1.

Φῶς τοῦ σώματος εἶναι ὁ ὀφθαλμός

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Συναντᾶμε τὸν κόσμο, τὸν γνωρίζουμε μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας· καὶ μὲ τὶς αἰσθήσεις δὲν ἔχουμε μόνο ἐπίγνωση τοῦ κόσμου, ἀλλά ὑπάρχουμε κιόλας σ’ αὐτόν. Ὅλες οἱ αἰσθήσεις μᾶς φέρνουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τῶν πραγμάτων γύρω μας, ἀλλὰ ἐπίσης μᾶς δημιουργοῦν ἄμεσα συναισθήματα καὶ ἐντυπώσεις ποὺ κάποιες φορὲς μᾶς ἀλλοιώνουν πολὺ βαθειά.

Ἡ ὅραση μας, γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο Του, εἶναι ὁ μόνος δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τοῦ κόσμου μὲ ἠρεμία, μὲ πλήρη κατάπαυση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐπίσης ὑπὸ τὴν προυπόθεση, ὅπως ὁ Κύριος τὸ θέτει, ὁ ὀφθαλμὸς μας νὰ εἶναι ἁπλός, νὰ εἶναι φῶς, ποὺ θὰ ἐπιτρέπει νὰ εἰσέρχεται στὴν συνείδηση μας μόνο τὸ φῶς.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς σύγχρονους Ἄγγλους συγγραφεῖς μᾶς δίνει δύο εἰκόνες ποὺ πιστεύω θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ κατανοήσουμε κάτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου· στὸ μυθιστόρημα του “All Hallows’ Eves”, ὁ Τσάρλς Οΐλιαμς μᾶς παρουσιάζει μιὰ νέα γυναῖκα ποὺ πεθαίνει σ’ ἕνα ἀτύχημα, καί τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ σταδιακὰ βρίσκει τὸν δρόμο πρὸς ἕναν νέο κόσμο.

Βρίσκει τὸν ἑαυτὸ της νὰ στέκεται στίς ὄχθες τοῦ Τάμεση· κοιτᾶ τὰ νερά, καὶ ξαφνικὰ βλέπει τὰ νερὰ, ὅπως δὲν τὰ εἶχε δεῖ ποτὲ στὸ παρελθόν, ὅταν ἡ ψυχή της ἦταν ἕνα μὲ τὸ σῶμα· τότε ἔνοιωθε μιὰν ἀποστροφὴ γιὰ αὺτὰ τὰ μαῦρα, βρώμικα, γλοιώδη νερά, γιατὶ στὴν φαντασία της συνδέονταν ἄμεσα μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις.

Ἀλλά τώρα ἡ ψυχή της εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ κοιτάζει τὰ νερὰ τοῦ Τάμεση ἐλεύθερα, ὅπως εἶναι, σάν ἕνα γεγονός· βλέπει τὰ νερὰ σὰν αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ διασχίζει μιὰ μεγάλη πόλη, μαζεύοντας ὅλη τὴν βρωμιά της καὶ παρασύροντάς την μακριά. Κι ἐπειδὴ δὲν νοιώθει πιὰ τὴν φυσικὴ ἀποστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ εἶχε πρίν, οὔτε τῆς φαντασίας, ἡ ψυχὴ της, μέσα ἀπὸ τὴν ἀδιαφάνεια αὐτῶν τῶν νερῶν, μπορεῖ νὰ δεῖ σὲ αὐτὰ ἕνα νέο, ἀκόμα πιὸ καινούργιο βάθος· πιὸ βαθειὰ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἐπιφανειακὴ πυκνότητα, ἀνακαλύπτει ἕνα στρῶμα καθαρότερου νεροῦ, μιά ἡμιδιαφάνεια, καὶ πιὸ βαθιὰ – ἕνα διάφανο στρῶμα καὶ στὸν πυρήνα αὐτῶν τῶν νερῶν ποὺ διασχίζουν τὴν μεγάλη πόλη- κι αὐτή ἡ πόλη καλεῖται νὰ ὀνομαστεῖ μιὰ μέρα ἡ π ό λ η τοῦ Θεοῦ – βλέπει ἕνα ρεῦμα ἀπὸ ἀπίστευτα λαμπερὰ νερά· τὸ νερὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ ἀρχέγονο νερὸ τῆς δημιουργίας, τὸ νερὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησε ὁ Χριστός στὴν Σαμαρείτιδα. Ἐπειδή ἦταν ἐλεύθερη ἀπό κάθε προσωπικὴ ἀπέχθεια καὶ ἀντίδραση, ἡ νεκρὴ γυναῖκα μπόρεσε νὰ δεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἐπιφανειακὸ σκοτάδι, τὰ αὐξανόμενα στρώματα φωτός.

Ἐπειδὴ ἐμπλεκόμαστε συνεχῶς σὲ καταστάσεις ποὺ ἔχουν σὰν κέντρο τὸν ἑαυτό μας, καταφέρνουμε νὰ βλέπουμε μέσα ἀπὸ ἐπίπεδα φωτός, ἕνα σκοτάδι, τὸ ὁποῖο κάποιες φορές δημιουργοῦμε ἤ φανταζόμαστε· ἐπειδὴ τὸ βλέμμα μας εἶναι σκοτεινό, βλέπουμε σκοτάδι καὶ εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ δοῦμε τὸ βάθος, τὴν διαύγεια καὶ τὴν λάμψη.

Μιάν ἄλλη εἰκόνα ποὺ βρίσκουμε στὸ ἴδιο βιβλίο εἶναι ἀκόμα πιὸ τραγική. Αὐτὴ ἡ νέα γυναῖκα βλέπει τὸν ἑαυτὸ της νὰ βρίσκεται σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες γέφυρες· ξέρει ὅτι αὐτὴ ἡ γέφυρα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄδεια, ὅτι ἄνθρωποι περπατοῦν, λεωφορεῖα τρέχουν, ὑπάρχει ζωή τριγύρω, κι ὅμως δὲν βλέπει καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεται τίποτα, ἐπειδὴ ἔχει χωριστεῖ ἀπὸ τό σῶμα της. Μπορεῖ τώρα νὰ δεῖ μόνο ἐκεῖνα τὰ πράγματα, κι ἐκεῖνους τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συνδεόταν ἀγαπητικά, κι ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀγαπήσει παρά μόνο τὸν ἄνδρα της, εἶναι τυφλὴ σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο γύρω της, ὑπάρχει μονάχα ἕνα κενό, τίποτα.

Καὶ μόνο ὅταν σταδιακὰ ἀποκτᾶ ἐπίγνωση, μέσα ἀπὸ τὴ μικρὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε στὴ ζωή της καὶ μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὴ μοναδική της ἀγάπη, ὅσο μικρὴ κι ἄν ἦταν, τῆς σχέσης της μὲ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα ποὺ τῆς ἦταν ἀγαπητά, ἀρχίζει να βλέπει.

Αὐτός δὲν εἶναι κι ὁ τρόπος πού ζοῦμε; Ζοῦμε μέσα στὸ φῶς καὶ δὲν βλέπουμε τίποτα παρὰ σκιές ποὺ διαβαίνουν ἤ τὸ κενό· πόσες φορὲς ἕνας ἄνθρωπος περνᾶ ἀπὸ τὴ ζωή μας χωρὶς ν’ ἀφήσει κανένα ἴχνος; Περνᾶ ἀπαρατήρητος, παρόλο ποὺ ἔχει μιὰ ἀνάγκη, ἤ μιά ὀμορφιά ποὺ λάμπει· ἀλλὰ ἐπειδή δὲν εἶχε σχὲση μὲ μᾶς, ἡ καρδιά μας δεν βρῆκε κάτι γιὰ ν’ ἀνταποκριθεῖ, κι ἐμεῖς εἴμαστε σὲ μιὰ ἐρημιά, ἀκόμα κι ὅταν μᾶς περιβάλλει πλοῦτος.

Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸν τρόπο ποὺ κοιτᾶμε, δὲν βλέπουμε τίποτα, γιατὶ μόνο ἡ ἀγάπη μᾶς ἀποκαλύπτει τὰ πράγματα· καὶ πάλι μποροῦμε νὰ βλέπουμε μ’ ἕνα σκοτεινὸ καὶ ἁμαρτωλὸ τρόπο· πόσο συχνὰ δίνουμε κακὴ ἑρμηνεία σ΄ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε; Ἀντί νὰ τὰ δοῦμε ὅπωςεἶναι, τὰ ἐξετάζουμε μὲ γνώμονα τὴν σκοτεινὴ ψυχὴ μας καὶ τὴ διεστραμμένη ἐμπειρία μας. Πόσο συχνά παρερμηνεύουμε τὶς πράξεις καὶ τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ τὰ βλέπουμε μὲ ματιὰ ποὺ εἶναι ἤδη σκοτεινή.

Ὅμως, τὰ λόγια τοῦ Κυρίου σήμερα μᾶς καλοῦν νὰ δείξουμε μιὰ στάση ἐξαιρετικὰ προσεκτική ὡς πρὸς τὸν τρόπο ποὺ κοιτάζουμε καὶ βλέπουμε. Πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἄν δὲν βλέπουμε τίποτα αὐτὸ προέρχεται πολὺ συχνὰ ἀπὸ τὴν τυφλότητα μας, ἄν βλέπουμε κακό, αὐτό ὀφείλεται στὸ σκοτάδι μέσα μας, ἄν νοιώθουμε μιάν ἀποστροφή ἀπέναντι σὲ πράγματα, συμβαίνει συχνά λόγω τοῦ τρόπου πού ἑστιάζουμε τὴ ζωὴ μας γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ ἠρεμία, μὲ καθαρότητα καρδιᾶς. Γιατὶ τελικά, δὲν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια μας ποὺ μεταφέρουν ἐντυπώσεις, βλέπουμε ἐπίσης καὶ μὲ τὴν καρδιὰ ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεὸ μόνο ὅταν εἶναι καθαρή, κι ὄχι μόνο τὸν Θεὸ στὴν μυστηριακή Του ὕπαρξη, ἀλλά τὸν Θεό μέσα ἀπὸ τὴν χάρη καὶ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν εὐλογία. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρὴ ματιὰ καὶ καθαρὴ καρδιὰ δὲν βλέπει πλέον τὸ σκοτάδι στὸν κόσμο, γιατὶ αὐτὸ τὸ σκοτάδι ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν λάμψη τῆς θείας Χάριτος ποὺ ἐνεργεῖ καὶ ἀναπαύεται σ’ ὅλα τὰ πράγματα, ὅσο σκοτεινὰ κι ἄν φαίνονται.

Ἄς πάρουμε τουλάχιστον αὐτὸ τὸ μάθημα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἄς φροντίζουμε νὰ βλέπουμε μὲ καθαρότητα, νὰ ἑρμηνεύουμε μὲ καθαρότητα καρδιᾶς καὶ νὰ ἐνεργοῦμε μέ ἀγάπη μέσα μας, καὶ τότε θὰ εἴμαστε ἱκανοί νὰ διακρίνουμε ἐλεύθερα τὴν διαύγεια καί τὴν λαμπρότητα τοῦ κόσμου, καὶ νὰ τὴν ἀγαπήσουμε, νὰ τὴν ὑπηρετήσουμε, καὶ νὰ βρισκόμαστε στὸν τόπο ποὺ μᾶς παραχώρησε ὁ Κύριος, εὐλογώντας στό ὄνομα Του, πιστεύοντας, ἐλπίζοντας, δίχως ποτὲ νὰ σταματήσουμε ν’ ἀγαπᾶμε, ἀκόμα κι ὅταν ἀγάπη σημαίνει νὰ θυσιάζουμε τὴν ζωή μας, εἴτε τὴ ζωὴ τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ποὺ πρέπει νὰ πεθάνει γιὰ νὰ ζήσει ὁ νέος Ἀδάμ, ἤ διαφορετικὰ, τὴ ζωή τοῦ Νέου Ἀδάμ ποὺ δίνει τὴ ζωή του γιὰ νὰ μπορέσει ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ζήσουν. Ἀμήν.

2.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου – Ρωμ. 5,1-10 (10/7/2016)

Θεός αγάπης, όχι τιμωρίας

 

Είναι, πραγματικά, παρήγορο και ελπιδοφόρο το μήνυμα που στέλνει ο Απόστολος Παύλος σε όλους μας, αγαπητοί μου αδελφοί, μέσα από το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας. Η αγάπη του Θεού χύθηκε μέσα μας, διά του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο Χριστός, αν και ήμασταν παραδομένοι στη ζωή της αμαρτίας και της ασεβείας, θυσιάστηκε για εμάς και τη σωτηρία μας. Αποκαλύπτεται έτσι και μέσα από τον λόγο του Αποστόλου των εθνών, η αλήθεια που διατρέχει όλη την Ευαγγελική διδασκαλία, ότι ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ1.

