1.

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τή μνήμη τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, τοῦ συγγραφέα τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου στή σειρά τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ ἴδιος ὁ Εὐαγγελιστής διηγεῖται τήν πρόσκλησή του ἀπό τόν Ἰησοῦ νά τόν ἀκολουθήσει ὡς ἑξῆς.

«Προχωρώντας πιό πέρα ὁ Ἰησοῦς, εἶδε νά κάθεται στό τελωνεῖο ἕνας ἄνθρωπος πού τόν ἔλεγαν Ματθαῖο, καί τοῦ λέει: «Ἀκολούθησέ με». Κι ἐκεῖνος σηκώθηκε καί τόν ἀκολούθησε. Ἐνῶ ἔτρωγε στό σπίτι, ἦρθαν πολλοί τελῶνες κι ἁμαρτωλοί καί κάθισαν μαζί μέ τόν Ἰησοῦ καί τούς μαθητές του στό τραπέζι. Ὅταν τό εἶδαν αὐτό οἱ Φαρισαῖοι, εἶπαν στούς μαθητές του: Γιατί ὁ δάσκαλός σας τρώει μέ τούς τελῶνες καί τούς ἁμαρτωλούς; Ὁ Ἰησοῦς, πού τό ἄκουσε, τούς εἶπε: Δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό γιατρό οἱ ὑγιεῖς ἀλλά οἱ ἄρρωστοι. Καί πηγαίνετε νά μάθετε τί σημαίνει, ἀγάπη θέλω καί ὄχι θυσίες. Γιατί δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς» (Ματθ. 9,9-13).

Ἡ παραπάνω περικοπὴ ἀφηγεῖται τήν ἐκ μέρους τοῦ Ἰησοῦ πρόσκληση τοῦ Ματθαίου νά τόν ἀκολουθήσει καί ἐν συνέχειᾳ τή συνεστίαση τοῦ Ματθαίου μέ τόν Ἰησοῦ καί τούς μαθητές του ἀλλά καί μέ ἄλλους τελῶνες καί ἁμαρτωλούς. Τήν κλήση αὐτή δέν τήν ἀφηγεῖται ὁ εὐαγγελιστής γιά νά δείξει, μετά τήν κλήση τῶν τεσσάρων πρώτων μαθητῶν τήν ὥρα πού αὐτοί ψάρευαν (Ματθ. 4,18-22), πῶς συμπληρώθηκε ἡ ὁμάδα τῶν 12 μαθητῶν. Ἄλλωστε πέρα ἀπό τήν κλήση τῶν τεσσάρων πρώτων καί τοῦ Ματθαίου τῆς διήγησης αὐτῆς δέν γίνεται πουθενά λόγος γιά τήν κλήση τῶν ὑπολοίπων, ἀλλά γιά νά δώσει ἀκόμη ἕνα τυπικό καί ὑποδειγματικό περιστατικό ἄμεσης ἀνταπόκρισης στό προσκλητήριο τοῦ Ἰησοῦ καί μάλιστα –στήν περίπτωση τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος – ἑνός ἀνθρώπου πού προέρχεται ἀπό τίς τάξεις τῶν ἁμαρτωλῶν.

Τό ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη, πού τήν ἐποχή ἐκείνη συνδεόταν μέ ἀδικία καί ἁρπαγή τῶν ἀγαθῶν τῶν φορολογουμένων πρός ἱκανοποίηση τῶν Ρωμαϊκῶν ἀρχῶν ἀλλά καί τῶν ἰδίων τῶν τελωνῶν, εἶχε ἀποβεῖ συνώνυμο τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἡ διήγηση καταλήγει στό λόγιό του μέ τό ὁποῖο, ἀπαντώντας ὁ Ἰησοῦς στίς μεμψιμοιρίες τῶν Φαρισαίων, ἀφενός μέν παραθέτει τή φράση τοῦ προφήτη Ὠσηέ (6,6) «ἀγάπη θέλω καί ὄχι θυσίες» καί ἀφετέρου ἐξηγεῖ τόν λόγο καί τόν σκοπό τῆς δραστηριότητάς του μεταξύ τῶν τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν: «δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς».

