Ἀλεβιζόπουλος Ἀντώνιος (Πρεσβύτερος (+))

 

  1. Καθολικότης τῆς ἐνορίας

    Εἴπομεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία συγκροτεῖται καὶ φανερώνεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς αὐτήν. Ἡ θεία εὐχαριστία εἶναι τὸ μυστήριον τὸ ὁποῖον μεταβάλλει μίαν κοινότητα, ὅπως εἶναι ἡ ἐνορία, εἰς Ἐκκλησίαν (Α’ Κορινθίους 10,16-17).

    Ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ Καθολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, λέγει, καθὼς εἴδομεν, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος καὶ διακηρύσσει, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μίαν καθολικότητα ἐσωτερικὴν καὶ ὄχι ἐξωτερικὴν (γεωγραφικήν), ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν ἐνορίαν. Τοῦτο, διότι εἰς τὴν ἐνορίαν εὑρίσκεται μὲ τὴν θείαν εὐχαριστίαν ὁ Χριστός, ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρος.

    Ἡ τοποθέτησις αὐτὴ τῆς ἐνορίας, βασίζεται πλήρως εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς. «Ὅταν, λοιπόν, συνέρχεσθε ὡς Ἐκκλησία (συνερχομένων ὑμῶν ἐν Ἐκκλησίᾳ), ἀκούω ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ σας διαιρέσεις… Δὲν ἔχετε σπίτια διὰ νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε; Ἡ καταφρονεῖτε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ;… Διότι ἐγὼ παρέλαβον ἀπὸ τὸν Κύριον ὅ,τι καὶ σᾶς παρέδωσα. Ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς κατὰ τὴν νύκτα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παρεδίδετο, ἔλαβε ἄρτον καὶ ἀφοῦ εὐχαρίστησε, τὸν ἔκοψε καὶ εἶπε: Λάβετε φάγετε… » (Α’ Κορινθίους 11,18-23).

    Ἐδῶ, βλέπομεν νὰ χρησιμοποιῆ ὁ Ἀπόστολος τὸν ὅρον Ἐκκλησία μὲ ἔννοιαν ὄχι στατικήν, ἀλλὰ δυναμικὴν καὶ νὰ τὸν ταυτίζη μὲ τὰς συνάξεις τῆς Χριστιανικῆς κοινότητος τῆς Κορίνθου πρὸς τέλεσιν τῆς θείας εὐχαριστίας.

    Μὲ ἄλλα λόγια, κάθε φορὰν κατὰ τὴν ὁποίαν συνέρχονται οἱ Χριστιανοὶ μίας ἐνορίας πρὸς τέλεσιν τῆς θείας εὐχαριστίας γίνονται Ἐκκλησία, ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία (Παράβαλλε καὶ Ρωμαίους 16,23).

    Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος καταδικάζει τόσον κατηγορηματικῶς κάθε διαίρεσιν μέσα εἰς αὐτὰς τὰς συνάξεις καὶ λέγει ὅτι κάθε τι τὸ ὁποῖον παρενοχλεῖ αὐτὴν τὴν μυστηριακὴν ἑνότητα ἀποτελεῖ προσβολὴν κατὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ καταφρόνησιν ὁλοκλήρου της Ἐκκλησίας (Παράβαλλε καὶ Κορινθίους 11,17-34. 1,13).

    Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐνορία ἐκφράζει τὴν ζωὴν ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, φανερώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἐν γένει πνευματικὴν ζωὴν τῶν ἐνοριτῶν, ἡ ὁποία πραγματώνεται εἰς τὰ πλαίσια τῆς ζωῆς τῆς ἐνορίας.

