1.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Τὰ ἀποστολικὰ καὶ τὰ εὐαγγελικὰ Ἀναγνώσματα δὲν διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία μας ὅπως τύχη. Ἔχουν σειρὰ καὶ τάξη, ταιριάζουνε δηλαδὴ κάθε φορὰ στὰ ἑορταζόμενα γεγονότα καὶ πρόσωπα. Σήμερα λοιπὸν ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει καὶ τιμᾶ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς τετάρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διαβάζουμε Ἀπόστολο ποὺ ταιριάζει στὰ ἑορταζόμενα ἱερὰ πρόσωπα καὶ τὸ ἔργο τους. Ἂς ξανακούσουμε τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, γυρισμένο τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Παιδί μου Τίτε, ὁ λόγος εἶναι ἀξιόπιστος κι ἀληθινός, γι’ αὐτὸ καὶ θέλω νὰ κηρύττης καὶ νὰ ἐπιβεβαιώνης ἐτοῦτα τὰ πράγματα, γιὰ νὰ φροντίζουν νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα ὅσοι ἔχουν πιστέψει στὸ Θεό· αὐτὰ εἶναι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα στοὺς ἀνθρώπους. Ὅσο γιὰ τὶς μωρολογίες καὶ τὶς γενεαλογίες καὶ τὶς φαγομάρες καὶ τοὺς σκοτωμοὺς γύρω ἀπὸ τὶς διατάξεις τοῦ νόμου, αὐτὰ νὰ τὰ ἀποφεύγης, γιατί ὄχι μόνο δὲν ὠφελοῦν, μὰ καὶ ζημιώνουν. Ἄνθρωπο ποὺ πιστεύει κατὰ ποὺ τοῦ ἀρέσει, μετὰ ἀπὸ πρώτη καὶ δεύτερη συμβουλή, νὰ τὸν παρατᾶς καὶ νὰ ξέρης πὼς ὁ τέτοιος ἄνθρωπος ξεστράτισε καὶ πάει χαμένος ἀπὸ μόνος του. Ὅταν θὰ σοῦ στείλω τὸν Ἀρτεμᾶ ἤ τὸν Τυχικό, φρόντισε νὰ ‘ρθης κοντά μου στὴ Νικόπολη, γιατί ἐκεῖ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ περάσω τὸ χειμώνα. Στεῖλε μου τὸ Ζηνᾶ τὸ νομικὸ καὶ τὸν Ἀπολλὼ κι ἐφοδίασέ τους μὲ ὅλα τὰ χρειαζούμενα, γιὰ νὰ μὴν τοὺς λείπη τίποτα στὸ ταξίδι. Καὶ νὰ μαθαίνουν οἱ δικοί μας, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἄκαρποι, νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα, ἐκεῖνα ποὺ ἐξυπηρετοῦνε πραγματικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν. Σὲ ἀσπάζονται ὅλοι ὅσοι εἶναι μαζί μου. Ἀσπάσου τοὺς πιστοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν. Ἡ χάρη μὲ ὅλους ἐσᾶς. Ἀμήν.

Ἡ πίστη καὶ ὁ βίος τῶν χριστιανῶν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ εὐσέβεια κι ἡ ἀγάπη, καθὼς τὸ λέγαμε τὴν περασμένη Κυριακή, στηρίζονται στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Δὲν πιστεύουμε δηλαδὴ καὶ δὲ ζοῦμε κατὰ ποὺ θέλει ὁ καθένας, μὰ κατὰ ποὺ μᾶς λέγει ὁ Θεός. Ἡ θρησκεία μας εἶναι θρησκεία θεοδίδακτη. Αὐτὸ βλέπουμε νὰ λέγη ὁ Ἀπόστολος σήμερα, γράφοντας στὸ μαθητὴ του τὸν Τίτο, ποὺ τὸν εἶχε ἐγκαταστήσει Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας στὴν Κρήτη. Λίγο παραπάνω ἀπὸ τὰ πρῶτα λόγια τῆς σημερινῆς περικοπῆς ἔγραψε γιὰ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ, δηλαδὴ γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ ἦρθε καὶ δίδαξε τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ μᾶς ἔβαλε στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Λέγει λοιπὸν τώρα στὸν Τίτο πὼς αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ λόγος δηλαδὴ γιὰ τὴ θρησκεία μας, εἶναι ἀληθινὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν πιστεύη ὁ καθένας. Μὰ γιὰ νὰ πιστεύουν οἱ ἄνθρωποι στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει ὁ Τίτος σὰν Ἐπίσκοπος κι ὅλοι οἱ ἱεροὶ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας νὰ κηρύττουνε τὴν ἀληθινὴ θρησκεία καὶ νὰ τὴν ἐπιβεβαιώνουν μὲ τὸ βίο τους. Ἔτσι θὰ μαθαίνουν κι οἱ πιστοὶ νὰ πρωτοστατοῦν στὰ καλὰ ἔργα, σ\’ ἐκεῖνα δηλαδὴ τὰ ἔργα, ποὺ εἶναι τωόντι καλὰ καὶ ὠφέλιμα στοὺς ἀνθρώπους. Δύο φορὲς τὸ λέγει αὐτὸ στὴ σημερινὴ περικοπή· τὸ λέγει στὴν ἀρχή, τὸ λέγει καὶ στὸ τέλος. Γιὰ νὰ τονίση ἀκριβῶς πὼς δὲν ἀρκεῖ ἡ πίστη, μὰ χρειάζονται καὶ τὰ ἔργα, σὰν καρπὸς τῆς πίστεως. Ἡ πίστη χωρὶς τὰ καλὰ ἔργα, χωρὶς δηλαδὴ τὴν ἀγάπη, εἶναι, ὅπως τὸ γράφει ἄλλος Ἀπόστολος, νεκρή· κι ὁ χριστιανὸς ποὺ ἔχει τάχα πίστη, μὰ δὲν ἔχει καλὰ ἔργα, δηλαδὴ ἀγάπη, εἶναι σὰν τὸ ἄκαρπο δένδρο. Μὰ ὁ χριστιανὸς δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι ἄκαρπος· πρέπει νὰ ἔχη πίστη ζωντανή, κι αὐτὸ θὰ πῆ, σὰν καρπὸς τῆς πίστεώς του, νὰ ἔχη ἔργα καλὰ καὶ ὠφέλιμα στοὺς ἀνθρώπους. Τέτοια εἶναι ὄχι ὅλα τὰ ἔργα ποὺ τάχα φαίνονται καλά, μὰ ὅσα ἐξυπηρετοῦνε καὶ θεραπεύουνε πραγματικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Γιατί εἶναι πολλὰ ἔργα ποὺ φαίνονται γιὰ καλά, μὰ δὲν εἶναι τωόντι καλὰ οὔτε ὠφέλιμα, καὶ γίνονται μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἱκανοποιηθῆ ὁ ἐγωισμὸς καὶ τὸ συμφέρον ἐκείνων ποὺ τὰ κάνουν.

Μὰ ἀπὸ τὰ παληὰ χρόνια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὴν Ἐκκλησία δὲν φάνηκαν μόνο ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι χωρὶς καλὰ ἔργα σὰν τὰ ἄκαρπα δένδρα, κι ἐκεῖνοι ποὺ τάχα ἔχουν τέτοια ἔργα, μὰ ποὺ δὲν εἶναι τωόντι καλὰ· φάνηκαν κι ἐκεῖνοι ποὺ βάλθηκαν νὰ φτιάξουν δική τους πίστη, ὄχι κατὰ πῶς λέγει ὁ Θεὸς στὶς θεῖες Γραφὲς καὶ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, μὰ κατὰ πῶς τὸ κρίνουν καὶ τὸ θέλουν αὐτοί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ αἱρετικοί. Αὐτοὶ φτιάχνουν δική τους θρησκεία καὶ δὲν ἔχουν πιὰ θέση στὴν Ἐκκλησία. Κοντὰ μ’ αὐτοὺς πᾶνε οἱ σχισματικοί. Αὐτοὶ ἔχουνε ὀρθὴ πίστη, μὰ γιὰ διάφορες ἄλλες αἰτίες χωρίζονται μόνοι τους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα, χριστιανοί μου, εἶναι δύο μεγάλα κακὰ στὴν Ἐκκλησία· οἱ αἱρετικοὶ καὶ κοντὰ μ’ αὐτοὺς οἱ σχισματικοὶ εἶναι ἄνθρωποι διεστραμμένοι καὶ πεισματάρηδες κι ὅπως τὸ λέγει ὁ Ἀπόστολος σήμερα, εἶναι αὐτοκατάκριτοι, δηλαδὴ μόνοι τους, μὲ τὸν τρόπο ποὺ πιστεύουν καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ πράττουν, καταδικάζουνε τὸν ἑαυτό τους.

Τέτοιοι στὸν καιρό μας ἐδῶ στὸν τόπο μας αἱρετικοὶ εἶναι οἱ Γιεχωβάδες καὶ σχισματικοὶ εἶναι οἱ Παλαιοημερολογίτες. Οἱ Γιεχωβάδες εἶναι κακόδοξοι καὶ δὲν εἶναι κἄν χριστιανοί. Οἱ Παλαιοημερολογίτες εἶναι χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι, μὰ γιὰ τὴ στενοκεφαλιά τους καὶ γιὰ τὸ πεῖσμα τους χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Γιεχωβάδες δὲν θὰ εἴχαμε στὸν τόπο μας, ἂν δὲν ἦταν ἡ Ἀμερική· ἐκεῖ ξανάζησε καὶ φούντωσε ἡ παληὰ αἵρεση τοῦ χιλιασμοῦ κι ἔφτασε ὥς ἐδῶ, κι ἀπὸ ἐκεῖ ἔρχονται τὰ χρήματα μὲ τὰ ὁποῖα πληρώνονται οἱ ἐδῶ πράκτορες κι ἐξαγοράζουν τὶς συνειδήσεις ἁπλῶν καὶ φτωχῶν ἀνθρώπων.

Καὶ Παλαιοημερολογίτες δὲν θὰ εἴχαμε στὸν τόπο μας, ἂν δὲν ἦσαν κάποιοι κακοὶ πολιτικοί μας ποὺ θεραπεύουν γιὰ χάρη τῶν ψήφων τὶς ἀδυναμίες τοῦ λαοῦ, κι ἂν δὲν ἦσαν κάποιοι κακοὶ καλόγεροι ἀπὸ τ’ Ἅγιον Ὄρος καὶ κάποιοι καθαιρεμένοι κληρικοὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκμεταλλεύονται τὴν πίστη ἀνίδεων καὶ ἀγαθῶν ἀνθρώπων.

Ἄλλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στοὺς Γιεχωβάδες κι ἄλλη ἀπέναντι στοὺς Παλαιοημερολογίτες. Τοὺς δεύτερους, δηλαδὴ τοὺς Παλαιοημερολογίτες κι ἂν χωρίζονται αὐτοὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐμεῖς πρέπει νὰ τοὺς θεωροῦμε ἀδελφούς μας καὶ τόσο πιὸ πολὺ νὰ τοὺς συμπαθοῦμε, ὅσο πιὰ τὸ ξέρουμε πὼς εἶναι ἄνθρωποι μὲ στενὴ ἀντίληψη καὶ ἀδύνατη συνείδηση. Τοὺς πρώτους, δηλαδὴ τοὺς Γιεχωβάδες, ἔχουμε χρέος μία καὶ δύο φορὲς νὰ τοὺς μιλήσουμε γιὰ τὸ καλό τους κι ἂν δὲν ἀκούσουν, ἔπειτα νὰ τοὺς ἀφήσουμε· πῆραν μόνοι τους τὸν κακὸ δρόμο καὶ πᾶνε χαμένοι. Οἱ Παλαιοημερολογίτες εἶναι τὰ πρόβατα ποὺ ξέκοψαν ἀπὸ τὸ κοπάδι· πλανιῶνται στὸ βουνὸ κι ἂν δὲν ξαναγυρίσουν στὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, κινδυνεύουν νὰ πέσουν στὸ στόμα τοῦ λύκου. Οἱ Γιεχωβάδες εἶναι τ’ ἀρρωστημένα πρόβατα ποὺ δὲν παίρνουν πιὰ θεραπεία, μία καὶ δὲν θέλουν νὰ χωρισθοῦνε τὴν ἀρρώστια τους· πρέπει λοιπὸν νὰ τὰ διώξουμε ἀπὸ τὴ μάνδρα γιὰ νὰ μὴν κολλήσουν ἀρρώστια καὶ τ’ ἄλλα πρόβατα. Στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ αἱρετικοὶ εἶναι τὰ ἄρρωστα καὶ σάπια μέλη, ποὺ πρέπει νὰ ἀποκόβωνται καὶ νὰ πετιοῦνται, ὄχι μόνο σὰν ἄχρηστα, μὰ καὶ σὰν ἐπικίνδυνα, ποὺ πᾶνε νὰ μεταδώσουνε τὴν ἀρρώστια τους σ’ ὁλόκληρο τὸ σωματικὸ ὀργανισμό.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία. Ὅ,τι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι εἰδωλολατρία, εἶναι αἵρεση, εἶναι σχίσμα. Καὶ τῶν ἱερῶν Πατέρων ἐτοῦτο μαζὶ μὲ τ\’ ἄλλα εἶναι τὸ μέγα ἔργο· ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων γιὰ νὰ κρατήσουνε τὴν πίστη καὶ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πίστη εἶναι τὰ Δόγματα, ἡ τάξη εἶναι οἱ Κανόνες, ποὺ διατυπώθηκαν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Πατέρας σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Γι\’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο σὲ τρεῖς Κυριακὲς ἑορτάζει τοὺς Ἱεροὺς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων· γιὰ νὰ μαθαίνουμε ἐμεῖς τί πολύτιμος θησαυρὸς εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας καὶ νὰ ἀποφεύγουμε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα. Ἂς μένουμε τὸ λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία μας, ἂς ἀγαποῦμε τοὺς κανονικοὺς ἱερεῖς μας κι ἂς ὑπακούωμε στοὺς ἱεροὺς ποιμένας μας γιὰ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας. Ἀμήν.

2.

Τὸ φῶς τοῦ κόσμου

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης τῶν ἁγίων ἑξακοσίων τριάντα θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι συγκρότησαν τήν ἁγία Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδο στή Χαλκηδόνα, ἡ Ἐκκλησία μας ἔρχεται νά ὑπενθυμίσει τήν ἀπάντησή της στόν πάντα ἐπίκαιρο προβληματισμό, ὁ ὁποῖος βεβαίως κατά ἐποχές ἐκφράζεται μέ διαφορετικό τρόπο, γιά τή μέθοδο καί τό μέτρο τῆς συνεργασίας Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Καί τό κάνει αὐτό θυμίζοντας τήν ἱστορική περιπέτεια τοῦ 5ου μ.Χ. αἰώνα, ὁπότε τή χριστιανική οἰκουμένη συντάραξαν αἱρέσεις τελείως ἀντιφατικές μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες φαινομενικά ἀντιμάχονταν ἡ μία τήν ἄλλη, οὐσιαστικά ὅμως πολεμοῦσαν καί οἱ δύο τήν Ὀρθοδοξία.

Ὁ λόγος γιά τήν ἀκραία ἀντιπαλότητα μεταξύ Νεστοριανισμοῦ καί Μονοφυσιτισμοῦ. Ὁ Νεστόριος ἀπό τή μιά μεριά, ἀντιδρώντας μέ ζῆλο στίς αἱρετικές δοξασίες τοῦ Ἀρείου πού θεωροῦσε τόν Χριστό κτίσμα, ἔφθασε νά μιλᾶ γιά δύο Χριστούς, τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο γέννησε ἡ Παναγία, καί τόν Χριστό ὡς τόν Μονογενή Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος Χριστός, κατά τόν Νεστόριο, ἦταν τόσο ἀφοσιωμένος στόν Θεό, ὥστε εἵλκυσε τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τόν κατέλαβε καί κατοίκησε μέσα του. Αὐτό ὅμως δέν ἔγινε ἀπό τή σύλληψη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καθώς μεγάλωνε, γι’ αὐτό καί ἡ Παναγία, κατά τήν ἄποψη τοῦ Νεστορίου, δέν εἶναι Θεοτόκος, ἀλλά «Χριστοτόκος», ἀφοῦ γέννησε μόνον ἄνθρωπο. Ἀπό τήν ἄλλη, οἱ Μονοφυσίτες, πολεμώντας μέ φανατισμό τήν πλάνη τοῦ Νεστορίου, ἔφθασαν στό ἄλλο ἄκρο. Ξεκινώντας ἀπό τή σωστή θεώρηση ὅτι ὁ Μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησε καί, ἑπομένως, σαρκώθηκε στά σπλάχνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, δίδαξαν στή συνέχεια ὅτι ἔφθασε ἡ Θεία φύση νά ἀπορροφήσει ὡς ἰσχυρότερη τήν ἀνθρώπινη, μέ ἀποτέλεσμα ὁ Χριστός νά ἔχει τελικά μόνο Θεία φύση. Ἀπό τό ἄκρο τῆς κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου στό ἄκρο τῆς κυριαρχίας τοῦ Θεοῦ! Καί τά δύο ἐξίσου λάθος! Καί τά δύο ἐξίσου καταστρεπτικά!

Ἡ θεόπνευστη ἀπάντηση

Ποιά εἶναι ἡ πίστη μας περί Χριστοῦ; Τί εἶναι ὁ Χριστός κατά τήν ὀρθόδοξη πίστη μας, σέ σχέση μάλιστα μέ τό εἰδικότερο πρόβλημα στό ὁποῖο ἀντιπάλαιαν Νεστοριανοί καί Μονοφυσίτες; Οἱ Πατέρες τῆς ἁγίας Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶπαν πολύ ἁπλά ὅτι ὁ Χριστός μας εἶναι ἕνας, ἕνα ἑνιαῖο Θεανδρικό πρόσωπο, χωρίς νά ὑπάρχουν δύο Χριστοί, ἕνας θεϊκός καί ἕνας ἀνθρώπινος. Αὐτός ὅμως ὁ ἕνας Χριστός εἶναι μέ δύο φύσεις, τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος ταυτοχρόνως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀσυγχύτως. «Εἷς καί ὁ αὐτός (κι ὄχι δύο ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Νεστόριος) ἐν δύο φύσεσιν (κι ὄχι μία ὅπως δίδασκαν οἱ Μονοφυσίτες)».

Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὁ Χριστός χαρακτηρίζει τούς μαθητές τό φῶς τοῦ κόσμου, ἀκριβῶς γιά νά καταδείξει ὅτι οἱ χριστιανοί ἔχουν τήν ἱκανότητα μέ τόν φωτεινό τρόπο τῆς ζωῆς τους νά διαφωτίζουν τούς σκλαβωμένους στό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης συνανθρώπους τους. Ταυτοχρόνως ὅμως, ὑπονοεῖ καί κάτι ἄλλο, τό ὁποῖο ξεκαθαρίζει περισσότερο μέ τό παράδειγμα τοῦ λυχναριοῦ πού καίει, ὄχι γιά νά σκεπασθεῖ κάτω ἀπό κάδο, ἀλλά γιά νά λάμπει σκορπίζοντας φῶς σέ ὅλο το σπίτι. Πῶς ὑπάρχει τό φῶς; Ὑπάρχει βεβαίως ἡ καύσιμη ὕλη, ἀλλά δέν ἀρκεῖ αὐτό. Πρέπει νά παραχθεῖ καί ἡ σπίθα πού θά ἀνάψει τή φλόγα, ὥστε σέ συνεργασία μέ τήν καύσιμη ὕλη νά ὑπάρχει φῶς.

Μέ ἄλλα λόγια, ἀπαιτεῖται συνεργασία Θεοῦ καί ἀνθρώπου ὥστε νά φθάσουμε νά μιλᾶμε γιά πνευματική παραγωγή, φωτισμένους ἀνθρώπους, Ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό τό κατανοοῦμε ἀπό τήν ἀσκητική της Ὀρθοδοξίας, ἀπό τόν τρόπο ζωῆς πού ὑπαγορεύει, ὅπου τό κυρίαρχο στοιχεῖο εἶναι ἡ συνεργασία Θεοῦ καί ἀνθρώπου, γιά νά ἐπέλθει ὁ φωτισμός, ἡ θέωση, ὁ ἁγιασμός. Γι’ αὐτό καί στή συνέχεια τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Χριστός μας ἀναφέρεται στόν Νόμο καί τούς Προφῆτες, τούς ὁποίους δέν ἦλθε γιά νά καταλύσει, ἀλλά νά συμπληρώσει.

