὶ νὰ παίρνουμε ἱκανοποίηση ἀπὸ τοὺς ἑαυτοὺς μας καὶ νὰ εἴμαστε ὑπερήφανοι γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ μιὰ φορὰ ἔχουμε κάνει ὅ,τι θὰ πρέπει νὰ εἶναι γιὰ ἐμᾶς πάντα φυσικὸ. Καὶ τότε σταδιακὰ ἴσως ξεπεράσουμε ἀκόμα καὶ ἐκεῖνο τὸ ἐπίπεδο καὶ παραμείνουμε εὐγνώμονες, ἔκπληκτοι μπροστὰ στὴν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ.

Ἴσως μάθουμε τότε νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ μ΄ ἕνα τρόπο ποὺ κανένας δὲν γνωρίζει, ὄχι δηλώνοντας ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι, ἀλλὰ λατρεύοντας τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, μὲ εὐλάβεια πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἑτοιμότητα νὰ ξεχάσουμε ἐντελῶς τοὺς ἑαυτούς μας χάριν τοῦ Θεοῦ, χάριν κάθε ἀνθρώπου ποὺ μᾶς συναντᾶ καὶ μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ εἴμαστε συμπονετικοί, νὰ ἔχουμε ἀγάπη καὶ κατανόηση. Καὶ ἡ τυφλότητα ἴσως φύγει ἀπὸ τὰ μάτια μας, ἡ ματαιότητα θὰ μᾶς ἀφήσει ἐλεύθερους τουλάχιστον γιὰ ἕνα λεπτὸ καὶ θὰ εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ ἀντικρύσουμε τὸ πρόσωπο μας καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄλλους, ὅπως ἔκανε ὁ Τελώνης, ὅταν εἰσῆλθε στὸν Ναό, καὶ δὲν τόλμησε νὰ ἔλθει ἐπειδὴ ἦταν τόπος ἅγιος ὅπου κατοικεῖ ὁ Θεός, ὁ τόπος ὅπου πίστευε ὅτι μποροῦν νὰ ἔρθουν μόνο οἱ ἄξιοι. Καὶ θὰ γίνουμε ἀποδεκτοὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐξαιτίας τῆς ἀναγνώρισης ἀπὸ μέρους μας τῆς ἁγιότητας Του, καὶ τοῦ σεβασμοῦ μὲ τὸν ὁποίο θὰ φερθοῦμε σ’ Ἐκεῖνον καὶ στὸν πλησίον μας.

Ἀμήν.

2.

Συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ (Λουκ. ιθ΄1-10)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ τὴν κατανυκτικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας. Μέσα ἀπὸ τὴ γνωστὴ ἱστορία τῆς συνάντησης τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ζακχαῖο καλούμαστε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀναζητήσουμε, νὰ ἀνακαλύψουμε, καὶ τελικὰ νὰ ζήσουμε τὴ δική μας προσωπικὴ «μυστικὴ» συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ μέσα στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία.

Ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ ἤ τοῦ κόσμου;

Ἕνας διακεκριμένος θεολόγος τοῦ καιροῦ μας μέσα ἀπὸ μιὰ ἐνδιαφέρουσα προσέγγιση βαθαίνει τὸν ἐσωτερικό μας στοχασμὸ καὶ διάλογο γιὰ νὰ ξαναδοῦμε ἂν κάτι μᾶς ἑλκύει ἤ ἐνδεχομένως μᾶς ἐμποδίζει νὰ συναντήσουμε τὸν Χριστό. Ὁ Ζακχαῖος ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Χριστό, τὸ ἤθελε τόσο πολύ, ὥστε ἡ ἐπιθυμία του τράβηξε τὴν προσοχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο, «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6,21).

Τὰ πάντα στὴ ζωὴ μᾶς ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, ἐπειδὴ ὅτι, ἐπιθυμοῦμε εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦμε, αὐτὸ ποὺ μᾶς τραβάει ἀπὸ μέσα, αὐτὸ στὸ ὁποῖο παραδινόμαστε. Ὁ Ζακχαῖος ἀγαποῦσε τὸ χρῆμα, καὶ κατὰ τὴ δική του παραδοχή, γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει δὲν εἶχε κανέναν ἐνδοιασμὸ νὰ κλέβει τοὺς ἄλλους. Ἐπίσης, ἀγαποῦσε τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μέσα του ἀνακάλυψε μιὰ ἄλλη ἐπιθυμία, ἤθελε κάτι ἄλλο, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἔγινε κεντρικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Αὐτὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία θέτει ἕνα ἐρώτημα καὶ στὸν καθένα μας: Τί ἀγαπᾶμε, τί ἐπιθυμοῦμε, ὄχι φυσικὰ ἐπιπόλαια ἀλλὰ κατὰ βάθος;

Καλὸ θὰ ἦταν λοιπόν, νὰ ἐξετάζουμε τὸν ἑαυτό μας, ἂν ἐπιθυμοῦμε κάτι ἀληθινὸ καὶ οὐσιαστικὸ ἤ ἀκόμη -ἀπορροφημένοι συνήθως ἀπὸ μιὰ πληθώρα πραγμάτων καὶ ἐνδιαφερόντων- παραδινόμαστε σὲ ἐναγώνιες προσπάθειες, ποὺ κάνουν νὰ ξεχνᾶμε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς καὶ νὰ χανόμαστε μέσα στὸν «ὄχλο τῶν παθῶν» μας καὶ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου.

Προϋποθέσεις συνάντησης μὲ τον Χριστό

Ὁ Ζακχαῖος ζοῦσε σὲ μιὰ φαυλότητα, ἦταν ὅμως καλοπροαίρετος, γιατί «εἶχε ψυχὴ ἐπιτήδεια πρὸς ἀρετήν», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Γι’ αὐτὸ μπόρεσε νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὴ «συκομορέα» του, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία του, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Χριστὸ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἐγωισμὸς μᾶς ἐγκλωβίζει καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε τὸν Θεό. Τοποθετεῖ ἕνα πέπλο ἀνάμεσα στὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς ἄλλους. Ὑψώνει ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν «κοντός». Εἶχε φυσικὰ καὶ πνευματικὰ ἐμπόδια ποὺ δὲν τὸν ἄφηναν νὰ συναντήσει τὸν Χριστό. Ὅμως ὑπερνίκησε τὶς δυσκολίες ποὺ μέχρι τότε τὸν καθήλωναν στὸν ἀτομικισμό του. Ταπεινώνεται, καὶ ἔτσι ὑπερβαίνει κυριολεκτικὰ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό.

Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κομβικὸ σημεῖο, καθὼς ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει τί ἀκριβῶς θέλει ἤ, μᾶλλον, διαχωρίζει τὰ πολλὰ θέλω τῆς πεσμένης ἀνθρώπινης φύσης καὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸ θέλω τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου Του, χτυπώντας τὴν πόρτα τῆς μετάνοιας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς διαφορετικῆς πορείας στὴ ζωή μας, στὴ διάρκεια τῆς ὁποίας συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μέσα μας καὶ γύρω μας «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως». Νιώθουμε τότε τὸ ἐσωτερικὸ ἄγγιγμα τῆς Χάριτός Του μέσα ἀπὸ καταστάσεις καὶ γεγονότα τῆς καθημερινότητάς μας καὶ τότε ἀκοῦμε νὰ μᾶς λέει «σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖνε».

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι συναντᾶμε τὸν Θεό, κάθε φορὰ ποὺ ζοῦμε τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν αἰσθανόμαστε τὴ θεία κοινωνία τροφή, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ζοῦμε μία ζωὴ ποὺ ἀρχίζει ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ συνεχίζεται στὴν αἰωνιότητα. Ὅταν νιώθουμε τὴν ἐξομολόγηση λουτρὸ καθαρισμοῦ, ποὺ μᾶς πλένει ἀπὸ ἐνοχὲς καὶ μᾶς θεραπεύει ἀπὸ πάθη. Ὅταν φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἀκοὴ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στὴ σύγχυση καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ζωῆς. Ἀκόμη συναντᾶμε τὸν Θεὸ ὅταν ζοῦμε τὴν παρουσία Του μέσα στὸ θαῦμα τῆς ζωῆς καὶ τῆς φύσης ἤ στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Στὶς δύσκολες καὶ ὀδυνηρὲς καταστάσεις ποὺ μᾶς συγκλονίζουν ἀλλὰ καὶ στὶς ὅποιες χαρούμενες στιγμὲς μᾶς γεμίζουν εὐτυχία.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γιὰ ὅσους ὅμως ἔχουν παραδοθεῖ στὴν ἐπιθυμία τοῦ κόσμου ὅλα αὐτὰ δὲν σημαίνουν τίποτα. Καὶ ὅμως αὐτοὶ τῶν ὁποίων «ἡ καρδία εἶναι καιομένη» συναντοῦν τὸν Χριστὸ ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν τὸν ὑποψιάζονται καὶ τὸν βλέπουν ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι τὸν ἀγνοοῦν. Ἀμήν.

3.

Στὴν μετάνοια τοῦ Ζακχαίου (Λουκ. 19, 1-10)

Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)

Ἀδύνατο νά τά παραβλέψεις

Ὑπάρχουν κάποια πράγματα πού μᾶς προβληματίζουν πάντοτε πολύ. Ἕνα ἀπό τά πιό συγκλονιστικά, πού προβληματίζει ἀκόμη καί ἄνθρωπο ἀπό πέτρα, εἶναι νά φεύγει ἀπό τή ζωή, ξαφνικά καί χωρίς αἰτία, ἕνας νέος ἄνθρωπος. Ἕνα παιδί, ἄς ποῦμε, τότε πού τό καμάρωνε ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα του.

Ἄν βέβαια σκεπτόμαστε βαθειά καί σοβαρά, ὁ θάνατος ἀκόμη καί ἑνός ἑκατόχρονου, θά μᾶς συγκλόνιζε.

Θά μᾶς ἔβαζε τήν σκέψη:

Πῶς πάω; Κάνω καλά; Σκέπτομαι καλά; Βαδίζω καλά; Ποῦ στέκω; Τελειώνουν ἐδῶ τά πάντα ἤ ὑπάρχει αἰώνια ζωή;

Ὁ ἄνθρωπος, ἀντιμέτωπος σέ τέτοια γεγονότα, ἀρχίζει καί «ψάχνεται». Ψάχνει μέσα καί ἔξω. Θέλει νά βρεῖ μιά ἱκανοποιητική ἀπάντηση γιά τόν ἑαυτό του…

Πόσες φορές στή ζωή μας, δέν ἔχομε περάσει ὅλοι μας τέτοιους προβληματισμούς; Καί ὅταν βλέπομε ἀνάλογες ὀδυνηρές καταστάσεις, κουνᾶμε τό κεφάλι καί λέμε γι’ αὐτόν πού τίς ἀντιμετωπίζει: «Θεέ μου, κρᾶτα τόν ἄνθρωπο. Βοήθησέ τον. Στήριξέ τον νά τό περάσει σωστά».

Ποιό εἶναι τό «σωστά»;

Θά τό ποῦμε μέ βάση τό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τί ἀκούσαμε;

Ἀξίζει τόν κόπο;

Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Ζακχαῖος, πολύ πλούσιος καί μέ μεγάλο ἀξίωμα, ἄκουσε ὅτι περνᾶ ἀπό τόν τόπο του ὁ Χριστός.

