(πομαγνητοφωνημένη μιλία)

 
Μέ τή χάρη το Θεο, θά μιλήσουμε γιά τά πάθη καί τόν τρόπο ντιμετώπισής τους.
πάρχει μία στορία, μ’ ναν γιο γέροντα, πού ταν στήν Αγυπτο καί δέχθηκε πισκέψεις πό κάποιους λλους μοναχούς, ο ποοι ρθαν πό τήν περιοχή τν εροσολύμων. Στήν ρχή, ατοί ο πισκέπτες εδαν τά καλογέρια το γέροντα, δηλ. τούς ποτακτικούς του καί καναν μία μικρή συζήτηση μαζί τους. ρχισαν λοιπόν νά τά ρωτνε τά καλογέρια: « γέροντάς σας εναι χαρισματοχος; Ξέρει νά μς πε γιά τούς γγέλους, γιά τίς πνευματικές καταστάσεις, γιά τά οράνια πράγματα καί φαινόμενα καί πς μπορομε νά τά ζήσουμε λα ατά;»


Τά καλογέρια το
γέροντα τό κουσαν ατό καί πγαν καί τό επαν στό γέροντά τους: «Γέροντα ρθαν κάποιοι μοναχοί καί μς επαν ατά τά πράγματα, ν ξέρεις νά τούς πες γιά τά οράνια». κενος ταν νθρωπος πολύ ταπεινός καί πρακτικός, δηλ., τόν νδιέφερε πράξη καί χι θεωρία, οσία θά λέγαμε, χι πλς νά κάνουμε συλλογισμούς καί ραες σκέψεις νά μιλμε γιά πράγματα πού εναι πολύ ψηλά καί πολύ ψηλότερα πό τήν κατάστασή μας καί τούς λέει: «Παιδιά μου πέστε τους τι γέροντας δέν ξέρει π’ ατά τά πράγματα, οτε γιά γγέλους ξέρει νά τούς πε, οτε γιά οράνια πράγματα, οτε γιά καταστάσεις τέτοιες, γιά τή θέωση καί λα ατά. ν θέλουνε νά τούς πομε κάτι χαμηλό, κάτι γιά τίς ρρώστιες πού χουμε, τίς ψυχικές, γιά τά πάθη… ε, γιά ατά… κάτι ξέρει γέροντας. μα τούς νδιαφέρουν ατά καί πς μπορομε νά τά πολεμήσουμε… ε, τέτοια ξέρει νά τούς πε. μα τούς νδιαφέρει ατό, ς ρθουνε».

Πγαν, λοιπόν, τά καλογέρια καί επανε στούς πισκέπτες: «Ατό κι ατό. τσι μς επε γέροντας». Τότε ατοί, πειδή ταν νθρωποι συνετοί καί καλοί, κατάλαβαν τό λάθος τους καί λένε:

 «Πέστε στό γέροντα νά μς συγχωρήσει καί θέλουμε νά μς πε γι’ ατά. Πς θά πετύχουμε δηλαδή, νά θεραπευτομε, νά γίνει καλά ψυχή μας, νά καθαριστε πό τά πάθη». Καί πράγματι, γέροντας μετά, τούς πρε, τούς δέχτηκε καί τούς μίλησε καί φελήθηκαν πάρα πολύ.


τσι, λοιπόν, κι μες δ πού μαζευτήκαμε, μαζευτήκαμε γιά νά πομε, πς θά γίνουμε καλά πό τίς ψυχικές μας ρρώστιες, πού τίς λέμε πάθη. Στήν κκλησία, ταν λέμε πάθος, ννοομε τήν ρρώστια τς ψυχς, ποία μως εναι καί στό σμα, δήλ. νθρωπος εναι να λο. Δέν μπορες νά πες τι μόνο ψυχή εναι ρρωστη, εναι καί τό σμα ρρωστο. Γι’ ατό, βλέπετε, σήμερα, στήν ποχή μας, πού χουμε γχος. κόσμος χει γχος. Ατό δέν εναι μόνο στήν ψυχή, βγαίνει καί στό σμα, παθαίνει καί τό σμα καί λένε ο γιατροί γιά ψυχοσωματικά νοσήματα, πως εναι τό λκος. Παθαίνεις λκος στό στομάχι˙ γιατί παθαίνεις λκος; Γιατί χεις γχος. Κυρίως πό κε βγαίνει, μπορε νά ’ναι καί λλοι λόγοι βέβαια, λλά κυρίως εναι πό κε. Δηλ. εναι κάτι πού ξεκινάει μέν πό τήν ψυχή, λλά μετά ρρωσταίνει καί τό σμα. πομένως, τό σωστό εναι νά λέμε, τι εναι ρρώστιες καί τς ψυχς, λλά καί το σώματος. Γιατί νθρωπος εναι, ξαναλέω
 να διαίρετο λο, δέν εναι δύο κουτάκια ξεχωριστά, σμα-ψυχή, λλά εναι να σύνολο καί λένε ο γιοι τι « ψυχή γκαλιάζει λο τό σμα, πως φωτιά γκαλιάζει τό πυρωμένο σίδερο». χετε δε να σίδερο πού τό βάζουμε στή φωτιά καί κοκκινίζει. τσι, λέει, εναι καί ψυχή, πού γκαλιάζει τό σμα καί συνέχει καί ζωοποιε λο τό σμα καί ταν χωριστε πό τό σμα –ατό εναι θάνατος– τότε καί τό σμα νεκρώνεται, ξεπαγιάζει.


Θά πο
με, λοιπόν, λίγα λόγια εσαγωγικά γι’ ατές τίς ρρώστιες τς ψυχς καί το σώματος, πού τίς λέμε πάθη καί σιγά-σιγά θά προχωρήσουμε, ν θέλει Θεός, νά πομε καί πς θεραπεύονται. Τί προξενον στήν ψυχή μας, τί πιπτώσεις χουν, πό πο ξεκιννε καί ποιά εναι ατία, γιατί νά εμαστε ρρωστοι δηλαδή. τι εμαστε ρρωστοι γώ σς τό επα σά δεδομένο, σες μπορετε νά μο πετε τι δέν εμαστε ρρωστοι, λλά ν εμαστε ελικρινες μέ τόν αυτό μας, θά δομε τι λοι εμαστε ρρωστοι, λίγο πολύ. Εμαστε ποταγμένοι σ’ ατά τά πράγματα πού δέ μς ρέσουν, πού τά λέμε πάθη, πως εναι θυμός, πως εναι μνησικακία, πως εναι περηφάνεια. λα ατά εναι τά πάθη πού κυριαρχονε μέσα μας σέ μικρό μεγάλο βαθμό.


Ε
παμε, προηγουμένως, τι σήμερα κυριαρχε τό γχος. Γι’ ατό ο νθρωποι ψάχνουνε γιά ερήνη καί ο ψυχίατροι καί ο ψυχολόγοι κάνουνε χρυσές δουλειές. Ο νθρωποι χουνε φύγει πό τό Θεό, χουνε ατονομηθε, προσπαθονε μόνοι τους, μέ τίς δυνάμεις τους καί λένε: «Πο θά βρ τή λύση; Θά πάω», σού λέει «στόν εδικό. Ποιός εναι εδικός γιά τήν ψυχή; Εναι ψυχίατρος, εναι ψυχολόγος». Καί πνε κε γιά νά θεραπευτονε, λλά δυστυχς δέ θεραπεύονται καί πόδειξη εναι τι τά ψυχιατρεα λο καί περισσότερα εναι ντί λιγότερα καί τά ψυχοφάρμακα πίσης. Καί ο ψυχικές ρρώστιες λο καί αξάνονται. ν ντως θεραπευόταν νθρωπος θά πρεπε νά μειώνονται. πως μειώθηκε φυματίωση μόλις βγκαν τά ντιβιοτικά˙ βρέθηκε τό φάρμακο καί σταμάτησε. λλά κατάθλιψη αξάνεται συνέχεια. Τώρα ο στατιστικές λένε, τι περίπου να δισεκατομμύριο νθρωποι, στόν κόσμο, χουνε κατάθλιψη καί λο καί αξάνεται. Ατά τά νοσήματα λο καί καλπάζουνε στό σύγχρονο κόσμο. Εναι νάγκη, λοιπόν, νά βρομε τή θεραπεία κάπου λλο, χι στήν ψυχολογία καί στήν ψυχιατρική καί θεραπεία ντως πάρχει, μέσα στήν κκλησία.