Ὁ προβληματισμός σήμερα

Καί σήμερα παρατηροῦμε αὐτήν τήν ἀντιπαλότητα στούς ὅρους συνύπαρξης Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Ἀπό τή μιά ἔχουμε τούς σύγχρονους Νεστοριανούς, τόν δυτικό ἄνθρωπο, πού δίνοντας ἐμφανή προτεραιότητα στόν ἄνθρωπο, ἔφθασε ὄχι μόνον νά θεωρεῖ τόν Θεό ἀντικείμενο ψυχρῆς λογικῆς ἔρευνας, ἀλλά καταλήγει καί νά τόν σκοτώνει, μέ τό νά τόν ἀρνεῖται παντελῶς! Ἀπό τήν ἄλλη ἔχουμε τούς σύγχρονους Μονοφυσίτες, τόν ἀνατολικό ἄνθρωπο, πού παρέχοντας κυριαρχική ἐξουσιαστικότητα στόν Θεό, ἔφθασε νά καταργεῖ τόν ἄνθρωπο, ἕως φυσικῆς του ἐξόντωσης! Οἱ πρῶτοι πιστεύουν πώς μέ μόνες τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις τους, οἱ ὁποῖες ὄντως ἔχουν νά ἐπιδείξουν θαυμαστά ἐπιστημονικά κατορθώματα, ἀλλά καί φρικτές καταστροφές, μποροῦν νά κερδίσουν τήν ἀλήθεια καί νά ὁλοκληρώσουν τόν ἄνθρωπο σ’ ἕνα σύστημα ἀνθρωποκεντρικό. Οἱ δεύτεροι, ἁλυσοδεμένοι ἀπό ἕναν Θεό ἐξουσιαστή, ἔχουν νά ἐπιδείξουν προόδους στή σοφία καί τόν πολιτισμό, μιᾶς πού τόσο τό Ἰσλάμ, ὅσο καί οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες στή ἀσφάλεια τῆς ἐξάρτησής τους ἀπό τό θεῖο, ὅπως τό ἀντιλαμβάνονται, μποροῦν καί παράγουν ἰδέες, παράγουν ὅμως συνάμα καί δικαιολογοῦν ἀπάνθρωπες καί βίαιες καταστάσεις στά πλαίσια ἑνός συστήματος θεοκεντρικοῦ.

Ἡ λύση πού αἰῶνες τώρα ἀντιπαραβάλλει ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ συνεργασία Θεοῦ καί ἀνθρώπου γιά τή σωτηρία τοῦ δεύτερου μέ τή δόξα τοῦ πρώτου. Κι αὐτό τό θεανθρωποκεντρικό σύστημα ἐκφράζεται στήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου μέ τά ὅπλα τῆς προσευχῆς, τῆς νήψης, τῆς ἐγκράτειας, ἀλλά καί στή χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐπευλογεῖ, ἐνισχύει καί τελικά φωτίζει, ἔτσι ὥστε οὔτε ὁ ἄνθρωπος νά καταργεῖ τόν Θεό, ἀλλά οὔτε καί ὁ Θεός ν’ ἀκυρώνει τόν ἄνθρωπο. Σέ λίγες ἡμέρες ἡ Ἐκκλησία, γιορτάζοντας τή μνήμη τοῦ προφήτη Ἠλία, θά μᾶς θυμίσει τόν ἀγώνα του μέ τούς ψευδοπροφῆτες τοῦ Βάαλ. Ἐκεῖ βλέπουμε τόν Ἠλία νά μαζεύει ξύλα γιά τόν βωμό, ἀσχέτως τοῦ ἄν τά βρέχει, γιά νά ρίξει τελικά ὁ Θεός τή φωτιά καί νά τά κάψει, παρ’ ὅλο πού ἦταν μούσκεμα. Ὁ Ἠλίας περιμένει τόν Θεό νά ρίξει τήν φωτιά παρ’ ὅλη τήν ἁμαρτωλότητά του, ἀλλά καί ὁ Θεός περιμένει τόν Ἠλία νά μαζέψει τά ξύλα ἀνεχόμενος τό ἀδύναμο πλάσμα του. Κι αὐτή ἡ συνεργασία μορφοποιεῖ γιά τόν καθένα μας τούς ὅρους τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

3.

Εὐαγγέλιον Ματθαίου 5, 14-19

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

«Ὑμεῖς ἐστέ τὸ ἅλας τῆς γῆς˙ ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. Ὑμεῖς ἐστέ τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη. Οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Θέμα: Χριστιανικὸς χαρακτὴρ

Τὸ σοφὸν στόμα τοῦ Κυρίου φροντίζει διὰ ποικίλων τρόπων νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου τὰς θείας ἀληθείας. Τοῦτο πράττει ἄλλοτε διὰ θαυμάτων, ἵνα δὶ’ αὐτῶν δώσῃ ἐγκυρότητα εἰς τὴν ἀποστολήν του καὶ ἄλλοτε διὰ παραβολῶν, παρομοιώσεων καὶ ἀλληγοριῶν, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πλέον ἀγραμμάτου τὰς θείας ἀληθείας. Ὅπως τὸ καλὸν σῶμα, ὅταν ἔχῃ ὡραῖον ἔνδυμα, εἶναι ὡραῖον, κατὰ παρόμοιον τρόπον, ὅταν αἱ ὡραῖαι ἰδέαι ἐνδύωνται διὰ καλῶν ἐκφράσεων, παραβολῶν, εἶναι ὡραιόταται.

Ὁ Κύριος τὰς παραβολὰς καὶ ἀλληγορίας ἐκλέγει ἀπὸ τὴν ἀγροτικήν, κοινωνικὴν καὶ οἰκογενειακὴν ζωήν, ἵνα λαμβάνῃ εἰκόνας κοινάς καὶ γίνῃ ἀντιληπτὸς ὑπὸ μορφωμένων καὶ μή. Τρεῖς ἐκ τῶν πολλῶν ἄλλων ἀλληγοριῶν, τὰς ὁποίας ἐκλέγει καὶ χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος, εἶναι καὶ αἱ τοῦ ἀνωτέρω Εὐαγγελίου. Παρομοιάζει δηλαδὴ τοὺς χριστιανοὺς ὡς φῶς, ὡς ἅλας, ὡς πόλιν περίβλεπτον. Ἐπὶ λέξει. «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὑμεῖς ἐστὲ τὸ ἅλας τῆς γῆς, ὑμεῖς ἐστὲ πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη», λέγει ὁ Κύριος. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ποῖαι αἱ ἰδιότητες τῶν τριῶν αὐτῶν συμβόλων τοῦ φωτὸς τοῦ ἅλατος καὶ τῆς πόλεως καὶ δεύτερον ποίας ἠθικάς τῶν πιστῶν ἰδιότητας συμβολίζουσιν.

Α΄. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου: Φῶς, ἅλας, πόλις.

Τὸ φῶς. Δὲν ὑπάρχει καθαρώτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸ φῶς. Λάβετε μίαν λάμπαν ἠλεκτρικὴν οἱασδήποτε ἐντάσεως. Ἀσφαλῶς θὰ ἴδητε πόσην καθαρότητα ἔχει τὸ φῶς ἰδίως κατὰ τὴν νύκτα. Λάβετε ἐπίσης μίαν λάμπαν ὄχι ἠλεκτρικήν, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνας τοῦ παλαιοῦ καιροῦ, ἡ ὁποία καίει μὲ πετρέλαιον καὶ φυτίλιον. Ἴσως νὰ παρατηρήσετε ἀκαθαρσίαν εἰς τὸ πετρέλαιον, εἰς τὸ φυτίλι, εἰς τὸν σκελετὸν τῆς λάμπας. Παρ’ ὅλα αὐτὰ πόσον καθαρὸν τὸ φῶς, ἡ λαμπάδα ἡ τρεφόμενη ἀπὸ τόσην ἀκαθαρσίαν ! Τὸ ἴδιον δύνασθε νὰ παρατηρήσητε εἰς τοὺς ἀκόμη ἀκάθαρτους λύχνους τοῦ χωρίου. Ἡ τροφὴ τοῦ φωτὸς ἀκάθαρτος, τὸ τρεφόμενον φῶς καθαρόν!

Τὸ φῶς ὄχι μόνον εἶναι τὸ καθαρότερον ἀλλὰ καὶ τὸ φωτεινότερον πρᾶγμα. Φωτεινὸν δὲ αὐτὸ δεικνύει τὰς ἀκαθαρσίας καὶ καθαρότητας τῶν ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πλησιάζουν εἰς αὐτό. Τὸ φῶς δεικνύει μέχρι τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν τὰς καθαρότητας καὶ ἀκαθαρσίας, ἐπὶ ἐκείνων ὅπου αἱ ἀκτῖνες τῶν προσπίπτουν. Ὥστε τὸ φῶς εἶναι καθαρὸν δὶ’ ἑαυτό, φωτεινὸν διὰ τοὺς ἄλλους!

Τὸ ἅλας. Τὸ ἁλάτι ἔχει τὴν ἰδιότητα καὶ ἱκανότητα νὰ διεισδύῃ εἰς τὰ φαγητά, ἐπὶ τῶν ὁποίων τίθεται, καὶ νὰ διαποτίζῃ μέχρι τοῦ τελευταίου μορίου, ἐὰν εἶναι ἀνόργανος οὐσία, ὡς τὸ ὕδωρ, μέχρι τοῦ τελευταίου κυττάρου, ἂν εἶναι ὀργανικὴ οὐσία, ὡς αἱ τροφαί. Διαποτίζον ὅμως οὕτω ὁλόκληρον τὸ φαγητὸν κάμνει αὐτὸ περισσότερον εὔγεστον, περισσότερον νόστιμον. Ἀλλὰ ἐνῷ εἶναι διεισδυτικώτατον στοιχεῖον καὶ θὰ ἐπερίμενε κανεὶς νὰ ἐπιφέρῃ τὴν διάλυσιν καὶ ἀποσύνθεσιν, τοὐναντίον! Τὸ ἅλας εἶναι ὄχι μόνον διεισδυτικὸν ἀλλὰ καὶ συνεκτικὸν τῶν τροφῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων τίθεται, προλαμβάνει τὴν σαπίλαν. Διά νὰ προφυλάξωμεν λ.χ. τὸ κρέας ἐκ τῆς ἀποσυνθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τείνει, τὸ ἀλατίζομεν. Διά νὰ προφυλάξωμεν τὸν τυρὸν κ.λ.π. οὐσίας ἀπὸ τὴν διάλυσιν, τὰς ἁλατίζομεν. Ὥστε τὸ ἁλάτι ἔχει τὰς ἰδιότητας νὰ διαποτίζῃ, νὰ νοστιμεύῃ τὰς τροφὰς ἐπὶ τῶν ὁποίων τίθεται, ἀλλὰ καὶ νὰ συγκρατῇ μερικῶν ἐξ αὐτῶν τὴν ἀποσύνθεσιν. Μὲ ὀλίγα λόγια τὸ ἅλας εἶναι διεισδυτικὸν καὶ συνεκτικὸν τῶν τροφῶν μας. Τὸ ἁλάτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν χάσῃ τὴν στυφτικὴν τοῦ ἰδιότητα, περιφρονεῖται καταπατούμενον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ὡς ἄχρηστον.