Εἶχε φτάσει στ’ αὐτιά του, ὅτι ὁ Χριστός ἔκανε πολλά θαύματα, ἀκόμη καί νεκρούς ἀνάσταινε. Ἀλλά τό πιό σπουδαῖο ἦταν ὅτι κήρυττε τήν αἰώνια ζωή καί τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀντίθετα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά περιμένει νά βρεθεῖ κοντά Του στήν αἰώνια ζωή.

Ὅλα αὐτά τόν εἶχαν προβληματίσει τόν Ζακχαῖο. Εἶχε ἀναστατωθεῖ.

Δίκηο εἶχε!

Ποιός δέν ταράζεται στήν σκέψη, ὅτι κινδυνεύει ἀντί νά πάει στό φῶς, νά πάει στό σκοτάδι. Ἀντί νά πάει στήν αἰώνια χαρά, νά βρεθεῖ στήν αἰώνια κόλαση.

Καί μέσα στήν ταραχή του, ὁ Ζακχαῖος πῆρε μιά ἀπόφαση ἤ μᾶλλον ἔκανε μιά σκέψη διαφορετική:

–Βρέ, καλά τό σκέπτομαι; Ἀξίζει τόν κόπο νά ἀνησυχῶ γιά τά μελλούμενα; Γιατί ἄν τό ἀποφασίσω καί ἀλλάξω τρόπο ζωῆς, τί θά γίνουν οἱ διασκεδάσεις μου; Οἱ χαρές μου; Ἡ ζωή μου, πού ὅπως τήν κάνω τήν χαίρομαι; Τά χρήματα μου, ὅπως καί ἄν τά οἰκονομάω; Πού γεμίζουν κάθε μέρα ὅλο καί πιό πολύ τίς τσέπες μου;

Θά πρέπει ὅλα αὐτά νά τά ἀφήσω στήν ἄκρη;

Μά εὔκολα τά ἀφήνει κανείς;

Ἄρχισε λοιπόν νά σκέπτεται: «ἀξίζει τόν κόπο»;

Ἀπό τήν μιά κάτι τόν ἔτρωγε μέσα του. «Δέν πᾶς καλά» τοῦ ἔλεγε. Ἀπό τήν ἄλλη, ἔκανε τήν σκέψη: «ἀξίζει τόν κόπο»;

Μή μπορώντας νά τά ξεμπερδέψει, πῆρε τήν ἀπόφαση νά πάει νά δεῖ τόν Χριστό, «τίς ἐστίν»;

Νά τόν δεῖ καί νά συμπεράνει ἀπό τό παρουσιαστικό του! Ἀπό τήν ὄψη του. Νά διαπιστώσει, ἄν τά λόγια του καί ὅλα ἐκεῖνα πού λένε ὅτι κάνει, εἶναι ἀληθινά καί πρέπει νά τόν προβληματίσουν γιά τήν αἰώνια ζωή, ἀλλά καί γιά τήν ἐπίγεια πορεία του.

Πῆγε λοιπόν νά τόν δεῖ, μά ἐπειδή ἦταν κοντός ἀνέβηκε πάνω σέ μιά συκομουριά.

Τί μᾶς λέει αὐτό; Ὅλοι μας εἴμαστε πολύ μικροί, προκειμένου νά δοῦμε τόν Χριστό καί νά τόν καταλάβομε.

Συνήθως, θέλομε νά τόν καταλάβομε καί νά τόν ἐξηγήσομε, μέ τόν δικό μας τρόπο, γιατί ἐκ τῶν προτέρων εἴμαστε ἀρνητικά τοποθετημένοι ἀπέναντί Του. Γι’ αὐτό, θέλομε νά βρεθοῦμε ἀπό πάνω. Πιό ψηλά. Ἀφοῦ θά τόν κρίνομε γιά νά τόν ἀπορρίψομε…

Κάπως ἔτσι σκεπτόταν ὁ Ζακχαῖος ὅταν ἀνέβαινε ψηλά στή συκομουριά, γιά νά κόψει καλά ὄψη. Καί ὅταν περνοῦσε ὁ Χριστός γούρλωνε τά μάτια του γιά νά δεῖ καί νά κρίνει: «ἀξίζει τόν κόπο νά θυσιάσω τά λεφτά μου, τό ἀξίωμα μου καί τίς διασκεδάσεις μου -ἄσε κάποιους εὐσεβεῖς νά τίς λένε ἁμαρτίες- γιά νά ἀκολουθήσω τόν Χριστό»;

Βαθύς προβληματισμός, πού ἀπασχολεῖ τόν καθένα μας, σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς του. Καί νομίζομε ὅτι θά τόν λύσομε μέ τό μυαλουδάκι μας. Πιστεύομε ὅτι ἡ φαιά οὐσία μας, εἶναι πολύ πολύτιμη καί ἀρκεῖ γιά ὅλα.

Ἔτσι πῆγε καί ὁ Ζακχαῖος γιά νά λύσει τό πρόβλημά του καί νά μείνει ἥσυχος. Νά πάψει ἡ ταραχή.

Ἡ στάση τοῦ πατέρα μας

Κάποτε ἕνα παιδάκι, ζήλεψε τά χρήματα τοῦ πατέρα του καί πῆγε καί τοῦ ἔκλεψε κάτι λίγα.

Καί μετά; Μετά, τό μικρό δέν μποροῦσε νά ἡσυχάσει. Τό ἔφαγε ἡ συνείδησή του. Κάθε φορά πού ἔβλεπε τόν πατέρα του ἀναστατωνόταν. Δέν εἶχε μάτια νά σηκώσει νά τόν δεῖ στό πρόσωπο. Ἔσκυβε κάτω καί ἔφευγε γιά ἀλλοῦ.

Ἤθελε νά τοῦ τό πεῖ, μά πῶς νά ἀνοίξει τό στόμα του; Πῶς νά τοῦ πεῖ: «πατέρα, ξέρεις, σέ ἔκλεψα». Αἰσθανόταν ὅτι τό στόμα του δενόταν μέ σιδερένιες ἁλυσίδες. Μέσα στήν πολλή του ταραχή, ἔκανε τήν σκέψη, ὅτι δέν μπορεῖ πιά νά ζεῖ ἔτσι στό ἴδιο σπίτι μέ τόν πατέρα του. Δέν μπορεῖ νά συνεχίζεται αὐτό τό μαρτύριο.

Πῆρε λοιπόν ἕνα χαρτί, καί ἔγραψε αὐτό πού ἤθελε νά τοῦ πεῖ. Κάποτε πού βρέθηκε κοντά στόν πατέρα του, ἔσκυψε τό κεφάλι καί τοῦ ἔδωσε τό χαρτάκι πού ἐξιστοροῦσε τήν ἁμαρτία του.

Ἐνῶ ὁ πατέρας τό διάβαζε, τό μικρό εἶχε σκύψει βαθειά τό κεφάλι, ἀλλά σήκωνε τό μάτι νά δεῖ τί θά κάνει. Ὅταν τελείωσε τό διάβασμα, τόν εἶδε νά κάνει κομματάκια τό χαρτί καί νά τό πετᾶ στό τζάκι.

Μετά ἀγκάλιασε τό παιδί του, καί τό φίλησε. Διηγεῖτο τό παιδί ὅταν μεγάλωσε:

«Ἐκείνη τήν στιγμή, ἀγάπησα τόν πατέρα μου. Ἐκείνη τήν στιγμή, κατάλαβα τί ἦταν γιά μένα ὁ πατέρας μου. Καί τόν ἔβαλα στήν καρδιά μου. Αὐτό τό γεγονός, δέν θά τό ξεχάσω ποτέ. Τότε κατάλαβα τί σημαίνει ἀγάπη. Τότε ἄρχισα νά ἀγαπῶ τόν πατέρα μου σωστά».

Σταθερότητα στό καλό

Νά λοιπόν ὁ Ζακχαῖος πάνω στή συκομουριά. Ὁ Χριστός πλησιάζει. Καί τί κάνει;

Κάτι καλύτερο ἀπό τόν πατέρα πού ἀναφέραμε.

Στέκεται ἀπό κάτω καί τοῦ λέει:

«Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα. Σήμερα θά ρθῶ στό σπίτι σου. Θέλω νά μέ φιλοξενήσεις».

Κατέβηκε ἀμέσως ὁ Ζακχαῖος καί ὑποδέχθηκε τόν Χριστό στό σπίτι του. Τόν περιποιήθηκε, ἔκανε τραπέζι καί μαζεύτηκαν πολλοί. Ἴδια φάρα. Πλούσιοι καί ἁμαρτωλοί.

Ὅλοι τους νά τρῶνε μέ τόν Χριστό.

Κάποιοι, ἄρχισαν τήν μουρμούρα: «Μά πού βρῆκε νά πάει ὁ εὐλογημένος. Σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο μέ τόν παρᾶ καί τήν ἁμαρτία «τσουβάλι». Δέν πήγαινε σέ κανένα καλό ἄνθρωπο»;

Ὁ Ζακχαῖος, ἦταν ἐνδεχόμενο νά καταλήξει στό συμπέρασμα:

-Μωρέ μπράβο! Μέ τέτοια δημοσιότητα πού πῆρα, θά αὐξηθοῦν οἱ δουλειές μου καί συνεπῶς καί τά χρήματά μου. Θά ἀνεβεῖ τό κοινωνικό μου ἐπίπεδο, ἀφοῦ ἕνας τέτοιος προφήτης, δάσκαλος καί θαυματουργός ἦλθε σπίτι μου.

Καλά τά κατάφερα.

Μά αὐτό πού θά τό ἔκαναν πολλοί καί θά σταματοῦσαν ἀπότομα καί στραβά τόν προβληματισμό, δηλαδή θά ἔσβυναν τό φῶς πού τούς ἔρριξε ὁ Θεός γιά νά βροῦν τό δρόμο τό σωστό, ὁ Ζακχαῖος δέν τό ἔκανε. Δέν ἔμεινε ἐκεῖ. Ἀλλά βλέποντας τήν καλωσύνη, τήν ἀγάπη καί τήν στοργή τοῦ Χριστοῦ· διαπιστώνοντας ὅτι ὄντως ἦλθε νά σώσει τόν κόσμο, ὅτι ἔψαξε νά τόν βρεῖ, τοῦ εἶπε:

-Κύριε, τό ξέρω. Ἄσχημα βάδιζα, καί ἄσχημα μάζευα. Λοιπόν. Τά μισά στούς φτωχούς. Ἄν τυχόν κανένα τόν ἔβλαψα, τοῦ τά γυρίζω τετραπλάσια. Καί ἀπό τώρα κοντά Σου.

Ἀπάντησε ὁ Χριστός:

-Μή φοβᾶσαι. «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Σήμερα μπῆκε ἡ σωτηρία στό σπίτι σου. Ἡ ὥρα αὐτή δέν εἶναι ὥρα θυσίας, ἐπειδή θυσίασες κάποια πράγματα, ἀλλά πλούτου. Τώρα γεμίζει τό σπίτι σου.

Τί γεμίζει; Ἀπό αἰώνια ζωή, ἀπό ὅλα τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ.

Τί μεγαλύτερο ἀπό τήν σωτηρία καί τήν αἰώνια ζωή;

Αὐτά πού ἔχομε, ὅλα, θά τελειώσουν.

Ἔφαγες, ἤπιες; Θά τελειώσει.

Χόρτασες; Θά τελειώσει.

Καλοντύθηκες; Θά τελειώσει.

Ἔκανες ἁμαρτίες; Ζημιά ἔχεις.

Μάζεψες ἄδικα; Ζημιά ἔχεις.

Τά ἔχεις νόμιμα καί ἀπό τόν κόπο σου; Καί αὐτά θά τελειώσουν μιά μέρα.

