1.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

«Ἰδών δέ ὁ Ἰησοῦς τήν πίστιν αὐτῶν…»

Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀφορᾶ στήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν πού δίδεται μόνο ἀπό τόν Θεό καί καταδεικνύει τήν δύναμη τοῦ Ἰησοῦ πού θεραπεύει μέ ἕνα λόγο τόν παραλυτικό. Ὅμως ἐμεῖς θά ἐπικεντρωθοῦμε στόν ἀγώνα τῶν τεσσάρων «βαστάζων» πού μετέφεραν τόν ἀσθενῆ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Αὐτῶν ἡ πίστη ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ(Μαρ. 2,5).

Εἶναι παράδοξο, κατ’ἀρχήν, τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος δέν ἐθεράπευσε τόν παραλυτικό ὅταν τόν εἶδε καθελούμενο ἀπό τήν στέγη ἀλλά τοῦ ἔδωσε ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν: «Τέκνον ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Εἶναι προτιμώτερο γιά τόν ἄνθρωπο νά συμφιλιωθεῖ μέ τόν Θεό, καί αὐτό γίνεται διά τῆς μετανοίας-ἐξομολογήσεως, παρά νά ἰαθεῖ ἀπό μιά νόσο. Ἡ ἁμαρτία χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Ἡ μετάνοια τόν συμφιλιώνει. Τό κυρίαρχο γεγονός, λοιπόν, στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά γνωρίσει τόν Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζύ του. Αὐτός εἶναι ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου: ἡ θέωση. Τό μέγεθος τῆς εὐεργεσίας τοῦ Χριστοῦ στόν ἄνθρωπο συνίσταται στό ὅτι μέ τή Ταφή καί τήν Ἀνάστασή του μᾶς ἄνοιξε ξανά τίς πῦλες τοῦ Παραδείσου πού ἡ παρακοή τῶν Πρωτοπλάστων εἶχε κλείσει, προσέλαβε καί ἐθέωσε τήν ἀνθρώπινη φύση. Μερίμνησε ὅμως καί γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ του λέγοντας στούς μαθητές καί στήν ἀποστολική διαδοχή: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφίετε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς».
Εἶναι, ὅμως, ἄξιο εἰδικῆς μνείας τό γεγονός ὅτι τόν παραλυτικό τόν προσκόμισαν στό Χριστό τέσσερις ἄλλοι. Ἐπειδή δέν μποροῦσε ὁ ἴδιος νά βαδίσει, αὐτοί τόν μετέφεραν «αἱρόμενο». Ἐπειδή ἦταν άδύνατο λόγω τοῦ ὄχλου νά προσεγγίσουν τόν Κύριο ἀνέβηκαν στήν στέγη καί «ἐξορύξαντες» τόν ἔφεραν στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ. Ποῖα πίστη εἶχαν οἱ τέσσερις, ποῖα ἀγάπη γιά τόν παραλυτικό! Τέτοια πού κανένα ἐμπόδιο δέν τούς σταμάτησε νά τόν παρουσιάσουν μπροστά στόν Χριστό. Πραγματικά, μέγα ὑπόδειγμα γιά μᾶς! Ὁ παραλυτικός εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ στήν ἁμαρτία καί δέν μπορεῖ νά ἀντιδράσει προκειμένου νά σωθεῖ. Περιμένει ἄλλοι νά τόν ἅρουν. Κάποιοι πρέπει να προσευχηθοῦν γι αὐτόν ξανά καί ξανά καί ξανά μέχρις ὥτου ἡ προσευχή τους θά τόν φέρει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ὁ Θεός σεβόμενος τό αὐτεξούσιο τοῦ πλάσματός του δέν μπορεῖ νά μᾶς σώσει χωρίς τήν συγκατάθεσή μας. Οἱ ψυχές, λοιπόν, αὐτῶν πού ἔχουν παραλύσει ἀπό τήν ἁμαρτία περιμένουν ἐμᾶς νά ἐνεργήσουμε. Ἡ δική μας προσευχή ἐνεργοποιεῖ τήν παρέμβαση τοῦ Κυρίου. Οἱ διαπνεόμενοι ἀπό ἀληθή φιλαδελφία προσεύχονται ἀλλά καί ἐνεργοῦν θυσιαστικά γιά τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν. Μέ αὐτό τόν τρόπο ἑρμηνεύεται ἡ ρήση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Θεοῦ συνεργοί ἐσμέν»(Α΄ Κορ. Γ,9). Ἀντί νά δείχνουμε μέ τό δάχτυλο κάποιον ἀδελφό ὀφείλουμε νά δεόμεθα γιά τό φωτισμό καί τήν σωτηρία του. Ἀπόδειξη πνευματικῆς ἀνόδου εἶναι ὅταν θεωροῦμε «χρεωμένους» ἐπάνω μας ὅλους τους ἀδελφούς πού εἶναι μακρυά ἀπό τήν πίστη. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ἀσκητές πού ἔχουν καθάρει τήν ψυχή τους μέ τήν ἄσκηση θεωροῦν τους ἑαυτούς τους ὡς τους πλέον ἀμαρτωλούς καί χύνουν δάκρυα γιά ὅλο τόν κόσμο. Ἐτσι ἡ εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» ἀφορᾶ τόν κάθε ἄνθρωπο ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τό τελευταῖο πρόσωπο πού θά γεννηθεῖ σ’αὐτήν ζωή ἀλλά καί τούς ἀγεννήτους ἀκόμα, τά θύματα τῶν ἐκτρώσεων. Ἐάν ἀγαπᾶς μόνο αὐτούς πού σέ ἀγαποῦν πόσο διαφέρεις ἀπό τούς ἁμαρτωλούς; ἀναρωτήθηκε ὁ Χριστός. Ὅπως ὁ Θεός ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους μέ τέλεια ἀγάπη ἔτσι ὅρισε σέ ἐμᾶς νά ἀγαποῦμε τούς ἐχθρούς μας. Κατά τόν Ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη ἡ ἀγάπη στούς «ἐχθρούς» εἶναι ἡ εἰδοποιός διαφορα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό ὅποιαδήποτε ἄλλη διδασκαλία.Πολλοί ἀγαποῦν τόν Χριστό ἀλλά δέν πιστεύουν στούς λόγους του καί δέν τηροῦν τίς ἐντολές του. Ὁ Κύριος εἶπε «ὁ ἀγαπῶν με τηρεῖ τάς ἐντολάς μου». Ἀπόδειξη ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἐπιδίωξη ἅγιας ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι πού προσπαθοῦν νά ζοῦν κατά Χριστόν ἀπό φόβο(τήν Κόλαση) ἤ τό συμφέρον(τόν Παράδεισο) ἔχουν λίγη ἀγάπη γιά τόν Θεό γιατί τό κίνητρό τους εἶναι προσωπικό. Ἀπόδειξη βαθύτερης σχέσης ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι τά λόγια τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ «Προτιμῶ νά χαθῶ ἐγώ γιά νά σωθοῦν οἱ άδελφοί μου». Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι τό μόνο κίνητρο τελικά νά ζεῖς αὐτήν τήν ζωή.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὀν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένη ἡ δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἀναφέρει ὅτι οἱ τέσσερις βαστάζοι τῆς παράλυτης ψυχῆς εἶναι «ἡ οἰκεία κατάγνωσις, ἡ ἐξαγόρευσις τῶν προημαρτημένων, ἡ ὑπόσχεσις ἀποχῆς τῆν κακῶν, καί ἡ δέησις πρός τόν Θεόν». Κάθε ψυχή πού συνέρχεται ἀπό τήν ἁμαρτία ἔχει ἐπίγνωση, ἐξομολόγηση, ἀπόφαση γιά ἐν Χριστῶ ζωή καί διαρκή προσευχή. Αὐτά νά ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς νά ἀποκτήσουμε.
2.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ο αναλλοίωτος Χριστός

 

Όλα και όλοι, αγαπητοί μου αδελφοί, σ’ αυτή τη ζωή υφιστάμεθα αλλαγές και μεταβολές. Η κτίση μεταλλάσσεται, δυστυχώς προς το χειρότερο, λόγω της άλογης χρήσης της από τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι μεταλλασσόμαστε, λόγω της ηλικιακής μας ανάπτυξης ή της μορφωτικής μας βελτίωσης. Αλλάζουμε, όμως, και ως προς την διάθεση, τη συμπεριφορά, το ήθος, τις σχέσεις μας προς τους άλλους.

 

Τα συναισθήματα μεταβάλλονται. Η χαρά γίνεται στενοχώρια, το γέλιο κλάμα, η αγάπη μίσος, η ελευθερία ασυδοσία, η φιλία έχθρα και τούμπαλιν. Οι εποχές εναλλάσσονται, οι καιρικές συνθήκες μεταβάλλονται, οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, οι ηγέτες αναδεικνύονται και χάνονται. Ένας, όμως, παραμένει αιώνιος, αμετάβλητος και αναλλοίωτος, ο Ιησούς Χριστός. Αυτή την αλήθεια διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος, στον πρόλογο της προς Εβραίους επιστολής του, μέρος του οποίου ακούσαμε σήμερα.

Είναι κορυφαία δογματική αλήθεια πως ο Χριστός παραμένει αναλλοίωτος και αμετάβλητος ως προς την Θεϊκή Του φύση και ουσία, ως προς την Θεανθρώπινη υπόστασή Του. Δεν θα επιχειρήσουμε, όμως, να αναλύσουμε τα βαθύτερα νοήματα της Ορθόδοξης Θεολογίας, τούτη την ώρα, τα οποία μπορεί να μελετήσει, ανά πάσα στιγμή, ο φιλομαθής και φιλόθεος μελετητής. Θα αναφερθούμε στις ιδιότητες εκείνες του Κυρίου που μένουν αναλλοίωτες στους αιώνες και σηματοδοτούν τον βίο όσων έχουμε επιλέξει να ζήσουμε την ζωή του Χριστού μέσα στην Εκκλησία.

Ο Χριστός παραμένει αναλλοίωτος ως προς την αγάπη Του για τους ανθρώπους. Μπορεί να Τον πληγώνουμε με τις άστοχες επιλογές μας, μπορεί να Τον σταυρώνουμε διαρκώς ζώντας στην αμαρτία, Εκείνος, όμως, δεν παύει να μας αγαπά, να υπομένει και να περιμένει την στιγμή της μετανοίας και της επιστροφής μας. Σε αντίθεση με εμάς τους ανθρώπους, που γινόμαστε εμπαθείς και εκδικητικοί προς όσους μας βλάπτουν, μας αρνούνται και μας πονούν, Εκείνος επιδεικνύει απεριόριστη μακροθυμία και ανοχή. Η αγάπη Του, βεβαίως, δεν είναι θεωρητική, ούτε επιφανειακή. Είναι εμπράγματη και ρεαλιστική, καθότι είναι αγάπη προσφοράς και θυσίας, που δε συνέβη άπαξ στην ιστορία, αλλά συμβαίνει διαρκώς σε κάθε Θεία Λειτουργία. Ο Χριστός γεννιέται και πεθαίνει, σταυρώνεται και ανασταίνεται κάθε φορά που ο λαός συνάζεται στο όνομά Του, προσμένοντας να κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα Του. Δεν πρόκειται για θεατρική αναπαράσταση γεγονότων του παρελθόντος, αλλά για διαρκή επανάληψη και επαναβίωση της Θυσίας Του για την αγάπη του κόσμου.

Ο Χριστός παραμένει αναλλοίωτος ως προς την φροντίδα Του για τους ανθρώπους. Κάθε άνθρωπος, που εμπιστεύεται τη ζωή του σ’ Εκείνον και δεν προσκολλάται στις αρχές και στις εξουσίες του κόσμου τούτου, νιώθει την διαρκή μέριμνά Του για όλες τις ανάγκες του, πνευματικές και υλικές. Είναι εκπληκτικός ο τρόπος που ο ιερός Χρυσόστομος περιγράφει αυτή την αλήθεια, βάζοντας στα χείλη του Κυρίου τούτα τα λόγια: «Εγώ είμαι πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ένδυμα, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιον, κάθε τι το οποίον θέλεις εγώ· να μην έχεις ανάγκην από τίποτε. Εγώ θα σε υπηρετήσω· διότι ήλθα να υπηρετήσω, όχι να υπηρετηθώ. Εγώ είμαι και φίλος και μέλος του σώματος και κεφαλὴ και αδελφός και αδελφή και μητέρα, όλα εγώ· αρκεί να διάκεισαι φιλικά προς εμέ. Εγώ έγινα πτωχὸς διά σε· έγινα και επαίτης διά σε· ανέβηκα επάνω εις τον Σταυρόν διά σε· ετάφην διά σε· εις τον ουρανόν άνω διά σε παρακαλώ τον Πατέρα· κάτω εις την γην εστάλην από τον Πατέρα ως μεσολαβητής διά σε. Όλα δι᾿ εμὲ είσαι συ· και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος του σώματος. Τί περισσότερον θέλεις;»1.

