1.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Σήμερα τιμᾶμε τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ. Πολλοὶ συχνὰ τὸν θυμόμαστε μοναχὰ σὰν τὸν ἄπιστο Θωμᾶ· στὴν πραγματικότητα εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀμφέβαλλε γιὰ τὰ νέα ποὺ τοῦ μετέφεραν οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι ὅταν τοῦ εἶπαν : Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε! Τὸν εἴδαμε ζωντανό!

Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀμφέβαλλε σ’ ὅλη τὴ ζωή του ἢ ποὺ παρέμεινε ἄπιστος στὸ μυστήριο τῆς Θεϊκῆς ἀποκάλυψης τοῦ Κυρίου. Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὅταν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὁ Κύριος ἔμαθαν ὅτι ἀρρώστησε ὁ Λάζαρος, ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: Ἂς ἐπιστρέψουμε στὰ Ἱεροσόλυμα. Στὰ λόγια τοῦ Κυρίου οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἀπάντησαν: Ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι θέλουν νὰ σὲ σκοτώσουν ἐκεῖ, γιατί θὰ πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε; Μονάχα ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἀπάντησε: Ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε καὶ ἂς πεθάνουμε μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον. Ἦταν προετοιμασμένος ὄχι μόνο νὰ εἶναι στὰ λόγια μαθητής Του, ὄχι μόνο νὰ Τὸν ἀκολουθήσει ὅπως ἕνας μαθητὴς ἀκολουθεῖ τὸν δάσκαλό του, ἀλλὰ νὰ πεθάνει μαζί Του, ὅπως ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀποφασίζει νὰ πεθάνει μὲ τὸν φίλο του καὶ ἐὰν χρειαστεῖ χάριν τοῦ φίλου του. Ἂς θυμηθοῦμε λοιπὸν τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του, τὴν πίστη καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρα του.

Τί συνέβη ὅμως ὅταν μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ οἱ Ἀπόστολοι ἀνήγγειλαν σ’ αὐτὸν ποὺ μονάχα αὐτὸς δὲν εἶχε δεῖ τὸν Κύριο, ὅτι ἀντίκρισαν πραγματικὰ τὸν ἀναστάντα Χριστό; Γιατί δὲν πίστεψε τὰ λόγια τους; Γιατί ἀμφέβαλλε; Γιατί εἶπε ὅτι χρειαζόταν ἀποδείξεις, ἁπτὲς ἀποδείξεις; Ἐπειδὴ ὅταν τοὺς ἀντίκρισε τοὺς εἶδε χαρούμενους μὲ ὅ,τι εἶδαν, ἦταν χαρούμενοι ποὺ ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν πιὰ νεκρός, ποὺ ἦταν ζωντανός, χαρούμενοι γιὰ τὴν νίκη ποὺ εἶχε κερδηθεῖ. Καὶ ὅμως παρατηρώντας τους δὲν εἶδε σὲ αὐτοὺς καμία ἀλλαγή. Ἦταν οἱ ἴδιοι, μόνο ποὺ ἦταν γεμάτοι ἀπὸ χαρὰ ἀντὶ γιὰ φόβο. Καὶ ὁ Θωμᾶς τοὺς εἶπε : Μόνο ἐὰν Τὸν δῶ, μόνο ἐὰν γίνω μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως θὰ μπορέσω νὰ πιστέψω.

Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ κάποιος ποὺ μᾶς συναντᾶ;

Πρὶν λίγες ἡμέρες ὁμολογήσαμε μὲ πάθος, μὲ εἰλικρίνεια καὶ μὲ πίστη τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ τὸ πιστεύουμε μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι· καὶ ὅμως, ὅταν μᾶς συναντοῦν οἱ ἄνθρωποι στὸ σπίτι, στὸν δρόμο, στὸν χῶρο τῆς ἐργασίας μας, μᾶς βλέπουν καὶ ἀναρωτιοῦνται: Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τί τοὺς συνέβη;

Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν δεῖ τὸν ἀναστάντα Κύριο, ἀλλὰ ἡ Ἀνάσταση δὲν ἤτανε γι’ αὐτοὺς βίωμα, δὲν σήμαινε γι’ αὐτοὺς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν αἰώνια ζωή. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σέ μᾶς· ἐὰν ἑξαιρέσουμε τοὺς ἁγίους, ποὺ ὅταν τοὺς συναντάει κάποιος ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ μήνυμα ποὺ φέρουν εἶναι ἀληθινό.

Τί ὑπάρχει στὸ δικό μας μήνυμα ποὺ δὲν ἀκούγεται; Ἐπειδὴ μιλᾶμε ἀλλὰ δὲν εἴμαστε αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἴμαστε. Θὰ ἔπρεπε νὰ διαφέρουμε τόσο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν νοιώσει τὴν ἐμπειρία τοῦ ζωντανοῦ, ἀναστημένου Χριστοῦ, ποὺ μοιράστηκε μὲ μᾶς τὴ ζωή Του, ποὺ μᾶς ἔστειλε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ C. S. Lewis, διαφέρει ἕνα ἄγαλμα ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο. Ἕνα ἄγαλμα μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλοπρεπές, λαμπρό, ἀλλὰ εἶναι πέτρα. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μᾶς συγκινεῖ λιγότερο ἐξωτερικά, εἶναι ὅμως ζωντανός, εἶναι μία μαρτυρία ζωῆς.

Ἂς ἐξετάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόμαστε, γιατί οἱ ἄνθρωποι ποὺ συναντᾶμε δὲν καταλαβαίνουν ὅτι ἀποτελοῦμε μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἀναστημένου Κυρίου καὶ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Γιατί;

Ὁ καθένας μας ἔχει νὰ δώσει τὴ δική του ἀπάντηση σ’ αὐτὴν τὴν ἐρώτηση. Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἂς ἐξετάσει τὸν ἑαυτό του καὶ ἂς ἑτοιμαστεῖ νὰ ἀπαντήσει μὲ βαθειὰ συνείδηση, ἂς κάνουμε ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τὴ ζωή μας, ἔτσι ποὺ οἱ ἄνθρωποι ποὺ μᾶς συναντοῦν, ὅταν θὰ μᾶς βλέπουν, θὰ λένε: Δὲν ἔχουμε ξανασυναντήσει τέτοιους ἀνθρώπους, ἔχουν κάτι ποὺ δὲν τὸ ἔχουμε δεῖ σὲ κανέναν ἄλλον. Τί εἶναι αὐτό; Καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ τοὺς ἀπαντήσουμε ὅτι εἴμαστε φορεῖς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε μέλη τοῦ σώματός Του. Μέσα ἀπὸ ἐμᾶς ἐνεργεῖ ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἴμαστε ναός Του. Ἀμήν.

2.

Ἡ δυσπιστία τοῦ Θωμᾶ

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Μία ἀπὸ τὶς χαρακτηριστικότερες ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ στοὺς τρομοκρατημένους μέχρι τότε μαθητὲς Του εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ὅμως ὁ Χριστὸς ἐπεμβαίνει προσωπικά· «ἐν μέσῳ ἔστη εἰρήνην παρέχων αὐτοῖς», διαλύει τὶς φοβίες τῶν μαθητῶν Του καὶ βοηθᾶ τὸν Θωμᾶ νὰ ὑπερβεῖ τὶς ἀναστολές του.