Χρησιμοποίησέ τα λοιπόν γιά τό καλό. Τό δικό σου· τῶν παιδιῶν σου· τοῦ κόσμου.

Κάνε τα πλοῦτο πνευματικό, μέ τά λόγια σου, μέ τόν τρόπο πού ἀξιολογεῖς τά ἐπίγεια, μέ τά καλά σου ἔργα. Φρόντισε νά γεμίσουν τίς ψυχές τῶν γύρω σου μέ φρόνημα ἀληθινό, μέ τά λόγια τοῦ Θεοῦ, μέ τό θέλημα Του τό ἅγιο.

Λύσεις μέ τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου

Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ Ζακχαῖος ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ἔγινε ἀπόστολος. Καί ἀρχιερέας σέ μιά πόλη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἔγινε καί μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλος στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Αὐτό σημαίνει τό «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Λύτρωση, πλοῦτος οὐράνιος ἀπό τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τή Βασιλεία Του.

Καί σ’ ἐμᾶς, δίνει πολλές ἀφορμές ὁ Θεός νά προβληματιζόμαστε γιά τό πῶς βαδίζομε.

Βαδίζεις καλά; Στέκεις καλά; Σκέπτεσαι καλά;

Ἐρωτήματα πού πρέπει νά μᾶς βασανίζουν· ἀλλά νά τά λύνομε, ὄχι μέ τό φῶς τοῦ μυαλοῦ μας μόνο, μέ τήν σκέψη μας, μέ ὑπολογισμούς, ἀλλά πρῶτα καί κύρια μέ τό φῶς τοῦ Θεοῦ.

Τό μυαλό μας, χωρίς τό φῶς τοῦ Θεοῦ γεμίζει σκοτάδι. Γι’ αὐτό ἔχομε ἀνάγκη ἀπό φῶς πνευματικό, πού εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία πού μποροῦμε νά κάνομε στόν ἑαυτό μας, εἶναι νά μελετᾶμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.

Καί ἀκόμη νά προσευχόμαστε, νά νηστεύομε καί νά θέλομε ὅλο καί περισσότερο νά σκεπτόμαστε «κατά Θεόν».

Τί συμβαίνει τότε;

Ὁ ἄνθρωπος βλέπει τά λάθη του, ἐνῶ πρίν δέν τά ἔβλεπε καί θέλει νά ἐπιστρέψει.

Πότε ἐπιστρέφει ἀληθινά;

Ὅταν πεῖ: «σπίτι μου εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Φαγητό μου, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ». Εἶπε ὁ Κύριος: «Λάβετε φάγετε». Νά χορτάσετε μιά γιά πάντα. Νά μήν εἶσθε πεινασμένοι.

Τί ἄλλο πρέπει νά κάνει;

Νά ζητήσει νά ξεφορτωθεῖ τό βάρος του.

-Κύριε, τά πετάω ἀπό πάνω μου τά ἁμαρτήματά μου.

Πῶς; Μέ τήν ἐξομολόγηση.

Ἔτσι μπαίνει ὁ ἄνθρωπος στό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ προβληματισμός γίνεται ὠφέλιμος καί δέν γυρίζει, αὐτός πού μετανοεῖ, μετά ἕνα μήνα πάλι στά ἴδια σάν τό μαγγανοπήγαδο. Γιατί τότε θά ἔχομε ταραχή στήν ταραχή. Ἔστω καί ἄν νομίζεις ὅτι ἡ ζωή σου εἶναι γλέντι καί τραγούδι.

Ἔτσι εἶναι ὁ κόσμος, ἄν δέν βρεῖς λιμάνι τόν Χριστό, πέτρα τόν Χριστό πού θά ἀκουμπήσεις νά στηριχθεῖς;…..

Ἡ προθέρμανση

Ἕνα παιδάκι βρῆκε μιά χελώνα καί τήν τσίγκλαγε μέ ἕνα ξυλάκι γιά νά βγεῖ ἀπό τό καβούκι της καί νά προχωρήσει. Μά ὅσο τήν ἐνοχλοῦσε ἐκείνη μαζευόταν πιό πολύ.

Τοῦ λέει ὁ πατέρας του:

-Λάθος δρόμο διάλεξες. Βάλτην νά ζεσταθεῖ λίγο στόν ἥλιο καί μόνη της θά περπατήσει. Ἔτσι ἔκανε τό παιδί καί ἡ χελώνα ἄρχισε νά περπατᾶ.

Καί ἐμεῖς χρειαζόμαστε προθέρμανση στά πνευματικά. Πῶς γίνεται;

Εἶσαι πατέρας; Ζέστανε τό παιδί σου μέ τό λόγο σου. Μέ τήν ἀγάπη σου. Εἶσαι μητέρα; Κάνε τό ἴδιο.

Εἶσαι μεγάλος; Σπουδαῖος;

Γνώριζε ὅτι γιά τόν Χριστό εἶσαι παιδάκι! Καί γιά τήν Ἐκκλησία μας, τήν μητέρα μας, εἶσαι παιδί. Τρέξε στήν ἀγκαλιά τους, γιά νά αἰσθανθεῖς τήν ζεστασιά τῆς ψυχῆς καί νά ἀρχίσεις νά σκέπτεσαι σωστά.

Τότε θά ἔρθει ἡ σωτηρία μέσα σου. Καί στό σπίτι σου· καί στό περιβάλλον σου· καί στήν οἰκογένειά σου.

Αὐτόν τόν προβληματισμό μᾶς προτείνει ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ Ζακχαῖος.

Γιατί καί αὐτός ἐπειδή προβληματίστηκε σωστά, ἄφησε τόν Χριστό νά τόν μαζέψει, μέ τόν τρόπο Του.

Μᾶς διδάσκει ἀκόμη, ὅτι πρέπει καί ἐμεῖς νά ψάξομε, νά τό θελήσομε, νά βρεθοῦμε κοντά στόν Χριστό. Γιά νά μαζέψει καί ἐμᾶς μέ τήν καλωσύνη Του καί μέ τό φῶς Του.

Τί νά εὐχηθοῦμε;

Μιά καί τό σπουδαιότερο ἀπό κάθε τί ἄλλο στόν κόσμο εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, νά τήν ἀναζητοῦμε διαρκῶς.

Καί νά παρακαλοῦμε τόν Κύριο, κανένα νά μή στερήσει ἀπό τήν χαρά τῆς Βασιλείας Του. Ἀμήν.

4.

Ὁ Ζακχαῖος (Λουκ.19, 1—10) (ἡ νοσταλγία)

Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ νὰ μᾶς προετοιμάσει γιὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀρχίζει νὰ μᾶς ἀναγγέλλει τὸν ἐρχομὸ της ἕναν ὁλόκληρο μήνα πρὶν αὐτὴ ἀρχίσει. Πόσο δύσκολο εἶναι νὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος πὼς πέρα ἀπὸ τὴν ἀφοσίωσή του στὶς ἀναρίθμητες ἀσχολίες τῆς ζωῆς, θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώσει ἐπίσης φροντίδα γιὰ τὴν ψυχή, γιὰ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο.

Ἄν εἴμασταν λίγο πιὸ σοβαροί, θὰ βλέπαμε πόσο σημαντική, οὐσιαστικὴ καὶ θεμελιώδης εἶναι ἡ φροντίδα τῆς ψυχῆς. Θὰ κατανοούσαμε τότε τὸν ἀργὸ καὶ μυστηριώδη ρυθμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γνωρίζουμε φυσικὰ τὸ νόημα ποὺ ἔχει ἡ τροφὴ γιὰ τὴ ζωή μας. Μερικὲς τροφὲς εἶναι καλὲς καὶ θρεπτικές, ἄλλες εἶναι ἀνθυγιεινές· κάποιες εἶναι βαριές, πρέπει νὰ προσέξουμε. Προσπαθοῦμε πολὺ νὰ ἐξασφαλίσουμε πὼς ἡ τροφὴ ποὺ τρῶμε εἶναι καλὴ γιά μᾶς.

Καὶ εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ εὐσεβὲς ρητορικὸ σχῆμα ὅταν λέμε πὼς καὶ ἡ ψυχὴ χρειάζεται νὰ τραφεῖ, πὼς «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Ὅλοι μας ξέρουμε πὼς χρειαζόμαστε χρόνο γιὰ διάβασμα, γιὰ στοχασμό, γιὰ συζήτηση, γιὰ διασκέδαση. Ἀκόμη κι αὐτὰ ὅμως τὰ φροντίζουμε πολὺ λίγο, τὰ προσέχουμε ἐλάχιστα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ὑγιεινῆς. Ἐπιδιώκουμε τὸ ἐλαφρὺ διάβασμα, τὰ πειράγματα ἀντὶ γιὰ τὴ συζήτηση, τὴ διασκέδαση ἀντὶ γιὰ τὴν ψυχαγωγία.

Δὲν καταλαβαίνουμε πὼς ἡ ψυχὴ παθαίνει δυσκοιλιότητα πολὺ εὐκολότερα ἀπ’ ὅ,τι τὸ πεπτικό μας σύστημα, καὶ πὼς οἱ συνέπειες μιᾶς δυσκοίλιας ψυχῆς εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιβλαβεῖς. Τόσος χρόνος ἀφιερώνεται στὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, καὶ πολὺ λίγος στὴν ἐσωτερικὴ ζωή. Πλησιάζουμε ὅμως τώρα αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἔτους ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς κάλει νὰ θυμηθοῦμε τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ θορυβηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀμνησία μας, ἀπὸ τὸν δίχως νόημα παραλογισμὸ μέσα στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε, ἀπὸ τὴ σπατάλη τοῦ πολύτιμου χρόνου ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ τόσο φειδωλά, ἀπὸ τὴν ἄγαρμπη καὶ μικροπρεπῆ σύγχυση μέσα στὴν ὁποία ζοῦμε.

Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι καιρὸς μετανοίας, καὶ μετάνοια εἶναι ἡ ἐπανεξέταση, ἡ ἐπανεκτίμηση, τὸ νὰ βαθύνει κανεὶς καὶ νὰ φέρει τὰ πάνω κάτω. Μετάνοια εἶναι τὸ ἐπώδυνο ξεσκέπασμα τοῦ παραμελημένου, ξεχασμένου, μολυσμένου «ἐσωτερικοῦ» ἀνθρώπου.

Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς σαρακοστῆς, ἡ πρώτη ὑπενθύμιση προέρχεται ἀπὸ μία μικρὴ εὐαγγελικὴ ἱστορία γιὰ ἕναν ἐντελῶς ἀσήμαντο ἄνθρωπο, «μικρὸν τῷ δέμας», ποὺ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φοροεισπράκτορα ποὺ ἐξασκοῦσε, τὸν χαρακτήριζε, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ σ’ ἐκείνη τὴν κοινωνία, ὡς πλεονέκτη, ἀπάνθρωπο καὶ ἀνέντιμο.

Ὁ Ζακχαῖος ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Χριστό· τὸ ἤθελε τόσο πολύ, ὥστε ἡ ἐπιθυμία του τράβηξε τὴν προσοχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο, «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6,21). Τὰ πάντα στὴ ζωὴ μας ἀρχίζουν μὲ κάποια ἐπιθυμία, ἐπειδὴ ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦμε, αὐτὸ ποὺ μᾶς τραβάει ἀπὸ τὰ μέσα, αὐτὸ στὸ ὁποῖο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πὼς ὁ Ζακχαῖος ἀγαποῦσε τὸ χρῆμα, καὶ κατὰ τὴ δική του παραδοχὴ γνωρίζουμε πὼς γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει δὲν εἶχε κανένα ἐνδοιασμὸ νὰ κλέβει ἄλλους. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν πλούσιος καὶ ἀγαποῦσε τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μέσα του ἀνακάλυψε μιὰ ἄλλη ἐπιθυμία,ἤθελε κάτι ἄλλο, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἔγινε κεντρικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς του.

Αὐτὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία θέτει ἕνα ἐρώτημα στὸν καθένα μας: τί ἀγαπᾶμε, τί ἐπιθυμοῦμε, -ὄχι φυσικὰ ἐπιπόλαια, ἀλλὰ βαθιά. Δὲν ὑπάρχει κανένας μυστηριώδης δάσκαλος ποὺ νὰ περπατᾶ στὴν πόλη σας, ποὺ νὰ περιβάλλεται ἀπὸ τὸ πλῆθος. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Δὲν ὑπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση ποὺ περνᾶ κάθε στιγμὴ ἀπὸ τὴ ζωή σας· καὶ κάπου στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σας, δὲν αἰσθανεσθε κάποιες φορὲς μιὰ νοσταλγία γιὰ κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ γεμίζει τὴ ζωή σας ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ; Σταματῆστε γιὰ μιὰ στιγμή, προσέξτε, εἰσέλθετε στὴν καρδιά σας, ἀφουγκραστεῖτε τὸ ἐσωτερικό σας, καὶ θὰ βρεῖτε μέσα σας τὴν ἴδια ἀκριβῶς παράξενη καὶ ὄμορφη ἐπιθυμία.

Ὁ Ζακχαῖος ἦρθε ἀντιμέτωπος χωρὶς αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, εἶναι κάτι ὅμως ποὺ σχεδὸν ὅλοι μας φοβούμαστε καὶ τὸ καταπιέζουμε μὲ τὸ θόρυβο καὶ τὴ ματαιότητα ὅλων αὐτῶν ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν. «Ἰδοὺ ἐστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Άποκ. 3,20). Ἀκοῦς τὸ σιγανὸ κτύπημα; Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη πρόσκληση τῆς ἐκκλησίας, τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τοῦ Χριστοῦ: ἐπιθύμησε κάτι ἄλλο, πάρε μιὰ βαθιὰ ἀναπνοὴ ἀπὸ κάτι ἄλλο, θυμήσου κάτι ἄλλο. Καὶ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ σταματᾶμε γιὰ νὰ ἀκούσουμε αὐτὴ τὴν κλήση εἶναι σὰν ἕνα φρέσκο καὶ εὐχάριστο ἀεράκι νὰ φυσᾶ στὸ μουχλιασμένο ἀέρα τῆς ἄχαρης ζωῆς μας, καὶ ἀρχίζει ἔτσι ἡ ἀργὴ ἐπιστροφή.

Ἐπιθυμία. Ἡ ψυχὴ παίρνει μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. Ὅλα γίνονται -ἔχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, ἀπεριόριστα σημαντικά. Ὁ ἀνθρωπάκος, μὲ τὰ ματιὰ του καρφωμένα στὸ χῶμα πάνω σὲ γήινες ἐπιθυμίες, τώρα παύει νὰ εἶναι ἀνθρωπάκος καθὼς ἀρχίζει ἡ νίκη μέσα του. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀρχή, τὸ πρῶτο βῆμα ἀπὸ τὰ ἔξω πρὸς τὰ μέσα, πρὸς αὐτὴ τὴ μυστηριώδη πατρίδα ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, συχνὰ ἀσυνείδητα, νοσταλγοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν.

5.

Η σωτηρία του Ζακχαίου

  1. Κλήση προσωπικὴ

Μία ἑβδομάδα πρὶν ἀρχίσει ἡ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ Τριωδίου, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει ἕνα συγκλονιστικὸ παράδειγμα μετανοίας, τὸν Ζακχαῖο.

 

Ὁ Ζακχαῖος ἦταν προϊστάμενος τοῦ κεν­τρικοῦ τελωνείου στὴν Ἱεριχώ, θέση ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε ὄχι μόνο κοινωνικὴ ἀναγνώριση ἀλλὰ καὶ πολλὲς εὐκαιρίες γιὰ πλουτισμὸ μὲ ἀθέμιτα μέσα. Καὶ πράγματι, μὲ τὶς συνεχεῖς ἀπάτες καὶ ἐκβιασμοὺς ὁ ἀρχιτελώνης αὐτὸς εἶχε κατορθώσει νὰ γίνει πολὺ πλούσιος.

Ὡστόσο δὲν ἦταν ἱκανοποιημένος. Κάτι ἄλλο ἀναζητοῦσε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ περάσει ἀπὸ τὴν πόλη τους ὁ Κύριος, βγῆκε νὰ Τὸν δεῖ. Ἀλλὰ τί κόσμος ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ! Πλῆθος ἀνθρώπων περίμεναν τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν περικύκλωναν ὅπου περνοῦσε. Κι ὁ Ζακχαῖος, ποὺ ἦταν κοντόσωμος, ἦταν ἀδύνατον μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλήθη νὰ κατορθώσει νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ ἔστω καὶ ἀπὸ μακριά. Τί νὰ κάνει;…

Τότε σκέφθηκε κάτι τολμηρό: Νὰ ἀνεβεῖ σ’ ἕνα δέντρο ποὺ ἦταν στὸ δρόμο ἀπ’ ὅπου θὰ περνοῦσε ὁ Κύριος. Βέβαια ὁ κόσμος ἀσφαλῶς θὰ τὸν σχολίαζε γιὰ τὴν κίνησή του αὐτή. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ὅμως. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσε ἦταν νὰ δεῖ τὸν Χριστό. Καὶ ἦταν βέβαιος ἀπὸ ἐκεῖ θὰ Τὸν ἔβλεπε καλά. Ἔτρεξε λοιπὸν ἀμέσως, ἀνέβηκε σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω σὲ μιὰ συκομουριὰ καὶ περίμενε.

Κάποια στιγμὴ ὁ Κύριος ἔφτασε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο. Σταμάτησε, σήκωσε τὰ μάτια Του καὶ εἶδε τὸν Ζακχαῖο πάνω στὸ δέντρο· χωρὶς νὰ τὸν γνω­ρίζει ἀπὸ πρίν, τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα! «Σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος κάλεσε τὸν Ζακχαῖο μὲ τὸ ὄνομά του. Εἶναι δεῖγμα ὅτι τὸν ξεχώρισε ἀπὸ τὰ πλήθη καὶ τὸν κάλεσε προσωπικὰ σὲ συνάντηση μαζί Του προετοιμάζοντας ἔτσι τὴ σωτηρία του.

Αὐτὴ τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπικὴ κοινωνία ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι πράγματι θαυμαστὸ καὶ συγκινητικὸ νὰ σκέπτεται ὁ καθένας μας ὅτι ὁ Κύριος μᾶς γνωρίζει καὶ μᾶς καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά μας. Εἶναι τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία μᾶς κάλεσε ὅταν βαπτιστήκαμε καὶ μυρωθήκαμε καὶ μᾶς μνημονεύει στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ ἰδιαιτέρως στὴ θεία Λειτουργία. Καὶ τὸ πιὸ συγκλονιστικό: τὸ ὄνομά μας αὐτὸ θὰ μείνει ἀνεξάλειπτο στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καί, ἂν μείνουμε πιστοὶ στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸ ὁμολογήσει ὁ Κύριος Ἰησοῦς μπροστὰ στὸν Πατέρα Του καὶ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους. Ἀσύγκριτη τιμὴ καὶ δόξα στὴν ὁποία ὁ Κύριος καλεῖ ὅλους μας! Τὸ ποιὸς τελικὰ θὰ δεχθεῖ καὶ θὰ ἀξιοποιήσει τὴν κλήση αὐτή, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν καθένα μας. Πάντως κανεὶς δὲν ἀποκλείεται, ἀκόμα καὶ ὁ πλέον ἁμαρτωλός. Αὐτὸ ἀποδείχθηκε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ­Ζακχαίου.

  1. Ἄδικες κρίσεις

Συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν πρόταση ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Κύριος, ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε γρήγορα, πῆγε στὸ σπίτι του καὶ γεμάτος χαρὰ ὑποδέ­χθηκε τὸν Χριστό.

Ὅλος ὁ κόσμος ὅμως, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ Ἰησοῦς προτίμησε τὸ σπί­τι τοῦ Ζακχαίου, Τὸν σχολίαζε ἀρνητικὰ λέγοντας ὅτι «παρὰ ἁ­­μαρ­τωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι». Τὸν κατηγοροῦσαν δηλαδή, ἐπειδὴ ἐπέλεξε νὰ μεί­νει καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου.

Στὸ μεταξὺ ὁ Ζακχαῖος ­στάθηκε μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ Τοῦ εἶπε: Ἰδού, Κύριε, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου τὰ δίνω ἐλεημοσύνη στοὺς ­φτωχούς, κι ἂν τυχὸν ὡς τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελί­ες καὶ ἀναφορὲς γιὰ νὰ ἀδικήσω κάποιον σὲ κάτι, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιο.

Τότε ὁ Χριστὸς στράφηκε πρὸς αὐτὸν καί, δίνοντας ἀπάντηση στὰ ἄδικα σχόλια τοῦ κόσμου, εἶπε: «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο»· σήμερα μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου στὸ σπίτι αὐτὸ ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στὸν οἰκοδεσπότη ὅσο καὶ στοὺς δικούς του. Καὶ ἔπρεπε νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἀρχιτελώνης αὐ­τός, διότι κι αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ. Καὶ σ’ αὐτὸν λοιπὸν ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν ὑπόσχεση τῆς σωτηρίας. Ἄλλωστε ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐ­ρανὸ στὴ γῆ γιὰ ν’ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει ὅλη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ποὺ σὰν χαμένο πρόβατο κινδύνευε νὰ πεθάνει μέ­σα στὴν ἁμαρτία.

Πόσο λάθος κάνουμε οἱ ἄνθρωποι στὶς κρίσεις μας! Ὅλοι ἔσπευσαν νὰ κατακρίνουν τὸν Κύριο ποὺ εἰσῆλθε στὸ σπίτι τοῦ ἀρχιτελώνη, χωρὶς νὰ ὑποψιάζον­ται τὴν κοσμογονία ποὺ γινόταν τὴν ἴδια ὥρα μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ Ζακχαίου. Καὶ ἀμέσως διαψεύσθηκαν. Πρῶτα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ζακχαῖο, ὁ ὁποῖος ὁμολόγησε δη­μοσίως τὶς ἀδικίες ποὺ εἶχε ­διαπράξει καὶ ὑποσχέθηκε τὴν ἐπανόρθωσή τους· κι ἔπειτα ἀπὸ τὸν Σωτήρα Χριστό, ὁ Ὁ­­­ποῖος φανέρωσε τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας ὄχι ἁπλῶς ἑνὸς ἀνθρώπου ἀλλὰ μιᾶς ὁλόκληρης οἰκογένειας ποὺ γνώρισε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἂς μὴ βιαζόμαστε λοιπὸν στὶς ­κρίσεις μας. Καί, τὸ σπουδαιότερο, ἂς μὴν κατακρίνουμε κανένα, διότι δὲν ­μποροῦ­με νὰ γνωρίζουμε οὔτε τὰ βάθη τῆς ­ψυ­χῆς του οὔτε τὴ μελλοντική του ­ἐξέλιξη. Αὐ­τὰ τὰ γνωρίζει μόνο ὁ ­παντογνώστης ­Κύ­ριος, ὁ Ὁποῖος θέλει τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν παύει νὰ δίνει ­εὐκαιρίες στὸν καθένα γιὰ μετάνοια. Καὶ ὁ Ζακχαῖος μετανόησε πραγματικὰ καὶ τὸν ἑορτάζουμε ὡς Ἅγιο στὶς 20 Ἀπρι­λίου.

