Δημήτρης Νατσιόςδάσκαλος-Κιλκίς

Διαβάζω τις τελευταίες αθλητικές ειδήσεις: «Μια μαύρη σελίδα για το ελληνικό ποδόσφαιρο γράφτηκε σήμερα στο Βόλο, με τα έκτροπα μεταξύ έξαλλων χούλιγκαν της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ στις κερκίδες του Πανθεσσαλικού Σταδίου λίγο πριν αρχίσει ο τελικός του κυπέλλου.Τραυματίστηκαν συνολικά 70 άτομα, στα οποία παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες, ενώ 15 εξ αυτών νοσηλεύονται σε σοβαρή κατάσταση στο Νοσοκομείο Βόλου». Αυτά πριν από 15 μέρες.

 

«Η Λεωφόρος της ντροπής σε εικόνες: Ξύλο μεταξύ παικτών, ύβρεις και τραυματισμός του προπονητή του ΠΑΟΚ». Αυτά χτες.

Έχουμε συνηθίσει πια. Κάθε βδομάδα, μετά από τα «ντέρμπι» των «μεγάλων» ομάδων, θα ακούσουμε, πλην των άλλων εξοργιστικών και τρομακτικών, τις εξής κοινότοπες – αλλοίμονο – φράσεις: «Μαύρη μέρα για τον ελληνικό αθλητισμό», «φοβερά επεισόδια στο τάδε γήπεδο», «διεθνής διασυρμός της Ελλάδας», «ανεγκέφαλοι οπαδοί έκαψαν…». Τις προσπερνούμε αδιάφοροι, σαν να πρόκειται για παιδικές, αθώες σκανταλιές. Θεωρούμε αυτό που ονομάζουμε χουλιγκανισμό, μέρος της παιδαγωγίας των νέων. Το προστάδιο, ο προθάλαμος πριν από την ενηλικίωση είναι η μαθητεία στην κερκίδα. Κουκούλα, μολότωφ και κουκουλοφορία: ιδού τα υλικά της σύγχρονης εκπαίδευσης. (Μάλλον… κουκουλοφλώροι και όχι κουκουλοφόροι, οι πλείστοι εξ αυτών των ατίθασων νέων, είναι βαριεστημένοι γόνοι βορειοαθηναίων).Το γήπεδο, είναι η νέα Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ας μη λησμονούμε και ότι το ποδόσφαιρο υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού….

Ένας από τους τελευταίους Δασκάλους του λαού μας, ο Φώτης Κόντογλου, έγραφε πριν από 40 περίπου χρόνια: «…αλλά και τι άλλο από αδιαντροπιά φανερώνουν και τα ματς με τη θεά μπάλα, που την κλωτσάνε ένα σωρό χασομέρηδες για να διασκεδάσουνε τις μυριάδες φιλάθλους, που δεν ευρήκαν άλλο τίποτε για να νιώσουν αγωνία και χτυποκάρδι, αλλά μόνο για την μπάλα; Και γίνονται σοβαρά συνέδρια για την μπάλα, με αντιπροσωπείες, με συζητήσεις, με ανακοινωθέντα, με δημοσιογράφους. Σε τέτοιο δυσθεώρητο ύψος δεν έφτασε ποτέ η ανοησία». (Μυστικά Άνθη, εκδ. «Αστήρ», σελ. 15).

