1.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

«Διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῆ πτωχείᾳ τὰ πλούσια».

Ἡ πρώτη ἀρετὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Τὴν ἀρετὴν τῆς ταπεινοφροσύνης προέταξεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς τὴν περιλάλητον καὶ θεοδίδακτον ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίαν «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι…» (1). Εἶναι δὲ ταπεινοφροσύνη, ὄχι τὸ συναίσθημα τῆς μειονεξίας, διὰ τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ ἡ σύγχρονος παιδαγωγική, οὔτε πολὺ περισσότερον ἡ ταπεινολογία, ἀλλὰ ἡ βαθεῖα καὶ ἁγία ἀρετή, ποὺ εἶναι ἡ σαφὴς γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὸ «γνῶθι σαυτὸν» (2). Δηλαδὴ νὰ γνωρίζωμεν τὸν ἑαυτόν μας, νὰ μὴ λησμονῶμεν τίνες εἴμεθα. Ἕνα τέτοιο φρόνημα εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς προκοπῆς· διότι κανεὶς δὲν ἀνέρχεται ὑψηλότερα, ἂν δὲν ἀναγνώρισῃ καὶ δὲν ὁμολογήσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι χαμηλά, ὅτι τοῦ λείπουν ἀκόμη πολλά, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔπρεπε καὶ ἠμποροῦσε νὰ εἶναι. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὸ εἶπεν ἐπιγραμματικὰ· «πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (3).

Κατὰ φυσικὸν λόγον, ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ πρώτη ἀρετὴ καὶ τοῦ ἱεροῦ κλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Διάκονοι καὶ λειτουργοὶ εἶναι οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ὅτι οὐδεὶς τῇ ἀληθείᾳ διακονεῖ καὶ λειτουργεῖ, ἂν δὲν εἶναι κεκοσμημένος διὰ τῆς ἀρετῆς τῆς ταπεινοφροσύνης. Εἰδεμὴ διακονεῖ καὶ ποιμαίνει τὸν ἑαυτόν του καὶ ἐργάζεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τὸ ἴδιον συμφέρον. Ἰδοὺ πῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὁμιλεῖ εἰς τὴν θείαν Γραφὴν διὰ τὸ φρόνημα καὶ τὸ ἦθος τῶν ἱερῶν ποιμένων καὶ διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διακονοῦν καὶ νὰ λειτουργοῦν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. «Ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ’ ἑκουσίως, μηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως, μηδ’ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου…» (4).

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος, τοῦ ὁποίου τὴν ἱερὰν μνήμην σήμερον ἑορτάζομεν, ἡ πραεῖα πρεσβυτικὴ μορφὴ ἐν τῇ χορείᾳ τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, εἶναι ὁ τύπος τῆς ἱερατικῆς ταπεινοφροσύνης. «Εἰκόνα πραότητος» τὸν ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρῶτος καρπὸς τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι ἡ πραότης. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶναι ὁ λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μὲ τὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τὴν πραότητά του, μὲ τὸ φρόνημα τῆς στερήσεως μᾶλλον καὶ τῆς πτωχείας καὶ ὄχι μὲ τὸ συναίσθημα τῆς αὐτοϊκανοποιήσεως καὶ τῆς πλησμονῆς, ἔφθασεν εἰς τὴν πνευματικὴν πληρότητα καὶ ἀπέκτησε τὸν οὐράνιον πλοῦτον. Κανὼν καὶ πρότυπον εἶναι ὁ ἅγιος Ἱεράρχης, ἔτσι καθὼς τὸ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ γνωστὸν εἰς ὅλους τροπάριον.

«Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος ἐγκράτειας διδάσκαλον ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια…».

Δὲν εἶναι ὁ ἐξωτερικὸς θόρυβος καὶ ἡ ἐπίδειξις ποὺ ἐπιβάλλουν τὸν ἱερὸν ποιμένα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ποιμνίου του· δὲν εἶναι ἡ κοσμικὴ λαμπρότης καὶ ἡ κοινωνικὴ προβολή, ποὺ τὸν ἀναδεικνύουν. Εἶναι «ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια». Τοῦτο πολλάκις τὸ λησμονοῦμεν, διότι μᾶς παρασύρει ἡ ἐπιφάνεια, ἡ ἐξωτερικὴ ἐπιτυχία, διὰ τοῦτο καὶ δὲν προσέχομεν εἰς τὸ βάθος τῶν πραγμάτων. Ἐκεῖ εἰς τὸ βάθος εἶναι «ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια», ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν εὕρῃ τις καὶ τὴν ἀγαπήσῃ πρέπει νὰ ἔχῃ ταπεινὸν φρόνημα. Ἀλλοίμονο ἂν οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας πιστεύσωμεν ὅτι ἡ διακονία μας εἶναι ζήτημα κοσμικῶν συνθηκῶν καὶ προσωπικῶν μόνον ἱκανοτήτων.

Τότε θὰ μᾶς ἀφήσῃ ἡ θεία χάρις, θὰ μείνωμεν κενοὶ καὶ ἄχρηστοι. Ὁ Θεὸς ἐπιβλέπει μόνον ἐπὶ τοὺς ταπεινοὺς καὶ πράους.
Εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἀσκητικῶν του λόγων ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει τὸ ἐξῆς· «Μὴ σὲ βαθμὸς κλήρου ἐπαιρέτω, ἀλλὰ μᾶλλον ταπεινούτω. Προκοπὴ γὰρ ψυχῆς, προκοπὴ ταπεινώσεως· ὑστέρησις δὲ καὶ ἀτιμία ἐξ ὑψηλοφροσύνης τίκτεται. Ὅσον ἐγγίζειν σε τῶν ἱερατικῶν βαθμῶν τοῖς μείζοσι συμβαίη, τοσοῦτον ταπείνου σεαυτόν…» (5). Δηλαδή, «μὴ σὲ κάμνει νὰ ὑπερηφανεύεσαι ὁ ἱερατικὸς βαθμός, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ σοῦ γίνεται ὑπόμνησις διὰ νὰ ταπεινοφρονῇς. Διότι ὅσον περισσότερον κανεὶς ταπεινοφρονεῖ, τόσον περισσότερον πνευματικῶς προκόπτει· ἡ πνευματικὴ κενότης καὶ ἡ ἐσωτερικὴ πτωχεία γεννῶνται ἀπὸ τὴν ὑψηλοφροσύνην. Ὅσον περισσότερον ἂν ἴσως καὶ συμβῇ νὰ πλησιάζῃς εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἱερατικοὺς βαθμοὺς τόσον περισσότερον νὰ ταπεινοφρονῇς…». Μεγάλαι καὶ ἅγιαι ἀλήθειαι τὰς ὁποίας ἐνσαρκώνει ἡ ἔμψυχος εἰκὼν τῆς πραότητος καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης, ὁ προστάτης μας Ἅγιος Νικόλαος ὁ θαυματουργός, διὰ πρεσβειῶν τοῦ ὁποίου ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν». Ἀμήν.

† ὁ Σ.Κ.Δ.

* Ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ π. Γαζῆ εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ ἁγ. Νικολάου, 6 Δεκεμβρίου 1975.

Ὑποσημειώσεις

1. Ματθ. 5,3.

2. Χίλων Παλατινὴ Ἀνθολογία τ. 3,48.

3. Λουκ. 14,11.

4. Α Πέτρ. 5,2-4.

5. Μεγάλου Βασιλείου, Λόγος ἀσκητικὸς καὶ παραίνεσις, MPG ΛΑ, 648.

2.

Ἡ εἰκόνα τοῦ Στρειδᾶ

Κουτσίδης Νίκων (Ἀρχιμανδρίτης)

Στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα ὑπάρχει μιά ψηφιδωτή εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου (προστάτου τῆς Μονῆς). Στό μέτωπο τοῦ ἁγίου ὑπάρχει κατά μῆκος σχισμή ὀκτώ ἑκατοστῶν, πάνω στήν ὁποία εἶχε φυτευθῆ ἕνα μεγάλο «ὄστρεο» κατά τό χρονικό διάστημα, πού ἡ εἰκόνα εἶχε μείνει στόν βυθό τῆς θάλασσας. Ἔτσι ἡ εἰκόνα αὐτή ἔλαβε τήν προσηγορία: «ἅγιος Νικόλαος ὁ Στρειδᾶς ἤ Ἀστρειδᾶς».

* * *

Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι «ἐξήχθη ἐκ τῆς θαλάσσης, ὑπό τῶν ἁλιέων τῆς Μονῆς κατά τούς χρόνους τῆς ἀνιδρύσεως αὐτῆς», κατά τύχη, μέ τά δίχτυά τους, μέ τό ὄστρακο πάνω στό μέτωπο τοῦ ἁγίου Νικολάου. Οἱ ἁλιεῖς προσπάθησαν ἐπιτηδείως νά ἀποκολλήσουν τό στρείδι ἀπό τό μέτωπο τοῦ ἁγίου. Μόλις ὅμως τό ξεκόλλησαν, στό μέτωπο τοῦ ἁγίου ἐφάνη αἷμα, πού μέχρι σήμερα φαίνεται καί βεβαιώνει τό θαῦμα.
Ἐξ’ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος ὁ πατριάρχης Ἰερεμίας ὅρισε, νά ἑορτάζει καί νά τιμᾶται ἡ Μονή ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Νικολάου. Τό ὄστρακο αὐτό διατηρήθηκε σάν κειμήλιο. Τό μισό εὑρίσκεται στή Μονή. Τό ἄλλο μισό τό ἔκαμαν, κατά τήν παράδοση, ἐγκόλπιο-δῶρο στόν πατριάρχη Ἰώβ τῆς Ρωσίας. Τό πιό πιθανό εἶναι νά ρίχτηκε ἡ εἰκόνα στό βυθό ἀπό τούς Καταλανούς πειρατές μετά τήν ἐπιδρομή πού ἔγινε τό 1306. Αὐτό μᾶς τό ἐπιβεβαιώνουν οἱ εἰδικοί, πού χρονολόγησαν τήν κατασκευή τῆς εἰκόνας στά τέλη τοῦ 13ου αἰῶνα. Ἡ εἰκόνα ἀνελκύστηκε τό ἔτος 1589, ἐπί πατριαρχίας Ἰερεμίου Β΄. Ἄρα ἡ εἰκόνα ΕΜΕΙΝΕ ΑΒΛΑΒΗΣ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ 283 ΧΡΟΝΙΑ.

(Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ θαυματουργός, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, 1998, σελ. 82-83)

* * *

Ἔχουμε, λοιπόν ἐδῶ, ἕνα ἀναμφισβήτητα θαυμαστό γεγονός γιά τήν συγκεκριμένη εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου. Φυσικά ὑπάρχουν καί ἄλλα ἀνάλογα θαύματα τῆς Παναγίας καί ἄλλων ἁγίων. Μαρτυροῦν, ὅτι ὁ Θεός δίνει τή χάρη Του ΚΑΙ ΣΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥΣ.
Θαύματα ἀπό τίς ἅγιες εἰκόνες γίνονταν στό παρελθόν. Γίνονται καί ΤΩΡΑ. Καί θά συνεχίσουν νά γίνονται καί στό μέλλον. Γιά πάντα. Γιατί ὁ Θεός, εἶναι καί θά εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος.

 

* * *

Συμπέρασμα πνευματικό.
Ὅποιος δέν πιστεύει στά θαύματα τῶν ἁγίων καί τῶν εἰκόνων τους, ξεχνάει ὅτι ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος. Καί ὅτι ἐνεργεῖ, ὅποτε θέλει· καί ὅπως θέλει.

Ὅποιος πιστεύει μέν στά θαύματα τῶν ἁγίων μέσῳ τῶν λειψάνων τους καί τῶν εἰκόνων τους, ἀλλά δυσπιστεῖ, ἄν κάποιο ἀπό τά θαύματα, πού τοῦ διηγοῦνται, εἶναι ἀληθινό καί αὐθεντικό ἤ ὄχι, δέν ἁμαρτάνει. Γιατί ἡ δυσπιστία του δέν ἀναφέρεται στόν Θεό, ἀλλά σέ ἀνθρώπους.