Δισταγμοὶ καὶ ἀμφιβολίες τῆς πίστης

Ὁ Θωμᾶς κλονισμένος καὶ ταραγμένος μέσα στὴν ἀπομόνωση (δὲν βρισκόταν μὲ τοὺς ἄλλους μαθητὲς) καὶ τὴν κατάθλιψή του, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήσει τὶς ἀναστολὲς καὶ τὶς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου του. Ὅμως ὁ Ἀναστημένος Χριστὸς ἐμφανίζεται ἀνάμεσα σὲ ὅλους μαζί τους μαθητές Του, γιὰ νὰ πιστεύσει πραγματικὰ ὁ ἕνας. Δὲν ἐλέγχει τὴ δυσπιστία του. Δὲν κρίνει τὴ στάση του, δὲν καταδικάζει τὴ συμπεριφορά του. Ὁ Θεὸς δοκιμάζει τὶς ἀντοχές μας στὶς ὁριακὲς στιγμὲς τοῦ πόνου, τῆς ἀδυναμίας, τῆς κόπωσης καὶ τῆς ἐξάντλησης. Βέβαια, ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ ὅριά μας, ἁπλῶς ἐμεῖς στὶς δύσκολες στιγμὲς συνειδητοποιοῦμε τὴν ὀλιγοπιστία μας. Αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει τὸν Θεὸ νὰ ἀποκαλύπτεται μὲ ἀγάπη σὲ κάθε καλοπροαίρετο ἄνθρωπο. Νὰ φανερώνει καὶ νὰ προσφέρει τὰ σημάδια τῆς μυστικῆς Του παρουσίας καὶ ἐνέργειας σὲ ὅποιον ἀναζητᾶ νὰ Τὸν ψηλαφήσει, δηλαδὴ σὲ ὅποιον οἰκοδομεῖ τὴν πίστη του στὴν ἐμπειρία καὶ στὸ πνευματικὸ βίωμα. Μᾶς ἐκπλήσσει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου». Ὁ Χριστὸς ἔρχεται στὸν ἰδιαίτερο χῶρο τῆς ψυχῆς μας, στὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιλήψεις μας, κάποτε ἀκόμη καὶ στὶς ἀμφιβολίες καὶ τοὺς δισταγμούς μας. Ἐδῶ ὁ ἐγωισμὸς μας συντρίβεται. Ἡ ἀλαζονικὴ λογική μας, ποὺ νομίζει ὅτι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ κατακτήσει τὴ γνώση καὶ τὴν ἀλήθεια, ταπεινώνεται καὶ τότε αὐθόρμητα παραδινόμαστε ὁλόψυχα «ἐν πίστει» στὴν ἀγαπώσα ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ φυλακὴ τῆς λογικῆς

«Ἐὰν μὴ ἴδω οὐ μὴ πιστεύσω». Κάποτε ὁ λόγος αὐτὸς γιὰ τὴ λογικὴ καὶ τὴ διανόηση τοῦ κόσμου τούτου γίνεται ἕνας πειρασμὸς ποὺ ἐγκλωβίζει τὸν ἄνθρωπο σὲ μία ἀναλήθεια. Σὲ ἕνα τρομακτικὸ ψέμα, σὲ ἕναν δαιμονικὸ πειθαναγκασμό, ποὺ ἰσχυρίζεται ὅτι ὑπάρχει μόνο ὅ,τι οἱ αἰσθήσεις του ἀντιλαμβάνονται, ὅ,τι βλέπει, ὅ,τι παρατηρεῖ, ὅ,τι ἀποδεικνύει μὲ τὶς ἔρευνες καὶ τὰ πορίσματά του. Σὲ ἕνα τέτοιο ἐπιστημονικὸ κοσμοείδωλο ἡ λογικὴ θεοποιεῖται σὰν τὸ μοναδικὸ μέσο γιὰ τὴ γνώση καὶ τὴν ἀλήθεια. Τὰ αἰσθήματα καὶ οἱ εὐαισθησίες, οἱ πνευματικὲς ἐμπειρίες καὶ τὰ ἀποκαλυπτικὰ βιώματα, ἡ πίστη καὶ τὸ θαῦμα παραμερίζονται καὶ ἐμπαίζονται. Ἡ οὐσία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης παραμένει ἄγνωστη. Τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ γεμίζουν ἀπὸ ἀντιφάσεις, κενά, ἀπορίες καὶ ἀναπάντητα ἐρωτήματα. Ὁ κόσμος τοῦ πνεύματος μικραίνει καὶ φτωχαίνει πολύ. Γίνεται ρηχός, ἐπιφανειακὸς καὶ ἐπίπεδος. Γιὰ τὸν ὀρθολογιστὴ ἄνθρωπο ποὺ αὐτάρεσκα καυχᾶται γιὰ τὴν ἐπιστημοσύνη του, οἱ διαστάσεις τοῦ ὕψους καὶ τοῦ βάθους ἰσοπεδώνονται. Ἡ καθημερινότητα πολλῶν ἀνθρώπων μᾶς πείθει γι’ αὐτό. Καμία πνευματικὴ ἀνάβαση, ἀναζήτηση καὶ ἀναφορὰ στὸ μυστήριο τῆς πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ. Καμία ἐνδοσκόπηση, καμία αὐτογνωσία, κανένας ἐσωτερικὸς ἀγώνας μὲ τὸν «ἔσω τῆς καρδίας κρυπτόμενον ἄνθρωπον».

Ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι βυθίζονται στὶς ἀμφιβολίες καὶ παγιδεύονται στὴν ἀπιστία ποὺ ὁδηγεῖ στὸ κενό τῆς ζωῆς. Ἔχουν μία ὑπερτροφικὴ αὐτοπεποίθηση ὅτι μποροῦν νὰ καταλάβουν τὰ πάντα. Ἀπορρίπτουν τὴν πίστη, γιατί δὲν θέλουν νὰ ἀναθεωρήσουν τὶς ἰδέες τους καὶ τὴ ζωή τους. Ἐνῶ μποροῦν, δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ, πού, ἐνῶ ἤθελε νὰ πιστέψει, δὲν μποροῦσε. Γιατί ἐκεῖνος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄρνηση καὶ τὴν προκατάληψη τοῦ κάθε ἀπίστου, μέσα ἀπὸ τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὶς ἀμφιβολίες του ἀναζητοῦσε νὰ ψηλαφήσει. Ἀναζητοῦσε τὰ σημάδια τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, προσωπικὰ ὄχι ἐγωκεντρικά, γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀκουμπήσει τὸ ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀναφώνησε «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐμβαθύνει στὴν ἐμπειρία τῆς πίστns, ὅταν γράφει «ἔμαθον ἀφ’ ὧν εἶδον μὴ λογοθετεῖν· ἔμαθον ἀφ’ ὧν ἐψηλάφησα προσκυνεῖν, μὴ ζυγομαχεῖν· ἕνα Κύριον καὶ Θεὸν ἐπίσταμαι, τὸν Δεσπότην Χριστόν…»• δηλαδή, πιστεύω στὰ μάτια μου καὶ στὰ χέρια μου καὶ μὲ δίδαξαν νὰ μὴν κρίνω, ψηλάφησα καὶ ἔμαθα νὰ προσκυνῶ καὶ ὄχι νὰ φιλονικῶ, ἕναν Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Δεσπότη Χριστό. Ἂς εἶναι καὶ γιὰ ἐμᾶς μία διαρκὴς ἐμπειρία καὶ ὁμολογία πίστης. Ἀμήν.

3.