 

«Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ένας από τους μυστικούς Ορθοδόξους Θεολόγους, μιλώντας γι’ αυτήν την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, την χαρακτηρίζει «μανιακόν έρωτα και φίλτρον», θέλοντας να προσδιορίσει, όσο γίνεται, την απολυτότητα, αλλά και την καθολικότητα αυτού του Θεϊκού αισθήματος, που μέσα στον Ορθόδοξο χώρο κράτησε πάντα τη θέση του. Αν στον λατινικό θεολογικό σχολαστικισμό επεκράτησε η εικόνα ενός Θεού δικαιοδότη, στο δικό μας κλίμα της Ορθόδοξης Ανατολής ο Θεός φάνηκε πάντα φίλος και αδελφός. Ποτέ στο χώρο τον δικό μας δεν εμφανίστηκε – τουλάχιστον στην επίσημη θεολογία μας – τυραννικό το Ευαγγέλιο και ποτέ δεν μορφοποιήθηκε μέσα σε ανθρώπινα σχήματα και νομοτέλειες. Η Ορθοδοξία έμεινε πάντα η θρησκεία της νίκης πάνω στην κόλαση. Δεν έγινε ποτέ η θρησκεία της κολάσεως. Στην Ανατολή μας οι προσευχές για την σωτηρία όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων είχαν και έχουν πάντα κεντρική θέση στην πνευματολογία μας και στην εσχατολογία μας. Γιατί είμαστε βέβαιοι για την απύθμενη αγάπη του Θεού για όλους μας, έστω κι αν είμαστε αμαρτωλοί και αποστάτες»2.

Στην εποχή μας, όμως, λόγω της ποικιλώνυμης κρίσης και των σφοδρών ανατροπών που συντελούνται στον κόσμο, αλλά και στην πατρίδα μας ή και λόγω της χαλάρωσης του αυθεντικού εκκλ/κού βιώματος, διακρίνουμε την άμβλυνση της ως άνω αλήθειας περί της αγάπης του Θεού. Ξεχνούμε δηλ., συχνά, ότι ο Θεός είναι στην ουσία Του αγάπη και επιδεικνύουμε, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, απίστευτη σκληρότητα προς εκείνους που, κατά τη γνώμη μας, εκτρέπονται από την γραμμή του Ευαγγελίου, που παραδίδονται στο φθοροποιό έργο της αμαρτίας, περιφρονώντας, προκλητικά, το θέλημα του Θεού.

Διεκδικούμε φανατικά τον ρόλο του τελικού κριτού και δικαστού, διαστρέφοντας το Ορθόδοξο ήθος και μετατρέποντάς το από χώρο ανοχής και αγαπητικής συνύπαρξης, σε χώρο απόρριψης, δικαστικού

ελέγχου και καταδίκης. Η μεσαιωνική αυτή λογική ουδεμία σχέση έχει με την Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία, καθώς μετατρέπει το Ευαγγέλιο από ζωή ελευθερίας σε φυλακή.

Η ίδια συμπεριφορά επιδεικνύεται και προς τα πρόσωπα εκείνα που ενοχλούν την μακαριότητα, την ασφάλεια, την ησυχία μας και αναζητούν βοήθεια και διεξόδους σωτηρίας, νέους δρόμους για μια καλύτερη ζωή. Οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζονται ως ξένοι, αντίπαλοι, εν δυνάμει εχθροί, από τους οποίους πρέπει ν’ απαλλαγούμε πάση θυσία. Πολύ εύκολα λησμονείται ο λόγος του Χριστού ότι στα πρόσωπά τους συναντάται και αναπαύεται ο Ίδιος.

Πόσο εύκολα, τελικά, ξεχνούμε ότι ακριβώς επειδή ο Θεός είναι αγάπη και ο Χριστός από αγάπη και μόνο πέθανε για εμάς επί του Σταυρού, οφείλει και η δική μας ζωή να είναι μια διαρκής στάση ανοχής, αγάπης και θυσίας προς όλους εκείνους που δοκιμάζονται ή και εκτρέπονται κάτω από το βάρος, είτε των ανατροπών της ζωής, είτε των λανθασμένων επιλογών τους.

«Για μας ο Θεός είναι Αυτός της αγάπης. Και η αγάπη ξέρει πρωτίστως να συγχωρεί. Η αγάπη σε κάνει να βάζεις ο ίδιος όρια στον εαυτό σου, γιατί δε θέλεις να πληγώσεις τον άλλο… Η αγάπη δεν εντοπίζει το ενδιαφέρον στα λάθη και τις αμαρτίες, αλλά στη μετάνοια. Η αγάπη δεν ελέγχει τον άλλο, αλλά του προτείνει και στέκεται στο πλάι του, όχι ρίχνοντάς τον στον Καιάδα, αλλά στάζοντας

στις πληγές του έλαιον και οίνον, όπως ο καλός Σαμαρείτης»3.

Η υιοθέτηση, αγαπητοί μου, λογικών και πρακτικών, που χαρακτηρίζονται από ακρότητα και θρησκευτικό φανατισμό, σε σχέση με τους συνανθρώπους μας, εγκυμονεί τον κίνδυνο να μας εξαιρέσει από τις δωρεές της αγάπης του Θεού και να μας στερήσει την προοπτική της σωτηρίας. Ακόμα κι αυτή η αγάπη του Θεού προσφέρεται μεν αφειδώς, δεν επιβάλλεται, όμως, υποχρεωτικώς σ’ εκείνους, που με τον τρόπο της ζωής τους ουσιαστικά την αρνούνται, προβάλλοντας έναν θεό τιμωρό και εκδικητή. Γι’ αυτό, να μην επιτρέψουμε την εκτροπή, να μη σχετιζόμαστε με πρόσωπα που την υπηρετούν και να έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών ότι, επειδή ο Θεός είναι αγάπη, οφείλουμε κι εμείς, κατά το δικό Του πρότυπο, να είμαστε και να προσφέρουμε σε όλους την ίδια αγάπη. ΑΜΗΝ!

Αρχιμ. Ε.Ο.

 

1 Α΄ Ιωάν. 4,16

2 Χριστόδουλος (+), Αρχιεπίσκοπος Αθηνών & Πάσης Ελλάδος, «Κυριακάτικοι αντίλαλοι Β΄», σελ.

58-59

3 Πρωτ. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, «Από έναν κόσμο σαν κι αυτόν τί να κρατήσω;», σελ. 83

3.

 ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Απόστολος: Ρωμ. ε΄ 1 – 10

Ευαγγέλιο: Ματθ. στ΄ 22 – 33

10 Ιουλίου 2016

Καταστατικό χάρτη του χριστιανισμού θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την επί του όρους ομιλία του Κυρίου μας, αγαπητοί μου αδελφοί.

Ορίζει με κλασσική λιτότητα και απόλυτη σαφήνεια, αλλά και περιεκτικότητα τον χαρακτήρα, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις του πιστού χριστιανού, τις σχέσεις του με τον κόσμο. Περιορίζει τη σχέση της νέας θρησκείας με την απλώς παιδαγωγούσα Ιουδαϊκή, τονίζοντας κάποιες αντιθέσεις ή μάλλον ατέλειες. Δίδει ακόμη και το μοναδικό υπόδειγμα της απλής και περιεκτικής προσευχής.

Στη σημερινή όμως περικοπή, που ακούσαμε, μικρό απόσπασμα της επί του όρους ομιλίας του Κυρίου, δύο κυρίως θέματα κυριαρχούν. Το ένα είναι η συνέπεια.

 

«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν. Ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει.»

Κανένας, δεν μπορεί να είναι δούλος, υποτακτικός, συγχρόνως σε δυο κυρίους αγαπητοί μου, ας είμαστε ειλικρινείς στον εαυτό μας! Επειδή λοιπόν ο κάθε κύριος έχει διαφορετικές απόψεις και επιθυμίες, δεν μπορεί να ευχαριστείς και τους δυο. Ή τον ένα θα μισήσεις και θα τον περιφρονήσεις ή θα προσκολληθείς στον άλλο, που θα αγαπήσεις.

Αυτός ο συλλογισμός ανταποκρίνεται στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους. Όμως είναι μάλλον υπόδειγμα με ηθικές διαστάσεις και περιεχόμενο. Δεν μπορεί ενώ είσαι πιστός χριστιανός, να εφαρμόζεις κάποτε και κάποιες από τις εντολές του Θεού. Κάθε πράξη που σχεδιάζουμε, για την προσωπική μας ζωή ή τις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας, έχει ένα συγκεκριμένο χρώμα, θα λέγαμε. Παρουσιάζει έμμεσα αλλά χαρακτηριστικά τα πιστεύω μας. Και είναι τόσο χαρακτηριστικά που οι γύρω μας, που μας γνωρίζουν, σχεδόν μπορούν να υπολογίσουν πως θα αντιδράσουμε σε συγκεκριμένα θέματα και προβλήματα. Η καθημερινή συμπεριφορά μας αποτελείται από μικρές ή σπουδαίες πράξεις, κάποια λόγια και συνηθισμένες για μας εκφράσεις ή ακόμη και μερικές σποραδικές σκέψεις που περνούν από το μυαλό μας. Όλα αυτά μαζί, σκέψεις, λόγια και πράξεις οικοδομούν την ποιότητα του χαρακτήρα μας. Ακούσαμε στην αρχή της περικοπής: «Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός». Ακόμη απλώς ένα βλέμμα μας φανερώνει σκέψεις, προθέσεις, σχεδόν τον χαρακτήρα μας. Δύσκολα μπορούμε να κρύψουμε τι σκεπτόμαστε, ή μάλλον την ποιότητα της σκέψης που ο απέναντί μας τη νοιώθει. Και αν βέβαια ο εσωτερικός κόσμος είναι καθαρός και καλός,

αυτό εξωτερικεύεται. Αποφασίζουμε επομένως και διαλέγουμε ποιον κύριο θα ακολουθούμε. Ποιου τις εντολές αποδεχόμεθα για να καθοδηγούν τα βήματα της ζωής μας. Προσαρμόζεται όλη η ζωή μας και σε κάθε λεπτομέρεια της στις εντολές του Ευαγγελίου. Αυτό που απαιτεί από εμάς ο Κύριος, δεν είναι απλώς να πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Αυτό είναι το ελάχιστο. Μας ζητεί να προσαρμόζουμε  την έκφραση του χαρακτήρα, πράξεις, λόγια, σκέψεις και σχέσεις, ολόκληρη τη ζωή μας, κρυφή και φανερή, με αυτά που πιστεύουμε. Να είμαστε ειλικρινά και σταθερά συνεπείς! Να έχουμε συνέπεια πίστης και έργων στη ζωή μας, σε κάθε έκφανση.

Το άλλο, αγαπητοί μου αδελφοί: Απόλυτη εμπιστοσύνη στον Δημιουργό.

«Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών….. Οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων»

Μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας……. γιατί γνωρίζει ο ουράνιος Πατέρας σας όλες τις ανάγκες. Βασανιστική είναι η καθημερινή μας φροντίδα για την ικανοποίηση των αναγκών μας. Μας κρατά πολλές φορές ξάγρυπνους η σκέψη ότι δεν μπορέσουμε να καλύψουμε απλές ή σοβαρότερες ανάγκες. Ετοιμάζουμε μακρόχρονα σχέδια. Θέτουμε μεγάλους και υψηλούς στόχους. Και διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να τους πετύχουμε. Ορθώνονται μπροστά τεράστια και ανυπέρβλητα εμπόδια. Κάποιοι παράγοντες που δεν είχαμε υπολογίσει μας υποχρεώσουν να σταματήσουμε ή να αναβάλουμε τα σχέδια μας. Και τότε απελπιζόμαστε και γυρεύουμε τον λόγο της αποτυχίας. Ασφαλώς κάτι φταίει. Δεν κάναμε καλό σχεδιασμό; Ήταν πέραν των δυνατοτήτων μας; Βρέθηκαν εμπόδια που δεν γνωρίζαμε; Ή κάποιοι μας πολέμησαν; Προφανώς δεν μπορούμε μόνοι μας να είμαστε βέβαιοι για την επιτυχία μας, σε οτιδήποτε.

Δεν υπολογίσαμε και κάποιον άλλο παράγοντα, κάποια άλλη βοήθεια.

Ίσως ξεκινώντας μόνοι μας, δεν γυρίσαμε τα μάτια μας και δεν καλέσαμε τον ουράνιο Πατέρα μας, να έρθει συμπαραστάτης και βοηθός. Μας διαβεβαίωσε ο Χριστός στην επί του όρους ομιλία Του, ότι γνωρίζει Εκείνος όλες μας τις ανάγκες. Γνωρίζει ανάγκες που εμείς δεν γνωρίζουμε. Ικανοποιεί όμως ανάγκες που Εκείνος γνωρίζει ότι πρέπει να ικανοποιήσει. Τι ζητάει από εμάς;

Εμπιστοσύνη και μόνον εμπιστοσύνη.

«Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;»

Για να καταλάβετε πόσο ανόητη και ανίσχυρη είναι η φροντίδα σας, σκεφτείτε ποιος από σας με την οποιαδήποτε προσπάθεια και φροντίδα του θα μπορούσε να αυξήσει το ανάστημά του κατά ένα πήχυ. Πράγματι λοιπόν είμαστε ανόητοι, όταν στηριζόμαστε αποκλειστικά και μόνο στις δυνάμεις και ικανότητές μας. Χωρίς την βοήθεια του Θεού, τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε.

Γιαυτό και καταλήγει: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Ζητάτε πρώτα τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του, και όλα τα άλλα, που έχουν δευτερότερη σημασία, θα ακολουθήσουν και θα σας δοθούν.

Ας το συνειδητοποιήσουμε, αδελφοί μου, σταθερή συνέπεια στη ζωή μας. Πίστη και έργα. Ο, τι πιστεύουμε να αποδεικνύεται από τα έργα μας. Και απαρασάλευτη εμπιστοσύνη στο Δημιουργό μας, Θεό, που δεν πρόκειται να αφήσει το δημιούργημά Του να χαθεί! Αυτό θα διατηρεί μόνιμη την αίσθηση της ειρήνης στην ψυχή μας!

Δ.Γ.Σ

4.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

 

«ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ἦ, ὅλον τό σῶμα σου φωτεινόν ἔσται»

 

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τρεπτός. Μπορεῖ νά ἀνέλθει μέχρι τήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό («ἠλάττωσας αὐτόν βραχύ παρ΄ἀγγέλοις»), μπορεῖ, ὅμως, νά κατέλθει μέχρι τήν πλήρη ἐξαχρείωση, νά ὁμοιωθεῖ μέ τούς δαίμονες καί νά γίνει χειρότερος τῶν ζώων.

Ἔχοντας, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος τήν προίκα τοῦ αὐτεξουσίου καλεῖται νά πραγματώσει τό καθ’ὁμοίωσιν, νά γίνει θεοειδής, νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Σέ αὐτή τήν διαδικασία, τήν πνευματική, δηλαδή, ἐνηλικίωση, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀξιολογήσει τίς προτεραιότητες τῆς ζωῆς του καί νά πορευθεῖ μέ βάση τίς ἐπιλογές του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά προσανατολίσει τήν ζωή του καί ὁ Θεός σέβεται τήν ἐλευθερία του.

 

Στό κέντρο λοιπόν τῆς ὕπαρξής του, στόν «λύχνο τοῦ σώματος», τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς, πού ἐδῶ νοεῖται ὁ νοῦς, πρέπει νά κατοικήσει ὁ Θεός. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου νά γίνει «λύχνος τοῖς ποσίν μου καί φῶς τοῖς τρίβοις μου»( Ψαλμ. 118, 105).

 

Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά θεωρήσει ὡς τήν πρώτη ἀγάπη τῆς ζωῆς του τόν Θεό. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη πρός κάθε τι γήινο εἴτε αὐτό εἶναι ἡ οίκογένεια, ὁ πλοῦτος, ἡ δόξα, εἴτε εἶναι ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀγάπη. Αύτό ὀφείλει νά εἶναι μία ἥρεμη ἀπόφαση στόν νοῦ τοῦ ἄνθρώπου. Ó ἄνθρωπος μεγαλώνει τά παιδιά του προκειμένου νά τούς ἐμφυτεύσει τόν Χριστό, ἡ ἀγάπη τῶν συζύγων εἶναι πρός δόξαν Θεοῦ, ἡ μεταξύ μας ἀγάπη εἶναι ἡ ἐν Χριστῶ ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά δημιουργήσει μία πραγματικότητα ἔξω ἀπό τόν Θεό, αὐτό θά ἦταν εἰδωλολατρεία καί ἔμπαιγμός τῶν δαιμόνων. Ὁ ἄνθρωπος μεγαλώνει ἡλικιακά σύμφυρτος μέ τίς ἡδονές καί γι αύτό, κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, δυσκολεύεται νά ἀποποιηθεῖ τό κριτήριο τῆς ἰδιοτέλειας, «τῆς ἡδονῆς καί τῆς ὀδύνης» κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἐφόσον ὁ νοῦς καταδυναστεύεται ἀπό τίς αἰσθήσεις στήν πρώτη νεότητα τοῦ ἀνθρώπου( Γρηγόριος Νύσσης , 8η ὁμιλία στόν Ἐκκλησιαστή). Ἐνηλικιούμενος πνευματικά ὁ ἄνθρωπος θά συνειδητοποιήσει ὅτι δέν εἶναι τό κέντρο τοῦ σύμπαντος, ὅτι ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μία ὁλότητα καί ὡς ἐκ τούτου καθένας εἶναι συνυπεύθυνος γιά τόν ἄλλο, ὅτι τὀ «ὅντως ἐφετόν» εἶναι ὁ Θεός, ἡ πηγή κάθε ἀγαθότητος.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ λύχνος τοῦ σώματος, ἤτοι ὁ νοῦς, εἶναι καθαρός δηλαδή δέν εἶναι ὑποταγμένος στήν δουλεία τῶν κτισμάτων, τότε ὅλο τό σῶμα, ὅλη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φῶς. Ὅταν ὁ νοῦς ἐγκαταλείψει τόν Θεό τότε σκοτίζεται καί προσκολᾶται στήν ἁμαρτία καί ὁ ἄνθρωπος λόγω τῆς τρεπτότητάς του ὁδηγεῖται στόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Γι αὐτό εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κατά τούς Πατέρες ἡ «φυλακή (δηλαδή ἐπιφυλακή) τοῦ νοός». Ὁ νοῦς εἶναι ἡ ἡγεμονική δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἅλλωστε στους Ἁγίους ἡ ψυχή, κατά τούς Πατέρες, γίνεται ὅλη νοῦς καί αὐτές οἱ Ἀγγελικές δυνάμεις ὀνομάζονται νόες. Ὁμοίως, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος «μοναχός εἶναι ἔκσταση τοῦ νοός». Ὁ διάβολος κατά τόν Ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη δέν μπορεῖ νά βλάψει τόν ἄνθρωπο. Μπορεῖ ὅμως νά τοῦ ὑποβάλει στόν νοῦ μιά ἁμαρτωλη ἰδέα καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος συγκατεθεῖ νά τόν ὁδηγήσει σέ πτώση.

Εἶναι φανερό τό πόσο ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει τόν νοῦν του σέ ἐγρήγορση. Ὁ κόσμος σήμερα ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή εἶναι γεμᾶτος άνθρώπινες θεωρίες καί ἐπινοήσεις καί λανθασμένα συστήματα ἀξιῶν πού ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Στίς μέρες μας η τηλεὀραση εἶναι ἡ θύρα είσόδου στόν νοῦ τῶν ἀνθρώπων κάθε εἴδους πλάνης καί ἁμαρτίας. Προκειμένου νά ἀντισταθεῖ ὁ ἅνθρωπος ὀφείλει νά ἀπαρνηθεῖ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί νά ἐνστερνισθεῖ τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.(«Τοίνυν ἐξερχόμεθα πρός αὐτόν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τόν ὀνειδισμόν αὐτοῦ φέροντες»Ἐβρ. 13,13). Ἁπαραίτητη εἶναι ἡ προσευχή γιά τόν ἀγωνιζόμενο Χριστιανό καί ἱδίως ἡ νοερά προσευχή, ἡ εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Ἡ εὐχή έπαναφέρει τόν σωστό προσανατολισμό στήν ψυχή τοῦ ἀνθρὠπου, καί ὀδηγεῖ στήν εἴσοδο τοῦ νοῦ στήν καρδιά, δηλαδή στήν ἀποκατάσταση τῆς διασπασμένης ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα ἑνότητας τῆς ψυχῆς. Ἡ προσευχή δέν εἶναι πολυτέλεια οὔτε προσφέρομε χάρη στόν Θεό μέ αύτήν. Εἶναι ἀναγκαιότητα, τροφή τῆς ψυχῆς καί ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς καί τόν φωτισμό τοῦ ἐσκοτισμένου νοός. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί διαθέτει μέ τόν θεσμό τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα, τό μυστήριο τῆς μετάνοιας-ἐξομολόγησης καί τή Θεία Εύχαριστία τά μέσα γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος ὀπου πραγματοποιεῖται ὁ σκοπός τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ θέωση.

Στόν κόσμο συγκρούονται δύο πνεύματα: τόν πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν λύτρωση, τό νόημα τῆς ζωῆς, τήν «δικαίωση» κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, τῆς ὕπαρξής του.

Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Τζεβελέκας

5.

Κυριακή 10 Ἰουλίου 2016 (Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)

«Ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά» (Μτθ. στ’ 26).

 

Ἀδελφοί, οἱ ἄνθρωποι συχνά στενοχωριόμαστε, ἀνησυχοῦμε, καταλαμβανόμαστε ἀπό ἀγωνιώδη μέριμνα γιά τό τί θά φᾶμε, τί θά πιοῦμε, τί θά φορέσουμε! Ἀγωνιοῦμε γιά τή μόνιμη καί θερινή κατοικία μας, γιά τήν ἐπαγγελματική καί οἰκογενειακή ἀποκατάσταση τῶν παιδιῶν μας.

 

Γιατί ὅμως ἀγωνιοῦμε; Διότι λησμονοῦμε ὅτι ὑπάρχει Οὐράνιος Πατέρας, γεμάτος ἀγάπη καί στοργή γιά τά πλάσματά του. Λησμονοῦμε τήν ἀγαθή Πρόνοιά Του.

 

 

«Ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά» (Ματθ. στ’ 26).

 

Ὁ Πανάγαθος Θεός δέν εἶναι μόνον ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, ἀλλά καί ὁ Προνοητής καί ὁ Κυβερνήτης του. Δέν ἔπλασε τόν κόσμο καί κατόπιν τόν ἐγκατέλειψε, ὅπως ὑποστηρίζουν μερικοί, ἀλλά συνεχίζει νά προνοεῖ γιά τή συντήρηση καί τήν αὔξησή του. Προνοεῖ γιά τά μεγάλα καί καταπληκτικά δημιουργήματα τοῦ Σύμπαντος, τούς φωτεινούς καί σκοτεινούς γαλαξίες, τά δισεκατομμύρια τῶν ἀστέρων τῆς ὑλικῆς δημιουργίας Του. Ἁπλώνει τή στοργική Πρόνοιά Του στή γῆ μας καί τή συντηρεῖ μέχρι λεπτομερειῶν. Ἐνδιαφέρεται γιά τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ καί τά ντύνει μέ τόση ὀμορφιά, πού δέν μποροῦσε οὔτε ὁ Σολομών μέ ὅλη τή δόξα του νά ντυθεῖ σάν ἕνα ἀπ᾿ αὐτά. Φροντίζει γιά τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, τά ὁποῖα δέν καλλιεργοῦν τή γῆ, οὔτε σπέρνουν, οὔτε θερίζουν, οὔτε συγκεντρώνουν καρπούς στίς ἀποθῆκες. Καί ὅμως· δέν στεροῦνται τά πρός τό ζῆν, διότι «ὁ Πατήρ ἡμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά».

 

Ἀλλά ἄν ἐνδιαφέρεται ὁ ἅγιος Θεός γιά τά λουλούδια καί τά πουλιά, πολύ περισσότερο ἐνδιαφέρεται γιά τήν κορωνίδα τῶν δημιουργημάτων του, τόν ἄνθρωπο, πού τόν ἔπλασε μέ τά θεϊκά χέρια Του καί τόν ἀνασταίνει μέ τό Αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του. Κι ἀκόμη περισσότερο ἐνδιαφέρεται γιά τά ἀφοσιωμένα παιδιά Του πού τόν ἐμπιστεύονται καί ἐπικαλοῦνται τήν προστασία Του! Νά θυμηθοῦμε πῶς προνόησε γιά τή συντήρηση τῆς πατριαρχικῆς οἰκογένειας τοῦ Ἰακώβ στά ἑπτά χρόνια τοῦ λιμοῦ. Γιά νά προλειάνει τό ἔδαφος, ἔστειλε πολύ νωρίτερα στήν Αἴγυπτο τόν πάγκαλο Ἰωσήφ καί τόν ἀνέδειξε ἀντιβασιλέα της! Ἐπίσης νά θυμηθοῦμε μέ τί θαυμαστό τρόπο ἔτρεφε τούς Ἰσραηλίτες 40 χρόνια στήν ἔρημο. Δέν τούς ἔλειψαν οὔτε τό «μάννα», οὔτε τά ὀρτύκια, οὔτε τό ἄφθονο δροσιστικό νερό, οὔτε ἡ σκιά τήν ἡμέρα, οὔτε ἡ φωτεινή νεφέλη τή νύκτα, οὔτε τά ροῦχα τους πάλιωναν, οὔτε τά παπούτσια τους ἔλιωναν! Νά θυμηθοῦμε τόν προφήτη Ἠλία, πού τόν κυνηγοῦσαν νά τόν σκοτώσουν οἱ ἄνδρες τοῦ Ἀχαάβ. Γιά νά σωθεῖ, κρύφτηκε στόν ξεροπόταμο Χορράθ. Ἐκεῖ ὁ ἅγιος Θεός τοῦ ἔστελνε τό φαγητό τῆς ἡμέρας μέ κόρακες! Σέ ἄλλη περίπτωση εὐλόγησε τό ἐλάχιστο ἀλεύρι καί λάδι τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν καί μπόρεσαν νά ζήσουν κι αὐτή καί τό παιδί της καί ὁ προφήτης Ἠλίας μεγάλο χρονικό διάστημα! Σέ ἄλλη περίπτωση χόρτασε στήν ἔρημο τούς πεντακισχιλίους μαζί μέ τίς γυναῖκες τους καί τά παιδιά τους καί περίσσεψαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα μέ τρόφιμα! Κι ὄχι μόνο τούς πεντακισχιλίους χόρτασε, ἀλλά τρέφει καθημερινῶς ἕξι καί πλέον δισεκατομμύρια ἀνθρώπων πού ζοῦν ἐπάνω στόν Πλανήτη μας! Προστατεύει τίς χῆρες, τά ὀρφανά, τούς ἀσθενεῖς, τούς ἀνήμπορους γέροντες, τούς πολύτεκνους γονεῖς, τούς ἄνεργους οἰκογενειάρχες! Σ᾿ αὐτούς ἐκδηλώνει ἀκόμη πιό χειροπιαστή τήν πρόνοια καί τήν προστασία Του!

