1.

Γεώργιος,Μητροπολίτης Πάφου

Σὲ τρεῖς λόγους ἀποδίδει σήμερα ὁ Χριστὸς τὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν νὰ θεραπεύσουν τὸ δαιμονιζόμενο νέο, νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου. Πρῶτα, στὴν ἐλλιπῆ τους πίστη: «Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν», τοὺς λέει. Δεύτερον, στὴν ἐλαττωματική τους προσευχή. Καὶ τρίτον, στὴν ἀνυπαρξία νηστείας: «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ», προσθέτει.

Πολὺ σύντομα θὰ ἀναφερθοῦμε στὶς τρεῖς αὐτὲς χριστιανικὲς ἀρετές.

Μὲ τὸν ὅρο «πίστις» ἐννοοῦμε τὴν ἀποδοχὴ πραγμάτων ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς καὶ πού, χωρὶς νὰ εἶναι παράλογα, εἶναι ὑπέρλογα καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν μὲ τὴ λογική μας. Γίνονται ἀποδεκτὰ γιατί ἐμπιστευόμαστε ἐκεῖνον ποὺ μᾶς διαβεβαιώνει γιὰ τὴν ὕπαρξή τους. Δείχνουμε πίστη π.χ. ὅταν ἀποδεχόμαστε τὴν ὕπαρξη ἀγγέλων, τὴν ὕπαρξη τοῦ παραδείσου, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Δείχνουμε πίστη ὅταν δὲν ἔχουμε καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Αὐτὸ τὸ κάνουμε γιατί ξέρουμε ὅτι εἶναι «πιστὸς ὁ ἐπαγγειλάμενος». Μὲ τὶς προηγούμενες ἐνέργειές του, ὁ Θεός, ἀπέδειξε ὅτι εἶναι ἀληθὴς καὶ μπορεῖ νὰ ἐκπληρώσει ὅ,τι ὑπόσχεται.

Θὰ ’πρεπε οἱ ἀπόστολοι, ποὺ ἤξεραν ὅτι ὁ Θεὸς συντήρησε τοὺς προπάτορές τους στὴν ἔρημο γιὰ σαράντα χρόνια μὲ τὸ μάννα, ποὺ τοὺς πέρασε μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα, νὰ μὴν εἶχαν καμιὰν ἀμφιβολία ὅτι μποροῦσε νὰ ἐκδιώξει καὶ ἕνα δαιμόνιο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ λέμε πίστη. Τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ κι ὄχι στὸν ἄνθρωπο. Ἡ πίστη εἶναι μία ἕκτη αἴσθηση ποὺ μᾶς διευρύνει τὸν ὁρίζοντα.

Ὅσες φορὲς οἱ ἄνθρωποι ἐπέδειξαν πίστη, πέτυχαν τὸ θαῦμα. Ὅσες φορές, ὅμως, ταλαντεύτηκαν, ἀπέτυχαν. Ἀπόδειξη καὶ τώρα οἱ ἐννέα μαθητές: «Οὐκ ἠδυνήθησαν ἐκβαλεῖν αὐτό, διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν». Κι ἂν ἐλέγχονται δριμύτατα, ἂν χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸ Χριστὸ «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη» εἶναι γιατί εἶχαν ὅλες τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ πιστέψουν. Εἶδαν νεκροὺς νὰ ἐγείρονται, λεπροὺς νὰ καθαρίζονται, παραλύτους νὰ συσφίγγονται. Πῆραν πολλὲς ἀποδείξεις γιὰ τὴ δύναμη τῆς πίστης. Κι ὅμως γίνονται περίγελοι τοῦ σατανᾶ.

Μεγάλη εἶναι, ὅμως, καὶ ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς, τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Στὴν προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος στέκεται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» μὲ τὸν Θεό, σὲ μία σχέση παιδιοῦ πρὸς πατέρα. Εἶναι καὶ ἡ προσευχὴ ἐκδήλωση ἐμπιστοσύνης στὸν Θεό. Εἶναι, ταυτόχρονα, καὶ ἀναγνώριση τῶν ὁρίων μας, τῆς μεγάλης διαφορᾶς ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ Ἐκεῖνον. Μὲ τὴν προσευχὴ ἀναγνωρίζουμε τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν ἀδυναμία μας καὶ ξανοιγόμαστε στὸ πέλαγος τῆς μεγαλοσύνης καὶ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀβραάμ, προσευχόμενος στὸν Θεό, ἔπεσε κατὰ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ φώναξε: «Οἴμοι, ὅτι ἐγὼ εἰμὶ γῆ καὶ σποδός». Ἀλοίμονο! Μιλῶ μὲ τὸν Θεό, μὰ εἶμαι χῶμα καὶ στάχτη. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἠσαΐας καὶ οἱ ἄλλοι προφῆτες καὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ὁ τελώνης τῆς παραβολῆς, συναισθανόμενος τὴν ἀναξιότητά του καὶ τὴν ἀπόσταση ποὺ τὸν χώριζε ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν τολμοῦσε οὔτε τὰ μάτια του νὰ ψηλώσει στὸν οὐρανό, ἀλλὰ κτυποῦσε μόνο τὸ στῆθος του, λέγοντας: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Ὁ Χριστός, πολλὲς φορές, διαβεβαίωσε τόσο τοὺς ἀποστόλους ὅσο καὶ ὅλους τους ἀκροατές του, λέγοντάς τους: «Πάντα ὅσα ἂν αἰτήσησθε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε». Ὅσα ζητήσετε μὲ πίστη κατὰ τὴν προσευχή σας, θὰ σᾶς δοθοῦν.

Μὲ τὸ νὰ πεῖ σήμερα ὁ Χριστὸς ὅτι «τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ», ἤθελε νὰ καταστήσει σαφὲς ὅτι μὲ τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις ἡ ἐκδίωξη τοῦ δαίμονος ἦταν ἀδύνατη. Μόνον ἡ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ θερμὴ προσευχή, ἦταν δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξει τὸ νέο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο.

Καὶ τῆς νηστείας εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη, ὅπως μᾶς διαβεβαίωσε, σήμερα, ὁ Χριστός. Δηλώνει κι αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση τῶν ὁρίων μας καὶ τὴν ὑποταγή μας στὸ θεῖο θέλημα. Κάποιος ποὺ δὲν ἔχει Κύριον, συμπεριφέρεται ὅπως θέλει. Ἕνας ποὺ ἔχει Κύριον, ὑπακούει στὸν Κύριό του. Κι ἐμεῖς μὲ τὸ νὰ μὴν τρῶμε ὅ,τι θέλουμε σὲ κάποιες περιόδους ἀλλὰ νὰ ὑπακοῦμε στοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, δηλώνουμε τὴν ὑποταγή μας στὸ Θεό. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ ὑποταγή μας καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐπιτελεῖ τὸ θαῦμα.

Ἡ πραγματικὴ νηστεία, βέβαια, δὲν εἶναι ἁπλὴ ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένα εἴδη φαγητῶν. Εἶναι μία ἄσκηση τῆς θέλησής μας ποὺ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ πολλὲς ἄλλες ἀρετές. «Ἀληθὴς νηστεία (εἶναι) ἡ τῶν παθῶν ἀλλοτρίωσις. Ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός…»

Πίστη, λοιπόν, καὶ προσευχὴ ποὺ ἐνισχύονται ἀπὸ τὴ νηστεία εἶναι οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ νὰ ἐπιτελεσθεῖ τὸ θαῦμα. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐνδυναμώσουμε τὴν πίστη μας στὸν Θεό, ἂς ἐπικοινωνοῦμε συνεχῶς διὰ τῆς προσευχῆς μὲ αὐτὸν κι ἂς προετοιμαζόμαστε μὲ τὴ νηστεία ὥστε ὅταν χρειαστεῖ, στὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του νὰ εἰσακουσθεῖ καὶ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ αἴτησή μας.

† Ὁ Πάφου Γεώργιος – Μητρόπολη Πάφου

2.

Ἡ θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου υἱοῦ(Ματθ. ιζ,14-23)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ματθ. 17,14-21. Μάρκ. 9,14-29 Λουκ. 9,37-43

«Ἐγένετο δὲ τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ» τὴν ἑπομένην δηλαδὴ ἡμέραν ἀπὸ τῆς μεταμορφώσεώς Του «κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς». Ὁ Κύριος μετὰ τῶν τριῶν μαθητῶν Του κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ ὄρους εἰς τοὺς πρόποδας αὐτοῦ, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταὶ καὶ ὁ λαός. Ὁ Κύριος κατελθών κατευθύνεται ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταί. Ὁ Κύριος καὶ οἱ τρεῖς μαθηταὶ «ἐλθόντες πρὸς τοὺς μαθητάς εἶδον ὄχλον πολὺν περὶ αὐτοὺς καὶ Γραμματεῖς συζητοῦντας πρὸς αὐτούς». Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς (1) νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια, προσεπάθησαν νὰ θεραπεύσωσι δαιμονιζόμενόν τινα υἱὸν ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν. Οἱ Γραμματεῖς εὑρισκόμενοι ἐκεῖ καὶ ἰδόντες τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἐνέπαιζον πιθανὸν αὐτοὺς καὶ τὸν Διδάσκαλόν των. Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι συζητοῦν μετ’ αὐτῶν ὑπερασπίζοντες τὸν Διδάσκαλόν των. Ὁ λαὸς συνεκεντρώθη γύρω ἀπ’ αὐτούς. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην φθάνει καὶ ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν τριῶν ἄλλων μαθητῶν ἐκ τοῦ ὄρους. «Εὐθὺς πᾶς ὁ ὄχλος ἰδόντες Αὐτὸν ἐξεθαμβήθησαν» ἐξεπλάγησαν, οἱ ἄνθρωποι, διότι ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη ἐπικαίρως καὶ ἀπροσδοκήτως, ὅτε οἱ 9 μαθηταὶ Του ἐπολεμοῦντο ὑπὸ τῶν Γραμματέων ἤ διότι κατ’ ἄλλους — τὸ ὀλιγώτερον πιθανόν— ἔφερεν ἀκόμη ἀρκετὴν αἴγλην εἰς τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ ἐκ τῆς μεταμορφώσεώς Του. Ἡ αἴγλη αὕτη ὀλίγον χρόνον διήρκεσεν, διότι εὐθὺς οἱ ἄνθρωποι «προστρέχοντες ἠσπάζοντο Αὐτόν».

Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ τοὺς προστρέξαντας πρὸς Αὐτόν. «Τί συζητεῖτε πρὸς αὐτούς;» Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς συζητήσεώς σας μὲ τοὺς μαθητάς Μου; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην «ἰδοὺ ἀνὴρ ἐκ τοῦ ὄχλου προσῆλθεν Αὐτῷ γονυπετῶν καὶ ἐβόησε λέγων. Κύριε δέομαί Σου ἐπίβλεψαι καὶ ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται «καὶ κακῶς πάσχει. Μονογενής μου ἐστίν». Πατὴρ τις ἔχων δαιμονιζόμενον υἱὸν παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Αἱ διάφοροι κρίσεις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ συμβαίνουσι κατὰ διαφόρους φάσεις τῆς σελήνης, ἐξ οὗ ἡ δαιμονοπληξία ὀνομάζεται σεληνιασμός. Ὁ πατὴρ περιγράφει τὰς κρίσεις ταύτας τοῦ υἱοῦ του ὡς ἑξῆς. «Κύριε ἤνεγκα πρὸς Σὲ τὸν υἱόν μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον». Ὁ υἱὸς οὗτος δηλαδὴ κατείχετο ὑπὸ πονηροῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ θῦμα του ἄλαλον, ἀνίκανον νὰ ὁμιλήσῃ. Πλὴν αὐτοῦ τὸ πονηρὸν τοῦτο «πνεῦμα λαμβάνει αὐτὸν καὶ ἐξαίφνης κράζει καὶ ρήσσει» ἤτοι «σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ» τὸ ὁποῖον ἐξάγει ἐκ τοῦ στόματός του. «Τρίζει τοὺς ὀδόντας καὶ μόλις ἀποχωρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ ὁ δαίμων συντρίβων αὐτόν». Μετὰ τοὺς σπασμοὺς αὐτούς, τὸ τράνταγμα αὐτὸ ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς «ξηραίνεται» γίνεται ἄκαμπτος σἄν τὸ ξηρὸν ξύλον, ἀναισθητεῖ καὶ «πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ» προσθέτει ὁ δυστυχὴς πατήρ. Ὁ πατὴρ γνωρίζει εἰς τὸν Ἰησοῦν, ὅτι «ἐδεήθην τῶν μαθητῶν Σου, ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτὸ καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν». Παρεκάλεσα τοὺς μαθητάς Σου νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν.

Ὁ Κύριος ἐπιπλήττων τὴν ὀλιγοπιστίαν τῶν μαθητῶν Του καὶ τοῦ πατρὸς τούτου καὶ τὴν ἀπιστίαν τοῦ λαοῦ, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱὸς οὗτος, λέγει˙ «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» Ἡ γενεὰ τοῦ Κυρίου ἐδῶ εἶναι κυρίως ἡ τῶν Φαρισαίων. Αὕτη δὲν ἦτο μόνον ἄπιστος, ἀλλὰ καὶ διεστραμμένη, διότι παρ’ ὅλα τὰ θαύματά Του ἔμεινεν ἄπιστος εἰς Αὐτόν. Διά τοῦτο λέγει πρὸς αὐτήν: Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας εἰς μάτην διδάσκων ὑμᾶς; ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι ἀπιστοῦντας εἰς Ἐμὲ καὶ εὑρισκόμενος μαζί σας; Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἦτο ἀνοχή! Ὁ Κύριος ἐν τῇ ἀγανακτήσει Του ταύτῃ συμπονῶν πατέρα καὶ υἱόν—, ὁποία μεγαλοπρέπεια!—λέγει πρὸς τὸν πατέρα: «φέρετε αὐτὸν πρὸς ἐμέ. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς Αὐτόν», ὡδήγησαν τὸν δαιμονιζόμενον υἱὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. «Ἔτι δὲ προσερχόμενου αὐτοῦ» πρὸς τὸν Ἰησοῦν «τὸ δαιμόνιον ἰδὼν» τὸν Ἰησοῦν διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ παιδίου «ἔρρηξε αὐτὸν» μετὰ πατάγου ἔρριψε κατὰ γῆς «συνεσπάραξεν αὐτὸν» ἐτάραξε μὲ σπασμοὺς ὅλον τὸ σῶμα του καὶ ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς «πεσών ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων». Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὁμιλεῖ ἄλλοτε αὐτὸ τὸ ἴδιον καὶ ἄλλοτε διὰ τοῦ παιδίου. Ὁ Κύριος, ἵνα διδαχθῇ ὁ λαὸς τὸ μέγεθος τοῦ πονηροῦ τούτου πνεύματος καὶ αἰσθανθῇ τὴν ἐκ τῆς θεραπείας τοῦ υἱοῦ τούτου θείαν Του δύναμιν, ἐρωτᾷ τὸν πατέρα˙ «πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονε αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε˙ παιδιόθεν. Πολλάκις καὶ εἰς πῦρ αὐτὸν ἔβαλλεν καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν». Ὁ πατὴρ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν εἰς τὸ νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱὸν του ὀλιγοπιστῶν καὶ εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ ἐν πλήρει συντριβῇ λέγει πρὸς τὸν Ἰησοῦν: «Εἰ τι δύνῃ, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεῖς ἐφ’ ἡμᾶς». Ἂν δύνασαι, βοήθησέ μας!

Ἡ θαυματουργικὴ θεραπεία ἀπαιτεῖ καὶ τὴν πίστιν τοῦ θεραπευομένου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος φροντίζων νὰ διεγείρῃ τὴν πίστιν τοῦ πατρὸς καὶ ἐκ μετριοφροσύνης ἀποδίδων τὴν θεραπείαν εἰς τὴν πίστιν ταύτην λέγει τὸ «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Ὁ πατὴρ συγκεντρώνων τὰς ὀλίγας δυνάμεις τῆς πίστεώς του καὶ αἰσθανόμενος, ὅτι δὲν εἶναι, ὅσον ἔπρεπε, πιστός, λέγει μετὰ δακρύων πρὸς τὸν Ἰησοῦν «πιστεύω˙ βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ» ἤτοι βοήθησόν με τὸν ὀλιγόπιστον. Αὐτὸ ἤθελε καὶ ὁ Κύριος, τὴν πίστιν ταύτην. Ἔπειτα προβαίνει εἰς τὸ θαῦμα ὡς ἑξῆς:

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ εἰς μικρᾶν ἀπόστασιν εὑρισκόμενος ὄχλος συγκεντρώνεται πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος ἀποφεύγων πάντοτε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ ὄχλου «ἰδών, ὅτι ἐπισυντρέχει ὁ ὄχλος» ὅτι συγκεντρώνεται ὁ λαὸς «ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ» διέταξε τὸν διάβολον «λέγων αὐτῷ˙ τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν πνεῦμα ἐγὼ ἐπιτάσσω σοι, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Ὀνομάζεται ὁ κατέχων τὸν υἱὸν τοῦτον πνεῦμα ἄλαλον καὶ κωφόν, διότι προκαλεῖ εἰς τὸ θῦμα του κωφότητα καὶ βωβαμάραν. Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὑπακούει εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεανθρώπου καὶ ἀφίνων τὰ τελευταῖα δείγματα τῆς κακίας του ἐπὶ τοῦ θύματός του «κράξαν» τὸ ἴδιον «καὶ πολλὰ σπαράξαν» τὸ θῦμα Του «ἐξῆλθεν». Ὁ δὲ υἱὸς «ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε τοὺς πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν». Ὁ Ἰησοῦς λίαν συμπαθῶς «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἤγειρεν αὐτόν». Ὁ υἱὸς «ἐθεραπεύθη ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης καὶ ἀνέστη» καὶ ἠγέρθη, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐθεράπευσε τὸν υἱὸν τοῦτον «ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ» τὸν παρέδωκε εἰς τὸν πατέρα Του. Πάντες οἱ ἄνθρωποι βλέποντες ταῦτα «ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ», ἐξεπλήσσοντο διὰ τὰ μεγάλα ταῦτα ἔργα τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ Θεοῦ.

Μετὰ ταῦτα «εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς οἶκον οἱ μαθηταί αὐτοῦ κατ’ ἰδίαν ἐπηρώτων αὐτόν, διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν» δὲν μπορέσαμεν «ἐκβαλεῖν αὐτὸ» νὰ ἀποδιώξωμεν τὸ πονηρὸν δηλαδὴ αὐτὸ πνεῦμα; Ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾷ: «διὰ τὴν ὀλιγοπιστίαν ὑμῶν». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχον λάβει ἐξουσίαν νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια. Πεποιθότες ὅμως εἰς τὴν ἰδίαν των δύναμιν καὶ μὴ καταφυγόντες εἰς τὴν προσευχήν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος λέγει πρὸς τοὺς Ἀποστόλους Του «τοῦτο τὸ γένος» τῶν δαιμόνων γενικῶς «ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Ὁ Κύριος δεικνύων τὴν δύναμιν τῆς πίστεως ἐνισχυομένην ὑπὸ τῆς προσευχῆς συμπληροῖ λέγων: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβα ἔνθεν ἐκεῖ καὶ μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν». Πίστις ὡς κόκκος σινάπεως εἶναι ἡ θερμὴ πίστις, ὡς θερμὸς εἶναι ὁ σιναπόσπορος. Αὕτη δύναται ὄρη νὰ μετακινήσῃ, λέγει ὁ Κύριος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι δὲν μετεκίνησαν ὄρη, διότι δὲν παρέστη ἀνάγκη τοιαύτη. Ἀνέστησαν ὅμως νεκροὺς μὲ τὴν πίστιν των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀνώτερον τῆς μετακινήσεως τῶν ὀρέων.