κκλησία εναι να νοσοκομεο, να θεραπευτήριο, πού θεραπεύει τόν νθρωπο π’ λα τά πάθη καί πό τά ψυχικά καί πό τά σωματικά.
λόγος θά εναι «περί πατέρων», δήλ. τί λένε ο πατέρες, πς ο πατέρες μς δίδαξαν. Ο πατέρες, βέβαια, δέ μιλοσαν πό τό μυαλό τους, πό τό νο τους, πως μιλνε ο σύγχρονοι πιστήμονες, λλά μιλούσανε μέ τό φωτισμό το γίου Πνεύματος, δηλαδή μς παρέδωσαν ατά πού τούς επε Θεός καί τό γιο Πνεμα. ταν νθρωποι Θεοφόροι, εχαν μέσα τούς τό Θεό, φεραν τό Θεό καί Θεός τούς μιλοσε καί ρμήνευαν τήν γία Γραφή μέ ατό τό πνεμα πού εχαν, τό γιο Πνεμα, γι’ ατό καί τήν ρμήνευαν λάνθαστα.
Ο προτεστάντες παίρνουν νά ξηγήσουν τήν γία Γραφή καί καθένας λέει διαφορετικά πράγματα, γιατί δέν πάρχει τό γιο Πνεμα νά τούς φωτίζει. Καί ατοί σχυρίζονται: «μς φώτισε τό γιο Πνεμα καί τό επαμε». ν ταν τό γιο Πνεμα, θά λέγανε λοι τό διο πράγμα, γιατί τό γιο Πνεμα να εναι, δέν εναι πολλά. Ο προτεστάντες, μως, χουν πεντακόσιες κκλησίες.
Καί μες ,τώρα, γιά νά καταλάβουμε τήν γία Γραφή, πρέπει νά πμε σ’ ατούς, πού τήν ρμήνευσαν αθεντικά καί ατοί εναι ο γιοι πατέρες. Ο γιοι ταν σάν τούς γιατρούς στά νοσοκομεα. ταν καί εναι ο ρχίατροι. Ατοί πού μς δίνουνε τά φάρμακα, γιατί γιά νά θεραπευτες, πρέπει νά πάρχει τό νοσοκομεο, τό περιβάλλον δηλαδή πού θά θεραπευτες, πρέπει νά πάρχει γιατρός καί πρέπει νά πάρχουν καί τά φάρμακα.
λα ατά πάρχουνε καί εναι κκλησία, εναι ο γιοι πατέρες καί εναι καί τά φάρμακα, πού θά τά πομε στή συνέχεια. Γιατί τό κάθε νόσημα χει καί τά δικά του φάρμακα. Τό κάθε πάθος δηλαδή χει καί διαίτερη ντιμετώπιση, δέν γίνεται λα τά πάθη νά θεραπευτονε μέ τό διο φάρμακο.


διδασκαλία τν πατέρων γιά τά πάθη καί τή θεραπεία τούς εναι καρπός μίας βαθις πνευματικς μπειρίας καί ποκτήθηκε πειτα πό σκληρούς γνες καί δοκιμασίες πολλν τν. Ο γιοι μιλνε μέ τό φωτισμό το γίου Πνεύματος φ’ νός καί φ’ τέρου μέ βάση τή ζωή τους, τήν μπειρία τους, γιατί ατά πού μς λένε, τά ζησαν, τά πέρασαν καί θεραπεύτηκαν καί τήν νιωσαν ατή τή θεραπεία, τήν ζησαν καί τή βίωναν συνέχεια. Καί μς δείχνανε μετά καί μς δείχνουνε καί σήμερα τό δρόμο πς καί σύ θά περάσεις π’ ατό τό πάθος καί θά βγες στό φς, στήν γεία. Γιατί γεία τς ψυχς εναι ατό πού λέμε πάθεια, δηλαδή νά μήν χεις πάθη. Ατή εναι γεία τς ψυχς. χι πάθεια, μέ τήν κοσμική ννοια, πού λέμε: «Ά, ατός εναι παθής», δήλ. «εναι ναίσθητος», λλά μέ τήν ννοια τι δέν χεις πάθη, ατές τίς ρρώστιες τς ψυχς καί το σώματος.


ββάς σαάκ Σύρος, πού ταν νας π’ ατούς τούς πατέρες τούς θεραπευμένους, πού εχαν θεραπεύσει πρτα τόν αυτό τους καί μετά μς γραψαν πς θεραπεύτηκαν, γιά νά θεραπευτομε κι μες, λέει: «ξιωθς μεγάλων ντιλήψεων κκομισάμενοι ατο πείρα κ τν μακρν χρόνων». Μέ ξίωσε Θεός, λέει, μεγάλης βοηθείας. Δέ λέει, «μόνος μου τό κατάφερα», ν σύγχρονος, πλανεμένος νθρωπος, σού λέει: «μόνος σου, δύναμη τς θετικς σκέψης, νά κάνεις θετικές σκέψεις, μόνος σου θά τά βρες λα, τά χεις λα μέσα σου, τό σωτερικό φς κλπ», τά ξέρετε ατά, τόσες πλάνες κυκλοφορον.
Εναι ατονόμηση πό τό Θεό, πεποίθηση τι νθρωπος μπορε μόνος του ν’ γιάσει, μόνος του νά πάει κε πού πρέπει νά πάει. Εναι ατό πού επε καί τό φίδι στήν Εα: «Τί νά παιδεύεσαι τώρα, νά κάνεις πακοή στό Θεό… δέ χρειάζεται. Νά, θά φς ατό τό φροτο καί θά γίνεις Θεός. Μήν κος τό Θεό». Συκοφάντησε καί τό Θεό δηλαδή. 

Τς λεγε: « Θεός πό πονηρία σς επε νά μή φτε π’ ατό. μα φτε θά γίνετε Θεοί». Βλέπετε; Καί ατή τά δέχτηκε λα ατά. ν ο πατέρες λένε, τι « Θεός μς βοήθησε» καί πέκτησαν πείρα πό τούς μακρούς χρόνους πού καναν στήν σκηση, στήν προσπάθεια τήν πνευματική.
«Καί τούτων πάντων ν πείρα γέγονα». Καί λα ατά, λέει, πού σς λέω, πού σς περιγράφω δ, τά χω ζήσει, χω γίνει «ν πείρα», «γέγονα ν πείρα», χω μπειρία δηλαδή ατν πού σς λέω, δέν εναι κάτι θεωρητικό, πού τό βγαλα, σάν να σύστημα φιλοσοφικό, πό τό μυαλό μου. Ο πατέρες δέν γράφουν να γχειρίδιο θικς νά μς δώσουν κάποιες συμβουλές «κνε ατό, κνε κενο, κνε τ’ λλο», λλά δείχνουνε τό δρόμο, γιά νά δηγηθε νθρωπος, μέ τήν κάθαρση, πό τά πάθη στήν πάθεια –ατό πού επαμε τι εναι γεία τς ψυχής– καί στή θέωση.


αχμαλωσία το σύγχρονου νθρώπου στά ασθητά πράγματα καί ποδούλωσή του στά πάθη, κλείνουν τό δρόμο γιά τήν κοινωνία μέ τό Θεό. σύγχρονος νθρωπος χει γίνει δολος στήν λη, στά ασθητά πράγματα. Στό χρμα, στά ατοκίνητα, στά σπίτια. λεγε νας σύγχρονος πατέρας, πατήρ ουστίνος Πόποβιτς, τι σύγχρονος Ερωπαος νθρωπος χει γιά Θεό τήν λη, λατρεύει τά εδωλα, εναι εδωλολάτρης δηλαδή. Παρόλο, πού λένε, τι εναι χριστιανοί, δέν εναι χριστιανοί. τσι, λέει, δέν εμαστε χριστιανοί, λατρεύουμε τά πράγματα, εμαστε εδωλολάτρες καί ατό κριβς εναι μία ποδούλωση. Εναι φιλαργυρία, φιλοϋλία, πως τό λένε λλις ο πατέρες, τό νά γαπάει κανείς τήν λη. Μαζί μέ τίς λλες ποδουλώσεις πού χουμε στά λλα πάθη μας, λα ατά εναι να τεχος πού μς μποδίζει νά δομε τό Θεό. Καί σού λέει λλος: «Τί Θεό μου λές τώρα σύ»; Δέν μπορε νά δε τό Θεό γιατί εναι δολος σ’ λα ατά.


νθρωπος, τονίζουν ο πατέρες, πρέπει νά προχωρήσει στήν «κατά Θεόν λευθερία», νά λευθερωθε, δήλ., χι μως μέ τήν λευθερία πού λέει κόσμος. Σού λέει «εσαι λεύθερος» καί ννοε κάτι πολύ λίγο, δήλ. νά μπορες νά διαλέξεις ατό κενο. Βλέπετε καί στά προϊόντα πο μς λανσάρουν, σού λένε: «Τί θέλεις, τό σπρο τό μαρο;». Καί σύ χεις τήν ασθηση τι εσαι λεύθερος καί χεις καί πιλογή. Ατό εναι κάτι πολύ πολύ λίγο, ν Θεός μς χει καλέσει σέ μία λευθερία ντολογική. Τί θά πε ατό τώρα; Δηλαδή, λη μας παρξη νά λευθερωθε, νά μήν χεις καμία δέσμευση.


Πάρτε, γιά παράδειγμα, τό θυμό.
ταν κανείς θυμώνει εκολα, ατό εναι μία φοβερή δουλεία. Εσαι δολος ατο του πάθους κι ν θέλεις νά λευθερωθες, δυσκολεύεσαι, δέν μπορες. Λές «δέ θά θυμώσω σήμερα» κι ρχεται ρα καί λές «πάλι, μάν πάλι, πάλι, πάλι…», δέν μπορες νά λευθερωθες. Ε, Θεός μπορε νά σ’ λευθερώσει. Μς χει δώσει ατή τή δυνατότητα πό τή στιγμή πού βαφτιστήκαμε, μς χει λευθερώσει. λλά τί γίνεται; λευθερία ατή εναι «δυνάμει», δέν χει νεργοποιηθε, μέχρι τή στιγμή πού μες θά τό θελήσουμε. ταν μες πομε «ναί» στό Θεό, τότε νεργοποιομε ατό τό δρο.
Νά τό πομε πιό πλά. Σάν Θεός τήν ρα πού βαφτιστήκαμε νά κανε μία κατάθεση στήν τράπεζα. Τήν χεις τήν κατάθεση, τά λεφτά τά χεις, λλά πρέπει νά κάνεις μία κίνηση. Ποιά; Νά πς νά τά πάρεις γιά νά τά χεις καί πραγματικά δηλαδή. τσι εναι καί λευθερία. Θεός μς λευθερώνει στό βάπτισμα, λλά περιμένει νά το πομε τό «ναί».


Καί π
ς λέμε τό «ναί»; δ εναι τό σπουδαο τώρα. ταν κανείς ρχίζει νά τηρε τίς ντολές. Ατό θά πε λέω «ναί» στό Θεό. χι θεωρητικά πιστεύω στό Θεό. Ατό καί διάβολος τό κάνει. Πιστεύει στό Θεό, πολύ καλά μάλιστα καί ξέρει τό Θεό γιατί κάποτε τόν πηρέτησε ς ρχάγγελος. λλά δέν εναι ατό τό ζητούμενο, τό ζητούμενο εναι νά γαπήσεις τό Θεό καί ποιός εναι ατός πο γαπάει τό Θεό; Μς τό επε διος Χριστός πολύ συγκεκριμένα. κενος εναι πού μέ γαπάει « χων τάς ντολς μου καί τηρν ατς».


Βλέπετε; Ε
ναι κάτι πολύ συγκεκριμένο. Δέν εναι θεωρητικό «γαπάω τό Θεό κλπ.». ν γαπς τό Θεό θά τηρες ατά πού λέει. μες χι μόνο δέν τά τηρομε, λλά οτε καν τά ξέρουμε. ν ψάξουμε λίγο μέσα μας θά δετε τι δέν ξέρουμε τίς ντολές ποιές εναι, τί θέλει Θεός πό μας. Καί θεωρομε τι δέν τρέχει καί τίποτα. Εναι νοχη ατή γνοιά μας. Καί πς τό ξέρουμε τι εναι νοχη; Τό λέει Θεός: « μή γνούς καί μή ποιήσας», ατός πού δέν ξερε καί δέν πραξε, δέν φάρμοσε τίς ντολές, «δαρήσεται λίγας», θά φάει λίγο ξύλο, λλά καί τό λίγο ξύλο πάλι κόλαση εναι. « γνούς καί μή ποιήσας», ατός πού ξερε δήλ. καί δέν πραξε, «δαρήσεται πολλς», θά φάει πολύ ξύλο. Ατός θά πάει πιό κάτω στήν κόλαση, λλά καί ο δύο κόλαση χουν. Βλέπετε; Γιατί λένε μερικοί: «καλύτερα νά μή μάθω τά λόγια του Θεο, τό θέλημα το Θεο, ποτε εμαι ντάξει». Δέν εσαι ντάξει. Πάλι κόλαση χεις. πλς εσαι σέ μικρότερο βαθμό κόλασης, λλά τί νά τό κάνεις; Μικρότερο-μεγαλύτερο, εσαι χωρισμένος πό τό Θεό.
πομένως, γιά νά λευθερωθομε πραγματικά, πρέπει νά τά πάρουμε τά πράγματα σοβαρά. Πς γίνεται ατή λευθερία, ποία οσιαστικά εναι λευθερία πό τά πάθη. Γίνεται μέ τό νά μεταστρέψουμε ατά τά πάθη, χι νά τά νεκρώσουμε.


ς πομε να παράδειγμα γιά νά τό καταλάβουμε. θυμός εναι κάτι καλό. Μά θά πετε καλό εναι νά ργίζεσαι καί νά βρίζεις καί νά…χι. Γιατί δέν εναι καλό; Γιατί ατή τή δύναμη πού σου ’χει δώσει Θεός, πού εναι καλή, τό θυμικό, πως λένε ο πατέρες, σύ τή χρησιμοποιες ναντίον τν νθρώπων. ν Θεός σου τήν χει δώσει ατή τή δύναμη, τήν καλή, γιά νά τή χρησιμοποιες ναντίον τς μαρτίας, ναντίον το διαβόλου καί νά σκοτώνεις τούς κακούς λογισμούς μέ τό θυμό. θυμός εναι ναιρετικός τν πονηρν λογισμν. Γι’ ατό σου χει δώσει τό θυμό Θεός. χι, γιά νά τόν στρέφεις ναντίον το δελφο σου, τς δελφς σου κλπ. Τότε βέβαια, δέν κάνεις καλή χρήση. τσι;
Καί τώρα ποιά εναι θεραπεία; Δέν εναι νά κόψεις τό θυμό τελείως, νά νεκρωθες ς πρός τό θυμό, νά γίνεις να πράγμα, ψυχο, ξεψυχο, ψοφίμι, λλά τί; Ατό τό θυμό, ατή τή δύναμη, νά τή στρέψεις πρός τό Θεό καί νά γαπήσεις τό Θεό καί τό συνάνθρωπο καί νά τή στρέψεις καί ναντίον το πονηρο καί νά τόν βγάλεις πό μέσα σου, νά τόν διώξεις, μέ θυμό νά τόν διώξεις. Πς λλις θά τόν διώξεις; Θά το πες, εγενικά, «σέ παρακαλ, φύγε»;. Δέν φεύγει τσι. Καλούμαστε, λοιπόν, ατά τά πάθη, νά τά μεταστρέψουμε σέ γαπητική διάθεση γιά τό Θεό, στε νά μπορομε νά κάνουμε δική μας τή σωτηρία, ποία χει ρθει διά τς κκλησίας.


λοι μες πού εμαστε βαφτισμένοι, εμαστε σωσμένοι, δήλ. μς χει σώσει Θεός, γιατί χει δώσει τό αμα του γιά μας. λλά πρέπει νά τήν κάνουμε δική μας τή σωτηρία. Εναι ατό πού επαμε, Θεός χει κάνει τήν κατάθεση στήν τράπεζα, τά χει βάλει τά χρήματά του, πρέπει, μως, νά πμε νά τά πάρουμε, προσωπικά. Νά πομε «ΝΑΙ» στό Θεό, νά μπομε δήλ. σέ ατή τή διαδικασία τς πακος, νά τηρομε τίς ντολές.


Νά τά πάρουμε, τώρα, πιό συστηματικά τά πράγματα. Νά δώσουμε καταρχήν
ναν ρισμό: Τί εναι τό πάθος; Πάθος εναι πανάληψη καί σταθεροποίηση μίας θικς σθένειας, μίας μαρτίας. Βλέπετε; εναι διαφορετικό πράγμα τό πάθος καί μαρτία. μαρτία εναι μία πράξη συγκεκριμένη πού κάνουμε. Πάθος εναι ταν ατή τήν πράξη τήν κάνεις πολλές φορές. Τήν παναλαμβάνεις, τήν ξαναεπαναλαμβάνεις, ποτε γίνεται μέσα σου μία κατάσταση. Σταθεροποιεται μία θική σθένεια, μία δυναμία.
Σού λέει λλος: «Θέλω νά μήν καπνίσω, λλά δέν μπορ». χει γίνει δυναμία μέσα του, χει δημιουργηθε μία σταθερή κατάσταση, μία ρρωστη μως κατάσταση. πλεονεξία, μέθη, κολασία, λα ατά εναι μαρτίες πού γιναν πολλές φορές, ποτε μετά ριζώσανε μέσα μας καί γιναν πάθη. ν να μάρτημα εναι μία μεμονωμένη πτώση, μία συγκεκριμένη παράβαση το θικο νόμου, τό πάθος εναι ριζωμένη κατάσταση τς κακίας. Εναι κατάληψη τς νθρώπινης ψυχς πό τήν θική σθένεια. μαρτία χει γίνει κυρίαρχος στήν ψυχή. Δέν τήν προσβάλλει πλέον πέξω, τήν χει ποδουλώσει σέ πράγματα καί καταστάσεις, εναι νίκανη ν’ ντιδράσει.


Σού λέει
λλος: «πό μέσα μου βγαίνει τό κακό, πό μέσα μου, δέν μπορ ν’ ντισταθ». Εναι, κριβς, τώρα, πλέον, πού δέν ρχεται μαρτία π’ ξω νά σέ προσβάλλει, λλά πειδή τήν χεις κάνει πολλές φορές, σού βγαίνει πό μέσα. «Αθόρμητα», σού λέει λλος, «μο ρχεται». Φθάνουμε στό σημεο –κοιτάξτε νά δετε τή διαστροφή μας– νά σού λέει: «Νά κφραστες λεύθερα»˙ κι ννοον νά βγάλεις λη ατή τή σαπίλα, λη ατή τή βρωμιά, νά νοίξεις τό βόθρο, ατό ννοε. Τό λένε καί στά παιδιά, στούς νέους. Καί ρχίζουνε πειτα καί σού λένε: «γώ τσι κφράζομαι». Καί βρίζουνε, βλαστημνε. «Ε, ατό μου λέει καρδιά μου». Ναί, λλά ν καρδιά σου εναι σπήλαιο ληστν; Ε, φυσικά, ατά θά χει, λλά σκέψου καί τόν λλο. Τί φταίει λλος; Σο λέει: «λεύθερος εμαι, μπορ νά κάνω ,τι θέλω».


Τό πάθος ε
ναι διαστροφή τν ψυχικν δυνάμεων. Ατό πού λέγαμε προηγουμένως γιά τό θυμό, σχύει καί γιά λα τά πάθη. Δηλ. νθρωπος παίρνει τίς δυνάμεις τίς ψυχς, πού εναι δρο Θεο καί τίς διαστρέφει.
Θυμηθετε τήν παραβολή το σώτου, πού λέει τι πατέρας δωσε στό παιδί τήν πατρική περιουσία˙ τό μερίδιο πού νκε στό γιό τό νεότερο. Καί γιός τί κανε; Τή σπατάλησε. Ατή περιουσία εναι ατές ο δυνάμεις τς ψυχς πού μς χει δώσει Θεός. Εναι λογική μας, εναι τό θυμικό, θυμός καί εναι καί τό πιθυμητικό, ο διάφορες πιθυμίες πού χουμε. Μς τά ’χει βάλει ατά Θεός μέσα μας καί μες ντί νά τά χρησιμοποιήσουμε σωστά, νά τά ξιοποιήσουμε, τά διαστρέψαμε καί τά χρησιμοποιομε σέ λάθος κατεύθυνση.


Τή λογική μας δηλ.
ντί νά τήν πμε στό Θεό, ντί νά βλέπουμε τά μεγαλεία του Θεο καί νά «ναγόμαστε» στόν Πλάστη, στόν Κτίστη, ντί νά προσευχόμαστε –γι’ ατό κυρίως μς δόθηκε νους– μες τό χρησιμοποιομε τό νο μας γιά νά κάνουμε λα ατά τά ργα τά λιστικά, νά ποδουλωνόμαστε στά πράγματα καί νά φτιάχνουμε να σωρό κατασκευάσματα, νούσια καί μαρτωλά πολλές φορές. Τό θυμικό, πάλι, τό θυμό, ντί νά τό στρέψουμε ναντίον το κακο, τό στρέφουμε ναντίον τν δελφν μας. Πάλι κάνουμε διαστροφή, σπαταλμε δηλαδή τόν πλοτο το πατέρα μας. Καί τό πιθυμητικό, ντί νά πιθυμήσουμε τό Θεό, ν’ γαπήσουμε τό Θεό, μέ ατή τή δύναμη τς ψυχς, μες πιθυμομε τά πράγματα, τίς δονές. Πάλι κάνουμε διαστροφή.


Ε
ναι μία παρά φύση κατάσταση καί κίνηση τς ψυχς. φυσική κίνηση τς ψυχς επαμε ποιά εναι. Τό λογιστικό νά πάει στό Θεό κλπ. λα νά πνε στό Θεό. μες, ντί νά τά πμε στό Θεό, κάνουμε παρά φύση κίνηση καί τά πμε στά κτίσματα, τά πμε στίς δονές τίς σαρκικές κλπ. Καί πως τονίζει γιος ωάννης τς Κλίμακος «τό πάθος ν τή φύσει, ο πέφυκε», δήλ. τό πάθος δέν πάρχει στή φύση το νθρώπου. «Ο γάρ στι κτίστης παθν Θεός», διότι δέν εναι Θεός δημιουργός τν παθν, δέν τά ’φτιαξε Θεός τά πάθη. Εναι δηλ. κάτι ξω πό τή φύση μας, γι’ ατό καί μπορομε νά τό θεραπεύσουμε. Δέν εναι δηλ. κάτι πού μς τό ’δωσε Θεός. λλος, λέει, εναι πό φυσικο του θυμώδης. Δέν εναι πό φυσικο του, πλς εχε σως κάποιες κλίσεις, δέν πρόσεξε, τό φησε καί το φαίνεται σν φυσικό τώρα.
Θεός δέν δωσε πάθη στόν νθρωπο˙ ψυχή εναι παθής πως τήν φτιαξε Θεός. μες, μετά, βάζουμε πολλές μαρτίες καί πάθη, τά ποα τά κληρονομμε καί πό τούς γονες μας καί τά ξαναδίνουμε στά παιδιά μας, κλπ καί διαιωνίζεται ατό τό κακό. Ετυχς, βέβαια, πάρχει τό βάπτισμα, πάρχει κκλησία μας καί πάρχουν καί ο γιοί μας, ο ποοι σπάζουνε, κατά κάποιο τρόπο, ατό τό φαλο κύκλο καί χουμε ατούς τούς θεραπευμένους τούς γίους μας, ο ποοι εναι τά πρότυπα γιά μας.
ντολογικά τά πάθη συνδέονται μέ τήν νυπαρξία, φο νθρώπινη φύση δημιουργήθηκε πό τό Θεό, χωρίς τό κακό μέσα της. Ατό θά πε τι οσιαστικά τά πάθη δέν πάρχουνε, δέν χουν μία ντότητα. Τό κακό δέν πάρχει, λλά τί εναι; Τό σκοτάδι τί εναι; Εναι λλειψη, πουσία το φωτός. μαρτία τί εναι; Εναι πουσία τς κοινωνίας μέ τό Θεό. Δέν πάρχει σάν οσία τό κακό, λλά πάρχει σάν ρνηση το καλο. πειδή λείπει τό φς χουμε σκοτάδι. ν τώρα σβήναμε τό φς θά εχαμε σκοτάδι, λλά τό σκοτάδι δέν πάρχει, νά τό πιάσεις, νά τό ψηλαφίσεις. Εναι τό τι λείπει τό φς.


τσι καί μαρτία. Δέ μς τήν δωσε Θεός, γιατί δέν πάρχει, πάρχει μόνο Θεός, δήλ. μόνο τό καλό πάρχει. Δέν πάρχει τό κακό, λλά τό κακό τί εναι; ταν γυρνμε τήν πλάτη στό καλό, τότε ατό εναι τό κακό. ταν γυρνς τήν πλάτη στό Θεό, ατό εναι μαρτία. ταν δέν κοινωνες μέ τό Θεό, ατό εναι κόλαση. Ατή εναι κόλαση, κοινωνησία μέ τό Θεό. Καί φο Θεός εναι παθής καί ψυχή το νθρώπου «φυσικς παθής στίν». Θεός μς πλασε κατ’ εκόνα του καί πως Θεός εναι παθής κι μς τσι μς πλασε, παθες, χωρίς πάθη. Καί δάμ καί Εα ταν παθες, μέχρι τή στιγμή, βέβαια, πού καναν τήν μαρτία.


«Μετά τό θάνατο», θά μ
ς πε ερός Χρυσόστομος, «καί τν παθν πεισλθε χλος τή ψυχή». Δήλ. τά πάθη δέν εναι φυσική κατάσταση τς ψυχς, μφανίζονται στόν νθρωπο κ τν στέρων, μετά τήν μαρτία. Ατός εναι θάνατος. Δέν ννοε τό σωματικό θάνατο, λλά τό θάνατο τς ψυχς.
μες, ταν λέμε θάνατο, ννοομε νά χωριστε ψυχή π’ τό σμα, λλά ο πατέρες λένε τι κυρίως θάνατος εναι νά χωριστε νθρωπος πό τό Θεό. Νά χωριστε δήλ. ψυχή πό τή χάρη το Θεο. Ατός εναι κυρίως θάνατος καί ατό συμβαίνει, ν εμαστε «ν ζωή». Δηλ. μπορε νά ζες καί νά εσαι νεκρός πνευματικά, ταν χωριστες πό τή χάρη το Θεο, ταν δέν χεις κοινωνία μέ τό Θεό.
ψυχή εναι γιής ταν δέν χει πάθη. Τότε πάρχει γεία στήν ψυχή. γεία στήν ψυχή εναι ρετή. γεία προϋπάρχει τς σθένειας. Επαμε τι νθρωπος πλάστηκε γιής, πομένως νόσος ρχεται ργότερα, δεύτερη στήν τάξη. Εναι δύνατο νά πάρχει μία φύσις, πού νά εναι συγχρόνως γιής καί σθενής, γαθή καί πονηρά. ναγκαστικά μία προηγεται τς λλης. Τό καταλαβαίνετε ατό. Δέν μπορομε νά χουμε καί φς καί σκοτάδι. Δέ γίνεται. φς θά χεις σκοτάδι.
Γι’ ατό, ταν νθρωπος μετανοήσει πραγματικά, ρχεται τό φς καί φωτίζεται. Δέν μπορες νά ’χεις καί λίγο φς καί λίγο σκοτάδι, νά εσαι κι τσι κι λλις, μισός-μισός. Ατό πού επε Χριστός μας: «Δέν μπορε νά δουλεύετε καί στό Χριστό καί στό μαμωνά», δέ γίνεται. ς λές τι εσαι χριστιανός. Δέν μπορες νά λατρεύεις τό χρμα καί νά λές τι εσαι καί χριστιανός. Μπορε νά τό λές, λλά δέν εσαι, γιατί δέ γίνεται π’ τήν δια πηγή, λέει πάλι Χριστός, νά βγε καί πικρό καί γλυκό νερό, δέ γίνεται. πικρό θά εναι γλυκό.


μως, σήμερα, χουμε φτάσει σέ ατό τό σημεο καί ο λεγόμενοι Χριστιανοί. Ε, καί σού λέει τί; Γιατί νά μήν χουμε καί κάτι κοσμικό. ντάξει, θά πμε καί στήν κκλησία μας, θά κάνουμε καί τούς σταυρούς μας, θ’ νάψουμε καί τίς λαμπάδες μας, ντάξει, καλοί εμαστε, δέν μς πιάνει καί στυνομία νά μς κλείσει μέσα, δέν κάναμε φόνους καί ληστεες, καλοί εμαστε. Τώρα τά περισσότερα, στα, ατά εναι γιά τούς καλογέρους καί τούς παπάδες. Καί χουν καί τή συνείδησή τους τακτοποιημένη. Εναι Φαρισαος ατός, εναι νθρωπος, ποος θέλει νά περπατάει σχιζοφρενικά σέ δύο δρόμους. Δέ γίνεται νά περπατς σέ δύο ντίθετους δρόμους, θά σκιστες στή μέση. Εναι ατό, πού λέει Χριστός πάλι, στήν ποκάλυψη: «Νά εσαι ψυχρός θερμός. ν εσαι χλιαρός θά σέ μμέσω», θά σέ κάνω μετό. Δέν θέλει νά μς δε Θεός, μα εμαστε τσι.


Μέγας Βασίλειος θά μς πε τι, ταν ψυχή βρίσκεται στή φυσική της κατάσταση, ζε στόν οράνιο κόσμο. ταν μως βρεθε μακριά πό τήν κατάσταση ατή, τότε βρίσκεται κάτω. Στήν πρώτη περίπτωση εναι παθής, στή δεύτερη βρίσκεται μέσα στά πάθη. Βλέπετε; ν εσαι, λέει, γιής ψυχή σου ζε στόν οράνιο κόσμο, βρίσκεται στόν ορανό πό τώρα, χι στήν λλη ζωή. σωτηρία δέν εναι κάτι –σως μς χει περάσει ατή δέα πό τό σχολεο, δέν ξέρω πό πού– πού στήν λλη ζωή θά τ’ πολαύσουμε. χι, πό δ ρχίζει χαρά, ορανός, παράδεισος, ετυχία, λα ατά πού ψάχνουμε, μακαριότητα, πό δ ρχίζουνε καί πό δ τά γεύεσαι.


πατήρ Πορφύριος, πού ταν νας τέτοιος νθρωπος, θεραπευμένος, τό λεγε: « χριστιανός ζε στό πειρο». Ατό πού λεγε καί Μέγας Βασίλειος. Βλέπετε; Τά δια πράγματα, γιατί εναι τό διο, τό γιο Πνεμα, πού μιλάει. χριστιανός, λέει, ζε στό σύμπαν, δέν περιορίζεται πό χρο καί χρόνο καί τά ζοσε γέροντας καί μς τά λεγε, γι’ ατό τά ξέρουμε. Δέν εναι τι θά τά ζοσε μετά θάνατον, λλά τά ζοσε καί ν τανε στόν ρωπό, βλεπε τί γίνεται στή Ρουμανία καί κλαιγε. Τότε, μέ τόν Τσαουσέσκου, κε πού σκοτώνανε τούς νθρώπους μές στό δρόμο, κλαιγε λη τήν μέρα γέροντας, γιατί ψυχή του, νος του, τό πνεμα το ταν κε, εχε πάθει καρδιά του πό κενα πού βλεπε. βλεπε τί γίνεται στόν τλαντικό κεανό, κε πού εναι τό κρωτήρι τς «Καλς λπίδος» – ταν να πνευματικό του παιδί σ’ να ποβρύχιο καί το λέει: «Πρόσεξε τώρα, πέφτει πάνω στό βράχο» καί τούς γλίτωσε, ν ταν στόν ρωπό. Βλέπετε, δήλ., τό γιο Πνεμα νεργοσε σ’ ατόν τόν νθρωπο καί πράγματι ζοσε στά οράνια, ζοσε παντο. Γιατί τσι εναι νθρωπος το Θεο, ν ταν εσαι μέ τά πάθη, ταν εσαι ρρωστος βρίσκεσαι κάτω, εσαι χμα. Στήν πρώτη περίπτωση, λοιπόν, νθρωπος εναι παθής, στή δεύτερη βρίσκεται μέσα στά πάθη.
λα ατά εναι ντίθετα μέ τή σημερινή ποψη πού πικρατε στόν κόσμο. Σήμερα, φυσικός θεωρεται νθρωπος πού κανοποιε τίς ποιες πιθυμίες του καί φύσικος, κενος, πού γωνίζεται νά κόψει τά πάθη του. τσι δέν εναι; Σού λέει λλος: «Ε, γιατί τώρα, φο σου βγαίνει αθόρμητα, γιατί νά ζοριστες, νά πς κόντρα στή φύση σου; χι, νά κα­νοποιήσεις τά πάθη σου, τό λένε ο γιατροί, εναι ργανική νάγκη, δέ γίνεται». πως τό φαΐ, τσι εναι καί τ’ λλα, τά πάθη. Εδατε; κόμη περισσότερο ρρωστοι ο νθρωποι. λεγε γιος Κοσμς Ατωλός: «Θά ρθει καιρός πού τό σπρο θά τό λένε μαρο καί τό μαρο σπρο». Καί ρθε ατός καιρός. κακία καί τά πάθη δήλ. θά εναι στό ποκορύφωμά τους.


ς ξαναγυρίσουμε μως στό θέμα μας. Πς διακρίνονται τά πάθη. Μία διαίρεση τν παθν. ς δομε τί εναι καί πότε μφανίστηκαν τά πάθη καί ς δομε καί τό χωρισμό τους. πάρχουν ρετές σωματικές καί ψυχικές. Κατ’ ναλογία πάρχουνε καί πάθη πού ναφέρονται στό σμα, τά σωματικά καί πάθη πού ναφέρονται στήν ψυχή, τά ψυχικά.
Σωματικά πάθη εναι δίψα, πείνα, πνος, εναι ατά τά λεγόμενα διάβλητα πάθη. διάβλητα, δήλ., δέν χεις νοχή γι’ ατά. Δέν χεις νοχή πειδή πεινς, πειδή διψς˙ δέν εναι κάτι μαρτωλό ατό. Εναι διάβλητο πάθος, εναι κάτι πού μς ρθε μετά τήν πτώση, σάν συνέπεια. Εναι «ο δερμάτινοι χιτνες», πού φορέσαμε μετά τήν πτώση. ταν συνέπεια τς μαρτίας, λλά γι’ ατό δέ φταμε, τι πεινμε, τι διψμε.
νομάζονται μως καί ψεκτά ατά τά πάθη, δήλ. χουν να ψόγο, χουν μία κατηγόρια μέσα τους, διότι καί τροφή εναι φθαρτή καί πνος δουλεύει γιά τό φθαρτό, τό πρόσκαιρο καί θνητό σμα καί θνητή γέννηση τν παιδιν χαρίζει στόν νθρωπο μαζί μέ τήν παρξη καί τή θνητή σάρκα. Δηλ., δουλεύεις, θά λέγαμε, στήν προσωρινότητα, μέ ατά τά πάθη. Τρς, θά πεινάσεις πάλι, θά ξαναφς, θά διψάσεις πάλι. Τό διο, κοιμσαι, πάλι θά ξανανυστάξεις… εναι μία προσωρινότητα. Δέ δουλεύεις γιά τό αώνιο καί μέ ατή τήν ννοια τά λέμε ψεκτά˙ χουν, ς πομε, μέσα τούς μία κατηγόρια. Γι’ ατό καί ο γιοι προσπαθοσαν κι ατά νά τά κανοποιον σο γίνεται λιγότερο. Νά τρνε σο γίνεται λιγότερο, νά κοιμονται σο γίνεται λιγότερο γιά νά χουνε πνευματικές δυνάμεις, γιά νά πλησιάζουνε τό Θεό.


μως καί ατά τά πάθη πού τά λέμε διάβλητα, μπορον νά γίνουνε διαβλητά, δηλ., νά γίνουνε νοχα, πότε; ταν κανείς δέν προσέξει καί τά κανοποιήσει παραπάνω πό τι πρέπει. Πεινς, ς πομε, καί τρς. μα φς παραπάνω π’ τι πρέπει, πέσεις στή γαστριμαργία, πέσεις στή λαιμαργία, κανοποιες μέν τό πάθος τς πείνας, λλά τό κανοποιες παραπάνω π’ σο πρέπει, ποτε πέφτεις σέ μαρτία καί τό πάθος ατό πό διάβλητο γίνεται διαβλητό.
Σωματικά εναι πίσης τά πάθη πού προέρχονται πό τίς σωματικές ασθήσεις˙ τά πάθη, δήλ., πο χουν τίς φορμές τους στό σμα, πως εναι γαστριμαργία.
Ψυχικά πάθη εναι ατά πού προέρχονται ξαιτίας τς ψυχς, ξαιτίας, ν θέλετε, τς φαντασίας. να πάθος ψυχικό εναι ατό πού λένε ο πατέρες «οησις». οηση εναι δέα τι εμαστε κάτι, περηφάνεια, κρυμμένη μως. Κάτι πού χουμε μέσα μας, σάν μία πικρή ρίζα, πως λέει γιος Νικόδημος, τό ποο, ν δέν τό βγάλει νθρωπος, δέν μπορε νά προχωρήσει καθόλου στήν πνευματική ζωή. ν δέν βγάλει ατή τήν κρυμμένη δεούλα τι εναι κάτι –πού εναι περηφάνεια στό βάθος– δέν μπορε νά προχωρήσει στά πνευματικά, καθόλου. Ατό ξεκινάει πό τή φαντασία, εναι να ψυχικό πάθος.


Καί
πάρχουν καί λλα πάθη, τά ποα εναι μικτά, δηλ. συνεργάζονται καί ο ασθήσεις καί φαντασία καί τέτοια πάθη εναι κενοδοξία, περηφάνεια, που ο φορμές ρχονται καί πό ξω, πό τίς ασθήσεις καί πό τή φαντασία, πό μέσα. Μς φουσκώνει πονηρός τι εμαστε κάτι σπουδαο καί μς τρέφει τήν περηφάνεια, λλά καί πό ξω, κομε παίνους˙ τά ασθητήρια τς κος, τν φθαλμν τροφοδοτονε πάλι ατό τό πάθος. Ατά εναι τά μικτά πάθη λλις σύνθετα πάθη.


κόμη μία λλη διάκριση πού χουμε στά πάθη εναι ατά πού λέμε σχυρά καί ατά πού λέμε σθεν. σχυρά πάθη εναι ατά τά ποία «σχυρς κατά τς ψυχς πανίστανται», παναστατον, δήλ., μέ πολύ δύναμη ναντίον τς ψυχς, ν σθεν εναι σα κινονται «κλεψιμαίω τρόπω», λένε ο πατέρες, δήλ., σάν κλέφτες ρχονται καί μς κλέβουνε, σθενικά πάθη.
Τέλος, νάλογα μέ τόν τρόπο πού πολεμον τόν νθρωπο, πάρχουνε πάθη πού τόν προσβάλουνε φανερά καί λλα πού προξενον μόνο στενοχώρια καί θλίψη, πως κηδία, λύπη, μέλεια. Εναι ατά, φαν, θά λέγαμε, πάθη. Μπορε νά τό κρατήσει νθρωπος μέσα του, νά χει μέν μία θλίψη, λλά νά μή τό δείχνει. Εναι να κρυφό πάθος, να φανές πάθος, λλά μα θυμώσει τόν καταλαβαίνουν λοι, γιατί λλοιώνεται λος καί τό πρόσωπό του κοκκινίζει καί δαιμονοποιεται νθρωπος.
ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗ[1]

νθρωπος πού δέν χει καθαριστε πό τά πάθη του εναι ψυχοπαθής, κατά τούς γιους Πατέρες.

ληθινά ψυχο-παθής νθρωπος εναι κάθε νθρωπος πού εναι δέσμιος τν παθν του. πωσδήποτε καί καταθλιπτικός –μέ τήν πατερική ννοια– εναι ψυχοπαθής. ψυχο-πάθεια γκειται στό τι καρδία το νθρώπου δέν εναι καθαρή, λλά εναι μολυσμένη πό λογισμούς καί δέσμια τν παθν.
Ατός νθρωπος χρήζει θεραπείας. θεραπεία εναι κάθαρση καί φωτισμός το νο (διά τς σκητικς καί μυστηριακς ζως ντός τς κκλησίας). Τότε νθρωπος παύει νά εναι ψυχοπαθής. Τότε λευθερώνεται καί πό τήν κατάθλιψη.
« κάθε νθρωπος», μς διδάσκει π. ωάννης Ρωμανίδης, «εναι ψυχοπαθς, κατ τν Πατερικ ννοια. Δν εναι νάγκη ν εναι κάποιος σχιζοφρενς γι ν εναι ψυχοπαθής. ρισμς τς ψυχοπάθειας π Πατερικς πόψεως εναι τι ψυχοπάθεια πάρχει στν νθρωπο κενον πο δν λειτουργε σωστ νοερ νέργεια μέσα του. ταν δηλαδ νος το νθρώπου εναι γεμάτος π λογισμούς, χι μόνο κακος λογισμούς, λλ κα καλος λογισμούς[2].
ποιος χει λογισμούς, καλος κακος μέσα στν καρδιά του, ατς νθρωπος π Πατερικς πόψεως εναι ψυχοπαθής. ς εναι ο λογισμο ατο θικοί –κόμη κα θικώτατοι, νήθικοι ,τιδήποτε λλο. Δηλαδ, κατ τος Πατέρες τς κκλησίας, ποιος δν χει περάσει π κάθαρσι τς ψυχς π τ πάθη κα δν χει φθάσει σ κατάστασι φωτισμο μ τν Χάρι το γίου Πνεύματος εναι ψυχοπαθής. χι μως μ τν ννοια τς Ψυχιατρικς. ψυχοπαθς γι τν ψυχίατρο εναι κάτι λλο. Εναι κενος πο πάσχει π ψύχωση, εναι σχιζοφρενής»[3].
προπτωτικός νθρωπος δέν ταν ψυχο-παθής. νοερά του νέργεια λειτουργοσε κανονικά. «Στν προπτωτικ νθρωπο», σημείωνει π. ερόθεος Βλάχος, « νος λάμβανε τν θεία Χάρη κα ατ διαπορθμευόταν στ σμα του κα π κε κτινοβολοσε σ λη τν κτίση» [4].
Μετά τήν πτώση
λα λλαξαν, « ψυχ πομυζ τ σμα κα δημιουργονται φιλαυτία κα τ ψυχικ πάθη. Τ σμα πομυζ τν κτίση κα δημιουργονται τ σωματικ πάθη κα κολουθε τ οκολογικ πρόβλημα. κφραση ατ τν παθν δημιουργε κα τ κοινωνικ προβλήματα» [5].
πάρχει πομένως νάγκη θεραπείας. Θά πρέπει «τ σμα ν ποταχθ στν ψυχ κα ψυχ ν μπνέεται π τν Χάρη το Θεο»[6].
θεραπεία το ψυχο-παθος μεταπτωτικο νθρώπου περιλαμβάνει:
α) τήν
ποκατάσταση τς νοερς προσευχς ντός τς καρδίας του
β) τήν
ποβολή τς φιλαυτίας καί τήν ντικατάστασή της μέ τήν νιδιοτελή –τήν ν γί Πνεύματι– γάπη πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον.

γωισμός καί φιλαυτία

γωισμός, πού συνδέεται κατ’ ξοχήν πως λέχθη μέ τήν περηφάνεια, συνδέεται φυσικά καί μέ τήν φιλαυτία. «πό τήν φιλαυτία γεννιονται λα τά πάθη»[7]. Προϊόν τς φιλαυτίας εναι καί γωισμός.
λεγε μακαριστός π. Παΐσιος, ταν τόν ρώτησαν τί εναι φιλαυτία: «(Φιλαυτία εναι) τό νά κάνεις τά χατίρια το παλαιο σου νθρώπου, νά γαπς δηλαδή τόν παλαιό σου νθρωπο. Καί γαστριμαργία καί γωισμός καί τό πεσμα καί ζήλεια, πρακτορεο τους χουν τήν φιλαυτία»[8].
γάπη το γώ, ατολατρεία, τό νά θεωρε νθρωπος τόν αυτό του ς τό κέντρο το κόσμου, ατό εναι καί καταστροφή το νθρώπου.
Τό κλείσιμο στό γώ, πρός αυτόν καί μόνον στροφή τς γαπητικς δυνάμεως το νθρώπου, εναι λειτουργία ατοφυλάκισης, ατοκαταστροφς, ατοδιάλυσης το νθρώπινου προσώπου.
νθρωπος εναι κοινωνικό ν. Εναι πλασμένος γιά νά γαπήσει τόν Θεό καί τόν πλησίον. Γιά νά τό πετύχει θά πρέπει νά πάψει νά εναι φίλαυτος. Γιά νά γαπήσει μέ τήν κατά Θεόν γάπη τόν πλησίον, δηλαδή γιά νά γαπήσει:
α) νιδιοτελς,
β) χωρίς ρια καί διακρίσεις, καί
γ) μέ δική του θυσία, πού μπορε νά φθάσει ς τόν θάνατο, πρέπει νά πολεμήσει τήν φιλαυτία.
Θά πρέπει νά γωνίζεται συνεχς νά «βγαίνει», νά ξέρχεται πό τήν πρός τόν αυτό του ρρωστη γάπη καί νά κινεται γαπητικά πρός τόν Θεό καί πρός τόν πλησίον.
«ξοδος» ατή βεβαίως, δέν εναι σκόρπισμα το νο πρός τά ξω, πρός τά κτίσματα. Εναι ερεση το ληθινο αυτο μας, τς οσίας τς ψυχς μας καί κατόπιν ερεση το Θεο, ρνηση το γωκεντρισμο, το γωιστικο θελήματος, καί γενικά το παλαιο νθρώπου. Εναι ρνηση «το παλαιο, το κακο αυτο μας», κατά τόν λόγο το Κυρίου:«ε τις θέλει πίσω μου λθεν, παρνησάσθω αυτόν…»[9].
Γιά νά πιτευχθε παλλαγή πό τήν φιλαυτία, θά πρέπει νά γίνει κάθαρση τς καρδίας πό τά πάθη διά τς μετανοίας.
κάθαρση ατήν εναι ργο το γίου Πνεύματος, τό ποο συνεργάζεται μέ τήν νθρώπινη βούληση.
συγκέντρωση το νο στήν καρδιά καί διάλειπτη κζήτηση το Θείου λέους εναι παραίτητες γιά τήν νεργοποίηση τς καθαρτικς νέργειας το γίου Πνεύματος, ποία πάρχει στό κέντρο τς καρδίας το βαπτισμένου πιστο.
νος το νθρώπου πρέπει νά βρίσκεται στήν καρδιά.

νος το νθρώπου, σύμφωνα μέ τούς γίους Πατέρες, πρέπει νά βρίσκεται ντός το νθρώπου, στήν καρδία του. Δέν θά πρέπει νά διασκορπίζεται πρός τά ξω διά τν ασθήσεων, λλά νά ρχεται «ες αυτόν» καί νά παραμένει ντός τς καρδίας προσευχόμενος.
νέργεια το νο, πού διασκορπίζεται διά τν ασθητηρίων στό περιβάλλον, θά πρέπει νά πανέλθει στήν οσία το νο, πού βρίσκεται ντός τς καρδίας το νθρώπου[10].
Τότε, ταν λοκληρωθε ατήν πιστροφή, νος διά το αυτο του «πί τήν ννοιαν το Θεο ναβαίνει» ( νος νεβαίνει καί ρ τόν Θεό), σύμφωνα μέ τόν Μ.Βασίλειο[11]. Τότε νοερά νέργεια το νθρώπου λειτουργε σωστά. Τότε νος (δηλ. ψυχή, κατά τούς γίους Πατέρες) λειτουργε κατά φύσιν. νοερά προσευχή ποτελε τήν πόδειξη τς θεραπευμένης ψυχς. σο νθρωπος δέν προσεύχεται εναι ψυχικά ρρωστος καί νεκρός.
«Νά καταλάβουμε», δίδασκε Γέροντας Σέργιος, «τι, πως τό σμα ρρωσταίνει καί πεθαίνει χωρίς τροφή, τσι καί ψυχή ρρωσταίνει καί πεθαίνει χωρίς τήν προσευχή. προσευχή εναι τροφή τς ψυχς»[12]. Γιά νά εναι θεραπευμένη ψυχή πρέπει νά προσεύχεται.

ποκατάσταση τς νοερς προσευχς.
κκλησία χει ς σκοπό νά ποκαταστήσει τήν νωση το νθρώπου μέ τόν Θεό, τήν διάλειπτη νοερά κοινωνία μαζί Του (οσιαστικά, τήν νοερά προσευχή στίς ψυχές τν μελν Της).
π. ωάννης Ρωμανίδης μς διδάσκει: « θεραπεία τς ψυχς το νθρώπου εναι κύρια μέριμνα τς ρθοδόξου κκλησίας. κκλησία πάντοτε θεράπευε τν χρο τς ψυχς. Εχε διαπιστώσει –π τν βραϊκ παράδοση κα π τν διο τν Χριστ κα τος ποστόλους– τι στν χρο τς φυσικς καρδις λειτουργε κάτι πο ο Πατέρες νόμασαν «νον». Πήρανε δηλαδ τν παραδοσιακ «νον», πο σημαίνει διάνοια κα λόγος, κα κάνανε μία διαφοροποίησι. νόμασαν νον ατν τν νοερ νέργεια, ποία λειτουργε στν καρδι το γιος ψυχικ νθρώπου. Δν γνωρίζομε πότε γινε ατ διαφοροποίησις, διότι συμβαίνει πίσης μερικο Πατέρες ν νομάζουν μ τν δια λέξι, νον, κα τν λογική λλ κα τν νοερ νέργεια ταν ατ κατεβαίνη κα λειτουργ στν χρο τς καρδις.
πότε, ξ ατς τς πόψεως, νοερ νέργεια εναι μία κα μόνη νέργεια τς ψυχς, ποία στν μν γκέφαλο λειτουργε ς λογική, δια μως λειτουργε συγχρόνως κα στν καρδι ς νος. Δηλαδ τ διο ργανο, νος, προσεύχεται διάλειπτα στν καρδιά (σ σους ννοεται χουν διάλειπτη καρδιακ προσευχή) κα συγχρόνως σκέπτεται, π.χ. μαθηματικ προβλήματα κα ,τιδήποτε λλο, στν γκέφαλο»[13].


Στ συγγράμματα τν γίων Πατέρων γίνεται πολς λόγος γι τν πιστροφ το νο στν καρδιά, τν πιστροφ τς νεργείας στν οσία. Λέγει Μέγας Βασίλειος τι « νος πού δν διασκορπίζεται πρς τ ξω κα δν διαχέεται μέσ τν ασθητηρίων στν κόσμο πιστρέφει στν αυτό του κα δι το αυτο του ναβαίνει στν ννοια το Θεο. Στν συνέχεια, περιλαμπόμενος κα λλαμπόμενος π τ κάλλος το Θεο, πό τήν Θεία Χάρη, πό τό Φς το Θεο τό κτιστον, δν νδιαφέρεται γι τ γήινα κα ξεχν κόμη κα ατν τν φύση· δηλ. δέν φροντίζει μέ γωνία οτε γιά τήν τροφή του οτε γιά τό τί θά φορέσει»[14] νθρωπος ατός.
πιστροφ το νο π τν διάχυσή του στν καρδιά, δηλαδ πιστροφ τς νεργείας το νο στν οσία του, εναι θεραπεία το νο, ποκατάστασή του στό κατά φύσιν.
Τότε, καρδιά καθαρίζεται –διά μέσου τς διάλειπτης νοερς καρδιακς προσευχς– καί ρχεται ντός της νοικος τό Πανάγιον Πνεμα μέ τόν καρπό Του, πού εναι «γάπη, χαρά, ερήνη, μακροθυμία κ.λπ.». Τότε, φυσικά, ξαφανίζονται τά πάθη, ξαφανίζεται γωισμός· ξαφανίζεται πομένως καί λύπη πού ατός προκαλε, καθώς καί κατάθλιψη.

θεραπεία τν παθν γενικά.
θεραπεία τν ποικίλων παθν μας πιτυγχάνεται ταν χρησιμοποιήσουμε σωστά τό δρο τς λευθερίας (τό ατεξούσιο) καί συνεργαστομε μέ τήν Θεία Χάρη, ζώντας μέσα στήν κκλησία.
Τότε, πό τήν Θεία Χάρη θά πιτευχθον τά ξς:
α) κάθαρση καί ποκατάσταση τς νοερς νέργειας-λειτουργίας μέσα μας καθώς καί
β) νακατεύθυνση τν θυμικοπιθυμητικο μας πρός τόν Θεό.

Συγκεκριμένα θά πρέπει διά τς Θείας Χάριτος:
α) νά πτερώσουμε τό λογιστικό τς ψυχς μέ τήν διάλειπτη καθαρή προσευχή,
β) νά κυριαρχήσουμε στό θυμικό τς ψυχς μέ τήν γάπη καί
γ) νά χαλιναγωγήσουμε τό πιθυμητικό τς ψυχς μέ τήν γκράτεια.
Πρέπει, βεβαίως, παραλλήλως νά πολεμηθον ο τρες γίγαντες τν παθν:
· γνοια το Θεο,
· λήθη το Θεο καί
· ραθυμία-μέλεια-προσκόλληση στήν σάρκα καί τό σαρκικό φρόνημα.
Γιά τήν θεραπεία το Χριστιανο, γιά τήν πίτευξη τς Κάθαρσης καί το Φωτισμο, χρειάζεται συνεργασία το Θεο καί το νθρώπου.
νθρωπος συνεργάζεται μέ τήν Θεία Χάρη, κολουθώντας τίς δηγίες το πνευματικο του δηγο. Χωρίς πνευματικό δηγό πού νά χει τήν διάκριση τν πνευμάτων δέν μπορε νά γίνει πνευματική ζωή καί νά πιτευχθε κάθαρση πό τά πάθη.
προετοιμασία γιά νά λάβει νθρωπος τήν Θεία Χάρη γίνεται μέ τήν σκητική ζωή, ποία προετοιμάζει τήν ψυχή στε νά δεχθε τήν κτιστη θεοποιό νέργεια (Θεία Χάρη).
ταν νθρωπος συχάζει καί μετανοε, νηστεύει καί γκρατεύεται, κοπιάζει σωματικά καί προσεύχεται, γίνεται σιγά-σιγά δεκτικός το γίου Πνεύματος, τς Θείας Χάριτος. Ατήν Θεία Χάρις νισχύει τόν πιστό στόν σκητικό του γνα καί νεργε τήν Κάθαρση καί τόν Φωτισμό. «Καί πς προσφέρεται Θεία Χάρις στόν γωνιζόμενο χριστιανό;» ναρωτιέται κανείς. Διά τν γίων Μυστηρίων καί πρό πάντων διά τς τακτικς ερς ξομολογήσεως καί τς Θείας Κοινωνίας.
κενο πού κατ’ ξοχήν συντελε στήν Κάθαρση τς Καρδις εναι πακοή στόν Πνευματικό δηγό καί διάλειπτη πίκληση το Θείου νόματος, ποία βεβαίως συνοδεύεται πό τήν ν μέτρ νηστεία καί γρυπνία. Παράλληλα, Χριστιανός γωνίζεται νά κόβει τίς ατίες τν παθν καί νά κάνει νθρωπίνως ,τι μπορε γιά νά τά χαλιναγωγήσει.


«μέσως μετ τν νάσταση το Χριστο κα τν μφάνιση τς κκλησίας, ς Χριστιανο διακρίνονταν «ο πικαλούμενοι τ νομα» το Χριστο, κα νέα πι «κλογ» το Θεο ταυτιζόταν μ τν γώνα «το βαστσαι τ νομά» Του. πως Κύριος επε τι δν μπορομε ν «ζήσωμεν ες τν αἰῶνα», ν δν «φάγωμεν τν σάρκα το Υο το νθρώπου κα πίωμεν Ατο τ αμα», τσι κα ο μάρτυρες τς ναστάσεώς Του, πολ νωρς βεβαίωσαν τι «οδν νομα στν π τν ορανόν τ δεδομένον ν νθρώποις ν δε σωθναι μς».
πίκληση, λοιπόν, το νόματος το Κυρίου ησο Χριστο, κα μετοχ στ Σμα κα τ Αμα Του, γιναν ο δύο κεντρικο πόλοι ζως γύρω π τος ποίους πραγματοποιεται σωτηρία το νέου λαο, πού ξαγοράσθηκε μ «τ πάθημα το θανάτου» Του»[15].
Γιά νά νικηθον τά πάθη, θά πρέπει νά νικηθον ο ντίστοιχες μαρτίες τν τριν μερν τς ψυχς. Γι’ αυτό θά τελειώσουμε τήν μικρή μας ναφορά στά πάθη μέ τήν ναφορά στά μαρτήματα τν τριν μερν τς ψυχς καί στήν θεραπεία κάθε ντίστοιχης μαρτίας. Στήν συνέχεια, θά ναφερθομε καί στήν πρόληψη τν παθν καί τν μαρτιν, διά τς καταπολέμησης τν ντίστοιχων λογισμν.
Ποιά εναι τά μαρτήματά τν τριν μερν τς ψυχς καί πς θεραπεύονται.
Γράφει
γιος ωάννης Δαμασκηνός: « ψυχ διαιρεται σ τρία μέρη, τ λογιστικό, τ θυμικό, κα τ πιθυμητικό.
Το
λογιστικο μαρτήματα εναι ατά: πιστία, αρεση, φροσύνη, βλασφημία, χαριστία, κα ο συγκαταθέσεις τν μαρτημάτων, ο ποες γίνονται π τ παθητικ μέρος. αση κα θεραπεία ατν τν κακν, εναι δίστακτη πίστη στ Θε κα τ ληθιν κα χωρς πλάνη ρθόδοξα δόγματα τς εσέβειας, διάκοπη μελέτη τν λόγων το Πνεύματος, καθαρ κα διάλειπτη προσευχή, κα εχαριστία πρς τν Θεό.
Τ
μαρτήματα το θυμικο εναι τ ξς: σπλαχνία, τ μίσος, συμπάθεια, μνησικακία, φθόνος, φόνος κα συνεχς ατν κα τν παρομοίων μελέτη. αση κα θεραπεία τους εναι φιλανθρωπία, γάπη, πραότητα, φιλαδελφία, συμπάθεια, νεξικακία κα καλοσύνη.
Το
πιθυμητικο τ μαρτήματα εναι τ ξς: γαστριμαργία, λαιμαργία, ονοποσία, πορνεία, μοιχεία, καθαρσία, σελγεία, φιλοχρηματία, πιθυμία τς κενς δόξας, κα πιθυμία χρυσο κα πλούτου κα σαρκικν πολαύσεων. αση κα θεραπεία ατν εναι νηστεία, γκράτεια, κακοπάθεια, κτημοσύνη, τ σκόρπισμα τν χρημάτων στος φτωχούς, πιθυμία τν μελλόντων κείνων γαθν, πόθος τς βασιλείας το Θεο κα πιθυμία τς θείας υοθεσίας»[16].

Πρόληψη διά τς καταπολέμησης τν κακν λογισμν
Επαμε τι ο κακοί λογισμοί εναι ρχή τς μαρτίας καί τς δημιουργίας τν παθν. Θά πρέπει λοιπόν νά καταπολεμηθον ο κτώ βασικοί λογισμοί τς κακίας γιά νά καταπολεμηθον τά ντίστοιχα πάθη καί ο μαρτίες στίς ποες ατά δηγον.
τρόπος μς διδάσκεται πό τόν γιο ωάννη τόν Δαμασκηνό:
« κατάργηση τν κτ παθν ς γίνεται μ τν ξς τρόπο.
Μ τν γκράτεια καταργεται γαστριμαργία.
Μ
τν θεο πόθο κα τν πιθυμία τν μελλόντων γαθν καταργεται πορνεία.
Μ
τν συμπάθεια πρς τος φτωχος καταργεται φιλαργυρία.
Μ
τν γάπη κα τν καλοσύνη πρς λους καταργεται ργή.
Μ
τν πνευματικ χαρ καταργεται κοσμικ λύπη.
Μ
τν πομονή, τν καρτερία κα τν εχαριστία πρς τν Θε καταργεται κηδία.
Μ
τν κρυφ ργασία τν ρετν κα τν συνεχή προσευχ μ συντριβ καρδις, καταργεται κενοδοξία.
Μ
τ ν μν κρίνει κανες τν λλο ν τν ξευτελίζει, πως κανε λαζόνας Φαρισαος, λλ ν νομίζει τν αυτ του τελευταο π λους, καταργεται ἡὑπερηφάνεια»[17].

πιλογικά
λα τά νωτέρω ταν μία συνοπτική ναφορά στό τί εναι τά πάθη, πς δημιουργονται, ποιά εναι τά ποτελέσματά τους καί πς θεραπεύονται. ς εχηθομε μέ τήν Χάρη το Θεο καί τίς εχές τς περαγίας Θεοτόκου καί Πάντων τν γίων νά ναδεικνυόμαστε νικητές στήν μάχη ναντίον τν παθν μας, γιά νά ξιωθομε το Θείου Φωτισμο καί τς Βασιλείας το Θεο. μήν!

Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης