Βασίλειος Γ. Βοξάκης, Θεολόγος

Κάθε χρόνο κατά τις Άγιες ημέρες της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού, του Σωτήρα και Λυτρωτή μας, στη μνήμη σου, θέλεις δε θέλεις, έρχεται και η αποτρόπαιη μορφή του Ηρώδη, του πρώτου από μια σειρά «θεομάχων» που κυνήγησαν και δυστυχώς συνεχίζουν μέχρι σήμερα την αφροσύνη τους κυνηγώντας τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Τον Ηρώδη ως σφαγέα των νηπίων της Βηθλεέμ όλοι μας τον γνωρίζουμε και τον θυμόμαστε από τα μαθητικά μας χρόνια. Το γεγονός όμως ότι το Βιβλικό αυτό πρόσωπο όχι μόνο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην ιστορία της πατρίδας μας της Ελλάδος, αλλά και το ότι ο ίδιος παρέμεινε για αρκετές ημέρες στο Αιγαιοπελαγίτικο νησί της Χίου, σίγουρα λίγοι το έχουν ακούσει.

Ο Ηρώδης, παρά το ότι ήταν τότε σχεδόν εξηκονταετής, δηλαδή σε ηλικία αρκετά προχωρημένη για το μέσο όρο ζωής της εποχής του, δε δίστασε να κάνει ένα τόσο μακρινό, επικίνδυνο και κουραστικό ταξίδι. Αλλά παρακινημένος από την άκρατη φιλοδοξία του και προκειμένου να καλλιεργήσει περαιτέρω τις ήδη άριστες σχέσεις που διατηρούσε πάντα με τους εκάστοτε ισχυρούς της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, βρέθηκε να ταξιδεύει στο Ρωμαιοκρατούμενο Αιγαίο.

 

Οι ικανότητές του να ελίσσεται διπλωματικά, να κολακεύει, να μηχανορραφεί και να προσκολλάται στους εκάστοτε νικητές, όχι μόνο τον ανέδειξαν στο βασιλικό θρόνο της Ιουδαίας το 37 π.Χ., αλλά και τον διατήρησαν σ’ αυτόν επί τριάντα τρία χρόνια μέχρι και το θάνατό του. Σύμφωνα με τον Εβραίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο (37 – μετά το 100 μ.Χ.) ο βίος του Ηρώδη θα μπορούσε να παρομοιαστεί μ’ έναν ορμητικό ποταμό που τον περιορίζουν απότομες όχθες και που φουσκώνει από θολά και αφιλόξενα νερά.

Ο Ηρώδης μετά την ήττα του φίλου και προστάτη του Μάρκου Αντωνίου στο Άκτιο το 31 π.Χ. χωρίς ενδοιασμούς άλλαξε αμέσως στρατόπεδο και βρέθηκε κοντά στον νικητή Οκταβιανό Αύγουστο. Έτσι, όχι μόνο διατήρησε τη θέση του υποτελή στους Ρωμαίους βασιλιά της Ιουδαίας, αλλά και του χαρίσθηκαν νέα εδάφη. Προκειμένου να έχει εξασφαλισμένη την εύνοια του Ρωμαίου αυτοκράτορα, επιδίωξε και επέτυχε να αναπτύξει στενή φιλία με τον γαμπρό και βασικό συνεργάτη του Οκταβιανού, τον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα.

Αλλά, ας εντάξουμε το περιστατικό που μας ενδιαφέρει στο ιστορικό του πλαίσιο. Ο Αγρίππας το 17 π. Χ. για δεύτερη φορά ανέλαβε τη διοίκηση των ανατολικών επαρχιών. Το 15 π. Χ., κατόπιν προσκλήσεως, επισκέφθηκε στην Ιουδαία τον προσφιλή του Ηρώδη. Στην Ιερουσαλήμ στα πλαίσια του θρησκευτικού συγκρητισμού, που προωθούσε η Ρώμη και τον οποίο εφάρμοζε πιστά και ο Ηρώδης, θυσίασε χίλια βόδια στο Ναό, αν και ο ίδιος ήταν ειδωλολάτρης. Το επόμενο έτος ο Αγρίππας άρχισε με βάση του τη Μυτιλήνη προετοιμασίες για ναυτική εκστρατεία στον χώρο του Ευξείνου Πόντου. Ήδη από το 16   π. Χ. ένας τυχοδιώκτης, ο Σκριβώνιος, ανέτρεψε τον βασιλιά Άσανδρο, που κυβερνούσε με την έγκριση του Οκταβιανού Αυγούστου, το κράτος του Κιμμέριου Βοσπόρου, δηλαδή την σημερινή Κριμαία. Η επανάσταση αυτή προσέφερε στον Καίσαρα το εύσχημο πρόσχημα για να επιδιώξει μεγαλύτερο έλεγχο στη νευραλγική αυτή από στρατιωτικής και οικονομικής απόψεως περιοχή. Την αποστολή αυτή ανέθεσε και πάλι στον ικανότατο στρατηγό και έμπιστο φίλο του, Αγρίππα.

Όταν λοιπόν ο Αγρίππας ζήτησε την βοήθεια του Ηρώδη – κατά άλλη εκδοχή ο Ηρώδης προσφέρθηκε εθελοντικά – αυτός σταθμίζοντας τα συμφέροντά του όπως πάντα, θεώρησε ότι αυτό αποτελούσε μια λαμπρή ευκαιρία να προσφέρει ακόμα μια εκδούλευση στην κοσμοκράτειρα Ρώμη, την οποία, με την αξεπέραστη διπλωματία που τον διέκρινε, πολύ σύντομα θα την «εξαργύρωνε» προς όφελός του, όπως εξάλλου είχε κάνει και στο παρελθόν πολλές φορές. Εξάλλου επρόκειτο για μια επιχείρηση σχετικά μικρού κινδύνου, όπως αυτό φάνηκε και στο τέλος, όπου η λύση επήλθε με διπλωματική διευθέτηση. Έτσι ξεκίνησε ο ίδιος ως επικεφαλής του στόλου του, προκειμένου να συνδράμει τη ναυτική αυτή επιχείρηση του Αγρίππα. Βασικός προορισμός του ήταν η Μυτιλήνη, όπου θα ενωνόταν με τον Ρωμαϊκό στόλο, για να αποπλεύσουν προς τον Εύξεινο Πόντο  με ενδιάμεσο σταθμό την πόλη του Βυζαντίου.

Ένας λοιπόν λόγος του ταξιδιού του Ηρώδη ήταν η για μία ακόμη φορά συνάντησή του με τον Αγρίππα και η βοήθεια προς αυτόν. Όμως πέραν αυτού υπήρχε και άλλος εξίσου σοβαρός λόγος και αυτός ήταν η ενίσχυση των Εβραϊκών κοινοτήτων που διαβιούσαν στα νησιά του Αιγαίου. Για να επιτύχει και τον στόχο αυτό, επιδίωκε να παραμένει πέραν του αναγκαίου χρόνου στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, που ήταν στη διαδρομή του και είχαν εβραϊκές κοινότητες, προκειμένου με χορηγίες να εξευμενίζει τους Έλληνες των νησιών αυτών. Στη Ρόδο χρηματοδότησε την κατασκευή του «Πυθείου», δηλαδή ναού του Απόλλωνα και το ίδιο γενναιόδωρος φάνηκε κατά την παραμονή του στην Κω δωρίζοντας χρήματα για τη συντήρηση του ετήσιου αξιώματος του γυμνασιάρχου και οικοδομώντας γυμνάσιο (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου) και παράλληλα παρέχοντας μεγάλη ποσότητα σίτου. Δεν γνωρίζουμε για ποιο λόγο στο πρόγραμμά του δεν συμπεριελάμβανε επίσκεψη στη Χίο1. Προφανώς είχε αντιληφθεί ότι  δεν επαρκούσε πλέον ο χρόνος που είχε στη διάθεσή του για να φθάσει εγκαίρως2 . Όμως οι αντίθετοι βόρειοι άνεμοι εμπόδισαν τον Ηρώδειο στόλο να προσεγγίσει το νησί της Λέσβου και έτσι αναγκάστηκε να διατάξει να αγκυροβολήσουν στο λιμάνι της Χίου, μέχρι να βελτιωθεί ο καιρός.

Άλλα ας δούμε πως ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος κατέγραψε αυτό το ιστορικό συμβάν στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία». Το έργο αυτό συνέταξε περίπου το 97 μ. Χ. και βασίσθηκε στις μαρτυρίες του βιογράφου του Ηρώδη, Έλληνα ιστορικού Νικολάου  Δαμασκηνού, ο οποίος είχε συμμετάσχει σ΄ αυτό το ταξίδι. «Πλεύσας δια Ρόδου και Κω, προσέσχε περί Λέσβον, οιόμενος εκεί καταλήψεσθαι τον Αγρίππαν. Εκεί δε αυτόν απολαμβάνει πνεύμα βόρειον, είργον την αναγωγήν των νεών. Ο δ’ επιδιέτριβεν ημέρας πλείους εν τη Χίω »3.

Όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβη αυτή η επί αρκετών ημερών παραμονή του Ηρώδη στη Χίο, οι απόψεις των λογίων και των ιστορικών διχάζονται. Αφενός υπάρχει η άποψη αυτών που υποστηρίζουν ότι αυτό πρέπει να τοποθετηθεί στο 12 π. Χ. Ο Αδαμάντιος Κοραής γράφει στα «Άτακτα» του για τον Ηρώδη ότι : «Σπεύδων να φθάση τον γαμβρόν του Αυγούστου Αγρίππαν, πλέοντα τότε εις τον Βόσπορον, και εμποδιζόμενος απ’ εναντίους ανέμους, επέρασεν από την Λέσβον εις την Χίον (περίπου το 12 έτος προ Χριστού)»4. Ο Χίος ιστορικός Αλέξανδρος Βλαστός, γράφοντας μεταγενέστερα, και συγκεκριμένα το 1840, αναφέρει τα εξής: «Ο βασιλεύς των Ιουδαίων Ηρώδης σπεύδων να φθάση τον γαμβρόν του Αυγούστου Αγρίππαν, και εμποδιζόμενος υπ’ εναντίων ανέμων έτυχε να διατρίβη κατ’ εκείνον τον καιρόν (12 π. Χ. ) ικανάς ημέρας εις Χίον.» Ο επίσης Χίος λόγιος και ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας (1845-1906) αναφέρει σχετικά ότι: «επεχειρήθη εν έτει 12 π. Χ. το ταξείδιον του Ηρώδου … Παρέμεινε δ’ ο Ηρώδης εν τη νήσω πολλάς ημέρας και εκείθεν ανεχώρησεν εις Μυτιλήνην προς επίσκεψιν του εκεί διατρίβοντος Αγρίππα.»6 Ένας ακόμα Χίος ο Δ. Πετροκόκκινος συμφωνεί με τους πραναφερθέντες για το 12 π. Χ. ως έτος επισκέψεως του Ηρώδη στη Χίο7.

Αντίθετα με τους παραπάνω, άλλοι νεότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η ορθή χρονολογία είναι το 14 π. Χ. Ο αμερικανός καθηγητής κλασικών σπουδών Meyer Reinhold, ο οποίος θεωρείται ότι έχει συνθέσει την αρτιότερη μονογραφία για τον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα, υποστηρίζει ότι το πέρασμα του Ηρώδη από την Χίο έγινε δύο έτη προγενέστερα, δηλαδή το 14 π. Χ. και πιο συγκεκριμένα κατά την διάρκεια της ανοίξεως8.

Με το 14 π.Χ. συμφωνεί και ο Φίλιππος Αργέντης9 και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Οχάιο των Η.Π.Α.Duane W. Roller10, καθώς και η εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα στο λήμμα της για τον Μ. Β. Αγρίππα11. Το 14 π. Χ. υιοθετεί και ο παλιός Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Θεολογικής Αθηνών Γεράσιμος Κονιδάρης12. Σύμφωνος με την παραπάνω άποψη είναι και ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρος Σαρικάκης (1921 – 2010)13, ο οποίος αναφέρει ότι ύστερα από τη διευθέτηση της κρίσεως στο Βασίλειο του Κιμμέριου Βοσπόρου και μετά από την περιοδεία που έκανε μαζί με τον Ηρώδη στην Παφλαγονία, Καππαδοκία, Φρυγία, Έφεσο και Σάμο, ο Αγρίππας βρισκόταν στη Λέσβο κατά τον χειμώνα του 14 με 13 π. Χ.. Αντίθετα προς όλους τους προαναφερθέντες ο sir William Smith προτείνει την άνοιξη του 16 π. Χ.14