 

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

6.

Κυριακή ΙΕ’Λουκά-ΜΗ ΑΜΕΛΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΣΟΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΣ

 Έχουν εκλείψει οι χαρισματικοί άνθρωποι. Είναι πανθομολογούμενο αυτό σήμερα. Έχουν κυριαρχήσει οι διαχειριστές, αλλά και οι μέτριοι ή οι ατάλαντοι. Κι αυτό διότι χάρισμα θεωρείται μόνο ό,τι είναι ένα φυσικό προσόν, η ευφυΐα, η διορατικότητα, η τόλμη, η ικανότητα ελιγμών, η επικοινωνιακή και ρητορική δεινότητα, η ομορφιά, η καλοσύνη, ο δυναμισμός.

 Χάρισμα είναι το να είναι κάποιος ηγέτης, να μπορεί να συνεγείρει τα πλήθη ή να εμπνέει τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν προς μία κατεύθυνση.
Χάρισμα είναι να είναι κάποιος επιδέξιος σε κάποια τέχνη. Κάποιοι αλλάζουν τον όρο «φύση» με τον όρο «Θεός» και μάλιστα κατηγορούν τον τελευταίο ότι έχει κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι αυτό διότι το χάρισμα από κάποιους ταυτίζεται με την κοινωνική κατάσταση του ανθρώπου, την ευγενική του καταγωγή, τον πλούτο, την δόξα, την δυνατότητα να εξαγοράζει την υποστήριξη των άλλων ή να κερδίζει τις επευφημίες τους όχι κατ’ ανάγκην επειδή το αξίζει, αλλά επειδή φαντάζει δυνατός.
Το χάρισμα έχει ταυτιστεί με την έννοια της δύναμης, με την εξουσία που μπορεί να ασκήσει πάνω στους ανθρώπους, είτε πολιτικά, είτε κοινωνικά, είτε προσωπικά. Χάρισμα είναι η γοητεία, η μαγεία που προκαλεί με την παρουσία του κάποιος. Και η γοητεία λειτουργεί εξουσιαστικά. Υποτάσσει τον άλλο στην ικανότητα αυτού που έχει το χάρισμα και του βάζει όρια στην ελευθερία του. Ενίοτε μπορεί και να του την στερεί.
Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στον μαθητή του Τιμόθεο, του προτείνει: 
«Μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος» (Α’ Τιμ. 4, 14). 

Ο Παύλος αναφέρεται σε ένα χάρισμα το οποίο δεν είναι κατόρθωμα του ανθρώπου, ούτε του έχει δοθεί από τη φύση. Είναι ένα χάρισμα το οποίο έχει λάβει τη στιγμή που η Εκκλησία του εμπιστεύθηκε κι αυτό το χάρισμα είναι η ιερωσύνη, η δυνατότητα δηλαδή να προσφέρει τον εαυτό του και τον κόσμο στο Θεό, όπως επίσης και να μοιράζεται τη σχέση του με το Θεό με τους συνανθρώπους του. Και αυτό το χάρισμα χρειάζεται καλλιέργεια και όχι αμέλεια. Χρειάζεται συνέχεια και όχι διακοπή. Χρειάζεται εργασία και όχι επανάπαυση. Γιατί το χάρισμα εκτός από ευλογία, είναι και σταυρός.

Ο Παύλος μιλά για τους τρόπους με τους οποίους το χάρισμα που έλαβε ο 
Τιμόθεος μπορεί να φανερωθεί στους ανθρώπους και να γίνει μοίρασμα αγάπης και σ’ αυτούς, τουτέστιν να συναντούν οι άνθρωποι τον Χριστό μέσα από την παρουσία του προσώπου.
Οι τρόποι αυτοί είναι
 ο λόγος, η συναναστροφή, η αγάπη, η πνευματική ζωή, η αγνότητα του σώματος και της ψυχής. Είναι η ανάγνωση των Γραφών και η παρηγοριά των ανθρώπων, αλλά και η διδασκαλία τους. Αυτοί οι τρόποι μαρτυρούν μία στάση ζωής, η οποία δίνει άλλο νόημα στην ανθρώπινη προσωπικότητα και καθιστά τον άνθρωπο ηγέτη πραγματικό των άλλων, όχι στην πορεία για έναν καλύτερο κόσμο, αλλά στο δρόμο της σωτηρίας και της μετοχής στη Βασιλεία των Ουρανών, στο δρόμο της αγιότητας.

Η ιερωσύνη είναι ειδική ευλογία την οποία λαμβάνουν κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι μέσα στην Εκκλησία, δια της χειροτονίας. 

Όμως, η ιερωσύνη είναι και γενική ευλογία, την οποία λαμβάνουν όλοι οι πιστοί κατά τη στιγμή του Βαπτίσματος. Και το αληθινό νόημα της χριστιανικής ζωής, το οποίο εκφράζεται δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, είναι η μετοχή στη σωτηρία. Και αυτό είναι ένα χάρισμα το οποίο δεν έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπουν οι άνθρωποι τα χαρίσματα, αλλά με ένα ήθος το οποίο ανακαινίζει και αναμορφώνει πνευματικά τον άνθρωπο και τον κάνει να γίνεται φαινομενικά Άλλος, στην ουσία όμως εκείνος για τον οποίο ο Χριστός έγινε άνθρωπος. Να ξαναβρίσκει δηλαδή το κατ’ εικόνα και να πορεύεται στο καθ’ ομοίωσιν. Ο καθένας μας καλείται να αγωνιστεί να φανερώσει το Χριστό με το λόγο, την συμπεριφορά του, με την αγάπη, την πνευματική ζωή, την πίστη, την αγνότητα, την ανάγνωση των Γραφών, την παρηγοριά στους άλλους, με το μοίρασμα των γνώσεών του και των εμπειριών του μ’ εκείνους. Αυτό συνεπάγεται τελικά μία μεταμόρφωση, που κάνει τον άνθρωπο χαρισματικό όχι μόνο για τον παρόντα κόσμο και χρόνο, αλλά και για την αιωνιότητα. Οι ιερείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτοί που καλούνται αυτό το χάρισμα να το ασκούν εν παροξυσμώ. Με όλες τους τις δυνάμεις και για όλους τους ανθρώπους, ει δυνατόν κάθε ώρα και στιγμή. Οι υπόλοιποι πιστοί όσο δύνανται. Η ευλογία όμως ισχύει για όλους.

Εχθρός του χαρίσματος αυτού είναι η αμέλεια. Η αδιαφορία. Η αίσθηση ότι υπάρχει έτσι κι αλλιώς για λίγους ή αυτοί που το έχουν είναι και εκείνοι που έχουν υποχρέωση να το καλλιεργήσουν και να το μοιραστούν. Η αμέλεια οδηγεί στην αίσθηση ότι μέσα στην Εκκλησία δεν έχουμε ευθύνη όλοι, αλλά οι εκλεκτοί. Ότι η πνευματική ζωή είναι για λίγους. Ότι οι υπόλοιποι μπορούμε να επαναπαυόμαστε στην προσευχή των λίγων, στη διδαχή των λίγων, στην αγάπη των λίγων και ότι τα πάντα μπορούν να λειτουργούν μαγικά για μας. Έτσι, αμελούμε του χαρίσματος. Και τελικά ζούμε μια ζωή που μας κάνει παθητικούς αποδέκτες της σωτηρίας και όχι διψασμένους γι’ αυτήν.

Ο κόσμος χρησιμοποιεί το χάρισμα για λόγους εξουσίας. Για τη χριστιανική πίστη το χάρισμα είναι ένδειξη ευθύνης για τους άλλους, αγάπης γι’ αυτούς και οδού σωτηρίας τόσο για τον χαρισματούχο, όσο και για το σύνολο των πιστών. Και όποιος νιώθει υπεύθυνος για την σωτηρία των άλλων, είναι δεδομένο ότι θα αγωνιστεί και για τα άλλα του βίου. 

Άλλωστε η σωτηρία δεν δίδεται στην αιωνιότητα, αλλά ξεκινά από αυτή τη ζωή, με ό,τι κι αν ασχολείται ο άνθρωπος. Αρκεί να μην εξαντλεί το χάρισμά του στο πώς θα εξουσιάσει τους άλλους. Γιατί η εξουσία, όσο απαραίτητη κι αν φαίνεται, εάν εξαντλείται στη δύναμη, δεν αναδεικνύει τα χαρίσματα των ανθρώπων, αλλά την δίψα τους για επιβολή και δόξα. Κι αυτές οι καταστάσεις είναι μακριά από το θέλημα του Θεού. Αμήν!

Από το γραπτό  ΚΗΡΥΓΜΑ της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Κερκύρας

ΚΥΡΙΑΚΗ 21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018

7.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ ΛΟΥΚΑ-«Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι»

«Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γαρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκᾶ 19, 5).
Γεμάτη ἀπό ὀξύμωρα καί ἀντιφατικά σχήματα εἶναι ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσαμε σήμερα. Ὁ κοντός ψηλώνει, ὁ ὑψηλός Θεός «κονταίνει» καί πάλι γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ πλούσιος φτωχαίνει, ὁ ἁμαρτωλός δικαιώνεται, ὁ Ἀναμάρτητος «ἁμαρτάνει» κάνοντας παρέα μέ τούς χειρότερους, οἱ ἐνάρετοι σκανδαλίζονται, ὁ Μεγάλος Περαστικός τῆς Ἱεριχοῦς αὐτοπροσκαλεῖται σέ φαγητό, τά δεδομένα χάνονται καί καινούρια δεδομένα ξεπροβάλουν.
Μέσα σ’ αὐτό τό κλίμα τῶν ἀνατροπῶν καί τῶν ἐκπλήξεων ὁ Κύριος ρίχνει ἕνα βλέμμα στόν ἀνεβασμένο στή συκομουριά Ζακχαῖο καί τοῦ φωνάζει ἐπιτακτικά: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι»

Ἀπό ποῦ νά κατεβεῖ ὁ Ζακχαῖος; Ἀπό τό δέντρο πού χρησιμοποίησε, γιά νά πάρει τό ὕψος πού τοῦ ἔλειπε.Εἶχε πολλές ἐξωτερικές ἐλλείψεις ὁ ταλαίπωρος. Ἦταν κοντούλης καί αὐτό τοῦ δημιουργοῦσε πολλά ἐσωτερικά συμπλέγματα. Ἦταν ὅμως καί εὔστροφος. Μποροῦσε γρήγορα νά διαχειρίζεται καταστάσεις καί νά λύνει τά προβλήματά του. Τό αἴσθημα τῆς ἔλλειψης καί τοῦ κενοῦ, πού τοῦ δημιουργοῦσε τό μικρό του ὕψος, προσπάθησε νά τό καλύψει μέ τά λεφτά. Προσπάθησε νά ψηλώσει, νά γίνει σημαντικός μέ τή συγκέντρωση τοῦ χρήματος, ἀκόμη καί ἄν αὐτό προϋπέθετε ὅτι ἔπρεπε νά ἀδικήσει τούς ἄλλους. Ἀντί ὅμως νά γίνει σημαντικός, ἔγινε ἁπλῶς μόνον πλούσιος. Ἀνεβασμένος τώρα στή συκομουριά προσπαθεῖ νά δεῖ τό Χριστό. Τά δύο βλέμματα συναντιοῦνται. Τοῦ ἀνθρώπου πού ψάχνει τό Θεό καί τοῦ Θεοῦ πού ἀναζητάει τόν ἄνθρωπο. Αὐτή ἡ συνάντηση στίς ματιές εἶναι καθοριστική. Τόν καλεῖ ὁ Ἰησοῦς νά κατεβεῖ ἀπό τη συκομουριά, ἀλλά στήν πραγματικό- τητα τόν καλεῖ νά κάνει μία κάθοδο ἄλλου εἴδους.