Ο Κόντογλου στηλίτευε τότε το ποδόσφαιρο, γιατί λειτουργούσε ως παραισθησιογόνο, ως λυτρωτική εκτόνωση. Όπως σημειώνει λίγο παρακάτω: «οι άνθρωποι καταντήσανε σαν άδεια κανάτια και προσπαθούν να γεμίσουν τον εαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ένα σωρό σκουπίδια, μπάλες, εκθέσεις με τερατουργήματα, ομιλίες και αερολογίες, καλλιστεία που μετριέται η εμορφιά με τη μεζούρα, καρνάβαλους ηλίθιους…». Αν ζούσε σήμερα, ο νεοφανής αυτός ομολογητής της Ορθοδοξίας, και έβλεπε τα οδοφράγματα, τους εμπρησμούς, τους λιθοβολισμούς, τα καπνογόνα, τις συμπλοκές με την αστυνομία, τις καταστροφές περιουσιών του δημοσίου και ιδιωτών, τα αιματοκυλίσματα ή άκουγε τα εμετικά και βορβορώδη συνθήματα των λεγομένων οπαδών, που συνήθως βεβηλώνουν κάθε ιερό και όσιο (από μάνα μέχρι πίστη και πατρίδα. Είναι τόσο βαθιά η διάβρωση και η αλλοτρίωση των οπαδών, που «αποθεώνουν» τις ομάδες τους άδοντας σαχλοάσματα στους ρυθμούς του εθνικού μας ύμνου), θα μιλούσε για παρανοϊκούς και παράφρονες, για «άδεια κανάτια», που γεμίζουν με βία και επιθετικότητα, για απελπισμένους και απεγνωσμένους νέους, για μια «τεράστια μάζα αδιάφορων και ουδετέρων που προοδευτικά έχει γίνει ένας τεράστιος στρατός από δυσαρεστημένους, έτοιμος να ακολουθήσει όλες τις υποβολές των ουτοπιστών και των ψευδορητόρων». (Γ. Λε Μπον, «Ψυχολογία των μαζών», εκδ. Ζήτρος).

Σχεδόν κάθε μέρα βλέπουμε τις εκθηριωμένες ορδές, που συνωστίζονται αγεληδόν, στις «θύρες» (ορμητήρια βανδαλισμού και βιοπραγίας), να συμπλέκονται και να κονταροχτυπιούνται -κυριολεκτικά- μεταξύ τους και, κυρίως, με την αστυνομία, η οποία απορροφά την οργή τους για την περιρρέουσα εξαθλίωση. (Ερωτώ: ως πότε οι αστυνομικοί, που είναι παιδιά δικά μας, θα ανέχονται το κάθε βλαμμένο πλουσιόπαιδο των Αθηνών, να βρίζει  γονείς τους, που με ιδρώτα και δάκρυα τους ανέθρεψαν;). Βλέποντας τους «γενναίους» αυτούς φιλάθλους, τα νέα παιδιά να κυριαρχούνται από αυτήν την βάναυση ορμή της «ανώνυμης καταστροφής», δεν μπορείς παρά να σκεφτείς, με θλίψη, πως έχουμε να κάνουμε με μια νοσηρή αναπλήρωση του κενού που προκάλεσε η αδηφάγος κυριαρχία του χρήματος και η καταρράκωση όλων των αξιών. Για την κάλυψη του οδυνηρού κενού, ο «οργισμένος νέος» αναζητεί ένα υποκατάστατο. Έτσι θεοποιεί το σωματείο του, καλύπτοντας την έμφυτη μεταφυσική αγωνία του, αναγάγει σε ύψιστο ιδανικό, σε νόημα ζωής, την επιτυχή πορεία της ομάδας του και – το χειρότερο- σπαταλά την ικμάδα της νιότης του, υπηρετώντας το πιο διεφθαρμένο, σάπιο και εξαχρειωτικό φαινόμενο των σημερινών κοινωνιών, που ονομάζεται ποδόσφαιρο και δη επαγγελματικό. (Χαρακτηριστικά τα συνθήματα των αφιονισμένων αυτών οπαδών: «ΠΑΟ – θρησκεία – θύρα 13, Θρύλε – θεέ μου).

Η εξουσία, βέβαια, γνωρίζοντας πως το ποδόσφαιρο συναρπάζει τις μάζες, το χρησιμοποιεί για να εκτρέψει την προσοχή των μαζών από τα βασανιστικά και εκρηκτικά προβλήματα της καθημερινής ζωής. Προτιμότερο είναι ο άνεργος νεαρός να συγκρούεται με τον αντίπαλο άνεργο οπαδό, παρά να ξεχυθεί στους δρόμους, για να καταγγείλει τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, τα ελληνοκτόνα μνημόνια, την κοινωνική αδικία, την ασυδοσία των ισχυρών, τους εθνικούς εξευτελισμούς, τους λεηλάτες και καταστροφείς του τόπου.

Η εξουσία, μέσω του Μεγάλου Αδελφού, των Μ.Μ.Ε., στρέφει την προσοχή των πολιτών και κυρίως της νεολαίας, όχι προς τα όντως προβλήματα, αλλά στις αναμετρήσεις των γηπέδων, με αποτέλεσμα την αποκοίμιση, την χειραγώγηση, την φίμωση του κοινωνικού σώματος, που διαπαιδαγωγείται έτσι, ώστε να θέτει πρώτο στην κλίμακα των ιεραρχήσεών του, το μέλλον, της ομάδας του στο τάδε κύπελλο, παρά τις επιλογές της Υπουργού… Παιδείας  ή τις υπογραφές, με χέρια και ποδάρια, της λεηλασίας των συνταξιούχων. (Γι’ αυτό και η πληθώρα αθλητικών αναμετρήσεων. Δεν περνάει μέρα που δεν θα προβάλλεται μια «ιστορική» αθλητική συνάντηση. Ο χρόνος των πολιτών μπαζώνεται, μην αρχίσει και σκέφτεται την κατάστασή του. Επικίνδυνα πράγματα αυτά…Μην ξυπνήσει το κοπάδι…).

Δεν υπάρχουν στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο ηθικές αρχές και σεβαστοί κανονισμοί. Τα ποδοσφαιρικά σωματεία εξελίχθηκαν σε μεγαλοεπιχειρήσεις. Επιχειρηματίες, αμφίβολης προέλευσης, αγοράζουν ομάδες με μοναδικό στόχο την κοινωνική προβολή, την διαφήμιση, τον ύποπτο πλουτισμό. Σε περιόδους που το 1/4 του λαού ζει με μισθό κάτω από το όριο της φτώχειας, που διαλύεται ο κοινωνικός ιστός και ερημώνει η λεγόμενη αγορά, αυτοί, δαπανώντας τεράστια ποσά, αγοράζουν ποδοσφαιριστές μόνο και μόνο για να κερδίζουν την εύνοια, την ανοχή, την λατρεία των αγροίκων οπαδών.

Σήμερα το ποδόσφαιρο αντιμάχεται την ίδια την παιδεία. Δρέπουμε και τους καρπούς μιας πολύ συγκεκριμένης «Παιδείας», που διδάσκει μόνον δικαιώματα, αγνοώντας ότι στην εξοπλιστική, για παράδειγμα, ηλικία του δημοτικού, «μορφώνεις» πρωτίστως την έννοια του καθήκοντος και της πειθαρχίας. ( Στην 3η και 4η δημοτικού υπάρχουν απανωτά κείμενα για τα δικαιώματα των παιδιών, καμμία αναφορά περί υποχρεώσεων). Οι μαθητές του Δημοτικού, παιδιά ανυπεράσπιστα, φανατίζονται εξαιτίας της τρισάθλιας τηλεόρασης, των χυδαίων αθλητικών- και ηλεκτρονικών- εντύπων και από τις συζητήσεις των «μεγάλων». (Το πρώτο μέλημα του πατέρα σήμερα, είναι η… κληροδότηση στο παιδί της ποδοσφαιρικής προτίμησης). Ο γράφων, ζήτησε, προ καιρού, από αγόρια της Ε΄ Δημοτικού να γράψουν πόσα ιστορικά πρόσωπα γνωρίζουν και πόσους ποδοσφαιριστές. Το αποτέλεσμα αποκαρδιωτικό: αγνοεί ο μαθητής του Δημοτικού τον Σωκράτη ή τον Πλάτωνα και γνωρίζει τους σύγχρονους «θεούς» της στρογγυλής θεάς. Συγκρατεί ο μαθητής τα ονόματα των σύγχρονων «θεών» (παντού η λέξη θεός) της μπάλας και ξεφορτώνεται, ως βάρος περιττό, τα ονόματα των θνητών εκείνων «γονέων της ανθρωπότης». Μπορούμε βέβαια να καυχόμαστε, γιατί τα παιδιά μας έχουν τουλάχιστον «ποδοσφαιρική παιδεία», όπως λένε οι κοτσανολογούντες, τιποτολόγοι αθλητικογράφοι…