Ο Χριστός παραμένει αναλλοίωτος ως προς τη διδασκαλία Του.

Το Ευαγγέλιό Του, ο Λόγος Του, παραμένει ο ίδιος στους αιώνες, όχι επιμένοντας σε μια στείρα προσκόλληση στο χθες, αλλά γιατί είναι κατά πάντα τέλειος και το τέλειο δεν μεταλλάσσεται, δεν μεταβάλλεται, δεν βελτιώνεται. Ο Λόγος του Θεού είναι η κινητήριος δύναμη της ιστορίας, είναι η απάντηση στα ερωτήματά μας, η λύση στα προβλήματά μας. Όσοι τον αρνούνται και επιδεικτικά τον αγνοούν είναι βουτηγμένοι στην ανομία και υποσκάπτουν τα θεμέλια της ύπαρξής τους. Όσοι τον εγκολπώνονται και τον υιοθετούν προκόπτουν και ευδοκιμούν. Η διδασκαλία του Χριστού δεν προσαρμόζεται στις εφήμερες και διαρκώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της κάθε εποχής, προκειμένου Εκείνος να γίνεται αρεστός, αλλά προσφέρεται ακέραιη και διαυγής αποσκοπώντας στην Χριστοποίηση του κόσμου. Γι’ αυτό και είναι τόσο αναγκαία για την πνευματική ζωή του ανθρώπου, όσο το ψωμί για την βιολογική του συντήρηση.

Αγαπητοί μου, ενώ ο Χριστός παραμένει αναλλοίωτος ως προς την αγάπη, την φροντίδα και την διδασκαλία Του για όλους μας, εμείς οφείλουμε να μεταβαλλόμαστε κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι απομακρυνθήκαμε από την ασφάλεια του Λόγου και της αγάπης Του.

Η στείρα εμμονή μας σε ανωφελείς και επικίνδυνες για την πνευματική μας ζωή επιλογές είναι βέβαιον ότι θα αποβεί καταστροφική. Αντιθέτως, η με ταπείνωση και μετάνοια επιστροφή στην ζωή του Χριστού είναι ο ασφαλής δρόμος της δικαίωσης και σωτηρίας μας. ΑΜΗΝ!

Αρχιμ. Ε.Ο.

1 Ε.Π.Ε. τόμος 12, σελ. 34

3.

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟ ΔΩΡΟ

 

 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς Καπερναοὺμ καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων· καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ’ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. ἰδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας — λέγει τῷ παραλυτικῷ· σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.

 

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟ ΔΩΡΟ

 

«Tέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου»

 

Ἔχουμε συνηθίσει νὰ λέμε ὅτι «πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι ἡ ὑγεία». Κι ἐννοοῦμε συνήθως τὴν ὑγεία τοῦ σώματος. Ὡστόσο ὁ Κύριος στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς καλεῖ νὰ στρέψουμε τὸ ἐνδιαφέρον μας στὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας πρωτίστως. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν μὲ πολλοὺς κόπους ἔφεραν μπροστά του ἕναν παράλυτο γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσει, ἀφοῦ τὸν κοίταξε μὲ συμπάθεια, τοῦ εἶπε: «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Θέλησε δηλαδὴ νὰ χτυπήσει πρῶτα τὴν αἰτία, τὴν ἁμαρτία, κι ἔπειτα νὰ θεραπεύσει τὸ ἀποτέλεσμα, τὴν παράλυση τοῦ σώματος. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μᾶς δίδαξε ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι πολυτιμότερη ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ σωματικὴ ὑγεία. Διότι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ χειρότερη ἀσθένεια, καὶ αὐτὴν πρέπει πρωτίστως νὰ καταπολεμήσουμε.

 

 

  1. ΑΜΑΡΤΙΑ, Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ

 

Πόσο ὑποφέρει ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι προσκολ­λημένη στὴν ἁμαρτία! Τὸ ἄγχος καὶ οἱ φοβίες, οἱ τύψεις καὶ οἱ ἐνοχές, ἡ ταραχὴ καὶ ἡ ἀγω­νία ἀπο­τελοῦν καταστάσεις ὀδυνη­ρὲς ποὺ βασανίζουν τὸν ἁμαρ­τωλὸ καὶ διώχνουν τὴν εἰρήνη ἀπὸ τὴν ψυχή του.

Ὁ Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τὴν ἁμαρτία «ἀρρωστία ψυ­χῆς» (P.G. 31, 260), διότι­ ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ τὴν πιὸ ἐπι­κίνδυνη καὶ θανατηφόρα νόσο. Οἱ ἀρ­ρώστιες τοῦ σώματος μᾶς ἐπηρεά­ζουν μόνο τὸ χρονικὸ διάστημα τῆς ἐ­­­­πίγειας ζωῆς μας, ἐνῶ οἱ ἀσθένειες τῆς ψυχῆς ἔ­­­χουν συνέπειες αἰώνιες καὶ συν­επάγονται τὸν αἰώνιο θάνατο, δηλαδὴ τὸν παντοτινὸ χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν αἰώνια κόλα­ση. Καὶ ὅπως σημειώνει ὁ ἅ­­γι­ος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στὸν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινὴ Κυριακή, «οὗτός ἐ­­­­­στιν ὁ κυρίως θάνατος, τὸ διαζευ­­χ­θῆναι τὴν ψυχὴν τῆς θεί­­­ας ­χά­­ριτος καὶ τῇ ἁμαρτίᾳ συ­ζυγῆ­ναι… τοῦτον καὶ ἡμεῖς φύγωμεν πάσῃ δυνάμει» (ΕΠΕ 8, 358). Δηλαδή, αὐτὸς εἶναι ὁ κυρίως θάνατος, τὸ νὰ χωρίσει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴ θεία χάρη καὶ νὰ ἔλθει σὲ γάμο μὲ τὴν ἁμαρτία… Αὐτὸν τὸν θάνατο ἂς ἀποφύγουμε «πάσῃ δυνάμει»! Καὶ θὰ τὸν ἀποφύ­γουμε, ἂν καταπολεμήσουμε ἄ­­­μεσα τὴν ἁμαρτία.

 

  1. ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

 

Εἶναι χαρακτηριστικὸ καὶ ἀξιοσημείω­το τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ δείχνουμε οἱ ἄν­­θρωποι γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος.­ Φρον­τίζουμε νὰ κάνουμε τακτικὰ τὶς ἀπαραίτητες ἰατρικὲς ἐξετάσεις, λαμβά­­­νουμε φαρμακευτικὴ ἀγωγή, δὲν δι­στά­­­ζουμε νὰ προχωρήσουμε καὶ σὲ ἐγ­­­χεί­­­ρηση, ὅσο ἐπώδυνη κι ἂν εἶναι, προ­­κειμένου νʼ ἀπο­κτή­σουμε τὴν ὑγεία μας. Καὶ γιὰ ὅλα αὐτὰ δὲν ὑπολογίζου­με οὔτε κόπους οὔτε χρήματα. Εἴ­­μαστε πρόθυ­μοι νὰ ταξιδέψουμε χιλιόμετρα μακριὰ καὶ νὰ ξοδέψουμε ὁλόκληρη περιουσία, γιὰ νὰ βροῦμε τὸν κατάλληλο γιατρὸ καὶ νὰ ἐπιτύχουμε τὴ θεραπεία.

Εἶναι συνεπῶς ἀπαραίτητο νὰ δείξουμε παρόμοιο ζῆλο καὶ γιὰ τὴ ὑγεία τῆς ψυχῆς μας. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ μόνος Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, εἶναι δίπλα μας. Μᾶς καλεῖ νὰ προσέλθουμε στὸ Μυστήριο­ τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ νὰ καταθέσουμε μὲ συντριβὴ καὶ μετάνοια τὸν πόνο τῆς ψυχῆς μας· νὰ ὁμολογήσουμε τὶς ἁμαρτίες καὶ τὴν προσωπικὴ ἐνοχή μας καὶ νὰ λάβουμε­ τὴν ἄ­­­φεση καὶ τὴ συγχώρηση. Καὶ στὴ συνέχεια μᾶς περιμένει στὴ θεία Λει­τουργία, γιὰ νὰ κοινωνήσουμε τὰ Ἄ­­χραντα Μυστήρια «εἰς ἄφεσιν ἁμαρ­τιῶν» καὶ «εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεραπεία ὅμως ὑπάρ­χει καὶ ἡ πρόληψη. Στὴν ἐποχή μας γίνεται πο­­λὺς λόγος γιὰ τὴν καλὴ διατροφή. Νὰ εἶναι ὑγιεινή, ἐπαρκής, πλούσια σὲ βιταμίνες καὶ θρεπτικὰ συστατικά… Πα­ρομοίως προβάλλεται καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ διατηρεῖ ὁ ἄνθρωπος καλή φυσικὴ κατά­­σταση. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος. Πόσο περισσότερο­ ὀφεί­λουμε νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴν ψυχή μας!

Ἡ καθημερινὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεὸ μέσῳ τῆς προσευχῆς, ἡ μελέτη­ τοῦ θείου λόγου, ἡ συμμετοχή μας στὴ θεία Λατρεία καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια­ ἀ­­­ποτελοῦν ἀνεξάντλητες πηγὲς πνευ­μα­τικῆς τροφοδοσίας. Παράλληλα ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν δυναμώνουν τὴν ψυχή, ὥστε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζει μὲ ἐπιτυχία τὶς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ.

Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τὸ παράδειγμά τους μᾶς διδάσκουν «ὑ­­­περορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀ­­­θανάτου». Νὰ μὴ δίνουμε δηλαδὴ μεγάλη σημασία στὸ σῶμα, ποὺ φθείρεται, ἀλλὰ νὰ φροντίζουμε μὲ ἐπιμέλεια τὴν ψυχή, ποὺ εἶναι ἀθάνατη.

Ἀδελφοί, διανύουμε τὴν Μεγάλη Τεσ­σαρακοστή, ποὺ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν περίοδος μετανοίας. Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ στὸ Μυστήριο τῆς ἀφέσεως, γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύσει. Οἱ Πνευματικοὶ περιμένουν. Ἂς μὴν ἀναβάλλουμε, διότι ἡ ἀναβολὴ μπορεῖ νὰ εἶναι καταστρεπτική. Ἂς προετοιμαστοῦμε κι ἂς προσ­έλθουμε στὴν ἱερὰ Ἐξομολόγηση, γιὰ νὰ ἀκούσουμε τὸν Κύριο νὰ λέει καὶ στὴ δική μας ψυχή: «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».

4.

 

Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ παραλυτικὸς προσκομίζεται στὸν Χριστὸ κατὰ ἕνα παράδοξο τρόπο. Ἐπειδὴ ὑπῆρχε πολὺς κόσμος καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ προσεγγίσουν, γι᾿ αὐτὸ ἀνέβηκαν στὴν στέγη τοῦ σπιτιοῦ ποὺ βρισκόταν ὁ Χριστός, ξήλωσαν ἕνα μέρος ἀπ᾿ αὐτὴ καὶ κατέβασαν τὸ κρεβάτι μὲ τὸν παραλυτικὸ μπροστὰ στὸν Χριστό.

 

 

Ὅμως τὰ παράδοξα αὐτῆς τῆς Εὐαγγελικῆς περιοκῆς, δὲν σταματοῦν ἐδῶ. Τὸ ἕνα διαδέχεται τὸ ἄλλο. Ὁ Χριστὸς ἀντικρύζοντας τὸν ἀσθενῆ, δὲν ἀναφέρεται στὴν σωματική του ἀσθένεια, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει. Ἀλλὰ ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτὸν τοῦ λέγει πὼς οἱ ἁμαρτίες του εἶναι συγχωρεμένες.

 

Πόσο παράξενα καὶ παράδοξα ἐνεργεῖ ὁ Χριστός! Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κατανοήσει. Ἀφοῦ δὲν ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἑρμηνεύσει τὸν τρόπο ἐνεργείας Του. Εἶναι ἄλλος ὁ δρόμος καὶ ὁ τρόπος λειτουργίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλος τοῦ ἀνθρώπου.

 

Καὶ συγκεκριμένα ἐδῶ στὸν παραλυτικό, ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, γιατὶ ἐπιθυμεῖ νὰ καταδείξει τὸ στενὸ δεσμὸ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀσθένειας. Γνωρίζει πὼς ἐτοῦτος ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει σὲ κάθε ἄνθρωπο, ἔχει διαπράξει ἁμαρτωλὲς καὶ ἄδικες πράξεις.