Τί εἶναι ἡ συκομουριά γιά τό Ζακχαῖο; Εἶναι ἕνα ἐργαλεῖο, ἕνα δεκανίκι, ἕνα βάθρο, πάνω στό ὁποῖο πατάει γιά νά πάρει ὕψος. Τό ὕψος πού κερδίζει, ὅμως, δέν εἶναι ἀληθινό, δέν εἶναι μόνιμο. Θά τό χά- σει, μόλις κατεβεῖ ἀπό τό δέντρο. Ὁ Κύριος, λοιπόν, καλεῖ τόν κατά βάθος ἀγαθό τοῦτο τελώνη νά κατεβεῖ ἀπό τό ψέμα του. Νά ἐγκαταλείψει τό ψεύτικο βάθρο καί νά σταθεῖ στό ἀληθινό του ὕψος, διότι τελικά αὐτό θά τόν βοηθήσει νά ψηλώσει ἀληθινά, νά γίνει ἕνας γίγαντας. Ἕνας γίγαντας τοῦ πνεύματος, πού θά μείνει αἰώνιο παράδειγμα γιά ὅλους τούς πιστούς στό πέρασμα τοῦ χρόνου. Τόν καλεῖ νά κατεβεῖ ἀπό αὐτό πού σκέφτηκε καί νά σταθεῖ ὅπως εἶναι μπροστά στό Θεό, γιατί μόνον τότε μπορεῖ νά κερδίσει ὄχι τήν ἀπό μακριά θέα τοῦ Θεοῦ ἀλλά τόν ἴδιο τό Θεό.
Ἡ συκομουριά ἀποκτάει ἕνα συμβολισμό πού μᾶς ἀφορᾶ ὅλους. Ὁ Κύριος περιέρχεται τούς δρόμους καί τά μονοπάτια τῆς ζωῆς μας καί μᾶς ψάχνει. Ὅταν συναντηθοῦμε, φωνάζει στόν καθένα μας: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι».

Μᾶς καλεῖ νά κατεβοῦμε ἀπό τό ψέμα μας, ἀπό τά φτιαχτά δεδομένα μας, ἀπό τά βοηθήματα καί τά βάθρα πού δημιουργήσαμε, γιά νά καλύψουμε τά κενά καί τίς ἐλλείψεις πού μᾶς βασανίζουν. Ὁ Κύριος φωνάζει αὐτό τό «κατάβηθι» σέ κάθε Θεία Λειτουργία ἀπό τήν Ὡραία Πύλη. Μᾶς κοιτάζει κατάματα καί μᾶς λέγει ἀπό ἀμέτρητη καί ἀπίστευτη ἀγάπη: «σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Δέν περιμένει νά Τόν προσκαλέσουμε.
Αὐτοπροσκαλεῖται μέσα μας, γιά νά μᾶς χαρισθεῖ, νά μᾶς εὐλογήσει μέ τήν
παρουσία Του, νά μᾶς πλουτίσει ἀληθινά, νά μᾶς ὑψώσει στό ὕψος πού μᾶς πρωτόπλασε καί πού οἰκτρά τό χάσαμε μέ τήν ἀμετανοησία μας. Μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νά κατεβοῦμε ἀπό τά μεγάλα βάθρα, πού ὁ καθένας ἀπό μᾶς τοποθέτησε γιά νά πάρει ὕψος στή ζωή του.

Τό πρῶτο βάθρο πού θέλει ὁ Χριστός νά ἐγκαταλείψουμε, γιά νά συνευρεθοῦμε μαζί Του, εἶναι τό ἀπατηλό βάθρο τῶν προσόντων. Τά προσόντα, εἴτε εἶναι φυσικά εἴτε εἶναι ἐπίκτητα, γίνονται γιά ὅλους μας μία συκομουριά, πού μᾶς βοηθάει νά δοῦμε τό Χριστό ἀπό μακριά, ἀλλά μᾶς ἐμποδίζει νά Τόν συναντήσουμε ἀληθινά καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του.

Τό δεύτερο μεγάλο βάθρο πού μᾶς καλεῖ νά ἐγκαταλείψουμε, γιά νά Τόν πλησιάσουμε, εἶναι αὐτό πού ὀνομάζουμε κοινωνική θέση καί 18 αὐτοεκτίμηση. Ἡ μιά κάποια ἰδέα πού ἔχουμε καί πού δημιουργοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας μᾶς κρατάει πιό ψηλά ἀπό τούς ἄλλους ἀλλά μακριά ἀπό τό Χριστό.

Τό τρίτο μεγάλο βάθρο, ἡ μεγαλύτερη ἴσως ἐξέδρα ἀπό τήν ὁποία πρέπει νά κατεβοῦμε, γιά νά ἑνωθοῦμε μέ τό Χριστό, εἶναι ἡ ἐπίπλαστη καί ἐξωτερική καθαρότητα καί ἀρετή μας. Ἡ τυπική ἐξωτερική ἀρετή καί ἡ ἐπιφανειακή εὐσέβεια εἶναι μία ψηλή συκομουριά, πού μᾶς κρατάει πολύ μακριά ἀπό τή γῆ τῆς ταπείνωσης. Μέ λίγη ἐξομολόγηση, κάποια νηστεία καί λίγη ἐλεημοσύνη φτάνουμε στά πιό ψηλά κλαδιά της. Πιστεύουμε πώς ἔτσι εἴμαστε κοντά στό Χριστό καί Τόν βλέπουμε καθαρά, ἀλλά ὁ Κύριος δέ ζητάει ἀπό μᾶς τήν ἀρετή. Ἀπό ἐμᾶς ζη- τάει τή μετάνοια. Μᾶς φωνάζει λοιπόν τό «κατάβηθι» ἀπό τήν ἐξέδρα τῶν πνευματικῶν κατορθωμάτων. Νά περπατήσουμε στό στερεό χῶμα τῆς ταπεί- νωσης, γιατί μόνον ἄν εἴμαστε προσγειωμένοι στήν πραγματική μας κατάντια μποροῦμε νά συναντηθοῦμε μέ τό Χριστό καί νά Τοῦ ζητήσουμε τήν πολυπόθητη σωτηρία.

Ὅταν ὁ Χριστός εἶπε στό Ζακχαῖο ὅτι θά φιλοξενηθεῖ στό σπίτι του, ὁ Ζακχαῖος δέν ἔτρεξε νά ἑτοιμάσει τό χῶρο καί τά δεδομένα τῆς φιλοξενίας. Τό μόνο πού ἔκανε ἦταν νά ἑτοιμάσει τόν ἑαυτό του μέ τή μετάνοια γιά τή φιλοξενία τοῦ Ἰησοῦ. Δέν τόν ἀπασχόλησε τί θά προσφέρει στόν Κύριο, διότι τό πρῶτο πού σκέφτηκε νά Τοῦ χαρίσει ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του. Ὅταν λοιπόν ὁ Χριστός μᾶς φωνάζει:«μετά φόβου, πίστεως καί ἀγάπης» νά προσέλθουμε, γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του, μᾶς καλεῖ νά ἐγκαταλείψουμε τίς συκομουριές τῆς βόλεψής μας, τό κάθισμά μας, τά προσόντα μας, τήν κοινωνική θέση μας, τήν ἀρετή μας. Μᾶς καλεῖ ταπεινά νά ἔλθουμε κοντά Του.
Νά τοῦ χαρίσουμε τόν ἑαυτό μας μέ μετάνοια, γιά νά ἔλθει καί νά φιλοξενηθεῖ μέσα μας. Ἀπό μᾶς ὁ Χριστός δέν θέλει τό ὕψος μας, θέλει τό βάθος μας. Μόνον ἡ ἔμπρακτη καί ἔμπονη μετάνοια μᾶς κάνει ἀληθινά παιδιά τοῦ Ἀβραάμ. Μόνον τά παιδιά τοῦ Ἀβραάμ δικαιοῦνται τή σωτηρία. Διότι ἡ σωτηρία προορίζεται γιά τούς ἀνθρώπους πού πιστεύουν μέ τά ἔργα τῆς μετανοίας 20 καί ὄχι μέ τά λόγια καί τά βλέμματα τῆς συκομουριᾶς. Ἄς ἀφήσουμε λοιπόν τά ὕψη μας καί ἄς σκύ- ψουμε μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας τόν αὐχένα τῆς ὑπάρξεώς μας, γιά νά γίνουμε κατοικητήρια τοῦ Θεοῦ καί ταπεινοί ἀποδέκτες τῆς αἰώνιας σωτηρίας καί λύτρωσης. Ἀμήν.

8.

Ἀνάλυση τοῦ Α΄Τιμ. δ΄9-15

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

 

Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς προέρχεται ἀπὸ τὴν A΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ Ἀπ. Παύλου, ποὺ περιέχει συμβουλὲς τοῦ Ἀποστόλου πρὸς τὸν μαθητὴ καὶ συνεργάτη του Τιμόθεο, τὸν ὁποῖο ἄφησε ἐπίσκοπο στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου:

«Παιδί μου Τιμόθεε, αὐτὸ ποὺ λέω εἶναι ἀλήθεια κι ἀξίζει νὰ γίνει πέρα γιὰ πέρα ἀποδεκτό. Κι ἐμεῖς γι’ αὐτὸ ὑπομένουμε κόπους καὶ ὀνειδισμούς, γιατί στηρίξαμε τὴν ἐλπίδα μας στὸν ἀληθινὸ Θεό, ποὺ εἶναι σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων κι ἰδιαίτερα τῶν πιστῶν. Αὐτὰ νὰ παραγγέλλεις καὶ νὰ διδάσκεις. Κανεὶς νὰ μὴ σὲ καταφρονεῖ ποὺ εἶσαι ἀκόμη νέος. Ἀντίθετα, νὰ γίνεις ὑπόδειγμα γιὰ τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν λόγο, μὲ τὴ συμπεριφορά σου, μὲ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν πνευματικὴ ζωή, μὲ τὴν πίστη, μὲ τὴν ἁγνότητα. Ὥσπου νὰ ἔρθω, συγκέντρωσε τὴν προσοχή σου στὴν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, στὶς συμβουλὲς καὶ στὴ διδασκαλία. Μὴν ἀφήνεις ἀχρησιμοποίητο τὸ χάρισμα ποὺ ἔχεις καὶ πού σοῦ δόθηκε ὅταν ὕστερα ἀπὸ ὑπόδειξη τῶν προφητῶν τῆς ἐκκλησίας σὲ χειροτόνησαν οἱ πρεσβύτεροι. Αὐτὰ νὰ ἔχεις στὸ νοῦ σου, μ’ αὐτὰ νὰ ἀσχολεῖσαι, ὥστε ἡ πρόοδός σου νὰ εἶναι φανερὴ σ’ ὅλα».