Ὁ Ἰησοῦς συναντᾶ τόν Ματθαῖο νά κάθεται στό τελωνεῖο, προφανῶς ἐργαζόμενο, καί τοῦ ἀπευθύνει τήν πρόσκληση μέ τό γνωστό καί ἀπό τή διήγηση τῆς κλήσης τῶν πρώτων τεσσάρων μαθητῶν ρῆμα «ἀκολούθησέ με». Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ ἄμεση ἀνταπόκριση τοῦ τελώνη. Ὁ εὐαγγελιστής δέν ἐνδιαφέρεται νά δικαιολογήσει τήν ἐντυπωσιακή αὐτή ἀπόφαση μέ κάποια συμπληρωματική πληροφορία γιά προηγούμενη γνωριμία του μέ τόν Ἰησοῦ ἤ μέ τούς τέσσερες πρώτους ἁλιεῖς πού ἴσως γνώριζε, ἀλλ’ ἀποσκοπεῖ μᾶλλον στό νά ἐξάρει τήν ἀπόφαση τοῦ τελώνη ὡς ὑπόδειγμα ἄμεσης ἀνταπόκρισης, ὑπόδειγμα προφανῶς πρός μίμηση. Πρόκειται γιά μία συντριπτική ἀλλαγή τρόπου ζωῆς – ὁλοφάνερα προσωπικό βίωμα τοῦ Εὐαγγελιστῆ -, τήν ὁποία ὁ νέος μαθητής τοῦ Ἰησοῦ πανηγυρίζει μέ ἕνα μεγάλο συμπόσιο στό σπίτι του, στό ὁποῖο μετέχουν «πολλοί τελῶνες καί ἁμαρτωλοί», πράγμα τό ὁποῖο προκαλεῖ τό ἐρώτημα τῶν Φαρισαίων, ἐρώτημα πού περιέχει ἔντονη κριτική καί ἀποδοκιμασία τῆς στάσης τοῦ Ἰησοῦ καί τῶν μαθητῶν του : «Γιατί ὁ δάσκαλός σας τρώει μέ τούς τελῶνες καί τούς ἁμαρτωλούς;».

Ἐδῶ ἀκριβῶς διαφαίνεται ἡ διαφορά μεταξύ τῆς φαρισαϊκῆς ἀντίληψης γιά τόν ἀναμενόμενο Μεσσία καί τῆς χριστιανικῆς: Κατά τούς Φαρισαίους δέν εἶναι νοητό ἕνας Μεσσίας πού εἶναι ἅγιος νά συναναστρέφεται ἁμαρτωλούς καί συνεπῶς ὁ Ἰησοῦς δέν μπορεῖ νά εἶναι ὁ πραγματικός Μεσσίας, ἀφοῦ δέν διαφοροποιεῖ τή θέση του ἀπό τούς καταφρονητές τοῦ Νόμου. Ὁ Χριστός μέ τή στάση του δείχνει ὅτι ἡ ἁγιότητα δέν σημαίνει ἀποφυγή τῆς κοινωνίας μέ τούς ἁμαρτωλούς ἀλλ’ ἀπεναντίας συνάντηση μέ αὐτούς καί μεταμόρφωσή τους, προσκλητήριο γιά μετάνοια καί σωτηρία. Αὐτό ἄλλωστε ὑπογραμμίζεται στό τελευταῖο λόγιο τῆς διήγησης μέ κάποια ὑποκρυπτόμενη εἰρωνεία γιά τούς Φαρισαίους πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους καθαρό καί δίκαιο.

Ἴσως ἡ φράση «Δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό γιατρό οἱ ὑγιεῖς ἀλλά οἱ ἄρρωστοι» ἀποτελεῖ παροιμία τῆς ἐποχῆς πού τή μεταφέρει ὁ Ἰησοῦς στήν περιοχή τῆς θρησκευτικῆς ὑγείας καί ἀσθένειας, ὅπως σαφῶς φαίνεται στήν τελευταία φράση τῆς περικοπῆς: «δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς». Ἡ ὑποκρυπτόμενη στή φράση αὐτή εἰρωνεία συνίσταται στό ὅτι οἱ Φαρισαῖοι πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους δίκαιο βρίσκονται στήν ἴδια κατάσταση ἀνάγκης γιατροῦ ὅπως καί οἱ ἁμαρτωλοί. μέ τή διαφορά ὅτι αὐτοί οἱ τελευταῖοι τό συναισθάνονται καί δέχονται τή θεραπευτική προσφορά τοῦ Ἰησοῦ-ἰατροῦ ἐνῶ οἱ πρῶτοι, ἱκανοποιημένοι μέ τήν αὐτάρεσκη βεβαιότητα τῆς θρησκευτικῆς τους ἐπάρκειας, δέν ἀνταποκρίνονται στήν πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ γιά μετάνοια.

Ἐάν διηγοῦνται οἱ τρεῖς πρῶτοι εὐαγγελιστές τό προσκλητήριο πού ἀπηύθυνε ὁ Χριστός στούς τέσσερες ψαράδες καί τόν τελώνη νά γίνουν μαθητές του, δέν εἶναι γιατί ἐνδιαφέρονται νά μᾶς περιγράψουν σάν ἱστορικοί τό ξεκίνημα τοῦ Μεσσία στό ἐπί γῆς ἔργο του καί τή στρατολόγηση τῶν συνεργατῶν του, ἀλλά γιατί στόν τρόπο πού δέχτηκαν οἱ τέσσερες ψαράδες καί ὁ τελώνης τήν πρόσκληση καί ἀνταποκρίθηκαν ἀμέσως σ’ αὐτήν βλέπουν τό τυπικό παράδειγμα καί πρότυπο γιά τό πῶς πρέπει νά δέχεται ὁ ἄνθρωπος τό θεῖο κάλεσμα. Μέ αὐτό τό πρίσμα βλέποντας τή διήγησή μας μποροῦμε νά σταματήσουμε στά ἀκόλουθα σημεῖα.

Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά προσέξουμε ὅτι τό προσκλητήριο ἀπευθύνεται στούς τέσσερες ψαράδες καί στόν τελώνη τήν ὥρα ἀκριβῶς πού αὐτοί βρίσκονταν στίς ἐργασίες τους. Αὐτό μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει στή σκέψη ὅτι δέν χρειάζεται νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν κόσμο καί τή ζωή γιά νά τόν συναντήσει ὁ Θεός. Τέτοια φυγή διδάσκουν ὁρισμένα φιλοσοφικά συστήματα πού εἶναι διαποτισμένα μέ τήν ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος καί ἡ ὕλη εἶναι ἐκ φύσεως κακά στοιχεῖα καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος γιά νά βρεῖ τή σωτηρία τοῦ πρέπει νά φύγει μακριά ἀπ’ αὐτά. Κατά τήν Ἁγία Γραφή, ὁ κόσμος παρ’ ὅλη τή φθορά καί τήν πτώση του στό κακό καί στήν ἁμαρτία εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ· καί ὁ Θεός μέ δική του πρωτοβουλία συναντᾶ τόν ἄνθρωπο μέσα σ’ αὐτόν τόν κόσμο, μέσα στήν κοινωνία, μέσα στήν ἐργασία γιά νά τοῦ προσφέρει τή σωτηρία.

Τό προσκλητήριο γιά ἄλλους ἤδη σήμανε, γιά ἄλλους θά σημάνει ὁπωσδήποτε κάποτε: Θά εἶναι ἕνα συναρπαστικό κήρυγμα; Θά εἶναι ἕνα συγκλονιστικό βίωμα; Θά εἶναι μία ξαφνική ἀφύπνιση ἀπό τό λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας; Θά εἶναι ἡ πρόσκληση τοῦ ἱερέα; Θά εἶναι κάτι ἄλλο; Ὁ Θεός γνωρίζει πολλούς τρόπους γιά νά ἐπικοινωνεῖ μέ τό πλάσμα του καί νά τό σώζει. Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι τό ἀποκορύφωμα τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος νά βρεῖ τόν Θεό, ἀλλά εἶναι ἡ φανέρωση τῶν ἐνεργειῶν πού κάνει ὁ Θεός μέσα στήν ἱστορία γιά νά συναντήσει καί νά λυτρώσει τόν ἄνθρωπο καί πού ἡ σπουδαιότερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ σάρκωση, ἡ σταύρωση καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἕνα δεύτερο σημεῖο ποὺ θέλει νά τονίσει ἡ διήγηση εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἡ προθυμία ὑπακοῆς στά λόγια του τόσο τῶν τεσσάρων ψαράδων ὅσο καί τοῦ τελώνη Ματθαίου.

Τελικά, ἕνα μήνυμα ἀφύπνισης μᾶς ἀπευθύνει ἡ σημερινή διήγηση. Νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας, νά δεχτοῦμε μέ ἐμπιστοσύνη τό θεῖο κάλεσμα, νά ἀκολουθήσουμε ἀμέσως τόν Χριστό, ὁπουδήποτε κι ἄν βρισκόμαστε, μέσα στή ζωή, μέσα στήν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος καί τῆς ἐργασίας μας. Καί τό θαῦμα θά ἀκολουθήσει ἀμέσως· ἄς μήν περιμένουμε νά προηγηθεῖ γιά νά πεισθοῦμε.

2.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

α’. Ὅταν κάποτε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμιλοῦσε στοὺς μαθητές του, μέσα στὰ ἄλλα τοὺς εἶπε· «Οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην;» (1), ἐγὼ δὲν διάλεξα ἐσᾶς τοὺς δώδεκα; Καὶ σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση τοὺς εἶπε πάλι· «Ἐγὼ οἶδα οὕς ἐξελεξάμην» (2), ἐγὼ ξέρω ποιοὺς ἐδιάλεξα. Σήμερα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ ἁγίου εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, μᾶς ἔρχονται στὸ νοῦ τὰ παραπάνω λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς τὰ διαβάζομε στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη. Στὰ λόγια αὐτὰ καὶ στὴν κλήση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, ὅπως τὴν ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ὑπάρχει ἕνα μυστήριο καὶ ἕνα θαῦμα, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μιλήσουμε σήμερα.

β’. Τὸ μυστήριο, γιὰ τὸ ὁποῖο θέλομε νὰ ποῦμε σήμερα, εἶναι γιὰ τὸ ποιοὺς ἐξέλεξε καὶ κάλεσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοὺς κάμη ἀποστόλους του. Οὔτε σοφοὺς οὔτε ἰσχυροὺς κάλεσε, ἀλλὰ φτωχοὺς κι ἀγράμματους, κι ἀνθρώπους χωρὶς ὑπόληψη καὶ ὄνομα, καθὼς τὸ γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος γράφει καὶ τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἐξέλεξε καὶ κάλεσε τέτοιους ἀνθρώπους, καὶ μᾶς δίνει τὴν ἀπάντηση· «ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (3), γιὰ νὰ μὴν καυχηθῆ μπροστὰ στὸ Θεὸ κανένας ἄνθρωπος, εἴτε σοφὸς εἴτε δυνατός, πὼς τάχα στὴ δική του ἀξία ὀφείλεται ἡ νίκη τοῦ Εὐαγγελίου.

γ’. Ἀλλ’ ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τὸ μυστήριο μένει. Μὲ ποιὰ κριτήρια καὶ μὲ ποιὰ πρόγνωση ἐξέλεξε ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ ἐκείνους, ποὺ ὕστερα κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ τοὺς κάμη Ἀποστόλους; Τί ἔβλεπε μέσα σὲ κείνους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἕνας μάλιστα ἀπ’ αὐτοὺς τὸν πρόδωσε; Σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ δώσουμε ἀπάντηση καὶ ἐξήγηση, σὰν ἐκεῖνες ποὺ δίνει ὁ λογισμός μας στὰ φυσικὰ πράγματα. Δὲν ἐξηγοῦνται φυσικὰ καὶ λογικὰ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ· πάντα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἀνεξιχνίαστη. «Τὶς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου;» (4), λέγει ἡ θεία Γραφή, ποιὸς δηλαδὴ μπόρεσε νὰ καταλάβη τί ἔχει ὁ Θεὸς στὴ σκέψη του;

δ’. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο σήμερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καλεῖ τὸν τελώνη Ματθαῖο, γιὰ νὰ τὸν κάμη Ἀπόστολο, ἡ προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἐκεῖνος τὰ ἀφήνει ὅλα καὶ πηγαίνει κοντὰ μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν καλεῖ, αὐξάνουν τὴν ἄγνοιά μας μπροστὰ στὸ μυστήριο, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε. Τί ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ ἔκαμε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ καλέση τὸν τελώνη, γιὰ νὰ τὸν κάμη Ἀπόστολο, ἕναν ἄνθρωπο ὄχι μόνο ἄσημο, ἀλλὰ καὶ ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ περιφρονημένο ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους; Καὶ τί ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ ἔκαμε τὸν τελώνη νὰ τὰ ἀφήση ὅλα καὶ νὰ ὑπακούση στὴν κλήση; Αὐτά, καθὼς τὰ διαβάζομε καὶ τὰ ἀκοῦμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, μᾶς γεννᾶνε ἀπορίες κι ἐρωτήματα ἀναπάντητα. Μὲ τὸ μυαλό μας δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅσο κι ἂν παραδεχθοῦμε πὼς ὑπῆρχε κάποια προετοιμασία σ’ αὐτοὺς ποὺ κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἤ ὅτι τὸ θεῖο πρόσωπό του εἶχε κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη τους! Πιὸ πέρα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπινους συλλογισμούς μας, γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὸ μυστήριο, μένει πάντα ἡ ἀνερμήνευτη βουλὴ τοῦ Θεοῦ.

ε’. Καὶ τὸ θαῦμα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐρχόμαστε τώρα νὰ ποῦμε, εἶναι τὸ τί ἔγιναν, ὅποιοι κι ἂν ἦσαν, ἐκεῖνοι ποὺ ἐξέλεξε καὶ κάλεσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοὺς κάμη Ἀποστόλους τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ τελῶνες καὶ οἱ ψαράδες γίνονται ἅγιοι καὶ σοφοί, οἱ ἀδύνατοι καὶ ἄσημοι ἄνθρωποι νικοῦν τὸν κόσμο, οἱ δειλοὶ καὶ οἱ φοβισμένοι γίνονται ἀτρόμητοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Τὸ θαῦμα αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο λέμε, εἶναι ἕνα θαῦμα διπλὸ· ἕνα θαῦμα πρῶτα ἐσωτερικό, μιὰ ἀλλαγὴ ποὺ ἔγινε μέσα στοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὺς ποὺ ἐκλέχτηκαν γιὰ νὰ γίνουν ἀπόστολοι, κι ἕνα θαῦμα ὕστερα ἐξωτερικό, μιὰ ἀλλαγὴ τῶν πραγμάτων, ποὺ ἔγινε στὸν κόσμο μὲ τὸ κήρυγμα τῶν ἀποστόλων. Αὐτὸ τὸ δεύτερο δὲν θὰ τὸ καταλάβωμε καὶ δὲν θὰ τὸ ἐκτιμήσουμε στὴν πραγματική του ἀξία, ἂν δὲν σκεφτοῦμε καὶ δὲν δοῦμε τί ἦταν πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ὁ κόσμος καὶ ὁ κοινωνικὸς βίος τῶν ἀνθρώπων.

ς’. Μᾶς ἐνδιαφέρει σήμερα τὸ πρῶτο, τὸ θαῦμα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινε μέσα στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ γίνουν ἀπόστολοι. Ὅτι ἄλλαξαν καὶ δὲν ἔμειναν ἐκεῖνοι ποὺ ἦσαν πρῶτα, εἶναι γεγονός· τὸ βεβαιώνουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὴ ζωή τους καὶ μὲ τὸ θάνατό τους μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐξωτερικὴ παιδευτικὴ ἐργασία τοῦ θείου Διδασκάλου νὰ ἑτοιμάση τοὺς ἀποστόλους, καθὼς τὴ βλέπομε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι καὶ ἡ μυστικὴ ἐνέργεια τῆς θείας χάρης, ποὺ τοὺς ἄλλαξε καὶ τοὺς ἔκαμε νέους ἀνθρώπους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ πύρινες γλῶσσες, ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἦρθε ἀπάνω στοὺς μαθητές, πρῶτα τοὺς καθάρισε καὶ τοὺς ἔκαμε καινούργιους ἀνθρώπους, κι ὕστερα τοὺς θέρμανε καὶ τοὺς φώτισε, γιὰ νὰ βγοῦν στὸν κόσμο καὶ νὰ κηρύξουν «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων» (5) ἐκεῖνα ποὺ εἶδαν καὶ ἤκουσαν κοντὰ στὸ θεῖο Διδάσκαλο καὶ Σωτήρα Χριστό. Τὸ «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων» λέγεται εἰδικὰ στὴ θεία Γραφὴ γιὰ τὸ μεγάλο ἀπόστολο Παῦλο, μὰ ταιριάζει γιὰ ὅλους τοὺς Ἀποστόλους.

ζ’. Στὸν καιρό μας ἴσως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης, σὰν ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου· μᾶς κάνουν ἐντύπωση κάποιες ἐξωτερικὲς ἐπιτυχίες καὶ κοινωνικὲς δραστηριότητες τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὲς οἱ ἐπιτυχίες κι οἱ δραστηριότητες δὲν ἔχουν πάντα πολλὴ σχέση μὲ τὴ θεία χάρη καὶ τὴν ἁγιωσύνη· εἶναι, καθὼς λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, λαμπερὲς κακίες, κακίες ποὺ ξεγελοῦν καὶ φαίνονται γιὰ ἅγιες πράξεις. Πρέπει ὅμως νὰ πιστεύωμε ὅτι τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης εἶναι ἐσωτερικὸ καὶ προσωπικό. Ὄχι σὰν μιὰ φιλοσοφικὴ καὶ θεωρητικὴ ἰδεολογία ἤ σὰν ἕνα σύνθημα ποὺ πέφτει γιὰ νὰ φανατίση ἤ σὰν ἕνα ἀνθρωπιστικὸ λεγόμενο κήρυγμα, ποὺ πάντα μένει στὴν ἐπιφάνεια καὶ δὲν ἀγγίζει τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης, τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀναγέννηση καὶ ἀνακαίνιση ριζικὴ καὶ προσωπική. Μέσα στὰ θεόπνευστα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄπειρα τὰ παραδείγματα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ λούστηκαν στὰ ρεῖθρα τῆς θείας χάρης καὶ ξαναγεννήθηκαν. Εἶναι τελῶνες, ποὺ ἔγιναν Εὐαγγελιστές, καθὼς ὁ Ματθαῖος· εἶναι ληστές, ποὺ βρῆκαν τὸν παράδεισο, σὰν ἐκεῖνος ποὺ σταυρώθηκε μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ· εἶναι γυναῖκες ἁμαρτωλές, ποὺ ἄλλαξαν κι ἔγιναν μεγάλες ἅγιες, σὰν τὴν ὁσία Πελαγία καὶ τὴν ὁσία Μαρία· εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἡ ἁγιωσύνη τους εἶναι καρπὸς τῆς θείας χάρης.

η’. Ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ἔργο καὶ τὸ κατόρθωμα τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ματθαῖος ἤ Λεβίς, καθὼς εἶναι ἕνα δεύτερο ὄνομά του, εἶναι ὁ τελώνης, ποὺ ἔγινε ὁ ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κι ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἕνα βιβλίο ποὺ διαβάστηκε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο στὸν κόσμο. Ἀξίζει νὰ κλείσουμε τὸ σημερινὸ κήρυγμα, στὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, μὲ τὶς λέξεις μὲ τὶς ὁποῖες κλείνει καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιό του. Εἶναι ἡ θεία καὶ γλυκύτατη φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνάσταση, μὲ τὴν ὁποία βεβαιώνει τοὺς μαθητές του καὶ τὴν Ἐκκλησία ὅτι θὰ εἶναι πάντα μαζί μας ὥς τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Εἶναι ἡ ὑπόσχεση καὶ βεβαίωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ οἱ πιστοί, «ἄγκυραν ἐλπίδος κατέχοντες ἀγαλλόμεθα», καθὼς τὸ ψάλλομε στὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητὲς του καθὼς τὸ παραδίδει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος «…ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος» (6) Ἀμήν.
Ἀθήνα, 13 Νοεμβρίου 1980
† ὁ Σ.Κ.Δ

* Ἐλέχθη στὸν ἰ. Ναὸ τοῦ ἁγίου Νικολάου τὴν Κυριακὴ 16.11.1980

Ὑποσημειώσεις

1. Ἰω. 6,70.
2. Ἰω. 13,18.
3. Α’ Κορ. 1,29.
4. Ἡσ. 40,13.
5. Πράξ. 9,15.
6. Ματθ. 28,20.