Ὁ Ἅγιος Θωμᾶς

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς εἶναι γνωστὸς, ὡς Ἄπιστος. Καὶ τὸ ὄνομα Ἄπιστος, συκοφαντεῖ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ἄπιστος στὸν Διδάσκαλο καὶ Κύριό Του.

Ὅταν ὁ Χριστὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ οἱ Ἐβραῖοι ἤθελαν νὰ Τὸν δολοφονήσουν, ἔμαθε γιὰ τὴν ἀρρώστεια καὶ τὸν θάνατο τοῦ Λαζάρου· στράφηκε στοὺς μαθητές Του καὶ εἶπε, « Ἄς ἐπιστρέψουμε πίσω στὴν Ἱερουσαλήμ γιὰ νὰ τὸν κάνουμε καλὰ, νὰ τὸν φέρουμε πίσω στὴ ζωή.» Καὶ ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἔλεγε, «Θέλουν νὰ σὲ σκοτώσουν καὶ ἐπιστρέφεις ἐκεῖ;» Μόνο ὁ Θωμᾶς εἶπε στοὺς φίλους του Ἀποστόλους, «Ἄς πᾶμε μαζί Του καὶ νὰ πεθάνουμε μ’ Αὐτὸν». Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ λόγος ἑνὸς ἄπιστου, κάποιου ποὺ εἶναι διχασμένος ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ στὴ λογική. Εἶναι τὰ λόγια κάποιου ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένος στὸν δάσκαλο του, ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ πιστὸς καὶ δοσμὲνος σ’ Αὐτὸν.

Τὶ συνέβη τότε, τὴν ἡμὲρα ποὺ ὁ Χριστὸς παρουσιάστηκε στοὺς μαθητὲς Του μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση Του, ὅταν ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς; Τὶ συνέβη, ὤστε ὅταν ἐπέστρεψε σ’ αὐτοὺς καὶ ἄκουσε τὰ νὲα τῆς Ἀνάστασης, κοίταξε γύρω καὶ εἶπε, «Θὰ πιστέψω μόνο ἄν τὸ διαπιστώσω ὁ ἴδιος, ἄν μπορῶ νὰ – ψηλαφίσω – τὴν Ἀνάσταση τοῦ Διδασκάλου, τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶδα σταυρωμένο καὶ νεκρὸ.» Τί συνέβει, γιατὶ δὲν πίστεψε στὰ λόγια τους;

Πιστεύω, ἐπειδὴ εἶχαν μιὰ χαρά ὅλο ἐνθουσιασμό, ἀλλὰ τίποτα ἰδιαίτερο δὲν εἶχε συμβεῖ σὲ αὐτοὺς. Ναί, χάρηκαν ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς εἶχε ἐπισκεφτεῖ, ποὺ ἦταν ἀνάμεσα τους, ποὺ ἦταν ζωντανός˙ ἀλλὰ παρέμειναν οἱ ἴδιοι. Ἐκεῖνος εἶχε ἀλλάξει, ἐκεῖνοι ὄχι. Μὀνο ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἐπισκίασε, ἔγιναν καινούργια πλάσματα, καινούργιοι ἄνθρωποι, νέοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Ἐπειδὴ τότε, οἱ ἄνθρωποι ὅταν τοὺς συνάντησαν, τοὺς κοίταξαν τοὺς ἄκουσαν, καὶ εἶδαν ἀνθρώπους ποὺ ἀπ’ αὐτὸν ἤδη τὸν κόσμο ἀπέπνεαν τὴν αἰώνια ζωή.

Ὁ C. S. Lewis σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ γραπτά του εἶπε, ὅτι ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶδαν τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς κοίταξαν καλὰ καὶ εἶπαν, «κοιτᾶξτε, τὰ ἀγάλματα μεταμορφώθηκαν σὲ ζωντανοὺς ἀνθρώπους.» Ναί, ὅλοι μας εἴμαστε, μποροῦμε κάλλιστα νὰ εἴμαστε, σὰν ἀγάλματα. Ἀλλὰ καλούμαστε νὰ γίνουμε ζωντανοὶ ἄνθρωποι. Καλούμαστε, ὅλοι μας, νὰ γίνουμε μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως, τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ ποῦν, ὅταν μᾶς συναντοῦν – ἐμένα κι ἐσένα- , «Ναί, εἶναι ἀλήθεια· ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ γυναίκα, αὐτὸ τὸ παιδί, αὐτὸς ὁ ἄνδρας εἶναι ζωντανοὶ μὲ μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν ὑποπτευόμουνα, μιὰ ζωὴ ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φανταστῶ»; Ὄχι μιὰ ζωὴ μὲ τὴν ἔννοια μόνο τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἔνταση θεϊκῆς ζωῆς μέσα μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο γιὰ τὸν καθένα μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ γίνουμε φορεῖς αὐτῆς τῆς ζωῆς ὄχι μὲ λέξεις, ἀλλὰ κάπως διαφορετικά.

Θυμᾶμαι ἀπὸ παλιὰ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὴ νιότη μου. Ἕνας πολὺ ἀξιόλογος κήρυκας προσκλήθηκε νὰ δώσει ἕνα μάθημα στὰ παιδιὰ τοῦ κατηχητικοῦ σχολείου. Μίλησε ὑπέροχα. Ἐμεῖς, οἱ νέοι ἀρχηγοί, στηριζόμασταν στὸν τοῖχο, ἀκούγοντας μὲ θαυμασμὸ τὰ ὅσα εἶπε. Ἀλλὰ ὅταν τελείωσε ἡ ὁμιλία, ὁ Καθηγητὴς Ζάντερ κάλεσε ἕνα μικρὸ ἀγόρι ἑπτὰ χρονῶν καὶ τοῦ εἶπε, «Λοιπὸν, πῶς ἦταν;» Καὶ τὸ μικρὸ ἀγόρι εἶπε, «Ὤ, ἦταν διασκεδαστική· ἀλλὰ τί κρίμα ποὺ ὁ Πατέρας δὲν πιστεύει ὅ,τι λέει.»

Δὲν ἦταν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση τῶν παιδιῶν προῆλθε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸς ὁ ἱεροκήρυκας συνήθιζε νὰ μιλάει σὲ ἐνήλικες μ’ ἕνα πνευματικὸ ἐπίπεδο. Δὲν ἔβαζε τὴν καρδιά του σὲ ὅσα ἔλεγε, ἐπιχειρηματολογοῦσε, καὶ δὲν εἶχε ἀγγίξει τὰ παιδιά. Καὶ τὰ παιδιὰ νόμισαν ὅτι δὲν ἐννοοῦσε τὰ ὅσα εἶπε, ἐπειδὴ ὅ,τι εἶπε δὲν σήμαινε γι’ αὐτά κάτι.

Δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο καὶ μ’ ἐμᾶς ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὴν πίστη μας; Γιὰ τὴν αἰώνια ζωή; Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία; Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ μᾶς κοιτάζουν καὶ νὰ λένε: «Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ἐπειδὴ μπορῶ νὰ δῶ ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἄγαλμα, ἕνα κομμάτι ξύλο, ἕνα κομμάτι πέτρα. Εἶναι ζωντανὸς, ζεῖ μέσα του τὴν αἰώνια ζωή.» Καὶ αὐτὸ εἶναι πρόκληση γιὰ μᾶς. Πρέπει νὰ μάθουμε ὅλοι νὰ θέτουμε ἐρωτήματα γιὰ τὸν ἑαυτό μας σ’ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, καὶ νὰ ρωτᾶμε: γνωρίζω ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε; Ὄχι ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε, ὄχι ἀπὸ βιβλία, ὄχι ἀπὸ ἄλλους, ἀλλὰ ἀπὸ μιὰ ἐσωτερικὴ ἐμπειρία. Ζῶ μέσα μου τὴν αἰωνιότητα, ἤ ὄχι; Ἐὰν ναί, τότε οἱ λόγοι μου θὰ εἶναι λόγοι ζωῆς καὶ δύναμης. Ὅταν ὁ Χριστὸς μίλησε στοὺς μαθητές Του, καθὼς μᾶς λέει ὁ Θεῑος Ἅγιος Ἰωάννης, τὸ πλῆθος ἔφυγε, καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε, «Πρόκειται νὰ φύγετε κι ἐσεῖς;» Καὶ ὁ Πέτρος, μιλώντας ἐξ ὀνόματος ὅλων, εἶπε, «Ποῦ νὰ πᾶμε; Τὰ λόγια Σου εἶναι λόγια ζωῆς αἰωνίου.» Δὲν ἦταν περιγραφὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς, δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ὁμιλία ποὺ εἶχαν διαβάσει. Ἀλλὰ κάθε λόγος Του ἦταν ζωή, καὶ φορέας ζωῆς· ὅταν μιλοῦσε, ξυπνοῦσε στὸν καθένα τους τὸν πόθο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.

Ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ λόγοι μας, ἡ παρουσία μας, ἡ μαρτυρία μας στὸν κόσμο. Ἄς τὸ συλλογιστοῦμε, ἐπειδὴ εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ζοῦμε. Εἴμαστε πραγματικὰ ζωντανοί, ἤ ἁπλὰ ἕνα κομμάτι ἑνὸς κόσμου ποὺ ἔχει χάσει τὸ δρόμο του; Ἀμήν.

4.

Ὁμιλία εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Ἔρχομαι ἐπειγόντως νὰ καταβάλω τὴν ὀφειλή μου. Διότι, ἂν καὶ εἶμαι πτωχός, βιάζομαι νὰ ἀποσπάσω ὁπωσδήποτε τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Εἶχα δώσει ὑπόσχεση νὰ φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω.

Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ ἐξοφλῶ πρῶτα τὶς παλαιότερες ὀφειλές, γιὰ νὰ μὴ μὲ πιέζουν οἱ τόκοι ποὺ συγκεντρώνονται. Συνεργασθεῖτε μαζί μου στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους, καὶ ἱκετεύσετε τὸν Θωμᾶ νὰ εὐλογήση τὰ χείλη μου μὲ τὴν ἁγία δεξιά του, μὲ τὴν ὁποίαν ἤγγισε τὴν πλευρὰ τοῦ Δεσπότου, ὥστε νὰ νευρώση τὴν γλώσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὰ ποὺ ποθεῖτε. Καὶ ἐγώ, ἐνθαρρυνόμενος μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἀποστόλου καὶ μάρτυρος Θωμᾶ, διακηρύττω τὴν ἀρχικὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν τελικὴν ὁμολογία του, ἡ ὁποία ἔγινε κρηπὶς καὶ Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν εἰσῆλθε ὁ Σωτὴρ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἐκεῖ ὅπου εἶχαν συγκεντρωθῆ οἱ μαθηταί του καὶ ἐξῆλθε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπουσίαζε μόνον ὁ Θωμᾶς. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἀπουσία τοῦ μαθητοῦ νὰ γίνη πρόξενος περισσοτέρας ἀσφαλείας καὶ βεβαιότητος. Διότι, ἐὰν παρευρίσκετο ὁ Θωμᾶς, δὲν θὰ ἀμφέβαλλε. Καὶ ἂν δὲν ἀμφέβαλλε, δὲν Θὰ ζητοῦσε νὰ περιεργασθῆ. Ἐὰν δὲν ζητοῦσε, δὲν θὰ ψηλαφοῦσε. Καὶ ἐὰν δὲν ψηλαφοῦσε, δὲν θὰ ἀνεκήρυττε τὸν Χριστὸ Κύριον καὶ Θεόν. Ἐὰν δὲν τὸν εἶχε ἀποκαλέσει Κύριον καὶ Θεόν, ἐμεῖς δὲν θὰ εἴχαμε διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Ὥστε καὶ μὲ τὴν ἀπουσία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια” καὶ μὲ τὴν παρουσία του ὕστερα μᾶς ἐβεβαίωσε περισσότερο στὴν πίστη.

Ἔλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταί, ὅταν ἦλθε ἀργοπορημένος: «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια». Εἴδαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπη μέσα στὰ γεγονότα. Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι», καὶ βλέποντας τὴν ἀνάσταση, ἐπροσκυνήσαμε τὸν ἀναστάντα. Τὸν ἀκούσαμε ποὺ μᾶς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», καὶ μεταστρέψαμε τὴν ζάλη τῆς λύπης σὲ γαλήνια εὐφροσύνη. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια του ποὺ ἐδέχθησαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴν λύσσα τῶν θεομάχων θηρίων. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια ποὺ μᾶς ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία, ἀντικρίσαμε καὶ τὴν πλευρὰν ποὺ φανερώνει λαμπρότερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν εὐσπλαχνία τοῦ πληγωμένου. Αὐτὴν τὴν πλευρὰ τὴν ὁποίαν ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι καὶ εὐλαβοῦνται οἱ πιστοὶ καὶ φρίττουν οἱ δαίμονες. Ὑποδεχθήκαμε καὶ ἐμφύσημα θεῖον ἀπὸ τὸ θεῖον στόμα του, ἐμφύσημα πνευματικόν, ἐμφύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ἐχειροτονηθήκαμε ἀπὸ τὸν Κύριο, κύριοι της ἀφέσεως τῶν πλημμελημάτων. Ἀποκτήσαμε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἐντολή: «ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Τέτοια λόγια εἴχαμε τὴν βαθειὰ χαρὰ νὰ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν Σωτήρα, τέτοιες δωρεὲς ἀπολαύσαμε. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν πλουτήσωμε, ἀφοῦ εὑρήκαμε πλούσιον Δεσπότη. Ἀλλὰ μόνο σὺ ἔμεινες πτωχός, ἀφοῦ ἀπουσίαζες.

Καὶ τί τοὺς εἶπεν ὁ Θωμᾶς; Εἴδατε τὸν Κύριο; Καλῶς. Αὐτὸν λοιπὸν ποὺ εἴδατε, νὰ τὸν σέβεσθε περισσότερο. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, μὴν παύσετε νὰ τὸν κηρύττετε. Ἐγὼ ὅμως «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χείρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Καὶ σεῖς δὲν θὰ εἴχατε πιστεύσει ἐὰν πρῶτα δὲν ἐβλέπατε. Ἔτσι κι ἐγώ, ἐὰν δὲν ἴδω, δὲν θὰ πιστεύσω.

Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, διατήρησε τὸν ζῆλο σου, ὥστε βλέποντας ἐσὺ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Ζήτησε μὲ ἐπιμονὴ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Μὴν παύσης νὰ ἐρευνᾶς εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν εὕρης τὸν θησαυρὸ ποὺ ζητεῖς. Μὴν παύσης νὰ κρούης τὴν θύρα τῆς ἀναντιρρήτου γνώσεως, μέχρι νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξη αὐτὸς ποὺ εἶπε: «κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ἀγαπῶ τὸν διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, ἐπειδὴ ἀναιρεῖ κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴν φιλομάθειά σου ἐπειδὴ καταλύει κάθε φιλονεικία. Χαίρομαι νὰ σὲ ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λέγης: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Διότι μὲ τὸ νὰ ἀπιστῆς ἐσύ, ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Σκάπτοντας ἐσὺ μὲ τὴν δικέλλα τῆς γλώσσης τὸ θεῖον σῶμα, ἐγὼ ἀκόπως θερίζω τὸν καρπὸ καὶ τὸν συλλέγω γιὰ μένα.