 

Ἐπιθυμώντας νὰ ἀποκαθάρει τὸν ψυχικὸ κόσμο του μὲ τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν του, ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιδράσεως τῆς ψυχῆς, στὸ σῶμα. Καὶ τὸ ἀντίθετο. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ πάντα ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴν ψυχή· καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ ὅλα προγραμματίζονται καὶ σχεδιάζονται, γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ εἶναι χῶρος καθαρότητας καὶ ἁγιότητας.

 

Ὕστερα ἔρχεται τὸ σῶμα, ὡς ὑπηρετικὸ ὄργανο τῆς ψυχῆς καὶ ἐκτελεῖ ὅσα ἤδη ἔχουν σχεδιαστεῖ καὶ ἀποφασιστεῖ. Ἡ ψυχὴ λοιπόν, ὡς κυρίαρχο ὄργανο καθοδηγεῖ τὸ σῶμα νὰ πράξει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό.

 

Ὁ Χριστὸς ἀναφερόμενος στὶς ἁμαρτίες καὶ ὄχι στὴν ἀσθένεια τοῦ σώματος, ἀποδεικνύει μὲ παρρησία πὼς ἔχει ἐξουσία Θεϊκή. Καὶ μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ. Γιατὶ τὶς ἀσθένειες τοῦ σώματος ὁ ἄνθρωπος πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ θεραπεύσει καὶ κάποτε ἀποτελεσματικὰ. Ὅμως τὶς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς «εἶν᾿ ἀνήμπορος νὰ τὶς γιατρέψει».

 

Καὶ ἐπειδὴ ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὶς πράξεις ποὺ διαπράττει καθημερινὰ εἶναι καθοριστική, ἕνας μονάχα τρόπος ὑπάρχει γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ βάρος τους. Ἡ συγχώρηση. Μὲ τὴν συγχώρηση, ὅπως καὶ πιὸ πάνω ἀναφέραμε, μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὴ δώσει.

 

Ὁ Θεὸς παρέχοντας τὴν συγχώρηση, ξεπερνάει ἀκόμη καὶ τὰ ὅρια τῆς δημιουργίας Του. Γιατὶ δίνοντας ἄφεση καὶ διαγράφοντας πράξεις καὶ ἔργα ἁμαρτωλά, «δὲν ἐπιτελεῖ μονάχα ἔργο δικαιοσύνης, ἀλλὰ… πραγματώνει ἔργο ἀγάπης, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δημιουργία, ἀλλά ὑπερδημιουργία».

 

Οἱ γραμματεῖς ποὺ κατηγόρησαν τὸν Χριστὸ πὼς ξεστόμισε βλασφημία μὲ τὸ λόγο Του ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ, κρίνουν μὲ ἀνθρώπινα μέτρα. Καὶ στέκονται ἀδύναμοι μπροστὰ στὴ Θεϊκὴ βούληση. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς, ξεπερνώντας τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ἐπιθυμώντας νὰ δείξει ποιὸς εἶναι, τοὺς ἀπευθύνει τὸ ἐρώτημα: «Τί εἶναι εὐκολότερο νὰ πῶ στὸν παραλυτικό, ἂς εἶναι συγχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ τοῦ πῶ, σήκω καὶ πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτα;»

 

Γιατὶ καὶ τὰ δύο φαντάζουν ἀδύναμα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μήτε νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες μπορεῖ καὶ μήτε νὰ γιατρέψει τὸν παραλυτικό. Μὰ ὁ Χριστὸς ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ πράξει καὶ τὰ δύο, γιατὶ εἶναι Θεὸς καὶ ἀγαπᾶ τὰ πλάσματά Του.

 

Ἐκφράζοντας τὸ Θεϊκὸ κύρος καὶ τὴ Θεϊκὴ ἀγάπη, προστάζει τὸν παραλυτικό: «Σοὺ λέγω, σήκω καὶ πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Ὁ Χριστὸς ὡς ὁ ἰατρὸς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, θεραπεύει καὶ τὰ δύο.

 

Καὶ ἔτσι ὁ παραλυτικὸς ἐξῆλθε μπροστὰ σὲ ὅλους θεραπευμένος ψυχικὰ καὶ σωματικά. Διπλὴ ἡ θεραπεία του καὶ διπλὸ τὸ δῶρο τοῦ Χριστοῦ σ᾿ αὐτόν.

 

Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί,

 

δὲν πρέπει ποτὲ νὰ περάσει ἀπὸ τὸ μυαλό μας, πὼς εἴμαστε ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς ἁμαρτίας. Δηλαδὴ πὼς δὲν ἔχουμε διαπράξει ἁμαρτίες, γιατὶ κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἀλήθεια. Ἀντίθετα μάλιστα, ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ζοῦμε μέσα στὸ χῶρο τῆς ἁμαρτίας καὶ διαπράττουμε ἄλλος λίγες καὶ ἄλλος πολλὲς καθημερινά.

 

Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σηκώσει στοὺς ὤμους Του τὰ δικά μας ἀτοπήματα καὶ ἁμαρτήματα. Αὐτὸς ἄλλωστε ἔχυσε τὸ αἷμα Του ἐπάνω στὸ Σταυρό, γιὰ νὰ μποροῦμε ἐμεῖς νὰ γευμόμαστε τὴ δική Του ζωή, γιὰ νὰ πάρουμε τελικὰ τὸ διπλὸ δῶρο Του, ὅπως ὁ παραλυτικὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴ θεραπεία τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν μας. Καὶ νὰ ἐγερθοῦμε, παίρνοντας τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀρρώστιας, γιὰ νὰ τὸ κάνουμε χῶρο χαρᾶς καὶ μακαριότητας, καὶ πορευόμενοι νὰ ζήσουμε τὴν ἀγάπη Του στὴ βασιλεία Του. Ἀμήν.

5.

Στα ύψη της θέωσης

 

«Σοί λέγω, έγειρε και άρον τον κράββατόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου…»

 

Τη δεύτερη Κυριακή των Νηστειών, τιμούμε τη μνήμη ενός μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας και αγωνιστή της Ορθοδοξίας, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος προβάλλει ως ζωντανό παράδειγμα αγωνιστικότητας για τον καθένα μας. Η μορφή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά καταξιώνεται στο Ορθόδοξο Χριστιανικό στερέωμα με τους μεγάλους αγώνες που ανέλαβε για την προάσπιση της Ορθόδοξης Πίστης. Ειδικότερα, ο Άγιος Γρηγόριος αντέκρουσε με επιτυχία τις μεγάλες πλάνες του Καλαβρού Βαρλαάμ, ο οποίος εκπροσωπώντας το πνεύμα της Δύσης, ισχυριζόταν ότι ο άνθρωπος μόνο νοησιαρχικά θα μπορούσε να πλησιάσει τον Θεό. Ουσιαστικά, εκείνο που ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε ο Βαρλαάμ ήταν ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να καταξιωθεί μιας πραγματικής προσωπικής σχέσης με τον Θεό.

 

 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αφού απέρριψε τις πλάνες αυτές που έθεταν υπό αμφισβήτηση το όλο οικοδόμημα του σωτηριολογικού έργου του Κυρίου μας, τόνισε εμφαντικά τόσο μέσα από το παράδειγμα του όσο και μέσα από τη διδασκαλία του ότι όχι μόνο ο άνθρωπος θα μπορούσε να αναπτύξει μια πραγματική σχέση με τον Θεό αλλά και μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας μας να ενωθεί μαζί Του. Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη αλήθεια που καλείται ο κάθε πιστός να εγκολπωθεί ως μια πραγματικότητα ζωής για να μπορέσει να συνεχίσει επιτυχώς να διανύει το Στάδιο των Αρετών που τόσο όμορφα ξετυλίγει μπροστά μας η Εκκλησία.

 

Ο Παραλυτικός

 

Η διδασκαλία της μεγάλης αυτής μορφής της Εκκλησίας μας, του Γρηγορίου του Παλαμά, που έζησε τον 14ο αιώνα, παραπέμπει και στην αλήθεια του Ευαγγελίου μας, η περικοπή του οποίου αναφέρεται σήμερα στο περιστατικό της θεραπείας του παραλυτικού.

 

Πολλά είναι τα πρόσωπα που προβάλλουν στη συγκεκριμένη περικοπή. Πρώτα απ’ όλα ο Κύριός μας, διδάσκαλος για ακόμα μια φορά της Θείας αλήθειας και παράλληλα φιλάνθρωπος ιατρός μιας δυστυχισμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Έπειτα ο παραλυτικός, οι γραμματείς και ακόμα το συναγμένο πλήθος. Τέλος είναι και οι τέσσερις μεταφορείς του παραλυτικού. Αυτοί που με αγάπη και αποφασιστικότητα τον μετέφεραν κοντά στον Ιησού και συνεργάστηκαν με τον τρόπο τους στη θαυμαστή θεραπεία. Εκείνο που τονίζεται, μεταξύ άλλων, είναι η μεγάλη πίστη που φανερώνεται σε πολλές περιπτώσεις θαυμάτων. Και ακριβώς την πίστη αυτή βλέποντας ο Κύριος χαρίζει την ίαση και την άφεση των αμαρτιών στον παράλυτο. Ο ίδιος άλλωστε επισημαίνει σε άλλη περίπτωση πόση δύναμη κρύβει η ζωντανή πίστη. Τι εκπληκτικά πράγματα μπορεί να επιτελέσει. Είναι ενδεικτική η διαβεβαίωση ότι η αληθινή πίστη μετακινεί ακόμη και βουνά.

 

Αγαπητοί αδελφοί, η ζωή, το παράδειγμα αλλά και η διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, παραπέμπουν στην πίστη εκείνη που οδηγεί τον άνθρωπο σε δυσθεώρητα πνευματικά ύψη. Στους αναβαθμούς της θέωσης, όπου βιώνει σαν πραγματικότητα αληθινής ζωής την ένωσή του με τον Θεό, σ’ ένα ανεπανάληπτο και μοναδικό μεγαλείο. Τα κατορθώματα της πίστης τα είδαμε και μέσα από την σημερινή ευαγγελική περικοπή, τα μηνύματα της οποίας ας γίνουν αιώνιος οδηγός στη ζωή μας. Όπως στην περίπτωση της Ματρώνης της οσίας και της Λυδίας της μάρτυρος, των οποίων τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία. Το άγιο παράδειγμά τους που αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία για τα όσα δίδαξε ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ας γίνει φωτεινός οδηγός και στη δική μας ζωή.

 

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

6.

«Η ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ»

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

 

Στὴν διήγηση τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ὁ Χριστός ἀπευθύνεται σὲ ἕναν παράλυτο νέο σὲ κάποιο σπίτι τῆς Καπερναοὺμ καὶ τοῦ λέγει «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Κάνει ἐντύπωση κατ’ αρχήν τό γεγονός ὅτι τά λόγια αὐτά ἀπευθύνονται σέ ἕναν ἄνθρωπο σωματικά ἀσθενή.  Αὐτός ζητεῖ τήν γιατρειά του καί ὁ Ἱησοῦς τοῦ προσφέρει τήν ἀπαλλαγή ἀπό τίς ἁμαρτίες.

 

 

Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος δὲν κατανοεῖ τὴν σχέση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀσθένεια. Χάνει ὁλοένα καὶ περισσότερο τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει, γιατὶ ὁρισμένες πράξεις ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ἐξυπηρετοῦν κοινωνικὰ ἤ καὶ ἀτομικὰ καὶ συμβαδίζουν μὲ τὶς ἐπιθυμίες του νὰ θεωροῦνται ἁμαρτίες.  Εὐχαρίστως παραθεωρεῖ κάθε φραγμό, θρησκευτικό ἤ ἠθικό ἀδιαφορώντας ἀκόμη καί γιά τίς ὑποσυνείδητες ἐνοχλήσεις πού συνοδεύουν συνήθως αὐτές τίς ὑπερβάσεις.

 

Κλείνουμε τά μάτια μας μπροστά στή δυσάρεστη καί ἐνοχλητική πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας καί προτιμοῦμε νά τήν ἀναλύουμε δίνοντάς της ἄλλα ὀνόματα ἤ ἐνδύματα.

 

Ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς παρουσιάζει μιά πολύ βαθειά σύλληψη τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μιὰ ἀποτυχία νὰ βροῦμε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας μας. Ἐὰν ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος καὶ πάσχει ὡς ἄνθρωπος μέσα στὸν κόσμο γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ ὡς Θεός, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ χάλασμα τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἔχει πολὺ μεγαλύτερη ἔκταση καὶ πολὺ πιὸ τραγικὲς συνέπειες ἀπ’ ὅ,τι φανταζόμαστε.

 

Σέ τοῦτο ἀκριβῶς συνίσταται καί τό ἐλπιδοφόρο μήνυμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, στό ὅτι ἀπό τήν ἀγχώδη «ἀσθένεια πρός θάνατο», ἀπό τήν ἀγωνία τοῦ μηδενός, ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου σώζει τόν ἄνθρωπο ὁ Θεός μέ τόν Σταυρό καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

 

Καί αὐτά ὄχι μέ τήν ψυχολογική ἔννοια τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης καί ὀμαλότητας, ἀλλά μέ τήν οὐσιαστική ἔννοια τῆς πραγματικῆς ἀλλαγῆς καί μεταμορφώσεως τῆς ἐχθρότητας σέ φιλία, τοῦ ἄγχους σέ εἰρήνη, τοῦ φόβου τοῦ μηδενός σέ βεβαιότητα ζωῆς καί ἐλπίδα ἀναστάσεως.

 

Λέγοντας ὁ Χριστὸς σήμερα στὸν παράλυτο νέο «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ κακοῦ καὶ τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς συνέπειές του. Ἡ αἰσιοδοξία τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος συνίσταται στό ὅτι εἶναι στραμμένο ὄχι στό παρελθόν, ἀλλά στό μέλλον, ὄχι στό κακό πού κυριάρχησε μέσα στόν κόσμο μέχρι τώρα, ἀλλά στή σωτηρία πού προσφέρεται σάν καινούρια δυνατότητα.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

7.

Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

 

Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀδελφοί μου, εἶναι μία ἐκκλησιαστικὴ περίοδος ἔντονου πνευματικοῦ ἀγώνα, κατὰ τὴν ὁποία πολὺ σοφὰ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀνεβάζει ἕνα – ἕνα στὰ σκαλοπάτια τῆς κλίμακας τῆς πνευματικῆς τελειώσεώς μας καὶ τῆς προετοιμασίας μας γιὰ τὶς μεγάλες καὶ ἅγιες ἡμέρες τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. Στὴ σημερινὴ Κυριακή, δευτέρα (Β΄) τῶν Νηστειῶν, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νὰ διαβάζεται ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς θεραπείας τοῦ Παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ, θέλοντας μέσα ἀπ’ αὐτὴν νὰ μᾶς διδάξει πῶς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειές της.

 

 

Ἐκεῖνο ποὺ διαπιστώνουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος εἶναι πῶς ὁ παράλυτος ὁδηγεῖται ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ ὄχι ἀπὸ δική του ἐπιθυμία ἀλλὰ ἐξαιτίας τῆς πίστης στὴν δύναμη τοῦ Ἰησοῦ τῶν τεσσάρων φίλων του. Ὁ ἴδιος ὁ παράλυτος, πιθανότατα ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, πού βαραίνουν τὴν συνείδησή του, δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως «ἰδὼν τὴν πίστην αὐτῶν» (τῶν φίλων του, δηλαδὴ) προχωρᾶ καὶ κάνει τὸ θαῦμα. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη τῶν τεσσάρων φίλων ἔγινε ἀφορμὴ καὶ αἰτία νὰ θεραπευθεῖ καὶ ὁ παραλυτικός.

 

Κάνοντας μια ἀντιπαραβολὴ μὲ τὸ σήμερα θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ πίστη τῆς κοινότητας ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ ζωή μας. Σήμερα μιλώντας γιὰ πίστη ἐννοοῦμε τὴν προσωπικὴ καὶ ἀτομικὴ πίστη κάποιου συγκεκριμένου ἀνθρώπου καὶ ὄχι τὴν πίστη τῆς οἰκογένειάς του, τῆς κοινωνίας ἢ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὑπάγεται. Καὶ ἂν εἶναι ἀναμενόμενο σ’ ἕναν πεπτωκότα κόσμο νὰ ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ ἄρνηση ἄλλο τόσο δραματικὸ εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπάρχουν κάποιοι φίλοι, κάποιοι συγγενεῖς, μία κοινότητα ποὺ μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη της θὰ ἑλκύσει τὸ ἔλεος τοῦ φιλεύσπλαχνου Θεοῦ, ὥστε νὰ γίνει τὸ θαῦμα.

 

Ἡ πίστη καὶ ὁ ἁγιασμὸς εἶναι ἐκκλησιολογικὰ γεγονότα καὶ ἀναφέρονται σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἡ ἀτομικὴ ἀντίληψη δὲν ἔχει θέση, ἀντίθετα μπορεῖ νὰ λειτουργήσει σωτηριολογικὰ ἡ κοινότητα, ὅταν τὰ μέλη της φροντίζουν νὰ ἁγιάζονται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλο, ὅπως καὶ ὅταν γνωρίζουν ὅτι κάποιος ἄλλος προσεύχεται ἀπὸ ἀγάπη γι’ αὐτούς. Ἄλλωστε τὸ θαῦμα μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει σχέση μόνο μὲ τὴν θεραπεία τῆς ἀρρώστιας ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀλλαγὴ στὸν τρόπο ζωῆς καὶ συμπεριφοράς μας πρὸς τοὺς ἄλλους.

 

Ὅταν λοιπὸν οἱ τέσσερις φίλοι ὁδηγοῦν τὸν παράλυτο μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ, ἐκεῖνος ἐνεργεῖ μ’ ἕναν τρόπο ποὺ μᾶς ξενίζει. Ἐνῶ ἔχει μπροστά Του ἕναν ἄνθρωπο ποῦ πάσχει σωματικά, Ἐκεῖνος τοῦ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες! Γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται σφαιρικὰ ὡς ὁλότητα καὶ ἑνότητα, ἀφοῦ ὅλος ὁ ἄνθρωπος σώζεται καὶ πορεύεται πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι καὶ γιὰ τὸν Ἰησοῦ θὰ ἦταν ἀδιανόητο νὰ θεράπευε μόνο τὸ σῶμα καὶ νὰ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὴν ψυχὴ ἢ τὸ ἀνάποδο. Ὁ Κύριος ὡς Σωτῆρας σώζει ὁλόκληρη τὴν φύση καὶ προσλαμβάνει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο ὡς ἑνότητα μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἀποκαταστήσει στὸ ἀρχαῖο κάλλος τοῦ Παραδείσου. Ἔτσι καὶ στὸν παράλυτο χαρίζει τὴν σωματικὴ ὑγεία, ἀφοῦ πρῶτα γιατρεύει τὴν ψυχή του. Γνωρίζει ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἡ ἁμαρτία φθείρει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, γι’ αὐτό, ὅταν θεραπεύει, πρῶτα ἐπεμβαίνει στὸν χῶρο τῆς ἁμαρτίας καὶ μετὰ στὸ χῶρο τῆς σωματικῆς ἀσθένειας.

 

Ἀγαπητοί μου, ἡ ἁμαρτία ἔχει εἰσχωρήσει τόσο βαθιὰ στὴ ζωή μας, πού ἔχει καταφερεῖ νὰ ἀλλοιώσει τὴν λειτουργία της. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἔρχεται ἀκριβῶς, γιὰ νὰ συντρίψει αὐτὴν τὴν δαιμονικὴ καὶ καταστροφικὴ λειτουργία, προσφέροντας πρῶτα τὴν ἴαση τῆς ψυχῆς καὶ μετὰ τὴν θεραπεία τοῦ σώματος. Καὶ τὰ ποικίλα εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, ὅπως τὸ σημερινό, πού ἀναφέρονται στὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἔχουν ὡς σκοπὸ νὰ προβάλλουν τὴν τραγικότητα τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ τὸ μεγάλο λυτρωτικὸ μήνυμα τῆς σωτηριολογικῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Ἀμήν.

 

π. Α.Κ.Γ.

 

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

8.

 Καμένη καλύβα

«Ἀποστέγασαν τὴν στέγη ὅπου ἦν…».

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

 

Καθηλωμένος στὸ κρεββάτι του, ζωντανὸς νεκρός, ὁ σημερινὸς παραλυτικὸς τῆς Καπερναούμ, ἐπερίμενε πλέον τὸν θάνατον ὡς ἀπαλλαγὴν ἀπ’ τὶς πικρίες καὶ τὴν ταλαιπωρίαν τοῦ βίου του. Μέσα ὅμως στὸ σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας του λάμπει αἴφνης τὸ φῶς τῆς ἐλπίδος. Πόσο γλυκειὰ εἶναι, ἀλήθεια, στὶς ὧρες αὐτὲς ἡ ἐλπίδα!

 

Πληροφορεῖται, ὅτι ἦλθε στὴν Καπερναούμ ὁ Κύριος.  Θὰ εἶχεν ἀκούσει ἀσφαλῶς διὰ τὰ θαύματά Του. Μοναδική, λοιπόν εὐκαρία νὰ ἀποκτήσῃ κι’ αὐτὸς τὴν ὑγείαν του.  Νὰ γελάσουν τὰ χείλη του, ποὺ χρόνια τώρα πολλὰ εἶναι κλειστὰ καὶ πικραμένα.

Παρακαλεῖ γι’ αὐτὸ μὲ δάκρυα τέσσαρες γνωστούς του  νὰ τὸν πάρουν στὸ φορεῖο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ μέρος, ὅπου ἦταν ὁ Κύριος. Καὶ νὰ, οἱ ἀχθοφόροι αὐτοὶ τῆς ἀγάπης, μὲ τὸν παραλυτικὸν ξαπλωμένον στὸ φορεῖο, φθάνουν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, ὅπου ὁ Κύριος ἐδίδασκε.

Τί κρῖμα ὅμως!  Τὸ ἐμπόδιον εἶναι σοβαρόν.  Συνεκεντρώθη ἐκεῖ τόσος κόσμος, ὥστε ἦταν τελείως ἀδύνατον νὰ περάσουν. Ἔσπρωξαν.  Παρεκάλεσαν.  Κανένας δὲν ἤθελε νὰ μετακινηθῆ. Ὅλοι ἦσαν ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Κυριολεκτικὰ μαγεμένοι.

Ἄλλοι στὴ θέσι των θὰ ἀπεγοητεύοντο.  Θὰ ἔφευγαν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν τὰ χάνουν. Καὶ τὶ σοφίζονται!  Ἀνεβαίνουν στὴ στέγη, γιὰ νὰ χωρέσῃ τὸ κρεββάτι, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ μὲ σχοινιὰ κατεβάζουν τὸν παραλυτικὸν μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου.

Ὁ Χριστὸς συνεκινήθη. Ἐθαύμασε τὴν πίστιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων…. Καὶ τὴν ἐπιμονὴν των. Καὶ τοὺς ἀμείβει. Θεραπεύει ἀμέσως τὸν ἄρρωστον. Διπλᾶ μάλιστα. Ψυχικὰ καὶ σωματικά. Ὁ κόσμος, καταλαβαίνετε, ἔμεινε κατάπληκτος.

Γιὰ κοίταξε, ἀγαπητὲ μου ἀναγνῶστα. Δὲν κάνει καὶ σὲ σένα ἐντύπωσι ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἡ πίστις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Δὲν ἀπογοητεύθησαν μὲ τὴν πρώτη δυσκολία. Μὲ ἀποφασιστικότητα ἐπροχώρησαν.  Καὶ ἐπέτυχαν στὸ σκοπό τους.

Τὸ παράδειγμα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων μᾶς δίδει ἀφορμὴ νὰ διατυπώσωμεν ἕνα σοβαρώτατο δίδαγμα:

Ὅτι πρέπει μὲ θάρρος καὶ αἰσιοδοξία νὰ ἀντιμετωπίζωμεν τὶς δυσκολίες καὶ τὰ ἀπρόοπτα τῆς ζωῆς.

Καὶ ἰδοῦ οἱ λόγοι:

1.Ἡ ἀπελπισία θολώνει τήν μυαλό.

Ἔτσι εἶναι. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται κάτω ἀπό τὸ βάρος τῆς ἀπελπισίας καὶ ἀγωνίας δὲν ἔχει ἠρεμίαν. Ὅλα τοῦ φαίνονται τότε μαῦρα. Παραλύει ἡ λογική. Σκοτίζεται ὁ νοῦς. Καὶ στὴν κατάσταση αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανεὶς συνετά, γιὰ νὰ βρεθῆ ἡ λύσις. Καὶ ἐκείνη, ποὺ θεωρεῖται ὡς καλύτερη, συνήθως, ἀποδεικνύεται ἡ χειρότερη. Καὶ εἶναι φυσικόν. Ἀφοῦ ὅλος ὁ ψυχικός κόσμος εἶναι ταραγμένος, πῶς ὁ ἄνθρωπος νὰ σκεφθῇ μὲ ἠρεμίαν καὶ προσοχήν;

Θὰ μοῦ πῆτε ἴσως; Μὰ εἶμαι ἄνθρωπος καὶ πονῶ. Ἔχασα ἀγαπημένο μου πρόσωπο. Ἔπαθα οἰκονομικό ναυάγιο. Χτυπήθηκα ἄσχημα στὴ ζωή. Πῶς νὰ μείνω ἀτάραχος; Ἀγαπητέ μου, δὲν ὑποστηρίζω αὐτό.  Θὰ πονέσωμε.  Δὲν εἴμεθα ἀπὸ γρανίτη. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ πόνος δὲν πρέπει νὰ μᾶς συντρίψῃ.  Μετὰ τὶς πρῶτες ὁδυνηρὲς ἐντυπώσεις, ἄς κοιτάξουμε τὶ πρέπει νὰ κάνωμε.  Μὲ θάρρος καὶ αἰσιοδοξίαν.