Στὸ κείμενο αὐτὸ περιγράφονται τὰ χαρακτηριστικά τοῦ ὑπεύθυνου ἡγέτη τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα τὸν καθιστοῦν πρότυπο καὶ ὑπογραμμὸ γιὰ τοὺς πιστούς. Ἐφιστᾶ ὁ Παῦλος τὴν προσοχὴ τοῦ Τιμόθεου μὲ τὴ φράση ποὺ χρησιμοποιεῖ στὴν ἀρχὴ τῆς ἑνότητας καὶ ποὺ τὴ χρησιμοποιεῖ συχνὰ στὶς Ποιμαντικὲς ἐπιστολὲς του (Α΄ καὶ Β΄ πρὸς Τιμόθεον καὶ πρὸς Τίτον), ὅταν θέλει νὰ ὑπογραμμίσει κάτι ἢ νὰ παραθέσει μία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: «αὐτὸ ποὺ λέω εἶναι ἀλήθεια κι ἀξίζει νὰ γίνει πέρα γιὰ πέρα ἀποδεκτό». Κι ἀμέσως ἀναφέρεται στοὺς κόπους του καὶ τὴν ἐλπίδα του στὸν Σωτήρα Θεό, ὑπονοώντας προφανῶς ὅτι αὐτὰ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν καὶ τὸν παραλήπτη τῆς ἐπιστολῆς. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ὀνομάζεται «Σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων», ὅπως σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς λέγεται ὅτι «ὁ Σωτήρας μας Θεὸς θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ γνωρίσουν σὲ βάθος τὴν ἀλήθεια» (Α΄ Τιμ.2,4).

Στὴ συνέχεια τοῦ ἀναγνώσματος ὁ Παῦλος δίνει τὰ χαρακτηριστικά τοῦ ἡγέτη ποὺ τὸν καθιστοῦν πρότυπο γιὰ τοὺς χριστιανούς:

1. Ὁ Τιμόθεος ἦταν νέος στὴν ἡλικία – πράγμα τὸ ὁποῖο, λέγει ὁ Παῦλος, δὲν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στὸ ἔργο του, ἐφόσον βέβαια ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἀπαριθμεῖ στὴ συνέχεια, πρῶτο ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι ἡ συνεχὴς διδασκαλία. Ὁ ἐκκλ. ἡγέτης δὲν ἔχει μόνο διοικητικὰ καθήκοντα ἀλλὰ πρωτίστως εἶναι διδάσκαλος, καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ὑποτιμήσει γιὰ τὴ νεότητά του ἐφόσον ἐκτελεῖ σωστὰ τὸ ἔργο του.

2. Εἰδικότερα ζητεῖ ὁ Ἀπόστολος νὰ εἶναι ὑπόδειγμα ὁ Τιμόθεος στὸν λόγο του, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι λόγος ὄχι ἐπιφανειακὸς καὶ ἄνευ περιεχομένου ἀλλὰ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή.

3. Ὁ λόγος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὸς ἐὰν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὴ σωστὴ «συμπεριφορά», ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς μιλάει πιὸ δυνατὰ ἀπὸ τὰ λόγια, ὅταν μάλιστα συνοδεύεται ἀπὸ ἀγάπη.

4. Ἡ ἀγάπη, δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἡγέτη καθὼς καὶ γιὰ κάθε χριστιανὸ συναισθηματικὴ ὡραιολογία ἀλλὰ πράξη ζωῆς, ποὺ ἐκτείνεται μέχρι καὶ τὴν αὐτοθυσία, διότι «ὁ καλὸς ποιμένας θυσιάζει τὴ ζωή του γιὰ χάρη τῶν προβάτων», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ὅπου καὶ προβάλλει τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν «καλὸ ποιμένα» (Ἰω. 10,11).

5. Ἡ «πνευματικὴ ζωὴ» εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἔχει τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος, τοὺς ὁποίους ἀπαριθμεῖ ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του: ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, καλοσύνη, ἀγαθότητα, πραότητα, ἐγκράτεια (Γαλ. 5,22).

6. Ἡ πίστη, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλὴ θεωρητικὴ παραδοχὴ ὁρισμένων χριστιανικῶν ἀρχῶν ἀλλὰ πλήρης καὶ ἄνευ δισταγμῶν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό.

7. Ἡ ἁγνότητα στὸν τρόπο ζωῆς, στὶς προθέσεις, στὴ συμπεριφορά.

8. Ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, γιὰ τὴν ὁποία γράφει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Μεγάλη ἀσφάλεια γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτάνει κανεὶς εἶναι ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἐνῶ ἡ ἄγνοια τῆς Γραφῆς ὁδηγεῖ σὲ γκρεμὸ καὶ βάραθρο βαθύ. Αὐτὸ γέννησε τὶς αἱρέσεις, αὐτὸ εἰσήγαγε τὸν διεφθαρμένο βίο, αὐτὸ ἔφερε τὰ ἄνω κάτω» (PG 48,995).

Τέλος, προτείνει ὁ Παῦλος στὸν Τιμόθεο:

9. Νὰ μὴν παραμελεῖ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ δόθηκε μὲ τὴ χειροτονία του ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας.

Μὲ τὴν τήρηση ὅλων αὐτῶν ὁ Τιμόθεος θὰ ἔχει «πρόοδο φανερὴ σὲ ὅλα».

Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἡγέτης στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἔργο δύσκολο καὶ ὑπεύθυνο, εἶναι παράλληλα ὅμως σημαντικὸ γιὰ τὸν χριστιανὸ νὰ ἔχει στὸ πρόσωπο τοῦ ἡγέτη ἕνα πρότυπο ποὺ θὰ τὸν ἐμπνέει.

9.

Πρὸς Τιμόθεον Α΄ 4,9-16

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Καὶ τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα στὴ θεία Λειτουργία εἶναι περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρώτη πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τρεῖς ἀπὸ τὶς δεκατέσσερις ἐπιστολὲς τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου στὴν Καινὴ Διαθήκη ὀνομάζονται ποιμαντικὲς ἐπιστολές· εἶναι δύο πρὸς τὸν Τιμόθεο ἐπίσκοπο Ἐφέσου, καὶ μία πρὸς τὸν Τίτο ἐπίσκοπο Κρήτης. Ὀνομάζονται ποιμαντικὲς οἱ τρεῖς αὐτὲς ἐπιστολές, γιατί σ’ αὐτὲς ὁ Ἀπόστολος γράφει γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὰ χρέη τῶν Ἱερῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι πολὺ βαρὺ καὶ ὑπεύθυνο τὸ ἔργο τοῦ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτὸ κι ὁ ἅγιος Παῦλος γράφει τρεῖς εἰδικὲς ἐπιστολές, δίνοντας ὁδηγίες καὶ συμβουλὲς στοὺς δύο μαθητὲς του ἐπισκόπους. Στὴ δεύτερη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ ὁ μεγάλος Ἀπόστολος, ἐκεῖ ποὺ ἀναγκάζεται νὰ ὁμιλήση γιὰ τὸ πρόσωπό του καὶ γιὰ τὸν ἀγώνα του, χαρακτηρίζει τὸ ἔργο του «μέριμναν πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν» ἡ φροντίδα του δηλαδὴ καὶ ἡ ἔγνοια του ἦσαν ὅλες οἱ τοπικὲς ἐκκλησίες. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ μέριμνα πρέπει νὰ ἐντάξουμε καὶ τὶς τρεῖς ποιμαντικὲς ἐπιστολές. Ἀλλ’ ἂς ἄκουσωμε τὴν αὐριανὴ περικοπὴ σὲ μετάφραση στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα.

«Παιδί μου Τιμόθεε, αὐτὸ ποὺ λέγω εἶναι ἀληθινὸ κι ἄξιο νὰ τὸ παραδεχθῆ ὁ καθένας ὁλόψυχα. Γι’ αὐτὸ κοπιάζομε καὶ μᾶς ἔμπαιζουν οἱ ἄνθρωποι, γιατί ἔχομε τὴν ἐλπίδα μας στὸν ἀληθινὸ Θεό, ποὺ εἶναι σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ μάλιστα τῶν πιστῶν· αὐτὰ νὰ παραγγέλλης καὶ νὰ διδάσκης. Κανένας νὰ μὴ σὲ καταφρονῆ, ἐπειδὴ εἶσαι νέος, ἀλλὰ νὰ γίνεσαι παράδειγμα γιὰ τοὺς πιστοὺς μὲ τὰ λόγα σου, μὲ τὴ συμπεριφορά σου, μὲ τὴν ἀγάπη σου, μὲ τὴν πνευματικότητα σου, μὲ τὴν πίστη σου καὶ μὲ τὴν ἁγνότητά σου. Ὥσπου νὰ ’ρθω, νὰ μελετᾶς μὲ προσοχὴ τὶς Γραφές, νὰ κηρύττης καὶ νὰ διδάσκης. Νὰ μὴν παραμελῆς τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης ποὺ εἶναι μέσα σου καὶ σοῦ δόθηκε μὲ ἱερὴ εὐχὴ καὶ μὲ χειροθεσία τῶν ἱερέων. Αὐτὰ νὰ μελετᾶς σ’ αὐτὰ νὰ εἶναι ἡ ψυχή σου, γιὰ νὰ εἶναι φανερὴ σὲ ὅλους ἡ προκοπή σου».

Ἂν ἦταν σήμερα, μὲ ἀφορμὴ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, νὰ κηρύξουμε καὶ νὰ ὁμιλήσουμε στοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ εἴχαμε νὰ δυσκολευτοῦμε καθόλου. Θὰ καλούσαμε τὸν ἱερὸ κλῆρο νὰ ἀκούση τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, ποὺ εἶναι πολὺ ἁπλὰ καὶ ὁμιλοῦν μόνα τους. Μὰ τώρα αἰσθανόμαστε κάποια δυσκολία, γιατί ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος ὁμιλεῖ γιὰ τοὺς ποιμένες, ἐμεῖς πᾶμε νὰ κηρύξουμε πρὸς τὸ λαό. Καὶ μπορεῖ κάποιος, ποὺ ἄκουει, νὰ μᾶς πῆ· «Ὁ Ἀπόστολος γιὰ σᾶς ὁμιλεῖ σήμερα, γιὰ τοὺς ἐπισκόπους, γιὰ τοὺς ἱερεῖς, γιὰ τὸν ἱερὸ κλῆρο. Σήμερα λοιπὸν γιὰ σᾶς θέλομε νὰ ἀκούσωμε, κι ἂν εἶναι τρόπος νὰ ἀντιστραφοῦν τὰ πράγματα· ἀντὶ νὰ λέτε σεῖς καὶ νὰ ἀκοῦμ’ ἐμεῖς, νὰ λέμε λοιπὸν ἐμεῖς καὶ νὰ ἀκοῦτε σεῖς». Ἀλλ’ ὅμως ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀντιστρέφεται καὶ δὲν ἀνατρέπεται, γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα, ὅπως καὶ πάντα, καθὼς ὁ Ἀπόστολος κάπου γράφει «ἀνέχεσθε τοῦ λόγου τῆς παρακλήσεως» 2· ἀνεχθῆτε κι ἀκοῦστ’ ἐκεῖνον ποὺ σᾶς κηρύττει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι λόγος οἰκοδομῆς καὶ εἰρήνης. Καὶ μὴ σᾶς μέλλει· ὅταν ὁ ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας διδάσκη τοὺς Χριστιανούς, αὐτὸς διδάσκεται· κι ὄχι μόνο διδάσκεται, ἀλλὰ τὴν ἴδια ὥρα καὶ κρίνεται. Ἀφῆστε τον λοιπὸν νὰ σᾶς διδάσκη, κι ἂς εἶναι αὖτος ποὺ θὰ κριθῆ γιὰ σᾶς. Γιατί ἔτσι τὸ θέλησε ὁ Θεός· ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς νὰ ἔχωμε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴ σωτηρία σᾶς ἀπέναντι στὸ Θεό.

