1.
Πρώτη μας αγάπη ο Χριστός!

 

 

 «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι»

Τὴν προηγούμενη Κυριακὴ γιορτάσαμε τὴν Πεντηκοστή· σήμερα, Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάν­των, γιορτάζουμε τὸν καρπὸ τῆς Πεντηκοστῆς: ὅλους τοὺς Ἁγίους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τὸν ἀπόστολο Πέτρο νὰ λέει πρὸς τὸν Κύριο: «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι».

 

Νά, ἐμεῖς, Κύριε, τὰ ἀφήσαμε ὅλα γιὰ Σένα καὶ Σὲ ἀκολουθήσαμε. Ἡ φωνὴ αὐτὴ ὅμως εἶναι φωνὴ ὅλων τῶν Ἁγίων. Ἂς μελετήσουμε λοιπὸν σήμερα πολὺ σύντομα τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων, ποὺ τὰ ἄφησαν ὅλα γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἂς δοῦμε πῶς μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε.

  1. Τὰ ἄφησαν ὅλα γιὰ τὸν Χριστὸ

Οἱ Ἅγιοι ἀγάπησαν τὸν Κύριο μὲ ὅλη τὴν ὕ­παρ­ξή τους, χωρὶς κρατούμενα. Ὅταν ἔλαβαν τὴν ὁριστικὴ κλήση ἀπὸ τὸν Κύριο, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. Ἐγκατέλειψαν τὴν προηγούμενη ζωή τους καὶ δόθηκαν ὁλοκληρωτικὰ σὲ Ἐκεῖνον. Ἔγιναν «οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ»· ἀκολούθησαν τὸ Ἀρ­νίο, τὸν Χριστό, ὅπου πήγαινε· «οὐκ ἠγάπη­σαν τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἄχρι θανάτου», δὲν ἀγάπη­σαν τὴ ζωή τους, ἀλλὰ τὴν περιφρόνησαν μέχρι θανάτου (Ἀποκ. ιδ´ 4, ιβ´ 11). Θυσίασαν τὰ πάντα γιὰ Ἐκεῖνον, μέχρι καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους.

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι σὲ μιὰ στιγμὴ τὰ ἐγκατέλειψαν ὅλα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. Οἱ ἅγιοι Μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους, συνήθως μετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια, γιὰ τὴν ἀγάπη τους πρὸς Αὐτόν. Ἄλλοι ἔφυγαν στὶς ἐρήμους καὶ ἔζησαν ἀγγελι­κὴ ζωὴ μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ θαυμαστὴ σκληραγωγία. Ἄλλοι ἁγίασαν μέσα στὸ γάμο. Ἄλλοι ἔζησαν σὲ ἀνάκτορα, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὰ βασιλικὰ ἐνδύματα φοροῦσαν τρίχινο σάκκο καὶ περνοῦσαν τὶς νύχτες τους μὲ προσευχὴ καὶ κρυφὲς ἀγαθοεργίες.

Τί πειρασμοὺς ὑπέμειναν οἱ Ἅγιοι Πάν­τες γιὰ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Χριστό! Πόσο τοὺς πολέμησαν οἱ δαίμονες! Πόσο τοὺς χλεύασαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου! Καὶ ὅμως ἄντεξαν, νίκησαν· τὰ ἄφησαν πραγματικὰ ὅλα γιὰ τὸν Χριστό, διότι ὄν­τως Τοῦ ἔδωσαν τὴν καρδιά τους!

  1. Μιμητὲς τῶν Ἁγίων

Μεγαλειῶδες τὸ πανόραμα τῶν Ἁγίων Πάντων, ποὺ ξετυλίγει μπροστά μας ἡ σημερινὴ Κυριακή! Ἀτενίζουμε τὶς ἱερὲς μορφές τους καὶ μιὰ ἐπιθυμία ξεπηδᾶ ἀπὸ τὴν καρδιά μας: «Θέλω κι ἐγὼ νὰ γίνω σὰν κι αὐτούς!». Ἀλλὰ πῶς; Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι.

Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ, ὅταν τὸν ρώτησαν τί ἔλειπε ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς του καὶ δὲν εἶχαν τοὺς καρποὺς τῆς ἁγιότητος ποὺ ἄλλοτε ἦταν τόσο ἄφθονοι, ἀπάντησε: «Δὲν λείπει παρὰ μόνο μία προϋπόθεση: ἡ ἀπόφαση». Οἱ Ἅγιοι δὲν ἦταν φτιαγμένοι ἀπὸ ἄλλο ὑλικό· ἦταν ἄνθρωποι σὰν κι ἐμᾶς. Σὲ ἕνα διέφεραν: στὸ ὅτι πῆραν στὰ σοβαρὰ τὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας τους.

Ἄλλωστε θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι πολυτέλεια. «Διώκετε… τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον», γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. ιβ´ 14). Ὄχι ἁπλῶς νὰ κάνετε κάποια προσπάθεια γιὰ τὸν ἐξαγιασμό σας, ἀλλὰ «διώκετε»· νὰ τὸν ἐπιδιώκετε δηλαδὴ μὲ ὅλες σας τὶς δυνάμεις. Διότι χωρὶς ἁγιότητα κανεὶς δὲν θὰ δεῖ τὸν Κύριο. Στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, μετὰ ἀπὸ χρόνια πνευματικοῦ ἀγώνα, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε τουλάχιστον κάποια σημάδια ἀναγεννήσεως ἐπάνω μας, γιὰ νὰ βροῦμε ἔλεος.

Ἐξάλλου ἂς μὴ μᾶς ἀπογοητεύουν οἱ ἄφθαστες ἐπιδόσεις τῶν Ἁγίων. Γράφει πολὺ σοφὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης: Τὸ νὰ θαυμάζεις τὴν ἄσκηση τῶν Ἁγίων, εἶναι καλό· τὸ νὰ ἔχεις ζῆλο νὰ τὴν ἐφαρμόσεις, προξενεῖ τὴ σωτηρία. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλεις νὰ μιμηθεῖς μονομιᾶς τὴ ζωή τους, αὐτὸ εἶναι παράλογο καὶ ἀδύνατο (Κλῖμαξ Δ´ λδ´).

Ἕνας οἰκογενειάρχης δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀσκητής· καλεῖται ὅμως νὰ ἁγιασθεῖ μέσα στὸ στίβο τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς. Ἕνας ἐπιχειρηματίας δὲν μπορεῖ νὰ παραμελήσει τὴν ἐπιχείρησή του. Θὰ ἀγωνισθεῖ ὅμως νὰ μὴ γίνει δοῦλος τοῦ χρήματος καὶ νὰ μὴν παραμελήσει τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Σὲ κάθε περίπτωση, μποροῦμε καὶ πρέπει μέσα στὴν καρδιά μας νὰ δώσουμε τὴν πρώτη θέση στὸ Χριστὸ καὶ νὰ βάλουμε σὲ δεύτερη μοίρα ὅλα τὰ ἄλλα.

***

Ἀδελφοί, σήμερα ἡ Ἐκκλησία προβάλλει μπροστά μας τὰ ἐκλεκτὰ παιδιά της, τοὺς Ἁγίους, καὶ μᾶς καλεῖ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Ἂς πάρουμε τὴν ἀπόφαση ποὺ μᾶς λείπει. Ἂς συγκινήσει τὶς καρδιές μας τὸ ἰδανικὸ τῆς ἁγιότητος. Καὶ ἂς ἀγωνιζόμαστε μὲ κάθε φιλοτιμία ζητώντας τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ· ζητώντας τὶς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων. Γιατὶ οἱ Ἅγιοι δὲν εἶναι σκιὲς τοῦ παρελθόντος· ζοῦν τώρα – καὶ γιὰ πάντα – στὸν οὐρανό. Καὶ πρεσβεύουν γιὰ μᾶς. Εἰδικὰ σήμερα μᾶς ἁπλώνουν τὸ χέρι αὐτοί, οἱ ὀλυμπιονίκες τοῦ πνεύματος, νὰ εἰσέλθουμε κι ἐμεῖς στὸ πνευματικὸ στάδιο καὶ νὰ ἀθλήσουμε, μὲ πίστη καὶ ταπείνωση, μὲ ὑπομονὴ καὶ αὐταπάρνηση, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὸ ἄφθαρτο στεφάνι τῆς νίκης καὶ τῆς αἰώνιας δόξας στὴ Βασιλεία τῆς Παναγίας Τριάδος.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

“ΠΟΘΗΣΟΝ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ”

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

 

 Όταν το βλέμμα μας στραφεί στους αγίους, όταν τους μελετάμε, γεννιέται μέσα μας ο πόθος της ζωής τους. Βλέπομε την αληθινότητά τους, την οικειότητά τους με τον Θεό, ότι έζησαν απλά, ταπεινά και ειρηνικά. Βλέπομε ότι ήταν και αυτοί όπως εμείς, θνητοί, αμαρτωλοί, ότι πέρασαν τα ίδια στάδια που περνάμε και εμείς. Όπου είμαι εγώ τώρα, ήταν κάποτε και αυτοί, τώρα όμως είναι άγιοι επάνω στον ουρανό.
…Εσύ μίλησε στον άγιο, ακολούθησέ τον, κάνε τον δικό σου. Ζήτησε τις προσευχές του, ζήτησε ό,τι χρειάζεσαι.

Κατά κανόνα ό,τι ζητάμε, ο Θεός μας το δίνει μέσ των αγίων. Το κάνει αυτό, για να μην καταργήσει την ισορροπία της κοινωνικής σχέσεώς μας. Ενεργεί όπως ενεργούμε και εμείς στις εργασίες μας. Η μία εργασία εξαρτάται από την άλλη, και έτσι ο ένας γίνεται κοινωνός των χαρισμάτων και των προσευχών του άλλου.
Διά μέσου των αγίων μ
ς χαριτώνει ο Θεός, μς μορφώνει, μς αποκαλύπτεται. Εάν θα θέλαμε να πάμε απ’ ευθείας στον Θεό, θα αγνοούσαμε το σώμα του Χριστού, την αληθινότητα και την οντότητά του, θα αγνοούσαμε την ίδια την Εκκλησία και θα βαδίζαμε προς τον Κύριο ως ψευδείς Προτεστάντες, χωρίς να τον συναντήσουμε.

Διότι δεν μπορείς να βρείς τον Κύριο, παρά μόνο περιστοιχιζόμενο, περικαλυπτόμενο από τους αγίους, οι οποίοι είναι τόσοι πολλοί, ώστε σχηματίζουν νέφη, χωρίς να αφήνουν ελεύθερο χώρο, για να τον δείς από μακριά.”

3.

Γιὰ τοὺς Ἁγίους

Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης

«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει ὁ Κύριος (πρβλ. Παρ. η’ 17, Α’ Βασιλ. β’ 30).

Ὁ Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας. Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας. Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων. Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία. Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους. Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου. Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα – ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με». Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου. Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο. Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

4.

Περί τῶν Ἁγίων

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Προοίμιον εἰς τόν Συναξαριστήν

Kαιρός ἤδη εἶναι νά καλέσω ἅπαντας τούς χριστιανούς εἰς τήν τοῦ Συναξαριστοῦ τούτου ἀνάγνωσιν. Ἔλθετε λοιπόν πάντες οἱ πατριάρχαι, ἀρχιερεῖς τε καί ἱερεῖς, καί ὅσοι τῆς τῶν κληρικῶν τυγχάνετε τάξεως. Ἔλθετε βασιλεῖς καί ἡγεμόνες καί ἄρχοντες. Ἔλθετε πάντες οἱ ἀπό Χριστοῦ ὀνομαζόμενοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Κυρίου, ἄνδρες καί γυναῖκες, μικροί καί μεγάλοι, νέοι καί γέροντες.

Ὁ γάρ Συναξαριστής οὗτος, πολύφωτός ἐστιν Οὐρανός, ὁ ὁποῖος, ὡς μέγαν μέν Φωστῆρα καί λαμπρότατον Ἥλιον ἔχει τόν Δεσπότην Χριστόν. ὡς Σελήνην δέ ἀργυροειδῆ καί πλησιφαῆ ἔχει τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. ὡς ἀστέρας δέ ἀπλανεῖς καί ἀνεκλείπτους περιέχει ὅλους τούς χορούς τῶν ἁγίων ἁπάντων. Ὅθεν φωτίζει, θερμαίνει, ζωοποιεῖ καί διεγείρει πρός γονιμότητα τῶν ἀρετῶν, ὅλην τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, καί πᾶσαν τήν ὑφήλιον Κτίσιν.

Ὁ Συναξαριστής οὗτος, δικαίως πρέπει νά ὀνομασθῇ Κῆπος πολυειδής καί εὐωδέστατος τῆς τοῦ Χριστοῦ ἁγίας Ἐκκλησίας, γεμάτος ἀπό Ρόας καί Ἀκρόδρυα. ἀπό Νάρδους καί Κρόκους. ἀπό Καλάμους καί Ὑακίνθους. ἀπό Ναρκίσσους καί Κινναμώμους καί ἀπό ὅλα τά πρώτιστα καί εὐωδέστατα μῦρα τε καί ἀρώματα. μέ τοῦ ὁποίου τάς ἀγλαΐας καί χάριτας, αὕτη γλυκαίνει, εὐφραίνει, χαροποιεῖ καί εὐωδιάζει τά ἐδικά της τέκνα, ἕκαστον κατά τήν οἰκίαν τάξιν καί τό ἐπάγγελμα. Περί οὗ ἔγραφεν ἡ Ἀσματίζουσα Νύμφη: «ἔρχου Νότε, διάνευσον Κῆπόν μου, καί ρευσάτωσαν ἀρώματά μου» (Ἆσμ. δ’ 16), καί πάλιν: «καταβήτω ἀδελφιδός μου εἰς κῆπον αὐτοῦ, καί φαγέτω καρπόν ἀκροδρύων αὐτοῦ» (Ἆσμ. ε’ 1). Ὅθεν διά τόν κῆπον τοῦτον, δίκαιον εἶχε νά γράφῃ πρός Αὐτόλυκον Θεόφιλος ὁ ἕκτος τῆς Ἀντιοχείας ἐπίσκοπος, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι κατά ἀλήθειαν Κῆπος, εἰς τόν ὁποῖον εὑρίσκονται Ρόδα μαρτύρων, Κρῖνα Παρθένων, Ἴα χηρευουσῶν καί Κισσοί τῶν ὑπάνδρων.

Διά τοῦτο ἡ Μαγδαληνή Μαρία, καί λανθασθεῖσα (διά νά εἰπῶ ἔτσι) δέν ἐλανθάσθη, καί παραγνωρίσασα, δέν ἐπαραγνώρισεν, ὅταν ἐν τῷ κήπῳ ἐνόμισεν ὡς κηπουρόν τόν Δεσπότην Χριστόν. Ἐπειδή ὁ Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἐστάθη ὁ ἀληθινός κηπουρός τοῦ Κήπου τούτου Συναξαριστοῦ, καί Αὐτός ἐφύτευσεν ἐν αὐτῷ μέ τήν παντοδύναμον δεξιάν Του, τά πολυειδῆ καί παντοδαπά καί πολυποίκιλα δένδρα τῶν ἁγίων ἁπάντων, καί ἔδειξεν αὐτόν ἀσυγκρίτως καλλίτερον ἀπό τούς ἐν τῇ Ἀσίᾳ κήπους καί παραδείσους, οὕς ἐφύτευσεν ὁ βασιλεύς Κῦρος. καί ἀπό τούς κρεμαστούς κήπους τῆς Βαβυλῶνος, οἵτινες ἦτον ἕνα ἀπό τά ἑπτά θαύματα τοῦ Κόσμου, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν, ὁ καρπός ὅλος τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου, καί τό τέλος τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, τῆς γενομένης κατά τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς. καί τό κέρδος ὅλον τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ κηρυχθέντος ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ ὑπό τῶν ἱερῶν ἀποστόλων, ἐστάθησαν οἱ ἅγιοι Πάντες, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους περιέχονται ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ. Ὅθεν περί τοῦ καρποῦ τούτου ἔλεγεν ὁ Κύριος πρός τούς ἱερούς ἀποστόλους: «ἐν τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ Πατήρ μου, ἵνα καρπόν πολύν φέρητε, καί γενήσεσθε ἐμοί μαθηταί» (Ἰωάν. ιε’ 8).

