Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

 

Μυστήριο παράξενο κα παράδοξο ντικρύζω. Βοσκν φωνς φτάνουν στ’ ατιά μου. Δν παίζουν σήμερα μ τς φλογέρες τος κάποιον τυχαο σκοπό. Τ χείλη τος ψάλλουν μνο οράνιο.

Ο γγελοι μνολογον, ο ρχάγγελοι νυμνον, ψάλλουν τ Χερουβεμ κα δοξολογον τ Σεραφείμ. Πανηγυρίζουν λοι, βλέποντας τ Θε στ γ κα τν νθρωπο στος ορανούς.

Σήμερα Βηθλεμ μιμήθηκε τν ορανό: ντ γι’ στέρια, δέχτηκε τος γγέλους· ντ γι λιο, δέχτηκε τν λιο τς δικαιοσύνης. Κα μ ζητς ν μάθεις τ πς. Γιατί που θέλει Θεός, νατρέπονται ο φυσικο νόμοι.

κενος λοιπν τ θέλησε. Κα τ κανε. Κατέβηκε στ γ κι σωσε τν νθρωπο. λα συνεργάστηκαν μαζί Του γι’ ατν τ σκοπό.

Σήμερα γεννιέται Ατς πο πάρχει αώνια, κα γίνεται ατ πο ποτ δν πρξε. Εναι Θες κα γίνεται νθρωπος! Γίνεται νθρωπος κα πάλι Θες μένει!

ταν γεννήθηκε, ο ουδαοι δν δέχονταν τν παράδοξη γέννησή Του: π τ μία ο Φαρισαοι παρερμήνευαν τ ερ βιβλία· κι π τν λλη ο γραμματες δίδασκαν λλ ντ λλων. Oρώδης πάλι, ζητοσε ν βρε τ νεογέννητο Βρέφος χι γι ν τ τιμήσει, μ γι ν τ θανατώσει.

λοιπόν, λοι ατο σήμερα τρίβουν τ μάτια τους, βλέποντας τ Βασιλι τ’ ορανο ν βρίσκεται στ γ μ’ νθρώπινη σάρκα, γεννημένος π παρθενικ μήτρα.

Κα ρθαν ο βασιλιάδες ν προσκυνήσουν τν πουράνιο Βασιλι τς δόξας.


ρθαν ο στρατιτες ν πηρετήσουν τν ρχιστράτηγο τν οράνιων Δυνάμεων.

ρθαν ο γυνακες ν προσκυνήσουν κενον πο μετέβαλε τς λύπες τς γυναίκας σ χαρά.
ρθαν ο παρθένες ν προσκυνήσουν κενον πο δημιούργησε τος μαστος κα τ γάλα, κα τώρα θηλάζει π Μητέρα Παρθένο.

ρθαν τ νήπια ν προσκυνήσουν κενον πο γινε νήπιο, γι ν συνθέσει δοξολογικ μνο «π’ τ στόματα τν νηπίων» (Ψάλμ. 8:3).

ρθαν τ παιδι ν προσκυνήσουν κενον πο μανία το ρώδη τ νέδειξε σ πρωτομάρτυρες.

ρθαν ο ποιμένες ν προσκυνήσουν τν καλ Ποιμένα, πο θυσίασε τ ζωή Του γι χάρη τν προβάτων.

ρθαν ο ερες ν προσκυνήσουν κενον πο γινε ρχιερέας πως Μελχισεδκ (βρ. 5:10).

ρθαν ο δολοι ν προσκυνήσουν κενον πο πρε μορφ δούλου, γι ν μετατρέψει τ δουλεία μς σ’ λευθερία.

ρθαν ο ψαράδες ν προσκυνήσουν κενον πο τος μετέβαλε σ «ψαράδες νθρώπων» (Μάτθ. 4:19)

ρθαν ο τελνες ν προσκυνήσουν κενον πο π τος τελνες νέδειξε εαγγελιστή.

ρθαν ο πόρνες ν προσκυνήσουν κενον πο παρέδωσε τ πόδια του στ δάκρυα μίας πόρνης.