Καλὰ ἦταν νὰ μὴ γίνῃ τὸ κακό. Τώρα ὅμως ἔγινε. Θάρρος.  Θὰ κοιτάξω πῶς μπορῶ νὰ προλάβω τὰ χειρότερα, νὰ λιγοστέψω τὴν καταστροφή. Ἕνα λεμόνι, λέγει κάποιος συγγραφεύς, μοῦ ἔδωσεν ὁ Θεός.  Μ’ αὐτὸ θὰ ἀγωνισθῶ νὰ κάμω λεμονάδα. Δὲν ἔχω ἄλλο. Μὴ πῶ, πάει, ἐχάθηκα. Αὐτὸ εἶναι ἰδέα καταστρεπτική. Ἡ ἐλπίδα στὶς ὧρες αὐτὲς εἶναι, ὅ,τι γιὰ τὸν παγωμένο στὰ χιόνα ἔνα θερμαντικό.

Ζωογονεῖ καὶ καθαρίζει τὴ σκέψι, τὴ θέλησι.

  1. Ἡ στενοχώρια κλονίζει τὴν ὑγεία.

Ὅλοι μας ξέρομεν, ὅτι τὰ δάκρυα καὶ οἱ στεναγμοὶ δημιουργοῦν στὸν ὀργανισμὸν ἀνωμαλίες, τοξίνες. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ παθαίνῃ ἡ καρδιά, τὸ στομάχι ἔλκος καὶ νευρώσεις, τὸ σηκώτι, τὰ πνευμόνια, τὰ μάτια, τὰ νεφρά κλπ.  Τὸ σάκχαρον, ποὺ σήμερα εἶναι τόσο διαδεδομένον, ὀφείλεται κυρίως σὲ στενοχώρια.  Θὰ σπάσῃ, λοιπόν ἡ ὑγεία. Καὶ ὅταν ἔχωμεν οἰκογένειαν καὶ παιδιὰ, ποὺ περιμένουν προστασίαν ἀπὸ μᾶς, μὲ ποιὸ δικαίωμα θὰ ἀχρηστεύσωμε τὸν ἑαυτόν μας;

Ἀφοῦ ξέρομεν ὅτι ὁ βίος ἔχει πολλὲς πικρίες, ἄς προετοιμαζώμεθα. Μὰ θάνατος ἦλθε, μὰ πτώχευσι, μὰ συκοφαντίες καὶ κατατρεγμοί… ὅ,τι καὶ νἆναι. Θὰ προσπαθήσωμε νὰ μὴ λυγίσωμε. Δὲν θὰ πετάξωμε στὰ σκουπίδια τὶς σωματικὲς μας δυνάμεις. Ἡ φθορὰ ἔρχεται σιγὰ-σιγά. Ὁμοιάζει μὲ τὸ σαράκι. Τρώγει ἀργὰ-ἀργὰ τὸ ξύλο. Ἀλλὰ τὸ τρώγει.  Καὶ μία μέρα θὰ τὸ ρίξῃ κάτω…

Ἔτσι καὶ τὴν ὑγεία. Ἡ στενοχώρια τὴν συντρίβει.  Καὶ εἶναι κρῖμα νὰ γίνῃ κανεὶς ἐρείπιο, ἐνῷ μποροῦσε νὰ μένῃ γιὰ χρόνια ἀνθηρὸς καὶ χρήσιμος.

3.Ἡ στενοχώρια πικραίνει καὶ τοὺς γύρω μας.

Ὅπως μᾶς βλέπουν οἱ ἄλλοι, οἱ ἰδικοί μας, οἱ γνωστοί μας, πικραμένους, μὲ θλιμμένο χαμόγελο, μὲ δακρυσμένα μάτια, πονοῦν κι’ αὐτοί. Ἄν μάλιστα εἶναι ἡ μητέρα ἔτσι ἀποκαρδιωμένη, τότε ὅλο τὸ σπίτι εἶναι βωβὸ καὶ μαραμένο.

Λείπει τὸ γέλιο. Καὶ ἡ χαρὰ τῶν παιδιῶν σβήνει κι’ αὐτή.  Θὰ σπάσουν μετὰ καὶ τὰ νεῦρα μας. Θὰ εἴμεθα νευρικοί. Ὅλα θὰ μᾶς φταῖνε. Θὰ ὑποφέρουν οἱ ἰδικοί μας ἀπὸ τὶς παραξενιές μας.  Θὰ ταλαιπωροῦνται καὶ οἱ ὑφιστάμενοι, ἄν τύχη νὰ εἶσαι προϊστάμενος, κάπου, ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὶς ἀδικαιολόγητες φωνές.  Καὶ τὶ φταῖνε οἱ ἄλλοι νὰ στενοχωροῦνται ἐξ αἰτίας μου; Νὰ ζοῦνε σὲ μιὰ διαρκῆ κόλασι;

Τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικὸ καὶ πρέπει νᾶ τὸ προσέξωμεν.

4.Εἶναι ὁ Θεὸς μαζὺ μας.

Ἄφησα τελευταίαν τὴν παράγραφον αὐτήν, διὰ νὰ μᾶς ἐντυπωθῇ περισσότερον. Καλά, πονᾶς. Τὸ βλέπω. Ποῦ εἶναι ὅμως ἡ πίστη σου; Ἡ ἀγωνία σου αὐτὴ δὲν εἶναι ὁλιγοπιστία; Ἀφοῦ εἶναι κοντά μας ὁ Χριστός, γιατὶ νὰ ἀνησυχοῦμε τόσο; Δὲν εἶπεν ὁ Θεὸς ἀπὸ παλαιά· «Οὐ μὴ σε ἀνῶ, οὐδ’ οὐ μὴ σε ἐγκαταλίπω;» Δηλ. δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω!  Καὶ τώρα, μὲ τὸ ἀτύχημα αὐτὸ θὰ τὰ λησμονήσωμεν ὅλα; Ἀκριβῶς τὶς ὧρες αὐτὲς ἡ πίστις ἡ βαθειὰ μᾶς βοηθάει νὰ μείνωμεν ὀρθοί, νὰ δημιουργήσωμε μιὰ ὄασι γαλήνης μέσα στὴν ἅμμο τῆς ζωῆς, ποὺ τὴν παίρνει ὁ ἄνεμος.

«Μὴ φοβοῦ· θάρσει», λέγει ὁ Χριστός. Ἀκούω τὴ θεία Του φωνή, γυρίζω καὶ βλέπω τὸ σωτήριο Σταυρό Του.

Παίρνω κουράγιο καὶ δύναμη. Καὶ προχωρῶ θαρρετά. Ἀλλοίμονον ἄν ἔλειπεν αὐτὴ ἡ πίστις ἀπὸ τὴ ζωή μας!  «Κύριος φωτισμὸς μου καὶ Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;» λέγει ὁ Δαβίδ. Ἀδελφέ μου, ἀλήθεια, ἀπὸ ποιὸν καὶ ἀπὸ τὶ θὰ φοβηθῶμεν, ὅταν εἶναι ὁ Θεὸς μαζύ μας;

Ἀγαπητοί μου!

Κάποτε συνέβη ἕνα τρομερό ναυάγιο. Τὸ πλοῖο ἔπεσε σὲ κυκλῶνα καὶ βυθίστηκε, χωρὶς νὰ προφθάσῃ νὰ σωθῇ ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πλοίαρχον. Γυμνὸς καὶ κατεστραμμένος ἐβγῆκεν, ἔπειτα ἀπὸ περιπέτεια, στὴν ξηρά. Ἐρημιά.  Δὲν εἶχεν οὔτε ροῦχα, οὔτε τροφή.  Σκέφθηκε τί ἔπρεπε νὰ κάνῃ. Δυὸ πράγματα τοῦ ἦταν ἀπαραίτητα. Μιὰ καλύβα γιὰ νὰ μένῃ μέσα τὸ βράδυ καὶ ὕστερα τροφή.

Τρεῖς ἡμέρες ἀγωνίστηκε νὰ μαζέψῃ ξύλα ἀπὸ μακρυά, νὰ τὰ τακτοποιήσῃ. Οὔτε τσεκούρι εἶχε οὔτε πριόνι. Μάτωσε, ξεσχίστηκε. Ἐπί τέλους τὴν ἔκαμε. Κατάκοπος ἐξάπλωσε τὸ βράδυ καί, ὅπως ἦταν , κοιμήθηκε. Εὐτυχῶς ἦταν ὁ καιρὸς πολὺ ζεστός. Τὴν ἄλλη μέρα βγῆκε πρὸς ἀναζήτησιν τροφῆς. Κάτι θὰ εὕρισκε. Ἤλπιζε νὰ περάσῃ  ἀργότερα κανένα πλοῖο καὶ νὰ σωθῇ. Ὁ ἥλιος ἔκαιε τρομερά. Καμίνι ἀληθινό. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἐμάζευε ρίζες καὶ χόρτα καὶ ἄλλους καρπούς, βλέπει ἀπὸ μακρυά, ποὺ ἦτο, πρὸς τὸ μέρος τῆς καλύβας, φλόγες καὶ καπνό. Ἡ καλύβα του ἐκαίετο. Συμβαίνει αὐτὸ συχνὰ στὰ θερμὰ κλίματα. Ἔτρεξε. Ὅταν ἔφθασε, οἱ φλόγες καὶ ὁ καπνὸς ἀνέβαιναν στὸν οὐρανό. Ὁ δυστυχής. Ἐκάθησε τότε σὲ μιὰ πέτρα καὶ εἶπε: «Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο κακό, πού μποροῦσα ἐδῶ νὰ πάθω».

Αἴφνης στὸ βάθος φαίνεται ἕνα πλοῖο. «Θεέ μου, εἶπε, νὰ μὲ ἔβλεπαν!  Ἀλλὰ πῶς; Ποῦ νὰ φανταστοῦν ὅτι εἶμαι ἐδῶ;» Τὸ πλοῖο ὅμως τὸ βλέπει νὰ κατευθύνεται στὸ μέρος του. Νά, σὲ λίγο σταμάτησε καὶ μιὰ βάρκα ἔπεσε στὴ θάλασσα. Ἔρχονται γι’ αὐτόν. Ἡ βάρκα ἔφαθασε στὴν παραλία. Ρίχνεται στὴ θάλασσα καὶ κολυμπῶντας τοὺς πλησιάζει. Καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἀγκάλιαζε τοὺς ναῦτες.

«Καλά, πῶς καταλάβατε ὅτι εἶμαι ἐδῶ»; Ρώτησε με ἀπορία. «Εἴδαμε τὸν καπνὸ ἀπὸ μακρυὰ καὶ ὑποθέσαμε ὅτι κάποιος ἄνθρωπος θὰ εἶναι. Καὶ ἤλθαμε».

Ὁ ναυαγὸς τότε ἐγονάτισε καὶ εἶπε: «Θεέ μου, ἐκεῖνο ποὺ ἐγῶ ἐνόμισα γιὰ δυστυχία, αὐτὸ ἦταν ἡ εὐτυχία μου. Ἄν δὲν καιόταν ἡ καλύβα μου ,δὲν θὰ εἶχα σωθῆ».

Ἀδελφέ μου!

Ὅταν ἔρχωνται πικρίες καὶ ἀτυχήματα καὶ δράματα ἀναπάντεχα στὴ ζωή σου, ποιός ξέρει, ἴσως εἶναι διὰ τὸ καλό σου.  Ξέρει ὁ Θεός. Μὴ κλαῖς. Μὴ ταράσσεσαι. Τὴν ὥρα ἐκείνην μὴ ξεχνᾶς τὸν ναυαγὸ καὶ τὴν ἱστορία του. Νὰ θυμᾶσαι καλὰ ὅτι ἐσώθηκε χάρις στὴν καμένη καλύβα.

Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου

Μητροπολίτου Νικαίας

Λύχνος τοῖς ποσί μου

Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν

(σελ.243-247)

Ἐκδόσεις Β΄

Ἀποστολική διακονία

τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

9.