Γιατί καὶ δὲν γίνεται ἀλλιῶς. Δὲν εἶναι τρόπος, ἂν τύχη καὶ τὸ θέλει κάποιος, νὰ ἀντιστραφοῦν τὰ πράγματα. Στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει μιὰ ἱερὴ τάξη· οἱ ἱερεῖς νὰ διδάσκουν καὶ ὁ λαὸς νὰ ἀκούη. Ὅταν ἢ τάξη αὐτὴ καταργῆται, τότε ὅλα γίνονται ἄνω κάτω καὶ διαλύεται ἡ Ἐκκλησία. Δύο φορὲς στὴν αὐριανὴ περικοπὴ ἀκοῦμε τὸν Ἀπόστολο νὰ γράφη στὸν ἐπίσκοπο Τιμόθεο γιὰ τὸ χρέος του νὰ διδάσκη τὸ λαὸ «αὐτὰ δίδασκε» (3) καὶ «πρόσεχε… τῇ διδασκαλίᾳ» (4). Τὸ κήρυγμα καὶ ἡ διδασκαλία στὴν Ἐκκλησία εἶναι ὄχι μόνο χρέος, ἄλλα καὶ ἀποκλειστικὸ δικαίωμα τοῦ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς φαίνεται σὲ ὅ,τι ὁ Ἀπόστολος γράφει σὲ ἄλλη του ἐπιστολὴ | «Μὴ πάντες διδάσκαλοι;» (5)· μὴν τάχα ὅλοι στὴν Ἐκκλησία μποροῦνε νὰ κάνουν τὸ διδάσκαλο; Ὄχι ἂν εἶναι σοφοὶ καὶ ἱκανοί, ἀλλ’ ἂν ἔχουν τὸ κανονικὸ δικαίωμα. Θὰ τὸ ἀκούσωμε κι αὐτὸ στὸ αὐριανὸ ἱερὸ κείμενο· «Μὴ ἀμέλει τοῦ ἐν σοὶ χαρίσματος, ὅ ἐδόθη σοι διὰ προφητείας μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ πρεσβυτερίου» (6). Ὄχι μ’ ἕναν διορισμὸ οὔτε μόνο μὲ ἐκλογή, ἄλλα μ’ αὐτὸ τὸν ἐπίσημο καὶ ἱεροτελεστικό τρόπο ἡ Ἐκκλησία χειροτονεῖ καὶ ἐγκαθιστᾶ τοὺς ποιμένες καὶ τοὺς διδασκάλους της, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν εἶναι κανεὶς ποιμένας χωρὶς νὰ εἶναι διδάσκαλος, καὶ νὰ μὴν μπορῆ νὰ εἶναι διδάσκαλος, ἂν δὲν εἶναι ποιμένας. Στὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Παύλου αὐτα τὰ δύο πᾶνε πάντα μαζί, «ποιμένες καὶ διδάσκαλοι» (7) γράφει. Τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἱερατικὴ διακονία, ποὺ ἄνηκει στοὺς ποιμένες, καὶ σὲ κείνους, ποὺ σὲ ἔκτακτες περιστάσεις, θὰ ἤθελαν οἱ ποιμένες νὰ τὸ ἐπιτρέψουν.

Ἀλλ’ ὅπου ὁ Ἀπόστολος ὁμιλεῖ γιὰ τὸ χρέος τῶν Ἱερῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, συγχρόνως ἄφηνει νὰ νοηθῆ καὶ τὸ χρέος τῶν λαϊκῶν. Μέσα στὸ «ταῦτα δίδασκε» καὶ στὸ «πρόσεχε τῇ …διδασκαλίᾳ» βλέπομε τὸ ἱερὸ χρέος τῶν ποιμένων νὰ διδάσκουν τὸ λαὸ· νὰ ξέρουν τί τὸν διδάσκουν καὶ νὰ προσέχουν πῶς τὸν διδάσκουν. Ἀλλὰ συγχρόνως βλέπομε καὶ τὸ χρέος τοῦ λαοῦ· γιατί βέβαια οἱ ποιμένες δὲν διδάσκουν ἂλλους παρὰ τὸ λαό. Ὁ λαὸς λοιπὸν ὀφείλει πρῶτα νὰ ἀκούη πρόθυμα τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας κι ἔπειτα νὰ ξέρη τί ζητάει καὶ τί θέλει νὰ ἀκούση ἀπό τοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί συμβαίνει κάποτε καὶ οἱ χριστιανοὶ νὰ θέλουνε νὰ ἀκοῦνε στὸ κήρυγμα ὄχι λόγο Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ λόγο τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ οἱ ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας δὲν διδάσκουν δικό τους Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ παραδίδουν στοὺς πιστοὺς τὴ διδαχὴ ποὺ παρέλαβαν διαδοχικὰ ἀπό τους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. «Ταῦτα δίδασκε» γράφει ὁ Ἀπόστολος, δηλαδὴ αὐτὰ κι ὄχι ἄλλα, σύμφωνα κάθε φορὰ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ καιροῦ καὶ μὲ τὴν ἀρέσκεια τῶν ἀνθρώπων. Οὔτε ὁ ἱερὸς διδάσκαλος μπορεῖ νὰ κηρύττη ὅ,τι θαρρεῖ καὶ θέλει, μὰ οὔτε καὶ οἱ χριστιανοὶ μποροῦνε νὰ ἔχουν τὴν ἀξίωση νὰ κηρύττη ἡ Ἐκκλησία, ὅ,τι τοὺς ἀρέσει. Γι’ αὐτὸ γράφει πάλι ὁ Ἀπόστολος «πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει» (8) καὶ «τῇ διδασκαλίᾳ». Ἔξω ἀπὸ τὴ θεία Γραφή, ἔξω ἀπὸ τὴ διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν βγαίνει τὸ ἀληθινὸ κήρυγμα, κι οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ ξέρουν πὼς τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λόγος Θεοῦ κι ὄχι συζήτηση τοῦ δρόμου. Ὅσα λέγονται ἔξω δὲν γίνονται ὅλα κήρυγμα μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Μὰ ἀνίσως καὶ τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λόγος Θεοῦ, ὅπως τωόντι καὶ εἶναι, τότε θὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ τὶς Γραφὲς καὶ τὴν ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ κηρύξουμε στὸ λαό, βγαίνοντας καὶ στὸ δρόμο, γιὰ νὰ φέρωμε τὸ φῶς καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς σωτηρίας στοὺς ἀνθρώπους. Ὅμως μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ πάρωμε τὰ καθημερινὰ λόγια τοῦ δρόμου, γιὰ νὰ τὰ φέρωμε στὴν Ἐκκλησία. Δὲν μᾶς χρειάζεται ἡ Ἐκκλησία καὶ δὲν μᾶς χρειάζεται καὶ τὸ κήρυγμα, ἂν ἔχωμε τὴν ἀξίωση νὰ κόβουμε τὸ Εὐαγγέλιο στὰ μέτρα τὰ δικά μας. Ἢ τὸ δεχόμαστε πὼς ἡ Ἐκκλησία εἶναι «οἶκος Θεοῦ ζῶντος, στύλος καὶ ἐδραίωμα τῆς ἀληθείας» (9) ἢ τὸ ἀμφισβητοῦμε, καὶ τότε πιὰ εἴμαστε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Στὸν καιρό μας ὅμως συμβαίνει καὶ κάτι ἄλλο· πολλοὶ δὲν εἶναι πρόθυμοι καὶ δὲν θέλουνε νὰ ἀκούσουν κἄν λόγο τῆς Ἐκκλησίας. Τάχα πὼς ὅλο τὰ ἴδια ἀκοῦμε ἀπό τοὺς ἱεροὺς διδασκάλους· τάχα πὼς αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε στὸ κήρυγμα εἶναι παλιὰ καὶ πρέπει καὶ στὸ σημεῖο τοῦτο νὰ συγχρονισθῆ ἡ Ἐκκλησία· τάχα πὼς οἱ ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι στὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, καὶ σωστὰ λοιπὸν δὲν ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι· τάχα πὼς ὁ λαὸς δὲν θέλει νὰ ἀκούη λόγια, ἄλλα θέλει νὰ βλέπη ἔργα. Ἀφήνομε ὅλα τὰ ἄλλα, ποὺ εἶναι «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις» (10) καὶ περιοριζόμαστε στὸ τελευταῖο. Ἡ διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι λόγια, ἀλλ’ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔργο τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, κοπιῶδες καὶ βαρὺ ἔργο, εἶναι καὶ νὰ κηρύττουν τὸ λόγο.

Ἀπέναντι στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ τὸ ἴδιο εἴμαστε ὑπεύθυνοι καὶ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ λαός. Ἡ μεγάλη εὐθύνη ὅλου τοῦ κόσμου εἶναι ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ λαλήθηκε στὸν κόσμο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἄρχισε νὰ ὁμιλῆ γιὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τοῦ κόσμου, εἶπε· «Καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτυρίαν τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἤξει τὸ τέλος» (11)· καὶ θὰ κηρυχθῆ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦτο τῆς βασιλείας σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη, γιὰ νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τότε θὰ ἔλθη τὸ τέλος. Καὶ σὲ ἄλλη πάλι περίπτωση εἶπε· «Ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτὸν· ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (12)· ὅποιος μὲ περιφρονεῖ καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγιά μου, ἔχει ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὸν κρίνη· ὁ λόγος ποὺ ἐλάλησα ἐκεῖνος θὰ τὸν κρίνη τὴν τελευταία ἡμέρα. Ὅριο δηλαδὴ στὴ συντέλεια τοῦ κόσμου εἶναι νὰ κηρυχθῆ παντοῦ τὸ Εὐαγγέλιο, γιατί κριτὴς τῶν ἄνθρωπων θὰ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι μας λοιπὸν καὶ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ λαὸς εἴμαστε τὸ ἴδιο ὑπεύθυνοι ἀπέναντι στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ συμβαίνει ὁ λαὸς νὰ ἀκούη καὶ νὰ σώζεται κι οἱ ποιμένες νὰ διδάσκουν καὶ νὰ κρίνωνται. Γιατί νὰ εἶναι κανεὶς ποιμένας καὶ διδάσκαλος στὴν Ἐκκλησία εἶναι βέβαια μεγάλη τιμή, ἀλλὰ εἶναι καὶ βαρειὰ εὐθύνη. Ἂς μὴ χωριζώμαστε λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, σὲ ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενους, ἀλλ’ ἂς πιστεύουμε πὼς Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ. Οἱ πιστοὶ μὲ τοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους των. Ἀμήν.
+ὁ Σ.Κ.Δ.

 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Β’ Κορ. 11,29.

    2. Ἑβρ. 13, 22.

    3, Α’ Τιμ. 4,11.

    4. Α’ Τιμ. 4,13.

    5. Α’ Κορ. 12,30.

    6. Α’ Τιμ. 4,14-15.

    7. Α’ Κορ. 12,29. Ἐφ. 4,12.

    8. Α’ Τιμ. 4, 14.

    9. Α’ Τιμ. 3,15.

    10. Ψαλμ. 140,4.

    11. Ματθ. 24,15.

    12. Ἰω. 12,48,