Θέμα: Ἀνατροφὴ τῶν τέκνων.

Εἰς τὴν Εὐαγγελικὴν περικοπὴν τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ δίδεται ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ζωῆς μας. Ἂς ἴδωμεν.

Α. Ἐξωχριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδίων: Προκειμένου νὰ ἴδωμεν τὰς ἐλλείψεις τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδίων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παιδὶ καὶ τοὺς διδασκάλους του. Ἐπειδὴ δὲ διδάσκαλοι τοῦ παιδίου πλὴν τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ οἰκογένεια καὶ τὸ σχολεῖον, θὰ ἴδωμεν τὴν φύσιν τοῦ παιδίου, τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους αὐτοῦ.

Πρῶτον. Ἡ φύσις τοῦ παιδίου: Ἐκ τῆς ἀνωτέρω εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἴδομεν, ὅτι ὁ υἱὸς «κακῶς σεληνιάζεται. Πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ, πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ξηραίνεται». Ἡ δὲ ζωὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ παῖς παρ’ ὅλην τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν ποὺ ἔχει εἰς μικράν ἡλικίαν, ὅσον προχωρεῖ εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁ ἐγωϊσμός, τὸ πεῖσμα, ἡ ζήλεια καὶ τὰ λοιπὰ πάθη εἶναι ψεγάδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας ἀναντίρρητα. Ἡ εἰκὼν τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς δὲν ὑπολείπεται πολλάκις τοῦ παιδικοῦ δαιμονίου ὑγιοῦς υἱοῦ. Καὶ τὸ παιδί, ὅταν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος πάθους τινός, τινάζεται, ξηραίνεται, κακῶς δαιμονίζεται. Ἡ κακία πηγάζουσα ἐκ τῶν πρωτοπλάστων Ἀδάμ—Εὔας εἶναι κληρονομικὴ ἑπομένως παρουσιάζεται καὶ εἰς τὰ παιδιὰ καὶ εἶναι βαθεῖα.

Δεύτερον. Οἱ γονεῖς: Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς μανθάνομεν, ὅτι ὁ πατὴρ ἦτο ὀλιγόπιστος καὶ ὁ Κύριος ὠνόμασε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν πατέρα τοῦτον «γενεὰν ἄπιστον» καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας ταύτης δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱός, πρὶν παρουσιασθῇ ὁ Χριστός. Πράγματι! Αἱ ἀτέλειαι τῶν γονέων ἐπιδροῦν πολὺ εἰς τὴν μὴ ὀρθὴν διαπαιδαγώγησιν τῶν τέκνων των ἰδίως δὲ ἡ ἀπιστία των. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἀπρόσεκτος συμφεριφορὰ τῶν συζύγων εἰς ζητήματα αἰδημοσύνης, αἱ ἀδυναμίαι τῶν γονέων ἐνώπιον τῶν τέκνων, ἡ προσκόλλησις τῶν γονέων εἰς τὸ χρῆμα, ὥστε ἡ ἀπώλεια αὐτοῦ νὰ συντρίβῃ ψυχικῶς τοὺς γονεῖς, ἐπιδροῦν ὀλεθρίως εἰς τὰ τέκνα. Ὄχι αἱ συμβουλαὶ τῶν γονέων, ἀλλὰ τὰ ἄπρεπα λόγια τῆς στιγμῆς ἐπιδροῦν εἰς τὰ παιδιά, τὰ ὁποία εἶναι εὔφλεκτος ὕλη εἰς τὰ λόγια ταῦτα τῆς στιγμῆς τῶν γονέων, διότι οἱ μικροὶ εἶναι κατάσκοποι τῶν μεγάλων!

Τρίτον. Τὸ σχολεῖον: Ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς δὲν ἐθεραπεύθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ Κύριος δὲν εἶχον οὗτοι τὴν ἀνάλογον πίστιν οὐδὲ τὴν προσευχήν. Ἐὰν οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱόν, διότι ἐστεροῦντο ἀναλόγου πίστεως, πολὺ περισσότερον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διώξῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιὰ τὸ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει διδασκάλους ἀπίστους. Δυνατὸν οἱ μορφωμένοι διδάσκαλοι ἀλλὰ ἄπιστοι νὰ δώσωσιν εἰς τὰ παιδιὰ γνώσεις πολλάς. Δὲν δύνανται ὅμως νὰ διώξωσιν ἀπὸ τὰ παιδιὰ οὐδὲ ἕν δαιμόνιον, Διά τὴν ζήλειαν, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτην, τὸ πεῖσμα, τὸν θυμὸν καὶ λοιπὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐμφωλεύουν εἰς τὴν καρδίαν τῶν παιδιῶν, δὲν καταβάλλεται φροντὶς νὰ ἐκριζωθῶσι, διότι ἡ προσοχὴ τοῦ σχολείου στρέφεται κυρίως εἰς τὰς γνώσεις ὑπὸ τὰς δύο ὄψεις τὴν μνήμην καὶ τὴν κρίσιν. Αὐτὰ ἀναπτύσσονται καὶ βαθμολογοῦνται. Ἡ διαγωγὴ βαθμολογεῖται μόνον χωρὶς νὰ διαπαιδαγωγῆται, ὅπως παιδαγωγεῖται ἡ μνήμη καὶ ἡ κρίσις. Πῶς τὸ σχολεῖον θὰ βγάλῃ τὸ δαιμόνιον ἀπὸ τὸ παιδί, τὸ ὁποῖον παιδὶ ἔχει τόσην κακίαν, τὸ δὲ σχολεῖον ἄνευ Χριστοῦ ἔχει τόσην ἀδυναμίαν;

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ αἰσθανθεῖς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ παιδιοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴν ἰδικὴν τοῦ κατέφυγεν εἰς τὸν Χριστόν. Καὶ ἡμεῖς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν παιδικὴν φλόγα τῶν παθῶν, τὴν οἰκογενειακὴν καὶ σχολικὴν ἐλλιπῆ διαπαιδαγώγησιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Χριστόν, διότι μόνον Αὐτὸς θὰ βγάλῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιά.

Β. Ἡ Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδίων. Τὰ παιδιὰ θὰ εὕρουν τὴν χαρὰν των εἰς τὸν Χριστόν, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνα μεγάλο παιδί. Τὰ παιδιὰ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ εὕρουν τὸ ἄναμμά των καὶ συμπλήρωμά των. Θὰ ἀνάψῃ ὅ,τι καλὸν ἔχουν καὶ θὰ ἀποκτήσουν ὅ,τι τοὺς λείπει. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἁπλότης τοῦ μικροῦ παιδιοῦ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ συμπληρωθῇ ὑπὸ τῆς καθαρότητος. Τὸ παιδὶ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν δὲν θὰ ἔχῃ μόνον τὴν φυσικήν του χαράν, ἀλλὰ καὶ καρδίαν καθαράν. Ἡ φυσικὴ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ μικρὰ παιδιά, ὅταν αὐτὰ εὑρεθοῦν κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν, θὰ εὕρῃ σπουδαῖον τρόπον ἐκδιώξεως τῶν δαιμονίων διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως. Ποῖος ἱερεὺς ἐξωμολόγησε μικρὰ παιδιὰ καὶ δὲν εἶδε τὴν παιδικὴν εἰλικρίνειαν πεντακάθαρη; Τὰ παιδιὰ εἶναι ἀπρόσεκτα καὶ αἱ πτώσεις των πολλαί. Ἡ εἰλικρίνειά των ὅμως ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ εἶναι τόσον φυσική, ὥστε προσφέρει ὅλο σιτάρι, κόκκους καθαροὺς ἐνοχῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἐξομολογήσεις τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξομολογούμενοι προσφέρουσι ὀλίγους κόκκους ἐνοχῆς, τὰ περισσότερα δὲ λόγια των εἶναι ἄχυρα ἀπὸ βάσανα καὶ ἱστορίες ἤ ἁμαρτίες ἄλλων. Ἑπομένως ἡ ἁπλότης, χαρὰ καὶ εἰλικρίνεια, τὰ στολίδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας θὰ ἐνισχυθῶσι καὶ θὰ συμπληρωθῶσι ὑπὸ τῆς καθαρότητος καὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ ὡδήγησε τὸ παιδίον του εἰς τὸν Χριστόν. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωσι καὶ οἱ γονεῖς εἰς τὰ παιδιὰ των. Πρέπει νὰ ὁδηγοῦν αὐτὰ εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει δηλαδὴ οἱ γονεῖς νὰ προπορεύωνται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὥστε νὰ ἐκκλησιάζωνται. Πρέπει οἱ γονεῖς ὄχι μόνον νὰ στελλουν τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, ἀλλὰ νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ αὐτοί, ὅπως ἐξωμολογήθη καὶ ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τὴν ὀλιγοπιστίαν του εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει οἱ γονεῖς μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ των νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Πόσον ὡραῖον νὰ βλέπῃ τις γονεῖς νὰ συμπροσεύχωνται μὲ τὰ παιδιὰ των! Πόσον συγκινητικὸν γονεῖς νὰ συμψάλλουν μὲ τὰ παιδιὰ των. Τότε θὰ φύγουν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιά. Ἐὰν οἱ γονεῖς στέλλουν μόνον τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐξομολόγησιν, θείαν κοινωνίαν, αὐτοὶ δὲ ἀδιαφοροῦσιν, οὐδόλως οἰκοδομοῦσιν αὐτά.