Ἡ θεραπεία τοῦ Παραλύτου ἐν Καπερναούμ

Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος

 

 

Ὁ Κύριος συνεκρούσθη ἐν Ἱερουσαλήμ μετά τῆς ἱερατικῆς τάξεως πρώτην φοράν κατά τό πρῶτον Πάσχα τοῦ δημοσίου Του βίου καί κατόπιν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ τῆς Ἰουδαίας μετά τῶν Φαρισαίων, ὅτε εὑρίσκετο ἐν τῇ Αἰνών μετά τῶν μαθητῶν Του πλησίον τοῦ Ἰορδάνου. Ἡ θεραπεία ὅμως τοῦ παραλυτικοῦ ἐν Καπερναούμ καί ἡ κλῆσις τοῦ Λευΐ θά παράσχωσιν εἰς τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους τήν ποθητήν τῶν εὐκαιρίαν νά συγκρουσθῶσι καί ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ μέ τόν Ἰησοῦν. Αὕτη ἔγινεν οὕτως.

 

 

Ὁ Κύριος μετά τήν ἐπάνοδόν Του ἐκ τῆς χώρας τῶν Γερ-γεσηνῶν κατά τόν Ματθαῖον ἤ μετά τήν πρώτην μεγάλην περιοδείαν ἀνά τήν Γαλιλαίαν καί ἑπομένως μετά τήν θεραπείαν τοῦ λεπροῦ κατά τόν Μᾶρκον καί Λουκᾶν—τό δεύτερον πιθανώτερον—«εἰσῆλθεν εἰς Καπερναούμ δι’ ἡμερῶν καί ἠκούσθη, ὅτι εἰς οἶκον ἐστί»• ἔρχεται εἰς Καπερναούμ κρυφίως ὅπου ἔμεινεν ἡμέρας τινας χωρίς νά γίνῃ ἀντιληπτός ὑπό τοῦ λαοῦ καί εἰσέρχεται εἴς τινα οἶκον, ἴσως τοῦ Πέτρου. Ἡ κρυφή αὕτη εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ εἰς Καπερναούμ σκοπεῖ, ὡς φαίνεται, τήν διόρθωσιν τῶν παρά τήν θέλησίν Του παρά τοῖς Ἰουδαίοις διά τῆς ἀδιακρισίας τοῦ λεπροῦ ἐξαφθεισῶν πολιτικῶν Μεσσιακῶν ἰδεῶν. Ἀλλά δέν ἠδυνήθη νά διαφύγῃ καί ἐκεῖ τήν προσοχήν τοῦ λαοῦ ὁ Ἰησοῦς, οὔτε δέ καί ἦτο πρέπον νά διατηρῇ Ἑαυτόν πάντοτε ἐν ἀφανείᾳ, ἀφοῦ ὁ σκοπός Αὐτοῦ ἦτο ἡ δημοσία ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου Του. Ἐκεῖ λοιπόν μετά τινας ἡμέρας ἐγένετο γνωστός. «Συνήχθησαν πολλοί» ἄνθρωποι «ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδέ τά πρός τήν θύραν» ἦτο τόσος ὁ συνωστισμός, ὥστε ὄχι μόνον ἐντός τῆς οἰκίας δέν ὑπῆρχε χῶρος κενός ἀλλά οὔτε καί εἰς τήν θύραν «καί ἐλάλει αὐτοῖς τόν λόγον» ἐκήρυττε τόν λόγον τοῦ Θεοῦ. Μεταξύ τῶν ἀκροατῶν, οἵτινες εἶχον πληρώσει ὅλον τόν χῶρον τοῦ ἰσογείου καί πτωχικοῦ σπιτιοῦ ἦσαν «καθήμενοι Φαρισαῖοι καί νομοδιδάσκαλοι, οἵ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς Γαλιλαίας καί Ἰουδαίας καί Ἱερουσαλήμ» οἱ «Νομοδιδάσκαλοι» ἤτοι Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ἦλθον ἐκ πολλῶν πόλεων τῆς Γαλιλαίας, Ἰουδαίας καί Ἱερουσαλήμ.Ὁ σκοπός τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἑπομένων, ἦτο νά εὕρωσιν εὐκαιρίαν νά κατηγορήσωσι τόν Ἰησοῦν.

 

Ἐνῶ λοιπόν ὁ Κύριος ἐκήρυττε καί «δύναμις Κυρίου ἦν εἰς τό ἰᾶσθαι αὐτούς» καί δύναμις τοῦ Θεοῦ ἦτο ἡ ὁποία ἐθεράπευε τούς ἀσθενεῖς, ὁ δέ λαός συνωστίζετο νά ἀκούσῃ Αὐτόν, αἴφνης «ἔρχονται πρός Αὐτόν, παραλυτικόν φέροντες, αἰρόμενον ὑπό τεσσάρων». Φέρεται ἄνθρωπος παραλυτικός ἐπί φορείου ὑπό τεσσάρων ἀνθρώπων. Οἱ τέσσαρες οὗτοι ἄνδρες ἐζήτησαν κατ’ ἀρχάς «εἰσενεγκεῖν καί θεῖναι ἐνώπιον Αὐτοῦ» νά εἰσέλθουν εἰς τόν οἶκον καί νά τοποθετήσουν τόν παράλυτον εἰς τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ «καί μή εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτόν» μή εὑρόντες διά ποίας ὁδοῦ νά εἰσαγάγωσιν αὐτόν ἕνεκεν τοῦ συνωστισμοῦ τοῦ ὄχλου, ἀνεβίβασαν αὐτόν διά τῆς ἐξωτερικῆς κλίμακος τῆς φερούσης εἰς τό δῶμα εἰς τό κοινῶς λιακωτό. Ἡ στέγη δηλαδή εἰς τά σπίτια τῆς Παλαιστίνης τότε ἦτο ἐπίπεδος κατεσκευασμένη μέ κλάδους ἤ καλάμια καί ἕνα στρῶμα λάσπης. Ἐνιαχοῦ και ἐνίοτε ἔφερεν αὕτη καί κεραμίδια, ὡς ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει• «ἀναβάντες ἐπί τό δῶμα ἀπεστέγασαν τήν στέγην καί ἐξορύξαντες, διά τῶν κεράμων χαλῶσι τόν κράββατον, ὅπου ὁ παραλυτικός κατέκειτο˙ καθῆκαν αὐτόν σύν τῷ κλινιδίῳ εἰς τό μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ. Ἀναβιβάσαντες δηλαδή οἱ τέσσαρες τόν παράλυτον ἐπί τοῦ δώματος τῆς ὀροφῆς καί ἐπισημάναντες ἐκ τῆς φωνῆς τοῦ κηρύττοντος, κάτωθεν ποίου μέρους τῆς στέγης εὑρίσκεται ὁ λαλῶν Ἰησοῦς, ἀπεστέγασαν τό μέρος ἐκεῖνο τῆς στέγης τόσον, ὅσον θά ἐχρειάζετο νά διέλθῃ τό ξυλοκράβατον, ἐπί τοῦ ὁποίου εὑρίσκετο ἀκίνητος ὁ παράλυτος. Μετά ταῦτα κατεβίβασαν διά τῆς ὀπῆς ταύτης τόν ἀσθενῆ ἐμπρός εἰς τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν τεσσάρων αὐτῶν φορέων τοῦ κραββάτου καί ἡ συγκατάθεσις τοῦ παραλυτικοῦ εἰς τοῦτο δεικνύουσι πίστιν πρός τόν Σωτῆρα θερμήν καί ἡ ἀνταμοιβή δέν θά βραδύνῃ νά δοθῇ εἰς αὐτούς ὑπό τοῦ Σωτῆρος.

 

Ὁ Κύριος ἰδών τήν πίστιν τοῦ παραλυτικοῦ καί τῶν βασταζόντων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τόν κόπον τῆς διά τῆς στέγης καταβιβάσεως τοῦ ἀσθενοῦντος εἰς τά πόδια Του, καί διαγνώσας τήν ἠθικήν αἰτίαν τῆς παραλυσίας καί τήν δειλίαν τοῦ προκειμένου παραλυτικοῦ, ἄν θά συγχωρηθῇ διά τάς ἁμαρτίας του, συγχωρεῖ ἐν πρώτοις τήν ρίζαν τοῦ κακοῦ ἐκείνου, τήν ἁμαρτίαν λέγων: «Θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Θάρρος, τέκνον μου! Συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι σου. Εἰς τό ἄκουσμα τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ παραλυτικοῦ «Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καί διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν», μερικοί ἐντόπιοι Γραμματεῖς καί Ἱεροσολυμῖται Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ἐσκανδαλίσθησαν καί ἤρχισαν νά σκέπτωνται περί τοῦ Ἰησοῦ «τίς ἐστίν οὗτος, ὅς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ¨ἁμαρτίας, εἰ μή μόνος ὁ Θεός;». Τίς εἶναι οὗτος, ὁ ὁποῖος βλασφημεῖ ὡς ἀφαιρῶν τό δικαίωμα τοῦ συγχωρεῖν ἁμαρτίαις ἀπό τόν Θεόν, εἰς τόν ὁποῖον μόνον ἀνήκει, καί ἴδιον ποιῶν αὐτό; Τήν σκέψιν των αὐτήν δέν ἐτόλμησαν βεβαίως νά ἐκφράσωσι καί δημοσίᾳ, διότι τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ ἐβάρυνεν εἰς τάς συνειδήσεις τῶν ἀκροατῶν λόγῳ τῶν προηγουμένων θαυμάτων Του.

 

Ὁ Κύριος ὅμως «ἐπιγνούς τῷ πνεύματι αὐτοῦ» ἀναγνώσας διά τοῦ ἰδίου πνεύματος, μόνος του, τάς πονηράς αὐτῶν σκέψεις, ὡς Θεός πού ἦτο, καί ἀποδεικνύων διά τῆς γνώσεως ταύτης τοῦ ἐσωτερικοῦ των κόσμου, ὅτι εἶναι καρδιογνώστης Θεός ἅμα δέ ἐλέγχων τήν κακίαν των λέγει εἰς αὐτούς˙ «τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» διατί σκέπτεσθε σκέψεις πονηράς διά τό ἄτομόν Μου; «Τί ἐστί εὐκοπώτερον» τί εἶναι εὐκολώ-τερον νά εἴπω; «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι ἤ εἰπεῖν ἔγειρον ἆρον τόν κραββατόν σου και περιπάτει;» Βεβαίως εὔκολα καί δύσκολα ἀμφότερα. Εὔκολα μέν, ἄν περιορισθῶμεν εἰς τό«εἰπεῖν», δύσκολα ὅμως ἄν ἀποβλέψωμεν εἰς τά γεγονότα εἰς τήν πραγματοποίησιν. Τό πρῶτον ἀσφαλῶς δι’ ἕνα ἀπατεῶνα εἶναι εὐκολώτερον, διότι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν ὡς ἀόρατος εἶναι καί ἀνεξέλεγκτος. Ἐνῷ ὅμως τό δεύτερον, ἡ θεραπεία τοῦ παραλύτου δύναται νά ἐλεγχθῇ διά τῆς πραγματοποιήσεως ἤ μή. Ὥστε ἄν ἐγώ εἶμαι δυνατός εἰς τό δεύτερον, τό ὁρατόν, εἰς τήν ἀποκατάσταοιν δηλαδή τῆς ὑγείας τοῦ προκειμένου παραλυτικοῦ, θά εἶμαι ἀξιόπιστος καί διά τό πρῶτον, τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, διά τήν ὁποίαν σκανδαλίζεσθε. Ὁ Κύριος ἀναμένει ἐπί τι χρονικόν διάστημα ἀπάντησιν ἀπό τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους. Ἀλλά οὗτοι σιωπῶσιν ἐκπλαγέντες ἴσως ἐκ τῆς διαγνώσεως τοῦ ψυχικοῦ των κόσμου ὑπό τοῦ Ἰησοῦ.

 

Κατόπιν ἀπευθύνεται πάλιν πρός αὐτούς καί λέγει˙ «ἵνα δέ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπί τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παραλυτικῷ˙ Σοί λέγω, ἔγειραι καί ἆρον τόν κράββατόν σου καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκον σου». Διά νά μάθετε, ὅτι ἐγώ ὡς Υἱός ἀνθρώπου ἔχω λάβει τήν ἐξουσίαν (ὡς Θεός τήν ἔχω) τοῦ νά συγχωρῶ ἁμαρτίας ἐπί τῆς γῆς – μετά τήν ἀνάστασιν ἔλαβεν ἐξουσίαν ἐπί γῆς καί οὐρανοῦ – λέγει τῷ παραλυτικῷ ἔγειρε, λάβε τόν κραββατόν σου καί περιπάτει˙ «παραχρῆμα ἀναστάς ἐνώπιον αὐτῶν, ἄρας ἐφ’ ᾧ κατέκειτο, ἀπῆλθεν εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ, δοξάζων τόν Θεόν». Πάραυτα ὁ παράλυτος ἔγινεν ὑγιής καί λαβών τόν κραββατόν ἐπ’ ὤμων ὡς σημεῖον τοῦ θαύματος μετέβη εἰς τόν οἶκον του διελθών διά τοῦ πλήθους ὑμνῶν τόν Θεόν. Τοῦτο ἀπεστόμωσε χωρίς νά πείσῃ ὅμως τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους. Εἰς τόν λαόν δέ ἔκαμε μεγάλην,ὡς ἦτο ἑπόμενον κατάπληξιν, ὥστε «ἔκστασις ἔλαβεν ἅπαντας» ἐξεπλάγησαν ὅλοι «καί ἐδόξαζον τόν Θεόν καί ἐπλήσθησαν φόβου, ἐδόξαζον τόν Θεόν καί ἐφοβήθησαν πολύ «λέγοντες, ὅτι εἴδομεν παράδοξα σήμερον». Παράδοξα ἀπίστευτα πράγματα εἴδομεν σήμερον. «Οὕτως οὐδέποτε εἴδομεν». Τοιαῦτα πράγματα οὐδέποτε εἴδομεν.

 

«Οἱ ὄχλοι ἐφοβήθησαν». Φόβος δέ θρησκευτικός προερχόμενος ἐκ τῆς συγχωρήσεως ἁμαρτιῶν καί ἐκ τῆς συναισθήσεως τῆς ἁμαρτωλῆς των καταστάσεως ἐμπρός εἰς τήν ἐνσάρκωσιν τῆς θείας δικαιοσύνης κατέλαβε τόν λαόν. Ὁ φόβος ὅμως αὐτός δέν ἦτο μόνος, συνωδεύετο καί ὑπό δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. «Και ἐδόξασαν τόν Θεόν τόν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις». Καί ἐδόξασαν τόν Θεόν, διότι ἔδωκε τοιαύτην δύναμιν εἰς ἄνθρωπον, τόν Ἰησοῦν.

 

 

Θέμα: Ὁ Κύριος εἶναι φῶς, ἔλεγχος, θεραπεία

 

Τρεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, μετά τῶν «ὁποίων ἔρχεται εἰς ἐπαφήν ὁ Χριστός κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ παραλυτικοῦ. Εἶναι ὁ λαός, τόν ὁποῖον διδάσκει, οἱ Φαρισαῖοι τούς ὁποίους ἐλέγχει καί ὁ παράλυτος, τόν ὁποῖον θεραπεύει. Καί εἰς τούς τρεῖς αὐτούς ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτόν τους κατά τρεῖς διαφόρους τρόπους, διότι τόν μεν λαόν φωτίζει, τούς δέ Φαρισαίους ἐλέγχει, τόν δέ παραλυτικόν θεραπεύει. Ἄς ἴδωμεν τό φῶς, τόν ἔλεγχον και τήν θεραπείαν τοῦ Κυρίου καί κατόπιν τόν ἑαυτόν μας ὑπό τά τρία αὐτά πράγματα:

 

Αον˙ Ὁ Χριστός κατά τήν Εὐαγγελικήν περικοπήν. Τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου πρός τόν λαόν δεν ἦτο κήρυγμα ἀστρονομικόν ψυχολογικόν ἤ ἄλλο τι ἱκανοποιοῦν τήν γνῶσιν. Ὁ Κύριος δια τοῦ κηρύγματός Του ὡδήγει τούς ἀκροατάς Του εἰς συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ των. Εἰς συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ των ὁδηγεῖ καί ὁ ἔλεγχος πρός τούς  Φαρισαίους. «Τί διαλογισμοί ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» λέγει ὁ Κύριος πρός τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέπτοντο βλασφήμους σκέψεις κατά τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός ἐλέγχων τάς πονηράς σκέψεις τῶν Φαρισαίων ἀποκαλύπτει αὐτάς. Μέ τήν ἀποκάλυψιν αὐτῶν κάμνει τάς σκέψεις ταύτας περισσότερον αἰσθητάς εἰς τούς Φαρισαίους.

 

Ὁ Κύριος δέν φωτίζει μόνον διά τοῦ λόγου Του καί δέν ἐλέγχει μόνον τούς Φαρισαίους, ἀλλά θεραπεύει καί τόν παραλυτικόν. Καί ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἕνα ξεσκέπασμα τοῦ ἑαυτοῦ του εἰς τά μάτια τοῦ ἰδίου καί εἰς τά μάτια τῶν ἄλλων. Τό ξεσκέπασμα αὐτό γίνεται κατά τόν ἑξῆς τρόπον. Ὁ παράλυτος, οἱ Φαρισαῖοι καί ὁ κόσμος ἐνόμιζον, ὅτι ὁ παράλυτος ἦτο ἀσθενής μόνον σωματικῶς. Ὁ Κύριος ὅμως λέγων εἰς αὐτόν ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι πρῶτον καί ἔπειτα ἆρον τόν κράββατόν σου καί περιπάτει, δεικνύει, ὅτι ὁ παράλυτος δέν ἦτο ἀσθενής μόνον κατά τό σῶμα. Ἐκτός αὐτοῦ θεραπεύων πρῶτον τήν ἁμαρτίαν καί ἔπειτα τήν παραλυσίαν δεικνύει, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ αἰτία τῆς παραλυσίας ἡ δέ παραλυσία εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Τήν διπλήν νόσον τοῦ παραλυτικοῦ καί τήν προτεραιότητα τῆς ψυχικῆς νόσου ἀπό τήν σωματικήν ἠγνόουν ὄχι μόνον ὁ λαός καί οἱ Φαρισαῖοι ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ παραλυτικός. Ὁ Κύριος ὅμως τώρα διά τῆς θεραπείας ξεδιπλώνει τό νόσημα τοῦ παραλυτικοῦ εἰς τά μάτια ὅλων.

 

Καί οἱ τρεῖς οὗτοι τρόποι, διά τῶν ὁποίων ὁ Κύριος ξεδιπλώνει τάς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων ἔχουσι μεγάλην σχέσιν μεταξύ των. Τό φῶς δηλαδή τοῦ κηρύγματός Του πρός τόν λαόν εἶναι ταυτοχρόνως ἔλεγχος καί θεραπεία. Ὁ ἔλεγχός Του πρός τούς Φαρισαίους εἶναι ταυτοχρόνως φῶς καί θεραπεία. Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἐπίσης ταυτοχρόνως φῶς καί ἔλεγχος. Φῶς μέν, διότι δεικνύει τήν σχέσιν ψυχικῆς καί σωματικῆς νόσου, εἶναι δέ καί ἔλεγχος, διότι φαίνεται, ὄτι ἐκ τῶν ¨ἁμαρτιῶν του ἔγινε παράλυτος.

 

 

Βον’. Ὁ Χριστός εἰς τήν ζωήν μας. Πόσα διδάγματα ! Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι καί δι’ ἡμᾶς φῶς, ἔλεγχος καί θεραπεία καί ἰδού πῶς. Καί ἡμεῖς ἐντοπίζομεν τό κακόν πρός τά ἔξω. Νεῦρα, ἰδιοσυγκρασία, κοινωνία, πρόγονοι καί αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Θεός προβάλλονται ὡς φορεῖς τοῦ κακοῦ μας. Θυμώνω, διότι ἔχω νεῦρα, λέγει τις. Ἔχω νεῦρα, διότι εἶμαι ζωηρός, ἔχω ἰδιοσυγκρασίαν αἱματώδη λέγουν ἄλλοι. Εἶμαι κακός, διότι μέ ἀναγκάζει τό περιβάλλον. Ὁ ἀδελφός, ὁ ἐξάδελφος, ὁ ἀνεψιός, ὁ συνάδελφος, ὁ προϊστάμενος μέ ἀναγκάζουν νά εἶμαι κακός. Κλέπτω, ὁρκίζομαι, ὀργίζομαι κατακρίνω, διότι ἡ κοινωνία ἐχάλασεν ἰσχυρίζεταί τις. Πλήν αὐτῶν οἱ γονεῖς μου, ὁ πάππος μου, ἡ μάμη μου, οἱ πρόγονοί μου μοῦ μετέδωκαν τό κακόν πού ἔχω, δέν πταίω ἐγώ δικαιολογοῦνται τινές. Αὐτή εἶναι ἡ φύτρα μου ἡ ρίζα μου. Ἄλλοι ὅμως προχωροῦν ἀκόμη μακρύτερα καί λέγουσι. Διατί ὁ Θεός νά μᾶς δημιουργήσῃ κατ’ αὐτόν τόν τρόπον; Ἰδού οἱ νέοι Φαρισαῖοι καί παράλυτοι.

 

Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Κυρίου εἴδομεν, ὅτι εἶναι φῶς ἔλεγχος καί θεραπεία, διότι ἐνετόπισε τό κακόν τοῦ παραλυτικοῦ, τῶν Φαρισαίων ἐντός αὐτῶν. Καί πράγματι! Τό κακόν εἶναι μέσα μας καί ὄχι ἔξω καί ἰδού πῶς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι κακοί, ὑπάρχει κληρονομική διάθεσις ὀλεθρία, ὑπάρχει Σατανάς. Εἶναι δέ τόσον τό ἐκτός ἡμῶν κακόν μεγάλον, ὥστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει αὐτό κοσμοκράτορα τοῦ αἰώνος τούτου. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτά μένει μέσα μας ἕνα περιθώριον μικρόν ἤ μέγα ἀναλόγως τοῦ ἀτόμου, εἰς τό ὁποῖον κινεῖται ἐλευθέρως ὁ ἄνθρωπος καί εἶναι ὑπεύθυνος διά τάς πράξεις του. Μέ τήν ἐλευθερίαν ταύτην ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀνώτερος τῶν ζῴων.

 

Καί ἑπομένως σύ, ὁ ὁποῖος προφασίζεσαι ὅτι τά νεῦρα σου εἶναι ἡ αἰτία τοῦ θυμοῦ σου, διατί δεν φροντίζεις μέ τήν θέλησίν σου καί τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ νά κατηρεμήσῃς; Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι εὑερέθιστοι, οἱ ὁποῖοι διά τῆς θελήσεως των ἔγιναν ἀγνώριστοι. Λέγεις, ὅτι πταίει ἡ κοινωνία, εἰς τήν ὁποῖαν ζῇς. Ἀπάτη ! Κοινωνία εἶσαι σύ καί ἐγώ. Ἐάν αὐτό τό εἴπωμεν ὅλοι μας, ὅτι δηλαδή πταίει ἡ κοινωνία, ποῖος θά εἶναι τό θῦμα, καί ποῖος ὁ δράστης; Ποῖος πταίει, ὥστε ἐγώ νά εἶμαι θῦμα, ἀφοῦ καί ἐγώ εἶμαι μέλος τῆς κοινωνίας; Λέγεις πταίει ἡ κληρονομικότης. Ποῖος ὅμως ἐφυλακίσθη, διότι ὁ πάππος του ἦτο διαρρήκτης; Τέλος θέτεις τά πάντα ὡς αἴτιον τοῦ κακοῦ εἰς τόν Θεόν. Πόση ἀναίδεια!