Ὁ Κύριος ὅμως φέρει πλὴν τῶν ἀνωτέρω καὶ τὴν πόλιν τὴν ἐπάνω ὄρους κειμένην. Ὅπως εἰς τὸ φῶς δὲν δύναται τίποτε νὰ κρυφθῇ, οὕτω καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ὄρους κειμένη πόλις εἶναι περίβλεπτος εἰς πάντας. Ὅλοι οἱ διαβᾶται ὑψώνουσι τὸ βλέμμά των πρὸς αὐτήν. Ὁ πρὸς αὐτὴν κατευθυνόμενος διαβάτης γνωρίζει πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει, δὲν πελαγοδρομεῖ. Βαδίζει ἐπὶ τοῦ ἀσφαλοῦς, διότι βλέπει τὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν, πρὸς τὸν ὁποῖον κατευθύνεται.

Ὁ Κύριος παρομοιάζει τοὺς χριστιανοὺς ὡς φῶς, ἅλας, πόλιν περίβλεπτον. Εἴδομεν τὰς ἰδιότητας τῶν συμβόλων τούτων. Ἂς ἴδωμεν τώρα καὶ τὰ δι’ αὐτῶν συμβολιζόμενα.

Β΄. Ἐκ τῆς ζωῆς. Ὁ χαρακτὴρ τοῦ πιστοῦ.

Εἴπομεν, ὅτι αἱ συμβολιζόμεναι ἰδιότητες εἶναι: Καθαρότης καὶ φωτεινότης τοῦ φωτός, διεισδυτικότης καὶ συνεκτικότης τοῦ ἅλατος, τὸ περίβλεπτον τῆς πόλεως. Τοιοῦτος πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁ Χριστιανός. Καθαρός! Ἔργα, λόγια, βλέμματα, ἀκούσματα, λογισμοὶ τοῦ χριστιανοῦ πρέπει νὰ εἶναι καθαροί, πεντακάθαροι. Δὲν πρέπει ὁ Χριστιανὸς νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του νὰ ἐκστομίζῃ λόγους ἀπρεπεῖς, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν λογισμὸν του σκέψεις κατὰ τοῦ ἄλλου μοχθηραί, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ βλέπῃ ἐκεῖ, ὅπου τὸ μόλυσμα θὰ τοῦ λερώσῃ τὴν ψυχήν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀκούῃ λόγια μοχθηρὰ ἤ προσβάλλοντα τὴν αἰδημοσύνην. Μὲ ἕνα λόγον πρέπει νὰ καθαρίσῃ γλῶσσαν, μάτια, αὐτιά, χεῖρας καὶ πόδας.

Καθοριζόμενος οὕτω ὁ Χριστιανὸς καὶ γενόμενος φῶς, θὰ φωτίζῃ τοὺς ἄλλους. Οἱ ἄλλοι φωτιζόμενοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ βλέπουν τὰς ἀκαθαρσίας των. Τὸ καλὸν παράδειγμα, τὰ συνετὰ λόγια ἔχουν τόσην δύναμιν καὶ τόσον φῶς, ὥστε θὰ χρησιμεύσουν ὡς καθρέπτης τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.Θὰ ξεδιπλώνωνται ἐμπρὸς εἰς τὴν φωτιστικὴν αὐτὴν δύναμιν οἱ πλέον κρυφὲς δίπλες τῆς ψυχῆς. Οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι φῶς καὶ καθρέπτης διὰ τοὺς ἄλλους μέσα στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Ὅπως δηλαδὴ τὸ βράδυ προκειμένου νὰ ἴδῃ τις τὸν ἑαυτὸν του ἔχει ἀνάγκην καθρέπτου καὶ φωτός, οὕτω καὶ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶναι φῶς καὶ καθρέπτης εἰς τοὺς ἄλλους.

Ἀλλὰ ἐν ᾧ τὸ καλὸν παράδειγμα εἶναι τὸ διεισδυτικώτερον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἄλλου εἶναι καὶ τὸ συνεκτικώτερον. Αὐτὸ ὡς τὸ ἅλας θὰ συγκράτησῃ καὶ θὰ σύνδεσῃ τὴν οἰκογένειαν μεταξύ της, τὸν πατέρα μὲ τὸ παιδί, τὸ παιδὶ μὲ τὸν πατέρα, τὸν ἀδελφὸν μὲ τὸν ἀδελφόν, τὸν φίλον μὲ τὸν φίλον, τὴν φίλην μὲ τὴν φίλην. Θὰ συνδέῃ καὶ θὰ νοστιμεύῃ τοὺς δεσμοὺς τῆς κοινωνίας, τῆς οἰκογενείας, τῆς φιλίας, συγγενείας κ.λ.π. ὅπως τὸ ἁλάτι νοστιμεύει τὰ φαγητά. Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν τὴν δύναμιν καὶ ἀποστολὴν νὰ προφυλάξουν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν σαπίλαν, ὅπως τὸ ἁλάτι προφυλάσσει τὰ φαγητὰ ἀπὸ τὴν σῆψιν.

Ὅπως ὅμως τὸ ἁλάτι, ὅταν χάσῃ τὴν ἁλιστικὴν του δύναμιν, ἀπορρίπτεται καὶ ὑπὸ οὐδενὸς ἄλλου ἁλατίζεται, κατὰ παρόμοιον τρόπον ὁ Χριστιανὸς διδάσκαλος, ὅταν χάσῃ τὴν φωτιστικήν του δύναμιν πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὑπὸ οὐδενὸς ἄλλου φιλοσοφικοῦ συστήματος δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων περιφρονεῖται.

Οἱ Χριστιανοὶ εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη», διότι αὐτοὶ θὰ φωτίζουν, θὰ ἐμπνέουν, θὰ κατευθύνουν τὸν κόσμον καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ κρυβῶσιν. Ἑπομένως πρέπει νὰ προσέχωσι πολὺ εἰς τὸν ἑαυτὸν των. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὁ Κύριος παρομοιάζει τοὺς μαθητάς του πρὸς λύχνον, ὁ ὁποῖος δὲν σκεπάζεται ὑπὸ οἰκιακοῦ σκεύους, «τοῦ μοδίου» (Ρωμαϊκοῦ μέτρου σιτηρῶν 1/6 τοῦ Ἕλλην. μεδίμνου) ἀλλὰ τίθεται εἰς τὴν λυχνίαν, τὸν λυχνοστάτην, ἵνα φωτίζῃ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ οἴκου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ καλὸς Χριστιανὸς γίνεται πολικὸς ἀστήρ, κατευθεντήριος γραμμὴ τοῦ περιβάλλοντος, εἰς τὸ ὁποῖον ζῇ, εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους συναναστρέφεται. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν κρύβῃ οὗτος τὰς ἀρετάς του, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τὸν περιβάλλουν, ὀσφραίνονται τὸ κρυφὸν ἄρωμα, τὸ ὁποῖον πνέει καὶ γίνεται περίβλεπτος σἄν τὴν πόλιν τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους κειμένην. Τέλος ὁ Κύριος συνιστᾷ, ὅτι σκοπὸς ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, «ὅπως ἂν ἴδωσι τὰ καλὰ ὑμῶν ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Διδακτικώτατον παράδειγμα χριστιανικοῦ φωτός, τὸ ὁποῖον ἔγινε σκότος καὶ χριστιανικοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον ἠχρηστεύθη εἶναι ὁ μάρτυς Σαπρίκιος. Οὗτος συνεδέετο φιλικώτατα μετὰ ἄλλου τινὸς κληρικοῦ ὀνομαζόμενου Νικηφόρου. Ἡ φιλία των ὅμως ἔπειτα ἀπὸ ἔτη ἔσπασε. Κηρύσσεται ὁ διωγμὸς τῶν Χριστιανῶν ἐπὶ Βαλεριανοῦ. Ὁ Σαπρίκιος συλλαμβάνεται καὶ ὁδηγεῖται εἰς φρικτὰ μαρτύρια. Ὁ Νικηφόρος σπεύδει, γονατίζει ἐνώπιόν του καὶ ζητεῖ συμφιλίωσιν μαζί του. Ὁ Σαπρίκιος ἀρνεῖται. Ὁδηγεῖται εἰς τὸ μαρτύριον ὁ Σαπρίκιος καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀρνῆται τὴν συμφιλίωσιν μετὰ τοῦ Νικηφόρου. Ὅταν ἦτο ἕτοιμος ὁ δήμιος νὰ καταφέρῃ τὴν μάχαιραν, ὁ Σαπρίκιος δειλιάζει καὶ ἀρνεῖται τὸν Χριστὸν ὑποσχόμενος νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. Βλέπων ὁ Νικηφόρος τοῦτο σπεύδει αὐτὸς ὁμολογῶν, ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ λαμβάνει τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου Πόσον φῶς καὶ ἅλας ἦτο ὁ Νικηφόρος, πόσον σκότος καὶ ἀνάλατος ἐφάνη ὁ Σαπρίκιος!

Ἡ συμπλήρωσις τοῦ Νόμου γενικῶς (Ματθ. 5,17—20)

«Μὴ νομίσητε, ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἤ τοὺς προφήτας. Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἕν ἤ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου, ἕως πάντα γένηται».

Νόμος ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ παρέλθῃ, εἶναι ὁ ὑπὸ τοῦ Εὐαγγελίου συμπληρωθείς παλαιὸς νόμος τῶν προφητῶν καὶ τοῦ Μωϋσέως. Ὁ Κύριος συνεπλήρωσε τοὺς προφήτας πληρώσας δὶ’ ἔργων, ὅσα ἐκεῖνοι προεφήτευσαν περὶ Αὐτοῦ. Ἐπλήρωσε δὲ τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως συμπληρώσας αὐτόν, ὡς θὰ ἴδωμεν κατωτέρω λεπτομερῶς, ἐκριζῶν τὰς ἀφορμάς τῶν παθῶν. Ὅ,τι οἱ ἄλλοι ὁ Μωϋσῆς δηλαδὴ καὶ οἱ προφῆται ὡς σκιὰν ἀφῆκαν, ἐσκιαγράφησαν, ὁ Κύριος ἐζωγράφησε συμπληρώσας τὴν σκιὰν διὰ τῶν χρωμάτων. Ὁ ζωγράφος δὲν καταλύει τὴν σκιαγραφίαν ἀλλὰ συμπληροῖ. Οὕτω καὶ ὁ Χριστός. Ὅπως ὁ σπόρος ὁ πεσῶν εἰς τὴν γῆν δὲν ἀνανεοῦται, ἂν πρῶτον δὲν φθαρῇ, κατὰ παρόμοιον τρόπον ὁ εὐαγγελικὸς νόμος εἶναι ἄνθος καὶ κορωνὶς τοῦ παλαιοῦ νόμου, τοῦ σπόρου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀποσυνετέθη. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ παλαιὸς νόμος ἐξευγενίζεται, γίνεται αἰώνιος συμπληρούμενος ὑπὸ τοῦ Εὐαγγελικοῦ νόμου.