Ὁ Συναξαριστής οὗτος πρέπει νά ὀνομασθῇ κοινόν ψυχῶν ἰατρεῖον, ἀπό τό ὁποῖον κάθε Χριστιανός, ὁποίας ἄν εἴη τάξεως καί βαθμοῦ, λαμβάνει τήν ἰατρείαν τοῦ πάθους του. ὅθεν εἶπεν ὁ μέγας Βασίλειος: «οἱ βίοι τῶν μακαρίων ἀνδρῶν ἀνάγραπτοι παραδεδομένοι, οἷον εἰκόνες τινές ἔμψυχοι τῆς κατά Θεόν πολιτείας, τῷ μιμήματι τῶν ἀγαθῶν ἔργων πρόκεινται. καί τοίνυν, περί ὅπερ ἄν ἕκαστος ἐνδεῶς ἔχοντος ἑαυτοῦ αἰσθάνεται, ἐκείνῳ προσδιατρίβων, οἷον ἀπό τινος κοινοῦ ἰατρείου, τό πρόσφορον εὑρίσκει τῷ ἀρρωστήματι φάρμακον» (Ἐπιστ. α’). Καί καθώς οἱ ζωγράφοι, ὅταν θέλουν νά μεταγράψουν καμμίαν εἰκόνα ἀπό ἄλλην εἰκόνα, ἀποβλέπουν συχνά εἰς τό πρωτότυπον, καί ἔτσι μιμοῦνται τοῦτο καί μεταφέρουν εἰς τήν εἰδικήν τους εἰκόνα. τοιουτοτρόπως καί οἱ Χριστιανοί, ὅσοι θέλουν νά μιμηθοῦν ἀκριβῶς τάς ἀρετάς τῶν ἁγίων, τῶν ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ περιεχομένων, συχνά πρέπει νά ἀναγινώσκουν τούς βίους αὐτῶν καί τά Συναξάρια, ὡς εἶπε πάλιν τοῦτο ὁ μέγας Βασίλειος: «ὥσπερ οἱ ζωγράφοι, ὅταν ἀπό εἰκόνων εἰκόνα γράφωσι, πυκνά πρός τό ἑαυτῶν σπουδάζουσι μεταθεῖναι φιλοτέχνημα. οὕτω δή τόν ἐσπουδακότα ἑαυτόν πᾶσι τοῖς μέρεσι τῆς ἀρετῆς ἀπεργάσασθαι τέλειον, οἱονεί πρός ἀγάλματα κινούμενα καί ἔμπρακτα, τούς βίους τῶν ἁγίων ἀποβλέπειν, καί τό ἐκείνων ἀγαθόν, οἰκεῖον ποιεῖσθαι διά μιμήσεως» (αὐτόθι).

Παραδείγματος χάριν, ἐάν ἐσύ ὁ ἀναγινώσκων εἶσαι Πατριάρχης, ἀναγίνωσκε τά ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ περιεχόμενα Συναξάρια τῶν μακαρίων ἐκείνων καί ἁγίων Πατριαρχῶν, οἵτινες εὐηρέστησαν τῷ Θεῷ διά θεωρίας καί πράξεως. Ἐάν εἶσαι ἀρχιερεύς, μιμοῦ τούς ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ ἁγίους καί ἀοιδίμους ἐκείνους ἀρχιερεῖς. Ἐάν ὑπάρχῃς ἱερεύς, ἀκολούθει εἰς τούς ἐνταῦθα περιεχομένους εὐλαβεῖς καί ἁγίους ἱερεῖς, οἵτινες φυλάξαντες καθαρόν τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἐχρημάτισαν φίλοι Θεοῦ. Ἐάν ἔχῃς τό τοῦ διακόνου ἐπάγγελμα, ἀπόβλεπε εἰς τό παράδειγμα τῶν εὐαρεστησάντων τῷ Χριστῷ διακόνων, ἤ δι᾽ ὁμολογίας ἤ διά μαρτυρίου ἤ διά ἀρετῆς, οἵτινες περιέχονται ἐν ταύτῃ τῇ βίβλῳ. Ἐάν ἐνεδύθῃς τό μοναχικόν σχῆμα καί ἔγινες μοναχός, μιμοῦ τά ἐνταῦθα ἀναφερόμενα πολυάριθμα πλήθη τῶν ὁσίων καί μοναχῶν, οἵτινες καταφρονήσαντες τῶν γηΐνων ἁπάντων, καί ἄραντες ἐπί ὤμων τόν ἐλαφρόν ζυγόν τοῦ Χριστοῦ, ἐπολιτεύθησαν θεαρέστως, καί τῆς αἰωνίου δόξης κατηξιώθησαν, καί φεῦγε μέν τά παραδείγματα τῆς παρακοῆς, ὁποῖα μάλιστα εἶναι ὁ μοναχός ἐκεῖνος καί μάρτυς, οὗ ἡ διήγησις ἀναφέρεται κατά τήν δεκάτην πέμπτην τοῦ Ὀκτωβρίου, καί ὁ μοναχός Μάλχος, οὗ ἡ διήγησις εὑρίσκεται κατά τήν εἰκοστήν ἕκτην Μαρτίου. ζήλου δέ καί ἀκολούθει εἰς τά παραδείγματα τῆς ὑπακοῆς, ὀποῖα εἶναι, Ἀκάκιος ὁ ἐν τῇ Κλίμακι, ὁ ἐν τῇ εἰκοστῇ ἕκτῃ τοῦ Νοεμβρίου ἀναφερόμενος, καί Παῦλος ὁ ἁπλοῦς, ὁ ἑορταζόμενος κατά τήν ἑβδόμην Μαρτίου. Ἐάν εἶσαι Παρθένος μοναχή, τρέχε ὀπίσω εἰς τά ἴχνη τόσων καί τόσων Παρθένων καί μοναζουσῶν, τῶν ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ περιεχομένων, καί γίνου παρθένος, ὄχι μόνο κατά τό σῶμα, ἀλλά καί κατά τήν ψυχήν. ὄχι μόνον κατά τάς αἰσθήσεις, ἀλλά καί καθ᾽ ὅλας τάς κινήσεις, τάς σωματικάς τε καί ψυχικάς. Ἄκουσον γάρ τί λέγει ὁ Χρυσορρήμων: «τήν παρθένον, οὐ τῷ σώματι μόνον καθαράν εἶναι δεῖ, ἀλλά καί τῇ ψυχῇ. εἴγε μέλλοι τόν ἅγιον ὑποδέχεσθαι Νυμφίον». καί πάλιν: «Παρθενείας ὅρος, τό καί σώματι καί πνεύματι εἶναι ἁγίαν» (Λόγ. Παρθενίας)…

Ἐάν ἦσαι βασιλεύς, ἀκολούθει εἰς τά ἴχνη τῶν ἐνταῦθα περιεχομένων ἀοιδίμων ἐκείνων βασιλέων, τοῦ μεγάλου, λέγω, Κωνσταντίνου, τοῦ κατά τήν εἰκοστήν πρώτην τοῦ Μαΐου ἑορταζομένου. τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου, τοῦ κατά τήν δεκάτην ἑβδόμην Ἰανουαρίου μνημονευομένου. Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, τοῦ ἀναφερομένου κατά τήν εἰκοστήν ἐννάτην τοῦ Ἰουλίου. Μαρκιανοῦ οὗ ἡ μνήμη τελεῖται κατά τήν δεκάτην ἑβδόμην Φεβρουαρίου, Ἰωάννου Βατάζη τοῦ ἐλεήμονος, ὅστις ἑορτάζεται κατά τήν τετάρτην τοῦ Νοεμβρίου καί Ἰωάννου Βλαδιμήρου τοῦ Θαυματουργοῦ, τοῦ κατά τήν εἰκοστήν δευτέραν Μαΐου ἑορταζομένου. οἵτινες ὅλοι δέν ἐμποδίσθησαν ἀπό τόν ὄγκον τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος, ἀλλά ἀγαπήσαντες τόν Θεόν, ἐφύλαξαν τάς τούτου ἐντολάς καί ἐσώθησαν. Ἐάν εἶσαι βασίλισσα, εἴτε μήτηρ βασιλέως, εἴτε γυνή, εἴτε θυγάτηρ ἤ Δόμνα ἤ Ἀρχόντισσα, ἔχε εἰς παράδειγμα τάς ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ ἀναφερομένας Ἀρχοντίσσας καί βασιλίσσας, ὁποῖαι μάλιστα εἶναι, ἡ βασίλισσα Ἑλένη, ἡ κατά τήν εἰκοστήν πρώτην Μαΐου ἑορταζομένη, ἡ Πλακίλλα, ἡ κατά τήν δεκάτην τετάρτην τοῦ Σεπτεμβρίου ἀναφερομένη, ἡ Θεοφανώ, ἡ μνημονευομένη κατά τήν δεκάτην ἕκτην τοῦ Δεκεμβρίου, ἡ Πουλχερία, ἧς ἡ μνήμη γίνεται κατά τήν δεκάτην τοῦ Σεπτεμβρίου, ἡ Σωπάτρα, ἡ θυγάτηρ τοῦ Μαυρικίου βασιλέως, ἡ ἑορταζομένη κατά τήν ἐννάτην τοῦ Νοεμβρίου, ἡ Μαρκιανή, ἥτις μνημονεύεται κατά τήν εἰκοστήν ἑβδόμην Ἰανουαρίου, ἡ Θεοδώρα, ἡ σύζυγος Ἰουστίνου, ἡ κατά τήν δεκάτην πέμπτην τοῦ Νοεμβρίου ἀναφερομένη, ἡ Θεοδώρα, ἡ συστήσασα τήν ὀρθοδοξίαν καί κατά τήν ἑνδεκάτην Φεβρουαρίου ἑορταζομένη, ἡ Φευρωνία, ἡ θυγάτηρ Ἡρακλείου τοῦ βασιλέως, ἥτις ἑορτάζεται κατά τήν εἰκοστήν ὀγδόην τοῦ Ὀκτωβρίου. Αὗται γάρ αἱ ἀοίδιμοι, βασιλείαν καί τά τῆς βασιλείας καλά, ὡς σκύβαλα λογισάμεναι, διά τήν ἀγάπην τοῦ Βασιλέως τῶν βασιλέων Χριστοῦ, ἀντί τῆς ἐπιγείου βασιλείας, ἔγιναν κληρονόμοι τῆς Οὐρανίου.

Ἐάν εἶσαι ἄρχων καί κριτής καί ἐξουσιαστής, μιμοῦ τόσους καί τόσους ἄρχοντας καί ἐξουσιαστάς τούς ἐδῶ ἀναφερομένους, οἵτινες διατί δέν εἶχον προσπάθειαν εἰς τήν ἀρχοντίαν καί ἐξουσίαν τους, διά τοῦτο οὐδέ ἐπαρέβηκαν τούς ὅρους τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά δικαίως πολιτευσάμενοι, εὐηρέστησαν τῷ Θεῷ. Ὁποῖος μάλιστα ἦτον ὁ μακάριος Φιλογόνιος, ὁ κατά τήν εἰκοστήν Δεκεμβρίου ἑορταζόμενος. ὁ ἀοίδιμος Θεόδουλος ὁ ἀπό ἐπάρχων, ὁ κατά τήν τρίτην τοῦ Δεκεμβρίου ἀναφερόμενος, καί ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος ὁ Μεδιολάνων, ὁ ἐν τῇ ἑβδόμῃ τοῦ Δεκεμβρίου ἑορταζόμενος.

Ἀνίσως εὑρίσκεσαι εἰς τήν κατωτέραν τάξιν τῶν λαϊκῶν καί γυναικί συνδεδεμένων, μή λυπηθῇς διά τοῦτο, ἀλλά ἔχε παράδειγμα τῆς ζωῆς σου πάμπολλα πλήθη τῶν ἐνταῦθα γεγραμμένων λαϊκῶν, οἵτινες διατί ἐφύλαξαν τάς ἐντολάς τοῦ Κυρίου, καί δέν ἦτον προσηλωμένοι εἰς τά τοῦ κόσμου πράγματα, ἔγιναν σκεύη ἐκλογῆς καί ἔζησαν εἰς τόν κόσμον ὄντες, ὡσάν ἔξω τοῦ κόσμου, καί ὡσάν νά ἦτον εἰς τήν ἡσυχίαν καί ἔρημον, ὁποῖος μάλιστα ἦτον ὁ ἅγιος Φιλάρετος ὁ ἐλεήμων, ὁ κατά τήν πρώτην τοῦ Δεκεμβρίου ἑορταζόμενος, Μέτριος ὁ γεωργός, ὁ κατά τήν πρώτην τοῦ Ἰουνίου ἀναφερόμενος, καί Ζαχαρίας ὁ τσαγκάρης, οὗ ἡ διήγησις ἀναφέρεται κατά τήν δεκάτην ἑβδόμην τοῦ Νοεμβρίου. Παρακινεῖ δέ σε εἰς τοῦτο καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγων. «Δυνατόν καί σφόδρα δυνατόν, καί γυναῖκας ἔχοντας τήν ἀρετήν μετιέναι, ἐάν θέλωμεν. πῶς; ἐάν ἔχοντες γυναῖκα ὡς μή ἔχοντες ὦμεν. ἐάν μή χαίρωμεν ἐπί κτήσεσιν. ἐάν τῷ κόσμῳ χρώμεθα, ὡς μή καταχρώμενοι. οἱ δέ τινες ἐνεποδίσθησαν ἀπό γάμου ἰδέτωσαν, ὅτι οὐχ ὁ γάμος ἐμπόδιον, ἀλλ᾽ ἡ προαίρεσις ἡ κακῶς χρησαμένη τῷ γάμῳ. ἐπεί οὐδέ ὁ οἶνος ποιεῖ τήν μέθην, ἀλλ᾽ ἡ κακή προαίρεσις, καί τό πέραν τοῦ μέτρου χρῆσθαι. μετά συμμετρίας τῷ γάμῳ χρῶ, καί πρῶτος ἐν τῇ βασιλείᾳ ἔσῃ, καί πάντων ἀπολαύσεις τῶν ἀγαθῶν» (Λογ. ζ’ εἰς τήν πρός Ἑβραίους). Ἐάν εἶσαι γυνή συνδεδεμένη μέ ἄνδρα, καί ἔχουσα τέκνα, μή ἀποκάμῃς διά τοῦτο, μηδέ ἀπελπίσῃς διά τήν σωτηρίαν σου. Ἐδῶ εὑρίσκεις πολλάς ἁγίας γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι ὅμοιαι οὖσαι μέ ἐσένα, δέν ἐμποδίσθησαν ἀπό τόν κόσμον καί τά τοῦ κόσμου πράγματα, ἀλλά καλῶς αὐτά μεταχειρισθεῖσαι, ἔλαμψαν ἐν τῷ κόσμῳ διά τῶν ἀρετῶν, ὡς ἡ Σελήνη λάμπει ἐν τῷ καιρῷ τῆς νυκτός, καθώς μάλιστα εἶναι ἡ μακαρία Θεοκλητώ, ἡ ἑορταζομένη κατά τήν τρίτην τοῦ Αὐγούστου, καί Σοφία ἡ ἐξ Αἴνου, ἥτις ἀναφέρεται κατά τήν τετάρτην τοῦ Ἰουνίου.

Τί νά περιττολογῶ; ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ εὑρίσκεις, ἀγαπητέ ἀναγνώστα, τά ἕξ ἐκεῖνα τάγματα τῶν εὐαρεστησάντων Χριστῷ, τά ὁποῖα ἀναφέρει ἡ τοῦ Χριστοῦ ἁγία Ἐκκλησία, ψάλλουσα. «ἀπόστολοι, μάρτυρες καί προφῆται, ἱεράρχαι, ὅσιοι καί δίκαιοι», ἤτοι ἐδῶ εὑρίσκεις τάγματα ἀποστόλων, τάγματα μαρτύρων, τάγματα προφητῶν, ἱεραρχῶν ὁσίων καί δικαίων. Ὅθεν ἐάν φθάσῃς εἰς τόν βαθμόν τῶν ἱερῶν ἀποστόλων καί γένῃς ἰσάποστολος καί κῆρυξ τοῦ Εὐαγγελίου, μιμοῦ τούς ἐνταῦθα ἱερούς ἀποστόλους, μηδέν ἔχων καί πάντα κατέχων, ἀόκνως τρέχων καί κηρύττων τό Εὐαγγέλιον «ἵνα φανῶσιν οἱ πόδες σου ὡραῖοι, κατά τόν Ἡσαΐαν, εὐαγγελιζομένου τήν εἰρήνην καί τά ἀγαθά» (Ἡσ. νβ’ 7). Ἐάν, ἀγαπητέ, ποθῇς μαρτυρῆσαι, μιμοῦ τάς χιλιάδας καί μυριάδας καί μιλλιώνια τῶν ἐνταῦθα γεγραμμένων ἁγίων μαρτύρων, νομίμως ἀθλῶν καί καλῶς τόν καλόν ἀγῶνα ἀγωνιζόμενος, ἵνα καί νομίμως λάβῃς τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανον. ἤκουσας γάρ τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέγοντος. «Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ» (Β’ Τιμ. β’ 5). Καθώς καί ὁ ἐνταῦθα περιεχόμενος ἅγιος μάρτυς Ἀναστάσιος ὁ Πέρσης, ὁ κατά τήν εἰκοστήν δευτέραν τοῦ Ἰανουαρίου ἑορταζόμενος, ἀναγινώσκων εἰς τά βιβλία τά μαρτύρια τῶν μαρτύρων, ἐμιμήθη τούτους, καί νομίμως ἐνήθλησεν.