Ἐὰν δὲν ἰδῶ μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια τὶς πληγὲς τὶς ὁποῖες ἄνοιξαν οἱ ἀσεβεῖς στὰ ἁγιά του χέρια, δὲν πρόκειται νὰ συγκατατεθῶ στοὺς λόγους σας. Ἐὰν δὲν βάλω τὸ ἴδιο μου τὸ δάκτυλο στὰ κοιλώματα τῶν καρφιῶν, δὲν θὰ δεχθῶ τὴν καλή σας ἀγγελία. Ἐὰν δὲν κρατήσω μὲ τὸ χέρι μου τὸ ἴδιο τὴν πλευρὰ τοῦ εὑρισκομένου πέραν ἀπὸ κάθε ὑποψία μάρτυρος τῆς Ἀναστάσεως, δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω στὸ δόγμα σας. Διότι κάθε λόγος γίνεται ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχθῆ τὴν συνηγορία ἀπὸ τὰ γεγονότα. Καὶ κάθε λόγος ποὺ στερεῖται τὴν ἀπὸ τὰ ἔργα μαρτυρία, ἐξαφανίζεται στὸν ἀέρα. Ἔχω νὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Διδασκάλου. Πῶς λοιπὸν θὰ διηγηθῶ μὲ λόγια ἐκεῖνα ποὺ δὲν παρέλαβα μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου; Πῶς θὰ πείσω τοὺς ἀπίστους νὰ πιστεύσουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ ἔχω παρακολουθήσει; Νὰ εἰπῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι εἶδα τὸν Κύριό μου νὰ σταυρώνεται, δὲν τὸν εἶδα ὅμως ἀναστημένο, παρὰ μόνον ἤκουσα; Καὶ ποῖος δὲν θὰ περιπαίξη τὰ λόγιά μου; Ποῖος δὲν θὰ περιφρονήση τὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο εἶναι ἡ ἀπαγγελία λόγων, καὶ ἄλλο ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.

Αὐτοὺς τοὺς ἀμφιβόλους λογισμοὺς εἶχεν ὁ Θωμᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ἐπαρουσιάσθη πάλιν ὁ Κύριος στοὺς συνηθροισμένους μαθητάς του. Ἄφησε πρῶτα τὸν Θωμᾶ, κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ παρεμβάλλονται, νὰ κατηχηθῆ ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του, παραχωρώντας ἔτσι νὰ ἀναφλεγῆ ἀπὸ τὴν δίψα τῆς συναντήσεώς του. Καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας, τότε, τὴν κατάλληλη στιγμή, ὁ ποθούμενος ἀπεκαλύφθη σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, ὅπως πρίν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ πάλι, ὅπως τὴν πρώτη φορά, τοὺς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», γιὰ νὰ ταυτισθῆ τὸ γεγονὸς μὲ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ βεβαιώση τὴν ἀναγγελία τῶν Ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήση τὴν ἀκρίβεια τῆς δευτέρας ἐπισκέψεώς του. «Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ. Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου». Ὦ ὕψος ἀπεράντου φιλανθρωπίας! Ὦ πέλαγος ἀμετρήτου συγκαταβάσεως! Δὲν ἐπερίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν ἀνέμεινε νὰ προσέλθη αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέση καὶ νὰ ἐπιτύχη αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Δὲν τὸν ἐστέρησε οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ποθούμενος προσείλκυσε κοντὰ του διὰ τῆς βίας τὸν ἐραστήν, ὁ ἴδιος ἔσυρε μὲ τὴν φωνή, στὴν πληγὴ τὸ δάκτυλο αὐτοῦ ποὺ τὴν ποθοῦσε, ὁ ἴδιος μὲ τὴν Δεσποτική του γλώσσα ἐτράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ’ αὐτόν: «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου».

Ἤκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν ὡς ἄνθρωπος, παρὼν ὅμως ὡς Θεός, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν μαζί σας κατὰ τὴν θεότητα, ἂν καὶ ἀποχωρισμένος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια σου; Δὲν εἶπες: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω»; Ἀπὸ τὰ χείλη σου δὲν ἐξῆλθαν τὰ λόγια αὐτά; Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἐκφράζουν τοὺς λογισμούς σου; Γι’ αὐτὰ λοιπὸν ἦλθα πάλι, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλεις. Γι’ αὐτὸ ἦλθα πάλι κοντά σας, εἶμαι ἐδῶ γι’ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιθυμεῖς.

Γιὰ σὲ τὸν ἕνα ἦλθα καὶ τώρα κοντά σου, ἐγὼ ποὺ κατῆλθα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιὰ τὸ πλανώμενο πρόβατο, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψω τοὺς οὐρανούς. Μὴ λοιπὸν διστάσης νὰ μάθης αὐτὰ ποὺ ποθεῖς, μὴν ἐντραπῆς νὰ περιεργασθῆς αὐτὰ ποὺ ἐπιζητεῖς. Μὴν ἀποφύγης νὰ βάλης τὸ δάκτυλό σου ἐπάνω στὰ ἴδιά μου τὰ χέρια. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάκτυλα, ὅπως ἀνέχθηκα καὶ τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπέμεινα τὴν ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν.

Ὅταν ἐσταυρώθηκα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, δὲν ἠγανάκτησα, καὶ δὲν θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἔρευνα; «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἐτραυματίσθησαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν σας. «Ἴδε τὰς χεῖρας μου» καὶ ἀναλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑκουσίως ἐσταυρώθη ἢ μήπως κάποιος ἄλλος; «Ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἄφησα νὰ διατηρήσουν τὰ σύμβολα τῆς ἰουδαϊκῆς μανίας, ὥστε ὅταν μὲ τὴν συνηθισμένη ἀναίδειά τους οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, μοῦ εἰποῦν ὅτι ἐμεῖς, Κύριε, δὲν σὲ ἐσταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐπολέμησαν τὰ χέρια μου μὲ τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν, καὶ θὰ ἐντροπιάσω τοὺς Ἰουδαίους μόλις μὲ ἀντικρύσουν. Κοίτα τὰ χέρια μου καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως εἶναι φαντασία. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ὁμήρους της ἰδικῆς σας ἀναγεννήσεως. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ἄγκυρα ποὺ ἀνειλκύσθη ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου.

Μὴ φοβηθῆς κανένα βιοτικὸν χειμώνα, καμμία ζάλη κοσμικὴ μὴ σὲ τρομάξη, μὴ φοβηθῆς τοὺς ἀντιθέτους ἀνέμους, μὴ φροντίσης καθόλου γιὰ τὶς καταιγίδες καὶ τοὺς σκοπέλους τῆς θαλάσσης τῶν ἐχθρῶν. Πλεῦσε μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τοῦ βίου, πλεῦσε κρατώντας δυνατὰ τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, πλεῦσε προσέχοντας στὸν οὐρανὸ σὰν σὲ λιμάνι, πλεῦσε φοβούμενος μόνο τῆς ἰδικῆς μου ἀρνήσεως τὸ ναυάγιο. Περιγέλασε τὸν θάνατον ὡς νεκρό, περίπαιξε τὴν φθορὰν ὡς ἀνίσχυρη, χαιρέτισε τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ θάνατον ὡς ἀρχὴν ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ «φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου…». Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴν κρήνην αὐτὴν τῆς ζωῆς τὸ νάμα ποὺ ποθεῖς καὶ παρηγόρησε τὴν δίψα σου. «Φέρε τὴν χαρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», τοποθέτησε τὸ χέρι σου μέσα στὸ ἰατρεῖο τῆς φύσεως καὶ ἀπόβαλε τὸ δηλητήριο τῆς προαιρέσεώς σου. Ἀνέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μὲ ἀγαπᾶ, ἐγὼ ποὺ ἐδέχθην τὴν πληγὴ τῆς λόγχης.

«Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», ὥστε νὰ ἠμπορῆς νὰ λέγης σὲ ὅσους ἀντιστέκονται στὴν ἀλήθεια, ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάσταση μὲ εἶδες καὶ μὲ ἐξέτασες καὶ μὲ ἐψηλάφησες μὲ ἀκρίβεια. «Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», διότι γιὰ σὲ τὴν διετήρησα ἔτσι, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων, προγνωρίζοντας ὡς Θεὸς ὅτι θὰ θελήσεις νὰ τὴν ἰδῆς σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὥστε βλέποντας σὺ τὰ ἴχνη τοῦ πάθους τῆς σαρκός μου, νὰ θεραπεύσης τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. «Φέρε τὴν χεῖρα σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου» τὴν ὁποίαν ἐφύλαξα ἔτσι ὅπως τὴν βλέπεις, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω Κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, νὰ ἰδοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους νὰ φανερώνωνται τὰ ἔργα τῆς κακῆς ἐργασίας τους, καὶ νὰ γίνουν αὐτοκατάκριτοι. «Καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Εἶναι κακὸν ἡ ἀπιστία. Βυθίζει τὸν νοῦν. Ἡ πίστις τὸν ἐξυψώνει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχὴ” ἡ πίστις φωτίζει τοὺς λογισμούς. Ἡ ἀπιστία καὶ τὰ ἀόρατα τὰ βλέπει καθαρά. Ὁ ἄπιστος ἔχει πλήρη ἄγνοια. «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Ἀποδίωξε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίτα τὶς καθαρὲς ἀκτίνες τῆς πίστεως. Πάρε ὅλα τὰ ἐφόδια γιὰ νὰ γίνης ἄξιος Ἀπόστολος τῆς θεότητός μου.

Γίνε ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συνανεστράφη μαζί μου, καὶ εἶχε τὶς ἐμπειρίες ποὺ εἶχες ἐσύ. Ὁμοίως μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἐκλήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐτιμήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐξοπλίσου. Τὰ ἴδια μὲ ἐκείνους εἶδες καὶ σύ, σοῦ ἐνεπιστεύθην σὰν φίλο ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅπως καὶ σ’ αὐτούς. Ὁμοίως μὲ αὐτοὺς κήρυττε τὴν δύναμή μου. Μὴν εἰπῆς πάλι γιὰ δευτέρα φορά: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Ὅσον εἶμαι μαζί σας, ὅπως θέλης ἠμπορεῖς νὰ μὲ περιεργασθῆς. Ὅσον ἔχεις κοντά σου τὸ οὐράνιον κλῆμα, ἐξερεύνησε ὅλους τους κλάδους καὶ τὰ σταφύλια του. Θὰ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου ἦλθα στὴν γῆ, θὰ ἀνέλθω ἐκεῖ ὅπου εἶμαι, θὰ ἀνέλθω ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνη μου φύσιν ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου συγκατέβην γιὰ χάρη σας ὡς πρὸς τὴν θεότητα. Θὰ ἀνέλθω μὲ τοῦτο τὸ σῶμα, ἐγὼ ποὺ χωρὶς αὐτὸ ἔχω ἐκδημήσει ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔπαψα νὰ παραμένω ἐκεῖ. Θὰ ἀνέλθω μὲ τὴν ἰδικὴ σας φύση πρὸς τὸν πατρικὸν κόλπο, ἐγὼ ποὺ εὑρίσκομαι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός. Διότι ἐξεπλήρωσα τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμα ὅλον αὐτὸν τὸν δρόμο.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θωμᾶς ἤγγισε τὰ δεσποτικὰ χέρια καὶ τὴν θεία πλευρά, καὶ ἐκυριεύθη ἀπὸ δειλία καὶ χαρὰ μὲ τὴν θέα αὐτῶν ποὺ ἐπεθύμησε, κινεῖ εὐθὺς τὴν γλώσσα πρὸς ὑμνωδίαν ἀναφωνώντας πρὸς τὸν Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ Θεός, σὺ εἶσαι καὶ ἄνθρωπος καὶ φιλάνθρωπος, σὺ εἶσαι ἀξιοθαύμαστος καὶ παράδοξος ἰατρὸς τῆς φύσεως. Δὲν ἀποκόπτεις μὲ νυστέρι τὰ παθήματα, δὲν καυτηριάζεις μὲ φωτιὰ τὶς πληγές, δὲν ἀντλεῖς ἀπὸ τὰ βότανα τὴν ἰσχὺ τῶν φαρμάκων, δὲν ἐπιδένεις μὲ ἐπιδέσμους ὁρατοὺς τὰ πάσχοντα τραύματα. Διαθέτεις ἀοράτους ἐπιδέσμους εὐσπλαχνίας, οἱ ὁποῖοι ἀοράτως τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγον ὀξύτερον ἀπὸ τὸ μαχαίρι, ἔχεις διδασκαλία πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴν φωτιά, ἔχεις βλέμμα πιὸ προσιτὸ ἀπὸ βάλσαμο. Ὡς δημιουργός, χωρὶς δαπάνη καὶ ἀντίτιμο, ἁγιάζεις τὸ δημιούργημά σου. Ὡς πλάστης, χωρὶς νὰ κοπιάσης, μεταπλάττεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ ἐκαθάρισες λεπροὺς μὲ τὸ θέλημά σου, σὺ ἔκαμες χωλοὺς νὰ τρέχουν, σὺ ἔδωσες στοὺς παραλύτους νὰ σηκώσουν τὰ κρεβάτια τους, σὺ ἐπρόσταξες ἐκ γενετῆς τυφλοὺς νὰ ξεπλύνουν τὸ σκοτεινό τους κάλυμμα, σὺ ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὰ πλάσματά σου, σὺ συνελήφθης μὲ τὴν θέλησή σου ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, σὺ ἔπαθες τὰ πάντα ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ἑκουσίως πρὸς χάριν μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἀνεγνώρισα τὸν Δεσπότη μου, ἀνεγνώρισα τὸν ἁλιέα μου καὶ φύλακα, τὸν Βασιλέα καὶ Κύριό μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν πρόσληψη τῆς φύσεώς μου, πιστεύω στὸν προσκυνητὸν Σταυρόν σου, πιστεύω στὰ Πάθη τῆς σαρκός σου, πιστεύω στὸν τριήμερόν σου θάνατο, πιστεύω στὴν Ἀνάστασίν σου. Πλέον δὲν ἐξετάζω. Πιστεύω, δὲν φιλολογῶ. Πιστεύω, δὲν ζυγίζω. Πιστεύω, δὲν περιεργάζομαι. Πιστεύω στοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ στὰ χέρια μου. Αὐτὰ ποὺ εἶδα μὲ ἐδίδαξαν νὰ μὴ φιλολογῶ. Ἔμαθα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐψηλάφησα νὰ προσκυνῶ καὶ ὄχι νὰ συγκρίνω μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά. Ἕναν Κύριον καὶ Θεὸν γνωρίζω μόνον, τὸν Δεσπότην Χριστό, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

5.

Η Κυριακή του Θωμά – Όχι απομόνωση

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Πράξ. ε´ 12-20

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ἰωάν. κ´ 19-31

  1. Ἡμέρα Κυριακὴ

Ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἡμέρας τῆς Ἀναστάσεως οἱ δέκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου χωρὶς τὸν Θωμᾶ εἶναι συγκεντρωμένοι σ’ ἕνα σπίτι στὴν Ἱερουσαλήμ. Κι ἐνῶ οἱ καρδιές τους εἶναι βαθιὰ πληγωμένες ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς Παρασκευῆς καὶ οἱ θύρες τοῦ σπιτιοῦ κλειδαμπαρωμένες, ξαφνικὰ ἐμφανίζεται ὁ ἀναστημένος Κύριος ἀνάμεσά τους καὶ τοὺς λέει: «Εἰρήνη ὑμῖν».

 

Κι ἀμέσως τοὺς δείχνει τὰ σημάδια τῶν πληγῶν του, γιὰ νὰ πεισθοῦν ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Διδάσκαλός τους ποὺ ἀναστήθηκε. Πόσο γρήγορα ἄλλαξαν ὅλα, πῶς τόσο ξαφνικὰ ἡ χαρὰ πλημμύρισε τὶς καρδιές τους! Καὶ ὁ Κύριος τοὺς ξαναλέει: «Εἰρήνη ὑμῖν»· ὅπως μὲ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας μου στὸν κόσμο γιὰ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι κι ἐγὼ στέλνω ἐσᾶς νὰ συνεχίσετε τὸ ἔργο μου. Καὶ τοὺς μετέδωσε πνοὴ οὐράνιας ζωῆς ἐμφυσώντας στὸ πρόσωπό τους καὶ λέγοντας: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον». Ὅσων ἀνθρώπων τὶς ἁμαρτίες θὰ συγχωρεῖτε, θὰ εἶναι συγχωρημένες ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὅποιων δὲν τὶς συγχωρεῖτε, θὰ μένουν ἀσυγχώρητες.

Σὲ λίγο ὁ Κύριος ἔγινε ἄφαντος. Ἡ ἡμέρα ὅμως ἐκείνη χαράχθηκε ἀνεξίτηλα στὴν καρδιά τους ὡς ἡ ἱερότερη τῆς ζωῆς τους. Ἦταν ἡ ἡμέρα ἐκείνη, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ Κυριακή τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ σημασία τῆς ἡμέρας θέλει νὰ τονίσει καὶ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπαναλαμβάνει: «τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων».

Βέβαια οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δὲν εἶχαν καταλάβει ἀμέσως τὴ σημασία ἐκείνης τῆς πρώτης Κυριακῆς στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος κατέδειξε τὴν ἱερὴ θέση της εὐθὺς ἐξαρχῆς. Αὐτὸς τὴν εὐλόγησε μὲ τὴν Ἀνάστασή του. Αὐτὸς οἰκονόμησε ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε νὰ εἶναι συναγμένοι τὴν ἡμέρα ἐκείνη οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει τὰ ἀγαθὰ τῆς Ἀναστάσεώς του. Ἡμέρα Κυριακὴ πάλι, μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες, ἐμφανίζεται στοὺς ἕνδεκα. Ἡμέρα Κυριακὴ κατόπιν ἀποστέλλει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στοὺς μαθητές του. Ἡμέρα Κυριακὴ ἀργότερα ἀποκαλύπτεται στὴν Πάτμο στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Βέβαια ὁ Ἀναστὰς εἶναι παρὼν μέσα στὸ λαό του κάθε μέρα. Ἰδιαιτέρως ὅμως κάθε Κυριακὴ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν αἰώνων νὰ εἴμαστε συναγμένοι γιὰ νὰ Τὸν δοῦμε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ Τὸν ψηλαφήσουμε. Κι ἐκεῖνος νὰ μᾶς εὐλογήσει καὶ νὰ μᾶς μεταδώσει τὴν εἰρήνη του. Νὰ ἐγκαταστήσει μέσα μας ἀνάπαυση καὶ χαρά.

Νὰ μᾶς προσφέρει διὰ τῶν λειτουργῶν του τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Θέλει νὰ μᾶς κάνει συνδαιτυμόνες στὸ δεῖπνο του. Νὰ μᾶς προσφέρει τὰ ἀκριβότερα δῶρα του, τὸ Τίμιο Σῶμα του καὶ τὸ Ἄχραντο Αἷμα του. Μᾶς περιμένει κάθε Κυριακὴ νὰ μᾶς δώσει δύναμη νέας ζωῆς. Ὥστε νὰ σκορπιστοῦμε στὰ σπίτια μας, νὰ μεταδώσουμε τὴν ἐμπειρία ποὺ ζοῦμε στὸ Ναὸ κάθε Κυριακή. Ὥσπου νὰ γίνει ὅλη ἡ ζωή μας μιὰ Κυριακὴ αἰώνια, ἀληθινή. Μὴν ἀπουσιάζουμε λοιπὸν καμία Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Ναὸ τοῦ Θεοῦ.

  1. Ὄχι άπομόνωση

Ὁ Θωμᾶς δυστυχῶς ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴ σύναξη αὐτὴ τῆς Κυριακῆς. Κι ὅταν τὸν εἶδαν κάποια ἄλλη στιγμὴ οἱ μαθητὲς καὶ γεμάτοι ἐνθουσιασμὸ τοῦ εἶπαν: «τὸν εἴδαμε τὸν Κύριο!», αὐτὸς ἔλεγε: Ἐὰν δὲν Τὸν δῶ μὲ τὰ μάτια μου καὶ δὲν βάλω τὸ δάκτυλό μου στὸ σημάδι τῶν καρφιῶν, δὲν πρόκειται νὰ πιστεύσω. Ὀκτὼ μέρες μαρτυρικὲς πέρασε ὁ Θωμᾶς. Μέχρι τὴν ἑπόμενη Κυριακή· ὅταν ἦταν καὶ πάλι συναγμένοι οἱ μαθητές, μαζὶ τώρα μὲ τὸν Θωμᾶ. Οἱ θύρες τοῦ σπιτιοῦ καὶ πάλι κλειστές, καὶ ξαφνικὰ ἦλθε καὶ πάλι ὁ Ἰησοῦς ἀνάμεσά τους λέγοντας: «Εἰρήνη ὑμῖν». Κι ἔπειτα στράφηκε στὸν Θωμᾶ καὶ τοῦ εἶπε: Ἔλα, Θωμᾶ, φέρε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ στὰ σημάδια τῶν πληγῶν μου, δὲς τὰ χέρια μου, βάλε τὸ χέρι σου στὴν πλευρά μου, καὶ μὴν ἀφήνεις τὸν ἑαυτό σου νὰ κυριευθεῖ ἀπὸ ἀπιστία, ἀλλὰ γίνε πιστός. Τότε ὁ Θωμᾶς σὲ μία ἔκρηξη χαρᾶς ἀναφώνησε: Εἶσαι ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου! Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπαντᾶ: Πιστεύεις ἐπειδὴ μὲ εἶδες! Εἶναι μακάριοι αὐτοὶ ποὺ θὰ πιστεύσουν σὲ μένα χωρὶς νὰ μὲ ἔχουν δεῖ.

Γιατί ὅμως ὁ Θωμᾶς ἔδειξε τέτοια δυσπιστία; Πῶς δὲν θυμήθηκε τὶς προρρήσεις τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν Ἀνάστασή του; Πῶς δὲν θυμήθηκε τὴν ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναῒν καὶ τοῦ Λαζάρου ποὺ εἶχε δεῖ μὲ τὰ μάτια του; Καὶ τώρα γιατί, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς τὸν διαβεβαίωναν, παρέμεινε δύσπιστος;

Ὁ Θωμᾶς βέβαια εἶχε κάποια δυσκολία. Ἦταν ἕνας χαρακτήρας συναισθηματικός, εὐαίσθητος καὶ μελαγχολικός. Ὁ θάνατος τοῦ λατρευτοῦ του Κυρίου ἀσφαλῶς τὸν εἶχε βυθίσει σὲ κατάσταση ἀπογοητεύσεως καὶ μελαγχολίας.

Ἐδῶ ὅμως ἀκριβῶς ἔκανε καὶ ἕνα τραγικὸ λάθος. Ἀπομονώθηκε ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητές. Γι’ αὐτὸ καὶ ταλανίστηκε πολὺ τόσες ἡμέρες. Οἱ ἄλλοι πανηγύριζαν κι αὐτὸς ὑπέφερε. Δὲν ἦταν βέβαια ἄπιστος, ἀλλὰ βρισκόταν σὲ κατάσταση κρίσιμη. Κινδύνευε πολύ.

Καὶ ὁ Κύριος συγκαταβαίνει στὴν ὀλιγοπιστία τοῦ Θωμᾶ. Κι ἔρχεται τὴν ἴδια μέρα καὶ ὥρα, στὸν ἴδιο τόπο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, λέγοντας τὰ ἴδια του λόγια, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν Θωμᾶ στὴν πίστη. Καὶ μὲ μία τρυφερότητα μοναδικὴ τοῦ δείχνει ὅτι γνωρίζει τὸ δράμα ποὺ πέρασε, καὶ θέλει νὰ τὸν ὁδηγήσει σὲ πίστη καὶ μετάνοια. Διδάσκει ὅμως ταυτόχρονα κι αὐτὸν καὶ ὅλους μας νὰ μὴν ἀπομονωνόμαστε ποτὲ ὅταν μᾶς
ζώνουν λογισμοὶ ἀμφιβολιῶν καὶ ἀπογοητεύσεων. Διότι ἔτσι κινδυνεύουμε.

Ἀλλὰ νὰ προστρέχουμε στὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου, μέσα στὴν κοινωνία τῶν πιστῶν, στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, γιὰ νὰ λάβουμε πίστη καὶ δύναμη, χαρὰ κι ἐλπίδα. Καὶ νὰ ἀναφωνοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Θωμᾶ: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»!

 

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

6.

 Unless I see I will not believe

Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

“Unless I see…I will not believe” (John 20:25). So said Thomas, one of Christ’s twelve disciples, in response to the joyful news of those who had seen their crucified and buried Teacher risen from the dead. Eight days later, as recorded in the gospels, when the disciples once again were all together, Christ appeared and told Thomas: “Put your finger here and see my hands; and put out your hand and place it in my side; be not faithless, but believing.” And Thomas exclaimed: “My Lord and my God!” Then Christ told him: “You have believed because you have seen me; blessed are those who have not seen and yet believe…” (John 20:24-31).

Millions of people today think and speak essentially like Thomas, and assume that this is the only correct approach worthy of any thinking person. “Unless I see, I will not believe…” In our contemporary speech isn’t this the “scientific approach?” But Christ says: “Blessed are those who have not seen and yet believe.” This means that there is, and was, another approach, another standard, another possibility. True, others may say, but that approach is naïve and not rational; it’s unscientific; it’s for people who are backward; and since I’m a person of the modern world, “Unless I see, I will not believe.”

We live in a world of great oversimplification and therefore spiritual poverty. “Scientific” or “Unscientific.” People use words like these all the time as if they were self-evident and self-explanatory, and they use them because everyone else also uses them, without reflection, without debate. In fact, they themselves believe these reductions blindly and simplistically, and so any other approach appears to them as neither serious nor worthy of attention. The question is already decided. But is that really true? I just said that we live in a world of great spiritual poverty. And indeed, if the end result of humanity’s interminable development boils down to this pronouncement, “I won’t believe it till I see it”; if the human race looks upon this as the height of wisdom and reason’s greatest victory, then our world truly is poor, superficial, and most all, incredibly boring. If I only know what I see, touch, measure and analyze, then how little I really know! The whole world of the human spirit falls by the wayside, all the intuition and profound knowledge that flow not from “I see” or “I touch,” but from “I think” and, most importantly, “I contemplate.”

What falls away is that realm of knowledge which for centuries was rooted not in external, observable experience, but in another human faculty, an amazing and perhaps inexplicable ability that sets human beings apart from everything else and makes them truly unique. Even robots, machines and computers can now touch, handle and manipulate objects; they can make accurate observations, and even make predictions. We know that they actually perform better than human beings in measuring, comparing, making exact observations flawlessly; they are more accurate, more “scientific.” But here is what no robot, under any circumstances, will ever be able to do: to be filled with wonder, to be awed, to have feelings, to be moved by tenderness, to rejoice, to see what can’t be seen by measurement or analysis of any kind. No robot will hear those unheard sounds that give birth to music and poetry; no robot will ever cry, or trust. But without all this doesn’t our world become colorless, boring and, I would say, unnecessary? Oh yes, planes and spaceships will fly ever further and faster. But where to and what for? Oh yes, laboratories will conduct their analysis with ever increasing accuracy. But to what end? “For the good of humanity,” I’m told. I understand, so this means that one day we will have a healthy, well fed, self-satisfied human being walking about, who will be totally blind, totally deaf and totally unaware of his deafness and blindness.

“Unless I see I will not believe.” Clearly, however, observable experience, empirical data, is just one form of knowledge, the most elementary, and therefore the lowest form. Empirical analysis is useful and necessary, but to reduce all human knowledge to this level is like trying to comprehend the beauty of a painting by a chemical analysis of its paint. What we call faith is at a second and higher level of human knowledge, without which, it can be claimed, man would be unable to live even a single day. Every person believes in something or someone, so the only question is whose faith, whose vision, whose knowledge of the world corresponds more accurately and more completely to the richness and complexity of life.

Some say that the resurrection of Christ must be a fabrication since the dead do not rise. True, if there is no God. But if God exists, then death must be overthrown, since God cannot be a God of decay and death. Others will then say: but there is no God, since no one has seen him. But how then do you account for the experience of millions of people who joyfully affirm that they have seen, not with their physical eyes, but with a profound and certain inner sight? Two thousand years have passed, but when the joyful proclamation “Christ is risen!” descends as if from heaven, all still send out the same triumphant response, “Truly He is risen!”

Is it really true that you neither see nor hear? Is it really true that in the deepest part of your consciousness, away from all analysis, measurements and palpation, you neither see nor feel any undying, radiant light, you do not hear the sounds of an eternal voice: “I am the way, the resurrection and the life…”? Is it really true that in the depth of your soul you do not recognize Christ within us, within me, answering Doubting Thomas, “Blessed are those who have not seen, and yet believe?”