Στην ομιλία του «Προς τους πλουτούντας» ο Άγιος Βασίλειος Καισαρείας πραγματεύεται το θέμα του υλικού πλούτου και των κατόχων του, ορμώμενος από το νεαρό του Ευαγγελίου, που ρώτησε τον Ιησού Χριστό τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή και τη βασιλεία των ουρανών. Οι ριζοσπαστικές αυτές απόψεις για τον ιδιόκτητο πλούτο είναι επίκαιρες στους καιρούς που ζούμε και που όλοι κάνουν λόγο για κοινωνική αλληλεγγύη. Αλλά στην περίπτωση του μεγάλου ιεράρχη δεν πρόκειται απλώς για απόψεις. Αυτά που λέει και γράφει, τα έκανε προηγουμένως πράξη. Τα βίωσε. Κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία, γιατί δίδασκε δια του προσωπικού παραδείγματος. Γι’ αυτό άλλωστε είναι και πειστικός. Αφιέρωσε τη ζωή του και την περιουσία του στη δημιουργία μεγάλης κλίμακας οργανωμένης φιλανθρωπίας. Το φτωχοκομείο που έφτιαξε την εποχή εκείνη (4ος αιώνας) είναι ο μακρινός πρόδρομος του σημερινού κράτους πρόνοιας. Αμφισβητεί ευθέως την ιδιοκτησία που εκτείνεται πέρα από τα αναγκαία. Στη φύση τα αγαθά είναι κοινά, είναι δώρο Θεού και ανήκουν σ’ όλους τους ανθρώπους. Μετατρέπονται αυθαιρέτως σε ιδιόκτητα από τους πιο ισχυρούς, που σπεύδουν να τα ιδιοποιηθούν δια της βίας. Ο Καισαρείας Βασίλειος δηλώνει ευθέως και απεριφράστως ότι ο υπερβάλλων ιδιόκτητος πλούτος είναι κλοπή:

«Για πες μου, ποια είναι αυτά που σου ανήκουν; Από πού τα πήρες και τα έφερες στη ζωή; Όπως ακριβώς κάποιος που πιάνει στο θέατρο μια καλή θέση και εν συνεχεία εμποδίζει τους εισερχόμενους, θεωρώντας δικό του αυτό που προορίζεται για κοινή χρήση, έτσι είναι και οι πλούσιοι. Γιατί έχοντας αποκτήσει εκ των προτέρων την κατοχή των κοινών αγαθών, τα ιδιοποιούνται επειδή πρόλαβαν. Αυτό σημαίνει ότι αν ο καθένας κρατούσε αυτό που χρειάζεται για να καλύψει τις ανάγκες του και έδινε το περίσσευμα σ’ αυτόν που το έχει ανάγκη, τότε δε θα υπήρχε κανένας πλούσιος, αλλά και κανένας φτωχός». Και συνεχίζει:

«Γυμνός δεν βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου; Πάλι γυμνός δε θα επιστρέψεις στη γη; Αυτά λοιπόν που έχεις τώρα, από πού τα έχεις; Αν μεν λες ότι ήρθαν μόνα τους, είσαι άθεος, γιατί δεν αναγνωρίζεις το δημιουργό ούτε ευχαριστείς τον ευεργέτη σου. Αλλά αν ομολογείς ότι σου τα έδωσε ο Θεός, πες μας για ποιο λόγο σου τα έδωσε. Μήπως ο Θεός είναι άδικος και μας μοιράζει άνισα τα προς το ζην; Γιατί εσύ να είσαι πλούσιος και κάποιος άλλος να είναι φτωχός;»

Δεν αρνείται την ατομική ιδιοκτησία ο μεγάλος ιεράρχης. Αυτό που λέει είναι ότι πρέπει κανείς να μη συσσωρεύει πλούτο πέρα και πάνω από τις ανάγκες του, γιατί αυτός ο πλούτος ανήκει δικαιωματικά στους μη έχοντες και κατέχοντες. Είναι σαν να αφαιρεί κάποιος τον πλούτο αυτόν από τους φτωχούς, στους οποίους ανήκει. Ωστόσο αυτό που διαπιστώνει είναι ότι πολλοί άνθρωποι δεν αρκούνται στα αναγκαία. Ιδίως οι νεόπλουτοι έχουν μια ακόρεστη δίψα για διαρκώς περισσότερο πλούτο. Όσο περισσότερα αποκτούν τόσο περισσότερα επιθυμούν:

«Στα δέκα τάλαντα επιχειρείς να προσθέσεις άλλα δέκα. Όταν γίνουν είκοσι, επιζητάς άλλα τόσα και κάθε φορά που προστίθεται ένα τάλαντο, αυτό δεν σταματά την ορμή σου, αλλά σου ανοίγει την όρεξη. Γιατί όπως ακριβώς στους μεθυσμένους η προσθήκη κρασιού γίνεται αφορμή για να πιούν κι άλλο, έτσι και οι νεόπλουτοι, όταν αποκτήσουν πολλά, επιθυμούν κι άλλα […] Κι ενώ θα έπρεπε να ευφραίνονται και να χαίρονται που είναι πλουσιότεροι από πολλούς, αυτοί δυσφορούν και στεναχωριούνται επειδή είναι φτωχότεροι από έναν ή δύο πάμπλουτους. Κι όταν φθάσουν και αυτόν τον πλούσιο, προσπαθούν αμέσως να εξισωθούν με τον πλουσιότερο. Κι όταν τον φθάσουν και εκείνον, τότε προσπαθούν να ξεπεράσουν και τον επόμενο […] Όσα βλέπει το μάτι, τόσα επιθυμεί κι ο πλεονέκτης […] Ο πλεονέκτης δεν είπε ποτέ αρκεί».

Σήμερα ζούμε το άκρον άωτον αυτού του παραλογισμού. Οκτώ κύριοι διαθέτουν πλούτο ίσο με τον πλούτο του μισού πληθυσμού της γης, δηλ. 3 δισεκατομμυρίων 600 εκατομμυρίων ανθρώπων! Αυτός ο πλούτος είναι κλοπή. Κλοπή τεραστίων διαστάσεων. Και φυσικά δεν είναι έργο Θεού. Είναι εφεύρημα του διαβόλου:

«Αλλά πολλοί δεν επιδιώκουν τον πλούτο για τα ρούχα ή την τροφή. Ο διάβολος έχει εφεύρει κάποιο τέχνασμα που προσφέρει στους πλούσιους άπειρες αφορμές για δαπάνες, για να κυνηγούν τα περιττά και άχρηστα σαν να ήταν αναγκαία. Κατανέμουν τον πλούτο με βάση και την παρούσα ανάγκη και τη μελλοντική. Και συγκεντρώνουν το ένα μέρος για τον εαυτό τους και το άλλο για τα παιδιά τους. Στη συνέχεια βρίσκουν διάφορες αφορμές για να τον δαπανήσουν» .

Με την εξόχως παρατηρητική και διεισδυτική ματιά του, φιλοτεχνεί εν συνεχεία μια σπαρταριστή κοινωνιολογική «τοιχογραφία», που αναπαριστά εκτενώς τον τρόπο ζωής της υψηλής κοινωνίας της εποχής εκείνης. Φέρνει στο φως και περιγράφει λεπτομερώς όλη την αρματωσιά της επιδεικτικής κατανάλωσης στην οποία επιδίδονται ασυστόλως οι πλούσιοι για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην κοινωνία. Όλα τα υλικά και άυλα καταναλωτικά αγαθά που κατασπαταλούν προκλητικά, χωρίς να σκέφτονται τους συνανθρώπους τους που πένονται και δυστυχούν. Σαφέστατα, με τα δύο αυτά κείμενα, ο μεγάλος ιεράρχης είναι ο μακρινός πρόδρομος της θεωρίας της αργόσχολης τάξης και της επιδεικτικής κατανάλωσης του μεγάλου αμερικανού οικονομολόγου και κοινωνικού επιστήμονα (νορβηγικής καταγωγής) Thorstein Veblen (1899). Ή της θεωρίας της καταναλωτικής κοινωνίας του γάλλου κοινωνιολόγου Jean Baudrillard (1970). Οι θεωρίες αυτές δίνουν έμφαση στον τελετουργικό και συμβολικό χαρακτήρα της κατανάλωσης. Οι κάτοχοι του πλούτου δεν καταναλώνουν μόνο για να ικανοποιήσουν τις ανθρώπινες ανάγκες τους. Τα καταναλωτικά αγαθά είναι γι’ αυτούς σύμβολα κοινωνικής καταξίωσης, που υποδηλώνουν τη θέση τους στην κλίμακα της κοινωνικής ιεραρχίας. Ο Μ. Βασίλειος μας λέει ότι η κοινωνική αναλγησία των νεόπλουτων πηγάζει από την έλλειψη παιδείας και από τον απάνθρωπο εσωτερικό κόσμο τους:

«Όταν μπαίνω στο σπίτι κάποιου κακόγουστου νεόπλουτου και το βλέπω παντού ανθοστολισμένο, ξέρω ότι αυτός δεν έχει τίποτα πολυτιμότερο απ’ αυτά που φαίνονται. Καλλωπίζει μεν τα άψυχα, αλλά έχει αστόλιστη τη ψυχή. Αλήθεια τόσο απαραίτητα είναι πια όλα αυτά τα ασημένια κρεβάτια και τα ασημένια τραπέζια, τα ελεφάντινα καθίσματα και τα ελεφάντινα αμάξια, ώστε εξ αιτίας τους ο πλούτος να μη μοιράζεται στους φτωχούς, παρόλο που πολλοί απ’ αυτούς συνωστίζονται έξω από την πόρτα και φωνάζουν με φωνή γεμάτη απόγνωση; […] Άραγε πόσους θα μπορούσε να απαλλάξει από τα χρέη τους ένα από τα δαχτυλίδια σου; Πόσα σπίτια που καταρρέουν θα μπορούσε να τα ξαναφτιάξει»;

Αλλά τελικά ο μεγάλος ιεράρχης δεν είναι καθόλου αισιόδοξος ότι αυτά που λέει θα εισακουστούν. Νοιώθει ότι μιλάει εις ώτα μη ακουόντων:

«Καλά τα λόγια, λέει (ο πλούσιος), αλλά καλύτερος ο χρυσός! Είναι σαν να κάνω διάλεξη περί εγκράτειας στους ακόλαστους. Γιατί κι εκείνοι, όταν διαβάλλεται  η πόρνη, θυμούνται τη σχέση που είχαν μαζί της και φλέγονται από επιθυμία. Πώς να σου καταστήσω γνωστά τα βάσανα του φτωχού, για να καταλάβεις πόσο πόνο κρύβουν μέσα τους οι θησαυροί σου»;

Και δεν έχει καθόλου άδικο, ιδίως αν δούμε την κατάσταση που επικρατεί στις σημερινές κοινωνίες. Οι πλούσιοι έχουν σηκώσει μαύρες σημαίες και αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Κραυγάζουν συνεχώς και αδιαλείπτως ότι «ο φόρος είναι κλοπή!» Και σπεύδουν να κρύψουν τα πραγματικά κλοπιμαία (τον υπερβάλλοντα πλούτο τους) σε υπεράκτιους φορολογικούς παραδείσους, στα σύγχρονα νησιά των θησαυρών. Αλλά και σε κοντινούς φορολογικούς παραδείσους, που εδρεύουν στην ενδοχώρα, στην καρδιά των προηγμένων χωρών.

Γιατί όλες οι χώρες στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν επενδύσεις αρχίζουν να επιδίδονται σε φορολογικό ντάμπινγκ για να ανταγωνιστούν τους φορολογικούς παραδείσους. Γι’ αυτό και στις σημερινές μαύρες λίστες με τα χειρότερα φορολογικά καταφύγια των πλουσίων, δίπλα στις εξωτικές Βερμούδες, τα νησιά Κέιμαν, τις Μπαχάμες και την πρώτη διδάξασα Ελβετία, συμπεριλαμβάνονται και πολύ ευυπόληπτες χώρες, όπως η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία, η Ιρλανδία, αλλά και οι ΗΠΑ. Σε βάθος χρόνου, όλος ο πλανήτης θα έχει μετατραπεί σε φορολογικό παράδεισο, γιατί θα έχουν μειωθεί δραστικά οι φορολογικοί συντελεστές που επιβάλλονται στα υψηλά εισοδήματα και στο μεγάλο πλούτο. Αυτός είναι ο απώτερος στόχος της κοινωνικά ανάλγητης χρηματοοικονομικής ολιγαρχίας και προς τα κει βαδίζουμε.

Προς το παρόν ο υπερβάλλων πλούτος των εθνών που δραπετεύει από τα έθνη και βρίσκει καταφύγιο σε κοντινούς και μακρινούς φορολογικούς παραδείσους ανέρχεται σε δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια. Ενώ τα φορολογικά έσοδα που χάνουν κάθε χρόνο οι χώρες που τα έχουν ανάγκη ανέρχονται σε εκατοντάδες δισ. Έτσι όμως πλήττονται άμεσα οι άνεργοι και οι φτωχοί των χωρών αυτών, γιατί δεν υπάρχουν χρήματα για τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους. Δεν υπάρχουν χρήματα για τα επιδόματα ανεργίας, για τη δημόσια παιδεία, για τη δημόσια υγεία.

Ιδιαίτερα η χώρα μας πληρώνει ακριβά τη φοροδιαφυγή, τη φοροαποφυγή και τη φοροασυλία. Πρώτον, επειδή τα συστηματικά χαμηλότερα φορολογικά έσοδα την ανάγκαζαν να καταφεύγει συνεχώς σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να φθάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Και δεύτερον, επειδή αν τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ των ελλήνων πλουσίων που βρίσκονται σήμερα στους φορολογικούς παραδείσους παρέμεναν εντός της χώρας, δε θα ήμασταν αναγκασμένοι να δανειζόμαστε από τις διεθνείς αγορές. Θα μπορούσαμε να αναχρηματοδοτούμε το χρέος μας με εσωτερικό δανεισμό και έτσι θα αποφεύγαμε τα μνημόνια που βύθισαν τη χώρα στην ύφεση και στην ανεργία…

Στον  αγώνα μας υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας, ας έχουμε σύμμαχο τον ανεκτίμητο πνευματικό πλούτο της αρχαιοελληνικής και εκκλησιαστικής μας παράδοσης. Πατάμε στους ώμους γιγάντων! Αλλά δυστυχώς δεν το συνειδητοποιούμε. Τα κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου δείχνουν με πολύ παραστατικό τρόπο ότι η παράδοση αυτή δεν είναι μουσειακό είδος. Είναι ζώσα και εξαιρετικά επίκαιρη. Και είναι πάντα εκεί. Το μόνο που περιμένει από μας είναι να την ανακαλύψουμε!

Ευθύμιος Κουτσιούκης

Φοιτητής Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