Ἐάν ἀρνήθῃς ποτέ τόν Χριστόν, μή ἀπελπισθῇς διά τοῦτο, ἀλλά ἀνακάλεσον τήν ἦτταν καί πάλαισον δεύτερον μέ τόν ἀπατήσαντά σε διάβολον, μιμούμενος τούς ἐνταῦθα περιεχομένους μάρτυρας, οἵτινες μέ ὅλον ὁπού ἠρνήθησαν τόν Χριστόν, ὕστερον ὅμως ὡμολόγησαν πάλιν παρρησίᾳ τό ὄνομά Του, ἐνίκησαν τόν νικήσαντα τούτους ἐχθρόν, καί ἔλαβον τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Τοιοῦτοι ἀρνησίχριστοι ἐστάθησαν, πάλαι μέν ο ἅγιος μάρτυς Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, ὁ ἑορταζόμενος κατά τήν εἰκοστήν ἑβδόμην τοῦ Νοεμβρίου. ὁ ἅγιος μάρτυς Γοθαζάτ, ὁ καί αὐτός ἐκ τῶν Περσῶν καταγόμενος καί κατά τήν δεκάτην ἑβδόμην τοῦ Ἀπριλίου ἀναφερόμενος. ὁ ἅγιος μάρτυς Παγχάριος ὁ Ρωμαῖος, ὁ κατά τήν δεκάτην ἐννάτην τοῦ Μαρτίου μνημονευόμενος. ὁ ἅγιος ὁσιομάρτυς Κόπρις, ὁ κατά τήν δεκάτην ἑβδόμην τοῦ Δεκεμβρίου ἑορταζόμενος. ὁ ἅγιος μάρτυς Μείραξ ὁ Αἰγύπτιος, ὁ κατά τήν ἑνδεκάτην τοῦ Δεκεμβρίου πανηγυριζόμενος. Τοιοῦτοι δέ ἀρνησίχριστοι ἐστάθησαν εἰς τούς ὑστερινούς καιρούς, καί οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἐν τῷ νέῳ Μαρτυρολογίῳ περιεχομένους, ὧν αἱ μνῆμαι καί τά ὀνόματα ἀναφέρονται ὦδε. Ἀνίσως ἠξιώθῃς νά λάβῃς παρά Θεοῦ τό τῆς προφητείας καί προοράσεως χάρισμα, μιμοῦ τούς ἐνταῦθα προφήτας, ὅσο μᾶλλον ἔλαβες, τοσούτῳ ταπεινούμενος, καί μένων εὐχάριστος πρός τόν δόντα τό χάρισμα, ἵνα μή ὑπερηφανευθείς ἐκπέσῃς τοῦ χαρίσματος.

Ἐάν ἔγινες ἱεράρχης καί ἔλαβες προστασίαν λαοῦ, ἔπου εἰς τά ἴχνη τῶν ἐνταῦθα ἁγίων ἱεραρχῶν καί γενοῦ ποιμήν καλός, τήν ψυχήν σου ὑπέρ τῶν προβάτων τιθέμενος. οὐχί δέ μισθωτός καί τῶν προβάτων μή ἐπιμελούμενος. ἐκ τῶν χειρῶν σου γάρ αἱ ψυχαί τῶν ἀπολλυμένων ἐκζητηθήσονται ὡς λέγει ὁ Ἰεζεκιήλ: «Τάδε λέγει Κύριος Κύριος. ἰδού ἐγώ ἐπί τούς ποιμένας, καί ἐκζητήσω τά πρόβατά μου ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν» (Ἰεζ. ιδ’ 10). Ἀνίσως ἀγαπᾷς τῶν ὁσίων τήν πολιτείαν, βλέπε εἰς τό παράδειγμα τῶν ἐδῶ εὑρισκομένων ὁσίων, καί ἀναθεωρῶν τήν ἔκβασιν τῆς τούτων ἀναστροφῆς, ὡς λέγει ὁ Παῦλος, μιμοῦ τήν πίστιν καί τούς ἀγῶνας. Ἀνίσως ἐπιθυμῇς τῶν δικαίων τήν τάξιν, μή ἀδίκει τόν ἀδελφόν σου. ἔκκλινον ἀπό τῆς πλεονεξίας καί φύλαττε τούς ὅρους τῆς δικαιοσύνης, ἀποδιδούς τά κατ᾽ ἀξίαν ἑκάστῳ. ἤκουσας γάρ τοῦ Παροιμιαστοῦ λέγοντος: «ὅς δίκαιον κρίνει τό ἄδικον, ἄδικον δέ τό δίκαιον, ἀκάθαρτος καί βδελυκτός παρά Θεῷ» (Παρ. ιζ’ 15). Καί ἁπλῶς εἰπεῖν, σπούδαζε ἀγαπητέ, ἵνα εὑρεθῇς μετά θάνατον, εἰς ἕνα ἀπό τά ἀνωτέρω ἕξ τάγματα τῶν εὐαρεστησάντων Θεῷ, ἐργαζόμενος τάς ζωοποιούς ἐντολάς τοῦ Κυρίου, καί τάς ἀρετάς μεταχειριζόμενος.

Ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ δέν περιέχονται δύο καί τρεῖς ἤ δέκα ἤ ἑκατόν ἤ χίλιοι ἅγιοι, ἀλλά χιλιάδες καί μυριάδες καί μιλλιώνια ὁλόκληρα ἁγίων καί σύννεφα πυκνότατα ἀπείρων δικαίων. διατί; διά νά σέ ἀναψύχουν Χριστιανέ, μέ τάς πρεσβείας των, ἀπό τό καῦμα τῶν πειρασμῶν. διά νά σέ δροσίζουν μέ τάς ἐπιρροάς τῶν χαρίτων τους, ὅταν ξηρανθῇς ἀπό τήν φλόγα τῶν παθῶν. διά νά σέ σκεπάζουν ἄνωθεν μέ τάς πτέρυγας τῶν προστασιῶν τους, ἀπό τάς ἐπιβουλάς τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν. καί τελευταῖον, διά νά σέ κάμουν νά μή φοβῆσαι ἀπό τόν ἀόρατον πόλεμον τῶν παθῶν καί δαιμόνων, ἔχων κύκλω σου μίαν ἀναρίθμητον παράταξιν τόσων καί τόσων ἁγίων, οἵτινες εἶναι βοηθοί σου. Καθώς καί ὁ ὑπηρέτης τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, ἐφοβήθη μέν, ὅταν εἶδε τήν παράταξιν τῶν Σύρων, πῶς ἦλθεν ἐναντίον τοῦ διδασκάλου του Ἐλισσαίου. ἀπεδίωξε δέ τόν φόβον, ὅταν εἶδε κύκλω τήν νοητήν παράταξιν τῶν ἁγίων Ἀγγέλων. «Καί ὤρθρισέ φησιν, ὁ λειτουργός Ἐλισσαιέ ἀναστῆναι, καί ἐξῆλθε. καί ἰδού δύναμις κυκλοῦσα τήν πόλιν καί ἵππος καί ἅρμα. καί εἶπε τό παιδάριον πρός αὐτόν, ὦ κύριε, πῶς ποιήσωμεν; καί εἶπεν Ἐλισσαιέ. μή φοβοῦ. ὅτι πλείους οἱ μεθ᾽ ἡμῶν ὑπέρ τούς μετ᾽ αὐτῶν. καί προσηύξατο Ἐλισσαιέ καί εἶπε. Κύριε, διάνοιξον δή τούς ὀφθαλμούς τοῦ παιδαρίου καί ἰδέτω. καί διήνοιξε Κύριος τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ, καί εἶδε. καί ἰδού τό ὄρος πλῆρες ἵππων, καί ἅρμα πυρός περικύκλω Ἐλισσαιέ» (Δ’ Βασιλ. στ’ 15).

Θέλεις ἀγαπητέ νά μάθῃς, πόσον εἶναι τό πλῆθος μόνον τῶν ἁγίων μαρτύρων; ἄκουσον. ἀναφέρεται εἰς τόν κατά Ἀθέων δεύτερον Τόμον τοῦ ἱεροκήρυκος Προκοπίου (σελ. 227 καί 237), ὅτι μερικοί περίεργοι ἱστορικοί, περιεργασθέντες ὅλα τά Μηνολόγια καί Συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας, τά ἐν διαφόροις βίβλοις περιεχόμενα, ἐλογαρίασαν τούς μάρτυρας, ὁπού περιέχονται εἰς αὐτά, καί ἐσημείωσαν, ὅτι εἶναι εἰς τόν ἀριθμόν δέκα μιλλιώνια καί ἐννεακόσιαι πενῆντα χιλιάδες. ὥστε ὁπού, ἐάν αὐτοί μοιρασθοῦν ἰσόμετρα εἰς τάς τριακοσίας ἑξῆντα πέντε ἡμέρας τοῦ χρόνου, πίπτουν εἰς κάθε ἡμέραν νά ἑορτάζωνται τριάντα χιλιάδες μάρτυρες. ὄντως τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τό μέγα σύννεφον, περί οὗ ἔγραφεν ὁ μακάριος Παῦλος «τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων» (Ἑβρ. ιβ’ 1). Ἐάν δέ τινας, καθ᾽ ὑπόθεσιν, ἤθελε ζητήσῃ νά ἀριθμήσῃ καί ὅλους τούς ἀποστόλους καί προφήτας καί ἱεράρχας καί ἱερομάρτυρας καί ὁσίους καί ὁσιομάρτυρας καί ὁμολογητάς. καί ἁπλῶς, πάντας τούς ἁγίους, ἄνδρας τε ὁμοῦ καί γυναῖκας, τόσον τούς ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ περιεχομένους ὅσον καί ἐν ἄλλοις βιβλίοις τῆς Ἐκκλησίας. ἐάν, λέγω, ἤθελε ζητήσῃ τινας νά ἀριθμήσῃ ὅλους τούς ἀνωτέρω ἁγίους καί φίλους τοῦ Θεοῦ, θέλει τούς εὕρῃ νά ὑπερβαίνουν τήν ἄμμον τῆς θαλάσσης εἰς τόν ἀριθμόν, καί θαυμαστικῶς ἔχει νά φωνάξῃ ἐκεῖνο τό τοῦ Δαβίδ: «Ἐμοί δέ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαί αὐτῶν. ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον πληθυνθήσονται» (Ψαλμ. ρλη’ 17). ὅπερ ἑρμηνεύων ὁ Χρυσορρήμων λέγει: «Ἐγώ μέν, αὐτούς τιμῶ. σύ δέ, πολλούς ποιεῖς καί ψάμμου πλείους. οὐ μόνον δέ πολλούς, ἀλλά καί ἰσχυρούς. τό γάρ ἐκραταιώθησαν, τοῦτό ἐστι. καί διπλῆν λέγει τήν εὐημερίαν, τήν τε εἰς πλῆθος, τήν τε εἰς ἰσχύος ἐπίδοσιν».

Ὅθεν, ἄν ὁ Ἰακώβ θεωρήσας τούς ἁγίους ἀγγέλους ὠνόμασε τό πολύ πλῆθος ἐκείνων παρεμβολήν: «Καί ἀναβλέψας Ἰακώβ, εἶδε παρεμβολήν Θεοῦ παρεμβεβληκυῖαν, καί συνήντησαν αὐτῷ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. εἶπε δέ Ἰακώβ ἡνίκα εἶδεν αὐτούς, Παρεμβολή Θεοῦ αὕτη» (Γέν. λβ’ 1). Ἡμεῖς θεωροῦντες ἅπαντας τούς ἁγίους καί τήν σύναξιν ὁμοῦ τῶν ἐννέα ἀγγελικῶν Ταγμάτων, τῶν ἐν τῷ Συναξαριστῇ τούτῳ περιεχομένων, ἔχομεν κάθε δίκαιον νά ὀνομάσωμεν τό πολύ καί ἄπειρον πλῆθος τούτων, ὄχι παρεμβολήν ἁπλῶς, ἀλλά παρεμβολήν παρεμβολῶν. καί ἄν ὁ Ἰακώβ ὠνόμασε παρεμβολάς τόν τόπον ἐκεῖνον, ὅπου ἐστέκοντο τό πλῆθος τῶν ἁγίων ἀγγέλων «καί ἐκάλεσε τό ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, παρεμβολαί» (αὐτόθι 2), ἡμεῖς μέ περισσότερον δίκαιον πρέπει νά ὀνομάσωμεν τόν Συναξαριστήν τοῦτον παρεμβολάς. διά τί περιέχει, ὄχι μόνον τήν σύναξιν τῶν μυρίων ἀγγέλων καί ὅλων τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων, ἀλλά καί τήν χιλιάριθμον καί μυριάριθμον καί μιλλιωνάριθμον πληθύν τῶν ἁγίων ἁπάντων. Καί ἄν βίβλοι τινες ὠνομάσθησαν, παγκόσμιοι ἱστορίαι, ἤ παγκόσμιοι βιβλιοθῆκαι, βέβαια μηδέ τούτων τῶν μεγαλοπρεπῶν τίτλον καί ὑψηλῶν ὀνομάτων εἶναι ἀλλότριος ὁ ἱερός οὗτος Συναξαριστής. Ὅθεν μέ κάθε δίκαιον πρέπει καί αὐτός νά ὀνομάζεται, ἤ μία παγκόσμιος ἱστορία, ἤ μία παγκόσμιος βιβλιοθήκη, καθότι ἐν αὐτῷ εὑρίσκονται ἀποτεθησαυρισμέναι ὅλαι αἱ ἱστορίαι, ὅσαι ποτέ ἠκολούθησαν ἀπ᾽ ἀρχῆς κόσμου μέχρι τοῦ νῦν. αἵ τε ἀφορῶσαι πρός τήν σύστασιν τοῦ παλαιοῦ νόμου καί μάλιστα αἱ ἀποβλέπουσαι εἰς τήν αὔξησιν τῆς νέας χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου.

Δέξασθε λοιπόν, σεβάσμιοι Πατέρες μου καί ἀδελφοί, καί πάντες οἱ ἀναγινώσκοντες τόν Συναξαριστήν τοῦτον μετά εὐμενείας καί ἀγάπης ἀδελφικῆς, δέξασθε, καί τήν μνήμην τῶν ἐν αὐτῷ ἁγίων διά παντός ἐν ταῖς γλώσσαις ὑμῶν περιφέρετε. διά τῆς μνήμης γάρ ταύτης καί τάς γλώσσας ὑμῶν ἁγιάζετε, καί τῆς παρά τῶν ἁγίων βοηθείας καταξιοῦσθε. Ταῦτα γάρ ποτε καί ὁ ἱερός Θεοδώρητος ηὔχετο νά γένουν εἰς αὐτόν διά τῆς μνήμης τῶν ὁσίων, τῶν ἐν τῇ Φιλοθέῳ ἱστορίᾳ αὐτοῦ περιεχομένων: «Ἐμοί δέ εἴη τῆς τούτων ἐπικουρίας τυχεῖν, τῇ τούτων μνήμῃ τήν γλῶτταν καθαγιάσαντι» (Ἀριθμῷ ζ’).

5.

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα ἑορτάζουμε τὴν Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων, ὅλων ἐκείνων ποὺ ἄκουσαν τὸν Χριστὸ νὰ ὁμιλεῖ, ποὺ οἱ καρδιὰ καὶ ὁ νοῦς τους πῆραν φωτιά, καὶ οἱ ὁποῖοι στάλθηκαν στὸν κόσμο γιὰ νὰ μεταφέρουν τὰ καλὰ νέα. Τὰ νέα αὐτὰ εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς τόσο ἀγάπησε τὸν κόσμο ὥστε ἦλθε μὲ τὴν πρόθεση νὰ μὴν τὸν ἐγκαταλείψει ποτέ, ὥστε μὲ τὴν Ἀνάσταση Του πῆρε μαζί Του τὴν οὐσία τοῦ κόσμου – στὴν Σάρκα Του ὅλο τὸν ὁρατὸ κόσμο, στὴν ψυχή Του ὁλάκερο τὸν ἀνθρώπινο κόσμο- καὶ τοὺς ἔδωσε θέση στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός.

Αὐτὸ δὲν εἶναι μόνο ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἕνα κάλεσμα ποὺ ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας. Σήμερα καλούμαστε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, παίρνουμε θάρρος ἀπὸ τὴν Ἐπιστολή, νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεὸ τόσο πολὺ ὥστε νὰ γίνουμε πραγματικοί μαθητές Του, καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη μας σὲ Αὐτὸν πρέπει νὰ εἶναι καὶ νὰ γίνει, μέρα μὲ τὴ μέρα, πιὸ ἀληθινὴ, ὥστε ὁ κόσμος, βλέποντας ἐμᾶς, τὸν τρόπο ζωῆς μας, ποιοὶ εἴμαστε, νὰ πιστέψει ὅτι ὁ Θεὸς ἦρθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ ὅτι ἀξίζει νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Θεὸ ὡς Κύριο καὶ Φίλο.

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, μιλώντας στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του εἶπε: Ἄν θέλετε νὰ μοῦ δείξετε τὴν πίστη σας χωρὶς ἔργα, ἐγὼ θὰ σᾶς δείξω τὴν πίστη μου μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα μου… Ἄς πᾶμε λοιπὸν στὸν κόσμο, ἕναν κόσμο ποὺ βρίσκεται σὲ ἀθλιότητα, σὲ ταραχὴ καὶ δυστυχία γιατὶ ἔχει χάσει τὸν δρόμο του, καὶ νὰ τοῦ φέρουμε τὰ χαρμόσυνα νέα. Αὐτὰ τὰ νέα δὲν εἶναι μόνο ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ἔρθει καὶ βρίσκεται ἀνάμεσά μας, ὅτι μᾶς ἔχει δείξει την ὁδὸ τῆς σωτηρίας, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας καὶ ἔδωσε ἕνα παράδειγμα γιὰ νὰ τὸ μιμηθεῖ ὁ καθένας μας, ὄχι δουλοπρεπῶς, οὔτε σὰν μισθωτός ἀλλὰ μὲ τὴν χαρὰ ὅτι ἀκολουθώντας αὐτὸν τὸν δρόμο σημαίνει ὅτι ἔχουμε ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολή μας, ὅτι εἴμαστε φορεῖς μιᾶς ζωῆς ποὺ μπορεῖ νὰ πλημμυρίσει τὴν ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Στὶς ἑπόμενες δύο ἑβδομάδες θὰ γιορτάσουμε τοὺς Ἁγίους τῆς Ρωσσίας καὶ τοὺς Ἁγίους τούτων τῶν νήσων, ἄνθρωποι ποὺ εἶναι αἷμα καὶ σάρκα μας- συγγενεῖς μας. Ἄς τοὺς σκεφτοῦμε καὶ ἄς προσπαθήσουμε νὰ ζήσουμε μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ νὰ μποροῦν νὰ χαίρονται ποὺ ἀκολοὺθησαν τ’ ἀχνάρια τους ἄνθρωποι ἄξιοι τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς δικῆς τους ζωῆς.

6.

Ἡ σκυταλοδρομία τῆς πίστης

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ καὶ περιγράφει τὰ κατορθώματα τῆς πίστης τῶν ἁγίων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ σὰν νέφος μᾶς περιβάλλουν καὶ ἀποτελοῦν φωτεινοὺς δεῖκτες τῆς πορείας μας πρὸς τὸ τέρμα, πρὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση τὸ ἑξῆς:

«Ἀδελφοί, ὅλοι οἱ ἅγιοι μὲ τὴν πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, ἐπέβαλαν τὸ δίκαιο, πέτυχαν τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων· ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὴ σφαγή, ἔγιναν ἀπὸ ἀδύνατοι ἰσχυροί, ἀναδείχτηκαν ἥρωες στὸν πόλεμο, ἔτρεψαν σὲ φυγὴ ἐχθρικὰ στρατεύματα· γυναῖκες ξαναπῆραν πίσω στὴ ζωὴ τοὺς ἀνθρώπους τους, κι ἄλλοι βασανίστηκαν ὥς τὸν θάνατο, χωρὶς νὰ δεχτοῦν τὴν ἀπελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ὅτι μποροῦσαν ν’ ἀναστηθοῦν σὲ μία καλύτερη ζωή. Ἄλλοι δοκίμασαν ἐξευτελισμοὺς καὶ μαστιγώσεις, ἀκόμη καὶ δεσμὰ καὶ φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, θανατώθηκαν μὲ μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι μὲ προβιὲς καὶ κατσικίσια δέρματα, ἔζησαν σὲ στερήσεις, ὑπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις καὶ κακουχίες – ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ ‘χει τέτοιους ἀνθρώπους – πλανήθηκαν σὲ ἐρημιὲς καὶ βουνά, σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς.

Ὅλοι οἱ παραπάνω, παρὰ τὴν καλὴ μαρτυρία τῆς πίστης τους, δὲν πῆραν ὅ,τι τοὺς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶχε προβλέψει κάτι καλύτερο γιά μᾶς, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ φτάσουν ἐκεῖνοι στὴν τελειότητα χωρὶς ἐμᾶς.

Ἔχοντας, λοιπόν, γύρω μας μία τόσο μεγάλη στρατιὰ μαρτύρων, ἂς τινάξουμε ἀπὸ πάνω μας κάθε φορτίο, καὶ τὴν ἁμαρτία ποὺ εὔκολα μᾶς ἐμπλέκει, κι ἂς τρέχουμε μὲ ὑπομονὴ τὸ ἀγώνισμα τοῦ δύσκολου δρόμου, ποὺ ἔχουμε μπροστά μας. Ἂς ἔχουμε τὰ μάτια μας προσηλωμένα στὸν Ἰησοῦ, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν πίστη, τὴν ὁποία καὶ τελειοποιεῖ». (Ἑβρ.11,33-12,2).

Ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ἥρωες τῆς πίστης, γιὰ τοὺς ὁποίους κάνει λόγο ἡ ἀποστολικὴ περικοπή, νίκησαν τὶς δυνάμεις ξένων βασιλιάδων, ὅπως π.χ. ὁ Γεδεὼν, ὁ Βαράκ, ὁ Σαμψών, ὁ Ἰεφθάε κ.ἄ., τὰ κατορθώματα τῶν ὁποίων ἀφηγεῖται τὸ Παλαιοδιαθηκικὸ βιβλίο τῶν Κριτῶν, κυβέρνησαν τὸν λαὸ μὲ δικαιοσύνη ὅταν κατεῖχαν κάποιο ὑπεύθυνο ἀξίωμα, πέτυχαν τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λιονταριῶν, ὅπως π.χ. ὁ Δαβὶδ καὶ ὁ Δανιήλ, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, ὅπως οἱ τρεῖς παῖδες στὴν κάμινο τοῦ πυρός, δυναμώθηκαν ὕστερα ἀπὸ ἀσθένεια, ὅπως ὁ ἀσθενὴς βασιλιὰς Ἐζεκίας, ἀναδείχτηκαν ἰσχυροὶ στὸν πόλεμο, ἔτρεψαν σὲ φυγὴ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἐχθρικὰ στρατεύματα, ὅπως σὲ πολλὰ σημεῖα ἀφηγεῖται ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.

‘Αλλοι πάλι ἐξαιτίας τῆς πίστης τους πέθαναν μὲ τρόπο μαρτυρικὸ ἐπάνω στὸ κυκλικὸ βασανιστικὸ ὄργανο ποὺ λέγεται τύμπανο, λιθοβολήθηκαν ὅπως οἱ προφῆτες Ζαχαρίας καὶ Ἱερεμίας, πριονίστηκαν ὅπως, κατὰ τὴν παράδοση, ὁ Ἠσαΐας, ἀποκεφαλίστηκαν ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, Περιπλανήθηκαν σὲ ἔρημους τόπους διωγμένοι, σὲ βουνὰ καὶ σὲ σπηλιές, ντυμένοι μὲ δέρματα προβάτων ἢ κατσικιῶν, ὅπως ὁ Ἠλίας, ὁ Ἐλισαῖος, ὁ Δαβὶδ καὶ ἄλλοι.

Ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἀναφέρει ἢ ὑπαινίσσεται ὁ ἱ. συγγραφέας καὶ ποὺ εἴτε νίκησαν μὲ τὴν πίστη τους, εἴτε μαρτύρησαν γι’ αὐτήν, ἀποτελοῦν δεῖκτες πορείας γιὰ τοὺς χριστιανούς, προδρόμους στὴν σκυταλοδρομία τῆς πίστης ποὺ μὲ τρόπο νικηφόρο ἔφεραν σ’ ἐμᾶς τὴ σκυτάλη τῶν εὐγενῶν ἰδανικῶν καὶ μᾶς τὴν παρέδωσαν γιὰ νὰ συνεχίσουμε ἐμεῖς τὸν ἀγώνα. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ἄνδρες καὶ οἱ ἅγιες γυναῖκες, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, ποὺ τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία τὴ μνήμη τους, ὑπογραμμίζουν τὴν εὐθύνη ποὺ πέφτει στοὺς ὤμους τῶν χριστιανῶν.

Σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ γκρέμισμα τῶν ἀξιῶν, ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὶς ὑπεργήινες πραγματικότητες, ὁ ὀρθολογισμός, ἡ ἐμπιστοσύνη στὶς μηχανές, ἡ ἀποθέωση τῆς τεχνολογίας, καλεῖται ὁ χριστιανὸς νὰ ἀναλογιστεῖ σὲ ποιὰ ἁλυσίδα εὐγενῶν καὶ ἡρώων ἀποτελεῖ κρίκο, σὲ ποιὸ τέρμα ἀπολήγει ἡ ἀγωνιστικὴ πορεία του, ποιὸς εἶναι ὁ ἀθλοθέτης. Εἶναι πολὺ εὔκολο ἀπὸ ἀμέλεια ἢ ἀδιαφορία νὰ σπάσει κανεὶς ἕναν κρίκο στὴν ἡρωικὴ ἱστορία τῆς πίστης προσαρμοζόμενος στὶς ἑλκυστικὲς δυνάμεις τῆς ἐποχῆς. Κι ἂς μὴν αὐταπατώμαστε, εἶναι δύσκολο – γι’αὐτὸ καὶ πιὸ σπουδαῖο – νὰ μείνει κανεὶς πιστὸς στὶς ἀρχὲς καὶ τὰ ἰδανικὰ τῆς χριστιανικῆς πίστης, χάνοντας ἴσως τὴν κατὰ κόσμον ἐξέλιξή του. Τὸν δύσκολο αὐτὸν δρόμο μᾶς δείχνουν σήμερα οἱ Ἅγιοι Πάντες, τῆς παλαιᾶς καὶ νέας ἐποχῆς, μικροὶ ἢ μεγάλοι, γνωστοὶ ἢ ἄγνωστοι καὶ μᾶς καλοῦν νὰ γίνουμε ἄξιοι συνεχιστὲς στὴ μακραίωνη σκυταλοδρομία τῆς χριστιανικῆς πίστης.

7.

Ἐγκώμιο στούς Ἁγίους Πάντες

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Ἐγκώμιο στούς Ἁγίους Πάντες, πού μαρτύρησαν σ᾽ ὅλο τόν κόσμο

1. -. Δέν πέρασαν ἀκόμη ἑπτά μέρες, ἀπό τότε πού γιορτάσαμε τήν ἱερή πανήγυρη τῆς Πεντηκοστῆς, καί πάλι μᾶς πρόφθασε χορός μαρτύρων ἤ καλύτερα στρατιά μαρτύρων καί παράταξη, πού δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τή στρατιά τῶν ἀγγέλων, τήν ὁποία εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ἀλλά εἶναι ἴδιας ἀξίας καί τάξης μέ αὐτή. Γιατί μάρτυρες καί ἄγγελοι διαφέρουν μόνο στά ὀνόματα, στά ἔργα τους ὅμως ταυτίζονται. Στόν οὐρανό κατοικοῦν οἱ ἄγγελοι, στόν οὐρανό καί οἱ μάρτυρες. Αἰώνιοι καί ἀθάνατοι εἶναι ἐκεῖνοι, τό ἴδιο θά γίνουν καί οἱ μάρτυρες. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι ἔλαβαν καί ἀσώματη φύση; Καί τί σημασία ἔχει αὐτό; Γιατί οἱ μάρτυρες, ἄν καί ἔχουν σῶμα, ὅμως εἶναι ἀθάνατο ἤ καλύτερα καί πρίν ἀπό τήν ἀθανασία ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ στολίζει τά σώματά τους περισσότερο ἀπό τήν ἀθανασία. Δέν εἶναι τόσο λαμπρός ὁ οὐρανός, πού στολίζεται μέ τό πλῆθος τῶν ἀστεριῶν, ὅσο εἶναι τά σώματα τῶν μαρτύρων, πού στολίζονται μέ τό λαμπρό αἷμα τῶν τραυμάτων. Ὥστε ἐπειδή πέθαναν γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἀνώτεροι, καί βραβεύτηκαν πρίν ἀπό τήν ἀθανασία παίρνοντας τά στεφάνια ἀπό τήν ὥρα τοῦ θανάτου τους.

«Τόν ἔκανες λίγο κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους, τόν στεφάνωσες μέ δόξα καί τιμή» (Ψαλμ. 8, 6), λέει ὁ Δαυίδ, γιά τή φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί τό λίγο αὐτό πού στεροῦνταν οἱ ἄνθρωποι σέ σχέση μέ τούς ἀγγέλους, τό συμπλήρωσε ὁ Χριστός ὅταν ἦρθε, καταδικάζοντας τό θάνατο μέ τό δικό του θάνατο. Ἐγώ ὅμως δέν ἀντλῶ ἀπ᾽ ἐδῶ τά ἐπιχειρήματά μου, ἀλλά ἀπό τό ὅτι τό μειονέκτημα αὐτό τοῦ θανάτου ἔγινε πλεονέκτημα. Γιατί ἄν δέν ἦταν θνητοί δέν θά γίνονταν μάρτυρες. Ὥστε ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος δέν θά ὑπῆρχε καί στεφάνι. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά ὑπῆρχε καί μαρτύριο. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά μποροῦσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά λέει: «Κάθε μέρα πεθαίνω, μά τό δικό σας καύχημα, πού ἔχω στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 15, 31). Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος καί φθορά, δέν θά μποροῦσε πάλι ὁ ἴδιος νά λέει: «Χαίρομαι στά παθήματά μου γιά σᾶς, καί ἀναπληρώνω στή σάρκα μου τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1, 24). Ἄς μήν λυπούμαστε λοιπόν ἐπειδή γίναμε θνητοί, ἀλλά ἄς εὐχαριστοῦμε, ἐπειδή ἀπό τό θάνατο μᾶς ἀνοίχτηκε τό στάδιο τοῦ μαρτυρίου, ἀπό τή φθορά λάβαμε ἀφορμή γιά τά βραβεῖα. Ἀπό ἐδῶ ἔχουμε τήν ἀφορμή γιά ἀγωνίσματα.

Βλέπεις τή σοφία τοῦ Θεοῦ, πῶς τό πιό μεγάλο κακό τό ἀποκορύφωμα τῆς συμφορᾶς πού μᾶς ἔφερε ὁ διάβολος, ἐννοῶ τό θάνατο, τόν μετέτρεψε σέ τιμή καί δόξα μας, ὁδηγώντας μ᾽ αὐτόν τούς ἀθλητές στά βραβεῖα τοῦ μαρτυρίου; Τί θά κάνουμε ὅμως; Θά εὐχαριστήσουμε τό διάβολο γιά τό θάνατο; Ὁ Θεός νά φυλάξει. Γιατί τό κατόρθωμα δέν εἶναι ἔργο τῆς δικῆς του θελήσεως, ἀλλά εἶναι χάρισμα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος τόν ἔφερε γιά νά μᾶς καταστρέψει καί ξαναφέρνοντάς μας στή γῆ νά ξεκόψει κάθε ἐλπίδα σωτηρίας. Ὁ Χριστός ὅμως, μέ τό δικό του θάνατο ἄλλαξε τήν πορεία καί μέ τόν ἴδιο τό θάνατο μᾶς ἀνέβασε πάλι στόν οὐρανό. Κανείς σας λοιπόν ἄς μήν μέ κατηγορήσει, ἄν ὀνόμασα τό σύνολο τῶν μαρτύρων χορό καί στράτευμα, δίνοντας δυό ἀντίθετα ὀνόματα στό ἴδιο πράγμα. Γιατί χορός καί στράτευμα εἶναι ἀντίθετα πράγματα, ἐδῶ ὅμως ἔγιναν ἕνα. Ἐπειδή βάδιζαν μ᾽ εὐχαρίστηση στά βασανιστήρια, σάν νά χόρευαν καί ἔδειξαν τόση ἀνδρεία καί ἀντοχή σάν νά βρίσκονταν σέ πόλεμο καί νίκησαν τούς ἐχθρούς. Ἄν βέβαια ἐξετάσουμε τή φύση τῶν ὅσων γίνονταν, ἦταν μάχη καί πόλεμος καί παράταξη. Ἄν ὅμως ἐξετάσεις τή διάθεση αὐτῶν πού ἔπασχαν, ἦταν χοροί, ὅσα συνέβαιναν, ἦταν διασκεδάσεις καί πανηγύρια καί ἡ πιό μεγάλη ἀπόλαυση.

