«Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένων πό τά «Πνευματικά Γυμνάσματα» το σίου Νικοδήμου το γιορείτου»

Πς λοιπόν μπορε νά γιατρευτε φοβερή ρρώστια τς περηφάνειας; Ατή μπκε μέσα στήν καρδιά μας καί μς κανε πνευματικά φτωχούς καί δυστυχισμένους. Μς φούσκωσε σάν τ᾿ σκιά καί μς πογύμνωσε πό κάθε ρετή. τσι φαρμόζεται σέ μς τό ρητό το σοφο Σειράχ:


«Τρία ε
δη μίσησεν ψυχή μου καί προσώχθισα σφόδρα τ ζωατν· πτωχόν περήφανον, καί πλούσιον ψεύστην, γέρονταμοιχόν λαττούμενον συνέσει»1.

Καί πειδή μεγαλύτερη περηφάνεια εναι τό νά πιστέψουμε τι μπορομε νά γιατρέψουμε τήν ψυχική ατή σθένεια μέ τίς δικές μας δυνάμεις, γι᾿ ατό μόνη θεραπεία εναι νά προστρέξουμε στό Θεό καί νά Τόν παρακαλέσουμε μαζί μέ τόν Προφήτη Δαβίδ, λέγοντας:
«Μή
λθέτω μοι πούς περηφανίας»2. Δηλαδή: Μήν παραχωρήσεις, Κύριε, νά βάλει τόπόδι της καταραμένη περηφάνεια στήν ψυχή μου.

Πρτα πρέπει νά θεραπευτον νος καί θέληση τν περηφάνων.
νος θεραπεύεται μέ τό νά γνωρίζει νθρωπος πώς εναι να τίποτα μπροστά στό Θεό καί στούς γίους, καί πώς δόξα το κόσμου εναι νας καρπός πού δέν τόν τρέφει λλά τόν φαρμακώνει. Θεός, φο κανε λο τόν κόσμο, μέ πειρη γαθότητα τόν πρόσφερε στούς νθρώπους γιά νά τόν πολαμβάνουν καί νά δοξάζουν κενον. Γιά τόν αυτό Του κράτησε μόνο τή δόξα, πού «φύσει» Το νήκει. Θυμηθετε τί λεγαν ο γγελοι:
«Δόξα
ν ψίστοις Θε καί πί γς ερήνη, ν νθρώποις εδοκία»3.
Μέ τό νά θέλουν ο
περήφανοι νά κλέψουν ατή τή δόξα, φανερώνουν θρασύτητα καί ναίδεια μπροστά στή μεγαλειότητα το Θεο.

Οαί κι λλοίμονο σ᾿ κενον πού πηγαίνει γυρεύοντας νά τόν τιμάει κόσμος. Γιατί δέν πάρχει τίποτα ματαιότερο πό τήν τιμή. Καί νά γιά ποιούς λόγους:
Πρ
τα-πρτα τίμή ατή καθεαυτή εναι μάταιη, γιατί δέν μπορε οτε νά μς προσθέσειοτε νά μς φαιρέσει τίποτα. «άν γώ δοξάζω μαυτόν, δόξα μου οδέν στιν», λεγε ὁἸησος στούς ουδαίους4, πού σημαίνει, πώς ν γώ ποδίδω, γιά τίς κανότητές μου, δόξαστόν αυτό μου, ντί νά τήν ποδίδω λη στό Θεό, δόξα μου εναι μηδέν. Κρίνε τώρασύ πόσο περισσότερο μηδέν εναι παινος καί τιμή πού ζητμε πό τόν κόσμο.
Ε
ναι μάταιη πιπλέον δόξα καί πό τήν πλευρά κείνων, πού τή δίνουν. Γιατί ατοί, μέ τό νά μή γνωρίζουν τί ταλαίπωρος καί μαρτωλός εσαι σωτερικά, καί πολογίζοντας μόνο στήν ξωτερική σου μφάνιση, ποιά λλη δόξα μπορον νά σο δώσουν, παρά κείνη πού θά ᾿ διναν σ᾿ να στολισμένο τάφο, π᾿ ξω λαμπρό κι πό μέσα γεμάτο βρώμα καί σαπίλα; Θυμήσου τό λόγο το Κυρίου:

«Οαί μν, γραμματες καί Φαρισαοι ποκριταί, τι παρομοιάζετε τάφοιςκεκονιαμένοις, οτινες ξωθεν μέν φαίνονται ραοι, σωθεν δέ γέμουσιν στέων νεκρν καί πάσης καθαρσίας»5.


Ε
ναι μάταιη δόξα το κόσμου, γιατί, συγκρίνοντάς την κανείς μέ τήν περκόσμια καί σύλληπτη δόξα τ᾿ ορανο, ποδεικνύεται σήμαντη.
Ε
ναι μάταιη δόξα το κόσμου, γιατί διαρκε τόσο λίγο. λη μας ζωή, ν συγκριθε μέ τήν αωνιότητα, εναι σά μιά στιγμή, σά μιά «ριπή φθαλμο».


Ε
ναι μάταιη δόξα το κόσμου,πειδή καί ο ατίες της εναι βάσιμες. Σέ θαυμάζουν λ.χ. καί σέ τιμον ο νθρωποι γιά τά καλά σου φορέματα. τιμή μως δέν νήκει σέ σένα, λλα στούς… μεταξοσκώληκες πού τά κλωσαν! σο μορφα κι ν ντύνεσαι ξωτερικά, δέν θά κατορθώσεις νά στολιστες καλύτερα πό να παγώνι, μέ τά χρυσοστόλιστα καί πολύχρωμα φτερά του, οτε πό τά λουλούδια το γρο, μέ τήν πολυποικιλία τους:
«Ο
δέ Σολομών ν πάσ τ δόξ ατο περιεβάλετο ς ν τούτω»6.

Ο νθρωποι σέ τιμον γιά τήν εγενική σου καταγωγή. Ατή μως τιμή δέν νήκει σέ σένα λλά στούς προγόνους σου.
Ο
νθρωποι σέ τιμον γιά τά πλούτη σου. λλά Θεός ξέρει μέ πόσες δικίες τ᾿ πόκτησες, καί πόσο σο δυσκολεύουν τό δρόμο γιά τή σωτηρία. Γιατί επε Κύριος:
«Δυσκόλως πλούσιος ε
σελεύσεται ες τήν βασιλείαν τν ορανν»7.
Ο
νθρωποι σέ θαυμάζουν γιά τή σωματική μορφιά σου. λλά ξωτερική ατή μορφιά – τό ξέρεις καλά – δέν εναι παρά πικάλλυμμα τς σωτερικς πνευματικς σου σαπίλας. πως συμβαίνει μ᾿ να σωρό δύσοσμης κοπρις, καλυμμένο μέ ραο κατάλευκο χιόνι. μορφιά ατή, ξάλλου, κρατάει τόσο λίγο, πως καί τό χιόνι, καί στό τέλος «ν τ ποθανεν νθρωπον κληρονομήσει ρπετά καί θηρία καί σκώληκας»8. νοιξε ναν τάφο καί θά βεβαιωθες γιά τήν ψευτιά το θαυμασμο καί τς τιμς το κόσμου, πού, μολονότι εναι να τίποτα, μως φαίνεται σάν κάτι σπουδαο στά μάτια τν νόητων νθρώπων.

Σκέφτηκες, δελφέ μου, τί εναι νθρώπινη δόξα; Σκέψου τώρα τί εναι καί νθρωπος πού τή ζητάει. ν ρωτήσεις τόν Προφήτη, θά σο ποκριθε, τι κάθε νθρωπος – χι μόνο σημος, λλά καί νδοξότερος καί σχυρότερος πό τούς ξουσιαστές τς οκουμένης – εναι να τίποτα ντυμένο μέ φθαρτό σμα. να τίποτα, πού τό διαφεντεύουν σθένεια, δυναμία, μάθεια καί θνητότητα:

«Τά σύμπαντα ματαιότης, πς νθρωπος ζν»9.
πομένως κι σύ, δελφέ, εσαι να τίποτα μπροστά στό Θεό. ν μάλιστα χεις καί περηφάνεια, τότε εσαι χειρότερος κι πό τό τίποτα, γίνεσαι μοιος μέ τό διάβολο, γιατί γίνεσαι κλέφτης τς τιμς πού νήκει στό Θεό, πως λέει ερός Αγουστίνος:
«Σόν
στι τό γαθόν, Κύριε, σοί δόξα· γάρ αυτ καί μή σοί δόξαν ζητν στώς πί τ σ γαθ, οτος κλέπτης στί καί λστής καί τ διαβόλ μοιος, τ φελέσθαι βουληθέντι τήν δόξαν σου»10.

στερα π᾿ ατά, δέν νομίζεις τι πρέπει νά ταπεινώνεσαι; Καί βαστάει καρδιά σου νά συγκρίνεσαι, σύ λάσπη καί τό μηδέν, μέ τόν παντοδύναμο Θεό; Καί νά προσπαθες ν᾿ ρπάξεις τή δόξα κείνου, λέγοντας τά λόγια τά δικά Του, «τήν δόξαν μου τέρ ο δώσω»11; Πόσο φτωχός εσαι, περήφανε νθρωπε! Προσπάθησε νά βρες να καλό, πού νά τ᾿ πόκτησες μόνος σου. λα τά φείλεις στό θεο λεος. Κάθε καλό πού χεις, τό πρες πό τό Θεό. «Τί χεις οκ λαβες; Ε δέ καί λαβες, τί καυχσαι ς μή λαβών;»12.

φο, μέ σα επαμε, πιδιώξαμε τή θεραπεία το νο το περήφανου, ς δομε τώρα πς θά γιατρέψει καί τή θέλησή του, διώχνοντας κι π᾿ ατή κάθε περηφάνεια.

ς σκεφτομε, τι μεγαλύτερη ζημιά πού προξενε ατό τό πάθος εναι αώνια κόλαση. Πρέπει μιά γιά πάντα νά καταλάβουμε, τι χωρίς τήν ταπείνωση δέν εναι δυνατό νά σωθομε. «άν μή ταπεινωθτε ς τά παιδία, ο μή εσέλθητε ες τήν βασιλείαν τν ορανν»13.
ταπείνωση εναι τόσο ναγκαία σο καί τό βάπτισμα. διος Κύριος τονίζει τήν ναγκαιότητα τς ταπεινώσεως, πού φανερώνεται μέ τή μετάνοια, πως καί το βαπτίσσματος:
«
άν μή τις γεννηθ ξ δατος καί Πνεύματος, ο δύναται εσελθεν ες τήν βασιλείαν το Θεο»14. λλά καί «άν μή μετανοτε, πάντες σαύτως πολεσθε»15.

Προφήτης σαΐας, πάλι, μς βεβαιώνει, τι στόν δη «καταβήσονται ο νδοξοι καί ο μεγάλοι καί ο πλούσιοι… καί ταπεινωθήσεται νθρωπος, καί τιμασθήσεται νήρ, καί ο φθαλμοί ο μετέωροι ταπεινωθήσονται»16.
Νά ε
σαι βέβαιος, δελφέ, τι περηφάνεια εναι σημαία καί τό μβλημα το ωσφόρου.«Ατός στι βασιλεύς πί πάντας τούς υούς τς περηφανίας».

ξέτασε λοιπόν προσεκτικά τόν αυτό σου. ν πάρχει στω καί χνος περηφάνειας στήν καρδιά σου – καί σφαλς πάρχει –, νά φροντίσεις γιά τήν ξάλειψή του.
Νά μήν κατακρίνεις κανέναν
νθρωπο, χοντας καλύτερη γνώμη γιά τόν αυτό σου, γιατί ποιός ξέρει ν ατός, πού τώρα εναι κακός, μετανοήσει ργότερα σάν τόν ληστή. Καί ποιός ξέρει ν σύ, πού τώρα εσαι καλός, καταντήσεις κακός, πως γινε μέ τόν ούδα. Ατή καθεαυτή κατάκριση εναι πόδειξη περηφάνειας. Γι᾿ ατό πόστολος Παλος λέει:
«Σύ τίς ε
κρίνων λλότριον οκέτην;»17.
Μήν περιφρονε
ς τούς φτωχούς καί τούς σημους, γιατί ατοί εναι ο τοποτηρητές το Χριστο πάνω στή γ. διος βεβαίωσε:
«
φ᾿ σον ποιήσατε νί τούτων τν δελφν μου τν λαχίστων, μοί ποιήσατε»18.

Μήν καυχιέσαι γιά τίς κανότητές σου, γιατί καί τό λίγο πού χεις δέν εναι δικό σου. Πολλές φορές μάλιστα εναι νακατωμένο μέ τό κακό. Μοιάζεις τσι μ᾿ ναν ράπη, πού νομίζει τι εναι να θαμα λευκότητος, πειδή χει μόνο λευκά τά δόντια του!
Μήν
παινες τόν αυτό σου καί μή ζητς «πρωτοκαθεδρίες».
Μή θέλεις νά φαίνεσαι καλύτερος
πό τούς λλους, γιατί «τό ν νθρώποις ψηλόν, βδέλυγμα νώπιον το Θεο στι»19. ποιοδήποτε λλο μάρτημά σου τό σηκώνει Θεός πομονετικά, κτός πό τήν περηφάνεια:
«
Θεός περηφάνοις ντιτάσσεται»20.

Πς μως θά βάλεις ρχή στήν ταπείνωση; Πς θά μερώσεις τό περήφανο φρόνημά σου;
Κάνε ,τι κι ατοί πού θέλουν νά μερώσουν ναν γριο ταρο: Τόν δένουν σ᾿ να δέντρο, τόν φήνουν κε λίγο καιρό δεμένο, καί μερώνεται.
τσι κι σύ, νά δέσεις στό ζωοποιό δέντρο, δηλαδή στό σταυρό το Χριστο, τήν περήφανη καρδιά σου. Στοχάσου τούς νειδισμούς, τίς καταφρονήσεις καί τίς τιμίες πού πέμεινε Χριστός γιά χάρη σου, ντας θος, κι τσι δέν θά δυσκολευτες νά ταπεινωθες.

Τέλος καί τ Τρισηλί Θεότητι κράτος, ανος καί δόξα ες τούς αἰῶνας τν αώνων.μήν.

πό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ»
κδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου ρωπός ττικς

125 : 2.  2Ψαλμ. 35 : 12.  3Β΄: 14.
4ω. η΄ : 54. 5Ματθ. Κγ΄: 27. 6Ματθ. Στ΄ : 29.
7Ματθ. Ιθ΄ : 23. 8Σοφ. Σειρ. 10 : 11. 9Ψαλμ. 38 : 6.
10Εχή κγ΄ ιε΄. 11σ. 42 : 8. 12Α΄ Κορ. δ΄ : 7.
13Πρβλ. Ματθ. Ιη΄ : 3. 14ω. γ΄ : 5. 15Λουκ. Ιγ΄ : 3.
16σ. 5 : 14-15. 17Ρωμ. Ιδ΄ : 4. 18Ματθ. Κε΄ : 40.
19Λουκ. Ιστ΄ : 15. 20ακ. Δ΄ :