Τί νὰ εἴπῃ τις διὰ τοὺς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἤ εἰρωνεύονται τὰ παιδιὰ των, ὅταν αὐτὰ θρησκεύωσι; Αὐτοὶ πρῶτοι θὰ πληρώσωσι τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των, διότι τὰ δαιμόνια τῶν παιδιῶν αὐτῶν θὰ στραφοῦν κατὰ τῶν γονέων των καὶ θὰ ποτίσουν αὐτοὺς μὲ δηλητήριον. Ἰδοὺ ἡ φύσις τοῦ παιδίου μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ αἱ ἀτελεῖς διαπαιδαγωγήσεις σχολικαὶ καὶ οἰκογενειακαὶ καὶ αἱ συμπληρώσεις αὐτῶν.

Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ θρησκευτικὴ διαπαιδαγώγησις τῶν παιδιῶν φαίνεται ἐκ τοῦ ἑξῆς: Ὁ βαθύπλουτος Κροῖσος ἠρώτησε τὸν σοφὸν Σόλωνα, ποῖος εἶναι ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Σόλων ἀπαντᾷ: Ὁ Βίτων καὶ ὁ Κλέοβις, διότι θρησκευτικῶς παιδαγωγηθέντες ὑπὸ τῆς μητρὸς των ἐφάνησαν εὐγνώμονες εἰς αὐτὴν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἡ μήτηρ τῶν δύο αὐτῶν υἱῶν μετέβαινε τακτικὰ εἰς τὸν ναόν. Ἡμέραν τινά, ἐπειδὴ ἔλειψαν οἱ ἵπποι τοῦ ὀχήματος, ἐζεύχθησαν οἱ δύο οὗτοι υἱοὶ καὶ ἔφερον ἐγκαίρως τὴν μητέρα των εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ κοιμηθέντες οἱ δύο υἱοὶ κατόπιν προσευχῆς τῆς μητρὸς των, ὅπως ἐπιτύχωσιν οὗτοι τὸ μέγιστον ἀγαθόν, ἀπέθανον ἐν τῷ ναῷ! Ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν εἶχον οἱ πρὸ Χριστοῦ διὰ τὴν θρησκευτικὴν ἀνατροφήν, ποίαν σημασίαν πρέπει νὰ δίδωμεν ἡμεῖς διὰ τὰ παιδιὰ εἰς τὴν Χριστιανικὴν ἀνατροφήν; Ἂς ὁδηγήσωμεν λοιπὸν τὰ παιδιὰ εἰς τὸν Χριστόν!

Δευτέρα πρόρρησις τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου.

Ματθ. 17,22-23. Μᾶρκ. 9,30—32. Λουκ. 9,43β—45.

Ὁ Κύριος καὶ οἱ μαθηταὶ Του «ἐξελθόντες ἐκεῖθεν» ἐκ τῶν μερῶν δηλ. τῆς Καισαρείας τῆς Φιλίππου, ὅπου ἐθεραπεύθη ὁ σεληνιαζόμενος υἱὸς «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οὐκ ἤθελεν, ἵνα τις γνῷ». Ὁ Κύριος δηλαδή, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν κοσμικὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ ἵνα εὑρίσκεται μόνος μετὰ τῶν μαθητῶν Του παρασκευάζων αὐτοὺς διὰ τὸ πάθος του «παρεπορεύετο» ἤτοι διήρχετο πόλεις καὶ κώμας χωρὶς νὰ σταματήσῃ ἤ ἐπορεύετο διὰ τῶν μὴ κεντρικῶν ὁδῶν τῶν πόλεων.

«Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσι, οἷς ἐποίει καὶ συστρεφομένων αὐτῶν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητάς αὐτοῦ». Ἐνῷ δηλαδὴ ὅλοι ἐθαύμαζον διὰ τὸ θαῦμα τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ καὶ τὰ ἄλλα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμνε καὶ ἐνῷ περιεφέρετο ὁ Κύριος μετὰ τῶν μαθητῶν Του ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, «ἐδίδασκε» συνεχῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐτόνιζεν εἰς «τοὺς μαθητάς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς˙ θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους», δέσατε κόμπον καλὰ εἰς τὸ μυαλό σας, ὅτι «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται» ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων «εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν Αὐτὸν» θὰ τὸν φονεύσωσι «καὶ ἀποκτανθεῖς τῇ τρίτῃ ἡμέρα ἐγερθήσεται» καὶ φονευθείς θὰ ἀναστηθῇ τὴν τρίτην ἡμέραν. Οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ταῦτα «ἐλυπήθησαν σφόδρα». Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους μεταμόρφωσίν Του στρέφει τὸ βλέμμά Του εἰς τὸν Γολγοθᾶν, διότι ὁ καιρὸς πλησιάζει, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀναβῇ εἰς Ἱεροσόλυμα, ἵνα σταυρωθῇ. Οἱ μαθηταὶ ἀδυνατοῦν νὰ συνδέσουν τὰ δύο ταῦτα ὄρη, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συνδυάσωσι μεταμόρφωσιν καὶ σταύρωσιν. Διά τοῦτο ὁ Λουκᾶς λέγει δὶ’ αὐτούς. «Οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ρῆμα τοῦτο» τῆς σταυρώσεως. Δὲν ἐνόουν τὴν σταύρωσίν Του, διότι ἦσαν πλήρεις πολιτικῶν μεσσιανικῶν ἀντιλήψεων. Ὁ Λουκᾶς προσθέτει καὶ ἄλλο τι: «τὸ ρῆμα τοῦτο ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’αὐτῶν, ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτὸ καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι Αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου». Ἡ ἀλήθεια δηλαδὴ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, ἦτο ἀκατανόητος, πολὺ βαρεῖα διὰ τὸν νοῦν τῶν Ἀποστόλων. Ἡ θεία πρόνοια, ἵνα μὴ συντριβῶσιν οἱ Ἀπόστολοι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀληθείας ταύτης καὶ ὦσι ἐν διαρκεῖ κατηφείᾳ ἐπέτρεπε νὰ μὴ ἐννοῶσι τὴν φρικτὴν ὄψιν τοῦ σταυροῦ πλήρως. Ἐφοβοῦντο δὲ νὰ ἐρωτήσωσι καὶ τὸν Ἰησοῦν, ἵνα μὴ λυπήσωσιν Αὐτὸν καὶ ἐπιτιμηθῶσιν ὑπ’ Αὐτοῦ, ὡς ἐπετιμήθη καὶ ὁ Ἀπόστ. Πέτρος, ἴσως δὲ καὶ ἵνα μὴ ἀκούσωσι τρομερώτερα πράγματα.

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐνόησαν «τὸ ρῆμα» τὸν λόγον περὶ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ἐνόησαν ὅμως κάποιο ἄλλο σπουδαῖον σημεῖον, τὸ ἑξῆς. Προλέγων ὁ Κύριος τὸ πάθος Του, δηλοῖ, ὅτι ἑκουσίως πάσχει, εἶναι κύριος τοῦ πάθους Του. Ἑπομένως ὁ πειρασμὸς τοῦ ἀπροσδοκήτου τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου δὲν πρόκειται νὰ ἐπηρεάσῃ τελικῶς τοὺς μαθητάς Του περὶ δῆθεν ἀποτυχίας τοῦ ἔργου Του.

Ἡ πρόρρησις αὕτη τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου θεωρεῖται δευτέρα, ἂν καὶ πρὸ ταύτης ὑπῆρξαν δύο ἄλλαι ἐν Ματθ. 16,21 καὶ 17,12, διότι ἡ πρώτη 16,21 θεωρεῖται κυρία πρόρρησις. Ἡ ἄλλη ἐν 17,12 ἦτο συμπτωματική. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἦτο ἀκατανόητος ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ἐθεωρεῖτο ἐσχάτη ἀδυναμία διὰ τὸν Ἀρχηγὸν των καὶ ἀπελπισία διὰ τὸν ἑαυτὸν των. Καὶ ὅμως ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπίς.

Θέμα: Ὁ Σταυρὸς δύναμις – ἐλπὶς

Α.Ὁ Σταυρὸς δύναμις. Ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις πρὸς τὸν Ἰησοῦν, τὸν ὑλικὸν κόσμον καὶ τὸν ἔμψυχον κόσμον ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων.

α) Ὁ Σταυρὸς δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν βλέπωμεν τὸν Ἰησοῦν ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὴν μανίαν τῶν σταυρωτῶν του καὶ παραδίδοντα τὴν ἁγίαν Του ψυχὴν ἐν μέσῳ τόσων σκληρῶν βασάνων μὴ φαντασθῶμεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ταύτην θέσιν ἀπὸ ἀδυναμίαν. Δὲν εἶναι ἡ σκληρότης τῶν βασανιστηρίων, τὰ ὁποῖα τὸν κάμνουν καὶ ἀποθνῄσκει, εἶναι ἡ θέλησίς Του. Ὁ θάνατος παρ’ ἡμῖν προέρχεται ἐξ ἀδυναμίας, ἀπὸ ἐξάντλησιν. Ὁ Κύριος ἀποθνῄσκει, διότι τό θέλει. Ὁ Κύριος πρὶν σταυρωθῇ ὁμολογεῖ: «ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν». Ἰωάν. 10,18. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην ὁ Κύριος ἐξηπλωμένος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐξετάζει διὰ τῆς σκέψεώς Του τὰ ὑπὸ τῶν προφητῶν περὶ ἑαυτοῦ γραφέντα καὶ «εἰδώς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὰ πάντα τετέλεσται» ἐννοήσας, ὅτι ἅπασαι αἳ προφητεῖαι ἐξεπληρώθησαν πλὴν τοῦ πικροῦ ποτίσματος, ἵνα πληρωθῇ ἡ γραφὴ εἶπε «διψῶ». (2)

Μετὰ ταῦτα ἰδών, ὅτι οὐδὲν ἄλλο Τὸν κρατᾷ εἰς τὸν κόσμον, ὑψώνει τὴν φωνήν Του καὶ παραδίδει τὸ πνεῦμα μετὰ τοσαύτης ἠρεμίας, ὥστε εἶναι εὔκολον νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωήν. Ποῖον ἄλλον εἴδομεν νὰ κοιμᾶται μετὰ τοιαύτης γλυκύτητος, μεθ’ ὅσης ἀποθνῄσκει ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ; Οὐδένα! Ποῖος ἄλλος ὁρίζει τόσον ἀκριβῶς τὴν ὥραν τοῦ ὕπνου, καθ’ ἥν θὰ κλείσουν τὰ βλέφαρά του, ὡς ὁρίζει ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Τὶς τῶν ἀνθρώπων μελετῶν ταξίδιον ὁρίζει τόσον ἐπακριβῶς τὴν ὥραν τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἀφίξεως, ὅσον ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Διά τοῦτο ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος ζῶντος τοῦ Κυρίου οὐδόλως συνεκινήθη ἐκ τῆς τοῦ Κυρίου τύχης, ὅταν ὅμως ἀπέθανεν ὁ Κύριος, ὠμολόγησεν ἐκεῖνος τὴν θεότητά Του εἰπών «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς ἦν οὗτος».

Διατί; Διότι εἶδεν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ταύτῃ ἀδυναμίᾳ καὶ ἐξαντλήσει δύναμιν ἠρεμίας καὶ ἐλευθερίαν αὐτοδιαθέσεως. Ἰδοὺ ἡ πρώτη δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου; Ἀποθνῄσκει κατὰ τὸν Αὐγουστῖνον ἐκ δυνάμεως, ἐπειδὴ τὸ θέλει καὶ οὐχὶ ἐξ ἀδυναμίας παρὰ τὴν θέλησίν Του. Ὦ δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου!

β) Ὁ Σταυρὸς δύναμις πρὸς τὸ ὑλικὸν σύμπαν. Ὁ Σταυρικὸς θάνατος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σείσῃ ἐκ θεμελίων τὸν Οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, διότι ὁ ἥλιος ἐσκοτίσθη «σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν, τὰ μνημεῖα ἠνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη˙ καὶ τὸ καταπέτασμα» τὸ τέμπλον τοῦ Ναοῦ, ἂς εἴπωμεν σήμερον, «ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω». Γενικῶς ὁ σταυρὸς δίδει ἕνα μάθημα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν ἄψυχον φύσιν νὰ μάθῃ ποῖον ἦτο τὸ χάος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε καὶ εἰς τό ὁποῖον θὰ κατήντα, ἂν δὲν συνετηρεῖτο ὑπὸ τῆς θείας προνοίας. Πόση εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ!

γ) Ὁ σταυρὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ δαίμονας. Ὁ σταυρὸς συνταράσσει ὄχι μόνον τὴν ἄψυχον φύσιν, ἀλλὰ τοὺς δαίμονας καὶ τὸν ἐγωϊσμὸν τῶν ἀνθρώπων. Ἰδοὺ πῶς. Μεγαλύτερα νίκη εἶναι ἡ καθυπόταξις τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν συντριβὴν ὁλοκλήρου τῆς φύσεως, διότι οὐδὲν ἐν τῇ φύσει ῥοῶδες καὶ ἀνυπότακτον ὅσον ἡ ἀνθρωπίνη καρδία καὶ οὐδὲν ἄκαμπτον ὅσον ἡ τῶν δαιμόνων ὑπεροψία. Ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, διότι ἀνῆλθε μέχρι τοῦ Θείου Θρόνου καὶ ἐκρήμνισεν ἐκεῖθεν μερίδα ἀρκετὴν καὶ ἐκλεκτὴν τῶν Οὐρανίων πνευμάτων, τοὺς ἀγγέλους, κατόπιν κατῆλθεν εἰς τὴν γῆν καὶ ἀφοῦ μετέβαλε τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐγωϊστάς καὶ ἀντάρτας κατὰ τοῦ Θείου θελήματος, ἔκαμε αὐτοὺς δούλους τοῦ κακοῦ.

Ὁ σταυρὸς ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέταξε τοσαύτας καὶ τοιαύτας καρδίας ἀνθρωπίνας, οἵας οὐδεμία ἄλλη δύναμις τοῦ κόσμου. Γύρω τοῦ σταυροῦ βασιλεῖς ἐναπέθεσαν τὰ σκῆπτρα καὶ τὰς βασιλικάς ἀλουργίδας, παρθένοι ἀφιέρωσαν τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς των. Μάρτυρες ἔδωκαν τὸ αἷμὰ των, πλῆθος δὲ ὁσίων, ἀσκητῶν, ἱερομαρτύρων ἔζησαν τὸν σταυρὸν ὑποτάσσοντες τὸν ἐγωϊσμὸν των. Ποῖα ὅπλα ἐχρησιμοποίησεν ὁ Κύριος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τούτων; Μήπως κεραυνούς, ἀστραπάς ἤ τὴν μεγαλοπρεπῆ Του ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς ὁποίας τὰ ὑψηλότερα ὄρη τρέμουν, διαρρέουν ὡς τηκόμενος κηρός; Ὄχι! Ἀλλὰ αἱματωμένην καθέδραν, ὀνοζομένην σταυρόν, αἷμα χυνόμενον μετὰ σκληρότητος, θάνατον ἄτιμον. στέφανον ἐξ ἀκανθῶν. Καὶ πολὺ σοφὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Θὰ ἔκαμεν ὁ Θεὸς τὸν ἐγωϊσμὸν μεγαλύτερον καὶ τὸν ἐγωϊστὴν δαίμονα ὑπερόπτην, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει κατ’ αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως. Ἡ ἀδυναμία πρέπει νὰ τὸν νικήσῃ, ἵνα ἡ ἧττά του εἶναι καὶ ταπείνωσίς του! Πρέπει νὰ ἡττηθῇ διὰ μέσου τινός, τὸ ὁποῖον περιφρονεῖ! Ὑψώθης ὦ Σατανᾶ, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μεθ’ ὅλης σου τῆς δυνάμεως. Κατῆλθεν ὁ Θεὸς ἐναντίον σου μετὰ πάσης ἀδυναμίας, ἵνα δείξῃ πόσον περιφρονεῖ τὰ σχέδιά σου. Ἠθέλησες νὰ γίνῃς Θεὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας κατὰ τὸ φαινόμενον ἄνθρωπος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γίνεται Θεός σου! Ὦ δύναμις τοῦ σταυροῦ! Ἡ ἐσχάτη ἀδυναμία ἔφερε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οἷα οὐδεμία ἄλλη δύναμις. Πολὺ καλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυχᾶται οὐχὶ εἰς τὰ θαύματα καὶ ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ εἰς τὸν σταυρόν Του. «Ἐμοὶ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰμὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου». Ὦ δύναμις τοῦ Σταυροῦ! Εἰς μάτην προσπαθοῦν οἱ δήμιοι Ρωμαῖοι στρατιῶται σταυρώνοντες τὸν Χριστὸν νὰ ξηράνουν τὸ ποταμὸν τῆς ζωῆς. Ὅσα περισσότερα πλήγματα καταφέρουν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ περισσότερον αἷμα χύνεται, τόσον ἀφθονωτέρα ἡ ζωὴ ἀναβρύει ἐκ τῶν πληγμάτων! Ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλάρι ὕδατος ζῶντος. Κάθε κτύπημα καὶ ζωή! Κτυπήσατε λοιπὸν σεῖς, δήμιοι σταυρωταί, μεθ’ ὅλης τῆς σωματικῆς σας δυνάμεως καὶ τῆς ψυχικῆς σας ἀγριότητας! Ἀνοίξατε πληγᾶς, θύρας καὶ παράθυρα ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, ἵνα διαρρεύσῃ ἡ ὡραία Του ζωή! Ματαιοπονεῖτε. Δὲν θὰ ῥεύσῃ, ἐὰν δὲν θελήσῃ Αὐτὸς ὁ ἴδιος. Μάλιστα! Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς ἀγριότητός σας τὸ ἐπέτυχεν Ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀγάπης Του, διότι ἀπὸ ἀγάπην Του ἠθέλησε καὶ ἀπέθανε! Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ, αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπίς μας.

Β. Ὁ Σταυρός—Ἐλπίς. Οὗτος εἶναι ἡ ἐλπίς μας. Πράγματι. Ἡ πληθὺς τῶν ἁμαρτημάτων μας εἶναι μεγάλη. Εἰς ποίαν ἀπελπισίαν θὰ περιεπίπτομεν, ἀφοῦ ὁ στενὸς δρόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς διατάσσει νὰ βαδίσωμεν, τὸ εὐόλισθον τοῦ δρόμου τούτου, τὸ ἀσθενές τῆς κυμαινομένης καὶ ἀσταθοῦς θελήσεώς μας θὰ μᾶς ὡδήγουν εἰς ἀπείρους πτώσεις; Ὅταν ῥίψω ἕν βλέμμα εἰς τὰ μυστικὰ πάθη τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας ἱκανῆς νὰ κρύψῃ τόσας καὶ τόσας πτυχάς στρεβλάς διεφθαρμένων κλίσεων, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γνῶσιν οὐδὲ κἄν ὑποψίαν ἔχω, φρίτω. Φρικιῶ, ὅταν συλλογισθῶ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀθῶα λόγια καὶ ἔργα ὑπάρχουν τὰ μολύσματα τοῦ κακοῦ! Ἐὰν ἕνας Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγεν «οὐδὲν ἐμαυτῷ σύνοιδα, ἀλλ’ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι» «δὲν αἰσθάνομαι συγκεκριμένον τί ἁμάρτημα καὶ ὅμως δὲν εἶμαι ἀπηλλαγμένος ἁμαρτιῶν» τί δύναμαι νὰ εἴπω ἐγώ, νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ἄθλιοι καὶ ἁμαρτωλοί; Ἔχομεν ὅμως ἐλπίδα τὸν Ἐσταυρωμένον, ὁ ὁποῖος ἐνισχύει τὴν ἀσθενῆ ἀνθρωπίνην φύσιν, συγχωρεῖ τὰς πτώσεις.

Ὦ Σταυρὲ Πανσεβάσμιε, σὺ χύνεις μέσα εἰς τὴν ψυχὴν μας ἠρεμίαν Ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἀγκαλιάσω τὸν σταυρόν, οὐδέποτε θὰ χάσω τὴν ἐλπίδα μου. Ἐφ’ ὅσον βλέπω εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός, τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν φέροντα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν σημαδεμένην εἰς τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ τὴν καρδίαν, τὴν κεφαλὴν μὲ τὰ σημάδια ἐκεῖνα τῆς ἀγάπης, τὰς πληγάς τὰς ὁποίας ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, οὐδόλως ἀπελπίζομαι, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τὸ ἀσθενὲς ἀνθρώπινον γένος. Οὐδόλως ὁ τρόμος τῆς θείας μεγαλειότητος μὲ ταράσσει, ὥστε νὰ μὲ ἐμποδίζῃ νὰ πλησιάσω καὶ νὰ σκεπασθῶ εἰς τὴν θείαν εὐσπλαγχνίαν. Ἡ σταυρωμένη θεία σὰρξ εἶναι ἄσυλον τῆς ἀνθρωπίνης μου ἀδυναμίας. Ὁ Σταυρὸς μὲ βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἐλεηθῶ. Ὁποία ἐλπίς!

Ποίαν δύναμιν παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ἔχει ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὴν δύναμιν, παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ποὺ δίδει καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τοὺς διαφόρους ἁγίους καὶ ἀσκητάς. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος. Οὗτος ἐν ἐρήμῳ εὐρισκόμενος ὑφίστατο πολλοὺς πειρασμοὺς ὁμοίους πρὸς τοὺς τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐπειράζετο ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ ἐν ἐρήμῳ ἐπὶ 40 ἡμέρας, ἐνεφανίζετο δηλαδὴ ὁ Σατανᾶς ὑπὸ μορφὴν ὄφεων καὶ ἀγρίων θηρίων. Ὅταν ἔκαμνε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ὁ Ἅγιος, οἱ δαίμονες ἔφευγον. Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τὸ ὅπλον τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὁ σταυρός. Ὅπως φεύγει τὸ σκυλὶ πρὸ τῆς μάστιγος, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ διάβολος πρὸ τοῦ Σταυροῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπὶς ἡμῶν.

(1) Μάρκ. 6,7-13
(2) Ἰωάν. 19,23.
3.

Οἱ Ἀπόστολοι πρότυπα ἀγωνιστῶν γιὰ χριστιανοὺς

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

«Ἀδελφοί, μοῦ φαίνεται πὼς ὁ Θεὸς σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἔδωσε τὴν ἐλεεινότερη θέση, σὰν νὰ εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ πεθάνουμε στὴν ἀρένα. Γιατί γίναμε θέαμα γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ ἀγγέλους καὶ γι’ ἀνθρώπους. Ἐμεῖς παρουσιαζόμαστε μωροὶ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἐσεῖς εἶστε σοφοὶ χάρη στὸ Χριστό· ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύναμοι, ἐνῶ ἐσεῖς εἶστε δυνατοί· ἐμεῖς εἴμαστε περιφρονημένοι, ἐνῶ ἐσεῖς εἶστε τιμημένοι! Ὥς αὐτὴν τὴν ὥρα πεινᾶμε, διψᾶμε, γυρνᾶμε μὲ κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, ἀπὸ τόπο σὲ τόπο χωρὶς σπίτι, καὶ μοχθοῦμε νὰ ζήσουμε δουλεύοντας μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. Στοὺς ἐμπαιγμοὺς ἀπαντᾶμε μὲ καλὰ λόγια, στοὺς διωγμοὺς μὲ ὑπομονή, στὶς συκοφαντίες μὲ λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σὰν τὰ σκουπίδια ὅλου τοῦ κόσμου, ὥς αὐτὴν τὴν ὥρα θεωρούμαστε τὰ ἀποβράσματα τῆς κοινωνίας.

Δὲ σᾶς τὰ γράφω αὐτὰ γιὰ νὰ σᾶς κάνω νὰ ντραπεῖτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ σᾶς συμβουλέψω ὅπως ὁ πατέρας τ’ ἀγαπημένα τοῦ παιδιά. Γιατί κι ἂν ἀκόμα ἔχετε χιλιάδες δασκάλους στὴ ζωή σας μὲ τὸν Χριστό, δὲν ἔχετε πολλοὺς πατέρες ἀλλὰ μόνον ἕνα. Στὴ σωτήρια οἰκονομία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ σὰν πατέρας σᾶς γέννησα μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου. Σᾶς ζητῶ λοιπὸν νὰ μοῦ μοιάσετε» (Α΄ Κορ.4,9-16).

Μὲ ἔντονες ἀντιθέσεις, ποὺ ἐγγίζουν πολλὲς φορὲς τὰ ὅρια τῆς εἰρωνείας, περιγράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος στὴν παραπάνω περικοπῆ τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς του τὸ δύσκολο καὶ ἐπίπονο διακόνημα τῶν κηρύκων τοῦ εὐαγγελίου μέσα στὸν κόσμο. Ἐνῶ οἱ καυχώμενοι γιὰ τὴ «σοφία» τοὺς Κορίνθιοι, ἢ μᾶλλον μερικοὶ ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἔνδοξοι καὶ ἰσχυροί, οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατὰ κόσμον ἄσημοι, ἀνίσχυροι, καταδιωκόμενοι καὶ ἀντιμετωπίζουν συνεχῶς τὴν πείνα, τὴ δίψα, τὴν κόπωση καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν θάνατο.

Ὅλα αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ μεγάλος Ἀπόστολος μποροῦν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὶς δύο ἀκόλουθες σκέψεις:

1. Πρῶτα-πρῶτα ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἔργο τοῦ θεοῦ. Ὅ,τι ἐπιτυγχάνει τὸ ἐπιτυγχάνει μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴ δύναμη τῶν ἡγετῶν της. Τὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐνδοανθρώπινα στηρίγματα καὶ ἀπὸ κρατικὲς ἐξουσίες, οὔτε ἀπὸ δόξες καὶ τιμές. Ὁ Θεὸς διαλέγει ἄσημους ἀλλὰ ἁγνοὺς ἐργάτεςγια νὰ καταισχύνει τοὺς κατὰ κόσμον «σοφούς». Ὁ Ἀπ. Παῦλος ποὺ μετέφερε τὴ φλόγα τοῦ Εὐαγγελίου μέσα σὲ ὁλόκληρο τὸν ἑλληνορωμαϊκὸ κόσμο γράφει μὲ συντριβὴ στὴν ἴδια ἐπιστολή: «Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἔγινα αὐτὸ ποὺ ἔγινα· κι αὐτὴ ἡ χάρη πρὸς ἐμένα δὲν ὑπῆρξε ἄκαρπη: ἐργάστηκα περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀποστόλους, ὄχι βέβαια ἐγώ, ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ μὲ συνοδεύει» (Α΄ Κορ 15,10).

Πολλὲς φορὲς ὑπερτονίζουμε τὴ θέση μας καὶ τὴν ἀξία μας, εἴτε ὡς ἁπλὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἴτε ὡς ἡγετικὰ στελέχη, μικρὰ ἢ μεγάλα, καὶ ξεχνοῦμε τὸν χορηγό τῆς δυνάμεώς μας, ποὺ ἐνδιαφέρεται περισσότερο ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ τὴ λύτρωση τῶν αἰχμαλωτισμένων στὰ δίκτυα τοῦ κακοῦ καὶ τῆς φθορᾶς συνανθρώπους μας.

2. Καὶ ἡ δεύτερη σκέψη μας εἶναι ὅτι ἡ περικοπὴ τῆς Α΄πρὸς Κορινθίους ποὺ παραθέσαμε παραπάνω δὲν ἀποτελεῖ τόσο ἐγκώμιο τῶν ἀποστόλων ὅσο ὑπόμνηση πρὸς τοὺς χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο τότε μόνο βρίσκεται στὴ φυσιολογική της κατάσταση, ὅταν διώκεται καὶ ἀγωνίζεται, ὅταν στρατεύεται κατὰ τῶν δυνάμεων τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἀποσυνθέσεως, γιὰ νὰ μεταδώσει τὸ ζωντανὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὸν κίνδυνο νὰ διωχθοῦν οἱ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ χάσουν τὴ θέση τους, νὰ γίνουν «θέαμα γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ ἀγγέλους καὶ γι’ ἀνθρώπους».

Βέβαια αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ τοὺς ἀφιερωμένους στὸ εὐαγγελιστικὸ ἔργο κήρυκες ἀλλὰ κατ’ ἐπέκταση καὶ γιὰ τὸν κάθε χριστιανό, προϋποθέτουν δὲ τὴ νέκρωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀνάστασή του σὲ μία νέα ζωή, ζωὴ τῆς χάριτος. Νέκρωση ὡς πρὸς τὶς νόμιμες προσωπικὲς φιλοδοξίες γιὰ κοινωνικὴ ἄνοδο, γιὰ οἰκονομικὴ τακτοποίηση, γιὰ ἐπικράτηση. Καὶ ἀνάσταση σὲ μία καινούργια κατάσταση ζωῆς, στὴν ὁποία δεσπόζει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἀδελφό, ἡ ἐλπίδα τῆς μεταμορφώσεως τοῦ φθαρμένου κόσμου σὲ «καινὴ κτίση».

Οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ ἔφεραν τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στὴν οἰκουμένη καὶ ποὺ τὸ ἔργο τους τόσο ζωντανὰ περιγράφει ὁ Παῦλος στὴν παραπάνω περικοπή, δὲν εἶναι μόνο ἱστορικὲς μορφὲς ἑνὸς μακρινοῦ παρελθόντος ἀλλὰ φωτεινοὶ καθοδηγητὲς τῶν ἀνθρώπων κάθε ἐποχῆς, πρότυπα ἀγωνιστῶν, ποὺ καλοῦν τοὺς χριστιανοὺς σὲ μία ἀφύπνιση καὶ δραστηριοποίηση, ὥστε νὰ γίνει πιὸ αἰσθητὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ ἡ παρουσία τους μέσα στὸν κόσμο.

4.

Κυριακή Ι΄ Ματθαίου – Η θεραπεία του σεληνιαζομένου

 

 

Ἡ θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου

  1. Γενεὰ ἄπιστος

Μόλις κατέβηκε ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, ἀντίκρυσε μέσα στὸν ὄχλο ἕνα δυστυχισμένο πατέρα, ποὺ ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια του καὶ Τοῦ εἶπε:

–Κύριε, λυπήσου τὸ παιδί μου, διότι σεληνιάζεται καὶ ὑποφέρει φοβερά. Κινδυνεύει! Πολλὲς φορὲς πέφτει στὴ φωτιὰ ἢ στὸ νερό. Τὸν ἔφερα στοὺς μαθητάς σου, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν.

Καὶ ὁ Κύριος μὲ παράπονο λέγει: Ὦ γενεὰ ἄπιστη, ποὺ τόσα θαύματα εἶδες καὶ ἀπὸ τὴν κακία σου εἶσαι διεστραμμένη! Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι;

Σὲ ποιὸν ὅμως ἀναφέρεται ἡ ἐπιτίμησι αὐτὴ τοῦ Κυρίου; Στὸν πατέρα τοῦ δαιμονισμένου; στοὺς μαθητάς; ἢ στὰ πλήθη, τὸν ὄχλο; Βέβαια τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ πῇ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Κύριος τὴν ἔδωσε ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου. Ἀγωνιοῦσε γιὰ τὸ παιδί του, καὶ βλέποντας τοὺς μαθητὰς νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὸ θεραπεύσουν, ἀμφέβαλλε γιὰ τὴ δυνατότητα τοῦ θαύματος. Ὅμως ὁ Κύριος κατόπιν, κατ’ ἰδίαν ἐλέγχει γιὰ ἀπιστία καὶ τοὺς μαθητές του. Ἐδῶ ὅμως προκύπτει κάποιο ἐπιπλέον ζήτημα: Ἐὰν ἡ ἀπιστία τοῦ πατέρα ἦταν ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν νὰ ἐκβάλουν τὸ δαιμόνιο, τότε γιατί ὁ Κύριος ἐπικρίνει καὶ τοὺς μαθητάς;

 

Διότι ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δείξῃ στοὺς μαθητάς του ὅτι μποροῦσαν μὲ τὴν δύναμί του νὰ θεραπεύσουν τὸν δαιμονισμένο καὶ χωρὶς νὰ πιστεύῃ ὁ πατέρας του ποὺ τὸν ἔφερε κοντά τους. Ὀλιγοπιστεῖ λοιπὸν ὁ πατέρας, ὀλιγοπιστοῦν καὶ οἱ μαθηταί. Ὀλιγοπιστεῖ ὅμως καὶ ὁ παρευρισκόμε-νος ὄχλος. Διότι ὁ Κύριος ἐπιτιμᾷ καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποκαλεῖ γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι καὶ τὰ πλήθη ἔδειξαν ἀπιστία γιὰ τὸ θαῦμα, καθὼς ἔβλεπαν τοὺς μαθητὰς νὰ μὴ μποροῦν νὰ θεραπεύσουν τὸν δαιμονισμένο. Καὶ μάλιστα τὰ πλήθη αὐτὰ εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο.

Ὅμως ὁ Κύριος ἐλέγχοντας γιὰ ἀπιστία ὅλους αὐτοὺς τοὺς παρευρισκομένους, οὐσιαστικὰ ἐλέγχει ἀκόμη περισσότερο ἐμᾶς. Εἶναι σὰν νὰ λέγῃ καὶ στὴ δική μας γενιά: Ὦ γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη. Πόσο περισσότερο σκληρόκαρδη καὶ ἄπιστη εἶσαι! Διότι ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ ἔχουμε πολὺ μεγαλύτερη εὐθύνη καὶ ἐνοχὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἶχαν τὰ πλήθη τῆς Γαλιλαίας. Ἐφ’ ὅσον ἐμεῖς ἔχουμε δεχθῆ τὴν Χάρι καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχουμε πίσω μας μιὰ ἱστορία ἐκπληκτικῶν θαυμάτων τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, τὴν Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ καὶ τὴν πορεία τῆς ἀνθρωπότητος. ῎Εχουμε ἀμέτρητα νέφη μαρτύρων καὶ ἁγίων. Πόσο περισσότερο λοιπὸν ἀδικαι-ολόγητοι εἴμαστε ἐμεῖς σήμερα ποὺ κάποτε σὲ ὧρες πειρασμοῦ ἢ δοκιμασίας ἀμφιβάλλουμε! Χάνουμε τὴν πίστι μας. Καὶ συμπεριφερόμαστε σὰν ἄπιστοι ἢ ἔστω ὀλιγόπιστοι. Ὣς πότε λοιπὸν θὰ μᾶς ἀνέχεται ὁ Θεός; Μόνον τὸ ἔλεός του θὰ μᾶς σώσῃ.

  1. Ποιὸς μετακίνησε βουνά;

Ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐπετίμησε τὸ δαιμόνιο, ἐθεράπευσε ἀμέσως τὸ δαιμονισμένο παιδί. Οἱ μαθηταὶ ἐκστατικοί, πλησίασαν ἰδιαιτέρως τὸν Ἰησοῦ καὶ Τὸν ρώτησαν μὲ ἀπορία: Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε τὸ δαιμόνιο αὐτό; Καὶ ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: Ἐπειδὴ σᾶς λείπει ἡ πίστις. Ἐὰν ἔχετε πίστι θερμὴ καὶ δυνατὴ σὰν τὸ μικρὸ σπόρο τοῦ σιναπιοῦ, θὰ πῆτε στὸ βουνὸ αὐτό, πήγαινε ἀπὸ ἐδῶ ἐκεῖ, καὶ θὰ μετακινηθῇ. Μὲ μία τέτοια θερμὴ πίστι τὰ πάντα θὰ εἶναι δυνατὰ σὲ σᾶς.

Ἀκούγοντας ὅμως τοὺς λόγους αὐτούς, κάποιοι Χριστιανοὶ ρωτοῦν: Μὰ καλά, ἐφ’ ὅσον οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δὲν μετακίνησαν κανένα βουνό, δὲν ἔκαναν ποτὲ ἕνα τέτοιο θαῦμα τόσο δυσκατόρθωτο, ἄρα δὲν εἶχαν πίστι «ὡς κόκκον σινάπεως»; Κι ἂν οἱ Ἀπόστολοι δὲν εἶχαν τέτοια πίστι, πῶς ὁ Κύριος ζητεῖ νὰ τὴν ἔχουμε ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι Χριστιανοί;

Οἱ ἱεροὶ ἑρμηνευταὶ ἐξηγοῦν ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ δὲν εἶχαν μόνον μιὰ τόσο μικρὴ πίστι ἀλλὰ πολὺ μεγαλύτερη. Διότι δὲν μετακίνησαν ἁπλῶς κάποιο βουνό, ἀλλὰ ἔκαναν κάτι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερο καὶ δυσκολώτερο. Μετακίνησαν τεράστιους ὄγκους κακίας ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀνέστησαν ψυχικῶς ἀμέτρητους νεκρούς. Ἄλλαξαν τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἡ μετακίνησι κάποιου βουνοῦ θὰ ἦταν ἁπλῶς ἕνα θαῦμα ἐντυπωσιασμοῦ. Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως τῆς οἰκουμένης ἀποτελοῦσε ἕνα θαῦμα ἀσυγκρίτως μεγαλύτερο καὶ δυσκολώτερο.

Ἄρα λοιπόν, ὅταν ὁ Κύριος μᾶς ζητῇ νὰ ἔχουμε πίστι «ὡς κόκκον σινάπεως», δὲν χρησιμοποιεῖ ἁπλῶς ἕνα σχῆμα λόγου, ἀλλὰ μᾶς ζητεῖ πραγματικῶς νὰ ἔχουμε μία θερμὴ καὶ δυνατὴ πίστι. Διότι, ὅταν ἡ πίστι μας εἶναι τόσο δυνατή, καὶ πέσῃ, ὅπως τὸ σινάπι, σὲ γῆ ἀγαθή, δηλαδὴ σὲ καθαρὸ καὶ εὔφορο χωράφι τῆς ψυχῆς, γίνεται δένδρο μεγάλο καὶ ἔχει θαυμαστὰ ἀποτελέσματα. Μιὰ τέτοια πίστι θερμὴ καὶ δυνατὴ ἂς προσευχώμαστε καθημερινῶς νὰ μᾶς χαρίσῃ ὁ Κύριος. Καὶ θὰ βλέπουμε στὴν ψυχή μας τὴν θαυμαστὴ καρποφορία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

 

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

5.

«Λοιδορούμενοι ευλογούμεν,διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν»

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι’ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 Μια στάση ζωής καθόλου εύκολη, αγαπητοί μου αδελφοί, περιγράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του, αναφερόμενος στο πώς αντιμετωπίζουν οι απόστολοι την εχθρική συμπεριφορά όχι μόνο των μη χριστιανών αλλά και των άλλων μελών της Εκκλησίας: «λοιδορούμενοι ευλογούμεν,διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν» (Α’ Κορ. 4, 12-13). Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Μία τέτοια στάση ζωής δεν έρχεται ως αποτέλεσμα γενναιόδωρης και μακρόθυμης καρδιάς. Αποτελεί το συστατικό στοιχείο της μίμησης του Χριστού, της παρουσίας εντός της καρδιάς της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και την ίδια στιγμή είναι σημείο μοναδικής σε έκταση και ένταση πίστης.

Ποια είναι η φυσική στάση των ανθρώπων όταν αντιμετωπίζουν λοιδορίες, διωγμούς, βλασφημίες; Πρώτα η λύπη. Κατόπιν η οργή. Και στη συνέχεια η αντίδραση είτε δια της ανταπόδοσης είτε δια της εκδίκησης είτε δια της καταφυγής σε εκείνους που μπορούν να μας κάνουν να βρούμε το δίκιο μας απέναντι σ’ αυτούς που μας συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

 Ο Απόστολος των εθνών όμως επισημαίνει ότι η χριστιανική στάση δεν μπορεί να είναι αυτή, ακόμη κι αν η εσωτερική πάλη γίνεται στην καρδιά μας. Άλλωστε, συνεχώς ο εαυτός μας καλείται να παλέψει με την ελευθερία του. Η αληθινή όμως πνευματική πρόοδος έγκειται στο να γίνεται σταδιακά η καρδιά μας τόπος και τρόπος θέασης της ζωής και της συμπεριφοράς των άλλων κατά μίμησιν του Χριστού και των Αγίων της πίστης μας και αναλόγως να διαμορφώνεται η αντίδρασή μας. Η ευλογία λοιπόν, η ανοχή και η παράκληση αποτελούν τους τρόπους εκείνους που δείχνουν πώς καλείται να φερθεί ο χριστιανός έναντι όσων τον απορρίπτουν ή του φέρονται άσχημα.

Η λοιδορία πηγάζει από ένα αίσθημα υπεροχής, το οποίο συχνά οι άνθρωποι αναπτύσσουμε έναντι των άλλων. Είτε εξαιτίας υπαρκτών χαρισμάτων, είτε εξαιτίας μιας φαντασιακής αίσθησης ότι είμαστε ικανότεροι, ευφυέστεροι, πιο δυνατοί από τους άλλους, τους ειρωνευόμαστε, μειώνοντάς τους έναντι των υπολοίπων ανθρώπων για να δείξουμε την δική μας υπεροχή. Η λοιδορία πηγάζει και από εμπάθεια και από πνεύμα εξουσιαστικό έναντι των άλλων και μαρτυρεί καρδιά ρυπαρή.

 Ο Παύλος, ζητώντας από τους χριστιανούς να απαντούν με καλά λόγια σε όσους τους λοιδορούν, περιγράφει μία καρδιά η οποία δεν διακατέχεται ούτε από πνεύμα εξουσίας, και γι’ αυτό δεν θέλει να αφήσει την θιγμένη υπερηφάνεια να λειτουργήσει ως τρόπος αντίδρασης, ούτε από εμπάθεια έναντι των άλλων, και γι’ αυτό δεν ανταποδίδει με οργή και εκδικητικότητα τις λοιδορίες που δέχεται. Με άλλα λόγια, ο Παύλος περιγράφει μία καρδιά ταπεινή και την ίδια στιγμή αγαπητική έναντι των λοιδορούντων, δηλαδή μία καρδιά στην οποία η χάρις του Θεού αναπαύεται.

Ο διωγμός πηγάζει και πάλι από ένα αίσθημα υπεροχής και εξουσίας εναντίον των άλλων, ενώ ενίοτε συνδέεται με το αίσθημα της επικράτησης κανόνων στην κοινωνία και στις διαπροσωπικές σχέσεις, στους οποίους οι διωκόμενοι δεν θέλουν να υπακούσουν ή να προσαρμοστούν. Και εδώ το πνεύμα της εξουσίας γεννά μια τέτοια δυναμική η οποία στερεί την ελευθερία από αυτούς που δεν θέλουν να το αποδεχτούν. Η στέρηση όμως της ελευθερίας εκ των πραγμάτων γεννά παραπικρασμούς. Γεννά αίσθημα αδικίας.

 Ο Παύλος, χωρίς να δικαιολογεί τους διώκοντες, μιλά για την ανοχή, ως υπομονή και έκφραση ταπεινής αγάπης έναντί τους. Η ανοχή δεν είναι παθητική στάση. Δεν είναι σιωπή, όπως κάποιος εύκολα θα μπορούσε να συμπεράνει. Είναι όμως άρνηση ανταπόδοσης της κακίας και της εξουσιαστικότητας και την ίδια στιγμή προσευχή για τους διώκτες, και υπομονή στα δεινά. Είναι ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο μαρτύριο, το οποίο μπορεί να εκτείνεται χρονικά και να απαιτεί συνεχή συγχωρητικότητα, όμως φέρει μαζί του και την χάρη του Θεού. Ο ανεχόμενος καταθέτει την άρνησή του να συμμορφωθεί με τον διώκτη του, γιατί αυτή η άρνηση στηρίζεται στην πίστη στο Θεό, αλλά και στην προσπάθεια να καταδείξει τι είναι δίκαιο και τι όχι, τι αποτελεί παραβίαση της ελευθερίας. Την ίδια στιγμή όμως αρνείται να καταδιώξει τον διώκτη του, αφήνοντας τα πάντα στο έλεος του Θεού και στην δική Του δύναμη.

Η συκοφάντηση ή οι υβριστικοί λόγοι εις βάρος των άλλων αποτελούν έκφραση ζήλιας και οργής. Συκοφαντούμε αυτούς που ζηλεύουμε είτε για την θέση τους στη ζωή είτε για τα χαρίσματά τους είτε γιατί μας προκαλούν ανασφάλεια οι δυνατότητές τους μέσα στις διαπροσωπικές σχέσεις, με αποτέλεσμα να γεννιέται ένα κλίμα καχυποψίας και την ίδια στιγμή επιβολής εις βάρος τους. Συκοφαντούμε για να μειώσουμε την επιρροή τους και την ίδια στιγμή για να φανούμε χρήσιμοι σε άλλους που σκέφτονται κατ’ αυτόν τρόπο ή είναι επιπόλαιοι και έτοιμοι να αποδεχθούν τους λόγους μας. 

Υβρίζουμε γιατί θεωρούμε ότι μ’ αυτό τον τρόπο δείχνουμε την υπεροχή μας, φαινόμαστε ως εμείς που είμαστε οι σωστοί και θέλουμε να ταπεινώσουμε εκείνους προς τους οποίους οι ύβρεις μας απευθύνονται, προκειμένου να τους ρίξουμε χαμηλά στα μάτια των άλλων. Και είναι εύκολη η ανταπόδοση κυρίως στις ύβρεις ή ο σχηματισμός εμπάθειας έναντι εκείνων που μας συκοφαντούν και η καλλιέργεια εκδικητικότητας στην καρδιά εκείνου που συκοφαντείται ή υβρίζεται. 

Όμως και πάλι ο Παύλος μιλά για την παράκληση ως απάντηση στην βλασφημία της συκοφαντίας και του υβρισμού. Παράκληση σημαίνει λόγια φιλικά, λόγια που γαληνεύουν και παρηγορούν, καταλαγιάζουν τον άλλο, λόγια δηλαδή που αποκαλύπτουν την αληθινή κατάσταση εκείνου και την ίδια στιγμή μαρτυρούν την αγάπη του χριστιανού. Αυτά τα λόγια πηγάζουν από καρδιά που έχει πραότητα, συγχωρητικότητα και αγάπη, δηλαδή από ταπεινή καρδιά.

Πόσο είναι εφικτό στη χριστιανική ζωή να αποκτήσουμε μα τέτοια καρδιά, όταν συχνά οι άνθρωποι μάς προκαλούν εκνευρισμό, απογοήτευση, θυμό για την αδυναμία μας να συνεννοηθούμε ή και για την εμμονή τους στην προκλητική και αντίθετη με τα όσα θα θέλαμε συμπεριφορά τους; 

 Η πνευματική ζωή και η εμβάθυνση σ’ αυτήν αποτελεί την αρχή. Αν κατανοήσουμε ότι είμαστε άνθρωποι ατελείς και απέναντι στο Θεό εντελώς αδύναμοι. Αν κατανοήσουμε ότι όσοι μας συμπεριφέρονται με τρόπο που δεν θα θέλαμε δεν χρειάζονται την καταδίκη μας αλλά την προσευχή και την αγάπη μας. Αν έχουμε ως πρότυπά μας την στάση του Κυρίου μας, ο οποίος «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρ. 2, 23), των αποστόλων και των αγίων. 

Κυρίως όμως, αν λειτουργούμε με γνώμονα την εκκλησιαστικότητα, δηλαδή την ένταξή μας στο σώμα του Χριστού, η οποία προϋποθέτει την αγάπη και την υπομονή. Την ίδια στιγμή, ο καθένας μας καλείται με την προσευχή, την νηστεία, την άσκηση, την μετάνοια να εμβαθύνει στην ανάγκη της μακροθυμίας, της ταπείνωσης, της συγχώρεσης, αφήνοντας όσο το δυνατόν έξω από την καρδιά του το πνεύμα της εξουσίας, της εμπάθειας, του φθόνου, της ανταπόδοσης έναντι των άλλων. Ο αγώνας αυτός είναι συνεχής. Ελκύει όμως την χάρη του Θεού, η οποία δεν μας αφήνει μόνους. Ταυτόχρονα είναι αυτός που μπορεί τελικά να παραδειγματίσει και όλους εκείνους που λειτουργούν από θέση ισχύος, εμπαίζουν, διώκουν, συκοφαντούν και βλασφημούν. Κι εδώ έγκειται η ευθύνη μας ως χριστιανών. Να είμαστε αληθινοί τηρητές των λόγων και των βιωμάτων του Ευαγγελίου και της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ακόμη κι αν τελικά αδικούμαστε. Αμήν! 

Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017