 

Ἐπίσης ὁ Προνοητής Θεός ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀθάνατη ψυχή μας. Προνοεῖ γιά τή σωτηρία μας. «Δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν» ἔστειλε στή γῆ τόν Μονογενή Υἱό Του, ὁ Ὁποῖος θυσιάστηκε γιά χάρη μας ἐπάνω στό σταυρό! Μᾶς τρέφει μέ τό ἄχραντο Σῶμα Του καί μέ τό τίμιο Αἷμα Του! Μᾶς ἐνισχύει στόν «καλόν ἀγῶνα τῆς πίστεως»! Μᾶς στέλνει τόν φύλακα ἄγγελό μας καί ἄλλους πολλούς ἀγγέλους καί ἀνθρώπους βοηθούς καί ἀντιλήπτορας! Μᾶς σκεπάζει μέ τήν ἀκαταμάχητη προστασία τῆς Παναγίας Μητέρας Του καί ὅλων τῶν ἁγίων Του!

 

Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἐμπιστευόμαστε τή ζωή καί τήν ἐλπίδα μας στό Θεό. Νά λέμε στήν προσευχή μας: «Σοί παρακατατιθέμεθα τήν ζωήν ἡμῶν ἅπασαν καί τήν ἐλπίδα, Δέσποτα Φιλάνθρωπε». Σέ Σένα ἀφηνόμαστε, Κύριε, ὅπως ἀφήνεται τό μικρό παιδί στή μητέρα του. «Ὡς τό ἀπογεγαλακτισμένον ἐπί τήν μητέρα αὐτοῦ»! Εἴμαστε ἀπολύτως πεπεισμένοι ὅτι δέν θά μᾶς ἀφήσεις χωρίς προστασία. Εἶσαι πλουσιόδωρος Πατέρας καί χαίρεσαι νά μοιράζεις τά ἀγαθά Σου σέ ὅλα τά παιδιά Σου, καί στά πειθαρχικά καί στά ἀπείθαρχα. Ἰδίως προστατεύεις τά ἀφοσιωμένα παιδιά Σου, πού Σέ ἀναγνωρίζουν Πατέρα τους καί Σέ ἐπικαλοῦνται στήν προσευχή τους λέγοντας: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…». Θεέ Πατέρα, θέλω νά μπῶ στήν προστασία Σου εὐχαριστῶ!

 

«Ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ Οὐράνιος τρέφει αὐτά».

 

Ἀδελφοί, ἡ πίστη στήν ἀγαθή Πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀστείρευτη πηγή δυνάμεως. «Μακάριοι οἱ πεποιθότες ἐπί Κύριον». Εἶναι τρισμακάριοι οἱ ἄνθρωποι, πού ἐλπίζουν στό Θεό. Σ᾿ αὐτούς νά ἀνήκουμε κι ἐμεῖς. Νά ζητοῦμε «πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ». Ὅλα τά ὑπόλοιπα ὁ Οὐράνιος Πατέρας θά μᾶς τά δίνει καί μέ τό παραπάνω. Κι ἀκόμη μᾶς ἑτοιμάζει Βασιλείαν οὐρανῶν, «τά ἄρρητα καί ἀθέατα κάλλη τοῦ Παραδείσου»! Εἴθε νά βροῦμε ἔλεος κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Νά εἴμαστε κι ἐμεῖς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τόν Θεό Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, μαζί μέ τήν Κυρία Θεοτόκο, καί ὅλους τούς ἁγίους καί νά ἀπολαμβάνουμε τά ἀσύγκριτα ἀγαθά τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

6.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ :10-07-2016:«ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΧΟΣ»

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

 

Ἀνάγκες ποικίλες πιέζουν τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Καὶ ἡ μέριμνα γιὰ τὸ αὔριο ἀποτελεῖ συνήθως τρόπο ζωῆς. Δὲν ταλαιπωρεῖ μόνο τοὺς οἰκονομικὰ ἀδύνατους∙ ταράζει καὶ τοὺς εὐκατάστατους. Αὐτοὶ δὲν ἀνησυχοῦν γιὰ τὸ καθημερινό τους τραπέζι, ἀλλὰ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ ἄλλες ἀπαιτήσεις πού ἡ καταναλωτική κοινωνία ἀδιάκοπα πολλαπλασιάζει.

 

 

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀγχώδη μέριμνα ζητεῖ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ὁ Χριστός, λέγοντας: «Μὴ μεριμνᾶτε», μὴν ἀνησυχεῖτε, μὴν ἀφήνετε νὰ σᾶς τυραννοῦν ἀγωνιώδεις σκέψεις, σπᾶστε τά δεσμά τῆς ἀνησυχίας μέ τήν ἐμπιστοσύνη πρός τόν Θεό.

 

«Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα;» Ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἔδωσε τὸ δῶρο τῆς ζωῆς, δὲ θὰ μεριμνήσει καὶ τὴ συντήρησή του; Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται γιὰ ὅλα τὰ δημιουργήματα, ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ πιὸ ἀσήμαντα. Τά πουλιά πού πετοῦν ἐλεύθερα στόν οὐρανό τά κρινολούλουδα πού ντυμένα μέ χαρούμενα χρώματα λικνίζονται στήν αὐρα τού κάμπου. Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται μέσα στή φύση, σέ ὅλα, ἀκόμη καί στά φαινομενικά πιό ἀσήμαντα.

 

Ἄλλωστε τί ἀποτέλεσμα βγαίνει ἀπό τήν ἐναγώνια μέριμνα; Ποιά οὐσιαστική ἀλλαγή στή ροή τῶν γεγονότων μπορεῖ νά ἐπιτύχουμε ἁπλῶς μέ τή βιοτική μέριμνα;

 

Ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ δὲ σημαίνει ἀδιαφορία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ βιοτικά. Τὸ «μὴ μεριμνᾶτε» τοῦ Χριστοῦ δὲ σημαίνει «μὴ ἐργάζεσθε». Ὁ Κύριος δὲ συνηγορεῖ σὲ μιὰ παθητικότητα ἀπέναντι στὴ ζωή. Δὲν περιφρονεῖ τὴ σοβαρὴ καὶ ἐπίπονη ἐργασία. Μὲ ἄλλη ἀφορμή, τὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων, καταδικάζει τὴ ραθυμία. Ἐκεῖνο ποὺ θέλει νὰ χτυπήσει ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀγωνιώδης μέριμνα, ποὺ ταλαιπωρεῖ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή.

 

Ὁ Κύριος δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ τροφὴ καὶ τὸ ἔνδυμα εἶναι ἀπαραίτητα. «Ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν», μᾶς λέει. Τονίζει ὅμως μιὰ θεμελιώδη προϋπόθεση: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.»

 

Συνιστᾶ μιὰ δυναμικὴ καὶ ὑπεύθυνη τοποθέτηση μέσα στὴ ζωή, τονίζοντας ὅτι πρὶν ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ «βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ», ἡ νέα πραγματικότητα ποὺ ἐγκαινίασε Ἐκεῖνος μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο Του. Σέ παλαιότερες ἐποχές στήν καθημερινή ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων ἄκουγε κανεῖς τό ‘’ἔχει ὁ Θεός’’, αὐτό μαρτυρεῖ τήν ἐμπιστοσύνη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Αὐτή τήν ἐμπιστοσύνη χρειάζεται νά ἀποκτήσουμε σήμερα.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

7.

Κυριακή Γ Ματθαίου – ἡ Εὐαγγελική Περικοπή τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁμιλία Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τό, «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν”.

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.

 

Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός, εάν ούν ο οφθαλμός σου απλούς ή, όλον το σώμά σου φωτεινόν έσται, εάν δέ ο οφθαλμός σου πονηρός ή, όλον το σώμά σου σκοτεινόν έσται. ει ούν το φώς το εν σοί σκότος εστί, το σκότος πόσον; Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν, η γάρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, η ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει. ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά.

 

 

Δια τούτο λέγω υμίν, μή μεριμνάτε τη ψυχή υμών τί φάγητε και τί πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τί ενδύσησθε, ουχί η ψυχή πλείόν εστι της τροφής, και το σώμα του ενδύματος; Εμβλέψατε εις τά πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά’ ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; Τίς δέ εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επι την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα; Και περι ενδύματος τί μεριμνάτε; Καταμάθετε τά κρίνα του αγρού πώς αυξάνει, ου κοπιά ουδέ νήθει, λέγω δέ υμίν ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως έν τούτων.Ει δέ τον χόρτον του αγρού, σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον, ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, ου πολλώ μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι; Μή ούν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ή τί πίωμεν ή τί περιβαλώμεθα; Πάντα γάρ ταύτα τά έθνη επιζητεί’ οίδε γάρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δέ πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν.

Απόδοση.

Είπε ο Κύριος: « Το λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια. Αν λοιπόν τα μάτια σου είναι γερά, όλο σου το σώμα θα είναι στο φως. Αν όμως τα μάτια σου είναι χαλασμένα, όλο σου το σώμα θα είναι στο σκοτάδι. Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα ’ναι το σκοτάδι! Κανείς δεν μπορεί να είναι δούλος σε δύο κυρίους• γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα στηριχτεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε δούλοι κι στο Θεό και στο χρήμα. Γι’ αυτό, λοιπόν, σας λέω: Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο; Κοιτάξτε τα πουλιά που δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν αγαθά σε αποθήκες, κι όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει• εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; Κι έπειτα, ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχυ στο ανάστημά του; Και γιατί τόσο άγχος για το ντύσιμό σας; Ας σας διδάξουν τα αγριόκρινα, πώς μεγαλώνουν: δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν• κι όμως σας βεβαιώνω πως ούτε ο Σολομών σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ντυνόταν όπως ένα από αυτά. Αν όμως ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει κι αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δε θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; Μην έχετε, λοιπόν, άγχος και μην αρχίσετε να λέτε: ‘‘ τι θα φάμε;’’ ή: ‘‘ τι θα πιούμε;’’ ή: ‘‘ τι θα ντυθούμε;’’ γιατί για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται το Θεό• ο ουράνιος όμως Πατέρας σας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός του, κι όλα αυτά θα ακολουθήσουν.»

Επιμέλεια, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.

Ομιλία ΙΗ – 18η, του Οσίου πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις το «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».

Πολλοί από τους πιστούς δεν είναι λιγότερο από τους απίστους προσκολλημένοι στην κακία. Μερικοί μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτούς. Γι’ αυτό και σε εκείνους είναι αναγκαίο να ειπούμε: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι (θα σε φωτίσει δηλαδή) ο Χριστός». Προς αυτούς αρμόζει να ειπούμε και τούτο: «Ο Θεός ουκ εστί νεκρών, αλλά ζώντων». Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι Θεός νεκρών, ας ζήσουμε.

 

Ωστόσο μερικοί λέγουν ότι είναι υπερβολή αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης. Δεν είναι όμως υπερβολικός ο λόγος, αλλά αληθινός. Γιατί και με ποιο τρόπο; Διότι ο πλεονέκτης απομακρύνεται από τον Θεό, όπως ακριβώς ο ειδωλολάτρης. Και για να μη νομίσεις ότι έτσι απλώς το είπε, είναι απόφασις του ιδίου του Χριστού, ο οποίος λέγει: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμμωνά». Όποιοι υπηρετούν τον μαμμωνά, έχουν εκβάλει τους εαυτούς των από τη δουλεία του Θεού. Και αφού αρνήθηκαν την εξουσία του και έγιναν δούλοι στον άψυχο χρυσό, βεβαίως είναι ειδωλολάτρες.

Αλλά θα ειπείς, δεν έκαμα είδωλο ούτε έστησα βωμό, ούτε εθυσίασα πρόβατο, ούτε προσέφερα οίνον ως σπονδή, αλλά στην εκκλησία ήλθα, και ύψωσα τα χέρια μου στον μονογενή Υιό του Θεού, και μετέχω των μυστηρίων, και λαμβάνω μέρος στην προσευχή και σε όλα τα άλλα, τα οποία αρμόζουν στον χριστιανό. Πώς, λοιπόν, προσκυνώ τα είδωλα;

 

Αυτό, μάλιστα, είναι και το πλέον θαυμαστό, ότι ενώ έχεις λάβει πείρα και εγεύθεις τη φιλανθρωπία του Θεού, και είδες ότι ο Κύριος είναι αγαθός, εγκατέλειψες τον αγαθόν και απεδέχθεις τον ωμό τύραννο, και προσποιείσαι μεν ότι υπηρετείς αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα υπέταξες τον εαυτό σου στον σκληρό και φοβερό τύραννο της φιλαργυρίας. Και δεν μου ανέφερες ακόμη κάποιο ιδικό σου κατόρθωμα, αλλά τα δώρα του Δεσπότου. Ειπέ μου, σε παρακαλώ, από τι κρίνουμε τον στρατιώτη, όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως, και τρέφεται από αυτόν, και αποκαλείται άνθρωπος ιδικός του, ή όταν δεν έχει τα ίδια με εκείνον φρονήματα, και προσποιείται μεν ότι είναι με το μέρος του και τον υπηρετεί, προτιμά όμως τα έργα των εχθρών; Είναι ολοφάνερο ότι τον εκτιμούμε όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως. Γι’ αυτό και είναι άξιος σκληροτέρας τιμωρίας από ό,τι θα ήταν εάν αποχωρούσε από τη δουλεία του βασιλέως, και προσχωρούσε στους εχθρούς. Και συ λοιπόν υβρίζεις τον Θεό σαν ειδωλολάτρης, όχι με ένα στόμα, το ιδικό σου, αλλά με τα μύρια των αδικημένων.