Οι περισσότεροι ιστορικοί αναφέρουν ως βέβαιο ότι ο Μ. Β. Αγρίππας αποχώρησε από τη Μυτιλήνη και γενικότερα την Ανατολή, για να επιστρέψει στη Ρώμη το έτος 13    π. Χ. Σ’ αυτόν ως τον πλέων άριστο και νικηφόρο στρατηγό ανέθεσε ο Αυτοκράτορας Οκταβιανός το 12 π. Χ. την παγίωση της Ρωμαϊκής κυριαρχίας στην επαρχία της Παννονίας, πέραν του ποταμού Δουνάβεως. Όμως ο δριμύς χειμώνας του 12 π.Χ. έγινε αιτία να προσβληθεί από πνευμονία και να αναγκασθεί να επιστρέψει στην Καμπανία της Ιταλίας, όπου και πέθανε τον Μάρτιο του 12 π.Χ., σύμφωνα με τον αρχαίο ιστορικό Δίωνα Κάσσιο.15 Αν θεωρήσουμε λοιπόν ως βέβαιο το χρόνο θανάτου του Αγρίππα τον Μάρτιο του 12 π.Χ., είναι πολύ στενά τα χρονικά πλαίσια για τόσο πολλά ιστορικά γεγονότα (ταξίδι του Ηρώδη από την Παλαιστίνη στη Χίο, στη Μυτιλήνη και στον Εύξεινο Πόντο και επιστροφή Αγρίππα στη Ρώμη και εκστρατεία στην Παννονία) για να επαρκέσουν οι τρεις πρώτοι μήνες του 12 π.Χ.. Εξάλλου το έτος αυτό, και ενώ ο Αγρίππας ήδη είχε πεθάνει, ο Ηρώδης φέρεται να ταξίδεψε στην Ακυληία της Ιταλίας με βασικό στόχο να συναντηθεί με τον Αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο, προκειμένου να κατηγορήσει τον γιο του Αλέξανδρο (από τη Μαριάμη) ότι μηχανορραφεί εναντίον του και σχεδιάζει τη δολοφονία του16. Όλα αυτά συντελούν στο να θεωρήσουμε το 14 π. Χ. ως πολύ ορθότερο, σε σύγκριση με το 12 π. Χ. Τώρα, όσον αφορά τον μήνα ή την εποχή που συνέβη το μελετώμενο σ’ αυτό το άρθρο ιστορικό γεγονός, μάλλον πιθανότερο φαίνεται να συνέβη στους μήνες της Ανοίξεως, καθώς στην αρχαιότητα προτιμούνταν αυτοί οι μήνες για την έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων.

Η Χίος το 14 π.Χ., όταν πάτησε το πόδι του σ’ αυτή ο βασιλεύς της Ιουδαίας, βρισκόταν υπόδουλη στους Ρωμαίους και σε κατάσταση μεγάλης οικονομικής και πολιτιστικής παρακμής. Το καίριο χτύπημα είχε δοθεί το 86 π.Χ. Τότε και εξαιτίας της φιλορωμαϊκής πολιτικής της Χίου, ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης στέλνει στρατεύματα με αρχηγό το στρατηγό Ζηνόβιο και καταλαμβάνει το νησί. Τα μιθριδατικά στρατεύματα λεηλατούν την πόλη, την πυρπολούν και μεταφέρουν με τη βία τους περισσότερους κατοίκους της στην Κολχίδα του Πόντου, όπως αναφέρει ο αρχαίος ιστορικός Αππιανός. Γρήγορα όμως οι Ρωμαίοι ανακτούν τη Χίο, επαναπατρίζουν τους Χιώτες στο νησί τους και ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας ανακηρύττει τη Χίο «πολιτείαν ελευθέραν» (civitas libera).

Όμως από την καταστροφή αυτή, η οποία υπήρξε εφάμιλλη των τουρκικών σφαγών του 1822 μ.Χ., η Χίος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Την ερήμωση ήλθαν να συμπληρώσουν και δυο ισχυροί σεισμοί το 24 π.Χ. και το 12 π.Χ. Αν προσθέσουμε σ’ αυτά και τις συχνές λεηλασίες έργων τέχνης από τους Ρωμαίους και τη βαρύτατη φορολογία των ρωμαϊκών αρχών, καθώς και την νομισματική μεταρρύθμιση του Αυγούστου το 15 π.Χ. , που απαγόρευσε στις ελεύθερες πόλεις να κυκλοφορούν δικά τους χρυσά και αργυρά νομίσματα, αντιλαμβανόμαστε τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει η άλλοτε ακμάζουσα αρχαία Χίος. Ο καθηγητής Θ. Σαρικάκης έγραψε χαρακτηριστικά ότι όλα αυτά

«έπληξαν θανάσιμα την εμπορική της κίνηση, ώστε κατά τα τέλη του Α΄ π. Χ. αι. περιήλθε σε πλήρη οικονομικό μαρασμό».17  Ο Ηρώδης, ο οποίος ήδη θα γνώριζε από πληροφορίες την οικτρή αυτή κατάσταση, θα την επιβεβαίωσε κι ο ίδιος κατά την πολυήμερη παραμονή του. Ερχόμενος λοιπόν στον Ελλαδικό χώρο ήταν ήδη αποφασισμένος να διαθέσει σημαντικά χρηματικά ποσά στους σταθμούς του ταξιδιού του, προκειμένου να προωθήσει τις επιδιώξεις του. Έστω κι αν η Χίος δεν ήταν ένας προγραμματισμένος σταθμός, ούτε και εδώ δεν έκανε καμία εξαίρεση. Παρά την αγριότητα του χαρακτήρα του ο Ηρώδης γνώριζε καλά τόσο την ψυχολογία του ανθρώπου όσο και από διπλωματία. Προκειμένου να προδιαθέσει ευμενώς τα σημαντικά πρόσωπα του τόπου το πρώτο που έκανε ήταν να μοιράσει σ’ αυτά πολλά και ακριβά δώρα, «και πολλούς μεν των προσιόντων αυτώ ανελάμβανε βασιλικές δωρεές»18.

Οι επόμενές του κινήσεις υπήρξαν ακόμα πιο εντυπωσιακές και αναμφισβήτητα γενναιόδωρες. Πρώτον ανέλαβε να πληρώσει ένα μέρος από τους φόρους που όφειλε η Χίος στη Ρώμη. Σε αρχαία επιγραφή, που ανακαλύφθηκε στη Χίο, γίνεται αναφορά στη δωρεά που έκανε υπέρ του νησιού ένας «Βασιλεύς Μέγας», ο οποίος όμως δεν κατονομάζεται. Η δωρεά ανερχόταν στο ποσό των χιλίων δηναρίων19 και πιθανόν ισοδυναμούσε  με την ετήσια εισφορά φόρων του νησιού προς τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία20. Άραγε αυτός ο Μεγάλος Βασιλεύς ταυτίζεται με τον Ηρώδη ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή με τον Αντίοχο Δ΄ τον Επιφανή, βασιλέα της Κομμαγηνής (1ος αιώνας    μ. Χ.) ;

Δεύτερον ενθάρρυνε την ανέγερση μιας από τις στοές21 που είχε καταστραφεί από το Μιθριδάτη και κείτονταν σε ερείπια επί 76 χρόνια. Για τον λόγο αυτό χορήγησε χρηματικό ποσό, που όχι μόνο απλά έφτανε, αλλά και περίσσευε, γιατί ο Ηρώδης διακήρυξε δημόσια ότι ήθελε «να αναλάβη πάλιν η νήσος την προτέραν λάμψιν». Ο Ιώσηπος καταγράφει τη δωρεά του Ηρώδη για τη στοά ως εξής: «αυτής δε της πόλεως ιδών πεπτωκυίαν στοάν, ην, εν τω Μιθριδατικώ πολέμω καθαιρεθείσαν, ουχ ώσπερ τα άλλα, δια μέγεθος και κάλλος, αναστήναι ράδιον ην, χρήματα δούς όσον μη μόνον επαρκήν αλλά και περιττεύειν εδύνατο προς την συντέλειαν του κατασκευάσματος, ενετέλλετο μη περιοράν, αλλά θάττον εγείρειν, αποκαθιστάντας τη πόλει τον ίδιον κόσμον»22. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι δεν παρακάλεσαν οι Χίοι τον απρόσμενο υψηλό επισκέπτη του νησιού να τους χρηματοδοτήσει, ίσως γιατί φοβήθηκαν τον γνωστό για τον άγριο χαρακτήρα του «φίλο της Ρώμης», αλλά ίσως και γιατί θεωρούσαν απίθανο να δείξει τέτοιο ενδιαφέρον για τον τόπο τους ένας περαστικός ξένος. Αντιθέτως όμως ο ίδιος τους παρακίνησε να δεχθούν να ανοικοδομήσουν την κατεστραμμένη στοά αναλαμβάνοντας εξ ιδίων τα έξοδα. Το πόσο γενναιόδωρη πρέπει να ήταν η χρηματική χορηγία του αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι δεν ανοικοδομήθηκε απλά μια μεγαλοπρεπής στοά, αλλά και διακοσμήθηκε με ανάλογης ποιότητας έργα τέχνης, όπως αγάλματα. Η υψηλή ποιότητα της τέχνης τους συμπεραίνεται και από το εξής γεγονός: όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος στις 11 Μαΐου του 330 εγκαινίασε την Κωνσταντινούπολη διέταξε να μεταφερθούν τα καλύτερα έργα τέχνης που υπήρχαν στα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προκειμένου να διακοσμηθεί η νέα πρωτεύουσα. Όπως αναφέρει έργο που λανθασμένα αποδίδεται στον βυζαντινό ιστορικό Γεώργιο Κωδινό (14ος αιώνας μ. Χ.) «στήλαι πολλαί είκασιν … και από Ρόδου και Χίου»23. Μεταξύ των έργων τέχνης που επιλέχθηκαν και από τη Χίο24 ήταν και αυτά της στοάς του Ηρώδη25. Και παρά τους μεσολαβήσαντες κατά τη διάρκεια τριών αιώνων ισχυρούς σεισμούς, όπως αυτός του 17 μ.Χ., φαίνεται ότι η στοά βρισκόταν ακόμα σε καλή κατάσταση. Όμως το πέρασμα τόσων αιώνων, αλλά και οι επακολουθήσαντες πολλοί και καταστροφικοί σεισμοί, αφάνισαν – άγνωστο το πότε – από την επιφάνεια της γης κάθε ίχνος της παρουσίας της Ηρώδειας στοάς. Αν διασώζονται κάποια απομεινάρια της, αυτά θα είναι καταχωσμένα σε βάθος μερικών μέτρων κάτω από την σημερινή πόλη της Χίου και δυστυχώς δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα26.

Ο Γ. Κονιδάρης αναφέρει για τον Ηρώδη ότι: «εις Χίον απέστειλε χρήματα προς ανανέωσιν των καταστραφεισών υπό του Μιθριδάτου πυλών της πόλεως»27. Αυτή η πληροφορία δεν περιέχεται στο μνημονευθέν έργο του Ιώσηπου, κι αν δεν αποτελεί εκ παραδρομής σφάλμα, ίσως βασίζεται σε εβραϊκή παράδοση περί επισκευής του επιθαλάσσιου τείχους και τμήματος του φρουρίου της Χίου  με χορηγία του Ηρώδη.

Τρίτον και σημαντικότερο αναλαμβάνει την εκβάθυνση του λιμανιού της Χίου28 από τις προσχώσεις από τα φερτά υλικά του χειμάρρου Καλοπλύτου, καθώς και τη διεύρυνσή του29. Ο ίδιος στο βασίλειό του είχε κατασκευάσει (25 – 13 π.Χ.) στην Καισάρεια της Παλαιστίνης το μεγαλύτερο τεχνητό λιμάνι της εποχής του. Ο αρχαίος Έλληνας γεωγράφος Στράβων (63 π.Χ. – μετά το 23 μ.Χ.) στα «Γεωγραφικά» του, γραμμένα κατά την επικρατέστερη εκδοχή επί βασιλείας του Τιβέριου ( 14 – 37 μ. Χ.) μάς διασώζει την πληροφορία ότι το λιμάνι της Χίου ήταν τόσο ευρύχωρο που μπορούσε να δεχθεί μέχρι και 80 πλοία. Προφανώς ο Στράβων αναφέρεται στην κατάσταση του λιμένα της Χίου μετά τα έργα του Ηρώδη. Η βελτίωση αυτή του λιμανιού της Χίου υπήρξε όντως αξιόλογο έργο. Αυτό φαίνεται και από το ότι ο Χίος – Γενοβέζος Ιερώνυμος Ιουστινιάνης συγκρίνει στην «Ιστορία της Χίου»30 την εκβάθυνση που έκανε στο λιμάνι της Χίου το 1440 ο Γενοβέζος ποτεστάτος Νικόλαος Ιουστινιάνης με το έργο που είχε χρηματοδοτήσει ο Ηρώδης πριν από δεκαπέντε αιώνες.

Πού όμως αποσκοπούσε όλη αυτή η χωρίς φειδώ παροχή χρημάτων και τα μεγαλόπνοα αυτά σχέδια; Μήπως την απόφασή του αυτή την ενέπνευσε το γεγονός ότι η Χίος ήταν γνωστή στον Ελληνικό κόσμο, αλλά και στην Ρωμαϊκή «οικουμένη» ως η γενέτειρα του Ομήρου, όπως πιθανολογεί ένας ιστορικός31 ; Τέτοιοι όμως ρομαντισμοί και συναισθηματισμοί ήταν αδιανόητοι και ανεπίτρεπτοι για την ψυχρή υπολογιστική λογική του Ηρώδη.

Σίγουρα επίσης κίνητρο του Ηρώδη δεν ήταν ούτε η αγάπη προς τον πλησίον, ούτε η φιλανθρωπία. Για τον κυνικό και αδίστακτο Ηρώδη αυτές οι λέξεις όχι μόνο ήταν άγνωστες στο λεξιλόγιό του, αλλά του προκαλούσαν, αν όχι δαιμονικά γέλια, τουλάχιστον αποστροφή. Ας μην γελιέται κανείς ότι ο Ηρώδης συμπόνεσε τους Χίους για τη δύσκολη θέση που βρίσκονταν και θέλησε να τους βοηθήσει. Είναι δύσκολο να ονομάσεις φιλάνθρωπο τον Ηρώδη, ένα ανθρωπόμορφο «τέρας», που δεν μπόρεσε να βρει ίχνος οίκτου ούτε για τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας, τα οποία καταδίκασε σε θάνατο, όπως: το θείο του Ιωσήφ, τον παππού της γυναίκας του Υρκανό Β΄ (τον νόμιμο βασιλιά), τον αδελφό της Αριστόβουλο, την πεθερά του και την ίδια τη γυναίκα του Μαριάμη. Επίσης δεν δίστασε να θανατώσει ούτε τρία από τα παιδιά του, τον Αριστόβουλο, τον Αλέξανδρο (Μετά και το έγκλημα αυτό ο Καίσαρας Αύγουστος είχε πει: «Καλύτερα να είναι κανείς γουρούνι του Ηρώδη, παρά παιδί του»), καθώς και τον Αντίπατρο (πέντε ημέρες μάλιστα πριν πεθάνει ο ίδιος και ενώ γνώριζε ότι είναι ετοιμοθάνατος). Η καχυποψία του, ο φθόνος του και η απανθρωπιά του έφθαναν στα όρια της παράκρουσης. Γιατί, όπως παρατηρεί και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «ψυχή υπό πονηρίας αλούσα, πάντων ανοητοτέρα γίνεται»32.   Γύρω του είχε απλώσει ένα δίχτυ τόσο αριστοτεχνικό, αλλά και θανατηφόρο, όσο ο ιστός της αράχνης.

Όποιος γνωρίζει τον αιμοσταγή χαρακτήρα του Ηρώδη καθόλου δεν παραξενεύεται όταν διαβάζει στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο την ταραχή του Ηρώδη όταν πληροφορείται τη Γέννηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (τον οποίο εξέλαβε ως διεκδικητή του θρόνου του) ούτε την αποτρόπαιη διαταγή του για σφαγή των αρρένων νηπίων ηλικίας δύο ετών και κάτω στη Βηθλεέμ και τη γύρω περιοχή της (Μτθ 2,1 – 18). Οι εγκληματικές ενέργειες του Ηρώδη, τόσο στη σφαγή των νηπίων όσο και αλλού, μαρτυρούσαν έσχατη ανοησία και όχι μόνο παραφροσύνη, όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος («όπερ εσχάτης ανοίας ην, ουχί μανίας μόνον»)33. Όμως τον παραλογισμό, την ανοησία και τη συμπεριφορά αφηνιασμένου θηρίου συναγωνιζόταν στον Ηρώδη η δαιμονική πανουργία. Με διπλωματικότητα και πλαστή ευγένεια προσπάθησε κατά τη Γέννηση του Κυρίου ο Ηρώδης να παραπλανήσει τους Μάγους και να τους κάνει ακούσιους συνεργούς στο σατανικό σχέδιό του να εξακριβώσει τον ακριβή τόπο που βρισκόταν ο νεογέννητος Χριστός και να τον φονεύσει (Μτθ 2,7 – 8). Αλλά μάταια εκοπίασε, διότι «άλλαι αι βουλαί ανθρώπων άλλα ο Θεός κελεύει».