    Ἡ ἐνορία ἔχει τοὺς Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὸν κανονικὸν Ὀρθόδοξον ἐπίσκοπόν τῆς περιοχῆς καὶ ἐγγυῶνται διὰ τὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν λειτουργικὴν ζωὴν καὶ διὰ τὴν ἑνότητα μαζί Του. Εἰς τὴν ἐνορίαν θὰ εὕρωμεν τὸ ἱερὸν βάπτισμα, τὸ ἅγιον χρῖσμα καὶ ὅλα τὰ ἱερὰ μυστήρια. Ἀκόμη, θὰ εὕρωμεν καὶ τὸ μυστήριον τῶν μυστηρίων, τὴν θείαν εὐχαριστίαν. Κάθε φορὰν κατὰ τὴν ὁποίαν συνέρχονται οἱ ἐνορίται διὰ νὰ τελεσθῆ ἡ θεία Λειτουργία, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι συνέρχονται «ἐν Ἐκκλησίᾳ» (Α’ Κορινθίους 11,18), συγκροτοῦν τὴν Ἐκκλησίαν ὁλόκληρον (Παράβαλλε Ρωμαίους 16,23). Κάθε μέλος μίας ἐνορίας ἀνήκει διὰ τῆς ἐνορίας του εἰς τὴν Καθολικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

    Τοιουτοτρόπως, ἡ ἐνορία δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ὁλόκληρον τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ καθολικότης τῆς ὁποίας προσδιορίζεται, καθὼς εἴδομεν, ἐσωτερικῶς, μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν θείαν εὐχαριστίαν.

    Κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν τῆς ἐνορίας εἶναι παρὼν ὁ Ἐπίσκοπος. Αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχει, καθὼς εἴπομεν, τὸ γεγονὸς ὅτι μνημονεύεται τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὸν ἱερέα. Εἶναι, ἀκόμη, παρόντες οἱ Πρεσβύτεροι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Διάκονοι καὶ ὁλόκληρος ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.

    Παρόντες εἶναι καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοι, μαζὶ μὲ τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον καὶ ὅλους τους Ἁγίους.

    Εἶναι, ἀκόμη, παρὼν καὶ ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος ἐξαποστέλλει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, διὰ νὰ μεταβάλη τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον εἰς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ.

    Παροῦσα εἶναι καὶ ὁλόκληρος ἡ δημιουργία, ἡ ὁποία προσλαμβάνεται εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν καὶ μεταμορφώνεται καὶ γίνεται νέα δημιουργία «ἐν Χριστῷ». Εἶναι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, τὰ ὁποῖα γίνονται Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, εἶναι τὰ κεράκια, αἱ ἅγιαι εἰκόνες, ὁ σταυρὸς καὶ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα λαμβάνουν μέρος εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν. Εἶναι τὸ νερό, τὸ λάδι, τὸ θυμίαμα, τὰ βάϊα, τὰ ἄνθη, ὁλόκληρος ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ ἑνώνεται μέσα εἰς τὴν θείαν λατρείαν καὶ ἐπανευρίσκει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπώλεσε μὲ τὴν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴν ἐσωτερικὴν ἑνότητα, τὴν ὀρθὴν σχέσιν μὲ τὸν Θεόν, ἡ ὁποία εἶναι σχέσις εὐχαριστιακή, σχέσις προσφορᾶς ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου (Παράβαλλε Α’ Παραλειπομένων 29,14-16).

    Εἰς τὴν θείαν εὐχαριστίαν καὶ εἰς τὴν λειτουργικὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας μας τὰ πάντα ἀναφέρονται καὶ προσφέρονται εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ γίνη καὶ πάλιν Ἐκεῖνος τὸ κέντρον τοῦ κόσμου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ θεία Λειτουργία τῆς ἐνορίας, ὅπως κάθε θεία Λειτουργία, γίνεται Παράδεισος, Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ὅσοι μετέχουν πραγματικῶς εἰς αὐτὴν γεύονται καὶ ἀπὸ αὐτήν, ἀκόμη, τὴν ζωήν, τὴν ἔναρξιν τῆς Βασιλείας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

    2. Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν!

    Τὸ γεγονὸς αὐτῆς τῆς ἑνότητος καλοῦνται νὰ ζήσουν ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐνορίας. Ὅλοι καλούμεθα νὰ μεταβάλλωμεν τὴν ζωὴν τῆς ἐνορίας μας εἰς μικρὸν παράδεισον, ὅπου θὰ ζῶμεν πάλιν τὴν χαμένην ἑνότητα μὲ τὸν Χριστόν, τὴν κεφαλὴν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη της, μὲ ὅλους τους ἀδελφούς μας.

    Αὐτὸ τὸ ὁποῖον μὲ τόσον ἔντονον τρόπον ὀφείλομεν νὰ ζῶμεν εἰς τὴν θείαν εὐχαριστίαν, τὸ γεγονός, δηλαδή, τοῦ ἑνὸς Σώματος (Α’ Κορινθίους 10,17), καλούμεθα νὰ τὸ ζήσωμεν καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν θείαν Λειτουργίαν, εἰς τὴν καθημερινὴν ζωὴν μὲ τοὺς ἀδελφούς, διὰ νὰ γίνη τοιουτοτρόπως ἡ ζωὴ μας ὁλόκληρος συνεχιζόμενη εὐχαριστία.

    Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἱερεύς, εἰς τὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, μᾶς λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἀπέλθωμεν «ἐν εἰρήνῃ», «ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν!», λέγει. Αὐτήν, δηλαδή, τὴν ἀδελφωσύνην τὴν ὁποίαν ἐζήσαμεν μὲ τὴν θείαν κοινωνίαν, καλούμεθα νὰ τὴν συνεχίσωμεν καὶ εἰς τὴν ζωήν μας τὴν καθημερινήν, ὁλόκληρον τὴν ἑβδομάδα. Αὐτὸ θὰ εἴπη τὸ «ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν»!

    Πρέπει, ὅμως, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν τὸ αἰσθανόμεθα αὐτό, οὔτε κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν, οὔτε καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν, εἰς τὴν καθημερινήν μας συναναστροφὴν μὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐνορίας μας. Δὲν αἰσθανόμεθα τὴν θείαν εὐχαριστίαν ὡς μυστήριον τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Χριστὸν καὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ δι’ αὐτὸ δὲν αἰσθανόμεθα τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας ἔχει τὸ γεγονὸς αὐτὸ διὰ τὴν καθημερινήν μας ζωήν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμε νὰ καταλάβωμεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προγευώμεθα εἰς τὴν θείαν εὐχαριστίαν τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

    Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ θεία κοινωνία μὲ τὴν σκέψιν ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐνωθῶμεν μὲ τὸν Χριστὸν καὶ λησμονοῦμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνωθῶμεν μὲ τὴν κεφαλὴν ἑνὸς σώματος, ἐὰν δὲν ἐνωθῶμεν ταυτοχρόνως καὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Σώματος αὐτοῦ. «Ἕνα Σῶμα ὑπάρχει καὶ ἕνα Πνεῦμα καθὼς καὶ μία εἶναι ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεώς σας, τὴν ὁποίαν ἐλάβατε. Ἕνας Κύριος, μία πίστις, ἕνα βάπτισμα, ἕνας Θεὸς καὶ Πατὴρ ὅλων», ὑπογραμμίζει ὁ Ἀπόστολος (Ἐφεσίους 4,4-6). Ὅποιος λησμονεῖ τὴν βασικὴν αὐτὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Χριστόν.

    3. Τὰ χαρίσματα εἰς τὴν ζωὴν τῆς ἐνορίας μας

    Ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐνορίας δὲν ἔχουν τὴν ἰδίαν θερμὴν πίστιν, οὔτε τὴν ἰδίαν ἀγάπην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς. Εἶναι, λοιπόν, φυσικὸν νὰ μὴ παρουσιάζουν καὶ τὸν ἴδιον ζῆλον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν.

    Ὅμως, τὰ συνειδητὰ μέλη τῆς ἐνορίας ἀποτελοῦν τὸ πνευματικὸν ἐκεῖνο προζύμι, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ εἶναι ἐλάχιστον, ἔχει ὡς προορισμόν του νὰ ζυμώση ὅλον τὸ ζυμάρι (Ματθαῖος 13,33. Α’ Κορινθίους 5,6). Λίγο εἶναι, ἐπίσης, καὶ τὸ ἁλάτι, ἀλλὰ ἡ δραστικότης του εἶναι μεγάλη, ἐφ’ ὅσον ὅμως, διατηρεῖ τὴν ἁλατιστικὴν του ἱκανότητα καὶ δὲν εἶναι «ἄναλον» (Μάρκος 9,50. Παράβαλλε καὶ Ματθαῖος 5,13. Λουκᾶς 14,34). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅλα τὰ χαρίσματα πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται «πρὸς οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας» (Α’ Κορινθίους 14,12). «Πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω» (Α’ Κορινθίους 14,26). Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἔχη ὑπ’ ὄψιν του κάθε πιστός.

    Ὁ κάθε πιστὸς ἔλαβε, καθὼς ἀναφέραμεν, τὴν σφραγίδα τῆς Δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἐφεσίους 1,13-14. 4,30. Α’ Ἰωάννης 2,20. 27). Ἔλαβε διάφορα χαρίσματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐνεργοποιηθοῦν εἰς τὴν λατρευτικὴν ζωὴν τῆς ἐνορίας καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν δραστηριότητά της.

    «Εἰς τὸν καθένα δίδεται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος διὰ τὸ συμφέρον», λέγει ὁ Ἀπόστολος. «Εἰς τὸν ἕνα δίδεται διὰ τοῦ Πνεύματος λόγος σοφίας, εἰς τὸν ἄλλον λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα… Ὅπως ἀκριβῶς τὸ σῶμα εἶναι ἕνα ἀλλὰ ἔχει πολλὰ μέλη, ὅλα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος, ἂν καὶ εἶναι πολλά, ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός. Διότι εἰς ἕνα Πνεῦμα ὅλοι ἡμεῖς ἐβαπτίσθημεν καὶ κατέστημεν ἕνα σῶμα, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ ὅλοι μὲ ἕνα Πνεῦμα ἐποτίσθημεν» (Α’ Κορινθίους 12,7-13).

    «Τώρα ὑπάρχουν πολλὰ μέλη ἀλλὰ ἕνα σῶμα. Δὲν ἠμπορεῖ τὸ μάτι νὰ εἴπῃ εἰς τὸ χέρι: Δὲν σὲ ἔχω ἀνάγκην ἢ τὸ κεφάλι εἰς τὰ πόδια: Δὲν σᾶς ἔχω ἀνάγκην. Ἀντιθέτως, τὰ μέλη τὰ ὁποῖα φαίνονται ὅτι εἶναι ἀσθενέστερα εἶναι ἀναγκαῖα» (Α’ Κορινθίους 12,20-22). «Διότι ὅπως εἰς ἕνα σῶμα ἔχομεν πολλὰ μέλη, ἀλλ’ ὅλα τὰ μέλη δὲν ἔχουν τὴν ἰδίαν λειτουργίαν, οὕτω ἐμεῖς οἱ πολλοὶ ἀποτελοῦμεν ἕνα σῶμα ἐν Χριστῷ καὶ ὁ καθένας εἴμεθα μέλη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου» (Ρωμαίους 12,4-5).

    «Ὁ Θεὸς συνέμιξε τὸ σῶμα καὶ ἔδωσε μεγαλυτέραν τιμὴν εἰς τὸ μέλος τὸ ὁποῖον τὴν στερεῖται, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαίρεσις εἰς τὸ σῶμα ἀλλὰ νὰ ἔχουν τὰ μέλη τὴν ἰδίαν φροντίδα τὸ ἕνα διὰ τὸ ἄλλο. Ἐὰν τὸ ἕνα μέλος πάσχῃ, συμπάσχουν ὅλα τὰ μέλη* ἐὰν ἕνα μέλος τιμᾶται, χαίρουν μαζὶ ὅλα τὰ μέλη. Σεῖς εἶσθε σῶμα Χριστοῦ καὶ ὁ καθένας εἶναι μέλος τοῦ Σώματος» (Α’ Κορινθίους 12,24-27).

    Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν λάβει τὸ δῶρον τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατέχουν ὑψηλὰς θέσεις μέσα εἰς τὸ Σῶμα της, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡς ἔργον των τὰς ταπεινοτέρας ἀπασχολήσεις. Ὅλοι εἶναι ἡνωμένοι μέσα εἰς τὸ κοινὸν Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ καθένας ἐξυπηρετεῖ μὲ τὴν διακονίαν τοῦ τοὺς ἀδελφούς.

    «Κανεὶς νὰ μὴ πιστέψη», λέγει, «ὅτι κατέχει τὸ δῶρον τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς ὡς ἰδικὸν του κτῆμα μόνον…

    Ἄλλα μέλη βοηθοῦν τὸ σῶμα νὰ βλέπη τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἄλλα δὲν χάνουν καθόλου τὴν ἐπαφὴν των μὲ τὴν γῆν. Πράγματι, τὸ μάτι εἶναι στραμμένον εἰς τὸ φῶς καὶ πρέπει νὰ προφυλαχθῆ ἀπὸ τὴν σκόνην διὰ νὰ μὴ τυφλωθῆ. Ὅμως, τὸ πόδι ἐκπληρώνει τὴν Ἀποστολὴν του ὅταν δὲν φοβᾶται νὰ λερωθῆ ἀπὸ τὴν ἐπαφήν του μὲ τὸ ἔδαφος. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μέλη τοῦ σώματος εἶναι ἡνωμένα ἀπὸ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ὅτι ἐξυπηρετοῦν ἀμοιβαίως τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Διότι τὸ πόδι τρέχει διὰ τὸ μάτι καὶ τὸ μάτι βλέπει διὰ νὰ φωτίζη τὸν δρόμον εἰς τὸ πόδι.

    Τὸ ἴδιον, λοιπόν, συμβαίνει καὶ μὲ τὰ μέλη τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας. Πρέπει νὰ ξεχωρίζωνται ἀπὸ τὸν ρόλον των καὶ νὰ ἑνώνωνται διὰ τῆς ἀγάπης, ὥστε οἱ πλέον καλλιεργημένοι ἄνθρωποι νὰ δείχνουν τὸν δρόμον εἰς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι παραμένουν περισσότερον εἰς τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὸ πόδι νὰ καθοδηγῆται ἀπὸ τὰ μάτια.

    Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττουν, χρησιμοποιοῦντες, ἀπὸ τῆς ἰδικῆς των καθαρῶς πλευρᾶς, τὴν δραστηριότητά των, διὰ ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ γήινα πράγματα, νὰ τὸ πράττουν διὰ τὸ καλὸν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προσφέρουν ὑψηλοτέρας ὑπηρεσίας, ὥστε τὸ πόδι νὰ μὴ βαδίζῃ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλά, ἐπίσης, καὶ διὰ τὸ μάτι, τὸ ὁποῖον τοῦ δείχνει τὸν δρόμον…

    Δὲν λαμβάνουν μόνον τὸ δῶρον τοῦ φωτὸς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰς πρώτας θέσεις μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλά, ἐπίσης, καὶ τὰ ταπεινότερα μέλη, τὰ ὁποῖα, παρ’ ὅτι μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τους ἀναβαίνουν καὶ αὐτὰ εἰς τὰς κορυφάς, ἐν τούτοις, παραμένουν ἐν μέσῳ τῶν ταπεινῶν ἀπασχολήσεων, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦν».

    Δὲν ἠμποροῦμε, λοιπόν, νὰ ἀπομονωθῶμεν ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, οὔτε νὰ κρύψωμεν ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸ τάλαντον τὸ ὁποῖον ἔχομεν λάβει καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν ἀδελφῶν. Ἂν αὐτὰ κάμωμεν, δὲν θὰ εἴμεθα δοῦλοι ἀγαθοὶ ἀλλὰ δοῦλοι πονηροὶ» (Ματθαῖος 24,45-51. 25,14-30. Λουκᾶς 12,43-46. Λουκᾶς 19,12-27).

    Ὀφείλομεν νὰ συμμετέχωμεν, ἐνεργῶς καὶ ὑπευθύνως εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὴν δραστηριότητα τῆς ἐνορίας μας, ἀναλόγως μὲ τὸ χάρισμα τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ καθένας μας. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ὑπηρεσίαν μας, ὅταν κληθῶμεν. «Ὁ καθένας, ἀναλόγως τοῦ χαρίσματος τὸ ὁποῖον ἔχει λάβει, ἂς τὸ χρησιμοποιῇ εἰς ἀμοιβαίαν ἀγάπην ὡς καλὸς διαχειριστὴς τῆς ποικίλης χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ὁμιλεῖ, ἂς εἶναι ὅπως ἁρμόζει εἰς ὁποῖον λέγει λόγια Θεοῦ* ἐὰν κανεὶς προσφέρη ὑπηρεσίαν, ἂς εἶναι ὡς τὸν ὑπηρετοῦντα μὲ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ Θεός, διὰ νὰ δοξάζεται εἰς ὅλα ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α’ Πέτρ. 4,10-11. Παράβαλλε καὶ Α’ Κορινθίους 14,16-19).

    «Δεῦτε, πιστοί, ἐπεργασώμεθα προθύμως τῷ δεσπότῃ· νέμει γὰρ τοῖς δούλοις τὸν πλοῦτον καὶ ἀναλόγως ἕκαστος πολυπλασιάσωμεν τὸ τῆς χάριτος τάλαντον· ὁ μὲν σοφίαν κοσμείτω δι’ ἔργων ἀγαθῶν, ὁ δὲ λειτουργίαν λαμπρότητος ἐπιτελείσθω, κοινωνήτω δὲ τοῦ λόγου πιστὸς τῷ ἀμυήτῳ, καὶ σκορπιζέτω τὸν πλοῦτον πένησιν ἄλλος· οὕτω γὰρ τὸ δάνειον πολυπλασιάσωμεν καὶ ὡς οἰκονόμοι πιστοί της χάριτος δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν. Αὐτῆς ἡμᾶς καταξίωσον, Χριστὲ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος» (Τροπάριον τῆς Μ. Τρίτης).

    «Ἐμπρός, πιστοί, ἂς καλλιεργήσωμεν μὲ προθυμίαν τὰ χαρίσματα ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Κύριον, ὅστις πλούσιος τὰ μοιράζει εἰς τοὺς δούλους Του. Ὁ καθένας μας, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰ τάλαντα τὰ ὁποῖα μᾶς ἐχάρισεν. Ὁ ἕνας ἂς μεταδώσῆ σοφίαν μὲ τὰς ἐναρέτους πράξεις του. Ὁ ἄλλος ἂς προσφέρῃ εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον λαμπρὰς ὑπηρεσίας. Ὅποιος ἐγνώρισε τὴν πίστιν, ἂς τὴν μεταδίδῃ μὲ τὸν λόγον του εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἄγνοιαν καὶ ὁ ἄλλος ἂς σκορπίζῃ τὸν πλοῦτον του εἰς τοὺς πτωχούς. Μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, θὰ πολλαπλασιάσωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδάνεισε ὁ Θεὸς καὶ ὡς πιστοὶ διαχειρισταὶ τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀξιωθῶμεν τῆς Δεσποτικῆς χαρᾶς».