Θέλεις νά μάθεις ὅτι αὐτά ἦταν πιό τρομερά ἀπό τόν πόλεμο; Ἐννοῶ τά σχετικά μέ τούς μάρτυρες. Ποιό τέλος πάντων εἶναι τό φοβερό στόν πόλεμο; Στήνονται καί ἀπό τίς δυό μεριές στρατόπεδα περιφραγμένα, πού λάμπουν ἀπό τά ὅπλα καί καταυγάζουν τή γύρω περιοχή, ρίχνοντας ἀπό παντοῦ σύννεφα τά βέλη, πού μέ τό πλῆθος τους κρύβουν τόν οὐρανό, τρέχουν αὐλάκια τά αἵματα πάνω στή γῆ καί εἶναι πολλοί ὁλόγυρα οἱ νεκροί. Ὅπως ἀκριβῶς στό θερισμό πέφτουν στή γῆ τά στάχυα, ἔτσι καί ἐδῶ εἶναι οἱ στρατιῶτες, καθώς πέφτουν ὁ ἕνας πάνω στόν ἄλλο. Ἔλα λοιπόν νά σέ ὁδηγήσω ἀπό ἐκεῖνα σ᾽ αὐτή ἐδῶ τή μάχη. Καί ἐδῶ ὑπάρχουν δυό παρατάξεις, ἡ μία τῶν μαρτύρων καί ἡ ἄλλη τῶν τυράννων. Ἀλλά οἱ τύραννοι εἶναι ὁπλισμένοι τέλεια, οἱ μάρτυρες ὅμως μάχονται μέ γυμνό τό σῶμα καί ἡ νίκη ἀνήκει στούς γυμνούς καί ὄχι στούς ὁπλισμένους. Ποιός δέν θά ἀποροῦσε, μέ τό ὅτι αὐτός πού μαστιγώνεται νικάει ἐκεῖνον πού τόν μαστιγώνει; Ὁ δεμένος νικάει τόν ἐλεύθερο; Αὐτός πού κατακαίγεται νικάει ἐκεῖνον πού τόν καίει; Αὐτός πού πέθαινει νικάει ἐκεῖνον πού τόν σκοτώνει;

Εἶδες πώς αὐτά εἶναι πιό φοβερά ἀπό ἐκεῖνα; Ἐκεῖνα ἄν καί εἶναι φοβερά, γίνονται ὅμως μέ φυσικό τρόπο, αὐτά ὅμως ξεπερνοῦν κάθε φυσικό τρόπο καί κάθε σειρά τῶν πραγμάτων, γιά νά μάθεις ὅτι τά κατορθώματα εἶναι τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἄν καί τί εἶναι πιό ἄδικο ἀπό τή μάχη αὐτή; Τί πιό παράνομο ἀπό τά ἀγωνίσματα; Γιατί στούς πολέμους καί οἱ δύο πού μάχονται προστατεύονται, ἐδῶ ὅμως δέν συμβαίνει τό ἴδιο. Ἀλλά ὁ ἕνας εἶναι γυμνός καί ὁ ἄλλος ὁπλισμένος. Στούς ἀγῶνες πάλι ἐπιτρέπεται καί στούς δυό νά σηκώνουν τά χέρια ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἐδῶ ὅμως ὁ ἕνας εἶναι δεμένος καί ὁ ἄλλος κτυπάει ἐλεύθερος καί πληγώνει. Καί αὐτοί πού δίκαζαν σάν νά ᾽ταν ἐξουσιαστές ἐξασφάλισαν γιά τούς ἑαυτούς τους τό δικαίωμα νά κακοποιοῦν. Στούς δίκαιους μάρτυρες ὅμως ἔδωσαν τό προνόμιο νά κακοποιοῦνται. Ἔτσι μάχονται μέ τούς ἁγίους καί οὔτε ἔτσι τούς νικοῦν. Ἀλλά μετά τήν ἄνιση αὐτή μάχη, ἀφοῦ νικήθηκαν ὑποχώρησαν. Καί αὐτό μοιάζει σάν κάποιον πού φέρνει ἕνα πολεμιστή στόν πόλεμο, τοῦ κόβει τήν αἰχμή τοῦ δόρατος, τοῦ βγάζει τό θώρακα καί τόν διατάζει νά μάχεται ἔτσι μέ γυμνό σῶμα. Ἀλλά ὁ πολεμιστής ἄν καί χτυπιέται, πληγώνεται καί τραυματίζεται βαριά, τελικά στήνει τρόπαιο νίκης.

Καθώς ὁδηγοῦσαν τούς μάρτυρες γυμνούς, μέ δεμένα πίσω τά χέρια καί ἀπό παντοῦ τούς χτυποῦσαν καί τούς ξέσκιζαν, φαίνονταν πώς νικοῦνταν, ὅμως αὐτοί ἄν καί τραυματίζονταν, ἔστηναν τό τρόπαιο τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Καί ὅπως τό διαμάντι ὅταν χτυπιέται δέν σπάζει, οὔτε μαλακώνει, ἀλλά διαλύει τό σίδερο πού τό χτυπᾶ, ἔτσι ἀκριβῶς καί οἱ ψυχές τῶν ἁγίων, ἐνῶ βασανίζονταν τόσο πολύ, οἱ ἴδιες δέν πάθαιναν κανένα κακό, ἀλλά διέλυαν τή δύναμη ἐκείνων πού τούς χτυποῦσαν καί τούς ἔδιωχναν ἀπό τούς ἀγῶνες νικημένους, ντροπιασμένους καί βαριά τραυματισμένους. Γιατί ἔδεσαν τούς μάρτυρες καί στό ξύλο καί τρυποῦσαν τά πλευρά τους, ἀνοίγοντας βαθιά αὐλάκια, σάν νά ὄργωναν τή γῆ, ἀλλά δέν ἔσκιζαν τά σώματά τους. Καί μποροῦσε νά δεῖ κανείς λαγόνες ξεσκισμένες, πλευρά ἀνοιγμένα καί στήθη τσακισμένα. Οὔτε ἐδῶ ὅμως σταματοῦσαν τή μανία τους τά αἱμοβόρα ἐκεῖνα θηρία, ἀλλά, ἀφοῦ τούς κατέβαζαν ἀπό τό ξύλο, τούς τέντωναν σέ σιδερένια σχάρα πάνω σέ ἀναμένα κάρβουνα. Καί τότε μποροῦσες νά δεῖς ἀκόμη σκληρότερα θεάματα ἀπό τά προηγούμενα. Νά τρέχουν δηλαδή διπλές σταγόνες ἀπό τά σώματά τους, ἄλλες ἀπό τό αἷμα πού χυνόταν καί ἄλλες ἀπό τίς σάρκες πού ἔλειωναν. Οἱ ἅγιοι ὅμως πού ἦταν ξαπλωμένοι πάνω στά κάρβουνα σάν νά ἦταν ρόδα, παρακολουθοῦσαν μέ πολλή εὐχαρίστηση τά ὅσα γίνονταν.

2. -. Ἐσύ ὅμως ὅταν ἀκούσεις σιδερένια σχάρα φέρε στό νοῦ σου τή νοητή σκάλα, πού εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ νά ἁπλώνεται ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Ἀπό ἐκείνη κατέβαιναν ἄγγελοι, ἀπό αὐτήν ἀνεβαίνουν μάρτυρες, καί τίς δύο δέ τίς στηρίζει ὁ Κύριος. Δέν θά ἄντεχαν τούς πόνους αὐτοί οἱ ἅγιοι, ἄν δέν στηρίζονταν σ᾽ αὐτή τή σκάλα. Ἀπό ἐκείνη ἀνεβαίνουν καί κατεβαίνουν ἄγγελοι. Καί ἀπό αὐτή, εἶναι ὁλοφάνερο πώς ἀνεβαίνουν καί μάρτυρες. Καί γιατί αὐτό; Ἐπειδή οἱ ἄγγελοι στέλνονται γιά νά ὑπηρετήσουν αὐτούς πού θά κληρονομήσουν τή σωτηρία. Οἱ μάρτυρες ὅμως σάν ἀθλητές καί νικητές, ἀφοῦ ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τούς ἀγῶνες, ἔφυγαν στή συνέχεια γιά τόν ἀγωνοθέτη.

Ἀλλά ἄς μήν ἀγγίζουν μονάχα τ᾽ ἀφτιά μας τά ὅσα λέγονται. Ὅταν δηλαδή ἀκοῦμε ὅτι ὑπῆρχαν κάρβουνα, κάτω ἀπό τά καταπληγωμένα σώματα, ἄς ἀναλογιστοῦμε πῶς νιώθουμε ὅταν μᾶς πιάσει ξαφνικά πυρετός. Νομίζουμε ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἀνυπόφορη, ταραζόμαστε, δυσανασχετοῦμε, γκρινιάζουμε σάν μικρά παιδιά, θεωρώντας ὅτι ἡ φλόγα τοῦ πυρετοῦ δέν εἶναι καθόλου μικρότερη ἀπό τήν κόλαση. Αὐτοί ὅμως, χωρίς νά τούς πιάσει πυρετός, ἀλλά ἔχοντας ὁλόγυρά τους τή φλόγα νά τούς ζώνει καί τίς σπίθες νά πηδοῦν ἐπάνω στίς πληγές καί νά δαγκώνουν τά τραύματα πιό ἄγρια ἀπό κάθε θηρίο, ἦταν σάν ἀδαμάντινοι καί ἔβλεπαν τά ὅσα γίνονταν σάν νά συνέβαιναν σέ ξένα σώματα. Ἔτσι μέ πολλή γενναιότητα καί μέ πολλή ἀνδρεία στέκονταν σταθεροί στήν ὁμολογία τους, μένοντας ἀκλόνητοι σ᾽ ὅλα τά βασανιστήρια καί κάνοντας νά λάμψει καί ἡ δική τους ἀνδρεία καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔχετε δεῖ πολλές φορές ν᾽ ἀνεβαίνει ψηλά τήν αὐγή ὁ ἥλιος καί νά στέλνει τίς χρυσές ἀκτίνες του; Ἔ, τέτοια ἦταν τά σώματα τῶν ἁγίων. Σάν χρυσές ἀκτίνες τούς περικύκλωναν ἀπό παντοῦ σάν ρυάκια μέ τό αἷμα καί ἔκαναν νά λάμπει τό σῶμα τους πολύ περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι κάνει ὁ ἥλιος τόν οὐρανό.

Βλέποντας αὐτό τό αἷμα οἱ ἄγγελοι χαίρονταν, οἱ δαίμονες φοβοῦνταν καί ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ἔτρεμε. Γιατί δέν ἦταν ἁπλῶς αἷμα αὐτό πού τώρα ἔβλεπαν, ἀλλά αἷμα σωτήριο, αἷμα ἅγιο, αἷμα ἄξιο γιά τούς οὐρανούς, αἷμα πού διαρκῶς ποτίζει τά καλά φυτά τῆς Ἐκκλησίας. Εἶδε τό αἷμα καί ἔφριξε ὁ διάβολος, γιατί θυμήθηκε ἄλλο αἷμα, τό αἷμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Γιά χάρη ἐκείνου τοῦ αἵματος χύθηκε αὐτό. Γιατί ἀπό τότε πού κεντήθηκε ἡ πλευρά τοῦ Δεσπότου βλέπεις στή συνέχεια νά κεντοῦνται ἀμέτρητες πλευρές. Ποιός λοιπόν δέν θά ἔπαιρνε μέρος μ᾽ εὐχαρίστηση πολλή σ᾽ αὐτούς τούς ἀγῶνες, ὅταν πρόκειται νά γίνει μέτοχος τῶν παθημάτων τοῦ Δεσπότου καί νά ἔχει τόν ἴδιο θάνατο μέ τόν Χριστό; Εἶναι ἀρκετή αὐτή ἡ ἀνταπόδοση καί μεγαλύτερη ἡ τιμή. Ἡ ἀμοιβή ξεπερνάει τά κατορθώματα καί ἔρχεται πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἄς μήν φοβόμαστε λοιπόν ὅταν ἀκοῦμε ὅτι ὁ τάδε μαρτύρησε, ἀλλά ἄς τρομάζουμε ὅταν ἀκοῦμε ὅτι ὁ τάδε δειλίασε καί ἔπεσε, ἐνῶ μπροστά του εἶχε τέτοια βραβεῖα.

Καί ἄν θέλεις ν᾽ ἀκούσεις τί ἔγινε ὕστερα μάθε πώς αὐτά δέν μπορεῖ νά τά παραστήσει κανένας ἀνθρώπινος λόγος, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Οὔτε μάτι εἶδε, οὔτε αὐτί ἄκουσε, οὔτε ἀνθρώπινος νοῦς ἀναλογίστηκε αὐτά, πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν» (Α’ Κορ. 2, 9). Καί κανένας ἀπό τούς ἀνθρώπους δέν ἀγάπησε τόσο τό Θεό, ὅσο οἱ μάρτυρες. Βέβαια δέν θά σιωπήσουμε, ἐπειδή τό μέγεθος τῶν ἀγαθῶν πού ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ξεπερνᾶ καί τό λόγο καί τή σκέψη μας, ἀλλά ὅσο εἶναι δυνατόν καί ἐμεῖς νά ποῦμε καί ἐσεῖς ν᾽ ἀκούσετε, θά προσπαθήσουμε νά σᾶς δείξουμε ἀμυδρά τή μακαριότητα πού περιμένει τούς μάρτυρες στόν οὐρανό. Γιατί θά τή γνωρίσουν καθαρά μόνον αὐτοί οἱ ὁποῖοι θά τήν ἀπολαύσουν προσωπικά. Καί τά μέν δεινά αὐτά καί ἀβάστακτα τά ὑποφέρουν οἱ μάρτυρες γιά λίγο χρονικό διάστημα. Μετά ὅμως ἀπό τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό τή ζωή αὐτή ἀνεβαίνουν στούς οὐρανούς, ἐνῶ προπορεύονται ἄγγελοι καί τούς περιστοιχίζουν ἀρχάγγελοι. Γιατί οἱ ἄγγελοι δέν ντρέπονται τούς συνδούλους τους, ἀλλά θά ἤθελαν νά κάνουν τά πάντα γι᾽ αὐτούς, ἐπειδή καί ἐκεῖνοι προτίμησαν νά δεινοπαθήσουν γιά τό Δεσπότη τους Χριστό.

Καί ὅταν ἀνεβοῦν στόν οὐρανό, ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἅγιες δυνάμεις τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν. Ἄν λοιπόν, ὅταν ξένοι ἀθλητές ἔρχονται στήν πόλη, ὅλος ὁ λαός τρέχει ἀπό παντοῦ καί ἀφοῦ τούς περικυκλώσουν παρατηροῦν καλά ἀπό κοντά τή δύναμη πού ἔχουν τά μέλη τοῦ σώματός τους, πολύ περισσότερο ὅταν οἱ ἀθλητές τῆς εὐσέβειας ἀνεβοῦν στούς οὐρανούς τρέχουν νά τούς προϋπαντήσουν οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις. Τρέχουν ἀπό παντοῦ γιά νά παρατηρήσουν τά τραύματά τους καί τούς ὑποδέχονται ὅλους καί τούς ἀσπάζονται σάν ἥρωες πού γύρισαν ἀπό τόν πόλεμο καί τή μάχη καί ὕστερα ἀπό πολλά τρόπαια καί νίκες. Ἔπειτα τούς ὁδηγοῦν μέ μεγάλη συνοδεία πρός τό βασιλιά τῶν οὐρανῶν, στό θρόνο ἐκεῖνο πού εἶναι γεμάτος ἀπό πολλή δόξα, ὅπου βρίσκονται τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ. Καί ὅταν φτάσουν ἐκεῖ καί προσκυνήσουν ἐκεῖνον πού κάθεται πάνω στό θρόνο, ἀπολαμβάνουν πλέον περισσότερη τιμή ἀπό τό Δεσπότη ἀπό ἐκείνη πού ἀπολαμβάνουν ἀπό τούς συνδούλους τους ἀγγέλους. Γιατί δέν τούς δέχεται σάν δούλους – ἄν καί αὐτό θά ἦταν μεγάλη τιμή καί δέν μπορεῖ κανείς νά βρεῖ ἴση μ᾽ αὐτήν – ἀλλά σάν φίλους Του. «Γιατί ἐσεῖς», λέει ὁ Κύριος, «εἴσαστε φίλοι μου» (Ἰωαν. 15, 14). Καί πολύ σωστά τό λέει, γιατί καί ἀλλοῦ εἶπε: «Μεγαλύτερη ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη δέν ἔχει κανένας, ὥστε νά δώσει τή ζωή του γιά χάρη τῶν φίλων του» (Ἰωαν. 15, 13).

Ἐπειδή λοιπόν ἔδειξαν τήν πιό μεγάλη ἀγάπη, τούς ὑποδέχεται καί ἀπολαμβάνουν ἐκείνη τή δόξα. Ἑνώνονται μέ τούς ἀγγελικούς χορούς καί παίρνουν μέρος στήν ὑπερκόσμια δοξολογία. Ἄν λοιπόν καί ὅταν εἶχαν τό σῶμα μετεῖχαν στό χορό ἐκεῖνο μέ τήν κοινωνία τῶν μυστηρίων καί ἔψαλλαν μαζί μέ τά Χερουβίμ τόν τρισάγιο ὕμνο, καθώς γνωρίζετε ἐσεῖς οἱ πιστοί, πολύ περισσότερο τώρα πού βρέθηκαν μέ τούς ἀγγέλους, παίρνουν μέρος στή δοξολογία ἐκείνη, μέ πολλή παρρησία. Ἄραγε δέν φοβόσαστε πρίν τό μαρτύριο; Ἄραγε δέν ἐπιθυμεῖτε τώρα τό μαρτύριο; Ἄραγε δέν λυπᾶστε τώρα, πού δέν εἶναι καιρός μαρτυρίου; Ἄς γυμναζόμαστε λοιπόν γιά τόν καιρό τοῦ μαρτυρίου. Περιφρόνησαν ἐκεῖνοι τή ζωή, περιφρόνησε ἐσύ τίς ἀπολαύσεις. Ἔρριξαν ἐκεῖνοι τά σώματά τους στή φωτιά, ρίξε ἐσύ τώρα χρήματα στά χέρια τῶν φτωχῶν. Καταπάτησαν ἐκεῖνοι τά ἀναμμένα κάρβουνα, σβῆσε ἐσύ μέσα σου τή φλόγα τῆς ἐπιθυμίας. Εἶναι ἐνοχλητικά αὐτά, ἀλλά μᾶς φέρνουν κέρδος. Μήν βλέπεις τά παρόντα πού εἶναι δυσάρεστα, ἀλλά τά μέλλοντα πού εἶναι εὐχάριστα. Ὄχι τά βάσανα πού περνᾶς τώρα, ἀλλά τά ἀγαθά πού ἐλπίζεις. Ὄχι τά παθήματα, ἀλλά τά βραβεῖα. Ὄχι τούς κόπους, ἀλλά τά στεφάνια. Ὄχι τούς ἱδρῶτες, ἀλλά τίς ἀμοιβές. Ὄχι τούς πόνους, ἀλλά τίς ἀνταποδόσεις. Ὄχι τήν ἀναμένη φωτιά, ἀλλά τή βασιλεία πού σέ περιμένει. Ὄχι τούς δήμιους πού σέ περιτριγυρίζουν, ἀλλά τό Χριστό πού θά σέ στεφανώσει.

3. -. Αὐτός εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος καί ὁ εὐκολότερος δρόμος γιά τήν ἀρετή. Νά μήν βλέπει δηλαδή κανείς τούς κόπους μόνο, ἀλλά μαζί μέ τούς κόπους καί τά βραβεῖα. Καί ὄχι ξεχωριστά τό καθένα. Ὅταν λοιπόν πρόκειται νά δώσεις ἐλεημοσύνη, μήν σκέπτεσαι τά χρήματα πού θά ξοδέψεις, ἀλλά τήν ἀπόκτηση τῆς δικαιοσύνης. «Σκόρπισε χρήματα, ἔδωσε στούς φτωχούς. Ἡ δικαιοσύνη του μένει αἰώνια» (Ψαλμ. 111, 9). Μήν βλέπεις τόν πλοῦτο σου πού λιγοστεύει, ἀλλά τό θησαυρό πού πληθαίνει. Ἄν νηστεύεις, μήν σκέπτεσαι τήν καταβολή πού φέρνει ἡ νηστεία, ἀλλά τήν ἄνεση πού θά προέρθει ἀπό τή σωματική ἀδυναμία. Ἄν ἀγρυπνήσεις στήν προσευχή, μήν συλλογίζεσαι τήν ταλαιπωρία τῆς ἀγρυπνίας, ἀλλά τήν παρρησία πού θά ἀποκτήσεις ἀπό τήν προσευχή. Ἔτσι κάνουν καί οἱ στρατιῶτες. Δέν βλέπουν τά τραύματα, ἀλλά τίς ἀμοιβές. Δέν βλέπουν τίς σφαγές, ἀλλά τίς νίκες. Οὔτε βλέπουν τούς νεκρούς στό πεδίο τῆς μάχης, ἀλλά τούς ἥρωες πού στεφανώνονται. Ἔτσι καί οἱ κυβερνῆτες βλέπουν μπροστά στά κύματα τά λιμάνια, μπροστά στά ναυάγια τά ἐμπορεύματα, μπροστά στά δεινά τῆς θάλασσας τά ἀγαθά μετά τή θάλασσα.

Ἔτσι κάμε καί ἐσύ. Σκέψου πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι μέσα στή βαθιά νύχτα, ὅταν κοιμοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί τά θηρία καί τά κατοικίδια ζῶα, ὅταν ὑπάρχει ἀπόλυτη ἡσυχία, ἐσύ μόνο νά σηκωθεῖς καί νά μιλήσεις μέ τόν Κύριό μας. Εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος; Ἀλλά τίποτε δέν εἶναι πιό γλυκό ἀπό τήν προσευχή. Ἄν συνομιλήσεις μόνος μαζί Του, πολλά θά καταφέρεις. Δέν θά σέ ἐνοχλεῖ κανείς, οὔτε θά ἐμποδίσει τήν προσευχή σου. Ἔχεις καί τήν ὥρα σύμμαχο γιά νά ἐπιτύχεις αὐτά πού θέλεις. Ἐσύ ὅμως βαριέσαι νά σηκωθεῖς καί στριφογυρίζεις ξαπλωμένος στό μαλακό στρῶμα; Σκέψου τούς μάρτυρες πού εἶναι σήμερα ξαπλωμένοι στή σιδερένια σχάρα, χωρίς στρῶμα ἀπό κάτω, ἀλλά ἀναμένα κάρβουνα.

Ἐδῶ θέλω νά σταματήσω τό λόγο, γιά νά φύγετε ἔχοντας ἔντονη καί ζωηρή τή μνήμη ἐκείνης τῆς σχάρας καί νά τήν θυμᾶστε νύχτα καί μέρα. Γιατί, καί ἄν ἀκόμα μᾶς κρατοῦν ἄπειρα δεσμά, ὅταν ἔχουμε στό νοῦ μας αὐτή τή σχάρα, θά μπορέσουμε νά τά σπάσουμε ὅλα μέ εὐκολία καί νά σηκωθοῦμε γιά προσευχή. Ὄχι μόνο τή σχάρα, ἀλλά καί τίς ἄλλες τιμωρίες τῶν μαρτύρων ἄς τίς χαράξουμε στό βιβλίο τῆς καρδιᾶς μας. Ἄς σκεφτοῦμε καί ἐμεῖς σάν αὐτούς πού λαμπροστολίζουν τά σπίτια τους καί κρεμᾶνε σ᾽ ὅλα τά σημεῖα ὄμορφες ζωγραφιές. Ἄς ζωγραφίσουμε στούς τοίχους τῆς δικῆς μας ψυχῆς τίς τιμωρίες τῶν μαρτύρων. Γιατί ἐκεῖνες οἱ ζωγραφιές εἶναι ἀνώφελες, αὐτές ὅμως ἐπικερδεῖς. Αὐτή ἡ ζωγραφική δέν χρειάζεται χρώματα, οὔτε ἔξοδα, οὔτε κάποια τέχνη. Ἀλλά γιά ὅλα αὐτά φτάνει νά χρησιμοποιήσει κανείς τήν προθυμία του καί τή γενναία καί νηφάλια σκέψη του καί μ᾽ αὐτή σάν χέρι ἄριστου τεχνίτη νά ζωγραφίσει τίς τιμωρίες τῶν μαρτύρων.

Ἄς ζωγραφίσουμε λοιπόν στή ψυχή μας ἄλλους νά εἶναι στά τηγάνια, ἄλλους ξαπλωμένους σ᾽ ἀναμμένα κάρβουνα, ἄλλους ἀναποδογυρισμένους στά καζάνια, ἄλλους νά καταποντίζονται στή θάλασσα, ἄλλους νά ξεσκίζονται, ἄλλους νά τούς γυρίζουν στόν τροχό, ἄλλους νά τούς ρίχνουν στόν γκρεμό. Ἄλλους πάλι νά παλεύουν μέ θηρία, ἄλλους νά τούς ὁδηγοῦν στό βάραθρο καί ἄλλους ὅπως ἔτυχε ὁ καθένας νά τελειώσει ἡ ζωή του. Ὥστε μέ τήν ποικιλία αὐτῆς τῆς ζωγραφικῆς, ἀφοῦ λαμπροστολίσουμε τό σπίτι τῆς ψυχῆς μας, νά τό κάνουμε κατάλληλο κατάλυμα γιά τό βασιλιά τῶν οὐρανῶν. Γιατί ἄν δεῖ τέτοιες ζωγραφιές στήν ψυχή μας, θά ἔρθει μαζί μέ τόν Πατέρα καί μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά κατοικήσει μέσα μας. Καί θά γίνει στή συνέχεια ἡ ψυχή μας βασιλικό παλάτι καί κανένας κακός λογισμός δέν θά μπορέσει νά τήν πατήσει, ἀφοῦ ἡ μνήμη τῶν μαρτύρων, σάν ζωγραφιά θά ὑπάρχει πάντοτε μέσα μας καί θά σκορπᾶ πολλή λάμψη καί θά κατοικεῖ συνεχῶς μέσα μας ὁ βασιλιάς τῶν ὅλων Θεός. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ ὑποδεχτοῦμε τό Χριστό ἐδῶ, θά μπορέσουμε μετά τήν ἀναχώρησή μας ἀπό τή γῆ νά Τόν ὑποδεχτοῦμε στίς αἰώνιες κατοικίες μας, τίς ὁποῖες εὔχομαι νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μέ τόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στόν Πατέρα καί στό ἅγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

8.

Ἡ ἀληθινὴ τιμὴ τῶν ἁγίων

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πάντων

Ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς δὲ σπαταλήθηκε μάταια καὶ ἄσκοπα ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Καρπὸς της ὑπῆρξε ἡ ἁγιότητα. Ἔχοντας δεχτεῖ τὸν Κύριο μέσα στὶς ψυχές, μέσα στὶς ζωές τους, ἔδειξαν φανερὰ στὸ Θεὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τους καὶ φανέρωσαν σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη τί μπορεῖ νὰ κάνει ἡ θεϊκὴ ζωὴ ὅταν κατοικεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο.

Τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ γιορτάζουμε τὴ μνήμη ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, δέχτηκαν τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔφεραν καρπούς, ὅλων τῶν ἅγιων γνωστῶν καὶ ἀγνώστων, ὅλων τῶν «ὑπὸ Θεοῦ γνωσθέντων», ὅλων τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἄξιοι τοῦ Θεοῦ τους. Καὶ χαιρόμαστε διότι ὁ κόσμος δέχτηκε τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ μὲ ἀγάπη.

Δὲν εἶναι ὅμως ἀρκετὸ τὸ νὰ γιορτάζουμε, νὰ χαιρόμαστε διότι στοὺς ἄλλους τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ δὲ δόθηκε εἰς μάτην.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς λέει ὅτι μόνο μὲ τὸν ὀρθὸ βίο μποροῦμε νὰ δοξολογήσουμε τὸ Θεὸ καὶ μόνο μὲ τὸν ὀρθὸ βίο μποροῦμε νὰ τιμήσουμε τοὺς ἁγίους τοὺς ὁποίους ἀγαποῦμε καὶ προσκυνοῦμε. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο εἶναι μόνο μὲ τὶς ζωές μας ποὺ θὰ δείξουμε στοὺς νεκρούς τοὺς ὁποίους ἀγαπήσαμε καὶ σεβαστήκαμε ὅτι δὲν ἔζησαν χωρὶς σκοπὸ ἐφ’ ὅσον ἐμεῖς ἔχουμε ἀποδώσει τὸν καρπὸ τῶν ὅσων μᾶς δίδαξαν.

Σήμερα ὁ καθένας μας γιορτάζει ὄχι μόνο τὴ μέρα τῶν Ἁγίων Πάντων ἀλλὰ καὶ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων ἐκείνων ποὺ τοῦ εἶναι κοντινοὶ καὶ ἀγαπητοί, ὅμοιοι στὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή. Συγκεντρῶστε τὴν προσοχή σας στοὺς βίους αὐτῶν εἰδικά, διότι ἀρχικὰ εἶχαν αἰχμαλωτίσει τὶς καρδιές σας μὲ τὴ δύναμη τῆς προσωπικότητάς τους κι ἔπειτα μὲ μιὰ κάποια συγγένεια πρὸς τὸ μυαλό σας – κι ἂν εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ στεκόμαστε μὲ δέος καὶ θαυμασμό, χαρὰ καὶ ἀγάπη μπροστὰ στὴ ζωὴ καὶ τὶς ἐπιτεύξεις κάποιου ἄνθρωπου αὐτὸ σημαίνει ὅτι μεταξὺ μας ὑπάρχει κάτι τὸ κοινό, ὅτι ἐκεῖνος ἀποκαλύπτει αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ κατορθώσουμε στὰ βάθη τῶν ψυχῶν μας καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτυγχάνουμε νὰ κάνουμε πράξη ἀπὸ δειλία, ἀσθένεια καὶ ἀπειρία.

Ἂς συγκεντρώσει ὁ καθένας μας τὴν προσοχὴ στοὺς ἁγίους ποὺ τὸν τραβᾶνε καὶ ἂς πάρει ἀπὸ ἐκείνους τὰ μαθήματα τῆς ζωῆς. Ἡ προσκύνηση καὶ ὁ ἔπαινός τους δὲ θὰ εἶναι τότε ἄδεια λόγια ἀλλὰ μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ ταυτόχρονα μιὰ μεταμόρφωση στὶς καρδιὲς καὶ τὶς ζωές μας. Αὐτὸ ἰσχύει ὄχι μόνο γιὰ τοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ τοὺς ὁποίους ἡ ἐκκλησία ἀναγνωρίζει καὶ τιμᾶ ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν σφραγίσει τὶς ζωές μας μὲ τὴν εὐγένεια καὶ τὸ ὕψος τοῦ πνεύματός τους, τὴν ἁγνότητα τῆς ζωῆς τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ τιμὴ καὶ προσκύνηση τῶν ἁγίων ἀλλὰ καὶ ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ γιὰ αἰωνία μνήμη τῶν κεκοιμημένων.

9.

Ἡ χάρη νὰ εἶσαι Χριστιανός
Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)
Ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων ἔρχεται σέ φυσική διαδοχή τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Καί τοῦτο διότι, ἄν τήν προηγούμενη Κυριακή εἴδαμε τήν πνοή τοῦ Πνεύματος, πρέπει σήμερα νά δοῦμε τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος. Θέλει ἡ Ἐκκλησία νά τιμήσει τό σύνολο τῶν Ἁγίων της, τό ὁποῖο ὡς νέφος περιβάλλει τόν θρόνο τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καί ἀποδεικνύει σέ τί ὗψος ἀναβιβάζει τόν ἄνθρωπο ἡ ὁλοπρόθυμη κατάφασή του στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ νά γίνει Πατέρας του κι ἐκεῖνος κατά χάριν υἱός του. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία δέν θυμᾶται ἁπλῶς ἱστορικά τήν ἐπέλευση τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀλλά βιώνει πραγματικά καί ἀποτυπώνει ἐμπειρικά τό τί σημαίνει γιά τή ζωή της, γιά τήν ἐπί γῆς παρουσία της ὁ Παράκλητος, ἀλλά καί τό πῶς μπορεῖ νά ἐπενεργήσει στόν ἄνθρωπο καί πόσο ἀσύλληπτο ἀπό τήν ἀνθρώπινη διάνοια εἶναι τελικά τό μεγαλεῖο, τό ὁποῖο τοῦ προσπορίζει ἡ ἁγιότητα.