Η τακτική λοιπόν τού να κρύβει τις πραγματικές του προθέσεις και να υποκρίνεται φορώντας «προσωπεία» ήταν οικεία στον Ηρώδη. Με τη συνηθισμένη του διπλωματική επιτηδειότητα και προσποιητή μεγαλοψυχία το 14 π.Χ. είχε προσπαθήσει να δελεάσει και ταυτοχρόνως να δεσμεύσει τους Χίους με τις δωρεές του, έτσι ώστε να εντάξει το νησί στη σφαίρα επιρροής του και να επιτύχει πολλαπλές δικές του πολιτικές επιδιώξεις. Συνεπώς τις δωρεές του Ηρώδη προς τη Χίο υπαγόρευαν οι σκοπιμότητες που γεννούσε το πανούργο και πολυμήχανο μυαλό του. Πρόθεσή του ήταν να βοηθηθούν οι εβραϊκές κοινότητες, οι οποίες υπήρχαν στην Ιωνία. Ο επινοητικός Ηρώδης, ο οποίος δεν άφηνε καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη, εκμεταλλεύθηκε τον χρόνο αυτό της αναγκαστικής του παραμονής στο νησί, για να επιτύχει τη βελτίωση της θέσεως της εβραϊκής κοινότητας της Χίου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να εξηγήσουμε το πώς βρέθηκαν οι Εβραίοι στην Ιωνία και ειδικότερα στη Χίο. Όταν ο βασιλιάς Αντίοχος, ο γιος του Σελεύκου, στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. εξουσίαζε τα νησιά και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας έφερε από τη Μεσοποταμία 2.000 οικογένειες Εβραίων. – Όπως είναι γνωστό από την Παλαιά Διαθήκη το 597 π.Χ. οι Βαβυλώνιοι είχαν εξαναγκάσει το μεγαλύτερο μέρος των Ισραηλιτών να μετακινηθεί στη Βαβυλώνα της Μεσοποταμίας. – Τις οικογένειες αυτές ο Αντίοχος εγκατέστησε στη Λυδία και τα νησιά του Αιγαίου, όπως μας πληροφορεί ο Ιώσηπος34. Ο βιογράφος του Ηρώδη, Έλληνας ιστορικός και φιλόσοφος Νικόλαος ο Δαμασκηνός γράφει: «Εν Ιωνία πολύ πλήθος Ιουδαίων, ο τας πόλεις ώκει» «Πολιτείαν δέδωκεν αυτοίς Αντίοχος Σελεύκου υιωνός (=ο Θεός) »35. Την εποχή λοιπόν του Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.) η κοινότητά τους στη Χίο ανθούσε οικονομικά ασχολούμενη με το εμπόριο.

Όμως οι  σχέσεις Εβραίων και Ελλήνων της Ιωνίας δεν ήταν καθόλου αρμονικές την εποχή αυτή36, και ταραχές είχαν σημειωθεί, καθώς αναφέρει ο Νικόλαος Δαμασκηνός: «Ιώνων κινηθέντων επ’ αυτούς»37, αλλά και πιέσεις ασκούνταν στον Αγρίππα κατά των Εβραίων. Έτσι λοιπόν οι Ιουδαίοι της Λέσβου και γενικά της Ιωνίας με αφορμή την προαναφερθείσα από κοινού περιοδεία το 14 π. Χ. του Αγρίππα και του βασιλιά Ηρώδη – ίσως ενθαρρυθέντες από αυτόν – παραπονέθηκαν για θρησκευτική καταπίεση. Ο ανθύπατος Αγρίππας προφανώς για να ικανοποιήσει τον παρευρισκόμενο Ηρώδη όχι μόνο τους δέχθηκε σε δημόσια ακρόαση, αλλά και παραχώρησε νέες διαβεβαιώσεις για την ακώλυτη εξάσκηση της ιουδαϊκής θρησκείας38. Συνεπώς ο Ηρώδης με τη «γενναιοδωρία» του προσπαθούσε από τη μια να αμβλύνει το κλίμα αντισημιτισμού που επικρατούσε, αλλά παράλληλα και με τη σωστότερη λειτουργία του λιμανιού της Χίου να ωφεληθεί οικονομικά η πολυάριθμη εβραϊκή κοινότητα, όπως τονίζει ο Γεώργιος Ζολώτας στην «Ιστορία της Χίου»39.

Κάποιοι αρνούνται την ύπαρξη εβραϊκής κοινότητας στη Χίο, όχι μόνο από την εποχή του Αντιόχου στα μέσα του 3ου π. Χ. αι., αλλά και στα τέλη του 1ου αι. π. Χ.. Όμως αυτό έρχεται σε αντίθεση τόσο με την μαρτυρία του Νικολάου Δαμασκηνού40, όσο και με αυτήν του Ιώσηπου41. Επίσης απόλυτα κατηγορηματικοί για την παρουσία τους στο νησί είναι ο Γεώργιος Ζολώτας42, ο Γεράσιμος Κονιδάρης,43  ο Φίλιππος Αργέντης44 και ο Θ. Σαρικάκης45  Αλλά και πώς θα ερμηνεύαμε το γεγονός ότι υπήρχαν εβραϊκές κοινότητες στα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαιακού χώρου όπως η Κρήτη, η Ρόδος, η Σάμος, η Πάρος, η Μήλος κ.λ.π., αλλά εξαιρούνταν μόνο η Χίος; Ας μην ξεχνάμε ότι η Χίος αποτελούσε κομβικό σημείο για τη διακίνηση του εμπορίου. Είχε αξιόλογο λιμάνι, ήταν βάση για το Ρωμαϊκό ναυτικό και είχε μόνιμες βάσεις του Ρωμαϊκού κράτους46. Εξάλλου, όπως είχαν εγκατασταθεί σ΄ αυτήν, ήδη από το τέλος των Μιθριδατικών πολέμων, αρκετοί Ρωμαίοι για εμπορικούς λόγους – ιδίως για την εμπορία του κρασιού47 – το ίδιο θα συνέβαινε και με τους Εβραίους.

Πολύ αποκαλυπτικά των πραγματικών προθέσεων του Ηρώδη είναι όσα σημειώνει ο Γ. Κονιδάρης: «Επί Ηρώδου του Μ. (37 – 4 π. Χ.) εδημιουργήθησαν στεναί σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ελλάδος και της Ιουδαίας. Η πολιτική του απέβλεπεν εις το να συνδέση την νεωστί ιδρυθείσαν πόλιν της Καισαρείας μετά του εμπορίου των έξω χωρών»48. Ο Ηρώδης επιδίωκε – και σε σημαντικό βαθμό πέτυχε – να προβάλει τον εαυτό του ως τον προστάτη των Εβραίων που κατοικούσαν έξω από τα όρια του Ισραήλ. Οι ιουδαϊκές κοινότητες της διασποράς διατηρούσαν στενές σχέσεις τόσο μεταξύ τους όσο και με την μητρόπολή τους, την Ιουδαία, συνεπώς ο προσεταιρισμός τους ενίσχυε πολιτικά τη θέση του Ηρώδη. Παράλληλα η ενίσχυση των Ισραηλιτών της Χίου, αλλά και των άλλων νησιών, όπως Ρόδου, Κω, Σάμου και Μυτιλήνης, ουσιαστικά αποσκοπούσε στο να εξυψώσει το γόητρο του Ηρώδη σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, να επεκτείνει την πολιτική του ισχύ και σε χώρους έξω από την Παλαιστίνη και να κολακεύσει το Ρωμαίο αυτοκράτορα στηρίζοντας την εξουσία του στις κατακτημένες περιοχές.

Αν όμως ο Ηρώδης ενδιαφερόταν πραγματικά για το λαό του, πρώτα απ’ όλα στο χώρο της εξουσίας του δεν θα τους καταπίεζε και δεν θα τους φορολογούσε άγρια για να μαζευτούν τα μεγάλα χρηματικά ποσά που απαιτούσε η μεγαλομανής πολιτική του. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Ηρώδης δεν ήταν ο ίδιος Ιουδαίος, αλλά Ιδουμαίος, δηλαδή Άραβας και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οι υπήκοοί του οι Εβραίοι ποτέ δεν τον συμπάθησαν  και ιδίως η θρησκευτική ομάδα των Φαρισαίων. Ο Ηρώδης μόνο για τους τύπους προσποιούνταν ότι πίστευε στον αληθινό Θεό και για να ευχαριστήσει τους Ιουδαίους έχτισε νέο και μεγαλοπρεπή Ναό, συναγωνιζόμενο τον καταστραφέντα Ναό  του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Μάλιστα στα εγκαίνιά του εκφώνησε λόγο που ξεχείλιζε από την υποτιθέμενη ευσέβειά του, δείγμα και αυτό της επιτηδευμένης υποκρισίας που αποτελούσε βασικό στοιχείο του χαρακτήρα του. Αλλά ταυτόχρονα δεν δίστασε να απαιτήσει να ονομάζεται ο ναός αυτός Ναός του Ηρώδη49. Έτσι ώστε να συναγωνισθεί, αλλά και ίσως να εξαλείψει από την μνήμη την προγενέστερη ονομασία του Ναού αυτού ως Ναού του Σολομώντος. Διότι, αν κάτι συναγωνιζόταν την υποκρισία του, αυτό ήταν ο υπερφίαλος εγωισμός του. Συνηθισμένος όμως στη διπλοπροσωπία και στο να κολακεύει δεν δίσταζε να χτίζει  ειδωλολατρικούς ναούς, αλλά και Καισάρεια – Αυγουσταία, δηλαδή ιερά αφιερωμένα στη λατρεία του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Γι’ αυτό και οι Φαρισαίοι τον θεωρούσαν καταπατητή του Μωσαϊκού Νόμου εξαιτίας αυτής της τακτικής του να ανεγείρει ναούς των ειδώλων, αλλά και άλλα οικοδομήματα σε τόπους ειδωλολατρών όπως η Χίος.

Ο Ηρώδης φεύγοντας από τη Χίο για τη Μυτιλήνη σίγουρα θα ένιωθε κολακευμένος και ευχαριστημένος από την επιτυχή έκβαση του σχεδίου του. Σίγουρα ένιωθε το γόητρό του να φουσκώνει σαν τα πανιά του πλοίου που τον μετέφερε και οι προοπτικές ενός ένδοξου μέλλοντος γι’ αυτόν ν’ ανοίγονται μπροστά του πλατιές, όπως το Αιγαίο Πέλαγος που διέπλεε. Πέρασαν από την επίσκεψή του στη Χίο λίγα χρόνια και όπως πολύ παραστατικά γράφει σε ομιλία του ο ιερός Χρυσόστομος: «(Ο Ηρώδης) προσθέτει φόνο στους φόνους (που ήδη είχε κάνει) και παντού τρέχει κατευθείαν προς τον γκρεμό, σαν να ήταν κυριευμένος από κάποιο δαίμονα…»50. Μέσα σε φριχτούς πόνους, που του προκαλούσε ανίατη ασθένεια, ο Ηρώδης άφησε την τελευταία του πνοή. Η ύβρις του Ηρώδη, απέναντι στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, τιμωρήθηκε με το σκληρό του θάνατο· «τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου» (Μτθ 2,20). Κανείς δεν έκλαψε γι’ αυτόν, ούτε στη Χίο ούτε αλλού. Η μνήμη του περάσματος του βασιλιά Ηρώδη από τη Χίο σβήσθηκε από τον πανδαμάτωρα χρόνο, ενώ η Βασιλεία του κυνηγημένου Βρέφους της Βηθλεέμ «ουκ έσται τέλος».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Παρόμοιο ταξίδι προς επίσκεψη του Μ. Β. Αγρίππα, ο οποίος και τότε διέτριβε στη Μυτιλήνη, είχε κάνει ο Ηρώδης και τον χειμώνα του 23 – 22 π. Χ.  Δεν αναφέρεται αν τότε είχε επισκεφθεί την Χίο ή την παρέκαμψε, όπως θα είχε κάνει και το 14 π. Χ. εάν δεν εμποδιζόταν από τις καιρικές συνθήκες.

  1. Πράγματι, όταν ο Ηρώδης  μετά τη  Χίο έφθασε στη Μυτιλήνη, ο Αγρίππας είχε  ήδη αποπλεύσει και τον πρόλαβε μόνο όταν έφθασε στη Σινώπη του Πόντου.
  2. Φλάβιου Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XVI, 2 .
  3. Κοραή Αδαμαντίου, Άτακτα, ήγουν παντοδαπών εις την αρχαίαν και την νέαν ελληνικήν γλώσσαν αυτοσχεδίων σημειώσεων…, Παρίσιοι 1830, τόμος Γ΄,  σελ. 259.
  4. Βλαστού Μ. Αλεξάνδρου, Χιακά, Ερμούπολη 1840 (επανέκδοση Χίος 2000), σελ. 74.
  5. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄, σελ. 205.
  6. Πετροκοκκίνου Δ. , Χίοι , Εβραίοι και Γενοβέζοι , Μελέτη, 3, 1912, σελ. 5.
  7. Reinhold Meyer, Marcus Agrippa, Geneva – New York 1933, sel. 98.
  8. Argenti P. P., The religious minorities of Chios, Jews and Roman Catholics,Cambridge 1970, σελ. 22 – 23.
  9. Roller W. Duane, The building program of Herod the Great, Berkeley – Los Angeles – London 1998, σελ. 222.
  10. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρους – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος 2, σελ. 137.
  11. Κονιδάρη Ι. Γερασίμου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήναι 1954,τόμος Α΄, σελ. 297.
  12. Σαρικάκης Θεόδωρος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΣΤ΄, σελ. 225.
  13. Smith William, A Dictionary of Greek and Roman biography and mythology,Michigan 2005, Vol 2, Herodes,σελ. 426.
  14. Δίων Κάσσιος, 54,28.
  15. Φλάβιος Ιώσηπος, Ιστορία του Ιουδαϊκού πολέμου προς Ρωμαίους, Βιβλίο Α΄.  ΧΧΙΙΙ, 3.
  16. Σαρικάκης Θεόδωρος, Οι εμπορικές σχέσεις της Χίου με τις άλλες ελληνικές  πόλεις. Από τους πρώιμους αρχαϊκούς ως τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, Χιακά Χρονικά, Αθήνα 1984 , τόμος ΙΣΤ, σελ. 35 – 36.
  17. Φλάβιου Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XVI, 2 .
  18. Το δηνάριο εκείνη την εποχή  ισοδυναμούσε με το ημερομίσθιο ενός εργάτη.  Επίσης μπορούσε κάποιος με αυτό να παραμείνει σ’ ένα πανδοχείο για ένα μήνα.
  19. Roller W. Duane, The building program of Herod the Great, Berkeley – Los Angeles – London 1998, σελ. 224.
  20. Στην αρχαία ελληνική τέχνη στοά ονομάζεται το ευρυμέτωπο και επίμηκες κτίριο του οποίου η μια εκ των δύο μακριών πλευρών, η οποία αποτελεί και την πρόσοψή του, αντί να καλύπτεται με τοίχο διαθέτει κιονοστοιχία. Ήδη από την  κλασική περίοδο εμφανίσθηκε και επικράτησε στα ελληνιστικά χρόνια ο τύπος των στοών σε σχήμα Π. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους οι στοές είχαν συνήθως μορφή τετραπλή, δηλαδή περιστυλίου.
  21. Φλάβιου Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XVI, 2.
  22. Κωδινού, De Signis53.
  23. Τον καιρό που αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Θεοδόσιος ο Β΄(408 – 450) μεταφέρθηκαν από τη Χίο και τέσσερα χάλκινα επιχρυσωμένα άλογα με τέθριππο, έργα του γλύπτη Λυσίππου (4ος αιώνας π. Χ.) για να κοσμήσουν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως. (βλπ. De Signis 53 και Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί κεφ. 84, που αποτελεί τμήμα του Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως που λανθασμένα αποδίδεται στον Γεώργιο Κωδινό τον Κουροπαλάτη). Εκεί παρέμειναν μέχρι το 1204 οπότε με την Α΄ Άλωση της Πόλης οι Σταυροφόροι τα άρπαξαν και τα μετέφεραν στη Βενετία, όπου τα τοποθέτησαν το 1254 άνωθεν της κεντρικής πύλης του ναού του Αγίου Μάρκου.
  24. Σγουρού Κ., Ιστορία της νήσου Χίου – από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι το 1700 μ.Χ., Αθήνησιν 1937, τόμος Α΄, σελ. 54 και Στεφάνου Χαλκιά Π., Οι Άγιοι της Χίου, Αθήνα 1994, σελ. 39.
  25. Το 1982 σε ανασκαφή είχαν βρεθεί τα ερείπια μιας στοάς  με αξιόλογα ψηφιδωτά, στο χώρο κοντά στο τότε λιμάνι, η οποία όμως και λόγω του μικρού μεγέθους της αλλά και του χρόνου κατασκευής της ( 3ος αι. μ. Χ. ) αποκλείετα να έχει σχέση με την στοά του Ηρώδη. Βλπ. άρθρα Αθ. Ζαχαρού – Λουτράρη, Γ.Μαστορόπουλου, Α. Τσαραβόπουλου, στα Χιακά Χρονικά,  Αθήνα 1982 και 1983, τ. ΙΔ΄ σελ. 4 – 8 και τ. ΙΕ΄ σελ. 99 – 101.
  26. Κονιδάρη Ι. Γερασίμου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήναι 1954, τόμος Α΄, σελ. 296.
  27. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Α2, σελ. 20 – 21.
  28. Το λιμάνι της Χίου κατά την εποχή του Ηρώδου δεν βρισκόταν στη θέση του σημερινού, αλλά αρκετά δυτικότερα και περίπου στην αρχή της σημερινής οδού Απλωταριάς.
  29. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Α2, σελ. 123.
  30. Rocca Samuel Ph. D. , Herod’s Judea: A Mediterranean state in the Classic World, 2008, σελ. 45.
  31. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία Ζ΄, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμος 9, σελ. 238.
  32. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία Θ΄, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμος 9.
  33. Φλάβιου Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XIΙ, 12,1 και Ζολώτα Γεωργίου,

Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄, σελ. 164 .

  1. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄, σελ. 164.
  2. Φλάβιου Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XIΙ, 3,2.
  3. Δαμασκηνού Νικολάου, 92.
  4. Φλάβιου Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XVΙ, 2,3.
  5. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄, σελ. 206.
  6. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄, σελ. 164.
  7. Φλάβιου Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XΙI, 12,1.
  8. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄, σελ.164,                    205  και 237.
  9. Κονιδάρη Ι. Γερασίμου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήναι 1954,τόμος Α΄, σελ. 299.
  10. Argenti P.P., The religious minorities of Chios, Jews and Roman Catholics,Cambridge 1970, σελ. 21 – 35.
  11. Σαρικάκης Θεόδωρος, Οι εμπορικές σχέσεις της Χίου με τις άλλες ελληνικές πόλεις. Από τους πρώιμους αρχαϊκούς ως τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους,Χιακά Χρονικά, Αθήνα 1984 , τόμος ΙΣΤ, σελ.36.
  12. Βλαστού Μ. Αλεξάνδρου, Χιακά, Ερμούπολη 1840 (επανέκδοση Χίος 2000), σελ.70,υποσ. 4 και Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄,σελ.237.
  13. Στο παλάτι του Ηρώδη στη Μασάντα έχουν βρεθεί πήλινοι αμφορείς, που  περιείχαν τον εκλεκτό οίνο της Χίου, και, σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει σ΄ αυτούς, ήταν σταλμένοι από τον Ρωμαίο παράγωγο κρασιούP. V. Pollio.
  14. Κονιδάρη Ι. Γερασίμου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήναι 1954,τόμος Α΄, σελ. 296.
  15. Βέλλα Βασιλείου, Εβραϊκή αρχαιολογία, Αθήναι 1980, επαν. 1996, σελ.142.
  16. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία Θ΄, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμος 9, σελ. 286.

Βασίλειος Γ. Βοξάκης

Θεολόγος καθηγητής