«Ἰῶτα» εἶναι ἡ ἰδικὴ μας ὑπογεγραμμένη καὶ «κεραία» εἶναι ὁ ἰδικὸς μας τόνος εἰς τὰς λέξεις. Ἑπομένως τὰ πλέον νομιζόμενα ἀσήμαντα εἰς τὰ λόγια τοῦ Κυρίου θὰ ἐκπληρωθῶσι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Χριστιανῶν. Ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῶσι, θὰ τιμωρηθῶσιν οἱ παραβᾶται. «Ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὃς δ’ ἂν ποίησῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».

Ὁ Κύριος βεβαιοῖ, ὡς εἴπομεν, ὅτι δὲν καταργεῖ ἀλλὰ συμπληροῖ τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον διὰ τοῦ Εὐαγγελίου δίδων τόνον καὶ εἰς τὰ μικρὰ ἁμαρτήματα. Ὅταν θὰ ἀδιαφορήσῃ τις διὰ τὰς μικρᾶς ἁμαρτίας, θὰ ἀδιαφορήσῃ δὶ’ αὐτὸν ὁ Θεός. Δὲν πρόκειται περὶ ἀθετήσεως τῶν μικρῶν ἐντολῶν ἐκ συναρπαγῆς στιγμιαίας ἀλλὰ περὶ συστηματικῆς παραγνωρίσεως, ὥστε νὰ διδάσκῃ τὴν παραγνώρισιν ταύτην ὡς ἀλήθειαν. Ἵνα μὴ νομίσωμεν ὅμως, ὅτι ὁ μὴ προσέχων τὰς ἐλαχίστας ἐντολάς τοῦ συμπληρωθέντος Ἑβραϊκοῦ νόμου «ἐλάχιστος κληθήσεται» ἤτοι θὰ ἀξιωθῇ μὲν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἐλάχιστος, θ’ ἀπολαμβάνῃ μικράν δόξαν, ὁ Κύριος συνεχίζει, «Λέγω γὰρ ὑμῖν, ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Πρέπει ἡ ἀρετή μας νὰ εἶναι μεγαλύτερα τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ μὲν Φαρισαῖοι προσεῖχον εἰς τὰς παραδόσεις, οἱ δὲ γραμματεῖς εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὁ χριστιανὸς θὰ προσέχῃ εἰς τὰς ῥίζας τῶν κακιῶν. Ἑπομένως ἡ συμπλήρωσις αὕτη τοῦ Παλαιοῦ νόμου συνίσταται εἰς τὴν προσθήκην μεγαλυτέρων ἀρχῶν καὶ ὁ παραβὰς αὐτάς ἐκ συστήματος δὲν θὰ ἀξιωθῇ τῆς χαρᾶς τοῦ Θεοῦ.

Ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ μικρὰ ἁμαρτία, τὴν ὁποίαν περιφρονοῦμεν, ἐνῷ ὁ Κύριος συνιστᾷ προσοχὴν καὶ εἰς αὐτήν, φαίνεται ἀπὸ τὸ ἑξῆς: Ἡ βασίλισσα Σεμίραμις παρεκάλεσε τὸν βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων νὰ τῆς ἐπιτρέψῃ νὰ βασιλεύσῃ καὶ αὐτὴ ἐπὶ χρόνον τινά. Ἐκεῖνος δὲν ἤθελεν. Ἡ Σεμίραμις τὸν παρεκάλεσε νὰ βασιλεύσῃ μίαν μόνον ἡμέραν. Ὁ βασιλεὺς ἀρνεῖται. Ἡ Σεμίραμις κλαίουσα παρακαλεῖ νὰ βασιλεύσῃ μίαν μόνην ὥραν. Ὁ βασιλεὺς καμφθείς ἀπὸ τὰ δάκρυά της καὶ τὴν μικράν αἴτησιν της ἐπιτρέπει. Ἡ Σεμίραμις γινομένη βασίλισσα διατάσσει νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν βασιλέα. Αὐτὸ καὶ ἔγινεν. Κατόπιν ἡ Σεμίραμις βασιλεύει διὰ πάντα. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἁμαρτία. Ὁσονδήποτε μικρὰ καὶ ἂν εἶναι ἔχει μεγάλας συνεπείας.

4.

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς τοῦ κόσμου

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα γιορτάζει τοὺς Πατέρες ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴν τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀσχολήθηκε καὶ ἀποφάνθηκε ὁριστικὰ γιὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ. Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ διαβάζεται σήμερα στοὺς Ναοὺς εἶναι ἀφιερωμένο σ’ αὐτοὺς καὶ εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία τοῦ Κυρίου μας. Ὁ Θεάνθρωπος ὀνομάζει τοὺς μαθητὲς Του φῶς τοῦ κόσμου. Ἂς δοῦμε πιὸ ἀναλυτικὰ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ.

Τὸ παράδειγμα τοῦ φωτὸς τί ὑπονοεῖ;

Ὁ Κύριος χρησιμοποίησε γιὰ τοὺς μαθητὲς Του τὸ παράδειγμα τοῦ ἁλατιοῦ (Ματθ. 5,13) καὶ τοῦ φωτός. Τὸ παράδειγμα τοῦ φωτὸς εἶναι τὸ ὑψηλότερο. Ὅταν λέγει πὼς ἡ πόλη ποὺ εἶναι πάνω στὸ βουνό, δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ, θέλει νὰ τοὺς τονίσει «ἀκρίβειαν τοῦ βίου, καθαρὴ ζωή», λέγει ὁ Χρυσόστομος. Τοὺς διαπαιδαγωγεῖ νὰ εἶναι ἐναγώνιοι στὴ ζωή τους, νὰ ἔχουν στραφεῖ τὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων πάνω τους καὶ νὰ ἀγωνίζονται ἐνώπιον ὅλης τῆς οἰκουμένης.

Ὁ Χριστὸς ἄναψε τὸ φῶς τῆς χάριτός Του μέσα μας. Ἡ δική μας προσπάθεια εἶναι νὰ διατηρήσουμε τὸ φῶς αὐτὸ ἄσβεστο. Ἡ λαμπρότητα τῆς ζωῆς μας ἔχει ἐπίδραση στοὺς ἄλλους. Ἀπόλυτο φῶς εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ μάλιστα εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό Του, πὼς εἶναι “τὸ φῶς τοῦ κόσμου” (Ἰω. 8,12). Φῶς καὶ φωστῆρες εἶναι μὲ σχετικὴ ἔννοια καὶ οἱ πιστοὶ καὶ οἱ ἅγιοι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: “διότι κάποτε ἤσασταν στὸ σκοτάδι, τώρα ὅμως ποὺ πιστεύετε στὸν Κύριο, εἶστε στὸ φῶς· νὰ ζεῖτε λοιπὸν σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἀνήκουν στὸ φῶς.” (Ἐφ. 5,8). Ὁ ἴδιος θὰ πεῖ σὲ ἄλλη του ἐπιστολὴ γιὰ τοὺς πιστοὺς πὼς εἶναι “σὰν λαμπερὰ ἀστέρια στὸν κόσμο, μένοντας σταθεροὶ στὸ εὐαγγέλιο ποὺ δίνει ζωὴ” (Φιλιπ. 2,15-16).

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου

Πράγματι ὁ Κύριος εἶναι φῶς, ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν πλάνη στὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ἀρετή, ποὺ φωτίζει τὸ ἡγεμονικὸ (τὸ νοῦ) τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ τὸ κάνουν κι οἱ πιστοί. Ἕνας σύγχρονος θεολόγος θὰ τὸ πεῖ αὐτὸ χαρακτηριστικά: Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἀτομικὴ ὑπόθεση, οὔτε περιορίζεται σὲ κάποιο στενὸ κύκλο “ἐκλεκτῶν”, ἀλλὰ προσφέρεται σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἕνα εἶδος πνευματικότητας, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἀντίθεση σὲ κάποιο δαιμονικὸ κατεστημένο, στὸ σκοτάδι καὶ στὴν ἀποσύνθεση.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει τὴν καθολικὴ καὶ παγκόσμια εὐθύνη της, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐθύνη τοῦ καθενός μας. Δὲ ζοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ γιὰ ἕναν ὁρισμένο κύκλο ἐθνικό, ἰδεολογικό, θρησκευτικὸ· ζοῦμε γιὰ τὰ ἀδέλφια μας παντοῦ πάνω στὴ γῆ, ὅσο κι ἂν διαφέρουν ἀπὸ μᾶς κι ὅσο κι ἂν μᾶς ἀντιμάχονται. Ὁ Χριστὸς εἶχε πεῖ στοὺς μαθητὲς του τὸ ἑξῆς σπουδαῖο παράγγελμα· “καὶ θὰ γίνετε δικοί μου μάρτυρες στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ Σαμάρεια καὶ ὥς τὰ πέρατα τῆς γῆς” (Πράξ. 1,8). Μέχρι καὶ στὸ τελευταῖο μέρος τῆς γῆς ὀφείλουμε νὰ ἀνάψουμε τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἠσαΐας ἀναφέρεται στὸν Πατέρα ποὺ ἀπευθύνεται στὸ Μεσσία καὶ τοῦ λέγει· “Ἰδοὺ δέδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναι σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς” . Τὸ φῶς τῶν ἐθνῶν, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς πιστοὺς νὰ τὸ μεταδώσει στὰ πέρατα τῆς γῆς. Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ καθαρίζουν συνέχεια τὸν ἑαυτό τους μὲ πόνους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ταπεινώνουν τὴ σάρκα τους μὲ διάφορες ἀσκήσεις, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη γεμίζουν τὸ νοῦ τους μὲ φῶς, αὐτοὶ ποὺ γνώρισαν «τοὺς λόγους τῶν ὄντων» καὶ ξεπέρασαν κάθε αἴσθηση τοῦ κόσμου, αὐτοὶ μποροῦν νὰ κηρύξουν τὸ Χριστὸ καὶ νὰ μεταδώσουν τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, λέγει ὁ ὅσιος Νικήτας. Πρὸς αὐτοὺς ἀπευθύνεται ὁ Κύριος, ὅταν λέει:” Σεῖς εἶστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου” (Ματθ. 5,14).

Τὸ χρέος τῶν πιστῶν

Μεγάλη εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν πνευματικῶν ταγῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ τῶν ἁπλῶν πιστῶν στὴ διάδοση τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος. Ἐπίσκοποι, κληρικοί, λαϊκοὶ ποὺ γνώρισαν τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸ βίωσαν, μεταδίδουν καὶ στοὺς ἄλλους τὸ βίωμά τους. Ἀντίθετα, ἐὰν αὐτοὶ ποὺ εἶναι ταγμένοι νὰ στέκονται «ἐπὶ τὴν λυχνίαν» δείχνουν ἀδυναμία πρὸς τὴν πίστη, τότε καθυστερεῖ ὁ εὐαγγελισμὸς τῶν ἀνθρώπων καὶ γίνεται μάλιστα καὶ σκανδαλισμὸς στὶς ψυχές τους. Οἱ ἁμαρτίες μας καὶ ἡ κακὴ προσωπική μας ζωὴ ἐνεργεῖ ἀρνητικὰ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ Χριστό. Ἂς φροντίσουμε νὰ ἔχουμε συνέπεια λόγων καὶ πράξεων, ὥστε νὰ ἀνάπτεται συνεχῶς τὸ σωτήριο φῶς τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου σ’ ὅλη τὴ γῆ.

5.

Μία ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα εἶναι ἡ Ἐκκλησία

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς τετάρτης καὶ μαζὶ τῶν ἄλλων τεσσάρων οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς δεύτερης, τρίτης, πέμπτης καὶ ἕκτης. Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς πρώτης οἰκουμενικῆς Συνόδου ἑορτάζεται στὴν ἕκτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα, καὶ ἡ μνήμη τῶν ἀγίων Πατέρων τῆς ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἑορτάζεται μία Κυριακὴ μέσα στὸ μήνα Ὀκτώβριο.

Ἡ τέταρτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔγινε στὰ 451 χρόνια μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ στὴ Χαλκηδόνα τῆς Βιθυνίας. Ἐκεῖ συνάχθηκαν 630 Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ καταδίκασαν τὸν ἀρχηγὸ τῆς αἵρεσης τοῦ μονοφυσιτισμοῦ Εὐτυχῆ καὶ τοὺς ὀπαδούς του. Μονοφυσιτισμὸς εἶναι ἡ αἵρεση καὶ ἡ πλανεμένη διδασκαλία, ποὺ παραδέχεται τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μόνο ὡς Θεό. Ἡ Σύνοδος δογμάτισε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, κι ὅπως τὸ ψάλλουμε στὸ Δοξαστικό τοῦ Ἑσπερινοῦ στὸν πλ. δ’ ἦχο, «διπλοῦς τὴν φύσιν, ἀλλ’ οὐ τὴν ὑπόστασιν».

Ἀφήνουμε τὰ περισσότερα κι ἐρχόμαστε στὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ διαβάζεται στὴ θεία Λειτουργία. Στὴν περικοπὴ αὐτή, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους» ὁμιλία, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ θέση τῶν χριστιανῶν στὸν κόσμο, ὅτι εἶναι μία θέση ξεχωριστὴ καὶ φανερή, ὑπεύθυνη δηλαδὴ καὶ καθοδηγητική. Αὐτὸ ἰσχύει βέβαια πολὺ περισσότερο γιὰ τοὺς ἱεροὺς ποιμένες τῶν χριστιανῶν, ποὺ εἶναι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στὴ μνήμη τῶν ὁποίων καὶ διαβάζεται αὐτὴ ἡ περικοπή. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως ἄλλη μία φορά, τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα, τὰ θεῖα καὶ σωτήρια λόγια τοῦ θείου διδασκάλου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του. «Ἐσεῖς εἴσαστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ μία πόλη, ποὺ εἶναι χτισμένη πάνω στὸ βουνό· οὔτε ἀνάβουν τὸ λύχνο καὶ τὸν βάζουν κάτω ἀπὸ τὸ καυκί, ἀλλὰ τὸν τοποθετοῦν στὸ λυχνοστάτη καὶ φέγγει σ’ ὅλο τὸ σπίτι. Ἔτσι νὰ λάμψει καὶ τὸ δικό σας φῶς μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας, ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς. Νὰ μὴ σᾶς περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἦλθα γιὰ νὰ καταργήσω τὸ Νόμο ἢ τοὺς Προφῆτες. Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ τὰ καταργήσω, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ πραγματοποιήσω. Σᾶς βεβαιώνω πὼς ὅσο στέκει ὁ κόσμος ἕνα γιώτα ἤ μία γραμμὴ δὲν θὰ καταργηθεῖ ἀπὸ τὸ νόμο. Ὅποιος λοιπὸν θὰ καταργήσει καὶ μία ἀπὸ τὶς πιὸ μικρὲς ἐντολὲς αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ θὰ γίνει ἔτσι κακὸς δάσκαλος στοὺς ἀνθρώπους, θὰ κριθεῖ κι αὐτὸς μὲ τὸ ἴδιο μέτρο τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Μὰ ὅποιος θὰ τὶς τηρήσει καὶ θὰ διδάξει ἔτσι τοὺς ἄλλους, αὐτὸς θὰ τιμηθεῖ πολὺ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως».

Οἱ ἱεροὶ καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ τήρησαν στὸ βίο τους τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ κήρυξαν στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ κήρυξαν ὄχι μόνο μὲ τὸ λόγο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ βίο τους. Αὐτὸ ἐννοοῦμε, ὅταν λέμε Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἐπισκόπους, ἱερεῖς καὶ μοναχούς, ποὺ ἀνάμεσα στοὺς χριστιανοὺς διακρίθηκαν γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τους καὶ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους. Τὰ δύο αὐτά, ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία, πρέπει νὰ πηγαίνουν μαζί, κι ἂν εἶναι νὰ λείψει ἕν’ ἀπὸ τὰ δύο, καλύτερα νὰ λείψει ἡ διδασκαλία μὲ τὰ λόγια. Τί νὰ τὴν κάνεις τὴ διδασκαλία χωρὶς τὴν ἁγιότητα; Τί ἀξία ἔχει ἡ ἐπιστήμη χωρὶς τὴν ἀρετή; Τί ὠφελεῖ ἡ θεολογία χωρὶς τὴν εὐσέβεια;

Μὰ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δίνει πάντα πρῶτα ἀρετὴ κι ὕστερα λόγο· περισσότερη προθυμία γιὰ νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές του καὶ λιγότερη σπουδὴ γιὰ νὰ διδάσκουμε τοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε· «ὃς ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ…»· ὅποιος δηλαδὴ θὰ ἐφαρμόσει πρῶτα στὸν ἑαυτό του τὸ Εὐαγγέλιο κι ὑστέρα θὰ τὸ κηρύξει στοὺς ἄλλους. Αὐτός, κι ἂν δὲν εἶναι σοφὸς στὰ γράμματα, κι ἂν δὲν ἔχει τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ὅμως μὲ τὸ παράδειγμά του διδάσκει. Κι εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ καλὸ παράδειγμα διδάσκει καλύτερα ἀπὸ τὸ πιὸ εὔγλωττο καὶ σοφὸ κήρυγμα. Αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι μόνο ὅποιος ἔχει στὴν ἐκκλησία τὸν τίτλο καὶ τὴ θέση τοῦ ἱεροκήρυκα, ἀλλὰ κι ὁ κάθε χριστιανὸς μὲ τὸ βίο του.

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ζωή. Κι αὐτὸ ποὺ λέμε κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἐνάρετος βίος, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐάγγελο ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιώτικα, προσωπικὴ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὴν Ἐκκλησία ὅλα εἶναι ζωντανά, ὅλα εἶναι προσωπικά, ὅλα εἶναι μαρτυρία. Ὁ οὐράνιος Πατέρας εἶναι πρόσωπο, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος εἶναι πρόσωπο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πρόσωπο, οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι εἶναι πρόσωπα, κι ἐμεῖς εἴμαστε πρόσωπα. Ὅλα εἶναι συνείδηση καὶ ἐλευθερία. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας δὲν εἶναι κήρυγμα καὶ μάθημα θεωρητικό· εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ, ζωντανὸς ὁ ἴδιος καὶ ζωντανεμένος στὸ βίο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων. Μέσα στὸ κόσμο ἡ Ἐκκλησία εἶναι σὰν μία πόλη, χτισμένη ψηλὰ στὸ βουνό· δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ καὶ τὴν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι γύρω-γύρω. Εἶναι ἀκόμα σὰν τὸ λυχνάρι, ποὺ τὸ ἀνάβουν καὶ τὸ βάζουν ψηλὰ γιὰ νὰ φέγγη σ’ ὅλο τὸ σπίτι. Ἡ πόλη ἐπάνω στὸ βουνὸ εἶναι ὁ βίος, τὸ λυχνάρι τοποθετημένο ψηλά, εἶναι ἡ διδασκαλία. Πρῶτα ὁ βίος καὶ τὸ παράδειγμα κι ὑστέρα ὁ λόγος καὶ ἡ διδασκαλία. Μέσα στὸ βίο εἶναι ὁ λόγος καὶ μέσα στὸ παράδειγμα ἡ διδασκαλία. Ἡ φωνὴ τῶν ἔργων εἶναι ἠχηρότερη ἀπὸ τὰ λόγια καὶ ὁ βίος διδάσκει καλύτερα ἀπὸ τὸ εὐγλωττότερο κήρυγμα.