Αλλά δεν είναι, λέγει, ειδωλολάτρης.

 

Όταν λοιπόν λέγουν οι εθνικοί, «ο χριστιανός ο πλεονέκτης», τότε δεν υβρίζει μόνον αυτός με όσα πράττει, αλλά αναγκάζει και τους αδικημένους να το λέγουν, και μάλιστα πολλές φορές. Και αν δεν το λέγουν αυτό, πρέπει να καταλογισθεί στην ευλάβειά τους. Ή μήπως δεν βλέπουμε έτσι να γίνονται τα πράγματα; Τι άλλο κάνει ο ειδωλολάτρης; Δεν προσκυνά κι αυτός πολλές φορές τα πάθη, αφού είναι υποδουλωμένος σ’ αυτά; Εξηγώ τι εννοώ. Εάν ειπούμε ότι προσκυνά είδωλα, αυτός λέγει: όχι, την ‘Αφροδίτη προσκυνώ και τον Άρη. Και αν ειπούμε «ποία είναι αυτή η ‘Αφροδίτη;» οι συνετότεροι από αυτούς απαντούν: η ηδονή. Και ποιος είναι ο Άρης; Ο Θυμός. Έτσι και συ με τον μαμμωνά. Εάν ρωτήσουμε ποιος είναι ο μαμμωνάς; Η πλεονεξία. Και συ την προσκυνάς; Δεν την προσκυνώ, λέγει. Γιατί, επειδή δεν γονυπετείς εμπρός της; Αλλά τώρα πολύ περισσότερο την προσκυνάς, με τα έργα και τα πράγματα. Διότι αυτή η προσκύνησις είναι μεγαλυτέρα. Και για να μάθεις, κοίτα τι συμβαίνει με τα του Θεού, ποιοι τον προσκυνούν περισσότερο, εκείνοι που απλώς παρίστανται στις προσευχές, ή εκείνοι που πράττουν το θέλημά του; Βεβαίως αυτοί που πράττουν το θέλημά του. Έτσι συμβαίνει και με τον μαμμωνά. Τον προσκυνούν κυρίως, εκείνοι που κάνουν το θέλημά του. Αν και πολλές φορές συμβαίνει, εκείνοι οι όποιοι προσκυνούν τα προσωποποιημένα πάθη, να είναι απαλλαγμένοι από αυτά. Θα ημπορούσε να ιδεί κάποιος πολλές φορές τον υπηρέτη του Άρη να είναι κύριος του θυμού, ενώ με σένα δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς είσαι υποδουλωμένος στο πάθος.

Δεν σφάζεις πρόβατα, λέγεις. Φονεύεις όμως ανθρώπους και ψυχές λογικές, άλλες με λιμό, άλλες με βλασφημίες. Δεν υπάρχει τίποτε οργιαστικότερο από τη θυσία αυτή. Ποιος είδε ποτέ ψυχές να σφάζονται; Είναι καταραμένος ο βωμός της πλεονεξίας. Διότι, εάν έλθεις σε τούτο τον βωμό των ειδώλων, θα αισθανθείς δυσάρεστη οσμή αιμάτων αιγών και βοδιών, ενώ αν έλθεις στον βωμό της πλεονεξίας, θα ιδείς τη φοβερά δυσωδία που αποπνέουν τα ανθρώπινα αίματα. Εάν σταθείς εδώ, δεν θα ιδείς να καίγονται πτερά ορνίθων ούτε να αναδίδεται κνίσα και καπνός, αλλά να καταστρέφονται σώματα ανθρώπων. Διότι άλλοι μεν έρριψαν τους εαυτούς των σε κρημνούς, άλλοι έδεσαν βρόχο, και άλλοι διαπέρασαν ξίφος στον λαιμό. Είδες θυσίες ωμές και απάνθρωπες; Θέλεις να ιδείς και φοβερότερες από αυτές; Εγώ θα σου δείξω εκεί όχι πλέον σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχές ανθρώπων να κατασφάζονται. Διότι είναι δυνατόν να σφάζεται και η ψυχή. Με τη σφαγή που αρμόζει σ’ αυτή. Όπως υπάρχει θάνατος σώματος, έτσι υπάρχει και ψυχής. «Ψυχή γαρ η αμαρτάνουσα», λέγει, «αυτή και αποθανείται». Δεν είναι ο θάνατος της ψυχής όπως του σώματος, αλλά πολύ φοβερότερος. Διότι αυτός μεν, ο σωματικός θάνατος, διαχωρίζοντας την ψυχή και το σώμα, το ένα το αναπαύει από τις πολλές φροντίδες και τους κόπους, την άλλη την αποστέλλει σε χώρο φανερό. Έπειτα, αφού το σώμα διαλυθεί και φθαρεί με τον χρόνο, συναρμολογείται πάλι εν αφθαρσία, και απολαμβάνει την ψυχή του.

 

Τέτοιος είναι ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός όμως είναι φριχτός και φοβερός. Διότι, εάν η ψυχή διαλυθεί, δεν παραπέμπει το σώμα αμέσως στη γη, όπως κάνει στον σωματικό θάνατο, αλλά όταν συνδεθεί πάλι με το αφθαρτοποιημένο σώμα, το καταποντίζει στο πυρ το άσβεστο. Όπως λοιπόν υπάρχει θάνατος ψυχής, έτσι υπάρχει και σφαγή ψυχής. Τι είναι σφαγή σώματος; Το να νεκρωθεί και να αποκοπεί από την επενέργεια της ψυχής. Τι είναι σφαγή της ψυχής; Και αυτή νέκρωσις είναι.

Τι όμως είναι νέκρωσις της ψυχής; Όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το εγκαταλείπει η ενέργεια της ψυχής, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την εγκαταλείψει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτές οι σφαγές γίνονται κυρίως στον βωμό της πλεονεξίας. Δεν χορταίνουν ούτε αρκούνται στο αίμα των ανθρώπων, αλλά, εάν δεν προσφέρεις ως θυσία και την ίδια την ψυχή, δεν ικανοποιείται ο βωμός της πλεονεξίας, εάν δηλαδή δεν δεχθεί και των δύο τις ψυχές, του θύτη και του θύματος. Διότι πρέπει να θυσιάσει ο νεκρός τον μέχρι τώρα ζωντανό. Πράγματι, όταν βλασφημεί, όταν κακολογεί, όταν δυσανασχετεί, δεν είναι αυτές οι πληγές της ψυχής ανίατες; Είδες ότι δεν είναι υπερβολικός ο λόγος του Αποστόλου;

Άκου λοιπόν κι άλλο για να μάθεις πως η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, και φοβεροτέρα από την ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες προσκυνούν τα κτίσματα του Θεού. Και εσεβάσθησαν, λέγει, και ελάτρευσαν την κτίση μάλλον παρά τον κτίσαντα. Και συ προσκυνάς το κτίσμα το ιδικό σου. Διότι την πλεονεξία δεν την εδημιούργησε ο Θεός, αλλά την εφεύρε η άμετρος απληστία σου. Και κοίτα το κωμικοτραγικό. Εκείνοι που προσκυνούν τα είδωλα, τιμούν αυτά τα όποια προσκυνούν, και εάν κάποιος τα κακολογήσει ή τα υβρίσει, εξανίστανται. Εσύ όμως, σαν να έχεις καταληφθεί από κάποια μέθη, προσκυνάς κάτι το οποίο όχι μόνον δεν είναι απηλλαγμένο από κατηγορία, αλλά είναι και γεμάτο από ασέβεια. Ώστε είσαι μάλλον πολύ χειρότερος από αυτούς, διότι δεν ημπορείς να απολογηθείς ότι δεν είναι κακό. Και εκείνοι βέβαια είναι εντελώς αναπολόγητοι, εσύ όμως είσαι πολύ περισσότερο, επειδή συνεχώς κατηγορείς την πλεονεξία και κακίζεις όλους εκείνους που την υπηρετούν, και είναι δούλοι της, και την ακολουθούν.

Αλλά εάν θέλετε, ας εξετάσουμε από πού εισήλθε η ειδωλολατρία. Λέγει ένας σοφός ότι κάποιος πλούσιος άνθρωπος, βασανιζόμενος από το πένθος για τον πρόωρο θάνατο του υιού του, μην έχοντας καμία παρηγορία, επινόησε το ακόλουθο τέχνασμα για να τον παρηγορήσει στον πόνο του. Έκανε μια άψυχη εικόνα του αποθανόντος υιού του, και βλέποντάς την ενόμιζε ότι διά μέσου αυτής έχει κοντά του εκείνον. Κάποιοι δε άνθρωποι κόλακες, των οποίων θεός ήταν η κοιλία, λατρεύοντας την εικόνα για να τιμήσουν εκείνον, προήγαγαν τη συνήθεια σε ειδωλολατρία. Επομένως, από ασθένεια ψυχής εισήχθη η ειδωλολατρία, από παράλογη συνήθεια, από υπερβολή. Η πλεονεξία όμως δεν εισήχθη με τον ίδιον τρόπο, αλλά από ασθενή μεν ψυχή, πλην όμως χειροτέρα. Διότι δεν την εισήγαγε κάποιος που έχασε τον υιό του, ούτε ζητώντας παρηγορία ούτε παρασυρόμενος από κόλακες. Αλλά πώς; Εγώ θα σας ειπώ. Ο Κάιν φέρθηκε με πλεονεξία στον Θεό, διότι αυτά που έπρεπε να δοθούν σ’ εκείνον τα κράτησε για τον εαυτό του, και αυτά που έπρεπε να μείνουν σ’ αυτόν, τα προσέφερε σ’ εκείνον, και έτσι το κακό άρχισε ως προσβολή του Θεού. Διότι εάν εμείς είμεθα του Θεού, πολύ περισσότερο είναι οι απαρχές των κτημάτων μας.

 

Η σαρκική ορμή επίσης προς τις γυναίκες, από την πλεονεξία προήλθε. «Είδον τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εξεκυλίσθησαν προς την επιθυμίαν».

Από αυτά πάλι προήλθε η επιθυμία προς τα χρήματα. Διότι το να θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τον πλησίον του στα βιοτικά, από τίποτε άλλο δεν προκαλείται, παρά από το ότι εψυχράνθη η αγάπη. Το να θέλει κανείς να έχει περισσότερα, δεν προέρχεται από τίποτε άλλο παρά από απελπισία και μισανθρωπία και υπεροψία. Δεν βλέπεις πόσο μεγάλη είναι η γη, πόσο πολύ μεγαλύτερος από όσο χρειάζεσαι είναι ο ουρανός; Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έδωσε τόσο μεγάλο μέγεθος στα κτίσματα, για να σβήσει την πλεονεξία σου. Εσύ δε, παρ’ όλα αυτά, αρπάζεις, και μάλιστα ακούγοντας ότι η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, ούτε έτσι φρίττεις; Τη γη θέλεις να κληρονομήσεις; Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως θα στερήσεις τον εαυτό σου από την ουράνια κληρονομία, αφού ήδη την αγνοείς. Ειπέ μου, εάν κάποιος σου έδιδε την εξουσία να τα πάρεις όλα, άραγε δεν θα το ήθελες; Έχεις τώρα αυτή τη δυνατότητα, αν θέλεις. Αν και μερικοί λέγουν ότι με πολύ πόνο μεταβιβάζουν σε άλλους την περιουσία τους, και θα προτιμούσαν να την είχαν καταφάγει οι ίδιοι παρά να βλέπουν άλλους να γίνονται κύριοι αυτής.

 

Ούτε εγώ σε απαλλάσσω από αυτή την ασθένεια, διότι και αυτό είναι γνώρισμα ασθενούς ψυχής. Πλην όμως, και αν ακόμη γίνει τούτο, στην διαθήκη σου άσε κληρονόμο τον Χριστό. Διότι έπρεπε ήδη να τον είχες αφήσει κληρονόμο όσο ήσουν στην ζωή. Επειδή αυτό είναι γνώρισμα ορθής προαιρέσεως. Αλλά όμως, έστω κατ’ ανάγκην, γίνε φιλοτιμότερος. Διότι ο Θεός γι’ αυτόν τον λόγο πρόσταξε να δίδουμε στους πτωχούς, για να μας καταστήσει από τη ζωή αυτή φιλοσόφους, για να μας πείσει να καταφρονούμε τα χρήματα, για να μας διδάξει να περιφρονούμε τα γήινα. Αυτό δεν είναι περιφρόνησις των χρημάτων, να τα διαθέτη κάποιος στον τάδε ή στον δείνα μετά τον θάνατό του. Τότε πλέον αυτά που δίδεις δεν είναι ιδικά σου, αλλά της ανάγκης. Δεν γίνεσαι συ ευεργέτης, αλλά ο θάνατος. Αυτό δεν είναι φιλοστοργία, αλλά καταναγκασμός. Αλλά ας γίνει κι έτσι. Έστω και τότε απάλλαξε τον εαυτό σου από το πάθος. ‘Ενθυμήσου πόσα έχεις αρπάξει, πόση πλεονεξία έχεις δείξει, και απόδοσε τα τετραπλάσια. Με αυτόν τον τρόπο απολογήσου στον Θεό.

Αλλά υπάρχουν μερικοί οι οποίοι φθάνουν σε τέτοιο σημείο παραφροσύνης, που ούτε τότε διακρίνουν το ορθότερο, και ενεργούν τα πάντα σαν να προσπαθούν να καταστήσουν φοβεροτέρα γι’ αυτούς την οργή του Θεού. Γι’ αυτό ο μακάριος Παύλος λέγει στη συνέχεια της επιστολής εκείνης: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Ο δε πλεονέκτης είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ζει στο σκοτάδι και διασκορπίζει πολύ σκοτάδι σε όλα γύρω του. «Και μη συγκοινωνείτε», λέγει, «τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε».

 

Ακούστε, παρακαλώ, όλοι όσοι δεν θέλετε να μισείσθε χωρίς λόγο. Αρπάζει και δεν τον ελέγχεις; Φοβείσαι το μίσος του, θα ειπείς. Αφού όμως δεν διακινδυνεύεις χωρίς λόγο, αλλά ελέγχεις δικαίως, γιατί φοβείσαι το μίσος; Έλεγξε τον αδελφό, δέξου αυτήν την έχθρα για την προς τον Χριστόν αγάπη, αλλά και για την προς αυτόν αγάπη. Εμπόδισέ τον, αφού βλέπεις ότι βαδίζει ολοταχώς προς το βάραθρο. Διότι δεν είναι γνώρισμα ιδιαιτέρας φιλίας η συμμετοχή μας σε κοινό γεύμα, τα ωραία λόγια, οι προσφωνήσεις και η κοινή απόλαυση. Ας χαρίζουμε τέτοια δώρα στους φίλους μας που να απομακρύνουμε την ψυχή τους από την οργή. Βλέποντάς τους μέσα στην κάμινο της κακίας, να τους αναστήσουμε.

Αλλά δεν διορθώνεται, λέγεις. Κάμε όμως εσύ ό,τι εξαρτάται από εσένα, και έτσι απολογήσου στον Θεό. Μην κρύψεις το τάλαντο. Γι’ αυτό διαθέτεις λόγο και γλώσσα και στόμα, για να διορθώνεις τον πλησίον. Μόνο τα άλογα όντα δεν φροντίζουν για τον πλησίον, ούτε είναι σε θέση να ειπούν κάποιον λόγο για τον άλλο. Συ όμως που αποκαλείς τον Θεό πατέρα σου και βλέπεις τον πλησίον σου, τον αδελφό σου, να κάμει αμέτρητα κακά, προτιμάς την ευμένειά του από την ωφέλειά του; Μη, σε παρακαλώ, δεν υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο φιλίας από το να μην εγκαταλείπουμε στην αμαρτία τους αδελφούς μας.

 

Είδες μισουμένους; Συμφιλίωσέ τους. Είδες πλεονέκτες; Εμπόδισέ τους. Είδες αδικουμένους; Υπεράσπισέ τους. Όχι εκείνους, αλλά τον εαυτό σου πρώτα ευεργέτησες. Γι’ αυτό είμεθα φίλοι, για να ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς θα ακούσει κανείς τον φίλο και αλλιώς τον τυχόντα. Τον τυχόντα ίσως θα τον υποπτευθεί, ομοίως και τον διδάσκαλο, τον φίλο όμως όχι. Γι’ αυτό, παρακαλώ, ούτε σεις να διστάζετε να ελέγχετε, ούτε να δυσανασχετείτε, όταν σας ελέγχουν. Διότι όσο διαπράττεται κάτι στο σκοτάδι, γίνεται με μεγαλυτέρα ευκολία, όταν όμως υπάρχουν πολλοί μάρτυρες, φωτίζεται.

Γι’ αυτό ακριβώς ας κάνουμε τα πάντα ώστε να αποτρέπουμε τη νέκρωση των αδελφών μας, για να διασκορπίσουμε το σκότος, και να προσελκύσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Διότι εάν είναι πολλοί εκείνοι που εκπέμπουν το φως, και γι’ αυτούς θα είναι εύκολος η οδός της αρετής, και οι ευρισκόμενοι στο σκότος ευκολότερα θα αποκαλύπτονται, αφού όσο εντονότερο γίνεται το φως, τόσο το σκότος θα εξαφανίζεται. Εάν όμως γίνεται το αντίθετο, υπάρχει φόβος μη σβησθούν και αυτοί, αφού η πυκνότης, που δημιουργούν το σκοτάδι και οι αμαρτίες, θα υπερισχύει του φωτός και θα καταργεί τη λάμψη του. Ας αντιληφθούμε λοιπόν ότι τους εαυτούς μας ωφελούμε με αυτόν τον τρόπο, ώστε με όλη μας τη βιοτή να αναπέμπουμε δόξαν προς τον φιλάνθρωπο Θεό, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα συν τω Παναγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων».

Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.

8.

 Κυριακή Γ΄ Ματθαίου – Ο πρώτος μας στόχος

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ρωμ. ε’ 1-10

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. ς΄ 22-33

«Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»

Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν «ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία» τοῦ Κυρίου. Σ᾿ αὐτὴ τὴν περικοπὴ ὁ Κύριος ἀναφέρεται σὲ μιὰ πολὺ πρακτικὴ πτυχὴ τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς, στὴ μέριμνα γιὰ τὴ συντήρησή μας.

 

Καὶ τί μᾶς λέει; «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε»· μὴ φροντίζετε μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια γιὰ τὴ ζωή σας, τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιεῖτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί ἔνδυμα θὰ φορέσετε· ἀλλὰ πρῶτο καὶ κύριο μέλημά σας νὰ εἶναι πῶς θὰ ἀποκτήσετε τὴν ἀρετὴ καὶ πῶς θὰ κληρονομήσετε τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Γιατί ὅμως;

  1. Ἡ ἀγωνιώδης μέριμνα εἶναι ἀνώφελη ἀλλὰ καὶ βλαβερὴ

Ὁ Κύριος προτρέπει νὰ μὴν καταλαμβανόμαστε ἀπὸ ἀγωνιώδη μέριμνα γιὰ τὴν ἐπιβίωσή μας, διότι αὐτὴ ἡ μέριμνα δὲν μᾶς ὠφελεῖ σὲ τίποτε. Μάλιστα χρησιμοποιεῖ ἁπλὰ ἀλλὰ πολὺ δυνατὰ ἐπιχειρήματα: Ποιὸς ἀπὸ σᾶς, μᾶς ἐρωτᾶ ὁ Κύριος, μὲ τὴ μέριμνά του μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕναν πήχυ (δηλαδὴ περίπου μισὸ μέτρο); Ὁπωσδήποτε κανείς. Ἑπομένως δὲν κερδίζουμε τίποτε μὲ τὴν ἀγωνία μας. Ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς συντηρεῖ καὶ ὄχι τὸ δικό μας ἄγχος νὰ ἐξασφαλίσουμε τὰ πρὸς τὸ ζῆν.

Ἐπίσης προσθέτει: Ἡ ζωὴ δὲν ἀξίζει πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ροῦχο; Ὁ Θεὸς λοιπὸν ποὺ σᾶς ἔδωσε τὰ ἀνώτερα, τὴ ζωὴ καὶ τὸ σῶμα, δὲν θὰ σᾶς δώσει καὶ τὰ κατώτερα, τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρησή σας;

Καὶ συνεχίζει ὁ στοργικὸς Διδάσκαλος: Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ καὶ τὰ λουλούδια, πῶς τὰ τρέφει καὶ τὰ ντύνει ὁ Θεός· καὶ δὲν θὰ φροντίσει ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι, ποὺ εἶστε πολὺ ἀνώτερα πλάσματά Του;

Ἂς προσέξουμε αὐτὴ τὴ στοργικὴ ἐπίπληξη τοῦ Κυρίου: «ὀλιγόπιστοι». Ἀγωνιοῦμε ἐπειδὴ δὲν ἐλπίζουμε στὴν πατρικὴ ἀγάπη καὶ φροντίδα τοῦ Θεοῦ. Ξεχνοῦμε ὅτι ἔχουμε Πατέρα. Καὶ τότε σὰν νὰ μοιάζουμε μὲ ὅσους ἀγνοοῦν τὰ οὐράνια ἀγαθὰ καὶ ἐπιζητοῦν μόνο τὰ ἐπίγεια.

  1. Πρῶτος στόχος μας ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

Ὁ Κύριος ὅμως μᾶς ζητᾶ νὰ ἐπιδιώκουμε πρῶτα τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς. Γιατί; Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας, σ᾿ αὐτὸ ἔγκειται ἡ εὐτυχία μας.

Τὸ ὅτι ἔχουμε σῶμα ποὺ ἔχει ἀνάγ­κη νὰ συντηρηθεῖ, τὸ γνωρίζει ὁ Θεός – Αὐτὸς τὸ δημιούργησε. Θὰ μᾶς δώσει ὅ,τι χρειαζόμαστε Αὐτὸς ποὺ φρον­τίζει γιὰ ὅλα τὰ πλάσματά Του. Μάλιστα, ἀ­κούσαμε τὸν Κύριο νὰ δεσμεύεται ἀπέν­αντί μας. Εἶπε: Νὰ ἐπιδιώκετε πάνω ἀπὸ ὅλα τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σας, καὶ τὰ ἀναγκαῖα ὑλικὰ θὰ προστεθοῦν στὰ πνευματικά. Εἶναι σὰν νὰ λέει ὁ Κύριος: Δῶστε μου τὴ ζωή σας, τὴν ὑπακοή σας, γίνετε παιδιά μου πιστά· κι Ἐγὼ θὰ γίνω Πατέρας σας, ποὺ θὰ σᾶς τὰ δώσω ὅλα, δὲν θὰ σᾶς στερήσω τίποτε.

Μὰ αὐτὸ δὲν λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός; Ἤμουν νεότερος ἄλλοτε καὶ τώρα βέβαια γέρασα· ἀλλὰ δὲν εἶδα ποτέ μου εὐσεβὴ καὶ ἐνάρετο ἄνθρωπο νὰ ζεῖ δυσ­τυχισμένος, ἔρημος καὶ ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τὸν Θεό, οὔτε τοὺς ἀπογόνους του νὰ ψωμοζητοῦν (Ψαλ. λς´ [36] 25).

Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ ζήσουμε μιὰ σύντομη ζωὴ πάνω στὴ γῆ, γεμάτη βάσανα καὶ μόχθο γιὰ τὴ σωματικὴ ἐπιβίωσή μας. Δὲν εἴμαστε ἐξελιγμένα ζῶα, εἴμαστε προορισμένοι, ἂν τὸ θελήσουμε, νὰ κληρονομήσουμε τὴ Βασιλεία Του. «Καινοὺς οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β´ Πέτρ. γ´ 13). Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ περιμένουμε καινούργιους οὐρανοὺς καὶ καινούργια γῆ, ὅπου θὰ κατοικεῖ ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἁγιότητα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὅραμα τοῦ πιστοῦ, αὐτὴ εἶναι ἡ προοπτική του: νὰ ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὴν αἰωνιότητα, νὰ μετανοήσει, νὰ ἁγιασθεῖ, ὥστε νὰ ἀξιωθεῖ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

***

Ὁ Θεὸς μᾶς ὀνόμασε ἀετούς, ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ σὲ μιὰ ὁμιλία του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ἵνα οὐρανοβατῶμεν, ἵνα ὑψηλὰ πετώμεθα τοῖς πτεροῖς τοῦ πνεύματος κουφιζόμενοι»· γιὰ νὰ διασχίζουμε τοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ πετᾶμε ψηλά, νὰ ὑψωνόμαστε μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καὶ ὅμως ἐμεῖς σὰν τὰ ἑρπετὰ σερνόμαστε στὴ γῆ καὶ τρῶμε χῶμα (PG 49, 370). Δηλαδὴ ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ζήσει οὐράνια ζωή, κι ἐκεῖνος δυστυχῶς συχνὰ προτιμᾶ νὰ κυνηγᾶ τὰ ἐπίγεια καὶ χωματένια. Τὸ μήνυμα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς δὲν εἶναι νὰ μὴ φροντίζουμε γιὰ τὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς μας, ἀλλὰ νὰ μὴν ξεχνιόμαστε στὰ γήινα, νὰ ἔχουμε σωστὸ προσανατολισμό: πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Νὰ τὸ δώσει ὁ Θεὸς σὲ ὅλους μας.

 

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

9.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Οι ανάγκες της ζωής και η πίστη

 Σε ποιον κόσμο ζητά η πίστη να ζούμε; Ο άνθρωπος, αγαπητοί μου αδελφοί, μεγαλώνει και ζει σε μία κοινωνία η οποία τον καλεί να επιβιώνει, να δημιουργεί, να έχει αυτάρκεια και ποιότητα στη ζωή του, να απολαμβάνει την ικανοποίηση των επιθυμιών του, να αντιστέκεται στον θάνατο, στην ταπείνωση από τους άλλους, για να μπορεί να αισθάνεται αξιοπρεπής. Όλα αυτά προϋποθέτουν εργασία, στόχο ζωής, συνάντηση με τους άλλους ανθρώπους, συνύπαρξη στα πλαίσια της συνεργασίας και της αλληλεξάρτησης, ενίοτε και ρήξεις, όταν ο άνθρωπος θεωρεί ότι τα δικά του θέλω πρέπει να εκπληρωθούν υπερνικώντας τα θέλω των άλλων. Όλα αυτά συνδυάζονται με ένα άγχος, με μία μέριμνα, η οποία γίνεται αγωνία, άλλοτε τρόπος δημιουργίας, άλλοτε απογοήτευση και φόβος. Μέσα σ’ αυτές τις συντεταγμένες τι ζητά άραγε η πίστη;

Ο Χριστός, στην επί του όρους ομιλία, θέτει τις πνευματικές συντεταγμένες στη ζωή του ανθρώπου που πιστεύει, στο πώς καλείται να ζήσει στον κόσμο της μέριμνας, του άγχους, της αγωνίας, του φόβου. 

«Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε . ουχί η ψυχή πλείον εστί της τροφής και το σώμα του ενδύματος;» (Ματθ. 6, 25).

«Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Η ψυχή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο;».

 

 Οι λόγοι αυτοί , οι οποίοι πάντοτε παραμένουν επίκαιροι, ίσως στις μέρες μας πιο επίκαιροι από ποτέ, δείχνουν ότι η επιβίωση και η ευτυχία στη ζωή δεν μπορούν να έρθουν μέσα από το άγχος, τη μέριμνα, τον φόβο, αλλά μέσα από την εμπιστοσύνη στο Θεό και το θέλημά Του. Την εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού, ο Οποίος προνοεί για κάθε ύπαρξη του κόσμου αυτού, τον οποίον άλλωστε ο Ίδιος και δημιούργησε και συντηρεί. Αυτές οι συντεταγμένες μπορεί να φαντάζουν αδιανόητες για τον ορθολογιστή άνθρωπο, αυτόν που εμπιστεύεται τον δικό του τρόπο θέασης του κόσμου, τον εαυτό του, τις δυνάμεις του, την δική του απόφαση να επιβιώσει. Αυτόν που απολυτοποιεί, με ένα αίσθημα εξουσίας, το θέλημά του και που δεν μπορεί να αφήσει στον ουρανό την φροντίδα για τη γη. Όμως αυτές οι συντεταγμένες αποτελούν την μοναδική γνήσια απάντηση που η πίστη θέτει στο ζήτημα της μέριμνας.

Η ψυχή είναι σπουδαιότερη από την τροφή. Ο Χριστός μετατοπίζει την προτεραιότητα της ύπαρξης από την τροφή και ό,τι αυτή καλύπτει, την επιβίωση, την απόλαυση, την αυτάρκεια, στην ψυχή, στο πνευματικό σημείο της ύπαρξης. Η ψυχή είναι δωρεά του Θεού. Είναι ο αγαπών άνθρωπος, ο ελεύθερος από τις μέριμνες άνθρωπος, αυτός ο οποίος βρίσκει νόημα ζωής στην κοινωνία με τον Θεό. Αυτός που δεν αγωνιά για την υλική τροφή, διότι γνωρίζει ότι αυτή υπάρχει για την παράταση της ζωής και την αναστολή του θανάτου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα εργαστεί, δεν θα παλέψει να την έχει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα βοηθήσει όσους δεν μπορούν να την έχουν. Ο άνθρωπος ο οποίος δεν προσκολλάται στην τροφή και τα υλικά αγαθά, δεν έχει άγχος και μέριμνα ή τα υπερνικά. Διότι βλέπει την αλήθεια του κόσμου, ότι δηλαδή ο Θεός που αγαπά τα πετεινά του ουρανού και τα συντηρεί, δεν θα τον εγκαταλείψει. 

Αυτός που θεωρεί ότι η ψυχή είναι σπουδαιότερη από την τροφή και εμπιστεύεται τον Θεό, ζει την πρόνοια του Θεού πίσω από κάθε περιστατικό, αλλά και κάθε περίσταση της ζωής του, εκεί όπου ο ίδιος δεν έχει κάνει λάθος επιλογές ή δεν έχει νικηθεί από τα πάθη του εκούσια. Αλλά και όταν ακόμη διαπράττει λάθη, και πάλι έρχεται εις εαυτόν και αφήνει τον Θεό να χαράξει νέες προοπτικές. Οι άγιοι μάς λένε πόσο σπουδαίο είναι σε κάθε δυσκολία της ζωής, σε κάθε άγχος για επιβίωση, να αντιτάσσουμε την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, χωρίς εννοείται να γινόμαστε αργοί, οκνηροί. Είναι άλλο να εργάζεται κάποιος και άλλο να γίνεται η τροφή, η ύλη, η επιβίωση η μοναδική του μέριμνα, να κυριεύουν την καρδιά του. 

Το σώμα είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο. Το ντύσιμο εξασφαλίζει την επιβίωση του ανθρώπου από τις κλιματολογικές συνθήκες, αλλά και την αποδοχή του ανθρώπου σε κοινωνικό επίπεδο. Ο ντυμένος άνθρωπος μπορεί να συνάψει σχέσεις, διότι οι άλλοι δεν τον αποστρέφονται, ούτε τον περιφρονούν, ούτε τον φοβούνται. Ο άνθρωπος, βεβαίως, μετατρέπει τα ενδύματα σε στολίδια της ύπαρξής του, με αποτέλεσμα να θεοποιεί την εμφάνισή του. Να αυτοχαρακτηρίζεται και να χαρακτηρίζει τους άλλους αναλόγως με το τι φορούνε και βεβαίως η μέριμνα εγκαθίσταται στην ύπαρξη του ανθρώπου για το φαίνεσθαί του. Η ενδυμασία γίνεται επίδειξη του εσωτερικού κόσμου μας και στόχος της εργασίας μας. Όμως και εδώ ο Χριστός ζητά από εμάς να εμπιστευθούμε τον Θεό. Κανείς από εμάς δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την όψη του, να προσθέσει ύψος στο ανάστημά του. Η όψη μας, το σώμα μας, υπάρχει για να δίνεται στο Θεό και τον συνάνθρωπο, να γίνεται η ορατή, η αισθητή έκφραση της ψυχής μας και ως σύνολη ύπαρξη να λειτουργεί γι’ αυτό που είναι ο άνθρωπος: πρόσωπο που κοινωνεί. 

Αυτός που θεωρεί ότι το σώμα είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο, ότι η ύπαρξη που μπορεί να συναντήσει τον Θεό και τον συνάνθρωπο έχει αξία, ενώ το φαίνεσθαι καθ’ αυτό δεν δίνει νόημα στον άνθρωπο, ζει την πρόνοια του Θεού, όπως τα κρίνα του αγρού. Δοξολογεί τον Θεό για τη ζωή που του έδωσε και βλέπει την αξία του κάλλους όχι στην επίδειξη της ενδυμασίας ή σε κάθε μορφή του φαίνεσθαι, αλλά στη δυνατότητα της αγάπης και της κοινωνίας, όπως αυτές εκφράζονται και σωματικά. Με το χαμόγελο. Με την τρυφερότητα. Με το κοίταγμα του άλλου. Με την προσφορά ελεημοσύνης δια των χειρών. Με το αγκάλιασμα όλων, ακόμη και των εχθρών.

Έτσι ο τελικός λόγος του Χριστού αποκτά μίαν άλλη διάσταση. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6,33). « Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός Του και όλα αυτά θα ακολουθήσουν». Η βασιλεία του Θεού είναι η αγάπη και η ελευθερία. Και η δικαιοσύνη, το θέλημά Του, έχει να κάνει με το μοίρασμα κάθε αγαθού, με τη νίκη της αγάπης και όχι του φαίνεσθαι, με την υπέρβαση του θανάτου και όχι απλώς με την αναστολή του. Και ο θάνατος νικιέται δια της πίστεως και της κοινωνίας με τον Θεό της αγάπης και με την κοινωνία προς πάντας.

Ζούμε σε μία εποχή μέριμνας. Αγωνίας. Φόβου. Προσανατολίσαμε τη ζωή μας στην τροφή, τα αγαθά, το φαίνεσθαι. Αγνοήσαμε τις προτεραιότητες της ψυχής και του σώματος, όπως οι πνευματικές συντεταγμένες της πίστης μάς υποδεικνύουν. Υποκαταστήσαμε την πρόνοια του Θεού με τα υλικά αγαθά και την όψη μας, με αποτέλεσμα οι εξουσίες του κόσμου τούτου να μας έχουν κυριεύσει. Και η αγωνία μας έγκειται στην επιβίωση και την αυτάρκειά μας, όχι στην κοινωνία με τον Θεό και τον πλησίον. Η αλλαγή μπορεί να έρθει στην καρδιά του καθενός, ακόμη κι αν ο κόσμος θα παραμείνει στην θεοποίηση των δικών του δυνάμεων. Και όποιος αλλάζει εντός του, αφήνοντας την πρόνοια του Θεού την αγάπη Του να ανοίξουν δρόμους, σε τίποτε δεν θα υστερήσει. Σ’ αυτόν τον κόσμο ζητά η πίστη να ζούμε. Αμήν! 

Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017

10.

Ὁ ἡγεμών νοῦς

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Καυχῶνται οἱ ἀνθρωπολόγοι, καί δικαίως, γιά τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος διακρίνεται ἀπό τά λοιπά εἴδη τοῦ ζωικοῦ βασιλείου, λόγω τῆς λογικῆς καί τῆς ἀντιληπτικῆς του ἱκανότητας. Ἀλλά καί πολλοί φιλοσοφοῦντες ἐπαίρονται γιά τή δυνατότητα τῆς σκέψης καί τήν παραγωγή τοῦ νοῦ. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι καί οἱ θεολόγοι δοξάζουν τόν Ἅγιο Θεό γιά τό μεγάλο δῶρο του στόν ἄνθρωπο, τόν ἡγεμόνα νοῦ. Ἐκεῖνο πού δέν γίνεται ἀπολύτως κατανοητό εἶναι πώς μέ ὅλα αὐτά οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνον αὐτοθαυμαζόμαστε γιά τό μεγάλο προσόν τῆς λογικῆς, ἀλλά κυρίως αὐτοκατακρινόμαστε μιᾶς πού τό προνόμιο τῆς σκέψης καί τῆς ἐλεύθερης βούλησης μᾶς καθιστᾶ ὑπόλογους γιά τίς πράξεις, τούς λόγους, τίς ἐπιθυμίες, μ’ ἕνα λόγο τά ἐνεργήματά μας. Ἀκριβῶς δέ ἐπειδή μποροῦμε καί ἀντιλαμβανόμαστε τήν πραγματικότητα κι ἔχουμε συνείδηση τῶν πραττομένων μας, φέρουμε καί τήν εὐθύνη γιά ὅ,τι ἀρνητικό, ἀπάνθρωπο καί προσβλητικό συμβαίνει στόν πλανήτη αὐτόν, συνήθως ὡς ἀποτέλεσμα συλλογικῶν ἐπιλογῶν, τίς ὁποῖες ὅμως, ἔστω καί περιστασιακά ἤ παρορμητικά, στηρίζουμε.

Σπεύδουμε, βεβαίως, οἱ ἄνθρωποι νά κατηγορήσουμε ὅλους τους ὑπόλοιπους καί φορτώνουμε πάντα «στόν ἄλλον» τό ὅποιο φταίξιμο, μιᾶς πού ὁ ἐγωισμός μᾶς ἐμποδίζει νά ἀναλάβουμε τό μερίδιο τῆς εὐθύνης πού μᾶς ἀναλογεῖ, ἐνῶ ἡ δικαιολογία εἶναι μιά φοβερά ἀμυντική λειτουργία πού ἐπιτρέπει τόν ἐφησυχασμό καί τήν αὐτοδικαίωση. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει πώς δέν ὑπάρχει ἄν ὄχι συνενοχή, ὁπωσδήποτε συνυπευθυνότητα γιά τήν κατάσταση τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦμε. Τελικά, τί κάνουμε; Πῶς φθάνουμε σέ οὐσιαστικές ἐπιλογές πού οἰκοδομοῦν καί δέν καταστρέφουν; Πῶς βοηθᾶμε τόν κόσμο χωρίς νά κάνουμε ζημιά; Πῶς κατευθύνουμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά εἴμαστε τά ἀντισώματα στή σήψη καί τή διαφθορά;

Τό κέντρο λήψης ἀποφάσεων

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή βλέπουμε τόν Χριστό νά κάνει ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν νοῦ, ὡς τό σημεῖο ὅπου ὁ ἄνθρωπος παίρνει τίς ἀποφάσεις του, ἀξιολογώντας δεδομένα, ἱεραρχώντας ἐπιθυμίες, σταθμίζοντας δυνατότητες. Καί μάλιστα ὁ Χριστός μᾶς μιλάει γιά τόν νοῦ χωρίς νά τόν κατονομάζει! Μιλάει μόνο γιά φῶς καί σκότος μέσα στόν ἄνθρωπο. Κι αὐτό τό κάνει ὄχι θεωρητικά ἤ μέ φιλοσοφική διάθεση, ἀλλά τελείως πρακτικά, ἀναφερόμενος στίς θυρίδες τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοῦ, στά μάτια. Ἀναφέρεται δέ εἰδικά στά μάτια, καθώς αὐτά συλλέγουν τίς προσλαμβάνουσες παραστάσεις, αὐτά εἰσάγουν τήν ὅποια εἰκόνα ἐντυπωσιαζόμενα ἀπό τή δύναμή της κι αὐτά κατευθυνόμενα σημασιοδοτοῦν τίς ὅποιες ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν κόσμο γύρω του.

Μιλάει γιά ἁπλό καί πονηρό ὀφθαλμό, χρησιμοποιώντας ἐπίθετα πού προσδιορίζουν ἠθική, ὄχι μόνο γιά νά τονίσει τὸν μεταφορικό του λόγο, ἀλλά κυρίως γιά ν’ ἀναδείξει τίς συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τήν εὐθύνη του στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο βλέπει καί ἀντιμετωπίζει τά πράγματα. Μέ ἄλλα λόγια, ἐάν ὁ ἄνθρωπος μέ πονηρή διάθεση, ὑπό εὐρεία ἔννοια, περιεργάζεται τά πράγματα, ἐπιτρέποντας στά μάτια του ὄχι νά διαπιστώνουν αὐτό πού πραγματικά συμβαίνει, ἀλλά αὐτό πού ἡ προκατάληψη καί ἡ ὑστεροβουλία του θέλουν νά δοῦν, τότε δέν ὁδηγεῖται στήν ἁπλότητα τῆς πραγματικότητας, ἀλλά μέσα ἀπό τήν καχυποψία του φθάνει στή διαστροφή τῆς πλάνης καί ἐνέργει ἀνάλογα προξενώντας πόνο καί ζημιά.

Θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «νοῦς ἀποστάς τοῦ Θεοῦ ἤ κτηνώδης γίνεται ἤ δαιμονιώδης». Κι αὐτό σημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος ὅταν δέν ἔχει στόν νοῦ τόν Θεό, τότε μοιάζει εἴτε στά ζῶα, εἴτε στούς δαίμονες. Πράγματι, ὁ χωρίς Θεό νοῦς τί ἀποζητᾶ καί τί ὑποβάλλει στόν ἄνθρωπο; Ἀφενός ἐπιθυμίες πονηρές, εἴτε σέ σχέση μέ σαρκικά πάθη εἴτε σέ σχέση μέ φιλαργυρία καί ἀπληστία, ἀφετέρου δαιμονικῆς διαστροφῆς ἰδέες καί θεωρήσεις σέ μιά προσπάθεια καταστροφῆς τῆς σχέσης Θεοῦ-ἀνθρώπου ἤ τῶν παντοδαπῶν ἀνθρώπινων σχέσεων σέ ὅλα τά ἐπίπεδα.

Ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ

Ὅταν θέλουμε στά ἑλληνικά νά χαρακτηρίσουμε κάποιον ὡς οὐσιαστικό ἄνθρωπο μέ μεγάλη ἀξία, τόν χαρακτηρίζουμε φωτισμένο. Δέν εἶναι μόνον ἡ ἐπίδραση τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας πού ὁδηγεῖ στόν ἀνωτέρω χαρακτηρισμό. Εἶναι ἡ ἀλήθεια πού διαπιστώνεται ὅποτε πλησιάζουμε ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, μιᾶς πού ἡ αἴσθηση ἑνός κάποιου ὑπερκόσμιου φωτός πού τόν χαρακτηρίζει, μᾶς κατακλύζει καί μᾶς ἀναπαύει. Δέν εἶναι τυχαῖο τό ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία μας ἁγιογραφεῖ τούς Ἁγίους περικοσμώντας τους μέ φωτοστέφανο ὡς δηλωτικό της κατάστασης τῆς ἁγιότητας, ἀλλά καί τῆς αἴσθησης πού οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν ἀπό τήν κοινωνία τους μέ τόν Ἅγιο Θεό.

Ἡ προσευχή πού γιά χρόνια ἀπηύθυνε στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς, κατά τήν ἐγκαταβίωσή του στό Ἁγιώνυμο Ὄρος, ἦταν: «φώτισόν μου τό σκότος»! Διεκδικοῦσε τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, ὥστε ἐλεύθερος ἀπό τό σκότος τῶν παθῶν, τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῶν προσωπικῶν ἐπιδιώξεων, νά μπορεῖ νά τόν κατευθύνει ἀπλανῶς στό θεῖο θέλημα, σέ ἀποφάσεις ἅγιες καί ἱερές, δηλαδή κατεξοχήν σωστές, χρήσιμες καί οὐσιαστικές γιά τόν ἴδιο καί τόν κόσμο στόν ὁποῖο ζοῦσε.

Ἄν δέν ἐπέλθει ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, μετά τήν κάθαρσή του ἀπό ἐπιδιώξεις καί ἐπιθυμίες πονηρές καί ὑστερόβουλες, ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά πάρει ἀποφάσεις καταλυτικά οὐσιαστικές γιά τόν ἑαυτό του καί τήν κοινωνία. Γι’ αὐτό καί ὁ προσευχόμενος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλέον δυναμικά σκεπτόμενος, καθώς διεκδικεῖ τόν φωτισμό τοῦ ἡγεμόνα νοῦ ἀπό τή θεία χάρη, ὥστε νά καθοδηγεῖται ἀπλανῶς καί νά ἐνεργεῖ καί νά εὐεργετεῖ μέ κριτήριο τήν ἀλήθεια.

11.

Ἡ ἐλπίδα τοῦ χριστιανοῦ (Ρωμ. ε΄1-10)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

 

«Ἀδελφοί, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε ἐπειδὴ πιστέψαμε, οἱ σχέσεις μας μ’ αὐτὸν ἀποκαταστάθηκαν μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς μᾶς ὁδήγησε μὲ τὴν πίστη στὸ χῶρο αὐτῆς τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία εἴμαστε στερεωμένοι, καὶ καυχόμαστε γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς μας στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Μὰ δὲν σταματᾶ ἐκεῖ ἡ καύχησή μας· καυχόμαστε ἀκόμα καὶ στὶς δοκιμασίες, γιατί ξέρουμε καλὰ πὼς οἱ δοκιμασίες ὁδηγοῦν στὴν ὑπομονή, ἡ ὑπομονὴ στὸ δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ὁ δοκιμασμένος χαρακτήρας στὴν ἐλπίδα. Κι ἡ ἐλπίδα τελικὰ δὲν ἀπογοητεύει. Μαρτυρεῖ γι’ αὐτὸ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὁποία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μᾶς δόθηκε, γέμισε καὶ ξεχείλισε τὶς καρδιές μας. Γιατί ὁ Χριστός, παρ’ ὅλο ποὺ ἤμασταν ἀκόμη ἀνίκανοι νὰ κάνουμε τὸ καλό, πέθανε γιά μᾶς, τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, στὸν προκαθορισμένο καιρό. Δύσκολα θὰ ‘δινε κανεὶς τὴ ζωὴ του ἀκόμα καὶ γιὰ ἕναν δίκαιο ἄνθρωπο. Ἴσως ἀποφάσιζε κανεὶς νὰ πεθάνει γιὰ κάποιον καλὸ ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς ὅμως ξεπερνώντας αὐτὰ τὰ ὅρια ἔδειξε τὴν ἀγάπη του γιά μᾶς, γιατί ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε ἀκόμα στὴν ἁμαρτία, ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ ζωή του γιά μᾶς. Τώρα, λοιπόν, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν καταδίκη, μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, πολὺ περισσότερο ὁ ἴδιος θὰ μᾶς σώσει κι ἀπὸ τὴ μέλλουσα ὀργή. Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροὶ μὲ τὸν Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Υἱοῦ του· πολὺ περισσότερο τώρα ποὺ συμφιλιωθήκαμε, ἡ ζωή του θὰ μᾶς χαρίσει τὴ σωτηρία» (Ρωμ.5,1-10).

Σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, κι ὄχι μόνο στὴ δική μας, ὁ ἄνθρωπος πίστεψε στὴ μεγάλη ἀξία τῶν ἔργων καὶ ἐπιτευγμάτων του. Πίστεψε πὼς μπορεῖ νὰ κατορθώσει τὰ πάντα. Ἀκόμη καὶ ἡ περιοχὴ τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς δὲν ἀπετέλεσε ἐξαίρεση. Ὁ Ἀπ. Παῦλος στὴν περικοπή τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς, ποὺ παραθέσαμε παραπάνω καὶ ποὺ διαβάζεται τὴν Κυριακὴ (Γ΄ Ματθαίου) στὴ Θεία Λειτουργία, ἀντιμετωπίζει εἴτε Ἰουδαίους ποὺ νομίζουν ὅτι σώζονται τηρώντας τὸν Νόμο τοῦ Μωυσῆ καὶ καυχῶνται γι’αὐτό, εἴτε Ἕλληνες-Ἐθνικοὺς ποὺ βλέπουν τὶς ἀρετές τους σὰν τὸ μεγαλύτερο κατόρθωμά τους. Σὲ ὅλους αὐτοὺς τονίζει τὴν ἀκόλουθη ἀλήθεια: Ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου ὅσο σπουδαῖα καὶ ἀξιοζήλευτα κι ἂν εἶναι αὐτά, ἀλλ’εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ ποὺ προσφέρεται, ὄχι ὡς ὀφειλὴ γιὰ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ὡς Χάρη, ποὺ γίνεται πραγματικότητα μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὴν Χάρη αὐτὴ τὴν ἀποδέχεται ὁ ἄνθρωπος μὲ πίστη καὶ εὐγνωμοσύνη.

Τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου δημιουργοῦν μέσα του μία αὐτοπεποίθηση, μία καύχηση ποὺ ὁ Ἀπ. Παῦλος τὴν χαρακτηρίζει ὡς «σαρκική», ὄχι μὲ τὴ διαρχικὴ ἔννοια τῆς ἀνθρωπολογικῆς διακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου σὲ ψυχὴ καὶ σῶμα ἢ σάρκα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὑποταγῆς του στὴ δύναμη τῆς ἐγωκεντρικῆς αὐτοπεποιθήσεως ποὺ δὲν ἀφήνει περιθώρια σὲ θεϊκὴ δύναμη ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁ ἄξονας γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφονται τὰ πάντα, ἀφήνοντας πολὺ λίγο χῶρο, ἢ πολλὲς φορὲς καὶ καθόλου γιὰ τὸν Θεό, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξη δικαιολογεῖται μόνο γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει τὴ σπουδαιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ φαρισαϊκὸ αὐτὸ πνεῦμα κατακεραύνωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (ἰδίως στὴν παραβολὴ τοῦ τελώνη καὶ φαρισαίου) καὶ στὴ συνέχεια ὁ Ἀπ. Παῦλος μὲ τὶς ἐπιστολές του.

Ἡ «δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ» – μία ἔκφραση ποὺ συνηθίζει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν καὶ ποὺ δηλώνει τὴ σώζουσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὴν ἐνσαρκωμένη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ – ἀποδεικνύει ἀνώφελη κάθε ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου νὰ σωθεῖ μόνος του χωρὶς τὸν Χριστό, χωρὶς τὴ Χάρη τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς τὴν ἀναπλαστικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι ἂς μὴ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι αὐτὸ μειώνει τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπεναντίας τὴν ἐπαυξάνει, γιατί τὸν κάνει κύριο ἀποδέκτη καὶ περιεχόμενο τῆς λυτρωτικῆς θείας οἰκονομίας. Ἐπειδὴ δὲ ἀκριβῶς ἡ σωτηρία προέρχεται ὄχι ἀπὸ τὸν ἀσθενικὸ ἀνθρώπινο κόσμο ἀλλὰ ἀπὸ τὸν δυνατὸ Θεὸ φέρει τὴν ἐγγύηση τῆς βεβαιότητας καὶ αὐθεντικότητας. Κι ἡ ἐλπίδα γιὰ ἕνα καλύτερο ἐνδοκοσμικὸ ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὸ μέλλον δὲν εἶναι κενὴ περιεχομένου προσπάθεια νὰ ἀγκιστρωθεῖ ὁ ἀπεγνωσμένος ἄνθρωπος ἀπὸ κάπου, ἀλλ’ ἔχει βέβαιο ἀντίκρισμα. Εἶναι τελικὰ «ἐλπίδα ποὺ δὲν ἀπογοητεύει», κατὰ τὴν ὁρολογία τοῦ Παύλου, γιατί προέρχεται ἀπὸ «τὸν Θεὸ τῆς ἐλπίδας» (Ρωμ. 15,13). Νὰ γιατί ὁ Ἀπόστολος στὴν ἴδια ἐπιστολή, τὴν πρὸς Ρωμαίους, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶναι παρμένη ἡ σημερινὴ περικοπή, συνιστᾶ στοὺς ἀναγνῶστες του χαρὰ γι’ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα καὶ συγχρόνως ὑπομονὴ γιὰ τὶς προσωρινὲς θλίψεις: «Ἡ ἐλπίδα νὰ σᾶς δίνει χαρά. Νὰ ἔχετε ὑπομονὴ στὶς δοκιμασίες. Νὰ ἐπιμένετε στὴν προσευχὴ» (Ρωμ.12,12).

Τέλος, ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι ἕνα περιφερειακὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἀλλὰ τὸ κέντρο της. Ἀφαιρώντας κανεὶς τὴν ἐλπίδα ἀπὸ τὸν Χριστιανισμὸ τὸν ἀποδυναμώνει στὸ σύνολό του. Γιατί ἡ ἐλπίδα δὲν ἀποτελεῖ τὸ τελευταῖο ἀποκοῦμπι τοῦ χριστιανοῦ ἀφοῦ ἐξαντληθοῦν ὅλα τὰ ἄλλα, ἀλλὰ ἡ πρώτη καὶ οὐσιαστικὴ δύναμή του.