Κοντολογίς, ρθαν λοι ο μαρτωλο ν δον τν μν το Θεο, πο σηκώνει στος μους Το τν μαρτία το κόσμου:
Ο
μάγοι γι ν Τν προσκυνήσουν·
ο
ποιμένες γι ν Τν δοξολογήσουν·
ο
τελνες γι ν Τν κηρύξουν·
ο
πόρνες γι ν Το προσφέρουν μύρα·
Σαμαρείτισσα γι ν ξεδιψάσει·
Χαναναία γι ν εεργετηθε.

φο λοιπν λοι σκιρτον π χαρά, θέλω κι γ ν σκιρτήσω, θέλω ν χορέψω, θέλω ν πανηγυρίσω. Δίχως κιθάρα, δίχως αλό, δίχως λαμπάδες ναμμένες στ χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας, ντ γι’ ατά, τ σπάργανα το Χριστο. Ατ εναι λπίδα μου, ατ ζωή μου, ατ σωτηρία μου, ατ αλός μου, ατ κιθάρα μου. 

Γι’ ατ τ ‘χω μαζί μου: Γι ν πάρω π τ δύναμή τους δύναμη, γι ν φωνάξω μαζ μ τος γγέλους, «δόξα στν ψιστο Θεό», κα μ τος ποιμένες, «κα ερήνη στ γ, ελογία στος νθρώπους» (Λούκ. 2:14).

Κα ξέρετε γιατί; Γιατί κενος πο προαιώνια γεννήθηκε π τν Πατέρα νεξήγητα, γεννιέται σήμερα π παρθένα περφυσικά. Τ πώς, τ γνωρίζει χάρη το γίου Πνεύματος. μες μόνο τοτο μπορομε ν πομε: Πς ληθιν εναι κα οράνια γέννησή του, διάψευστη εναι κα πίγεια. λήθεια εναι τι γεννήθηκε Θες π Θεό, λήθεια εναι κα τι γεννήθηκε νθρωπος π παρθένα. Στν οραν εναι μόνος πο γεννήθηκε π τν Πατέρα μόνο, γις Το μονογενής. Κα στ γ εναι μόνος πο γεννήθηκε π τν Παρθένο μόνο, γις τς μονογενής. 

 

πως στν περίπτωση τς οράνιας γεννήσεώς Του εναι σέβεια ν σκεφτομε μητέρα, τσι κα στν περίπτωση τς πίγειας γεννήσεώς Του εναι βλασφημία ν ποθέσουμε πατέρα. Θες Τν γέννησε μ τρόπο θεϊκό. Παρθένος Τν γέννησε μ τρόπο περφυσικό. τσι, οτε οράνια γέννησή Του μπορε ν ξηγηθε, οτε νανθρώπησή Του μπορε ν ρευνηθε. Τ τι Τν γέννησε Παρθένος σήμερα τ γνωρίζω. Τ τι Τν γέννησε Θες προαιώνια τ πιστεύω. Κι χω μάθει ν τιμ σιωπηλ τ γέννησή Του, χωρς φιλοπερίεργες ρευνες κι νώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ’ ,τι φορ τ Θεό, δν πρέπει ν στέκεται κανες στ φυσικ ξέλιξη τν πραγμάτων, λλ ν πιστεύει στ δύναμη κείνου πο κατευθύνει τ πάντα.

Τί φυσικότερο π’ τ ν γεννήσει μία παντρεμένη γυναίκα; λλ κα τί πι παράδοξο π’ τ ν γεννήσει παιδ μία παρθένα, δίχως νδρα, κα ν παραμείνει παρθένα;
Γι’ α
τ λοιπν μπορομε ν ρευνομε ,τι γίνεται σύμφωνα μ τος φυσικος νόμους. ,τι μως συμβαίνει μ τρόπο περφυσικό, ς τ σεβόμαστε σιωπηλά. χι γιατί εναι πικίνδυνο, λλ γιατί εναι νερμήνευτο.
Φόβο νιώθω μπροστ
στ θεο μυστήριο.

Τί ν π κα τί ν λαλήσω;
Βλέπω
κείνη πο γέννησε. Βλέπω κι κενον πο γεννήθηκε. λλ τν τρόπο τς γεννήσεως δν μπορ ν τν καταλάβω. που θέλει, βλέπετε, Θεός, νικνται ο φυσικο νόμοι. τσι γινε κι δ: Παραμερίστηκε φυσικ τάξη κα νέργησε θεία θέληση.

Πόσο νέκφραστη εναι εσπλαχνία το Θεο!

προαιώνιος Υἱὸς το Θεο, φθαρτος κα όρατος κα σώματος, κατοίκησε μέσα στ φθαρτ κα ρατ σμα μας. Γι ποι λόγο; Νά, πως ξέρετε, μες ο νθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ’ ,τι βλέπουμε παρ σ’ ,τι κομε. Στ ρατ πιστεύουμε. Στ’ όρατα χι. τσι δν πιστεύαμε στν όρατο ληθιν Θεό, λλ λατρεύαμε ρατ εδωλα μ μορφ νθρώπων.
Δέχτηκε λοιπ
ν Θες ν παρουσιαστε μπροστ μας μ ρατ μορφ νθρώπου, γι ν διαλύσει μ’ ατν τν τρόπο κάθε μφιβολία γι τν παρξή Του. Κι στερα, φο μς διδάξει μ τν ασθητ κα ναμφισβήτητη παρουσία Του, ν μς δηγήσει εκολα στν ληθιν πίστη, στ’ όρατα κα περφυσικά.

Κατάπληξη μ γεμίζει τ θαμα!
Παιδ
βλέπω τν προαιώνιο Θεό!
Σ
φάτνη ναπαύεται, Ατς πο χει θρόνο τν ορανό!
Χέρια
νθρώπινα γγίζουν τν πρόσιτο κι σώματο!
Μ
σπάργανα εναι σφιχτοδεμένος, Ατς πο σπάει τ δεσμ τς μαρτίας!
μως… τοτο εναι τ θέλημά Του: Τν τιμία ν μεταβάλει σ τιμή· μ δόξα ν ντύσει τν ετέλεια· κα τν προσβολ σ’ ρετ ν μεταπλάσει.
Π
ρε τ σμα μου. Μο προσφέρει τ Πνεμα Του. Μο χαρίζει τ θησαυρ τς αώνιας ζως, παίρνοντας λλ κα δίνοντάς μου: Παίρνει τ σάρκα μου γι ν μ γιάσει· μο δίνει τ Πνεμα Του γι ν μ σώσει.

«Νά, παρθένος θ μείνει γκυος» (σ. 7:14).
Τ
λόγια εναι τς συναγωγς, μ τ πόκτημα τς κκλησίας.
συναγωγ βαψε τ νμα· κκλησία φόρεσε τ βασιλικ στολή.
ουδαία Τν γέννησε· οκουμένη Τν ποδέχτηκε.
συναγωγ Τν θήλασε κα Τν θρεψε· κκλησία Τν παρέλαβε κα φελήθηκε.
Στ
συναγωγ βλάστησε τ κλμα· μες μως πολαμβάνουμε τ σταφύλια τς λήθειας.
συναγωγ τρύγησε τ σταφύλια· ο εδωλολάτρες μως πίνουν τ μυστικ πιοτό.
κείνη σπειρε στν ουδαία τ σπόρο· ο εδωλολάτρες μως θέρισαν τ στάχυ μ τ δρεπάνι τς πίστεως. Ατο κοψαν μ σεβασμ τ ρόδο, κα στος ουδαίους μεινε τ γκάθι τς πιστίας.
Τ
πουλάκι πέταξε, κι ατο ο νόητοι κάθονται κα φυλνε κόμα τ φωλιά.
Ο
ουδαοι πασχίζουν ν ρμηνεύσουν τ βιβλίο το γράμματος, κα ο εδωλολάτρες τρυγον τν καρπ το Πνεύματος.
«Νά,
παρθένος θ μείνει γκυος».

Πές μου, ουδαε, πές μου λοιπόν, ποιν γέννησε;
Δε
ξε, σ παρακαλ, θάρρος, στω κα σν κενο πο δειξες μπροστ στν ρώδη. λλ δν χεις θάρρος. Κα ξέρω γιατί. Γιατί εσαι πίβουλος. Στν ρώδη μίλησες γι ν Τν ξολοθρεύσει· κα σ’ μένα δν μιλς γι ν μν Τν προσκυνήσω.

Ποιν λοιπν γέννησε; Ποιόν;
Τ
Δημιουργό της κτίσεως. Κι ν σ σωπαίνεις, φύση τ βροντοφωνάζει. Τν γέννησε λοιπν μ τν τρόπο πο διος θέλησε ν γεννηθε. Στ φύση δν πρχε δυνατότητα μίας τέτοιας γεννήσεως. κενος μως, ς κύριος της φύσεως, πινόησε τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι δειξε τσι τι, κα νθρωπος πο γινε, δν γεννήθηκε σν νθρωπος, μ πως μόνο σ Θε ταιριάζει.

κενος πο πλασε τν δμ π παρθένα γ, κενος πο π τν δμ κατόπιν καμε γυναίκα, γεννήθηκε σήμερα π παρθένα κόρη πο νίκησε τ φύση, ξεπερνώντας τ νόμο το γάμου.
δμ τότε, χωρς ν χει γυναίκα, γυναίκα πόκτησε.
Παρθένος τώρα, χωρς ν χει νδρα, νδρα γέννησε.

Κα γιατί γινε ατό; Ν γιατί:
Ο
γυνακες εχαν να παλαι χρέος πρς τος νδρες, φο π τν δμ εχε βλαστήσει γυναίκα χωρς τ μεσολάβηση λλης γυναίκας. Γι ατ Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στος νδρες τ χρέος τς Εας, γέννησε χωρς νδρα, δείχνοντας τσι τν σοτιμία τς φύσεως.
Σ
ος μεινε δμ μετ τν φαίρεση τς πλευρς του.
διάφθορη μεινε κι Παρθένος μετ τ γέννηση το Βρέφους.

λλ πρόσεξε κα κάτι κόμα:
Δ
ν πλασε Κύριος κάποιο λλο σμα γι ν μφανιστε στ γ. Πρε τ σμα το νθρώπου, γι ν μ φανε τι περιφρονε τν λη π τν ποία δημιουργήθηκε δάμ. ρθαν τσι, Θες κα νθρωπος, σ μυστικ νωση. Κι διάβολος, πο εχε ποδουλώσει τν νθρωπο, τράπηκε σ φυγή.
Θες γίνεται νθρωπος, λλ γεννιέται ς Θεός. ν προερχόταν, πως γώ, π ναν κοιν γάμο, πολλο θ θεωροσαν πάτη τ γέννησή Του. Γι’ ατ γεννιέται π παρθένα· γι’ ατ διατηρε τ μήτρα τς θικτη· γι’ ατ διαφυλάσσει τν παρθενία τς κέραιη: Γι ν γίνει παράξενος τρόπος τς γεννήσεως ατία κλόνητης πίστεως.

Σ’ ατν λοιπν πο θ’ μφισβητήσει τν σπορη γέννηση το Λόγου το Θεο, θ πικαλεστ ς μάρτυρα τν μόλυντη σφραγίδα τς παρθενίας.

Πές μου λοιπόν, ουδαε, γέννησε Παρθένος χι; Κι ν μν γέννησε, γιατί δν μολογες τν περφυσικ γέννηση; ν πάλι δν γέννησε, γιατί ξαπάτησες τν ρώδη; ταν κενος ζητοσε ν μάθει πο θ γεννηθε Χριστός, σ δν επες «στ Βηθλεμ τς ουδαίας» (Μάτθ. 2:4); Μήπως γ γνώριζα τν πόλη τν τόπο; Μήπως γ γνώριζα τν ξία το Βρέφους πο ρθε στν κόσμο; σαΐας κα ο προφτες σας δν μίλησαν γι’ Ατό; Κι σες, ο γνώμονες χθροί, δν ξηγήσατε τν λήθεια; σες, ο γραμματες κι ο Φαρισαοι, ο κριβες φύλακες το νόμου, δν μς διδάξατε γι τ Χριστό; σες δν ρμηνεύσατε τς Γραφές; Μήπως μες γνωρίζαμε τ γλώσσα σας; Κα ταν γέννησε Παρθένος, σες δν παρουσιάσατε στν ρώδη τ μαρτυρία το προφήτη Μιχαία, «λλ’ π σένα, Βηθλεέμ, πόλη τς περιοχς το φραθ, ν κα εσαι μία π τς μικρότερες πόλεις το ούδα, θ ναδειχθε ρχηγς το σραλ» (Μίχ. 5:1);

Πολ καλ επε προφήτης «π σένα». π σς προλθε κα παρουσιάστηκε σ’ λόκληρο τν κόσμο.
Παρουσιάστηκε
ς νθρωπος, γι ν καθοδηγήσει τος νθρώπους. Παρουσιάστηκε ς Θεός, γι ν σώσει τν οκουμένη.
Μ
τί φέλιμοι χθρο πο εστ’ σες! Τί φιλάνθρωποι κατήγοροι!

σες κατ λάθος δείξατε πς τ νεογέννητό της Βηθλεμ εναι Θεός. σες Τν κηρύξατε χωρς ν τ θέλετε. σες Τν φανερώσατε, πασχίζοντας ν Τν κρύψετε. σες Τν εεργετήσατε, πιθυμώντας ν Τν βλάψετε.
Τί
στοιχείωτοι δάσκαλοι εστε, λήθεια; σες πειντε, κα τρέφετε λλους. σες διψτε, κα ποτίζετε λλους. Πάμφτωχοι εστε, κα πλουτίζετε λλους.
λτε λοιπν ν γιορτάσουμε! λτε ν πανηγυρίσουμε! Εναι παράξενος τρόπος τς γιορτς –σο παράξενος εναι κι λόγος τς γεννήσεως το Χριστο.

Σήμερα λύθηκαν τ μακροχρόνια δεσμά.
διάβολος καταντροπιάστηκε.
Ο
δαίμονες δραπέτευσαν.
θάνατος καταργήθηκε.
παράδεισος νοίχτηκε.
κατάρα ξαφανίστηκε.
μαρτία διώχτηκε.
πλάνη πομακρύνθηκε.
λήθεια ποκαλύφθηκε.
Τ
κήρυγμα τς εσέβειας ξεχύθηκε κα διαδόθηκε παντο.
βασιλεία τν ορανν μεταφυτεύθηκε στ γ.
Ο
γγελοι συνομιλον μ τος νθρώπους.
λα γιναν να.

Γιατί;
Γιατί κατέβηκε
Θες στ γ κι νθρωπος νέβηκε στος ορανούς. Κατέβηκε Θες στ γ κα πάλι βρίσκεται στν ορανό. λόκληρος εναι στν οραν κι λόκληρος στ γ. γινε νθρωπος κι εναι Θεός. Εναι Θες κα πρε σάρκα. Κρατιέται σ παρθενικ γκαλι κα στ χέρια Το κρατάει τν οκουμένη.

Τρέχουν κοντ Το ο μάγοι. Τρέχουμε κι μες. Τρέχει κα τ’ στέρι γι ν φανερώσει τν Κύριο τ’ ορανο. Μά… κι κενος τρέχει. Τρέχει πρς τν Αγυπτο. Κα φαίνεται βέβαια, πς πηγαίνει κε γι ν’ ποφύγει τν πιβουλ το ρώδη. μως τοτο γίνεται γι ν κπληρωθον τ προφητικ λόγια: «Τν μέρα κείνη σραηλιτικς λας θ πάρει τρίτος, μετ τος σσυρίους κα τος Αγυπτίους, τν ελογία το Θεο πάνω στ γ» (σ. 19:24).
Τί λές,
ουδαε; σ πο σουν πρτος γινες τρίτος; Ο Αγύπτιοι κα ο σσύριοι μπκαν μπροστά, κα πρωτότοκος σραλ πγε πίσω;

Ναί. τσι εναι. Ο σσύριοι θ γίνουν πρτοι, πειδ ατο πρτοι μ τος μάγους τος προσκύνησαν τν Κύριο. Πίσω τους ο Αγύπτιοι, πο Τν δέχτηκαν, ταν κατέφυγε στ μέρη τους γι ν’ ποφύγει τν πιβουλ το ρώδη. Τρίτος κα τελευταος σραηλιτικς λαός, πο γνώρισε τν Κύριο π τος ποστόλους, μετ τ βάπτισή Του στν ορδάνη.

Τί λλο μένει ν π;
Δημιουργ
κα φάτνη βλέπω… Βρέφος κα σπάργανα… Λεχώνα παρθένα, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή… νέχεια πολλή…

Εδες μως τί πλοτος μέσα στ μεγάλη φτώχεια; Πλούσιος γινε φτωχς γι χάρη μας. Δν χει οτε κρεβάτι οτε στρμα. Μέσα σ ταπειν παχν Τν χουν ποθέσει…

φτώχεια, πλούτου πηγή!
πλοτε μέτρητε, κρυμμένε μς στ φτώχεια!
Μέσα στ
φάτνη κείτεσαι κα τν οκουμένη σαλεύεις.
Μέσα σ
σπάργανα τυλίγεσαι κα σπς τ δεσμ τς μαρτίας.
Λέξη
κόμα δν ρθρωσες κα δίδαξες στος μάγους τ θεογνωσία.
Τί ν
π κα τί ν λαλήσω;
Ν
Βρέφος σπαργανωμένο!
Ν
Μαρία, Μητέρα κα Παρθένος μαζί!
Ν
ωσήφ, πατέρας τάχα το Παιδιο!
κείνη γυναίκα, ατς νδρας. Νόμιμες ο νομασίες, λλ χωρς περιεχόμενο.

ωσφ μνηστεύθηκε μόνο τ Μαρία, κα τ γιο Πνεμα τν πισκίασε. τσι, γεμάτος πορία, δν ξερε τί ν ποθέσει γι τ Βρέφος: Ν πε πς ταν καρπς μοιχείας, δν τολμοσε. Ν προσφέρει λόγο βλάσφημο ναντίον τς Παρθένου, δν μποροσε. Οτε πάλι δεχόταν τ Παιδ σν δικό του, γιατί το ταν γνωστο τ πς κα π ποιν γεννήθηκε.

λλ νά, πού, πάνω στ σύγχυσή του, παίρνει πάντηση π τν ορανό, μ τ φων το γγέλου: «ωσήφ, μ διστάσεις ν πάρεις στ σπίτι σου τ Μαριάμ, γιατί τ παιδ πο περιμένει προέρχεται π τ γιο Πνεμα» (Μάτθ. 1:20). Κα φανέρωσε τσι σ’ κενον κα σ’ μς τι τ γιο Πνεμα πισκίασε τν Παρθένο.

Γιατί μως Χριστς θέλησε ν γεννηθε π παρθένα, φήνοντας βλαβ τν παρθενία της;

Ν γιατί:
Κάποτε
διάβολος ξαπάτησε τν παρθένα Εα. Τώρα γγελος φερε τ λυτρωτικ μήνυμα στν Παρθένο Μαριάμ.
Κάποτε
Εα ξεστόμισε λόγο, πο γινε ατία θανάτου. Τώρα Μαρία γέννησε τ Λόγο, πο γινε ατία αώνιας ζως.
λόγος τς Εας δειξε τ δέντρο, πο βγαλε τν δμ π τν παράδεισο.
Λόγος τς Μαρίας δειξε τ Σταυρό, πο βαλε τν δμ πάλι στν παράδεισο.

Σ’ ατν λοιπόν, τ Λόγο το Θεο κα Υἱὸ τς Παρθένου, πο νοιξε δρόμο μέσα σ τόπο διάβατο, ς ναπέμψουμε δοξολογία μαζ μ τν Πατέρα κα τ γιο Πνεμα στος αἰῶνες τν αώνων. μήν.

(π τ σειρ τν φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τς ερς Μονς Παρακλήτου ρωπο ττικς.)