Ὅμως, ὅσο ὄμορφα κι ἄν φαίνονται αὐτά, ἔχει ἡ Ἐκκλησία καί τήν ἐπίγνωση ὅτι ἡ πορεία γιά τήν κατάκτησή τους, ἐξαιτίας τῶν μεθοδειῶν τοῦ μισάνθρωπου διαβόλου, εἶναι πολύ σκληρή. Ξέρει ὅτι ὁ πόλεμος μέ τόν μισόκαλο εἶναι φοβερός καί ἐξαιρετικά λεπτός καί ὕπουλος, γιατί τό τρόπαιο τοῦ πολέμου αὐτοῦ εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὡς μοναδική καί ἀνεπανάληπτη προσωπικότητα. Κι αὐτή τή σκληρότητα ἔρχεται ν΄ ἀναδείξει τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἑστιάζοντας κυρίως στίς ἐπιλογές τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Συνεργία Θεοῦ καί ἀνθρώπου

Ἐντύπωση προξενεῖ ἡ διατύπωση τοῦ στίχου: «πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Κανονικά θά ἔπρεπε νά λέει: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει με…, ὁμολογήσω κἀγώ αὐτόν…» (Ματθ. 10,32). Τό ὅτι δέν εἶναι λάθος ἤ ἰδιωματισμός ἀποδεικνύεται ἀπό τό ὅτι ἡ συνέχεια εἶναι γραμματικά σωστή: «Ὅστις δ’ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ…». Γιατί αὐτή ἡ ἐμπρόθετη διαφοροποίηση στή διατύπωση;

Ἡ ἀπάντηση πού ὑποκρύπτεται εἶναι καταλυτική γιά τό πῶς ἀντιλαμβάνεται ὁ Χριστός τούς δικούς του ἀνθρώπους. Θά ἑρμηνεύσει ὁ Χρυσόστομος: «ἀποδεικνύει ὅτι ὅποιος ὁμολογεῖ τήν πίστη, δέν τό κάνει μέ τίς δίκες του δυνάμεις (ἐννοεῖ εἴτε τά προσωπικά πιστεύματα, εἴτε τό πεῖσμα, εἴτε τόν φανατισμό ἤ τόν ἐνθουσιασμό τοῦ καθενός), ἀλλά βοηθούμενος καί ἐμπνευσμένος ἀπό τή θεία χάρη. Ἐνῶ γιά ὅποιον τόν ἀρνεῖται δέν εἶπε “ἐν ἐμοί”, ἀλλά “ἐμέ”, γιά νά φανεῖ ἡ ἐρημιά τῆς ψυχῆς καί ἡ ἀποξένωσή της ἀπό τή δωρεά τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ἄρνηση». Ἑπομένως, ἡ ὁμολογία τῆς πίστης εἶναι ἀπόδειξη ψυχῆς χαριτωμένης, στήν ὁποία κατοικεῖ ὁ Χριστός καί τή χαρακτηρίζει, ἐνῶ ἀντίθετα ἡ ἄρνηση εἶναι συνέπεια τῆς ἐρήμωσης τῆς ψυχῆς, λόγῳ τῆς ἐγκατάλειψής της ἀπό τόν Θεό, ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης προσκόλλησης στό ὁτιδήποτε ἀποτελεῖ ἐμπόδιο σέ μιά οὐσιαστική σχέση ἀγάπης μαζί του.

Μέ ἄλλα λόγια, περιγράφεται στό Εὐαγγέλιο ἡ κορυφαία ἐκείνη πνευματική κατάσταση πού προσδιορίζει ὁ Παῦλος ὅταν ὁμολογεῖ: «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Κι ἡ κατάσταση αὐτή ἀποτυπώνεται ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο μέ ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα πού δείχνει πῶς κατοικεῖ ὁ Χριστός στόν ἄνθρωπο, χωρίς νά τόν καταλαμβάνει, χωρίς νά τόν ὑποδουλώνει, χωρίς νά τόν καταργεῖ. Πάρτε, λέει ὁ Ἅγιος, ἕνα κομμάτι σίδερο καί βάλτε το στή φωτιά. Μετά ἀπό λίγο θά κοκκινίσει. Ἔπαψε νά εἶναι σίδερο; Ὄχι! Εἶναι, ὅμως, πλέον καί φωτιά! Ἔτσι συνεργάζονται Θεός καί ἄνθρωπος, ἔτσι συνενώνονται, ἔτσι συνυπάρχουν, σέ σημεῖο πού νά μήν μπορεῖ νά ἀποχωρισθεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλον!

“Ὑπέρ ἐμέ;”

Τί ἀποτέλεσμα ἔχει αὐτή ἡ σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου; Μά τί ἄλλο ἀπό τό νά καθίσταται καί νά διεκδικεῖ κομβική ὑπεροχή στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ἡ συνέχεια τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου μπορεῖ νά φαίνεται μέ ὅρους ἀνθρώπινους σκληρή καί ἀπόλυτη, στήν οὐσία της ὅμως δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἔντιμη, εἰλικρινής καί ξεκάθαρη. Διεκδικεῖ ὁ Θεός ἀπόλυτη προτεραιότητα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου του, ὡς κορύφωση τῆς ἀξιακῆς του κλίμακας!

Χρησιμοποιεῖ ὁ Χριστός μας τό ρῆμα “φιλῶ” κι ὄχι τό ρῆμα “ἀγαπῶ” γιά νά δείξει τή βαθιά στοργή, τό ὁλοκληρωτικό δόσιμο καί τό ἀγχωτικό ἐνδιαφέρον πού ὑπάρχει στίς οἰκογενειακές σχέσεις καί τίς διαφοροποιοῦν ἀπό τίς λοιπές σχέσεις ἐκτίμησης πού ἀναπτύσσονται στήν ἀνθρώπινη κοινωνία. Καί ἀπαιτεῖ, ὁ ἄνθρωπός του νά τόν βιώνει παραπάνω καί ἀπό αὐτά ἀκόμη τά μέλη τῆς οἰκογένειάς του, θέτοντας τή σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου στό κέντρο τῆς ὕπαρξής του, ὡς πεμπτουσία τῆς βιωματικῆς του ἐμπειρίας.

Κι αὐτό διαφοροποιεῖ τόν Κύριο καί τόν καθιστᾶ πολύ ἀνώτερο ἀπό τούς κοινούς διδασκάλους. Ἔφθασε κάποτε ὁ Ἀριστοτέλης νά πεῖ: «Φίλος μέν Πλάτων, φίλτατη δ’ ἀλήθεια», γιά νά δείξει ὅτι θυσιάζει χάριν τῆς ἀλήθειας τήν ἀγάπη τῆς φίλιας. Ὁ Χριστός δέν μᾶς λέει νά θυσιάζουμε χάριν τῆς ἀλήθειας τήν ἀγάπη τῆς ὅποιας οἰκογένειάς μας. Κάνει κάτι ἀνώτερο· λέει νά θυσιάσουμε γιά δική του προσωπική χάρη, γι’ Αὐτόν, τήν ὅποιαν ἀγάπη, ἀκόμη καί τή μεγαλύτερη, ἤ πιό σωστά, νά τή θεωρήσουμε πολύ κατώτερη σέ σχέση μέ τή δική του, καθώς δέν εἶναι μόνον ἡ Ἀλήθεια, ἀλλά καί ἡ Ὁδός καί ἡ Ζωή!

Σήμερα, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἡ Ἐκκλησία μας δέν προβάλλει μόνον ὅλους ὅσοι κατέστησαν ὄργανα τῆς χάριτος καί οὐρανοπολίτες, ἀλλά συνάμα παραθέτει μέ τόν δικό της μοναδικό παιδαγωγικό τρόπο τήν ἀλήθεια πού οἱ Ἅγιοι Πάντες ἐγκολπώθηκαν βιωματικά καί τούς ἀνέδειξε· τόν οὐσιαστικό καί ἀδιάσπαστο ἐγκεντρισμό τους στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὡς πρόταγμα τῆς καταλυτικῆς τους σχέσης μέ τόν Θεό Πατέρα.

10.

Οἱ Ἅγιοι Πάντες τῆς Βρετανίας καὶ τῆς Ἰρλανδίας

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Θὰ μιλήσω πρῶτα στὰ Ἀγγλικὰ καὶ μετὰ στὰ Ρωσικὰ ἐπειδὴ νοιώθω ὅτι εἶναι τρομερὰ σημαντικὸ νὰ εἴμαστε ἕνα στὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τῆς ζωῆς μας τούτη τὴν ἠμέρα ποὺ μνημονεύουμε ὅλους τοὺς ἁγίους αὐτοῦ τοῦ τόπου.

Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχει κάποιος ἀνάμεσα μας ποὺ νὰ εἶναι πρόσφυγας καθῶς ἦταν ἡ γενιά μου καὶ ἐκείνη τῶν γονιῶν μου μετὰ τὴν Ἐπανάνσταση, καὶ γι’ αὐτὸ ἴσως δὲν ἀντιλαμβάνεστε τόσο ἔντονα ὅσο ἐμεῖς, τὶ σήμαινε νὰ ζοῦμε σὲ χῶρες διασκορπισμένες στὸν κόσμο, τῶν ὁποίων τὴ γλώσσα δὲν γνωρίζαμε, τὰ ἔθιμα τους μᾶς ἦταν ξένα, ποὺ οἱ λαοὶ τους δὲν μᾶς ἔβλεπαν σὰν ἀδέλφια τοῦ δικοῦ τους ἔθνους, καὶ πόσο ἀπίστευτα ὑπέροχο ἦταν νὰ πηγαίνουμε σὲ ὅλες τὶς χῶρες τῆς Δύσης καὶ ν’ ἀνακαλύπτουμε δύο πράγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι σὲ κάθε χώρα ὑπῆρχε μιὰ περίοδος ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἀδιαίρετη, καὶ ὅτι μοιραστήκαμε τοὺς Ἁγίους τῶν αἰώνων ἐκείνων, ὅτι γίναμε ἕνα μ’ ἕναν ἀναρίθμητο ἀριθμὸ ἁγίων ποὺ ὁ λαὸς αὐτῆς τῆς χώρας κι ἄλλων χωρῶν τῆς Δύσης σεβάστηκε, ἀγάπησε, μιμήθηκε. Κι ἐπίσης, πόσο ὑπέροχο ἦταν νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι, ἀκόμα καὶ τότε ποὺ ἡ Ἐκκλησία βρέθηκε διαιρεμένη, καὶ ὅλο καὶ περισσότερο ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, ὑπῆρχε ἕνα πράγμα ποὺ μᾶς ἕνωνε ἀναπόσπαστα στὸ βάθος τῆς ὕπαρξης μας – ὅτι εἴμασταν λαὸς τοῦ Χριστοῦ,καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ λαὸς ποὺ ἀρχικὰ φάνηκε σ’ ἐμᾶς ξένος, ἐχθρικός, ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν διατηρήσει ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, σ’ αὐτὴ τὴ γῆ καὶ σὲ τόσους ἄλλους τόπους, τὴν πίστη στὸν Χριστὸ ὡς τὸν Ἐναθρωπίσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Σωτῆρα τῆς ἀνθρωπότητας . Βλέπαμε στὸν κάθε ἄνθρωπο κάποιον ποὺ ἦταν ἀδελφὸς, φίλος ἐν Χριστῷ, ποὺ χωριστήκαμε λόγω τῶν ἱστορικῶν συμβάντων, ἀλλὰ ποὺ εἴμασταν στὸ βάθος ἕνα .

Ἀντιληφθήκαμε ἐπίσης τότε καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο μόνο γιὰ τοὺς Ἁγίους αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ ἄλλων τόπων ποὺ γνωρίζαμε ὅτι ἦταν Ὀρθόδοξοι ἅγιοι καὶ τοὺς διαδόχους τους, ποὺ ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοία ἀνῆκαν σὲ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἀλλὰ ὅτι εἴμασταν ριζωμένοι ἀναπόσπαστα, ριζωμένοι βαθιὰ στὸν Χριστὸ καὶ ὅτι κι ἐκεῖνοι ἦταν ἕνα μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς εἶχαν δεχτεῖ, ἐμᾶς τοὺς ξένους, σὰν ἀδέλφια ἐν Χριστῷ, ὄχι ἀπαιτώντας ἀπὸ ἐμᾶς ἑνότητα πίστεως, ἀλλὰ προσφέροντας μας ἀπὸ τὸ βάθος τῆς κοινῆς πίστης ποὺ εἴχαμε, τὴν ἀγάπη, τὴ συμπόνοια, τὴ στήριξη ποὺ τόσο ἀπελπισμένα χρειαζόμασταν. Ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τοὺς Ἁγίους αὐτῆς τῆς χώρας ὡς Ὀρθόδοξους Ἁγίους στοὺς ὁποίους ἀνήκουμε, οἱ ὁποῖοι μᾶς δέχτηκαν μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀδελφοσύνης, ἀλλὰ ἐπίσης ὡς τοὺς ἀναρίθμητους ἁγίους τῶν μετέπειτα χρόνων μὲ τοὺς ὁποίους ἔχουμε τὰ πάντα κοινὰ, ἄν πράγματι ἔχουμε κοινὴ τὴν πίστη μας στὸν Χριστὸ καὶ μιὰ ζωὴ ἄξια τῆς δικῆς Του ζωῆς καὶ πίστης. Ἡ χώρα αὐτὴ δὲν ἔγινε γιὰ ἐμᾶς τόπος ἐξορίας, ἀλλὰ τόπος καλωσορίσματος· ὄχι μιὰ γῆ ξένη, ἀλλὰ τόπος ὅπου μᾶς προσφέρθηκε ἡ ἀγάπη, ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, ἐν ὀνόματι τῆς ἀνθρωπότητας.

Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ σήμερα, αὐτὴ τὴ μέρα, τὴ μέρα ποὺ γιορτάζουμε τὴ μνήμη ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Βρετανίας καὶ τῆς Ἰρλανδίας, δὲν θυμόμαστε μόνο μ’ εὐγνωμοσύνη ὅλους ἐκείνους τοὺς Ἁγίους ποὺ μᾶς δέχτηκαν ἐπειδὴ εἴμασταν δικοί τους, ἀλλὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κράτησαν τὴ μνήμη τους καὶ μᾶς δέχτηκαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Πόσο ὑπέροχο ἦταν! Καὶ πόσο εὔκολα σταματᾶμε νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε ὅταν ὑποχωρεῖ ὁ πόνος, ἡ ἀγωνία, ἡ μοναξιά.Τώρα εἶναι εὔκολο νὰ πᾶμε σὲ χῶρες τῆς Δύσης γιὰ διάφορους λόγους, ἐπειδὴ πρακτικὰ κανένας δὲν εἶναι πρόσφυγας ὅπως εἴμασταν ἐμεῖς καθὼς μᾶς εἶχαν ἀπορρίψει οἱ χῶρες μας, στερημένοι τῆς ἰθαγένειας μας ·μερικοί εἶναι, ἀλλὰ ὄχι ἡ πλειοψηφία καὶ οἱ λίγοι πρέπει νὰ θυμόμαστε καὶ νὰ νοιαζόμαστε.

Πρὸς τὸ παρὸν μιὰ ἀκόμα μεγαλύτερη τραγωδία ἀπὸ αὐτὴν ποὺ βίωσαν οἱ γονεῖς καὶ οἱ παπποῦδες μου διαδραματίζεται στὰ Βαλκάνια. Ὑπάρχουν πρόσφυγες κάθε εἴδους· ἄνθρωποι ποὺ ἀνήκουν σὲ ὅλες τὶς ὁμάδες τῶν ἀνθρώπων˙ χρειάζονται τὴν προσευχή μας ὅποιοι κι ἄν εἶναι. Χρειάζονται συμπόνοια, κατανόηση, χρειάζεται νὰ σταθοῦμε δίπλα τους, νὰ προσευχηθοῦμε στοὺς ἁγίους κάθε χώρας τῆς Δύσης γιὰ νὰ ἁπλώσουν τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος σ’ ἐκείνους ποὺ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι , ἔχουν ἀπορρίψει, ποὺ τοὺς φέρθηκαν μὲ ἄθλιο, ἀπάνθρωπο τρόπο, ἄνθρωποι ποὺ θὰ ἔπρεπε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς δώσουν τὴ ζωή τους· ἤ στὸ ὄνομα τῆς ἀνθωπότητας, ἄν ὁ Χριστὸς δὲν ὑπάρχει στὴ ζωή τους, νὰ δοῦν σὲ κάθε πρόσωπο ἕναν ἄνδρα, μιὰ γυναῖκα, ἕνα παιδὶ ποὺ χρειάζεται συμπόνοια καὶ ἀγάπη.

Ἄς θυμηθοῦμε σήμερα, καθὼς μνημονεύουμε τοὺς Ἁγίους αὐτῆς τῆς γῆς ποὺ σήμαιναν γιὰ ἐμᾶς τοὺς πρόσφυγες τόσα πολλὰ, ἄς τοὺς θυμηθοῦμε μ’ εὐγνωμοσύνη καὶ ἄς προσευχηθοῦμε ἡ εὐλογία τους νὰ μᾶς ἐπισκιάσει ὅλους, καὶ ν’ ἁπλωθεῖ πέρα ἀπὸ ἐμᾶς σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶναι στὶς μέρες μας ἀνὰ τὸν κόσμο πρόσφυγες, ἄστεγοι, διωκόμενοι, ἄνθρωποι ποὺ τοὺς ἀπέρριψαν, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη τὴν συμπόνοια καὶ τὴν ἀγάπη μας, πέρα ἀπὸ τὸ κόστος ποὺ ἔχει αὐτὸ στὰ συναισθήματα ἤ στὴ ζωή μας. Ἀμήν!

11.

ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΜΟΥ ΑΞΙΟΣ

 

Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο μάς βάζει ένα κριτήριο, το οποίο μας καλεί να ακολουθήσουμε: να γίνουμε άξιοί Του,  να αξίζουμε να είμαστε  μαθητές Του, να αξίζουμε να Τον έχουμε ως Διδάσκαλο, αλλά και Θεό μας. Ο λόγος Του μάλιστα συνδέεται άμεσα με την αγάπη την οποία οι άνθρωποι καλούμαστε να δείχνουμε έναντι των γονέων, αλλά και έναντι των παιδιών μας. Πρόκειται για τους οικείους εκ φύσεως, αυτούς με τους οποίους μας συνδέει η συγγένεια του αίματος. Είναι αυτονόητη η αγάπη προς αυτούς. Δεν είναι μόνο η ευγνωμοσύνη για το ότι οι γονείς μας μάς έφεραν στον κόσμο, μας μεγάλωσαν, μας βοήθησαν να αποκτήσουμε τη ταυτότητά μας. Είναι και η αίσθηση ότι είμαστε «σαρξ εκ της σαρκός» τους και «οστούν εκ των οστέων» τους. Ανάλογη είναι και η σχέση μας με τα παιδιά μας. Εκεί γινόμαστε εμείς γονείς και αυτά «σαρξ εκ της σαρκός» μας και «οστούν εκ των οστέων» μας. Και στις δύο κατηγορίες σχέσεων η αγάπη είναι η μοναδική έννοια και κατάσταση που ταιριάζει και αποτυπώνει την δημιουργικότητα κατ’ αρχήν και στην συνέχεια την ίδια την ζωή που η μία γενιά δίνει στην άλλη. Την ίδια στιγμή είναι και οι προϋποθέσεις του «ευ ζην» που μεταδίδονται από την μία γενιά στην άλλη. Μαζί με το γάλα που θηλάζουμε αλλά και προσφέρουμε είναι και κάθε τι που νοηματοδοτεί την ζωή, το οποίο θα αποτελέσει την βάση ώστε να κληροδοτηθεί ίδιο και διαφορετικό στους επόμενους.

Αυτή η αλληλουχία ζωής, αξιών, νοήματος, ταυτότητας, η οποία συναντά την ελευθερία του καθενός προσώπου περικλείεται στην αγάπη. Έρχεται ο Χριστός όμως να ανατρέψει τα δεδομένα αυτής της αλληλουχίας, όχι σε ποσοτικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο προσώπου. «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος. Και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 37). ‘Όποιος αγαπά τον πατέρα του ή την μάνα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιός μου. Κι όποιος αγαπά τον γιο του ή την θυγατέρα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιός μου». Αυτό το «υπέρ εμέ» δεν έχει να κάνει τόσο με το «περισσότερο», αλλά με το ποιον θέτουμε σε προτεραιότητα στην καρδιά μας, προς ποιον απευθύνεται η πρώτη μας σκέψη, η πρώτη μας έγνοια. Και εδώ ο λόγος του Χριστού φαίνεται σκληρός. Δεν είναι η φυσική συγγένεια που προηγείται για να αξίζει κάποιος να είναι μαθητής του Χριστού, να έχει σχέση με’  Αυτόν, να Τον αναγνωρίζει ως Διδάσκαλο και Σωτήρα του, αλλά η προτεραιότητα του προσώπου του Κυρίου στην ζωή μας. Και δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ο Χριστός. Θέλει να είμαστε άξιοί Του. Μας το ζητά.  Διότι αυτή είναι η οδός της αγιότητος. Να υπερβούμε την δύναμη, την μοναδικότητα, την ομορφιά, την αξία της φυσικής συγγένειας και να αφήσουμε τον εαυτό μας να υιοθετηθεί από τον Χριστό. Εκείνος να γίνει ο Οικείος και προς Εκείνον να είναι προσανατολισμένη η καρδιά μας.

Αυτή η απαίτηση εγείρει δύο ερωτήματα: πρώτον τι περιλαμβάνει και πώς είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί, αφού η συγγένεια δεν καταργείται σ’  αυτήν την ζωή τουλάχιστον; Και δεύτερον γιατί να ζητά ο Χριστός κάτι τέτοιο, αφού η αγάπη είναι η διδασκαλία της χριστιανικής παράδοσης; Αγαπά κάποιος πρωτίστως τους οικείους του, διότι μ’  αυτούς συνυπάρχει, αυτοί του δίνουν νόημα να αγωνίζεται, αυτοί είναι ο δικός του δρόμος για να μπορέσει η αγάπη να ασκηθεί και να έχει νόημα, να ξεπεράσει τις δυσκολίες που προέρχονται είτε από το «εγώ» μας είτε από την «ετερότητα» και το «εγώ» των άλλων. Και επειδή η συγγένεια δεν καταργείται, ακόμη κι αν ο άνθρωπος εγκαταλείψει τον πατέρα και την μητέρα του και δημιουργήσει καινούργια σχέση με την γυναίκα του (ή με τον άνδρα της η γυναίκα), διότι κρατά όσο είναι εφικτό την παλαιά και αναπτύσσει οικειότητα και αγάπη και με τους καρπούς της νέας (τα παιδιά), γι’  αυτό και η απαίτηση του Χριστού φαίνεται δύσκολο να εκπληρωθεί.

Ο Χριστός ζητά από τον άνθρωπο να μη μένει προσκολλημένος στους εγγύς, στην οριζόντια διάσταση της ζωής, αλλά να κοιτάξει στον ουρανό και ταυτόχρονα να δει τον πανταχού Παρόντα Θεό και να Τον αναγνωρίσει ως τον κατ’  εξοχήν οικείο του. Να κατανοήσει ότι η ζωή είναι δώρο του Θεού. Ότι η ταυτότητα του ανθρώπου, για να είναι πλήρης και αυθεντική χρειάζεται τον Θεό, διότι μόνο Αυτός δίνει αιωνιότητα, δηλαδή δεν αφήνει τον άνθρωπο να χαθεί μετά τον θάνατο. Ότι ο Θεός αγαπά τόσο τον άνθρωπο, ώστε έγινε γι’  αυτόν άνθρωπος. Και απέδειξε την αγάπη Του φτάνοντας μέχρι τον θάνατο για τον άνθρωπο, για να μπορέσει ο άνθρωπος να κοινωνεί την ζωή στο πρόσωπο ενός Θεού όμοιου κατά πάντα με μας. Διότι χωρίς την ενανθρώπιση και τον θάνατο του Θεού και στην συνέχεια την Ανάστασή Του η ανθρώπινη φύση δεν θα είχε, οικειούμενη την υιοθεσία από τον Θεό, την δυνατότητα να αναγνωρίσει τον Θεό. Αν ο Θεός ήταν μόνο Πνεύμα, τότε ο άνθρωπος που είναι και πνεύμα και σώμα, που είναι ύπαρξη που υπάρχει σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο και σε σχέση με τον εαυτό του, θα ήταν αδύνατον να κοινωνήσει με τον ουρανό. Δεν θα είχε ούτε τις ιδιότητες, ούτε τις δωρεές που θα τον έκαναν να μπορεί να δει τον Θεό. Η παρουσία του Χριστού κάνει την ανθρώπινη φύση να μπορεί να αναπτύξει μία άλλη σχέση, να ενωθεί με την θεία.

Και για να γίνει πράξη αυτή η δωρεά της υιοθεσίας  χρειάζεται ο άνθρωπος να έχει τον Θεό ως προτεραιότητά του. Να υπερβεί την δύναμη κάθε σχέσης, ακόμη και αυτής της φυσικής συγγένειας, για να γίνει τέκνον Θεού.  Σημάδια αυτής της υπέρβασης είναι η δίψα για τον Θεό, είναι ο αγώνας εναντίον κάθε εξάρτησης από τον κόσμο, εναντίον των παθών, η μετοχή στην ζωή της Εκκλησίας, η υπέρβαση του εγώ, η άρση του Σταυρού τόσο στην σχέση με τον συνάνθρωπο, όσο και στην σχέση με τον εαυτό μας. Γιατί η συγγένεια είναι απαιτητική. Και το να αποφασίσει κάποιος να αγαπήσει, συνεπάγεται να νικήσει κάθε δύναμη του «εγώ». Αυτό το ξέρουμε καλά όσοι είμαστε γονείς, αλλά και όσοι θέλουμε να αγαπούμε τους συνανθρώπους μας, από τους οικείους μέχρι και τον εχθρό μας.

Χωρίς την αγάπη προς τον Χριστό ως προτεραιότητα, η φυσική συγγένεια διασώζει έντονα τα στοιχεία της κτητικότητας, του  εγωισμού, της αίσθησης της ανταπόδοσης, του παράπονου, της υπερηφάνειας, αλλά και της ματαιότητας. Γιατί η φυσική συγγένεια είναι για τον παρόντα κόσμο και χρόνο. Χρειάζεται, αλλά δεν αρκεί. Δεν την καταργεί η Εκκλησία, αλλά υποδεικνύει την σχετικότητά της.  Η σχέση με τον Χριστό ανοίγει την οδό της αιωνιότητας. Και αυτή η οδός βιώνεται στην Εκκλησία από τους ανθρώπους που θέλουν να ακολουθήσουν τον Χριστό, να γίνουν Άγιοι δηλαδή εν Αγίω Πνεύματι. Διότι δεν είναι εφικτή αυτή η σχέση αν ο άνθρωπος δεν αφεθεί στην χάρη του Πνεύματος. Αυτό ανοίγει τις αισθήσεις πνευματικά. Αυτό κάνει την καρδιά έτοιμη να ακολουθήσει τον Χριστό, αίροντας κάθε σταυρό. Αυτό βοηθά όποιον αγωνίζεται να μην νικιέται από τα πάθη. Αυτό κάνει την Εκκλησία τρόπο και τόπο Αγίων και όχι ιδεολόγων ή αγωνιστών για μία καλύτερη ζωή ή για την διάσωση κάποιων αξιών. Αυτό βοηθά τον άνθρωπο να ανοιχτεί πανανθρώπινα, χωρίς να θυσιάσει την αλήθεια, αλλά και χωρίς να πάψει να νοιάζεται για την κάθε ύπαρξη. Αυτό οδηγεί στην υπέρβαση ακόμη και της ανάγκης για ζωή, στην μαρτυρία και το μαρτύριο.

Η κοινωνία μας στηρίζεται στην φυσική συγγένεια ή την υποκαθιστά με την θεσμική συγγένεια σε κοινωνικό επίπεδο. Στους καιρούς μας έχει καταστήσει και το άτομο αυτόνομο. Να δικαιούται ό,τι θέλει και να μην πιστεύει πουθενά παρά μόνο στο εγώ και την εμπειρία του. Γι’  αυτό και ο λόγος του Χριστού ηχεί παράξενα. Όμως αποτελεί τον μοναδικό λόγο που γίνεται τρόπος ζωής και αιωνιότητας. Οι Άγιοι μάς διδάσκουν ότι αυτός ο δρόμος φέρει καρπούς.  Είναι η παρουσία τους στην ζωή μας απόδειξη ότι βάζοντας τον Χριστό ως προτεραιότητα ανοιγόμαστε στην Αλήθεια που νικά κάθε χρόνο, κάθε συγγένεια, κάθε πρόσκαιρο. Και όλα νοηματοδοτούνται διαφορετικά με την παρουσία του Χριστού στην ζωή μας!

 

Κέρκυρα, 11 Ιουνίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

12.

Κυριακή Αγ.Πάντων-Oι Άγιοι είναι ζωντανοί!

 

 Για να λογίζεται κάποιος επιτυχημένος στον κόσμο πρέπει να έχει χρήματα, κοινωνική καταξίωση και να τον αναγνωρίζουν όλοι…!
 Οι άνθρωποι πλέον έχουμε τεράστιο θέμα με την εικόνα μας. Ο καθένας βέβαια την εικόνα του μπορεί να τη φτιάχνει όπως θέλει κι όπως θέλει να παρουσιάζεται στους άλλους. Τώρα δε με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, των οποίων η λειτουργία βασίζεται στη κυριαρχία της εικόνας, μπορεί ο καθένας να διαμορφώνει την εικόνα του ακόμα πιο εύκολα αναζητώντας επίμονα μιαν αναγνωρισιμότητα. Ότι τέλος πάντων έχει μια κάποια αξία σε διάφορα επίπεδα.

Ο άνθρωπος μ’ αυτά τα άγχη δύσκολα θα καταλάβει τους αγίους της Εκκλησίας. Οι άνθρωποι σήμερα θέλουμε να εμφανιζόμαστε, οι Άγιοι όλων των εποχών επιδιώκουν την αφάνεια. Όταν ήταν να κοιμηθεί ο Μέγας Αντώνιος είπε στους υποτακτικούς του να πάρουν το λείψανό του και να το θάψουν στα βάθη της ερήμου ώστε κανείς να μην αποδώσει τιμές στο λείψανο αφού όλοι τον δέχονταν για Άγιο.

Οι Άγιοι βλέπουνε παντού τον Χριστό και στα μέσα τους και στα έξω τους. Κάνουν τόπο στον Χριστό κι Αυτός κατοικεί μέσα τους. Ο Χριστός στους Αγίους αγαπά πρώτα απ’ όλα τη σιωπή τους. Ακόμη κι οι Άγιοι που αμύνθηκαν των Δογμάτων της Εκκλησίας στις Συνόδους, πρώτα έγιναν ασκητές κι αποκτήσαν τα πνευματικά εφόδια να επιτιμήσουν την αίρεση έπειτα. Δεν λειτουργούσαν από μόνοι τους, τίποτε άλλωστε μες την Εκκλησία από μόνο του δε λειτουργεί. Μες την Εκκλησία τα πάντα είναι άγια και πανάγια γιατί η Εκκλησία οικοδομήθηκε στην πέτρα εκείνη που ποτίστηκε από το άγιο και πανάγιο Aίμα του Σωτήρα Χριστού. Από τον Τριαδικό Θεό αγιαζόμαστε όλοι, κανένας δε μπορεί να είναι άγιος από μόνος του.

Οι άγιοι γύρω απ’ το κεφάλι τους στις εικόνες έχουν 
φωτοστέφανο. Το φως αυτό του στεφανιού δεν είναι δικό τους, δε πηγάζει απ’ αυτούς είναι το Φως του Τριαδικού Θεού, το Φως που έλαμψε στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, το Φως στον Ιορδάνη, το Φως της Μεταμόρφωσης, το Φως της Ανάστασης, το Φως της Πεντηκοστής. Αυτό αντιφεγγίζει στα Πρόσωπά Τους και φανερώνει ποιοι είναι στ’ αλήθεια.Η τέχνη της αγίας μας εκκλησιάς δεν απεικονίζει αλλά ιστορεί, δηλαδή, διηγείται. Διηγείται αυτό που βλέπει, αυτό που ζει. Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι αυτοί που δεν προσποιούνται ποτέ, ομολογούν τον Χριστό ως Θεό και Τον λατρεύουν εν Πνεύματι και Αληθεία. Είναι δηλαδή ζωντανοί!

Όσο εμείς αυτοπροβαλλόμαστε και φωνάζουμε, διαδικτυακά και μη, οι άγιοι πάντα θα μας θυμίζουν ότι
 για να κάνουμε τόπο στο Χριστό πρέπει να σωπάσουμε και λίγο… Να μη μιλάμε μόνο εμείς ή -ακόμα χειρότερα- να μην ακούμε μονάχα τον εαυτό μας. 
Ας ακούσουμε τον αδελφό μας για να μας ακούσει ο Χριστός. 
Ας τον ακούσουμε -ας κάνουμε λίγο σιωπή- ας τον ακούσουμε. Κι ας ακούσουμε με αγάπη ό,τι κι αν έχει να μας πει. 
Ας ξεχάσουμε πως έχουμε τάχα πάντα δίκιο. Να κάνουμε τόπο στον άλλον για να βρει τόπο μέσα ο ίδιος ο Χριστός.

Ιάσων Ιερομ.