1.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Ὑπάρχουν στὴ ζωὴ μας εὐλογημένες ἢ τραγικὲς στιγμές, ὅπου μποροῦμε νὰ δοῦμε ἕνα πρόσωπο νὰ μᾶς ἀποκαλύπτεται μέσα ἀπὸ ἕνα φῶς ποὺ τὸ χαρακτηρίζει ἕνα βάθος, μία ὑπέροχη ὑπερκόσμια ὀμορφιὰ ποὺ δὲν εἴχαμε πρὶν ὑποψιαστεῖ.

Τοῦτο συμβαίνει ὅταν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας εἶναι ἀνοιχτά, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ἡ καρδιὰ μας εἶναι ἁγνή· γιατί δὲν εἶναι μόνο τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ποὺ θὰ ἀντικρύσει αὐτὸς ποὺ ἔχει ἁγνὴ καρδιά· εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ Θεϊκὴ εἰκόνα, τὸ φῶς ποὺ θὰ λάμπει στὸ σκοτάδι τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, τῆς ζωῆς ποὺ μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ὅταν ἡ καρδιά μας ἡσυχάζει, γίνεται ἁγνὴ καὶ διάφανη.

Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄλλες στιγμές, ὅπου μποροῦμε νὰ δοῦμε ἕνα πρόσωπο ποὺ νομίζαμε ὅτι πάντα τὸ γνωρίζαμε, μέσα σ’ ἕνα φῶς ποὺ εἶναι μία ἀποκάλυψη. Αὐτὸ συμβαίνει ὅταν κάποιος λάμπει ἀπὸ χαρά, ἀπὸ ἀγάπη μέσα ἀπὸ μιὰ αἴσθηση λατρείας καὶ εὐλάβειας. Συμβαίνει ἐπίσης ὅταν ἕνα πρόσωπο βιώνει τὸ σταυρικὸ σημεῖο τοῦ πόνου, ἀλλὰ ὅταν ὁ πόνος παραμένει ἁγνός, χωρὶς μίσος, μνησικακία, πικρία, δίχως καμία πρόσμειξη κακοῦ, ὅταν ὁ ἁγνὸς πόνος λάμπει, ὅπως ἔλαμψε ἀόρατα σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καταλάβουμε τί εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν ἦταν στὸ Ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως. Εἶδαν τὸν Χριστὸ σ’ ὅλη του τὴ δόξα, ὅταν τοὺς ἀποκαλύφθηκε ἡ ὁλοκληρωτικὴ παράδοση στὸ Θέλημα τοῦ Πατρός του, ἡ τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀποδοχὴ τοῦ Ἀνθρώπινου προορισμοῦ του στὴ γῆ. Ἀκούσαμε ὅτι ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, στάθηκαν δίπλα Του· ὁ ἕνας ἀντιπροσωπεύοντας τὸν Νόμο καὶ ὁ ἄλλος τοὺς Προφῆτες: καὶ οἱ δύο εἶχαν μιλήσει γιὰ τὸν καιρὸ ποὺ θὰ ἐρχόταν ἡ σωτηρία, ὅταν ὁ Ἄνθρωπος τοῦ πόνου θὰ σηκώσει στοὺς ὤμους του τὸ φορτίο τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, θὰ ἔπαιρνε στοὺς ὤμους του τὴν τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἦταν ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνθρώπινή του φύση, μέσα ἀπὸ τὴν θριαμβευτικὴ καὶ ταπεινὴ ὑποταγή, δόθηκε τελικὰ στὸν Σταυρό.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα Τὸν ἀκούσαμε νὰ λέει ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων, καὶ θὰ τὸν σταυρώσουν, ἀλλὰ τὴν Τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθεῖ. Ἐκείνη, ἦταν μία κρίσιμη στιγμή, καὶ ἔλαμψε μέσα στὴν δόξα τῆς τέλειας, θυσιαστικῆς, σταυρικῆς ἀγάπης τῆς Ἁγίας Τριάδας, καὶ τὴν εὐαίσθητη ἀγάπη τοῦ Ἀνθρώπου Ἰησοῦ, ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν τὸ λαμπερό, θεϊκὸ φῶς νὰ ρέει μέσα ἀπὸ τὴν διάφανη σάρκα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔπεφτε πάνω σὲ ὅλα τὰ πράγματα γύρω Του, ἀγγίζοντας τὸν βράχο καὶ τὰ φυτὰ καλώντας τα νὰ ἀπαντήσουν μὲ τὸ δικό τους φῶς. Καὶ μόνο ἐκεῖνοι δὲν κατάλαβαν, ἐπειδὴ σ’ ὁλάκερη, τὴν κτίση μόνο ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ τυφλώθηκε. Καὶ ὅμως, τοὺς ἔδειξε τὸ μυστήριο, καὶ ὅμως εἰσῆλθαν σ’ ἐκεῖνο τὸ σύννεφο ποὺ εἶναι ἡ θεϊκὴ δόξα, ποὺ τοὺς γέμισε μὲ δέος, φόβο, ἀλλὰ ταυτόχρονα μὲ μιὰ τέτοια ἀγαλλίαση καὶ θαυμασμό!

Ὁ Μωϋσῆς εἶχε εἰσέλθει σ’ ἐκεῖνο τὸ σύννεφο καὶ τοῦ ἐπιτράπηκε νὰ μιλήσει στὸν Θεό, ὅπως ἕναν φίλος μιλάει σ’ ἕναν φίλο· τοῦ ἐπιτράπηκε νὰ δεῖ τὸν Θεὸ νὰ περνάει δίπλα του χωρὶς ὄνομα, χωρὶς πρόσωπο· καὶ τώρα, τὴν στιγμὴ τῆς Μεταμορφώσεως βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Εἶδαν τὸ πρόσωπο καὶ τὴν δόξα Του νὰ ἀκτινοβολεῖ πέρα ἀπὸ τὴν τραγωδία. Αὐτὸ ποὺ ἀντιλήφθηκαν ἦταν ἡ δόξα, τὸ θαῦμα ὅτι ἦταν ἐκεῖ μέσα στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ποὺ τοὺς ἀποκαλύφθηκε. Ἤθελαν νὰ μείνουν ἐκεῖ γιὰ πάντα, ὅπως κάνουμε τὶς στιγμὲς ποὺ κάτι μᾶς γεμίζει μὲ θαυμασμό, μὲ λατρεία, μὲ δέος, μὲ ἀνείπωτη χαρά, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε ὅτι εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νὰ κατέβουν στὴν κοιλάδα, νὰ ἀφήσουν τὸ Ὄρος, ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν ἡ ἀρχὴ τῆς Σταυρικῆς πορείας, καὶ ἔπρεπε νὰ καταδυθεῖ σ’ ὅ,τι εἶναι τραγικὸ στὴν ἀνθρώπινη ζωή. Τοὺς ἔφερε στὴν κοιλάδα γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἀγωνία τοῦ πατέρα ποὺ τὸ παιδί του δὲν μποροῦσε νὰ θεραπευτεῖ, μὲ τὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν νὰ κάνουν κάτι γιὰ τὸ παιδί, μὲ τὴν προσδοκία τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ στραφοῦν παρὰ μόνο σ’ Ἐκεῖνον –εἶναι ἐκεῖ ὅπου τοὺς ὁδήγησε.

Καὶ εἰπώθηκε ὅτι διάλεξε αὐτοὺς τοὺς τρεῖς μαθητὲς ἐπειδὴ μαζί, μέσα ἀπὸ τὴν σύμπνοια ποὺ τοὺς χαρακτήριζε, εἶχαν τὶς τρεῖς μεγάλες ἀρετὲς ποὺ τοὺς ἔκαναν νὰ μοιραστοῦν μὲ τὸν Θεό, τὸ μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, τῆς σταύρωσης, τῆς Θεότητάς Του, νὰ ἔλθουν ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη μετὰ τὸν θάνατό Του καὶ νὰ λάβουν τὰ νέα τῆς ἀνάστασής Του: τὴν πίστη τοῦ Πέτρου, τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰωάννη, τὴν εὐθύτητα τοῦ Ἰάκωβου.

Ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ καὶ ἐμεῖς βλέπουμε κάτι ποὺ μᾶς ὑπερβαίνει, καὶ πόσο πολὺ εὐχόμαστε νὰ μπορούσαμε νὰ μείνουμε γιὰ πάντα σ’ αὐτὴν τὴν μακαρία κατάσταση· καὶ δὲν εἶναι μοναχά, ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε ἱκανοί, ποὺ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ παραμείνουμε ἐκεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Κύριος λέει: «Βρίσκεστε στὸ Ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, εἴδατε τὸν Χριστὸ ἕτοιμο νὰ σταυρωθεῖ γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος- πηγαίνετε τώρα μαζί Του, πηγαίνετε στὸ ὄνομά Του, πηγαίνετε τώρα καὶ φέρτε Του τοὺς ἀνθρώπους ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ ζήσουν!

Αὐτὴ εἶναι ἡ κλήση ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο. Μακάρι νὰ μᾶς δώσει πίστη καὶ τὴν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ δοῦμε τὸν Θεὸ στὸ πρόσωπο κάθε ἀδελφοῦ! Δὲν εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐρήμου: «Αὐτὸς ποὺ ἔχει δεῖ τὸν ἀδελφό του, ἔχει δεῖ τὸν Θεό»· καὶ νὰ ὑπηρετοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη μὲ τὴν εὐφραίνουσα χαρὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον, ὅπως ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴν ζωή του γιὰ μᾶς. Ἀμήν.

2.

Μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Κυριακὴ μετὰ τὴ Μεταμόρφωση

Ὑπάρχουν στιγμὲς τῆς πνευματικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ συνηθισμένης καθημερινῆς ζωῆς τόσο ὡραῖες, τόσο ὑπέροχες ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ θέλουμε τὸ χρόνο, τὴ ζωή, τὴν αἰωνιότητα νὰ σταματήσουν ἐκεῖ ὥστε τίποτα ἄλλο νὰ μὴν ξανασυμβεῖ ποτέ. Αὐτὸ εἶχαν νιώσει οἱ Ἀπόστολοι ποὺ ὁ Χριστὸς εἶχε πάρει μαζί Του πάνω στὸ ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης, αὐτὸ ἤθελε νὰ ἐκφράσει ὁ Πέτρος ὅταν ἔλεγε: «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ εἴμαστε ἐδῶ, ἂς κτίσουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία κι ἂς μείνουμε ἐδῶ μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἄυλου αὐτοῦ, θεϊκοῦ φωτός, τυλιγμένοι μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὑπέροχη εἰρήνη».

Οὔτε ὁ Πέτρος ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι δὲν πρόσεξαν τότε κάτι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀργότερα μετέδωσαν σὲ ἄλλους, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε (φάνηκε μέσα στὴ λάμψη τῆς αἰώνιας δόξας) τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας Τοῦ μιλοῦσαν σχετικὰ μὲ τὸ ταξίδι Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ Σταύρωσή Του. Ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης βλέπουμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς ἦταν ἱκανοὶ νὰ ξεχωρίζουν τὰ λαμπρὰ καὶ θαυμάσια πράγματα παραβλέποντας πολὺ συχνὰ τί τίμημα εἶχαν αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό. Ὁ Ἅγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μιλώντας σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ εἶχε πεῖ: «Ζήτησε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ Θεό, ὁ,τιδήποτε σοῦ χρειάζεται, νὰ θυμᾶσαι ὅμως τὴν τιμὴ ποὺ Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματά σου». Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ πεῖ: «Μὴ ζητήσεις κάτι ἀνάξιο τῆς θυσιασμένης θεϊκῆς ἀγάπης, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ».

Ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ ἀπόστολοι, ὅταν ζοῦμε τὶς καλύτερές μας στιγμὲς εὐχόμαστε ὁ χρόνος νὰ σταθεῖ καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ παραμείνουμε γιὰ πάντα, σὲ τί; Στὴν ξεγνοιασιά, νὰ μπορέσουμε νὰ ξεχάσουμε γιὰ πάντα ὅτι φοβερὰ πράγματα συμβαίνουν κάποτε στὶς δικές μας ζωὲς καὶ τὶς ζωὲς τῶν ἄλλων, ὅτι ὑπάρχουν καταστάσεις ὅπως ἡ μοναξιά, ἡ ἀρρώστια καὶ ὁ φόβος, ὅτι ὑπάρχουν φρίκες ὅλων τῶν εἰδῶν. Θέλουμε νὰ μποῦμε στὴ θαυμαστὴ εἰρήνη τοῦ μεταμορφωμένου κόσμου ποὺ ὅλοι προσδοκοῦμε μὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀποκαλυφθεῖ, δὲν ἔχει γίνει πραγματικότητα, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ πιστεύουμε καὶ τὸν ὁποῖο σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ ζήσουμε στὸ μεγάλο καὶ θαυματουργό του βάθος. Πρέπει ὅμως νὰ θυμούμαστε ὅτι μιὰ τέτοια ἐμπειρία μᾶς δωρίζεται γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ μπάσουμε τὴν ἀκτινοβολία αὐτὴ τῆς Μεταμόρφωσης μέσα στὸ σκοτεινό, κρύο, θλιμμένο κόσμο.

Ὅταν ὁ Μωυσῆς στάθηκε ἀπέναντι στὸ Θεὸ πάνω στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ φωτίστηκε ἀπὸ τὴ Δόξα Του εἶχε τόσο πολὺ ἀπορροφηθεῖ μέσα στὸ φῶς ὥστε ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴν ἀντέχουν τὴ λάμψη τοῦ προσώπου του. Τέτοιοι ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς ὑστέρα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ἑνὸς οὐράνιου ἤ ἐπίγειου μεταμορφωτικοῦ θαύματος. Αὐτὸ ποὺ συνέβηκε στοὺς ἀποστόλους καὶ στὸ Μωυσῆ θὰ πρέπει νὰ συμβεῖ καὶ σ’ ἐμᾶς.

Ὁ Μωυσῆς δὲν παρέμεινε στὸ ὄρος γιὰ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸ Θεό, ὅπως μιλᾶ κανεὶς σὲ κάποιο φίλο του, γιὰ νὰ ἐντρυφᾶ συνεχῶς στὴ θεϊκὴ δόξα, ἀλλὰ οὔτε καὶ στοὺς ἀποστόλους δὲν ἐπιτράπηκε νὰ παραμείνουν στὸ ἔνδοξο ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης. Ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε: « Ἄγωμεν ἐντεῦθεν». Κατέβηκαν λοιπὸν στὰ πεδινά, στὴν πεδιάδα τῆς Παλαιστίνης κι ἐκεῖ συνάντησαν αὐτὸ τὸ ὁποῖο μᾶς περιγράφεται: τὴν ἀπαρηγόρητη θλίψη τῶν γονιῶν καὶ τῶν γνωστῶν τοῦ παιδιοῦ τὸ ὁποῖο ὑπέφερε ἀπὸ μία ἀνίατη ἀρρώστια καὶ κάτι ἴσως ἀκόμη χειρότερο, τὴ θλιβερὴ διαπίστωση ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στοὺς ὁποίους ὁ πατέρας εἶχε στραφεῖ ἦταν ἀνίκανοι νὰ βοηθήσουν. Ὁ Χριστὸς μόνο μπόρεσε νὰ βοηθήσει κι ἔκανε τὸ παιδὶ καλά. Ὅταν οἱ μαθητὲς Τὸν ρώτησαν γιατί οἱ ἴδιοι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ κάνουν ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».

Συμβαίνει κάποτε νὰ ἀξιωνόμαστε τὴν ἐμπειρία ἑνὸς μεταμορφωμένου κόσμου, τὴν ἐμπειρία τῆς εἰσόδου στὸν κόσμο ἑνὸς στοιχείου θαυμαστοῦ, θεϊκοῦ• τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ὀφείλουμε νὰ τὴ συντηρήσουμε σὰν ἕνα πολύτιμο δῶρο κι ἔπειτα νὰ βγοῦμε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὴ μοιραστοῦμε μὲ τοὺς ἄλλους. Θὰ μπορέσουμε ὅμως νὰ τὴ μεταδώσουμε μόνο ἂν ἐπωμιστοῦμε τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς. Ἡ νηστεία δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἁπλῶς ἡ φυσικὴ νηστεία ἀλλὰ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὁτιδήποτε ἔχει γιὰ κέντρο τοὺς ἑαυτούς μας, ἀπὸ τὴν κάθε αὐτοαγάπη, τὸν κάθε ἐγωισμό, τὴν κάθε πνευματικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἀπληστία, τὴν κάθε ἐπιθυμία γιὰ κατοχὴ ἤ γιὰ ἀνεξέλεγκτη ἐλευθερία. Αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ πετύχουμε μόνο ἂν προσευχόμαστε, καὶ πιὸ πέρα ἀπὸ αὐτὸ ὄχι ἂν ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνουμε τὶς λέξεις μιᾶς προσευχῆς ἀλλὰ ἂν βιάζουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ εἰσχωροῦν στὸ πνεῦμα καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἁγίων, ἂν προσπαθοῦμε μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας μέσα σ’ αὐτὸ τὸ συννεφιασμένο, σκοτεινό, ὀρφανεμένο κόσμο νὰ παραμένουμε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ζωντανὸ Θεὸ ποὺ εἶναι φῶς, χαρὰ καὶ ζωή.

Ἂς μελετήσουμε τὴ Μεταμόρφωση. Ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς στιγμὲς ἤ τὶς περιόδους τῶν ζωῶν μας στὶς ὁποῖες εἴχαμε ζήσει σ’ ἕνα μεταμορφωμένο κόσμο, στὶς ὁποῖες τὸ κάθε τί μέσα καὶ γύρω μας φωτιζόταν ἀληθινὰ ἀπὸ θεϊκὸ φῶς. Μὲ τὸ φῶς αὐτὸ ἂς πλησιάσουμε τὸ κάθε πρόσωπο, ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς: ἂς τοὺς προσφέρουμε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ.

3.

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου

Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

 

Στὸ τέλος σχεδὸν τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, τὸν Αὔγουστο, ἔχουμε τὴ γιορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή, εἶναι ἀκόμα μία, ἀπὸ τὶς μεγάλες γιορτές. Δυστυχῶς, ὅμως, ἐπειδὴ συνήθως πέφτει καθημερινή, δὲν τὴ γιορτάζουν πολλοὶ ἄνθρωποι. Ὅμως γιὰ τὴν κατανόηση τῆς Ὀρθόδοξης πίστης ἔχει μία μοναδικὴ σημασία. Ὁ Χριστὸς πῆρε τοὺς μαθητές Του στὸ ὄρος καὶ ἐκεῖ τὸ πρόσωπό Του φάνηκε νὰ ἀστράφτει. Τὰ ἐνδύματά Του φάνηκαν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς εἶπε: «Κύριε καλὰ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ».

Αὐτὴ ἦταν ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιθυμιῶν, ἡ στιγμὴ τῆς ὑπέρτατης εὐτυχίας. Διότι τίποτε σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἱκανοποιήσει ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Θεό, τὴ δόξα Του, τὸ φῶς Του, τὴν ἀλήθειά Του, τὴ Βασιλεία Του. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι γιὰ τὴ χαρὰ· αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς Μεταμορφώσεως. Δὲν εἶναι ἕνα βιβλίο συνταγῶν: τὴ Δευτέρα κάνε αὐτό, τὴν Τρίτη ἐκεῖνο. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε ἕνα σύνολο ἀπὸ συνταγὲς καὶ ὁδηγίες ἀλλὰ τὸν Ἑαυτό Του. Καὶ αὐτὸ σημαίνει Ζωή, Ἀγάπη καὶ Μεταμόρφωση. Μᾶς ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ πᾶμε στὸ Ὄρος Θαβὼρ καὶ νὰ γευτοῦμε ἐκεῖ τὸ τί μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει.

Τί εἶναι ἡ ἐκκλησία; Ἡ ἐκκλησία εἶναι ὁ καθρέφτης σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο τοῦ φωτὸς ποὺ εἶδαν οἱ μαθητὲς στὸ ὄρος Θαβώρ. Ρωτεῖστε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἡλικιωμένους μας. Δὲν θὰ καταλάβουν ποτὲ τί σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ πάνε ἐκκλησία, διότι τὸ νὰ πᾶνε ἐκκλησία εἶναι χαρὰ γι’ αὐτοὺς καὶ ὅταν δὲν μποροῦν νὰ πᾶνε δὲν εἶναι εὐτυχεῖς. Ὅταν ἐμεῖς ρωτοῦμε «πόσα;» καὶ «γιὰ πόσο;» αὐτοὶ δίνουν τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ εἶναι στὴν ἐκκλησία. Ἡ ἐκκλησία γι’ αὐτοὺς δὲν εἶναι ἕνα μέρος ποὺ μποροῦμε νὰ ἐκπληρώνουμε τὶς θρησκευτικές μας ὑποχρεώσεις ἀλλὰ ὁ τόπος ὅπου μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸ πραγματικό μας σπίτι ὅπου μᾶς δίνονται ἡ χαρὰ καὶ τὸ φῶς.

Ἔτσι στὴ λειτουργία τοῦ χρόνου ὅλες οἱ διαστάσεις τοῦ Χριστιανισμοῦ – οἱ ἀτομικές, οἱ κοινωνικὲς καὶ οἱ κοσμικές – μᾶς ἀποκαλύπτονται καὶ μᾶς δίνονται. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ ἀποκαλύπτεται σὰν μία ἀνάβαση σ’ ἕνα βουνό, ἀκολουθώντας τὸ Χριστό. Μερικὲς φορὲς εἶναι πολὺ ζέστη· μερικὲς φορὲς πολὺ κρύο. Μερικὲς φορὲς κουραζόμαστε ἀπὸ τὴν προσπάθεια καὶ τὰ παρατοῦμε καὶ φαίνεται πὼς τὰ ξεχνοῦμε ὅλα. Ὅμως ἐὰν ὑπάρχει ἕνα νόημα στὴ χριστιανικὴ ζωὴ αὐτὸ εἶναι τὸ νὰ ἀκολουθεῖς πάντοτε τὸ Χριστὸ στὸ Ὄρος Θαβὼρ ἔτσι ὥστε στὸ τέλος, νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε: «Κύριε καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι……». Μετὰ ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποκαλύπτει ὅπως εἶπε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «… ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν» (Α’ Κορ, β ‘9).

Ἂς τὸ σημειώσουμε: ὄχι μόνο γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν τὶς ἐντολὲς Του ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀγαποῦν. Καὶ νὰ Τὸν ἀγαποῦμε σημαίνει αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε ἀνεξαρτήτως δυσκολιῶν, τὸ νὰ θέλουμε αὐτὴ τὴ χαρά, νὰ εἴμαστε ἐν Χριστῷ.

Μετάφραση: Ἱεροδιάκονος Ἀναστάσιος Τελεβάντος