Μὰ ποιὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ πόλη ἡ χτισμένη ἐπάνω στὸ βουνό; Εἶναι τάχα μόνο οἱ κληρικοί; Γιατί ἔτσι νομίζουν πολλοί. Γι’ αὐτοὺς μόνο ὁμιλεῖ στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Ἰησοῦς Χριστός; Μεγάλη τιμὴ θὰ ἦταν γιὰ τοὺς κληρικοὺς νὰ εἶναι αὐτοὶ μόνο ἡ Ἐκκλησία· μεγάλη τιμή, μὰ καὶ μεγάλο κι ἀσήκωτο βάρος. Ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἀδικία γιὰ τοὺς λαϊκούς. Ἐκκλησία ὅμως εἴμαστε ὅλοι μας, ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαός· οὔτε μόνο οἱ κληρικοί, ἱεροκρατία, οὔτε μόνο οἱ λαϊκοί, λαϊκοκρατία. Οἱ κληρικοὶ πηγαίνουν μπροστὰ καὶ οἱ λαϊκοὶ ἀκολουθοῦν· οἱ κληρικοὶ εἶναι οἱ πνευματικοὶ ποιμένες, καὶ οἱ λαϊκοὶ τὰ λογικὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ λόγος ἴσως καὶ νὰ προσκρούει στὶς δημοκρατικὲς ἀντιλήψεις τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων, ἀλλὰ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας προφητική, ποὺ τὴν μεταχειρίζεται κι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ ποιμένα. Οἱ κληρικοὶ σηκώνουν πολλὰ βάρη κι ἔχουν μεγάλες εὐθύνες στὴν Ἐκκλησία, καὶ τὸ πρῶτο ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς εἶναι νὰ τοὺς ἀκολουθοῦν. Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐδῶ στὴ γῆ ἔχει πάντα πόλεμο κι ὅταν ὁ στρατηγός, ποὺ εἶναι ὁ ποιμένας, πηγαίνει στὸν πόλεμο χωρὶς στρατιῶτες, τότε πῶς θὰ πολεμήσει; Νὰ μὴν τὰ φορτώνουμε λοιπὸν ὅλα στοὺς ἱερεῖς μας, ἂν κι ἐκεῖνοι πρέπει νὰ σηκώνουν περισσότερα, ἀλλ’ ὁ καθένας μας νὰ ξέρει τὰ χρέη καὶ τὶς εὐθύνες του στὴν Ἐκκλησία. Ὁ καθένας μας πρέπει νὰ ἔχει νὰ δείξει παράδειγμα, γιατί ὁ καθένας εἶναι δάσκαλος καὶ κήρυκας τῆς πίστεως.

Παραπονιέται ὁ πατέρας κι ἡ μητέρα πὼς δὲν ἀκοῦνε τὰ παιδιά· στὸν καιρὸ μας αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονο ὅλων τῶν γονέων. Τὰ βάζεις μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ βάζεις μὲ τὸ σχολεῖο. Μὲ τὴν κοινωνία καλὰ κάνεις καὶ δὲν τὰ βάζεις, γιατί ἡ κοινωνία σήμερα εἶναι ἕνα ἀπρόσωπο σύνολο ἀτόμων. Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν καὶ τὸ σχολεῖο θὰ σὲ ρωτήσουν• «Ἐσὺ ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα, μὲ ποιὸν τρόπο διδάξατε τὰ παιδιά σας; μὲ ποιὸ παράδειγμα καὶ μὲ ποιὸ λόγο; Τί βλέπουν καὶ τί ἀκοῦνε τὰ παιδιά σας μέσα στὸ σπίτι σας; Ὅ,τι βλέπουν ἐκεῖνο κάνουν κι ὅ,τι ἀκοῦν ἐκεῖνο μαθαίνουν». Τὸ σπίτι τοῦ κάθε χριστιανοῦ εἶναι μία Ἐκκλησία κι εἶναι σὰν καὶ νὰ γίνεται ἐκεῖ μέσα θεία Λειτουργία. Τὰ παιδιά, ποὺ γεννιοῦνται κι ἀνατρέφονται, ἡ ἀγάπη κι ἡ στοργή, ἡ προσευχὴ κι ἡ ἐργασία, ἡ οἰκονομία καὶ ἡ τάξη, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία στὸ σπίτι τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Κι ἀπ’ ὅλα αὐτὰ βγαίνει τὸ μεγάλο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου· ὅλα αὐτὰ εἶναι τὸ φῶς τῆς πίστεως, ποὺ τὸ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι καὶ δοξάζουν τὸ Θεό.

Ὁ δογματικὸς ὄρος, ἡ πράξη δηλαδὴ ποὺ ὑπέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες στὴν τέταρτη οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀρχίζει μὲ τὴ φράση· «Ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι…», δηλαδὴ ἀκολουθώντας τοὺς ἁγίους Πατέρες. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμὴ τῆς Ὀρθοδοξίας· οἱ Ἀπόστολοι ἀκολουθοῦν τὸ Χριστό· οἱ Πατέρες ἀκολουθοῦν τοὺς Ἀποστόλους, κι ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τοὺς Πατέρες. Μία ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Χριστὸ ἕως ἐμᾶς. Αὐτὴ τὴ γραμμὴ ἂς κρατήσουμε κι ἐμεῖς. Ἂς μείνουμε πιστοὶ κι ἀφοσιωμένοι στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἴμαστε μὲ τοὺς Πατέρες, μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ μὲ τὸ Χριστό. Ὅποιος εἶναι μὲ τὸ Χριστὸ εἶναι μὲ τὸ Θεό· ὅποιος εἶναι μὲ τὸ Θεὸ ἔχει ζωὴ αἰώνια. Ἀμήν.

6.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οἰκουμενικής Συνόδου- Το φως του κόσμου

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ:  Τίτ. γ΄ 8-15

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. ε΄ 14-19

«Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου»

Σήμερα εἶναι μιὰ ξεχωριστὴ Κυριακή. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση γιορτάζουμε καὶ τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνεκλήθη τὸ 451 μ.Χ. στὴ Χαλκηδόνα, προάστιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει, ὅποια ἡμέρα εἶναι Κυριακὴ μέσα στὸ ἑπταήμερο 13-19 Ἰουλίου, νὰ γιορτάζουμε αὐτὴ τὴ Σύνοδο. Τὰ ἀναγνώσματα ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶναι ἀφιερωμένα στὴ μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων, μελῶν τῆς Συνόδου. Ἐμεῖς θὰ σταθοῦμε μόνο στὸ ἑξῆς χωρίο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Ἐσεῖς οἱ μαθητές μου, εἶπε ὁ Κύριος, εἶστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Θὰ δοῦμε τί σημαίνει αὐτὸς ὁ λόγος καὶ πῶς ἐφαρμόζεται στοὺς σήμερα τιμώμενους ἁγίους Πατέρες.

 

  1. Οἱ Χριστιανοὶ ἀκτινοβολοῦν τὸν Χριστὸ

Οἱ Χριστιανοὶ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, δηλαδὴ ἔχουν ἀποστολὴ νὰ φωτίζουν τὸν κόσμο, τοὺς συνανθρώπους τους· νὰ τοὺς φωτίζουν πνευματικὰ μὲ τὰ λόγια τους καὶ μὲ τὴν ἁγία ζωή τους. Ὁ Κύριος ὅμως λέει ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν εἶναι κάποια ἀπὸ τὰ φῶτα τοῦ κόσμου ἀλλὰ «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» – μὲ ἄρθρο καὶ στὸν ἑνικό. Τί σημαίνει αὐτό;

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος διεκήρυξε κάποτε: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. η´ 12). Εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ φωτίζει πνευματικὰ κάθε ἄνθρωπο, ὁ νοητὸς Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὀ­νομάζεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (βλ. Μαλαχ. δ´ 2). Ὅ,τι εἶναι ὁ ἥλιος γιὰ τὴ γῆ μας, εἶναι ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Χωρὶς τὸν ἥλιο ὁ πλανήτης μας θὰ ἦταν μιὰ παγωμένη κατασκότεινη ἔρημος. Χωρὶς τὸν Χριστὸ ὁ κόσμος εἶναι βυθισμένος στὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας, τῆς πλάνης καὶ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου. Ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ ζεῖ μέσα στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς.

Ἑπομένως ὁ παραπάνω λόγος τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι οἱ πιστοὶ καλοῦν­ται νὰ συνδεθοῦν τόσο στενὰ μαζί Του, ὥ­σ­­τε νὰ γίνουν φῶς, ὅπως εἶναι Ἐκεῖ­νος, ὅσο εἶναι δυνατόν· νὰ φθάσουν νὰ ποῦν μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20). Δὲν ζῶ πιὰ ἐγώ, ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Ἔχω παραδοθεῖ στὸ Χριστό· ἡ σκέψη μου, ἡ θέλησή μου, οἱ ἐπιθυμίες μου, τὰ ἔργα μου, ὅλα, ὅλα εἶναι Χριστός. Καὶ τότε θὰ ἀκτινοβολοῦν στὸ περιβάλλον τους τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὶς ἀρετές Του, τὴ Χάρι Του.

  1. Οἱ ἅγιοι Πατέρες φωτίσθηκαν καὶ φώτισαν

Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου ἐφαρμόζεται κάλλιστα στοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Συνόδου ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα.

Στὴν ἐποχή τους κατασπάραζαν τοὺς πιστοὺς δύο ἀντίθετες μεταξύ τους αἱρέσεις: ὁ Νεστοριανισμὸς καὶ ὁ Μονοφυσιτισμός. Ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία συγκλονιζόταν ἀπὸ τὶς συγκρούσεις τῶν ὀπαδῶν τους. Ὁ κίνδυνος φοβερός.

Μέσα σὲ τέτοιες συνθῆκες συνεκλήθη ἡ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποὺ ὑ­πῆρξε ἡ πολυπληθέστερη ὅλων τῶν Συνόδων: συμμετεῖχαν σ᾿ αὐτὴν 630 ἐ­πίσκοποι, γεγονὸς ποὺ δείχνει τὴ βαθιὰ ἀγωνία τους γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν πανούργων αἱρετικῶν. Δὲν ἐπιδίωξαν νὰ συνδιαλλαγοῦν μὲ ὁποιαδήπο­τε ἀπὸ τὶς ἀντιμαχόμενες πλευρές. Οὔ­τε ὑπέκυψαν στὶς πιέσεις κρατικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων. Ἕ­νας ἦ­ταν ὁ πόθος τους: νὰ διαφυλαχθεῖ ἀκέραιη ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη· νὰ δια­τυπωθεῖ ἀλάθητη ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸ θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Κυρίου.

Στὴ Σύνοδο συζήτησαν, μελέτησαν, προσευχήθηκαν. Ζήτησαν τὸν θεῖο φω­­τισμό· μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ πίστη στὴ φωτιστικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία στὴν ἀλήθεια. Καὶ πράγματι φωτίσθηκαν. Τὸ Ἅ­γιο Πνεῦμα καταύγασε τὶς κεκαθαρμένες ψυχές τους. Ἔτσι, συνέταξαν ἕνα ἀ­νεπανάληπτο κείμενο, ὄντως θεοδίδακτο, θαῦμα ἀλάθητης διατυπώσεως, λεπτῆς θεολογικῆς ἀκρίβειας, ποὺ ἀναδεικνύει καὶ διασώζει τὴν ἀλήθεια ἀκέραιη ἀπὸ τὶς πλάνες τῶν ἀνθρώπινων συλλογισμῶν· διεκήρυξαν ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, «εἷς καὶ ὁ αὐτός».

Οἱ ἅγιοι ἐκεῖνοι Πατέρες εἶχαν ἀγαπήσει ὁλοκάρδια τὸν Κύριο καὶ εἶχαν συνδεθεῖ στενὰ μαζί Του· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀγωνίσθηκαν νὰ μὴν Τὸν προδώσουν στὴν ταραγμένη ἐποχή τους. «Ἐποίη­σαν», γι᾿ αὐτὸ καὶ «ἐδίδαξαν»· φωτίσθη­καν, γι᾿ αὐτὸ καὶ φώτισαν. Μὲ τὴ Χάρι τοῦ Πνεύματος ἀναδείχθηκαν θεολογικὲς διάνοιες. Διότι ἦταν ἅγιοι, θεοφόροι.

***

Σήμερα πολλοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν ἀγαποῦμε ὁλόψυχα τὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἀκτινοβολοῦμε τὸ φῶς Του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπικρατεῖ ὅλο καὶ περισσότερο ἡ ἄποψη ὅτι δὲν ἔχουμε διαφορὲς μὲ τοὺς σύγχρονους αἱρετι­κούς, ὅτι δὲν μᾶς χωρίζει τίποτε· καὶ ὅ­τι, ἀντίθετα, ἔχουμε χρέος ἀγάπης νὰ ἑνωθοῦμε μ᾿ ἐκείνους. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅ­μως μᾶς στέλνουν ἐπεῖγον καὶ αἰώνιο τὸ μήνυμα: νὰ φυλάξουμε τὴν πατροπαράδοτη Πίστη μας, νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ἀσκητικὴ ὁδὸ τῶν Ἁγίων. Τότε θὰ πλημμυρίζει καὶ τὴ δική μας ψυχὴ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τότε πραγματικὰ θὰ βιώνουμε ὅτι μία εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ σώζει, αὐτὴ τὴν ὁποία φυλάττει καὶ διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ· θὰ τὸ βιώνουμε καὶ θὰ τὸ κηρύσσουμε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.

 

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

 

7.

«Ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι»

«Μη νομίσητε ὀτι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας.  (Ματθ. 5, 17).

Ευαγγελική περικοπή Κυριακής Αγ.Πατέρων Δ’Οικ.Συνόδου

 

 Η αυτάρκεια είναι ένα από τα μεγάλα όνειρα της ανθρώπινης ζωής. Να μη μας λείπει κάτι που να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι στερούμαστε. Να μην έχουμε εμπόδια, εντολές, διατάξεις, ελέγχους που να μας απαγορεύουν να χαρούμε όπως θεωρούμε ότι είμαστε προορισμένοι, από τον χαρακτήρα, τις ρίζες μας, τον τρόπο που προσλαμβάνουμε τον πολιτισμό και τον κόσμο. Ο πλούσιος θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, τουλάχιστον τις πιο βασικές, θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που δεν εξαρτιέται από τους άλλους θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που έχει εξουσία στον εαυτό του και στους άλλους, αλλά και στις περιστάσεις της ζωής, θεωρείται αυτάρκης. 


Η αυτάρκεια όμως είναι ψευδαίσθησηΟ άνθρωπος έχει πάντοτε να παλέψει με την κατάσταση που ονομάζουμε «πλεονεξία». Πάντοτε θέλουμε περισσότερα από όσα έχουμε. Κι αυτό διότι συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με όσους έχουν παραπάνω. Κάποτε αισθανόμαστε ότι το μέλλον είναι επίφοβο και όσα έχουμε, όχι κατ’ ανάγκην μόνο υλικά, αλλά και γνώσεις και ιδέες και σχέσεις, δε θα επαρκούν. Άλλοτε προκύπτουν εμπόδια που πιθανολογούμε ότι θα μας αποτρέψουν από το να διατηρήσουμε ή να προσθέσουμε στα όσα έχουμε και στα όσα είμαστε, με κορυφαίο τον θάνατο και, επομένως, κάπως θα πρέπει να έχουμε «παραπάνω», για να δυσκολευτούμε λιγότερο. Η αυτάρκεια λοιπόν, ακόμη κι αν υπάρχει, δεν μπορεί να διατηρήσει την ευτυχία που ονειρευόμαστε. Πάντοτε θα υπάρχει έλλειψη!


Υπάρχει ένας όμορφος ευαγγελικός λόγος, από την επί του Όρους ομιλία του Χριστού, που μας δείχνει τον δρόμο για την αληθινή αυτάρκεια, η οποία δεν είναι απορριπτέα από την πνευματική μας παράδοση. Το αντίθετο. Δεν νοηματοδοτείται όμως μόνο από τα υλικά. Έχει βαθύτερη προοπτική. 

«Μη νομσητε τι ήλθον καταλύσαι τον νμον ή τους προφτας.  (Ματθ. 5, 17). «Μην πιστέψετε ότι ήρθα να καταργήσω τον μωσαϊκό νόμο ή τα παραγγέλματα 
των προφητών. Δεν ήρθα για να καταργήσω, αλλά για να τα ολοκληρώσω και να τα τελειοποιήσω».

 

 Ο λόγος αυτός δεν έχει να κάνει μόνο με την αποφυγή των καινοτομιών στην πίστη, τις οποίες κάνουν οι αιρετικοί. Με την άρνηση της Παλαιάς Διαθήκης και την αίσθηση ότι το Ευαγγέλιο καταργεί τα προηγούμενα, τα αλλάζει όλα. Με τις προσθήκες «ιώτα και οξείας» στα λόγια του Χριστού, που κάνουν διάφοροι ανά τους αιώνες. Ο λόγος του Κυρίου αναφέρεται στο αίσθημα της αυτάρκειας, το οποίο διακατέχει τους «θρησκευτικούς» ανθρώπους, αλλά και όποιον επιζητεί κάθε είδους αυτάρκεια στη ζωή του.


Ο θρησκευτικός άνθρωπος αγκιστρώνεται στον τρόπο ερμηνείας της παράδοσής του, εμμένοντας στο γράμμα. Ο Χριστός δεν το απορρίπτει. Όποιος όμως θέλει να έχει σχέση μαζί Του, καλείται να προσθέσει στην ακεραιότητα του γράμματος την λάμψη των καλών έργων, τη λάμψη του φωτός που εμφανίζεται όταν δοξάζει με τον τρόπο του τον Πατέρα τον εν ουρανοίς. 

Οι «θρησκευτικοί» άνθρωποι διατηρούμε την αυτάρκεια των λόγων, αλλά δε ζούμε το φως του Ευαγγελίου. Κι αυτό διότι βλέπουμε τους λόγους όπως τα υλικά αγαθά. Κανείς δεν πρέπει να μας τα στερήσει, διότι αλλιώς κινδυνεύουμε να μην μπορούμε να υλοποιήσουμε τα όνειρά μας. Η στέρηση της ακεραιότητας των λόγων γίνεται κίνδυνος για τη σωτηρία μας. Έτσι παλεύουμε να έχουμε πληθώρα θρησκευτικών γνώσεων, οχυρωνόμαστε πίσω απ’ αυτές και συχνά αρνούμαστε να δούμε ότι δεν είμαστε φως και δεν φωτίζουμε. Κρίνουμε και κατακρίνουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να αγαπούμε και να μοιραζόμαστε με ταπείνωση αυτό που έχουμε, μας δόθηκε ή αποκτήσαμε, χωρίς δηλαδή την δοξολογία του Θεού, προς τον Οποίο απευθύνεται κάθε σκέψη και κάθε κίνησή μας, ακόμη κι αν περνά από τον πλησίον. 

 

Δεν είναι αρκετές οι διατυπώσεις, γιατί μας παγιδεύουν στην αυτάρκεια του «έχειν». Χρειάζεται να περνούμε στην πράξη της αγάπης, που είναι το αγκάλιασμα του άλλου συνολικά, με ό,τι έχουμε και, κυρίως, με ό,τι είμαστε.
Ο λόγος του Χριστού μεταφράζεται και στους αυτάρκεις της ζωής και των υλικών πραγμάτων. Τι ωφελεί να τα έχουμε ή να στηριζόμαστε σ’ αυτά όταν δεν φωτιζόμαστε, δεν φωτίζουμε και δε δοξάζουμε τον Θεό διά των έργων μας; Όταν κατέχουμε και δεν μοιραζόμαστε. Όταν μαζεύουμε, όταν αυτοθαυμαζόμαστε, όταν ελπίζουμε στο «έχειν» μας, στην δόξα, στην εξουσία μας, στις νίκες μας, στην καλοπέρασή μας, στον τρόπο του εγώ μας; Όταν δεν βλέπουμε τον άλλον όχι ως ευκαιρία ηδονής, αλλά ως χαρά; Όταν η συνάντησή μας μαζί του δεν γίνεται ευκαιρία να δώσουμε και να πάρουμε αγάπη και ελπίδα; Όταν δεν έχουμε νόημα και δεν δίνουμε νόημα;


Στη ζωή νικητής θα είναι ο θάνατος. 
Αληθινά αυτάρκης δεν μπορεί να υπάρξει όποιος στηρίζεται στο «έχειν» του. Όποιος φοβάται την κατάλυσή του και εγκλωβίζεται στο «εγώ» του. Αυτάρκης είναι όποιος αφήνει τον Χριστό, το Φως και τη Ζωή, να συμπληρώνει, να ολοκληρώνει, να τελειοποιεί ό,τι έχει και να του δίνει υπόσταση αιωνιότητας. Γιατί η πίστη και η σχέση με τον Θεό, όπως αυτή μεταφράζεται στη χαρά της αγάπης, στην ετοιμότητα συνάντησης με τον άλλο, στον τρόπο της Εκκλησίας, συμπληρώνει και δεν καταργεί. Η πίστη δεν απορρίπτει τον αγώνα του ανθρώπου να κερδίσει, να έχει, να αισθάνεται όσο μπορεί καλύτερα. Του δείχνει όμως τι του λείπει. Κι αυτό είναι ο Χριστός ως Φως, ως εμπιστοσύνη, ως χαρά, ως αγάπη και το μοίρασμα στην πράξη όλων αυτών των βιωμάτων και διά του λόγου και διά των έργων και διά της ελεημοσύνης και διά της φιλαδελφίας. 
Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος συχνά δεν βλέπει αυτή την μεγάλη αλήθεια. Δεν μπορεί όμως και να κατανοήσει ότι όσες γνώσεις και όσες καλές πράξεις και όσο ευαγγελικό ήθος και να επιδεικνύει, δεν αρκεί. Διότι το Φως θέλει καθαρότητα καρδιάς, θέλει Χριστό, θέλει κοινότητα αγάπης για να συμπληρώσει ό,τι έχουμε. Όλα αυτά βιώνονται στη ζωή της Εκκλησίας, στην κοινότητα της πίστης που υπερβαίνει την αυτάρκεια, δείχνοντας τα πραγματικά της όρια!

 

πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός