1.

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ: Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός, που επαιτούσε στην άκρη του δρόμου, ακούγοντας το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος, κι εκείνος φώναξε δυνατά: “Ιησού Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!” Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο δυνατά: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ο Ιησούς στάθηκε και είπε να τον φέρουν κοντά του. Όταν αυτός πλησίασε, τον ρώτησε: “Τι θέλεις να σου κάνω;” Εκείνος αποκρίθηκε: “Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου”. Και ο Ιησούς του είπε: “Απόκτησε το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε”. Αμέσως βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό. Όλοι μετά απ΄αυτό δοξολογούσαν το Θεό.

ΟΙ ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΕΣ ΑΝΑΛΓΗΤΟΙ “ΠΙΣΤΟΙ: Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης κίνησε σε όλους μας την συμπάθεια καθώς ακούσαμε την ικετευτική φωνή του: “Ιησού υιέ Δαβίδ ελέησον με”. Όταν πληροφορήθηκε ότι “Ιησούς παρέρχεται” μια λάμψη ελπίδας φώτισε το πονεμένο πρόσωπο του. Στύλωσε τα απλανή μάτια του προς το μέρος όπου έρχονταν ο Χριστός και με όλη τη δύναμη της φωνής του άρχισε να τον παρακαλεί να του δώσει το φως του.

 

Μερικοί, όμως όχι εχθροί του Χριστού, αλλά ενθουσιώδεις οπαδοί Του, στην προσπάθεια του τυφλού να προσεγγίσει τον Κύριο, αντί να τον βοηθήσουν “επετίμον αυτόν ίνα σιωπήσει”! Τους ενοχλούσαν οι παρακλητικές φωνές του τυφλού; Νόμιζαν ότι ενοχλούσαν τον Ιησού Χριστό; Το βέβαιο είναι ότι αδιαφορούν στον ξένο πόνο. Δεν τους ενδιέφερε αν ο τυφλός θα έμενε για πάντα στο σκοτάδι, ενώ υπήρχε η ελπίδα, τώρα που ερχόταν ο θαυματουργός Ιησούς στον τόπο τους, να άνοιγαν τα μάτια του. Δεν έδειξαν αγάπη και ενδιαφέρον για την εξυπηρέτηση ενός δυστυχισμένου συμπολίτη τους. Όμως, αντί να τους κατακρίνουμε, ας ανακρίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας, μήπως και εμείς δείχνουμε την ίδια αδιαφορία ή, και το χειρότερο, αντί να κάνουμε το καλό εμποδίζουμε και τους άλλους να το κάνουν! Πώς, όμως, αυτοί οι άνθρωποι που με ενθουσιασμό συνόδευαν τον Χριστό, έδειξαν σκληρότητα σ’έναν απόκληρο της ζωής; Κι όμως και σήμερα, άνθρωποι της Εκκλησίας, που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα αγάπης, παρουσιάζονται ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.

Άλλωστε, τα περιστατικά που διασώζουν οι ευαγγελιστές είναι αρκετά. Σ’ολες τις περιπτώσεις οι περισσότεροι ευσεβείς άνθρωποι της εποχής εκείνης, αντί να χαρούν μαζί με τον θεραπευμένο και να δοξάσουν τον Θεό, θύμωναν και, το χειρότερο, προσπαθούσαν να υπονομεύσουν Εκείνον που έδειχνε την θαυματουργική αγάπη Του στους ασθενείς. Αλλά αυτά έγιναν κυρίως από εχθρούς του Χριστού, που το μίσος τους είχε κλείσει τα μάτια. Το θλιβερό είναι, ότι στο σημερινό περιστατικό πρόκειται για οπαδούς και θαυμαστές του Χριστού, που δίδασκε εμπράκτως τη μεγάλη εντολή της αγάπης! Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη θλιβερότερο: Ότι από τότε, έχουν περάσει πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια και τέτοια περιστατικά όχι μόνο δεν εξέλειπαν, αλλά έγιναν περισσότερα. Έχει ξεχαστεί το “πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη”! Και ενώ ο Χριστός ήλθε να ζεύσει την πίστη με την αγάπη, εμείς οι νομιζόμενοι “μαθητές είναι Εκεινου”, χωρίσαμε και πάλι την αγάπη από την πίστη και φθάσαμε στο σημείο να νομίζουμε, ότι είμαστε ευάρεστοι στο Θεό, αν έχουμε πίστη, χωρίς να έχουμε αγάπη. Λησμονήσαμε ότι πίστη χωρίς αγάπη έχει ακόμη και ο διάβολος και οι ακόλουθοί του! Έτσι, όμως, όπως μαρτυρεί η ιστορία, συνέβη να υπάρχουν άνθρωποι που έφεραν το όνομα του χριστιανού και μισούνταν θανάσιμα μεταξύ τους! Έτσι φθάσαμε το Μεσαίωνα στο παπικό φαινόμενο της Ιερής Εξέτασης, εν ονόματι δήθεν της χριστιανικής πίστης, στη διάπραξη εγκλημάτων που παραμένουν στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κι ενώ σήμερα δεν γίνονται τέτοιου είδους εγκλήματα στο όνομα της χριστιανικής πίστης, ανάλογη νοοτροπία εξακολουθεί να παραμένει. Έτσι, νομίζουμε, ότι είμαστε εντάξει με την αγάπη προς τον Θεό, παρότι αδιαφορούμε, για την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Νιώθουμε ότι είμαστε απόλυτα σωστοί με την Εκκλησία, επειδή κάνουμε το σταυρό, την προσευχή μας, ή γιατί εκκλησιαζόμαστε, νηστεύουμε, κοινωνούμε. Όμως αδιαφορούμε τελείως και ούτε υποψιαζόμαστε να ερευνήσουμε τον εαυτό μας ως προς την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, που ο Χριστός ήθελε μόνιμο και αχώριστο σύντροφο της πίστης. Όσοι από εμάς που έχουμε την τιμή να καλούμαστε χριστιανοί, δεν συνδυάζουμε την πίστη με την αγάπη, πρέπει να φοβούμαστε ότι η πίστη μας παραμένει νεκρή και ανενεργής! Γιατί “ώσπερ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά έστιν” [Ιακ.β΄26].

ΕΝΘΡΕΡΜΗ ΠΙΣΤΗ: Είν΄αλήθεια ότι δε ζήτησε κάτι ασήμαντο ή ευτελές από τον Κύριο ο τυφλός. Ούτε χρήμα, ούτε τροφές, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο, όπως ίσως ζητούσε από τους ανθρώπους, αλλά μόνον του έλεγε: “Κύριε, θέλω ίνα αναβλέψω”. Κανένας άλλος δε μπορεί να μου το δώσει αυτό, διότι μόνον ο Θεός έχει την δυνατότητα να ελεεί και να σώζει. Γι’ αυτό και προσέρχεται και γονατιστός Τον ικετεύει, ως τον ποιητήν και Κύριον των όλων, και βοά το “ελέησον” και Τον ονομάζει “υιόν Δαβίδ”. Επειδή πιστεύει ότι Αυτός είσαι ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαβίδ, ο οποίος ήλθε να σώσει το γένος του. Και δεν του είπε ο τυφλός: “ζήτησε από τον Θεόν ή προσευχήσου για μένα ή παρακάλεσε ή ικέτευσε”, αλλά “ελέησόν με”, επειδή ακριβώς γνώριζε ότι είναι Υιός του Θεού. Γι’ αυτό και κατά την πίστη του έλαβε την ίαση. Αυτός είναι ο ορισμός της καρτερικής και φλεγομένης ψυχής! Αν δεν ήταν ένθερμη η πίστη του τυφλού, δεν θα κραύγαζε περισσότερο, όταν του φωνάζαν να σιωπήσει. Η πίστη του τυφλού γίνεται φανερή και από την ίδια την απόκρισι του Κυρίου: “θέλεις να αναβλέψης;”, του λέγει, “Ανάβλεψον”! Και την ίδια στιγμή, “παραχρήμα”, ανέβλεψε και έδρεψε τον καρπόν της πίστης, την σωτηρία! “Η πίστις σου σέσωκέ σε”. Αυτή είναι η μαρτυρία του Χριστού, ο οποίος με τα λόγια αυτά έδειξεν ότι αίτιος της θεραπείας του έγινε ο ίδιος ο τυφλός. Έγινε με την πίστη του συνεργός του θαυμαστού αυτού κατορθώματος. Πράγματι, την στιγμή που του είπε “ανάβλεψον”, η φωνή του Κυρίου έγινε φως για τον τυφλό, επειδή η φωνή, ο λόγος, ήταν του Φωτοδότου. Όταν ο τυφλός δέχθηκε από τον Χριστόν παραδόξως την ευεργεσία, δεν αμέλησε να συμπορευθεί μ’ Αυτόν, και τον ακολουθούσε με ευγνωμοσύνη δοξάζοντάς Τον ως Θεόν. Αυτό έγινε αφορμή να δοξάζουν και να υμνούν τον Θεόν και οι άλλοι. “Πας γαρ ο λαός”, λέγει, “ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ”. Και πριν από τη δωρεά φάνηκε καρτερικός ο τυφλός, και μετά την δωρεάν φαίνεται ευγνώμων. Καρτερικός διότι, αν και τον περιφρονούσαν και πολλοί τον ημπόδιζαν να φωνάζη, αυτός επέμενε κραυγάζοντας. Και ευγνώμων επειδή όταν έλαβε την χάρι, δεν έτρεξε να φύγει, όπως κάνουν πολλοί μετά τις ευεργεσίες, φερόμενοι με αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες.

ΕΜΕΙΣ: Αυτόν ας μιμηθούμε και εμείς με ζήλο και προθυμία και ας γίνουμε καρτερικοί στις προσευχές και πριν λάβωμε αυτά που ζητούμε, και αφού τα λάβωμε να μη μένωμε αχάριστοι προς τους ευεργέτες, αλλά ας αναφωνούμε, ό,τι κάθε Κυριακή αναπέμπουμε στη Θεία Λειτουργία: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω”! Και να προσευχόμεθα με πόθο προς τον Κύριο ώστε να λαμβάνουμε από Αυτόν τα αιτήματα προς το συμφέρον μας. Διότι ο τυφλός εκείνος ούτε οδηγόν είχε, ούτε μπορούσε να δει τον Σωτήρα, ούτε βρήκε συνήγορον κάποιον από τους Αποστόλους, αλλά, μολονότι του απαγόρευαν να μιλήσει και να πλησιάσει, μπόρεσε να υπερβεί όλα τα εμπόδια και πλησίασε Αυτόν τον ίδιον τον θεραπευτήν και Σωτήρα Χριστό. Ούτε η κοινωνική θέση, ούτε ο τρόπος ζωής τού έδωσαν το θάρρος, αλλά αντί όλων αυτών αρκούσε η προθυμία την οποία τίποτα δεν στάθηκε ικανό να εμποδίσει. Την ιδία προθυμίαν ας προσπαθήσωμεν να αποκτήσουμε και εμείς στις δεήσεις μας. Κι αν ο Κύριος αναβάλλει, και πολλοί μας απομακρύνουν ή μας εμποδίζουν, ας προσπαθήσωμε περισσότερο, και ο φιλάνθρωπος Θεός θα μας πλησιάσει και θα εκπληρώσει τα αιτήματά μας. Μας διδάσκει εδώ ο ίδιος ο τυφλός με την επιμονή του. Να επιμένουμε, διότι ίσως να μην είμαστε άξιοι να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως θα πρέπει πρώτα να καθαρίσουμε την ψυχή μας με εξομολόγηση, με μετάνοια και κατόπιν να έχουμε το θάρρος να ζητήσουμε και να θέλουμε να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως και η προσευχή μας να μην είναι αληθινή, θερμή προσευχή, εξ όλης της ψυχής και καρδιάς.

ΟΙ ΕΣΩ ΟΦΘΑΛΜΟΙ: Όμως, ας μην αγνοήσουμε, ότι δεν άνοιξε ο Κύριος μόνον τους εξωτερικούς οφθαλμούς του τυφλού, αλλά και τους εσωτερικούς, της ψυχής. Με το θείο νεύμα Του χάρισε στον τυφλό και το αισθητό φως και το νοητό φως. Διότι Αυτός είναι που στην αρχή της γενέσεως του κόσμου διαχώρισε το σκότος από το φως, αλλά και δημιούργησε αυτό το ίδιο το φως. Και ο Κύριος εμφανίζεται στις ψυχές των αξίων μεταδίδοντας πάντοτε την λαμπρότητά Του. Και όλων τα στόματα τότε μιλούσαν για τον Ιησού, όλων οι οφθαλμοί έβλεπαν τον τυφλό θεραπευμένο. Έτσι κι εκείνοι, με όσα έβλεπαν, αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις διδασκαλίες του Κυρίου και επίστευαν ότι και οι προρρήσεις του Κυρίου θα πραγματοποιηθούν, διαβεβαιούμενοι και πληροφορούμενοι, και με τα εσώτερα της ψυχής των όμματα. Ας “δοξάσωμε τον Θεόν εν τω σώματι ημών” κι εμείς, πειθόμενοι στον Απ. Παύλο. Και πώς δοξάζεται ο Θεός από τα μέλη του σώματός μας; Δοξάζουμε τον Θεόν όταν δια μέσου των ορατών κτισμάτων του βλέπωμε τα αόρατα, και τον ευχαριστούμε για όλα όσα έκανε. Γενικώς, ο Θεός δοξάζεται με όλα τα μέλη μας, όταν πιστεύωμε ορθά σ’ Αυτόν και εκπληρώνωμε τις άγιες εντολές Του. Ο προφήτης Ωσηέ λέγει: “έλεον και κρίμα φυλάσσου (δηλαδή, φύλαξε την ελεημοσύνη και τη δικαιοσύνη) και έγγιζε προς τον Θεόν σου διαπαντός”. Και ο Κύριος προσθέτει: “Καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου, ίνα γένηται και το εκτός αυτού καθαρόν”. Γι’ αυτό ας φοβηθούμε κι ας αγωνισθούμε να αναβλέψουμε προς το φως των προσταγμάτων του Θεού, έστω και αν είμαστε τυφλοί, και ας προσέλθουμε στον Κύριο με μετάνοια και αποχή από τα αισχρά έργα, απορρίπτοντας τα ιμάτια που έχουμε ενδυθεί, δηλαδή τα έργα του σκότους, ή και τις γήινες και υλικές φροντίδες, και “ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός” και ας “περιπατήσωμεν ως εν φωτί και ημέρα ευσχημόνως” και οσίως, ώστε να μπορέσωμε να ακολουθήσουμε Αυτόν, τον Δεσπότην και Ελευθερωτήν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν τον Θεόν.

Η ΟΡΑΣΗ-ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Και ο τυφλός ζητούσε την θεραπεία των ματιών του, όμως σκεφτήκαμε πόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχουμε εμείς και πόσο πρέπει να ζητούμε και να παρακαλούμε το Θεό να κρατά ανοικτά τα ψυχικά μας μάτια, να διακρίνουμε το καλό από το κακό, τον ίσιο δρόμο του Θεού και να μην πέφτουμε στους γκρεμούς της αμαρτίας, να ξεχωρίζουμε το αιώνιο συμφέρον μας από το προσωρινό και ψεύτικο; Ο τυφλός μας διδάσκει να μην υπολογίζουμε τα εμπόδια που βρίσκουμε πολλές φορές μπροστά μας, προκειμένου να πλησιάσουμε το Θεό. Εμπόδια από οργανωμένες προσπάθειες σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να ξεγράψουν το Θεό, την πίστη μας, από τη ψυχή μας και την κοινωνία. Οργανώσεις χωρίς Θεό, αιρέσεις διάφορες, ξενόφερτες νεοεποχιτικες ιδέες, άθεοι ή και αντίχριστοι ηγήτορες. Άλλοτε, ίσως, η ειδική μας χλιαρότητα στη πίστη, ο φόβος του κόσμου μήπως μας χαρακτηρίσουν καθυστερημένους και θρησκόληπτους, όπως πολύ εύκολα και επιπόλαια χαρακτηρίζουν κάθε εκδήλωση πίστης, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι ποιος λέγεται θρησκόληπτος, άλλα εμπόδια από την ίδια μας την ψυχή, από το φόβο μήπως τα συμφέροντα μας όταν ζούμε “με το Σταυρό στο χέρι”, όπως συνήθως λέγεται, αλλά ακόμα και η σαρκολατρία, η οποία καλπάζει τα τελευταία χρόνια, είναι τα εμπόδια που μας απομακρύνουν από την πίστη μας στο Θεό. Ας ανοίξουμε λοιπόν τους ψυχικούς οφθαλμούς κι ας διακρίνουμε το Φως από το σκότος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ομιλία Γερμανού [Β], Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εις την Δεκάτην Τετάρτην Κυριακήν κατά Λουκάν.

2.

Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά – Η θεραπεία του τυφλού τῆς Ιεριχούς

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ:  κς΄ ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. ε΄ 8-19) 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λκ. ιη΄ 35-43

 

  1. Μὴν κλείνεις τὸν δρόμο…

Κόσμος πολὺς ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο ποὺ ἤδη πλησίαζε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ. Καθὼς προχωροῦσε ὅλος αὐτὸς ὁ λαός, ἕνας τυφλὸς ζητιάνος, ποὺ καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἄκουσε τὸν θόρυβο, ρώτησε τί συμβαίνει καὶ ὅταν ἔμαθε ὅτι θὰ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Χριστός, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατά:

 

–Ἰη­σοῦ, ἔν­δο­ξε ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, σπλαχνίσου με, ἐλέησέ με!

Τότε αὐτοὶ ποὺ προπορεύονταν, «ἐπε­τί­­μων αὐτῷ ἵνα σιωπή­σῃ»· μὲ τόνο αὐστηρὸ τοῦ ἔλεγαν νὰ σωπάσει, διότι νόμιζαν ὅτι μὲ τὶς φωνές του θὰ ἐνοχλοῦνταν ὁ Κύριος.

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μάλιστα δὲν ἦταν ἐ­­­χθροὶ τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ ἀκόλουθοί Του, ἀπὸ λανθα­σμένη ἐκτίμηση τῶν πραγμάτων στέκονταν ­ἐμπόδιο στὸ νὰ γνωρίσει μιὰ ψυχὴ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ἄλλη παρόμοια περίπτωση οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ εἶχαν ἐμποδίσει αὐτοὺς ποὺ ἔφερναν τὰ παιδιὰ στὸ Χριστὸ γιὰ νὰ τὰ εὐλογήσει, ἐπειδὴ νόμιζαν ὅτι δὲν ἦταν σωστὸ νὰ ἀπα­σχο­λοῦν τὸν Κύριο μὲ μικρὰ παιδιά. Ὅμως ὁ Κύριος τοὺς ὑπέδειξε νὰ μὴν τὰ ἐμποδίσουν: «Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με» (Ματθ. ιθ΄ 14).

Ἂς εἴμαστε κι ἐμεῖς προσεκτικοί, διότι μερικὲς φορὲς κάποιοι ἄνθρωποι εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ προκατάληψη δὲν δίνουν σωστὲς συμβουλές. Λένε: «Τί κάνεις στὴν ἐκκλησία τόσην ὥρα; Καλόγερος θὰ γίνεις;… Πῶς θὰ προχωρήσεις στὴ ζωή; Μὲ τὸ σταυρὸ στὸ χέρι;… Κάνε καὶ μερικὲς ὑποχωρήσεις»… Ἀλίμονο ἂν στεκόμαστε ἐμπόδιο στοὺς ἀνθρώπους ποὺ θέλουν νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστό. Εἰδικότερα οἱ γονεῖς, οἱ ­δάσκαλοι κι οἱ παιδαγωγοὶ ἂς φροντίζουμε νὰ δι­ευκολύνουμε τὸν δρόμο τῶν νέων ἀν­θρώπων ποὺ ἀναζητοῦν στήριγμα καὶ ἐλπίδα κοντὰ στὸ Χριστό.

  1. Προσευχὴ μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ

Ὡστόσο ὁ φτωχὸς καὶ περιφρονη­μέ­νος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τυφλὸς δὲν ἀπογοητεύτηκε. Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ πλήθους ἐκεῖνος ἐπέμενε νὰ ζητᾶ βοήθεια ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ μάλιστα μὲ πολὺ μεγαλύτερη δύναμη: «Πολλῷ μᾶλ­­λον ἔκ­ρα­ζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με».

Προσευχόμαστε κι ἐμεῖς στὸν ­Κύριο καὶ παρακαλοῦμε νὰ μᾶς βοηθήσει στὶς διάφορες δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουμε. Ὅμως δὲν βλέπουμε πάν­τοτε ἄμεσο ἀποτέλεσμα. Ἴσως παρουσιάζονται ἐμπόδια ποὺ δὲν εἴχαμε ὑπολογίσει. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε. Ἡ προσευχὴ θέλει ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή. Ἐφόσον γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸ θέλημά Του, ἂς συνεχίσουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ θερμὴ καὶ ἀκατάβλητη πίστη. Μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι τὸ αἴτημά μας κάποτε θὰ ἐκπληρωθεῖ, ἔστω καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἐπιμονῆς στὴν προσευχὴ εἶναι αὐτὸ τῆς ἁγίας Μόνικας, ἡ ὁποία εἶχε πικραθεῖ πολὺ ἀπὸ τὸ παραστράτημα τοῦ υἱοῦ της Αὐγουστίνου. Ἐκεῖνος νέος στὴν ἡλικία εἶχε παρασυρθεῖ στὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ πιστὴ μητέρα πονοῦ­σε γιὰ τὸ τραγικό του ὀλίσθημα, ­ἀλ­­λὰ δὲν ἔ­­­παψε νὰ ἐλπίζει. Δεκαεπτὰ ὁ­­­­­λό­κληρα χρόνια ἔκανε προσευχὴ μὲ πίστη καὶ ἁγία ἐπιμονὴ καὶ τελικὰ τὸ θαῦ­μα ἔγινε. Ὁ ἐπαναστάτης νέος μετανό­ησε εἰλικρινά, βαπτίστηκε χριστιανός, ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελικὰ ἀναδείχθηκε ἅγιος, ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος ἐπίσκοπος Ἰππῶνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ γίνεται μὲ ἀνυποχώρητη ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή.

  1. Ἡ πίστη ποὺ σώζει

Καὶ ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἀνταμείφθηκε γιὰ τὴν ἐπιμονή του. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς διέκοψε τὴν πορεία Του, εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά Του καὶ τὸν θεράπευσε λέγοντας: ­«Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ἀπόκτησε τὸ φῶς σου! Ἡ πίστη ποὺ ἔχεις ὅτι εἶμαι ὁ ἀπόγονος τοῦ Δαβὶδ καὶ ὅτι ἔχω τὴ δύναμη νὰ σοῦ δώσω τὴν ὑγεία τῶν ματιῶν σου, σὲ ἔσωσε ἀπὸ τὴν ἀθεράπευτη τύφλωσή σου.

«Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε!». Τέτοια θερ­­­μὴ καὶ ζωντανὴ πίστη ­ἔχουμε κι ­ἐ­­­μεῖς ἀνάγκη νὰ ­ἀποκτήσουμε. Πίστη στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς ­Μεσσία καὶ Λυ­­τρωτή. Πίστη ποὺ ­χαρακτηρίζεται ἀ­­­πὸ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη στὴν παντο­­­­δυ­ναμία τοῦ Θεοῦ. Πίστη ἡ ὁ­­ποία δὲν εἶναι θεωρητική, ἀλλὰ δοκιμάζεται πά­­­­­νω στὰ πράγματα, καὶ μάλιστα μὲ σκλη­ρὲς δοκιμασίες καὶ τεράστια ­ἐμπόδια ποὺ ὀρθώνονται μπροστά μας. Ἂν θεμελιώσουμε τὴ ζωή μας στὴ ­θερμή, ζωντανὴ καὶ ἔμπρακτη πίστη, τότε πρα­­­­γματικὰ μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴ σωτηρία μας σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».

 

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

3.

0ἱ Τυφλοί τῆς Ἱεριχοῦς

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης

Ματθ. 20,29-34. Μάρκ. 10,46-52. Λουκ. 18,35-43.

Ὑπὸ τῶν Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου καὶ Μάρκου ἡ θεραπεία τίθεται κατὰ τὴν ἔξοδον τοῦ Κυρίου ἐκ τῆς Ἱεριχοῦς. Καὶ ὁ μὲν Ματθαῖος ἀναφέρει δύο τυφλούς, ὁ δὲ Μᾶρκος ἕνα, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Βαρτίμαιος. Κατὰ τὸν Λουκᾶν ὅμως ἡ θεραπεία τίθεται κατὰ τὴν εἴσοδον τοῦ Κυρίου εἰς τὴν Ἱεριχὼ καὶ ὁ θεραπευθεὶς ἦτο εἷς.

Πρὸς λύσιν τῶν διαφορῶν τούτων λέγομεν τὸ ἑξῆς : Οἱ θεραπευθέντες τυφλοὶ ἦσαν δύο. Ἐξ αὐτῶν ὁ εἷς ἐθεραπεύθη κατὰ τὴν εἴσοδον τοῦ Κυρίου εἰς τὴν Ἱεριχῶ, ὅπως ἀναφέρει ὁ Λουκᾶς, ὁ δὲ δεύτερος κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς Ἱεριχοῦς, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μᾶρκος. Ὁ δὲ Ματθαῖος συντέμνων τὴν διήγησιν ἑνώνει καὶ τὰς δύο θεραπείας εἰς μίαν. Ἂς ἴδωμεν τὴν πρώτην θεραπείαν. Αὕτη ἔχει κατὰ τὸν Λουκᾶν ὡς ἑξῆς :

«Ἐν τῷ ἐγγίζειν Αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ ἰδοὺ τυφλὸς τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν ἐπαιτῶν». Κατὰ τὴν εἴσοδον δηλαδὴ εἰς τὴν πόλιν Ἱεριχὼ ἐκάθητο ἐπαίτης τυφλός. Οὗτος «ἀκούσας ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο, τί εἴη τοῦτο». Ἀκούσας θόρυβον ὄχλου διερχομένου ἐζήτει νὰ μάθῃ τί συμβαίνει. «Ἀπήντησαν αὐτῷ, ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται». Οἱ παρευρισκόμενοι εἶπον εἰς αὐτόν, ὅτι περνᾷ ὁ ἐκ Ναζαρὲτ Ἰησοῦς. Ὁ τυφλὸς «ἐβόησε λέγων˙ Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Ὁ ἐκ Ναζαρὲτ Ἰησοῦς εἰς τὴν πίστιν τοῦ τυφλοῦ γίνεται ὁ υἱὸς Δαυΐδ, ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός. «Πολλοὶ οἱ προάγοντες» οἱ προπορευόμενοι «ἐπετίμων αὐτῷ» ἐπέπληττον αὐτὸν «ἵνα σιωπήσῃ». Οὗτοι ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι, διότι δὲν ἐπίστευον εἰς τὸν Χριστὸν ἤ ἄλλοι τινές, διότι δὲν ἤθελον νὰ θορυβῆται ὁ Χριστὸς ἕνα τόσον ὑψηλὸν πρόσωπον. Ἴσως δὲ καὶ νὰ ἐδίδασκε τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ Κύριος. «Ὁ δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζε υἱὲ Δαυΐδ ἐλέησόν μέ». Ὁ τυφλὸς ὅμως περισσότερον ἐκραύγαζεν ὀνομάζων τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυΐδ. Ὁ παρατατικὸς «ἔκραζε» δηλοῖ τὸ συνεχῶς, τὸ δὲ ρῆμα «κράζω» φανερώνει τὴν κραυγὴν τοῦ τυφλοῦ. Μὲ ἰσχυρὰν δηλαδὴ καὶ ὀξεῖαν φωνήν, ἡ ὁποία προήρχετο ἀπὸ βαθεῖαν συγκίνησιν, ἐζήτει νὰ τὸν εὐσπλαγχνισθῇ ὁ Χριστός.

«Σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς» διακόψας δηλαδὴ ὁ Κύριος τὴν πορείαν Του «ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτὸν» διέταξε νὰ φέρουν αὐτὸν πλησίον Του. «Ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ» ὅταν ἐπλησίασεν ὁ τυφλὸς «ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων» ὁ Κύριος τὸν ἠρώτησε˙ «τί σοι θέλεις ποιήσω ; » τί θέλεις νὰ σοῦ κάμω ; «Ὁ δὲ εἶπε ἵνα ἀναβλέψω». Ὁ τυφλὸς θέλει νὰ ἀποκτήσῃ πάλιν τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του. Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ τὸν τυφλόν, ὄχι διότι δὲν ἐγνώριζε τί ἤθελε, ἀλλὰ ἵνα ἴδῃ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ὠνόμαζε τὸν Ἰησοῦν Ναζωραῖον, ὅτι ὁ ἐπαίτης οὗτος ὄχι μόνον ὀνομάζει τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυΐδ, Μεσσίαν δηλαδή, ἀλλὰ ἔχει καὶ μεγάλην πίστιν εἰς Αὐτόν. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς θέλει νὰ ἀκούῃ καὶ ἀπὸ τὸ στόμα μας τὰς ἀνάγκας μας.

Ὁ Χριστὸς ἀμείβων τὴν πίστιν τοῦ τυφλοῦ εἶπεν εἰς αὐτόν : «Ἀνάβλεψον ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» ἡ πίστις σου εἰς Ἐμέ, ὅτι εἶμαι υἱὸς Δαυΐδ, ἀπόγονος δηλαδὴ τοῦ Δαυΐδ, ὁ Μεσσίας καὶ δύναμαι νὰ σὲ θεραπεύσω, σοῦ δίδει πάλιν τὸ φῶς σου. «Παραχρῆμα ἀνέβλεψεν» ἀμέσως ἐθεραπεύθη καὶ εὑρῆκε τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του. Ὁ τυφλὸς εὐγνωμονῶν «ἠκολούθει Αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεὸν καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκε αἶνον τῷ Θεῷ». Τὸ πάθος πλησιάζει καὶ ὁ καιρὸς τῶν ἐπιφυλάξεων παρῆλθε.

Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος ἐπιτρέπει τὴν δημοσίαν εὐγνωμοσύνην ταύτην τοῦ τυφλοῦ.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἱεριχώ, ὅπου γίνεται, ὡς θὰ ἴδωμεν, ἡ κλῆσις τοῦ Ζακχαίου καὶ ἡ φιλοξενία τοῦ Χριστοῦ ὑπ’ αὐτοῦ.

Μετὰ ταῦτα ὁ Κύριος ἀναχωρεῖ ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ Ζακχαίου καὶ φθάνει εἰς τὴν ἔξοδον τῆς κωμοπόλεως. Ἐκεῖ εὑρίσκεται ἄλλος τυφλὸς ἐπαίτης, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Βαρτίμαιος. Ἡ θεραπεία τούτου κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Μᾶρκον ἐγένετο ὡς ἑξῆς: « Ἐκπορευομένου Αὐτοῦ ἀπὸ Ἱεριχὼ καὶ τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ» ἐνῷ ἐξήρχετο ὁ Κύριος ἐκ τῆς Ἱεριχοῦς μετὰ τῶν μαθητῶν Του «καὶ ὄχλου ἱκανοῦ» καὶ ἀρκετοῦ κόσμου «υἱὸς τις Τιμαίου» τινὸς ὀνομαζόμενος «Βαρτίμαιος» ὁποῖος ἦτο «τυφλὸς προσαίτης» ἐπαίτης «ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδόν». Οὗτος «ἀκούσας, ὅτι Ἰησοῦς Ναζαρηνὸς ἐστιν ἤρξατο κράζειν καὶ λέγειν» ἐρωτήσας καὶ πληροφορηθείς, ὅτι εἶναι ὁ ἐκ Ναζαρὲτ Ἰησοῦς ἔκραζε «υἱὲ Δαυΐδ ἐλέησόν με». Πιστεύει καὶ οὗτος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Δαυΐδ, ὁ Μεσσίας. Οἱ παρευρισκόμενοι «ἐπετίμων αὐτῷ πολλοί, ἵνα σιωπήσῃ» ἐπέπληττον αὐτὸν πολλοί, ἵνα παύσῃ, διότι κατὰ τὴν γνώμην των ἐζήτει χρηματικὴν τινα βοήθειαν καὶ ἠνόχλει τὸν Διδάσκαλον. «Ὁ δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν υἱὲ Δαυΐδ ἐλέησόν με». Ὁ τυφλὸς ὅμως φωνάζει περισσότερον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς «στὰς» διακόψας τὴν πορείαν Του εἶπε : «φωνήσατε αὐτόν». Διατάσσει νὰ τὸν φωνάξωσι νὰ ἔλθῃ πλησίον Του.

Οἱ ἄνθρωποι «φωνοῦσιν τὸν τυφλὸν λέγοντες αὐτῷ» καλοῦσι τὸν τυφλὸν λέγοντες «θάρσει» ἔχε θάρρος «ἔγειραι» σήκω ἐπάνω «φωνεῖ σε» ὁ Χριστὸς σὲ φωνάζει.Ὁ τυφλὸς γεμίζει ἀπὸ χαρὰν «ἀποβαλὼν τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ» ἀφοῦ ἐπέταξε τὸ ἱμάτιόν του καὶ ἀπὸ μεγάλην του χαρὰν «ἀναπηδήσας ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Ὁ Κύριος «ἀποκριθεὶς αὐτῷ» ἐρωτήσας αὐτὸν εἶπε : «τί σοι θέλεις, ἵνα ποιήσω ; » τί θέλεις νὰ σοῦ κάμω ; Ὁ τυφλὸς ἀπήντησε. «Ραββουνεὶ ἵνα ἀναβλέψω» Διδάσκαλε, θέλω νὰ ἀποκτήσω καὶ πάλιν τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου. «Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ˙ ὕπαγε, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε καὶ εὐθὺς ἀνέβλεψε καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ἐν τῇ ὁδῷ». Πήγαινε ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε. Ὁ δὲ τυφλὸς ἐξ «εὐγνωμοσύνης ἀκολουθεῖ τὸν Χριστὸν μέχρις ὡρισμένου μέρους.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος συμπληρῶν τὰς δύο διηγήσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν Μάρκου καὶ Λουκᾶ προσθέτει τὰ ἑξῆς : «Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ὀμμάτων αὐτῶν καὶ εὐθέως ἀνέβλεψαν καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ὁ Κύριος θεραπεύει τοὺς δύο τυφλοὺς διὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν Του συμπονέσας τὴν δυστυχίαν των.

Θέμα : Ἡ ἀγαθὴ διάθεσις

Ἐδῶ ἔχομεν τοὺς τυφλούς, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὸν Χριστόν. Ἔχομεν τοὺς ἀνοιχτομάτες Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔβλεπον τὸν Χριστόν. Ποία ἡ αἰτία τῆς διαφορᾶς ταύτης ; Ἡ καλὴ διάθεσις τῶν τυφλῶν, ἡ κακὴ διάθεσις τῶν Φαρισαίων. Ἵνα ὅμως ἴδωμεν τὴν καλὴν τῶν τυφλῶν διάθεσιν καὶ τὴν κακὴν τῶν Φαρισαίων, ὥστε νὰ εὕρωμεν φῶς καὶ ἀπὸ τὰς δύο αὐτάς τάξεις, θὰ περιγράψωμεν τὴν σωματικήν, πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν κατάστασιν καὶ τῶν δύο, ἔπειτα θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας.

Α΄. Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς: 1) Ἡ κατάστασις τῶν τυφλῶν. Ὅπως κάθε τυφλὸς ἔτσι καὶ οἱ τῆς περικοπῆς ταύτης τοῦ Εὐαγγελίου εὑρίσκοντο εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν. Δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει ἡμέρα καὶ νύχτα, ἀλλὰ πάντοτε νύχτα καὶ οὐδέποτε ἡμέρα. Ἀπὸ τὸν λαμπρότατον ἥλιον δὲν γνωρίζουσι τὸ φῶς, παρὰ μόνον τὴν θερμότητά του καὶ τὸ κάψιμό του. Δὲν χαίρονται τὰ χρώματα, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ὁ ἥλιος καὶ εὐφραίνονται αἱ ψυχαί μας. Ἂν καὶ εὑρίσκωνται μέσα εἰς ἄλλους ἀνθρώπους, τὸ σκοτάδι τῶν ὀφθαλμῶν των τοὺς κάμνει νὰ εἶναι μόνοι καὶ ἔρημοι. Τὸ βάδισμά των εἶναι πιασμένον, τὸ πάτημά των ἀμφὶβολον, ἡ ζωὴ των εἶναι ψηλαφητή, γεμάτη ἀπὸ σκοντάμματα. Ἰδοὺ ἡ σωματικὴ κατάστασις τῶν τυφλῶν !

Οἱ τυφλοὶ δὲν ἐγνώριζον γράμματα, διὰ νὰ εὕρωσι τὸν Χριστὸν εἰς τὰ Ἅγια Βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, διότι δὲν εἶχον σπουδάσει εἰς τὴν σχολὴν τῶν τυφλῶν, ὅπως εἶναι σήμερα, ὥστε νὰ δύνανται μέσα εἰς τὰ ἄλλα ψηλαφήματα τῶν χειρῶν νὰ ψηλαφήσωσι τὰ ἀνάγλυφα στοιχεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως κάμνουν οἱ τυφλοὶ σήμερα διὰ νὰ εὕρωσι τὸ φῶς τῆς ψυχῆς των. Οὐδένα συνήγορον ἔχουν πρὸς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ πολλούς τοὺς ἐμποδίζοντας. Ἰδοὺ ἡ πνευματικὴ των κατάστασις.

Ἕνα μόνον παρήγορον ἐξωτερικὸν σημεῖον ὑπάρχει, ἔκφρασις τῆς ἐσωτερικῆς των βουλιμίας πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἡ κεφαλὴ των ἐστραμμένη πρὸς τὰ ἄνω ὡς ἂν ἠδιαφόρουν πρὸς ὅλας τὰς ἄλλας ἐλλείψεις των, τύφλωσιν καὶ ἀγραμματωσύνην, ζητοῦν μὲ ἀγαθὴν καρδίαν τὸ φῶς τῆς ψυχῆς των ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ. Ἰδοὺ ἡ διάθεσὶς των. Καὶ δὲν ἠπατήθησαν. Τὸ φῶς λαβὸν αἷμα καὶ σάρκα, βαδίζει ἐνώπιὸν των. Εἶναι ὁ Χριστός. Τὸ βλέπουν ἂν καὶ τυφλοί, τὸ ἀναγνωρίζουσι ἂν καὶ ἀγράμματοι. Ἀποτέλεσμα τοῦ ψυχικοῦ φωτὸς εἶναι τὸ σωματικὸν των φῶς, πιστεύουν καὶ θεραπεύονται. Οὗτοι βλέπουσι τώρα καθαρά, βαδίζουσι σταθερά, ἡ ζωὴ των ἀπηλλάγη τῶν ἐμποδίων. Ἰδοὺ οἱ ψυχικῶς φωτισμένοι καὶ πρὸς καιρὸν σωματικῶς τυφλοί, εἶναι πλήρεις φωτός.

2) Οἱ Φ α ρ ι σ α ῖ ο ι . Εἰς τὴν κοινωνίαν ὅπου ἔζων οἱ τυφλοί, ὑπῆρχον πολλοὶ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε τυφλοὶ ἦσαν οὔτε ἀγράμματοι. Αὐτοὶ καὶ γράμματα ἐγνώριζον, τὸν Νόμον εἶχον εἰς τὰ χέρια τους, τὸ φῶς τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν εἶχον, ὥστε ἠδύναντο νὰ εὕρουν ἐντὸς τῶν ἱερῶν βιβλίων καὶ προφητειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀνέμενον. Ἀλλὰ τί λέγω; Ὁ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ μὲ διάφορα σύμβολα καὶ τύπους εἰκονιζόμενος καὶ εἰς τὴν ὁμίχλην τῶν συμβόλων τούτων προτυπούμενος Χριστός, εὑρίσκετο ἐνώπιὸν των ὁλόκληρος, αἰσθητότατος, τὸ σῶμα τὸ ἴδιο καὶ ὄχι ἡ σκιὰ Του. Ὁ βίος Του ὁ Ἅγιος, τὰ λόγια Του τὰ ἀτράνταχτα καὶ τὰ συνεχῆ μεγάλα καὶ μικρὰ θαύματὰ Του ἦσαν τόσα, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτούς, προικισμένους μὲ τόσα φῶτα, φῶτα σωματικῶν ὀφθαλμῶν διανοίας καὶ μαθήσεως, φῶτα τοῦ θείου παραδείγματος καὶ διδασκαλίας καὶ θαυμάτων τοῦ Ἰησοῦ νὰ ἀγνοοῦν Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον εἶδον οἱ τυφλοί, ἐγνώρισαν οἱ ἀγράμματοι, Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει τὴν προσδοκίαν ὅλων τῶν Ἐθνῶν καὶ τὴν κατ’ ἐξοχὴν νοσταλγίαν τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἰησοῦν. Τὸν ἀγνοοῦν μέχρι σημείου νὰ τὸν ὀνομάσουν Σατανᾶν καὶ νὰ Τὸν σταυρώσουν. Καὶ ὅμως αὐτὸ ἔγινε ! Οἱ Φαρισαῖοι ἠγνόησαν Ἐκεῖνον, ἂν καὶ ἦσαν τόσον φωτισμένοι, οἱ δὲ τυφλοὶ ἐγνώρισαν Αὐτόν, ἂν καὶ ἐστεροῦντο τῶν πλεονεκτημάτων τῶν Φαρισαίων. Διατὶ ; Ἦτο εὐθεῖα ἡ καρδία τῶν τυφλῶν, δολία, μοχθηρὰ ἡ καρδία τῶν Φαρισαίων. Ἂς μελετήσωμεν ταῦτα καλλίτερον καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν μας.

Β.΄ Ἐ κ τῆς ζωῆς. Μεγάλο φῶς ἀναβλύζει καὶ ἀπὸ τὰς δύο ὁμάδας τῶν τυφλῶν, ἀπὸ τοὺς ἐπαίτας καὶ Φαρισαίους. Οἱ μὲν πρῶτοι, οἱ τυφλοὶ ἐπαῖται, δεικνύουσι τὸ φῶς καθαρόν, οἱ δὲ δεύτεροι, οἱ Φαρισαῖοι, τὸ σκοτάδι τὸ ὁποῖον εἰς ἡμᾶς γίνεται φῶς.

Φῶς ἐκ τοῦ φωτὸς τῶν τυφλῶν. Ἀπελπίζεσαι, διότι δὲν ἔχεις κοινωνικὴν θέσιν καὶ ὁ Θεὸς δὲν σὲ ἀκούει ; Ἰδὲ τοὺς πτωχοὺς ἐπαίτας τοῦ Εὐαγγελίου. Τί εὐτελέστερόν τῆς κοινωνικῆς θέσεὼς των ; Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἤκουσεν αὐτῶν. Ἔρχονται μερικὰ ἐμπόδια,εἰς τὸν δρόμον σου καὶ ἀμέσως ἀποκάμνεις. Αὐτὰ πρέπει νὰ σοῦ ἀνάψουν περισσότερον τὸν ζῆλον. Ἰδὲ τοὺς τυφλούς, οἱ ὁποῖοι ὅσον ἠμπόδιζον οἱ ἄλλοι, ἐκεῖνοι περισσότερον ἔκραζον εἰς τὸν Χριστόν. Εἶσαι πτωχὸς καὶ δὲν ἔχεις νὰ κάμνῃς μνημόσυνον. Μὴ ἀπελπίζεσαι. Παρακάλεσε τὸν Θεὸν εἰς τὴν προσευχήν σου μόνη σου. Ἰδοὺ καὶ οἱ τυφλοί. Οὐδένα τῶν Ἀποστόλων εἶχον συνήγορον καὶ ὅμως μετέβησαν μόνοι των εἰς τὸν Χριστόν.

Ἡ προσευχή σου εἶναι χλιαρά, πρὶν λάβῃς ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον παρεκάλεις. Εὔκολα λησμονεῖς τὴν δωρεάν, ὅταν τὴν λάβῃς. Ὄχι. Ἀλλὰ καρτερικός, ὑπομονητικὸς πρέπει νὰ εἶσαι εἰς τὴν αἴτησιν, πρὶν λάβῃς δωρεὰν τινα, εὐγνώμων δὲ μετὰ τὴν δωρεάν, ὅπως ἔκαμον οἱ τυφλοί. Οἱ τυφλοὶ δὲν παρακαλοῦσιν εἰς τὴν προσευχὴν των γενικῶς μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς. Εἰδικεύσου λοιπὸν καὶ σὺ εἰς τὴν προσευχήν σου. Ζήτησε νὰ σοῦ θεραπεύσῃ ὡρισμένους πόθους, πόνους σου ὁ Θεός, ἰδικούς σου καὶ ξένους, διότι δι’ αὐτοὺς κυρίως ἦλθεν ἐπὶ τῆς γῆς. Τὰ θαύματα εἶχον δευτερεύουσαν σημασίαν. Ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος ἐπέταξε τὸ φόρεμὰ του, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει καὶ σὺ κἄτι νὰ πετάξῃς ἀπὸ ἐπάνω σου διὰ νὰ μπόρεσῃς νὰ πλησίασῃς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γυμνός. Ὅταν ὁ Βαρτίμαιος ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ, ἀνεπήδησεν ἀπὸ τὴν χαράν του. Πήδα καὶ σὺ ἀπὸ τὴν χαράν σου, διότι σὲ καλεῖ καὶ σὲ ὁ Χριστός. Μάτια δὲν εἶχον οἱ τυφλοὶ καὶ ὅμως φῶς εἶχον, διότι εἶχον χριστιανικὴν διάθεσιν. Ἰδοὺ τὸ φῶς ἐκ τῶν τυφλῶν ἐπαιτῶν.

Φῶς ἐκ τοῦ σκότους τῶν Φαρισαίων. Τὸ σκότος τοῦτο ἀπὸ τὰ πάθη τῶν Φαρισαίων τὸ εἴδομεν ἀνωτέρω. Τὸ αὐτὸ σκοτάδι ὑπάρχει καὶ σήμερον εἴς τινας ἐξ ἡμῶν. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πολυδιαβασμένοι, σοφοί, ἔξυπνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τὸν Χριστόν. Αἴτιον τούτων εἶναι ἡ μὴ καλὴ διάθεσις των ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν πόσον κακὴ εἶναι ἡ κακὴ διάθεσις, σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Λάβετε δύο ἀνθρώτους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας εἶναι ἔξυπνος, ὄμορφος, πλούσιος, νέος, ἀλλὰ πλήρης κακῶν διαθέσεων, ὁ δὲ ἄλλος εἶναι ἄσχημος, πτωχός, γέρων, ὄχι ἔξυπνος, ἀλλὰ καλῶν διαθέσεων. Ποία ἡ στάσις μας ἔναντι καὶ τῶν δύο ; Ἀπέναντι τοῦ πρώτου θὰ αἰσθανθῶμεν ἀποστροφήν, ἂν ὄχι μῖσος. Εἰς τὸν δεύτερον θὰ αἰσθανθῶμεν, ἂν ὄχι ἀγάπην καὶ σεβασμόν, τουλάχιστον οἶκτον. Ποῖον εἶναι καλλίτερον, τὸ μίσος ἤ ὁ οἶκτος ; Ἀσφαλῶς ὁ οἶκτος. Λάβετε καὶ τρίτον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔξυπνος, ὡραῖος, ὑγιής, νέος, ἀλλὰ καλῶν διαθέσεων. Ποίαν στάσιν θὰ ἔχετε ἀπέναντί του; Μεγάλην ἐκτίμησιν. Ἑπομένως ἡ καλὴ διάθεσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μεγαλώνει τὰς σωματικὰς καὶ πνευματικὰς δωρεὰς καὶ μικραίνει τὰς σωματικὰς καὶ πνευματικὰς ἐλλείψεις. Ἡ καλὴ διάθεσις ὁμοιάζει μὲ ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα. Ὁσονδήποτε ὡραῖον καλῴδιον, λαμπτῆρας ἠλεκτρικοὺς καὶ ἂν ἔχῃς, ἂν λείπῃ τὸ ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα, δὲν ἔχεις φῶς, ἀλλὰ σκοτάδι. Ὁσονδήποτε λοιπὸν πρόσωπον λάμπον ὡς ἠλεκτρικὸς λαμπτὴρ ἂν ἔχῃς, ὁσηνδήποτε ὑγιεινὴν κατάστασιν καὶ ἂν ἔχῃς στερεάν, ὡς τὴν στερεωτέραν ἠλεκτρικὴν ἐγκατάστασιν, ὁσαδήποτε γερὰ καλῴδια—νεῦρα ἔχῃς, ἂν δὲν ἔχῃς ἀγαθὴν διάθεσιν, θὰ ἔχῃς σκοτάδι.

Οἱ ἄνθρωποι συνήθως διαιροῦνται εἰς πλουσίους καὶ πτωχοὺς μεγάλους καὶ μικρούς, νέους καὶ γέρους, ἀγράμματους καὶ γραμματισμένους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Ὄχι! Οἱ ἄνθρωποι εἰς δύο μεγάλας τάξεις διαιροῦνται. Εἶναι ἄνθρωποι καὶ παληάνθρωποι. Ἄνθρωποι εἶναι ὅσοι ἔχουν καλὴν διάθεσιν, παληάνθρωποι ὅσοι ἔχουν κακὴν διάθεσιν. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ καλὴ ψυχικὴ διάθεσις σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴν ζωήν.

Εἰς κἄποιαν παραλίαν ἠσκήτευε κάποιος ἀγράμματος ἀσκητής. Τοῦτον ἐπεσκέφθη ἀποβιβασθεὶς ἔκ τινος πλοίου ἄλλος ἀσκητής. Τὸ ἑσπέρας, ἀφοῦ συνέφαγον, μετέβησαν εἰς τὴν προσευχήν. Ὁ ἀγράμματος ἀσκητὴς ἦτο τόσον ἀγράμματος, ὥστε ἀντὶ νὰ λέγῃ «Κύριε ἐλέησον» ἔλεγε «Κύριε μὴ μ’ ἐλεῇς». Ὁ ἐπισκέπτης ἀσκητής, διώρθωσε αὐτὸν εἰπὼν νὰ λέγῃ «Κύριε ἐλέησόν με». Τὴν ἑπομένην ἀναχωρεῖ διὰ πλοίου ὁ ἐπισκέπτης ἀσκητής. Ὁ ἀγράμματος ἀσκητὴς λησμονεῖ πῶς νὰ προσεύχεται καὶ μεταβαίνει νὰ συμβουλευθῇ τὸν ἄλλον ἀσκητήν. Ἀλλὰ ἐκεῖνος εἶχεν εἰσέλθει εἰς τὸ πλοῖον καὶ εἶχε ἀπομακρυνθῇ. Ὁ εὐσεβὴς ἀσκητὴς «ῥίπτει τὸ ἀσκητικόν του ἐπανωφόριον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀντὶ κώπης χρησιμοποιῶν τὸ ραβδὶ του φθάνει εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἐρωτᾷ τὸν συνάδελφόν του πῶς εἶπε νὰ προσεύχεται. Ὁ ἄλλος ἀσκητὴς ἰδὼν τὴν διάθεσιν τοῦ ἀσκητοῦ τούτου καὶ τὸ θαῦμα ἀπαντᾷ: «πήγαινε καὶ προσεύχου ὅπως θέλεις». Πόσον διδακτικὸν εἶναι τοῦτο δι’ ἡμᾶς ! Ἡ ἀγαθὴ διάθεσις θαυματουργεῖ.
4.

 Ἡ προσευχὴ τοῦ Βαρτίμαιου

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Ἡ περίπτωση τοῦ Βαρτίμαιου, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο ( 10,46), μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε κάπως ἱκανοποιητικὰ μερικὰ θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν προσευχή.

«Καὶ ἔρχονται στὴν Ἱεριχώ. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, Αὐτὸς καὶ οἱ μαθητές του καὶ λαὸς πολύς, καθόταν κοντὰ στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος, ὁ γιὸς τοῦ Τίμαιου. Καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ἦταν ἐκεῖ, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατὰ καὶ νὰ λέει: Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Καὶ τὸν ἀπόπαιρναν μερικοὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Αὐτὸς ὅμως φώναζε ὅλο καὶ περισσότερο: υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Τότε σταμάτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Πῆγαν λοιπὸν καὶ εἶπαν στὸν τυφλό. Κουράγιο, σήκω νὰ πᾶς, σὲ φωνάζει. Κι αὐτός, ἀφοῦ πέταξε τὸ ἐξωτερικό του ροῦχο, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει στὸ τρέξιμο, σηκώθηκε καὶ ἦρθε κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε: Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω; Καὶ ὁ τυφλός τοῦ ἀπάντησε: Δάσκαλε, θέλω νὰ ξαναβρῶ τὸ φῶς μου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: Πήγαινε, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Καὶ ἀμέσως ξαναβρῆκε τὸ φῶς του καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία Του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν πρέπει, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται νὰ ἦταν νέος. Στεκόταν ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ, ζώντας ἀπὸ τὴν εὔσπλαχνη ἢ τὴν ἀδιάφορη βοήθεια τῶν περαστικῶν. Πιθανὸν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του νὰ εἶχε δοκιμάσει ὅλα τὰ γνωστὰ φάρμακα καὶ ὅλες τὶς θεραπευτικὲς μεθόδους. Θὰ τὸν εἶχαν ἀσφαλῶς πάει, ὅταν ἦταν μικρός, στὸ Ναό, θὰ εἶχαν προσευχηθεῖ καὶ θὰ εἶχαν προσφέρει θυσίες γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ὑγεία του. Εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὅλους ἐκείνους πού, εἴτε γιατί εἶχαν κάποιο χάρισμα, εἴτε γιατί εἶχαν εἰδικὲς γνώσεις, μποροῦσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Εἶχε ἀσφαλῶς πολὺ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ βρεῖ τὸ φῶς του καὶ τελικὰ εἶχε ἐντελῶς ἀπογοητευτεῖ. Εἶχε δοκιμάσει ὅλα ὅσα μποροῦσε νὰ βάλει τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ παρόλα αὐτὰ ἦταν ἀκόμα τυφλός.

Πιθανὸν εἶχε ἀκόμα ἀκούσει ὅτι τοὺς τελευταίους μῆνες εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ Γαλιλαία ἕνας νέος κήρυκας, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὸ λαό, ἦταν εὔσπλαχνος, καὶ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ποὺ μποροῦσε νὰ θεραπεύει καὶ νὰ κάνει θαύματα. Ὁ Βαρτίμαιος πιθανὸν νὰ εἶχε πολλὲς φορὲς σκεφθεῖ ὅτι ἂν μποροῦσε θὰ πήγαινε νὰ τὸν συναντήσει. Ὁ Χριστὸς ὅμως πήγαινε ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλο καὶ ὑπῆρχε πολὺ μικρὴ πιθανότητα ἕνας τυφλὸς ἄνθρωπος νὰ τὸν ἀπαντήσει. Ἔτσι, μ’ αὐτὴ τὴ σπίθα τῆς ἐλπίδας, ποὺ ἔκανε τὴν ἀπελπισία ἀκόμα πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ ἔντονη, καθόταν κοντὰ στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ.

Μία μέρα ἕνα πλῆθος πέρασε δίπλα του, ἕνα πλῆθος μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ συνηθισμένο, ἕνα θορυβῶδες ἀνατολίτικο μπουλούκι. Ὁ τυφλὸς τὸ ἄκουσε καὶ ρώτησε ποιὸς ἦταν. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἄρχισε νὰ φωνάζει. Κάθε σπίθα ἐλπίδας, ποὺ εἶχε στὴν ψυχή του, ἔγινε ξαφνικὰ φωτιά, μία πυρκαϊὰ ἐλπίδας. Ὁ Ἰησοῦς τὸν Ὁποῖον δὲν μπόρεσε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ συναντήσει, πέρναγε τώρα ἀπὸ κοντά του. Ἦταν δίπλα του καὶ κάθε βῆμα τὸν ἔφερνε ὅλο καὶ κοντύτερα. Μετὰ ὅμως κάθε βῆμα θὰ τὸν πήγαινε ἀπελπιστικὰ ὅλο καὶ πιὸ μακριά.

Ἄρχισε τότε νὰ φωνάζει : «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦταν ἡ πιὸ τέλεια ὁμολογία πίστεως. Ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἀπόγονό τοῦ Δαυίδ, τὸ Μεσσία. Δὲν μποροῦσε τότε νὰ τὸν ἀποκαλέσει Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ δὲν τὸ ἤξεραν ἀκόμα οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές του. Στὸ πρόσωπό Του ἀναγνώρισε τὸ «ἀναμενόμενο».

Τότε συνέβη κάτι ποὺ πολὺ συνηθίζεται καὶ στὴ δική μας τὴ ζωή. Μερικοὶ τριγύρω του τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Μήπως δὲν συμβαίνει πολὺ συχνὰ αὐτὸ καὶ σέ μᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἀναζήτηση καὶ ἀγώνα πολλῶν ἐτῶν ἀρχίζουμε ἀπροσδόκητα νὰ φωνάζουμε στὸ Θεό; Πόσες φωνὲς τότε δὲν προσπαθοῦν νὰ κατασιγάσουν τὴν προσευχὴ μας! Φωνὲς ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές. Ἀξίζει, λένε, νὰ προσεύχεσαι; Τόσα χρόνια ἀγωνιζόσουν κι ὁ Θεὸς δὲν νοιάστηκε γιὰ σένα. Τώρα θὰ νοιαστεῖ; Τί νόημα ἔχει ἡ προσευχὴ; Ξαναγύρισε στὴν ἀπελπισία σου, εἶσαι τυφλὸς καὶ τυφλὸς γιὰ πάντα.

Ὅσο ὅμως μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀντίσταση τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ βοήθεια εἶναι πολὺ κοντά. Ὁ διάβολος ποτὲ ἄλλοτε δὲν μᾶς ἐπιτίθεται τόσο βίαια ὅσο ὅταν βρισκόμαστε ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα καὶ ἔχουμε ἀκόμα δυνατότητα σωτηρίας, τὴν ὁποία ὅμως τελικὰ χάνουμε, γιατί τὴν τελευταία στιγμὴ ὑποχωροῦμε. Ὑποχώρησε, λέει ὁ διάβολος, βιάσου, προσπάθησες πάρα πολύ, βγῆκες ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς σου. Τελείωσε ἀμέσως, μὴν καθυστερεῖς, δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξεις περισσότερο. Καὶ τότε αὐτοκτονοῦμε σωματικά, ἠθικά, πνευματικά. Ἐγκαταλείπουμε τὴν ἀγώνα καὶ ἀγκαλιάζουμε τὸ θάνατο, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἡ βοήθεια βρίσκεται δίπλα μας καὶ μποροῦμε νὰ σωθοῦμε.

Δὲν πρέπει νὰ δίνουμε σημασία σ’ αὐτὲς τὶς φωνές. Ὅσο δυνατότερα ἠχοῦν τόσο πιὸ γερὰ πρέπει νὰ δενόμαστε μὲ τὸ σκοπό μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ κραυγάσουμε τόσο, ὅσο χρειάζεται. Νὰ φωνάξουμε τόσο δυνατά, ὅσο ὁ Βαρτίμαιος. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πέρναγε δίπλα του. Ἡ τελευταία του ἐλπίδα βρισκόταν σιμά του, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν περιτριγύριζαν ἦταν ἀπέναντί του ἀδιάφοροι ἢ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν νὰ σιωπήσει. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψη του δὲν εἶχαν θέση. Ἐκεῖνοι ποὺ περιτριγύριζαν τὸ Χριστὸ – καὶ ποὺ τὸν χρειάζονταν πολὺ λιγότερο- ἤθελαν νὰ ἀσχολεῖται μαζί τους. Γιατί αὐτὸς ὁ τυφλὸς καὶ βασανισμένος ἄνθρωπος νὰ τοὺς διακόπτει;

Ὁ Βαρτίμαιος ὅμως ἤξερε καλὰ ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε πιὰ γι’ αὐτὸν ἄλλη ἐλπίδα, ἂν ἔχανε κι αὐτὴ τὴν τελευταία. Ἡ βαθιὰ αὐτὴ ἀπελπισία τοῦ ἔγινε πηγὴ ἀπ’ τὴν ὁποία ἀνέβλυσε μία πίστη, μία προσευχὴ γεμάτη ἀπὸ τέτοια πεποίθηση καὶ μία ἐπιμονὴ ποὺ ἔσπασε ὅλους τοὺς φραγμοὺς. Μία προσευχὴ πού, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἠχεῖ στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ἡ ἀπόγνωσή του ἦταν τόσο βαθιά, ὥστε δὲν ἄκουγε καθόλου τὶς φωνὲς τοῦ πλήθους ποὺ τὸν πρόσταζαν νὰ ἡσυχάσει καὶ νὰ καθήσει στὴν ἄκρη. Καὶ ὅσο προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ἐμποδίσουν νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό, τόσο περισσότερο κι αὐτὸς φώναζε: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Ὁ Χριστὸς σταμάτησε, ζήτησε νὰ τὸν φέρουν μπροστά του καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα.

Μποροῦμε νὰ διδαχτοῦμε ἀπὸ τὸ Βαρτίμαιο πρακτικά, τὸ πῶς μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἐξοικειωθοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ. Ὅταν στρεφόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στὸ Θεό, ὁ Θεὸς πάντα μᾶς ἀκούει.

Συνήθως δὲν ἔχουμε τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀρνηθοῦμε ἀμέσως ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βρίσκονται στὸ περιβάλλον μας καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουμε συνηθίσει νὰ ἐμπιστευόμαστε, μόλις διαπιστώσουμε ὅτι δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ἑξαρτώμαστε ἀπ’ αὐτά. Βλέπουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ὅσο καὶ ἂν ἀνακινήσουμε ἀνθρώπινα καὶ ἐπίγεια μέσα. Ἔχουμε ἕνα σκοπό. Ψάχνουμε γιὰ τὸ φῶς μας καὶ συνέχεια ἀπογοητευόμαστε. Αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ μαρτύριο, εἶναι ἀπόγνωση καὶ ἂν σταματήσουμε ἐκεῖ, ἔχουμε νικηθεῖ. Ἂν ὅμως αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ στιγμή, στραφοῦμε στὸ Θεό, γνωρίζοντας ὅτι μόνο ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει πιὰ ἀπομείνει καὶ τοῦ ποῦμε, «Σὲ ἐμπιστεύομαι καὶ παραδίδω στὰ χέρια Σου τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου, ὁλόκληρη τὴ ζωή μου», τότε ἡ ἀπόγνωση μᾶς ἔχει ὁδηγήσει στὴν πίστη.

Ἡ ἀπόγνωση ὁδηγεῖ σὲ μία νέα πνευματικὴ ζωή, ὅταν ἔχουμε τὸ κουράγιο νὰ προχωρήσουμε βαθύτερα καὶ μακρύτερα, ἀναγνωρίζοντας ὅτι κεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀπογοητευθεῖ δὲν εἶναι τὸ ὅτι τελικὰ χάσαμε τὴ νίκη, ἀλλὰ τὸ ὅτι μᾶς ἀπογοήτευσαν τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιήσαμε γιὰ νὰ φθάσουμε σ’ αὐτή. Τότε ἀρχίζουμε νὰ βάζουμε θεμέλια μὲ ἕνα νέο τρόπο. Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ξαναφέρει σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ποὺ εἴχαμε ἤδη δοκιμάσει, τὸ ὁποῖο ὅμως τώρα, κάτω ἀπὸ τὴ δική Του καθοδήγηση, θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε μὲ ἐπιτυχία. Πρέπει πάντα νὰ ὑπάρχει ἀληθινὴ συνεργασία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου καὶ τότε ὁ Θεὸς χαρίζει φρόνηση, σοφία καὶ δύναμη νὰ κάνουμε τὸ σωστὸ καὶ νὰ βρίσκουμε τὸν ἐπιδιωκόμενο στόχο μας.

5.

Ἡ ἴαση τοῦ τυφλοῦ

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὅπως τὸν καιρὸ τῆς διακονίας τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς μετανοίας, τὰ καλὰ νέα ὅτι ἡ μετάνοια, ὅταν στρεφόμαστε πρὸς τὸν Θεό, μᾶς φέρνει πάντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέσα σ’ἕνα πνεῦμα συμφιλιώσεως, ἔτσι κάνει τώρα καὶ ἡ Ἐκκλησία πρὶν τὴν Σαρακοστή, μᾶς φέρνει ἐνώπιον μιᾶς περιόδου προετοιμασίας, ὅπου ἐξετάζουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ὅσο πιὸ βαθιὰ καὶ τίμια μποροῦμε, πρὶν βρεθοῦμε ἐνώπιον τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, τῆς δύναμης Του καὶ τοῦ παραδείγματος ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔφυγαν μακρυὰ ἀπὸ τὸ κακό, πρόσφεραν τὸν ἑαυτό τους στὸν Θεό, ὁλοκληρώθηκαν καὶ σώθηκαν.

Καὶ πρὶν ἀκόμα προετοιμαστοῦμε γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ, θυμόμαστε τὸν Βαρτίμαιο, τὸν τυφλὸ ἄνδρα ἀπὸ τὴν Ἰεριχώ, ποὺ ἔρχεται νὰ μᾶς θυμίσει ὅτι ὅλοι μας εἴμαστε τυφλοί, ὅτι ἔχουμε ξεχάσει πῶς νὰ πηγαίνουμε στὸ βάθος τῶν πραγμάτων. Ἦταν τυφλὸς ἐξαιτίας κάποιας ἀρρώστειας· τυφλωνόμαστε ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε γύρω μας· δὲν βλέπουμε πέρα ἀπὸ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἐπειδὴ κάθε τι ποὺ αἰχμαλωτίζει τὴν ὅραση μας, μᾶς ἐμποδίζει νὰ καταδυόμαστε στὸ βάθος τῶν πραγμάτων.

Τὸ μήνυμα τῆς σημερινῆς περικοπῆς εἶναι αὐτό: εἴμαστε τυφλοὶ, καὶ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ βλέπουμε. Νὰ βλέπουμε τὸν ἑαυτὸ μας ὅπως εἶναι, τὸ κακό, τὶς ἀτέλειες ποὺ βρίσκονται παραμορφωμένες μέσα μας, καὶ συνάμα τὴν ὀμορφιὰ τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ ποὺ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ σβήσει, νὰ καταστρέψει, ποὺ μπορεῖ νὰ καλυφθεῖ προσωρινὰ, ὅπως ἡ σκόνη ποὺ καλύπτει μιὰν εἰκόνα, ἀλλὰ παραμένει φωτεινὴ. Καὶ θα πρέπει νὰ μάθουμε νὰ βλέπουμε μέσα μας καὶ νὰ διακρίνουμε τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ καλό: ὄχι μόνο τὸ κακό, ἀλλὰ τὸ καλὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς ἐμπνεύσει νὰ παλέψουμε, ν’ ἀγωνιστοῦμε καὶ νὰ ξεπεράσουμε καθε τι ποὺ μᾶς καθιστᾶ ἀνάξιους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ στὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν ἑβδομάδων θὰ πρέπει νὰ κοιτάζουμε τὸν καθένα γύρω μας καὶ νὰ βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νὰ ξεχνᾶμε τὶς ἀτέλειες ποὺ μᾶς τυφλώνουν, νὰ βλέπουμε τὴν ὀμορφιὰ κάθε προσώπου, νὰ κοιτάξουμε βαθύτερα στὴν ψυχή του καθενὸς ποὺ εἶναι ὁ πλησίον μας καὶ μ’ εὐλάβεια, μὲ πίστη ν’ ἀνακαλύψουμε τὴν θεϊκὴ παρουσία, τὴν θεϊκὴ ὁμοιότητα του μ’ Ἐκεῖνον.

Μόνο τότε θὰ συνεχίσουμε νὰ προχωρᾶμε κατὰ τῆς διάρκειας αὐτῆς τῆς περιόδου ποὺ σταδιακὰ θὰ μᾶς φέρει ἐνώπιον τῶν πιὸ συνηθισμένων καὶ καταστροφικῶν μας παθῶν. Ἄν προσπαθήσουμε νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας, νοιώθουμε συχνὰ ὅτι δὲν ἔχουμε μάτια γιὰ νὰ δοῦμε, ὅτι δὲν ἔχουμε κάποια σημεῖα ἀναφορᾶς: πῶς λοιπὸν μποροῦμε νὰ δοῦμε; Ὑπάρχει ἕνας καθρέφτης ὅπου μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὸ κακὸ καὶ τὸ καλό. Ἄς μελετήσουμε, στὴ διάρκεια τούτων τῶν ἡμερῶν, μὲ ἀνοιχτὸ νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ μὲ εὐλάβεια, τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ δοῦμε μὲσα ὰπὸ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη˙ θὰ δοῦμε μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία Του τὶ καλοῦμε νὰ γίνουμε· θὰ δοῦμε στὴ ζωὴ τῶν Ἀποστόλων Του, σ’ ἐκείνους ποὺ ἦταν γύρω Του τὸν ἀγώνα γιὰ τελειότητα. Ἄς δοῦμε τὸ Εὐαγγέλιο καθὼς κοιτάζει κάποιος ἕναν καθρέφτη, ἄς συγκρίνουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας μὲ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε, καὶ τότε θ’ ἀνακαλύψουμε ὄχι μόνο τὸ κακὸ, ἀλλὰ τὴ δόξα ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Καὶ ἀφοῦ ἐμπνευστοῦμε ἀπ’ αὐτὸ, ἄς προχωρήσουμε, καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπὸ δόξα σὲ δόξα, ἀφήνοντας τὸ παρελθόν καὶ ὁρμώντας νὰ ἐκπληρώσουμε τὸ θεϊκό μας κὰλεσμα. Ἀμήν.

6.

Ἄνθρωποι τοῦ φωτός (Ἐφεσ. ε΄8-19)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Φῶς καί σκοτάδι εἶναι δύο ἀντίθετες ἔννοιες καί πραγματικότητες πού συναποκλείονται ἀμοιβαία. Τό τόσο παραστατικό αὐτό ζεῦγος τῶν ἀντιθέτων ἐννοιῶν τό χρησιμοποιοῦν πολύ συχνά οἱ συγγραφεῖς τῆς Κ. Διαθήκης γιά νά τονίσουν τήν πλήρη ἀντίθεση μεταξύ της περιοχῆς τοῦ Θεοῦ καί τῆς καλοσύνης ἀφενός, καί τῆς ἀντίθεης περιοχῆς τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων καί τῆς κακίας ἀφετέρου. Ἰδιαίτερα ὁ Ἀπ. Παῦλος, στήν περικοπή πού διαβάζεται αὐτήν τήν Κυριακή στή θεία Λειτουργία ἀπό τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή, ἀντιπαραθέτει τήν προηγούμενη χωρίς Χριστό σκοτεινή ζωή τῶν πιστῶν πρός τήν τωρινή φωτεινή ζωή τους καί ἐξάγει τίς συνέπειες αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ἄς παραθέσουμε τήν περικοπή σέ μετάφραση τῆς Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας ἀπό τέσσερες καθηγητές τῶν πανεπιστημίων Ἀθήνας καί Θεσσαλονίκης:

«Ἀδελφοί, νά ζεῖτε σάν ἄνθρωποι πού ἀνήκουν στό φῶς. Γιατί ἡ ζωή ἐκείνων πού ὁδηγοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα διακρίνεται γιά τήν ἀγαθότητα, τή δικαιοσύνη καί τήν ἀλήθεια. Νά ἐξετάζετε τί ἀρέσει στόν Κύριο. Καί νά μή συμμετέχετε στά σκοτεινά κι ἀνώφελα ἔργα τῶν ἄλλων, ἀλλά νά τά ξεσκεπάζετε. Γι’ αὐτά πού κάνουν ἐκεῖνοι στά κρυφά, εἶναι ντροπή ἀκόμα καί νά μιλᾶμε. Ὅταν ὅμως ὅλα αὐτά ἔρχονται στό φῶς, ἀποκαλύπτεται ἡ ἀληθινή τους φύση. Γιατί ὅ,τι φανερώνεται γίνεται κι αὐτό φῶς. Γι’ αὐτό λέει ἕνας ὕμνος:
«Ξύπνα ἐσύ πού κοιμᾶσαι,
ἀναστήσου ἀπό τούς νεκρούς,
καί θά σέ φωτίσει ὁ Χριστός».
Προσέχετε, λοιπόν, καλά, πῶς ζεῖτε· μή ζεῖτε ὡς ἀσύνετοι ἀλλά ὡς συνετοί. Νά χρησιμοποιεῖτε σωστά τό χρόνο σας, γιατί ζοῦμε σέ πονηρούς καιρούς. Γι’ αὐτό μήν εἶστε ἄφρονες, ἀλλά ν’ ἀντιλαμβάνεστε τί θέλει ὁ Κύριος ἀπό σᾶς. Νά μή μεθᾶτε μέ κρασί, πού ὁδηγεῖ στήν ἀσωτία, ἀλλά νά γεμίζετε μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Νά τραγουδᾶτε στίς συνάξεις σας ψαλμούς καί ὕμνους καί πνευματικές ὠδές· νά ψάλλετε μέ τήν καρδιά σας στόν Κύριο» (Ἐφεσ 5, 8-19).

Ἡ ὑποδούλωση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου στή γῆ καί τῶν μεταγενέστερων ἀπογόνων του μέ δική τους βέβαια ἀπόφαση στίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ καί τῆς καταστροφῆς ἔχει σάν συνέπεια τόν σκοτισμό τοῦ μυαλοῦ τους, τό στένεμα τῆς ζωῆς τους, τή διαδοχική ἐξασθένηση τῶν δυνάμεών τους. Ἡ ἐλευθερία καί τό ἄνοιγμα τῶν ὁριζόντων πού προσφέρει ὁ Χριστός ὁδηγεῖ ἀκριβῶς στήν ἀντίθετη κατάσταση: στόν φωτισμό τοῦ ἀνθρώπου, στό ἄνοιγμα τῆς ζωῆς πρός τούς ἄλλους ἀδελφούς, στή δημιουργική ἐκδίπλωση τῶν δυνάμεών του. Τό φῶς καί ἡ σύνεση χαρακτηρίζουν τή νέα αὐτή κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Τίς ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνακαινισμένου, συνετοῦ καί φωτεινοῦ ἀνθρώπου μποροῦμε νά τίς συνοψίσουμε στίς ἀκόλουθες γραμμές, στηριζόμενοι στήν ἀποστολική περικοπή πού παραθέσαμε παραπάνω:

1. Ἡ παραγωγή καρπῶν, δηλ. ἀγαθῶν ἔργων, εἶναι ἡ πρώτη καί αὐτονόητη ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπου πού ἔνοιωσε τή Χάρη τοῦ Θεοῦ νά τόν μεταμορφώνει ριζικά καί νά τόν μεταβάλλει ἀπό ἑστία καταστροφῆς σέ πηγή ἀγάπης καί δημιουργικῆς προσφορᾶς. Ὅπως ἀπό τούς καρπούς τό «δένδρον γινώσκεται», ἔτσι κι ἀπό τούς καρπούς τῆς ἀγάπης φαίνεται ὁ σωστός καί γνήσιος χριστιανός.

2. Ὁ φωτεινός ἄνθρωπος φωτίζει καί «ἐλέγχει» τούς γύρω του. Κι ἄς μή νομίσει κανείς ὅτι ὁ ἔλεγχος συνίσταται στό δριμύ καί ἐνελέητο κατηγορητήριο τῶν ἀνθρώπων ἀπό τοῦ ἄμβωνος ἤ ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη θέση. Ὁ ἔλεγχος μπορεῖ νά εἶναι σιωπηρός, ταπεινός, εἰρηνικός: Ἡ παρουσία ἑνός καλοῦ χριστιανοῦ, χωρίς πολλά λόγια καί ἐπίδειξη ἀποτελεῖ τό καλύτερο καί ἀποτελεσματικότερο ἔλεγχο τῶν ἄλλων. Σέ ἕνα ἀρχαῖο χριστιανικό κείμενο διαβάζουμε: «Ἐάν ἑνός ἐκλεκτοῦ ἀνθρώπου ὁ γείτονας ἁμαρτήσει, ἁμάρτησε καί ὁ ἐκλεκτός, γιατί ἄν ὁ ἐκλεκτός συμπεριφερόταν ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, θά ντρεπόταν καί ὁ γείτονας καί δέν θά ἁμάρτανε» (Κλήμης Ἀλεξανδρέας, Στρωματεῖς Ζ΄ 13).

3. Ἡ σύνεση στήν ἀντιμετώπιση τοῦ χρόνου εἶναι ἕνα ἀκόμη δεῖγμα φωτεινοῦ καί σώφρονος ἀνθρώπου. Ἀποτελεῖ ἀσυγχώρητη ἀφροσύνη γιά τόν ἄνθρωπο νά μήν ἀντιλαμβάνεται τίς σωτηριολογικές διαστάσεις τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς του καί νά ἐπιτρέπει τήν κατασπατάλησή του σέ ἄσκοπες καί φθοροποιές ἐνέργειες. Ἡ κάθε χρονική στιγμή εἶναι πολύτιμη γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἔχει συνείδηση τῆς χρονικά περιορισμένης ὑπάρξεώς του. Συνήθως ἀπό τόν φόβο τοῦ τέλους τῆς κυριαρχημένος ὁ ἄνθρωπος καταφεύγει σέ μηχανισμούς ἀμυντικούς πού τόν κάνουν νά ξεχνᾶ τήν πραγματικότητα τοῦ τέλους καί νά ἀποδύεται σέ πολλαπλές ἐνέργειες πού τοῦ δίνουν τήν αἴσθηση, ἤ μᾶλλον ψευδαίσθηση τῆς ἀτέρμονης διάρκειάς της. Ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ φωτεινοῦ καί «σοφοῦ» ἀνθρώπου τό νά μπορεῖ νά ἀντικρίζει κατάματα τήν πραγματικότητα τῆς ζωῆς ἀλλά καί τοῦ θανάτου, νά εἶναι συμφιλιωμένος συνειδητά ἀλλά καί ὑποσυνείδητα μέ αὐτήν τήν πραγματικότητα καί νά κάνει συνετή χρήση τοῦ χρόνου του.

«Προσέχετε, λοιπόν, καλά, πῶς ζεῖτε· μή ζεῖτε ὡς ἀσύνετοι ἀλλά ὡς συνετοί»: Εἶναι ἡ προτροπή τοῦ Ἀπ. Παύλου πρός τούς χριστιανούς καί τῆς δικῆς μας ἐποχῆς.

7.

ΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΠΟΝΗΡΑΙ ΕΙΣΙ

 

«Είναι πονηρές οι μέρες» (Εφεσ. 5, 16). Αυτός ο αποστολικός λόγος δεν φαίνεται να έχει χάσει το περιεχόμενό του, παρότι πέρασαν περίπου δύο χιλιάδες χρόνια από την στιγμή που γράφτηκε. Είναι πονηρές οι μέρες  διότι οι άνθρωποι παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι». Οι άνθρωποι κάνουμε τις μέρες και τους καιρούς να είναι πονηροί. Δεν μας φταίνε οι εποχές. Ίσως ούτε και ο πολιτισμός καθαυτός, διότι εμείς τον δημιουργούμε και, κυρίως, εμείς τον ακολουθούμε. Ίσως δεν μας φταίει και ο ίδιος ο πονηρός, από τον οποίο παρακαλούμε, κάθε φορά που αναφωνούμε την Κυριακή Προσευχή, να μας γλιτώσει ο Θεός. Να μην μας κάνει όπως εκείνος και να μην του επιτρέπει να μας ταλαιπωρεί, συναντώντας τον χαρακτήρα μας και ενισχύοντάς μας να παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι».  Ο λόγος της πίστης δεν έχει να κάνει με τα όρια του χρόνου. Οι άνθρωποι, ενώ καλούμαστε να προχωρούμε προς τα μπρός, εντούτοις γυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας και γι’ αυτό ο πονηρός, επειδή δεν βρίσκει τον άνθρωπο σε κίνηση προς τον Θεό, τον καταβάλλει. Ο πολιτισμός και το περιβάλλον μας στην ουσία συνδράμουν αυτό που ο χαρακτήρας μας επιζητεί. Μεθούμε με το κρασί της ευχαρίστησης και ξεχνούμε την χαρά που δίνει το Άγιο Πνεύμα. Μένουμε στο πρόσκαιρο και αδιαφορούμε για το αιώνιο, είτε θεωρούμε ότι πιστεύουμε στον Θεό είτε όχι.

«Άσοφοι» οι άνθρωποι. Ο σοφός δεν μόνο ο μορφωμένος ή ο έμπειρος της ζωής. Είναι αυτός που αναζητεί τον Θεό και με την καρδιά και με την διάνοια, δηλαδή με όλη του την ύπαρξη. Είναι αυτός που προσπαθεί να ζήσει και όχι απλώς να ανακαλύψει το νόημα του χρόνου, το νόημα της ύπαρξης, κυρίως την συνέχειά της μετά τον θάνατο. Είναι αυτός που πίσω από κάθε γεγονός, πίσω από κάθε πρόσωπο, πίσω από την επιτυχία ή την αποτυχία, ακόμη και τον καιρό στον οποίο ζει και που δεν διάλεξε ο ίδιος, καθώς δεν ρωτήθηκε από τους γεννήτορές του αν ήθελε να γεννηθεί ή όχι και να μεγαλώσει σε τέτοιο περιβάλλον, βλέπει την πρόνοια του Θεού. Την αγάπη του Θεού και στα ευχάριστα και στα λυπηρά, ιδίως στα δεύτερα.  Σοφός είναι αυτός που ξέρει ότι όσο χρόνο κι αν του δώσει ο Θεός, δεν φτάνει για να τον ανακαλύψει, διότι οι δυνάμεις μας είναι πεπερασμένες. Μπορεί όμως να κάνει αρχή αγάπης τόσο προς τον ουρανό όσο και προς την γη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον πλησίον. Να λύσει τα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων μέσα από το πρίσμα του Ευαγγελίου, μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας, από την οδό της αγιότητας, διότι με αυτόν τον τρόπο επικοινωνεί ο Θεός με τον καθέναν μας. Μέσα από την Εκκλησία και όχι μέσα από το ατομικό μας θέλημα. Οι σοφοί του κόσμου τούτου, όταν δεν πιστεύουν, όταν δηλαδή δεν εμπιστεύονται την αγάπη του Θεού και το Πρόσωπό Του, φανερώνονται άσοφοι. Ακόμη κι αν το συνειδητοποιούν, το νόημα του χρόνου είναι σισύφειο γι’ αυτούς. Μοιάζει με εκείνον τον αρχαίο ήρωα που κουβαλούσε μία πέτρα στην κορυφή ενός βουνού και πάνω που πίστευε ότι έχει εκπληρώσει την αποστολή του, η πέτρα ξανακυλούσε και έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Έτσι μοιάζουν και οι άσοφοι αυτού του κόσμου. Επενδύουν στην γνώση, στην πρόοδο, στην επιστήμη, στα επιτεύγματα, κυρίως στο «εγώ», διαπιστώνουν όμως ότι όλα αυτά είναι τόσο μάταια, που πάνω που ευχαριστιούνται τις νίκες, τις δόξες, τις ανακαλύψεις τους, πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή, διότι όλα αυτά είναι μάταια, πεπερασμένα και αλλάζουν. Κυρίως, δεν νοηματοδοτούν το τέλος και δεν βοηθούν στο να είναι όλα μία νέα αρχή, όχι αγωνίας, αλλά χαράς κι αγάπης διότι στο κουβάλημα της πέτρας δεν είμαστε μόνοι μας, καθώς υπάρχει Θεός!

«Άφρονες» οι άνθρωποι, χωρίς σωφροσύνη. Δεν είναι μόνο η ηθική φθορά που μας διακατέχει. Το ότι θέλουμε να κάνουμε ό,τι μας δικαιώνει. Είναι και ότι επενδύουμε στην ύλη. Ότι δεν βλέπουμε την αλήθεια που είναι ο Χριστός και νομίζουμε πως ό,τι χτίζουμε με τις δικές μας αλήθειες είναι αρκετό. Δεν είναι μόνο τα απότομα τινάγματα που κάνουμε, οι διακυμάνσεις εξαιτίας της δίψας μας για ηδονή. Η αστάθειά μας. Το ότι δεν έχουμε ελεύθερη προσωπικότητα αλλά συχνά αγόμαστε και φερόμαστε από τα θέλω μας. Είναι και το γεγονός ότι αν διαγράψουμε τον Θεό από την ζωή μας ή Τον αφήσουμε στην άκρη, τότε φαινομενικά το «εγώ» μας ελευθερώνεται, όμως η αμαρτία που συνοδεύει αυτή την ελευθερία μας παγιδεύει και μας καταστρέφει. Διότι γεννά μία ασυνείδητη ύβρη εντός μας, ότι είμαστε μόνοι μας θεοί. Ότι έχουμε σ’ όλα δίκιο. Ότι οι άλλοι οφείλουν να δούνε την ζωή όπως εμείς την βλέπουμε. Ύλη και δικαιώματα μας κάνουν να ξεχνούμε τα όρια της ζωής. Παλεύουμε  να είμαστε αυτό που θέλουμε, αλλά λησμονούμε ότι χωρίς Θεό πάντοτε κάτι θα μας λείπει.

«Άσωτοι» οι άνθρωποι. Διαγράφουμε από την ζωή την ηθική και τη αρετή. Τους κανόνες και τα όρια. Την επίγνωση ότι ο εαυτός μας δεν είναι αυτάρκης. Προχωρούμε σα να ζούμε για πάντα. Μακριά από το σπίτι του Θεού-Πατέρα που είναι η Εκκλησία. Αλλοτριώνοντας το περιεχόμενο της περιουσίας που μας εμπιστεύθηκε. Μετατρέποντας την αγάπη προς Εκείνον και προς τον πλησίον σε αγάπη μόνο για το εγώ μας. Την ελευθερία από το κακό και τα πάθη σε δόξα των παθών. Τον νου μας από ευλογία για να παρατηρούμε τον κόσμο και να δοξάζουμε τον Θεό για την ομορφιά της ζωής, σε όργανο ανταρσίας εναντίον του Θεού και απόρριψής Του. Την συνείδηση της ύπαρξης και της φωνής του Θεού εντός μας σε φίμωση του αγαθού και παράδοση στο θέλημά μας. Υπάρχω για μένα. Οι άλλοι είναι οι υπηρέτες μου. Η αμαρτία είναι δικαίωμα και η διάπραξή της ευχαρίστηση. Όποιος θέλει να μας περιορίσει, δεν ξέρει τι είναι καλό για μας.

«Αι ημέραι πονηραί εισί». Η απουσία του Θεού, το έλλειμμα πίστης και ελπίδας είναι σημάδι της πονηρότητας των καιρών. Μόνο που η επιλογή είναι δική μας, εάν θα παραμείνουμε σ’ αυτή την κατάσταση ή με την παρουσία του Χριστού στις καρδιές μας θα γίνουμε «τέκνα φωτός». Ο δρόμος περνά και πάλι μέσα από την Εκκλησία.

Κέρκυρα, 3 Δεκεμβρίου 2017,

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

8.

Ἡ ἱστορία τοῦ Βαρτίμαιου

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Καὶ ἔρχονται εἰς Ἱεριχώ· καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἀπὸ Ἱεριχὼ καὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ ὄχλου ἱκανοῦ, ὁ υἱὸς Τιμαίου Βαρτίμαιος τυφλὸς ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν. καὶ ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖός ἐστιν, ἤρξατο κράζειν καὶ λέγειν· υἱὲ Δαυΐδ Ἰησοῦ, ἐλέησόν με. καὶ ἐπετίμων αὐτῷ πολλοὶ ἵνα σιωπήσῃ· ὁ δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· φωνήσατε αὐτόν· καὶ φωνοῦσι τὸν τυφλὸν λέγοντες αὐτῷ· θάρσει, ἔγειρε· φωνεῖ σε. ὁ δὲ ἀποβαλὼν τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. καὶ ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ τυφλὸς εἶπεν αὐτῷ· ῥαββουνί, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ εὐθέως ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ἐν τῇ ὁδῷ. (κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιο, κεφ. 10, 41-52).

Πιστεύω πὼς μία ἀπὸ τὶς αἰτίες ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ γνωρίζουμε τὸν πραγματικὸ ἑαυτό μας καὶ νὰ βρίσκουμε τὸν προσωπικό μας δρόμο εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἔχουμε συναίσθηση πόσο τυφλοὶ εἴμαστε!

Πόσο ἐπίμονα θ’ ἀναζητούσαμε τὴ θεραπεία ἂν ξέραμε ὅτι εἴμαστε τυφλοί! Θὰ τὴν ἀναζητούσαμε ὅπως, ἴσως, ἔκανε ὁ Βαρτίμαιος: ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς γιατρούς, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς θεραπευτές, ὕστερα, μὴ ἔχοντας πιὰ καμιὰ ἐλπίδα στοὺς «ἄρχοντες, τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων ἐν οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» μπορεῖ νὰ γυρίζαμε στὸ Θεό. Ἀλλὰ ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουμε τὴν τύφλωσή μας. Τόσα πολλὰ πράγματα ξεπηδοῦν μπροστὰ στὰ μάτια μας, ποὺ μᾶς κάνουν νὰ μὴ βλέπουμε τὰ ἀόρατα γιὰ τὰ ὁποῖα εἴμαστε τυφλοί. Ζοῦμε σ’ ἕνα κόσμο πραγμάτων ποὺ ἀποσποῦν τὴν προσοχή μας καὶ μᾶς ἐπιβάλλονται. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐμεῖς νὰ τὰ προσέξουμε. Ἐκεῖνα ἀπὸ μόνα τους στέκονται μπροστά μας! Τὰ μὴ ὁρατὰ ὅμως δὲν ἐπιβάλλονται μόνα τους, πρέπει ἐμεῖς νὰ τὰ ἀναζητήσουμε καὶ νὰ τὰ ἀνακαλύψουμε. Ὁ γύρω κόσμος ἀπαιτεῖ τὴν προσοχή μας, ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ διακριτικά.

Θυμᾶμαι κάτι ποὺ ἕνας γέροντας μοναχός μου εἶπε κάποτε: «Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοιάζει σὰν ἕνα μεγάλο δισταχτικὸ πουλὶ ποὺ κατέβηκε κάπου κεῖ κοντά μας. Ὅταν τὸ βλέπεις νὰ ἔρχεται πιὸ κοντά, μὴν κουνιέσαι γιὰ νὰ μὴν τὸ τρομάξεις. Ἄφησέ το νὰ ρθεῖ δίπλα σου».

Αὐτὸ ἴσως μπορεῖ νὰ μᾶς θυμίσει τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Αὐτὴ ἡ εἴκονα ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ κατεβαίνει δισταχτικὸ καὶ ταυτόχρονα ἕτοιμο νὰ προσφερθεῖ εἶναι μία βιβλικὴ εἰκόνα γεμάτη βαθιὰ νοήματα — ἂν καὶ ἕνας Ἰάπωνας κάποτε μοῦ ἔλεγε: «στὴ χριστιανικὴ θρησκεία νομίζω ὅτι μπορῶ νὰ καταλάβω τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἄλλα δὲ μπορῶ ν’ ἀνακαλύψω τὴ σπουδαιότητα τοῦ ”ἀξιότιμου” περιστεριοῦ!»

Γιὰ νὰ συνεχίσουμε λίγο ἀκόμα μὲ τὰ σύμβολα τῆς διακριτικότητας ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ μιᾶς καρδιᾶς ποὺ προσφέρεται ἀλλὰ δὲν ἐξευτελίζεται, ἂς ξαναρίξουμε μία ματιὰ στὸ «Μικρὸ Πρίγκιπα» τοῦ Αntoine de Saint-Exupery. Στὸ σημεῖο ὅπου ἡ ἀλεποῦ περιγράφει πῶς ὁ μικρὸς Πρίγκιπας θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἐξημερώσει. Θὰ χρειαστεῖ νὰ εἶναι πολὺ ὑπομονετικός, νὰ κάθεται λίγο μακριά της, νὰ τὴν κοιτάζει μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ του καὶ νὰ μὴν λέει τίποτε, γιατί τὰ λόγια προκαλοῦν παρεξηγήσεις. Μέρα μὲ τὴ μέρα θὰ κάθεται πιὸ κοντὰ καὶ σιγὰ σιγὰ θὰ γίνουν φίλοι. Βάλε τὸ «Θεὸ» στὴ θέση τῆς ἀλεποῦς καὶ θὰ δεῖς τὴν ἀγάπη, τὴν παρθενικὴ σεμνότητα,τὴ διακριτικότητα ποὺ προσφέρεται ἀλλὰ δὲν ἐξευτελίζεται. Ὁ Θεὸς δὲ δέχεται μία γλειώδη, ἀβασάνιστη σχέση, οὔτε ἐπιβάλλει τὴν παρουσία Του, τὴν προσφέρει. Κι ἡ προσφορὰ Του αὐτὴ δὲ μπορεῖ νὰ γίνει δεχτῆ παρὰ μόνο μὲ ἴσους ὅρους. Δηλαδὴ μὲ τὴν ἀντίστοιχη προσφορὰ μιᾶς ταπεινῆς, γεμάτης ἀγάπη καρδιᾶς. Μιᾶς προσφορᾶς κι ἀπ’ τοὺς δύο ποὺ σεμνὰ καὶ διακριτικὰ θ’ ἀναζητοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ βαθὺ κι ἀμοιβαῖο σεβασμὸ καὶ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἄφατης ὀμορφιᾶς ποὺ χαρίζει ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη.

Ὁ ἐξωτερικὸς κόσμος μᾶς ἐπιβάλλεται. Ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος μπορεῖ νὰ γίνεται ἀντιληπτός, ἀλλὰ δὲν ἐκλιπαρεῖ τὴν προσοχή μας: πρέπει νὰ προχωροῦμε σιγὰ καὶ προσεκτικά. Νὰ καιροφυλαχτοῦμε γιὰ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο, σὰν τὸ θαυμαστὴ τῶν πουλιῶν ποὺ γιὰ νὰ τὰ παρατηρήσει παίρνει μία θέση στὸ δάσος ἢ στοὺς ἀγροὺς καὶ κάθεται σιωπηλός, ἀλλὰ γεμάτος ἔνταση. Στέκει ἀκίνητος, ἀλλ’ ὅμως ἄγρυπνος καὶ παρατηρητικός.

Αὐτὴ τὴν ἔνταση τῆς προσοχῆς ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει ν’ ἀντιληφτοῦμε ὅσα ἀλλιώτικά μᾶς διαφεύγουν, τὴν ἀποδίδουν τὰ λόγια αὐτοῦ τοῦ παιδικοῦ τραγουδιοῦ:

Μία γέρικη σοφὴ κουκουβάγια
ζοῦσε σὲ μία βελανιδιὰ
Ὅσο ἔβλεπε περσότερο,
τόσο μιλοῦσε λιγότερο.
Κι ὅσο μιλοῦσε λιγότερο,
τόσο ἄκουγε περσότερο.
Ἄχ! νὰ μοιάζαμε καὶ μεῖς
τῆς γέρικης τῆς κουκουβάγιας τῆς σοφῆς!

Τυφλωμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γύρω πραγμάτων ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὸς δὲ φτάνει τὸ βάθος στὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἱκανὸς νὰ διεισδύσει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μικρὸς καὶ ταυτόχρονα μεγάλος. Ὅταν ἀναλογιζόμαστε τὸν ἑαυτὸ μας μέσα στὸ σύμπαν ποὺ συνεχῶς ἁπλώνεται — ἀμέτρητα μεγάλο ἢ ἄπειρα μικρὸ — τὸν βλέπουμε σὰν ἕναν κόκκο σκόνης παροδικό, εὔθραυστο καὶ χωρὶς σημασία. Ἀλλὰ ὅταν στραφοῦμε πρὸς τὰ μέσα μας, ἀνακαλύπτουμε ὅτι τίποτε σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλο γιὰ νὰ μᾶς γεμίσει ἐντελῶς. Ὅλη ἡ δημιουργία εἶναι σὰν ἕνας κόκκος ἄμμου στὰ βάθη τοῦ εἶναι μας. Εἴμαστε ἀπέραντα μεγάλοι γιὰ νὰ μᾶς γεμίσει ἢ ἱκανοποιήσει ὁ κόσμος αὐτός. Μόνο ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ γίνουμε «κοινωνοὶ θείας φύσεως» μπορεῖ νὰ μᾶς γεμίσει. Ὅπως λέει ὁ Αngelus Sillesius: «Εἶμαι τόσο μεγάλος ὅσο ὁ Θεός. Ἐκεῖνος εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ».

«Κοιτάζοντας ἀπὸ τὸν οὐρανό, τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διακρίνουμε περισσότερο πάνω στὴ γῆ; Ὄχι τὰ βουνὰ οὔτε οἱ θάλασσες οὔτε οἱ πόλεις οὔτε οἱ οὐρανοξύστες. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Διότι ἡ θεοειδῆς ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας ἥλιος ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅσοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσοι εἶναι οἱ ἥλιοι ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἥλιους εἶναι ὁρατὸς ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἀγαπημένο θαῦμα τοῦ Θεοῦ! Ἡ μικρούτσικη γῆ, ἕνα ἀστεράκι ἀπὸ τὰ πιὸ μικρά, νὰ χωράει δισεκατομμύρια ἥλιους! Μέσα ἀπὸ τὸ χωματένιο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου λάμπει ὁ ἥλιος! Ὁ ἄνθρωπος! Ἕνας μικρὸς θεὸς μέσα στὴ λάσπη» (ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς).

Ὁ ὑλικὸς κόσμος ἔχει ἀδιαφάνεια, πυκνότητα, βάρος καὶ ὄγκο, ἄλλα δὲν ἔχει βάθος. Μποροῦμε νὰ εἰσδύσουμε στὴν καρδιὰ τῶν πραγμάτων καὶ ὅταν φτάσουμε στὸ πιὸ βαθὺ σημεῖο τους — ποὺ εἶναι τὸ τελικὸ σημεῖο — δὲ βρίσκουμε δρόμο πρὸς τὸ ἄπειρο. Τὸ κέντρο μιᾶς σφαίρας, λόγου χάρη, εἶναι τὸ ἐσωτερικότερο σημεῖο της. Ἂν προσπαθήσουμε νὰ πᾶμε πέρα ἀπ’ αὐτὸ ξαναγυρίζουμε στὴν ἐπιφάνεια τῆς σφαίρας, στὸν ἀντίποδα.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει γιὰ τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Πρόκειται γιὰ ἕνα βάθος ποὺ εἶναι ἀμέτρητο ἀπὸ τὴ φύση του. Εἶναι ἀπέραντο καὶ ξεπερνάει κάθε ὅριο μέτρησης. Τὸ βάθος αὐτὸ εἶναι ριζωμένο στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Πότε ἄραγε μποροῦμε νὰ ἀρχίσουμε τὴν ἔρευνα γιὰ νὰ γνωρίσουμε μέχρι ποιὸ σημεῖο εἴμαστε τυφλοί, τυφλωμένοι δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ὁρατὰ ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ συλλάβουμε τ’ ἀόρατα; Μόνο ὅταν καταλάβουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ μία παρουσία ποὺ ἐπιβάλλεται καὶ σὲ μία ἄλλη ποὺ πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσουμε ἐπειδὴ τὴ νιώσαμε στὴν καρδιά μας. Ἀκόμα, ὅταν καταλάβουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ βάρος, τὴν ἀδιαφάνεια καὶ τὴν πυκνότητα τῶν ἀντικειμένων τοῦ γύρω μας κόσμου καὶ στὸ ἀνθρώπινο βάθος ποὺ μόνο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ γεμίσει. Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ καὶ στὸ βάθος κάθε δημιουργήματος ποὺ προορισμὸς του εἶναι νὰ γίνει τόπος τῆς θείας παρουσίας, ὅταν στὴ συντέλεια ὁ Θεὸς θὰ εἶναι «τὰ πάντα ἐν πᾶσι».

Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς στὰ ἀόρατα καὶ νὰ βλέπει μόνο τὸ «χειροπιαστὸ» κόσμο σημαίνει ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς γνώσης, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς καθολικῆς ἀλήθειας, δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ Θεὸ καὶ ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι ἡ καρδιά του.

Ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος εἶχε ὀδυνηρὴ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος, γιατί ἐξ αἰτίας τῆς φυσικῆς τυφλότητάς του δὲν εἶχε ἐπαφὴ μὲ τὸν ὁρατὸ κόσμο. Μποροῦσε νὰ ἐπικαλεῖται τὸν Κύριο γεμάτος ἀπογοήτευση, μὲ ὅλη τὴν ἀπεγνωσμένη ἐλπίδα ποὺ ἔνιωθε ὅταν περνοῦσε πλάι του ἡ σωτηρία, καθὼς αἰσθανόταν τὸν ἑαυτὸ του ἀποκομμένο.

Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι ἐμεῖς πολὺ συχνὰ δὲ μποροῦμε νὰ ἐπικαλεστοῦμε τὸ Θεὸ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο εἶναι γιατί δὲν καταλαβαίνουμε πόσο ἀπομονωμένοι εἴμαστε μὲ τὸ νὰ μένουμε τυφλοὶ στὴν καθολικὴ θέα τοῦ κόσμου — μία θέα ἐν τούτοις ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ὁλοκληρωμένη ὑπόσταση καὶ στὸν ἴδιο τὸν ὁρατὸ κόσμο.

Πόσο καλὰ θὰ ἦταν ἂν μπορούσαμε νὰ μάθουμε νὰ εἴμαστε τυφλοὶ στὰ ὁρατὰ γιὰ νὰ βλέπουμε πέρα ἀπ’ αὐτά, νὰ βλέπουμε στὸ βάθος,νὰ βλέπουμε τὸ ἀόρατο νὰ διαπερνάει μὲ τὴν παρουσία του μέσα καὶ γύρω μας ὅλα τὰ πράγματα! Αὐτὴ ἡ τύφλωση εἶναι πολύμορφη. Συμβαίνει ὄχι φυσικὰ σ’ ἐμᾶς, ἀλλὰ στοὺς ἁγίους ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μιᾶς ἐκθαμβωτικῆς λάμψης. Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, μιλώντας γιὰ τὸ θεῖο σκότος, λέει ὅτι εἶναι περίσσεια φωτός, ἑνὸς φωτὸς τόσο ἐκτυφλωτικοῦ, ὥστε αὐτὸς ποὺ τὸ ἔχει δεῖ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ δεῖ τίποτε ἄλλο.

Μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς ἐνῶ ἔχει ἀνοιχτὰ μάτια. Ὁ Τολστόι στὸ βιβλίο τοῦ «Πόλεμος καὶ Εἰρήνη» μιλάει γιὰ τὸν Pierre Bezuhov ποὺ κοιτάζει μέσα στὰ μεγάλα ὡραῖα μάτια τῆς Ἑλένης καὶ δὲ βλέπει σ’ αὐτὰ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ἀπαλλαγμένο μάλιστα ἀπ’ ὅλα τὰ σφάλματα, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τὸν ἔβλεπε ἐκείνη ἡ φτωχή! Ἐκεῖνος κοίταζε στὰ μάτια της ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό του — ἡ εἰκόνα της χανόταν ἐντελῶς! Καὶ μεῖς τὸ ἴδιο κάνουμε ἀκόμα καὶ μὲ τὸν ὑλικὸ κόσμο: ἀνάλογα μὲ τὸ ποῦ συγκεντρώνεται τὸ βλέμμα μας ὅταν κοιτάζουμε πρὸς τὸ παράθυρο, μποροῦμε νὰ δοῦμε ἢ τὸ εἴδωλό μας ἢ τὸ τζάμι ἢ τὴ θέα πέρα ἀπ’ αὐτό.

Μπορεῖ ἀκόμα νὰ βλέπουμε μὲ μάτια ἀδιαφορίας, Ὅπως ἔκαναν οἱ διαβάτες ποὺ προσπερνοῦσαν τὸ Βαρτίμαιο. Μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ μάτια ἄπληστα σὰν τὸ λαίμαργο τοῦ Dickens, ποὺ βλέποντας τὶς ἀγελάδες νὰ βόσκουν στὰ λιβάδια τὸ μόνο ποὺ σκεπτόταν ἦταν τὸ «θαυμάσιο βοδινὸ κρέας»! Μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ μάτια γεμάτα μίσος ὅταν γίνουμε ἐπιτήδειοι, τὸ ἴδιο ἐπιτήδειοι ὅπως ὁ διάβολος ποὺ δὲ βλέπει παντοῦ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ κακό, μεταμορφώνοντας τὰ πάντα σὲ μία ἀπαίσια γελοιογραφία.

Τέλος μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια τῆς ἀγάπης, μὲ καθαρὴ καρδιὰ ἱκανὴ νὰ βλέπει τὸ Θεὸ καὶ τὴν εἰκόνα Του στὸ πρόσωπο τῶν ἀνθρώπων: ἀκόμα καὶ κείνων ὅπου ἡ εἰκόνα Του, κάτω ἀπὸ στρώματα προσωπείων καὶ παραποιήσεων, μόνο ἀμυδρὰ πιὰ ἀπεικονίζει τὴν ἀληθινὴ καὶ βαθιὰ μυστικὴ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως λέει καὶ ἡ ἀλεποῦ στὸ μικρὸ Πρίγκιπα: «μόνο μὲ τὴν καρδιὰ μποροῦμε νὰ δοῦμε ἀληθινά. Ἡ οὐσία ξεφεύγει σὰν ψάχνεις μὲ τὰ μάτια».

Πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει τὸ βάθος τῶν πραγμάτων, τὴν ἀπεραντοσύνη καὶ τὸ κάλεσμα τῆς αἰωνιότητας ποὺ ὑπάρχει σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Καὶ τὸ συνειδητοποιοῦμε μόνο ἐφ’ ὅσον, ὑστέρα ἀπὸ μιὰ ὑπαρξιακὴ ἐμπειρία, βεβαιωθοῦμε ὅτι πραγματικὰ ὑπάρχει ἐσωτερικὸς κόσμος.

Κι εἶναι μὲ τὴν πίστη μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ἔχουμε σταθερὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἀόρατος κόσμος εἶναι πραγματικός, παρὼν καὶ ἀξίζει νὰ τὸν ἀναζητήσει κανεὶς πέρα ἀπὸ τὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ μέσα ἀπ’ αὐτόν. Αὐτὴ ἡ κίνηση πίστης σημαίνει ἀποδοχὴ τῆς μαρτυρίας ἐκείνων ποὺ εἶδαν τὸν ἀόρατο κόσμο, ἔστω κι ἂν δεχτοῦμε τὴ μαρτυρία τους σὰν ὑπόθεση προσωρινὴ ἴσως, ὥσπου νὰ κάνουμε τὴν ἔρευνά μας. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τίποτε δὲν εἶναι δυνατό, γιατί δὲ μποροῦμε ν’ ἀρχίσουμε μία ἔρευνα γιὰ τὰ ἀόρατα πράγματα ἂν εἴμαστε ἀπὸ πρὶν σίγουροι ὅτι δὲν ὑπάρχουν. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴ μαρτυρία ὄχι μόνο ἀπὸ ἕναν ἢ δύο ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ ἑκατομμύρια πού, μέσα στὴν πορεία τῆς ἱστορίας (τόσο στὴ χριστιανικὴ ὅσο καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες), εἶχαν αὐτὴ τὴν ἐμπειρία καὶ ὁμολόγησαν τὴν παρουσία τοῦ ἀόρατου κόσμου.

9.

Ἀντίφαση ἀγάπης (Ἐφεσ. ε΄8-19)

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τῆς παρακμῆς μιᾶς κοινωνίας ἱστορικά, εἶναι ὁ κατακερματισμός της καὶ ἡ διαίρεση. Ἡ διχόνοια κορυφώνεται σὲ μία ἐσωστρεφῆ πολεμική, ὄχι πάντα μὲ ἐκδηλώσεις βίας, ἀλλὰ πάvτως μὲ κυρίαρχο τὸν καταγγελτικὸ λόγο. Δημαγωγοὶ ἐξανίστανται καὶ χειραγωγοῦν τὸ πλῆθος ἐκμεταλλευόμενοι συvήθως τὴν ἔλλειψη παιδείας, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ὑπονομεύουν θεσμοὺς χάριν τοῦ δικοῦ τους συμφέροντος. Ἱστορικά, πάντα ἡ κατάληξη εἶναι ἡ ἴδια ἡ κοινωνικὴ ἀποσύνθεση.

Δυστυχῶς, παρόμοια φαινόμενα παρατηροῦνται ἐνίοτε καὶ σὲ ἐκκλησιαστικὰ περιβάλλοντα. Ἀκόμη καὶ στὶς ἡμέρες μας, πολλοὶ ἐπιμένουν νὰ ἀναλώνουν δυvάμεις μαχόμενοι ὄχι ἐναντίον τῆς τραγικότητος τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀλλὰ ἐναντίον ἄλλων ἀδελφῶν. Στὴ συγκυρία ποὺ ὁ κόσμος ἔχει τόση ἀνάγκη, ἐμφανίζονται στεῖρες ἐvδοεκκλησιαστικὲς ἀvτιπαραθέσεις μὲ βαρύτατους χαρακτηρισμούς, ἐξαιτίας λόγων ἢ πράξεων ποὺ προφαvῶς ἐξηγοῦνται διαφορετικά. Σὰν νὰ ξεχνᾶμε τὸν δηκτικὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στοὺς Γαλάτες, «εἰ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπὸ ἀλλήλων ἀναλωθῆτε» (Γαλ. 5,15), ὅπως καὶ τὸ ἀντίστοιχο παράπονό του στοὺς Κοριvθίους, «ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν ζῆλος καὶ ἔρις καὶ διχοστασίαι, οὐχὶ σαρκικοὶ ἐστέ, καὶ κατὰ ἄνθρωπον περιπατεῖτε;» (Α’ Κορ. 3,3).

Ὁ ἐλεγκτικὸς λόγος

Πολλοὶ αἰτιολογοῦν τὴν ἐλεγκτικὴ τακτικὴ ἐπικαλούμενοι στιγμὲς ποὺ ἀκόμη καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου ἔγινε ἐλεγκτικό, ἢ πάλι καταφεύγουν στὸ παράδειγμα τοῦ Προδρόμου ἢ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅμως, ἀντιπαρέρχονται τὸ γεγοvὸς ὅτι ὁ ἐπιθετικὸς λόγος ἦταν ἐξαίρεση καὶ γι’ αὐτὸ κάτι τὸ ἀξιοσημείωτο. Εἰδικῶς δὲ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὄvτως αὐστηρός, ἀλλὰ καὶ γεμάτος ἀγάπη, ἤλεγχε, ἀκόμη καὶ τὸν Ἡρώδη, ὄχι μὲ βαναυσότητα καὶ ἀπόρριψη, ἀλλὰ μὲ ἁγιοπνευματικὰ ἐμπνευσμένο τρόπο. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸ κατὰ Μάρκον διαβάζουμε ὅτι ὁ Ἡρώδης σεβόταν τὸν Ἰωάννη περισσότερο, ἐπειδὴ ἤξερε ὅτι εἶναι ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ἅγιος. Κι ὅταν κάποτε τὸν ἄκουσε στὴ φυλακή, ἔκανε πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τὸν συμβούλευσε ὁ Ἰωάννης. Καὶ κάθε φορὰ ποὺ τὸν συναντοῦσε τὸν ἄκουγε μὲ εὐχαρίστηση (Μάρκ. 6,20). Ὁ ἐλεγχόμενος Ἡρώδης ἄκουγε μὲ εὐχαρίστηση τὸν ἀρθρώνοντα καταγγελτικὸ λόγο ἐναντίον του Τίμιο Πρόδρομο! Χαρακτηριστικὸ λοιπόν, τοῦ πνευματικοῦ ἐλεγκτικοῦ λόγου δὲν εἶναι ἡ ἐξουθένωση καὶ συντριβὴ ἐκείνου πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται, ἀλλὰ ἡ πρόκληση σεβασμοῦ, κατανόηση τοῦ δικαίου καὶ ὀρθοῦ καὶ βεβαίως, ἡδύτητα ἀπὸ τὴν ἀγαπητικὴ καὶ μὲ πόνο προσέγγιση τοῦ κηρύττοντος.

Παράδειγμα γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ διάκριση μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἀρχαία Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τὸν Παῦλο. Ὁ Παῦλος ὡς Σαῦλoς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ φύλασσε τὰ ροῦχα ὅσων λιθοβολοῦσαν τὸν ἅγιο Πρωτομάρτυρα καὶ Ἀρχιδιάκονο Στέφανο (Πράξ. 7,58). Πῶς τὸν κρίνει ἡ Ἐκκλησία; Δὲν λέει τίποτε ἐναντίον του, παρὰ μόνον προφυλάσσεται γιὰ νὰ μὴν ὑποστεῖ χειρότερα, ἐνῶ καὶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἡ καταγραφὴ περὶ Σαύλου ὡς διώκτη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πραγματικὴ στὴν ἀπειλητικότητά της, χωρὶς ὅμως συναισθηματικὴ φόρτιση καὶ ἀπαξία (8,3). Ἡ δὲ στάση τοῦ Ἀνανία στὴ μεταστροφὴ τοῦ Σαύλου καὶ τὴν ἀνάδειξή του ὡς Παύλου εἶναι μὲν διστακτική, ἐξαιτίας τῶν ὅσων ἔχει ἀκούσει περὶ τοῦ ἀvδρός, χωρὶς ὅμως, νὰ ἐμπεριέχεται κατάκριση, ἀπόρριψη ἢ καχυποψία (9,10-18). Στὴ συνέχεια ὁ Παῦλος μεταβαίνει στὰ Ἱεροσόλυμα ὅπου ἀντιμετωπίζει τὸν ἔναντί του φόβο τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὄχι τὴν κατηγορία, τὴ σκληροκαρδία ἢ τὴν ἐξουθένωση (9,26-28).

«Ὁ ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ ἔλεγχος»

Ἡ παραπάνω στάση τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ Παύλου, στάση προφύλαξης τοῦ ποιμνίου xωρὶς μίσος γιὰ τὸν ἐπιβουλέα, τὸν προκαλεῖ νὰ γράψει τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ὄχι μόνο γιὰ νὰ παροτρύνει καὶ νὰ διδάξει, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνώμονα ἐμπειρία του ἀπὸ τὰ ὅσα εἰσέπραξε ὡς ἐκκλησιαστικὴ συμπεριφορά.

Γιὰ νὰ ἀποτυπώσει μάλιστα τὸ βίωμά του χρησιμοποιεῖ τὴν ἀντίφαση. Ἀπὸ τὴ μιὰ προτρέπει τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴ γίνονται συγκοινωνοὶ καὶ συνένοχοι στὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, γιατί δὲν φέρνουν καρπὸ ὠφέλιμο, γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐλέγχουν ἀναδεικνύοντας πόσο ὀλέθρια εἶναι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὸν ἀμέσως ἑπόμενο στίχο λέει ὅτι τὰ ἔργα αὐτά, ἰδίως ὅσα γίνονται κρυφά, εἶναι τόσο αἰσχρά, ὥστε καὶ μόνον τὸ νὰ μιλᾶ κανεὶς γι’ αὐτὰ φέρνει ντροπή. Κι ὅλα αὐτά, ἀφοῦ προηγουμέvως ἔχει τονίσει ὅτι ὅποιος εἶναι «τέκνον φωτός», χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ πνεύματος ποὺ εἶναι οἱ κάθε εἴδους ἐκδηλώσεις καλοσύνης καὶ δικαιοσύνης καὶ ἀλήθειας.

Τί κατανοοῦμε μέσα ἀπὸ ὅλα αὐτά; Πρῶτον, ὅτι ὁ Παῦλος θέλει νὰ ἀναδείξει τὴν κομβικὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ἀποστρεφόμαστε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀγαπᾶμε τὸν ἁμαρτάνοντα. Σκοπὸς μας εἶναι ὄχι ἡ ἀπόρριψη, ἡ ἐξουθένωση καὶ ἡ συντριβὴ τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλὰ ἡ μετάνοιά του καὶ ἡ σωτηρία του! Δεύτερον, ὅτι ὁ Παῦλος θέλει νὰ ἐπιστήσει τὴν προσοχὴ στὸν κίνδυνο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, xωρὶς ὅμως, νὰ τὴ διαφημίσει. Πράγματι, πολλὲς φορὲς στὴν προσπάθειά μας νὰ στηλιτεύσουμε μορφὲς ἁμαρτίας, οὐσιαστικὰ τὶς διδάσκουμε καὶ καλλιεργοῦμε σχετικοὺς λογισμοὺς σὲ ὅσους μᾶς ἀκοῦν. Τρίτον ὅτι ὁ Παῦλος ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναφέρεται στὴν ἀνάγκη ἐλέγχου, προτάσσει τὴν ντροπή, τὴν καλοσύνη, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀλήθεια ὡς προϋποθέσεις ἀπαραίτητες γιὰ νὰ ἀποτολμηθεῖ ὁ ὁποιοσδήποτε ἔλεγχος.

Ἀδελφοί, ἡ ἱκανότητα ἀρθρώσεως ἐλεγκτικοῦ λόγου, προϋποθέτει μεγάλα πνευματικὰ μέτρα καὶ πολλὴ ἀρετή. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἔργο τοῦ ὁποιουδήποτε. Ἡ διάκριση πρέπει νὰ κυριαρχεῖ.