Για την προσέλευσή μας στην Θεία Κοινωνία ίσως έχετε διαβάσει πολλά, έχετε ακούσει πολλά. Υπάρχουν θα λέγαμε κάποια «κολλήματα» για την μετοχή μας στο Άγιο Ποτήριο. 
 Αυτά τα «κολλήματα» είναι κάποιες μας πτώσεις-αμαρτίες τις οποίες ακόμα κι αν τις έχουμε μετανοιώσει και εξομολογηθεί μας στερούν την άμεση μετοχη μας στο Σώμα και Αίμα του Κυρίου. Ο πνευματικός μας πατέρας όχι για να μας τιμωρήσει αλλά για να μας προετοιμάσει καλύτερα αφήνει ένα εύλογο χρονικό διάστημα –κατα το οποίο καλείται ο πιστός να επιδείξει έργα μετανοίας- ώστε να μπορέσει να πάρει μέσα του τον Θεό.

 Φυσικά η Θεία Κοινωνία δεν είναι βραβείο αλλά φάρμακο. Με αυτήν την πρόφαση όμως κάποιοι χριστιανοί υποστηρίζουν ότι μπορούν να κοινωνούν απροϋπόθετα από την στιγμή που έχουνε εξομολογηθεί τις αμαρτίες τους. Όμως οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας τονίζουν -ακόμα και με σχετικούς κανόνες- ότι η προσέλευσή μας στην Θεία Κοινωνία δεν προϋποθέτει απλά την εξομολόγηση αλλά εάν έχουμε πέσει σε συγκεκριμένες αμαρτίες καλείται ο πνευματικός πατέρας -για λόγους παιδαγωγικούς- να μην επιτρέψει την άμεση συμμετοχή του πιστού να κοινωνήσει, ώστε να καταλάβει το μέγεθος της πτώσης τους (κάτι που πολλές φορές οι πιστοί δεν αισθάνονται) αλλά και να προοδεύσει πνευματικά μέσα από την ταπείνωση και την υπακοή στον κανόνα που θα του δοθεί.

Αυτά ίσως είναι λίγο πολύ γνωστά. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω όμως είναι το εξής: Παρατηρείται το φαινόμενο αρκετοί εξομολογούμενοι ενώ δεν έχουνε κάποιο από τα γνωστά «κολλήματα» για να κοινωνήσουν, 
ομολογούν -χωρίς να έχουνε συναίσθηση της πτώσης τους και της απαξίωσης του τρόπου της Εκκλησίας- ότι δεν εκκλησιάζονται ούτε τις Κυριακές κατ’ εξακολούθηση. Και μόνο αυτό –πρέπει να καταλάβουμε- ότι είναι μέγα «κόλλημα» για να κοινωνήσουμε. Ο τακτικός εκκλησιασμός (το λιγότερο κάθε Κυριακή) δείχνει ακριβώς τον πόθο μας να έχουμε σχέση με τον Χριστό· όχι τον Χριστό του ρομάντζου αλλά τον Χριστό της Ορθοδόξου Εκκλησίας που σώζει τον άνθρωπο.

Δεν είναι φυσιολογικό λοιπόν να θέλουμε να εκκλησιαζόμαστε μόνο όταν είναι να κοινωνήσουμε.Δηλαδή να έχουμε απαίτηση από τον πνευματικό μας πατέρα να μας αφήνει να κοινωνούμε τις μεγάλες εορτές, επειδή πήγαμε μέσα σε εκείνη την εβδομάδα και εξομολογηθήκαμε, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας τον περνάμε χωρίς ίχνος πνευματικής άσκησης (προσευχή-νηστεία) και μυστηριακής ζωής.
Μπορεί να έχουμε μία καθαρή ζωή, όμως χωρίς τακτικό εκκλησιασμό –κανονικά- δεν είμαστε σε θέση να κοινωνήσουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχει και σχετικός κανόνας περί εκκλησιασμού που αναφέρει ότι ο χριστιανός που απουσιάζει αδικαιολόγητα τρεις συνεχόμενες Κυριακές, αφορίζεται (ουσιαστικά αυτοαφορίζεται, δηλαδή βγάζει μόνος του τον εαυτό του από το Σώμα της Εκκλησίας)!

Μην ζούμε στην πλάνη του Χριστούλη που πλησιάζεται και βιώνεται από τον καναπέ του σπιτιού μας ή ότι είμαστε καλοί χριστιανοί επειδή κάποιες συγκεκριμένες περιόδους της ζωής μας θυμόμαστε την πίστη μας ως ένα είδος εθίμου και παράδοσης. 
Ο Χριστός βιώνεται δια της συνεχούς ασκήσεως, της συμμετοχής μας στα Μυστήρια της Εκκλησίας Του με μετάνοια και ταπείνωση.

π.Παύλος Παπαδόπουλος