 

Ὁ Χριστός ὅμως εἶναι φῶς, ἔλεγχος καί θεραπεία μέ τό κήρυγμά Του, σέ φωτίζει, δεν πταίουν τά νεῦρα σου ἀλλά τά πάθη σου. Δέν πταίει ἡ κοινωνία ἀπό τήν ὁποῖαν ἐπηρεάζεσαι, ἀλλά πταίεις σύ, διότι δέν ἐπηρεάζεις τόν κύκλον τῆς κοινωνίας σου.Ὁ Κύριος σέ φωτίζει, ὅτι ὅσην κληρονομικότητα καί ἐάν ἔχῃς, ἔχει τόσην δύναμιν ὁ Χριστός, ὥστε ἀπό τό ἀγκάθι δύναται νά ἐξέλθῃ ρόδον, ἀπό γονεῖς κακούς δύναται νά ἐξέλθῃ καλόν τέκνον. Ἔχει τόσον φῶς ὁ Χριστός, ὥστε λέγει εἰς σέ ὅ,τι εἶπε καί εἰς τούς Φαρισαίους «ἵνα τί διαλογισμοί ἀναβαίνουσι ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» Διατί δηλαδή σκέπτεσαι κακά ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων καί τόσον πολύ κολακεύεις τόν ἑαυτόν σου;

 

Ταῦτα πάντα δέν εἶναι μόνον φῶτα εἶναι ἔλεγχος καί θεραπεία. Ὅταν λέγῃς, ὅτι πταίουν τά νεῦρα σου, ἄρα πταίει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σου ἔδωσε τά νεῦρα! Ὅταν λέγῃς, ὅτι ὅλοι οἱ ἀλλοι πταίουν, νεῦρα, περιβάλλον καί αὐτός ἀκόμη ὁ Θεός, δέν πταίεις ὅμως σύ, δέν ἀντιλαμβάνεσαι, ὅτι εἶσαι πωρωμένος ἄνθρωπος; Ὅταν λέγῃς, ὅτι εἶναι ἡ φύτρα σου κακή καί δέν δύνασαι νά γίνῃς καλός, δέν καταλαβαίνεις, ὅτι ὁμολογεῖς, ὅτι εἶσαι ἀνεπίδεκτος προόδου; Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερα διά σέ αὐτοκαταδίκη, χειροτέρα πνευματική ἀγχόνη ! Ὁ ἔλεγχος αὐτός θά σοῦ γίνη σωτήριος. Θά πόνεσῃς, ὅταν ἀκούσῃς ὅτι εἶσαι ἔνοχος καί ὅτι τό κακόν εἶναι μέσα σου. Θά ἱδρώσης, ὅταν ἀποφασίσῃς νά νικήσῃς τό ἐξωτερικόν καί ἐσωτερικόν κακόν μέ τήν θέλησίν σου. Ὅταν ὅμως πονέσης καί ἱδρώσῃς, τότε μόνον θά θεραπευθῇς. Θεραπεία χωρίς ἔλεγχον καί πόνον δέν εἶναι δυνατόν νά γίνῃ. Ἑπομένως ἰδού πῶς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι φῶς ἔλεγχος καί θεραπεία εἰς τόν λαόν εἰς τούς Φαρισαίους εἰς τόν παράλυτον καί εἰς ἡμᾶς τούς σημερινούς Φαρισαίους καί παραλύτους.

 

Διδακτικώτατον παράδειγμα, κατά τό ὁποῖον φαίνεται πῶς ὁ Χριστός εἶναι φῶς, ἔλεγχος και θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι τό κάτω γεγονός. Τό 1050 μ. χ. ὁ Λανφράγκ ἦτο σπουδαστής τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν περίφημος, παρημέλει ὅμως τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς του. Ἡμέραν τινά διήρχετο δάσος τι καί ἔπεσεν εἰς χεῖρας λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἔδεσαν τάς χεῖρας του ὄπισθεν καί τά μάτια διά παχέος ὑφάσματος καί ἀφῄρεσαν ὅ,τι χρήματα εἶχε, τόν ἀφῆκαν μέ δεμένα μάτια καί χέρια καί ἔφυγον. Εἰς τήν στενοχωρίαν του αὐτήν ὁ Λανφράγκ ἐπεκαλέσθη τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα δέν ἄργησε νά ἔλθῃ. Ἐκεῖ πλησίον ὑπῆρχε Μοναστήριον. Ὁ Λανφράγκ πίπτει εἰς τά ὄμματα τῶν Μοναχῶν, οἱ, ὁποῖοι πλησιάζουσι, λύουσι χεῖρας καί ὀφθαλμούς καί ὀδηγοῦσιν αὐτόν εἰς τό Μοναστήριον. Ἐκεῖ βλέπει τόν ἡγούμενον νά κτίζῃ τόν φοῦρνον τῆς Μονῆς μόνος του. Συγκινεῖται, γίνεται μοναχός καί ἐξελίσσεται εἰς τόν περίφημον Ἀρχιεπίσκοπον τῆς Κανταβρυγίας. Ὁ ἔλεγχος τῶν λῃστῶν ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς του, ὅταν ἦσαν δεμένα μέ τό παχύ πανί, ὥστε νά ἴδῃ τό φῶς, τόν Θεόν καί νά θεραπευθῇ ἡ ἀμέλειά του, ὅταν ὡδηγήθη εἰς τό Μοναστήριον.

 

Ἄs φωτισθῶμεν, ἄς ἐλεγχθῶμεν ἀπό τόν λόγον τοῦ Κυρίου, ἵνα θεραπευθῶμεν. Ἀμήν.

10.

Ἡ κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία

(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι» (Μᾶρκ. 2,1)

Θὰ μιλήσω, ἀγαπητοί μου, ἐπάνω στὴν ἀρχὴ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Θὰ δοῦμε,ποῦ ἔκανε τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου ὁ Χριστός. Τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν τὸ ἔκανε στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, οὔτε σὲ κάποια συναγωγή, οὔτε μέσα σὲ ἄλλο ἱερὸ περιβάλλον, ἀλλὰ τὸ ἔκανε μέσα σ᾿ ἕνα σπίτι .Πῆγε στὴν Καπερναοὺμ ὁ Χριστός, ποὺ τὴν εἶχε ὡς κέντρο καὶ ὁρμητήριο τῆς δράσεώς του. Πῆγε, γιὰ νὰ ἐπισκεφθῇ κάποιο φιλικό του σπίτι.  «Καὶ ἠ κούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι»(Μᾶρκ. 2,1) . Μόλις διαδόθηκε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἐκεῖ, ἀμέσως οἱ ἄνθρωποι ἔτρεξαν γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ , ὅπως τὰ ἐλάφια τρέχουν διψασμένα στὶς πηγὲς γιὰ νὰ δροσιστοῦν.

 

Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ δὲν μοιάζει οὔτε μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Πλάτωνος καὶ τῶν ἄλλων φιλοσόφων, οὔτε μὲ τὴ διδασκαλία τῶν φαρισαίων καὶ γραμματέων. Εἶνε κάτι ἄφθαστο. Παίρνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὰοὐράνια, μεταξὺ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων. Γι᾿ αὐτὸ ἀκόμη καὶ σὲ περιβάλλοντα ἐχθρῶν του ἀκουγόταν αὐθόρμητα ἡ ὁμολογία· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος,ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος»(Ἰω. 7,46) .Τὸ σπίτι, ποὺ βρισκόταν ὁ Χριστός, ἦταν γεμᾶτο. Ὅλοι ἄκουγαν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

 

Ὁ Χριστὸς εἶνε φίλος τῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ σπιτιοῦ. Καὶ κάθε τίμιο σπίτι ἔχει τὴν εὐλογία του.Σὲ σπίτια ἔκανε πολλὰ θαύματα. Τὸ πρῶτο θαῦμα τὸ ἔκανε ὅταν τὸν προσκάλεσαν σ᾿ἕνα σπίτι τῆς Κανᾶ ὅπου εἶχαν γάμο. Ἐκεῖ εὐλόγησε τὸ νερό, καὶ τὸ νερὸ ἔγινε κρασί.Ἄλλοτε ὁ Χριστός, λίγο πρὸ τοῦ πάθους του, βρέθηκε σ᾿ ἕνα ἄλλο φιλικὸ σπίτι . Ἦταν τὸ σπίτι τοῦ φίλου του Λαζάρου καὶ τῶν ἀδελφῶν του Μάρθας καὶ Μαρίας. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς δίδαξε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ Μάρθα, σκεπτομένη ἀνθρώπινα καὶ πρακτικά, ἔσπευσε στὸ μαγειρεῖο γιὰ νὰ ἑτοιμάσῃ φαγητό, γιατὶ νόμισε ὅτι μὲ φαγητὸ ἐκλεκτὸ θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Διδάσκαλο. Ὁ Χριστὸς ὅμως τὴν ἤλεγξε καὶ τῆς εἶπε· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» .Πολλὰ εἶνε τὰ ἀναγκαῖα στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸ ἀναγκαιότερο εἶνε ἡ ἀκρόασις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐφαρμογή του βέβαια. Κα ὶβρῆκε τότε ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἐπαινέσῃ τὴ Μαρία, ποὺ καθόταν «παρὰ τοὺς πόδας» του καὶ ἄκουγε τὸ λόγο του μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι, λέγοντας ὅτι ἡ Μαρία «τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο», ἔκανε τὴν καλὴ ἐπιλογή,διάλεξε τὸ καλύτερο(Λουκ. 10,41-42) .Ὁ Χριστὸς πῆγε ἀκόμη καὶ σὲ σπίτια ἐχθρῶν . Βρέθηκε κάποτε σὲ σπίτι ἑνὸς φαρισαίου . Ἐκεῖ ἔγινε ἕνα γεγονός, ποὺ τὸ γιορ-τάζουμε τὴ Μεγάλη Τρίτη. Μία γυναίκα ἁμαρτωλή, ποὺ οἱ φαρισαῖοι τὴν περιφρονοῦσανκαὶ τὴν ἔδιωχναν ἀπὸ παντοῦ, κατέφυγε στὸσπίτι ἐκεῖνο. Γονάτισε καὶ ῥάντισε μὲ πολύτιμο ἄρωμα τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ σπίτι εὐωδίασε. Μὲ μύρο καὶ μὲ τὰ δάκρυά της ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ τὰ μαλλιάτης, ποὺ τὰ ἔκανε πετσέττα, σκούπισε τὰ πόδια του. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ἀφέωνται αἱ ἁ – μαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ. 7,47) . Ἐνῷ οἱ φαρισαῖοι οὔτε ἕνα δάκρυ δὲν ἔχυναν γιὰ τ᾿ ἁμαρτήματά τους, τὰ μάτια αὐ-τῆς τῆς γυναίκας ἔγιναν κρουνοὶ ποὺ ἀνέβλυζαν τὸ δάκρυ τῆς μετανοίας.Φίλος καὶ εὐεργέτης τῆς οἰκογενείας εἶνε ὁ Χριστός.

Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχε οἰκογένεια · μία ἀγέλη ὑπῆρχε. Ὁ ἄντρας περιφρονοῦσε τὴ γυναῖκα. Ἡ γυναίκα ἀτίμαζε τὸν ἄντρα. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν καμμιά ἀξία, ἀλλὰ τὰ ἅρπαζε ὁ πατέρας καὶ τὰ ἐκσφενδόνιζε ἀπὸ τοὺς βράχους τοῦ Ταϋγέτου. Ἀφ᾿ ὅτου ἦρθε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, τίμησε τὴν οἰκογένεια. Κανείς ἄλλος δὲν τίμησε τὴν οἰκογένεια ὅπωςἐκεῖνος. Θεμελίωσε τὸν οἰκογενειακὸ βίο -πάνω στὴν ἀκράδαντη πίστι τοῦ εὐαγγελίου.Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο βλέπουμε τὸ Χριστὸ σ᾿ ἕνα σπίτι τῆς Καπερναοὺμ νὰ διδάσκῃτὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι οἱ ἀκούοντες!Φῶς ἔλαμψε μέσα στὰ σκοτάδια τῆς ἀνθρωπότητος.

Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· σήμερα εἶνε στὰσπίτια ὁ Χριστός; Γιὰ νὰ μείνῃ ὁ Χριστὸς σ᾿ ἕνα σπίτι, πρέπεινὰ ὑπάρχουν ὡρισμένες προϋποθέσεις. Ἐκεῖνος δὲν μπαίνει βιαίως . Εἶνε ἀθάνατο τὸ ῥῆμα του «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν,…» ,ἂν κάποιος θέλῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ…(Ματθ. 16,24) .Μόνος σου λοιπὸν διάλεξε· ἢ τὸ φῶς ἢ τὸ σκοτάδι, ἢ Χριστὸ ἢ σατανᾶ. Ἂν θέλῃς τὸ Χριστό, τότε σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ, ὅσο φτωχὸ κι ἂν εἶνε, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰκονο-στάσι · νὰ ὑπάρχῃ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, νὰ ὑπάρχῃ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, νὰ ὑπάρχουνοἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων τῶν γονέων καὶ τῶν παι-διῶν. Πρέπει ἀκόμα νὰ καίῃ κανδήλα ἱερά. Νὰὑπάρχῃ ἐπίσης θυμιατήρι. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια πρωὶ καὶ βράδυ ἡ νοικοκυρὰ θυμιάτιζε ὁλόκληρο τὸ σπίτι, κ᾽ ἦταν τὰ σπίτια εὐλογημένα.Τὸ δὲ ἀκόμη ἀναγκαιότερο ποιό εἶνε· νὰ ὑπάρχῃ στὸ σπίτι τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ὄχι ὅπως τὸ ἔχουμε τώρα ἐμεῖς, ποὺ ὑπάρχει μὲν ἀλλὰ δὲν τὸ ἀνοίγει κανείς.Ὑπάρχουν σήμερα οἱ προϋποθέσεις αὐτές; Ὄχι. Γι᾿ αὐτὸ λείπει ἀπὸ τὰ σπίτια ὁ Χριστός . Δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι πολλὲς φορὲς τὸν διώχνουν.Θέλετε ἀποδείξεις; Μέσα στὸ σπίτι παρατηρεῖται μεγάλη δυσαρμονία . Ὁ ἄντρας δὲν ἀγαπάει τὴ γυναῖκα μὲ τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα τρυ-φερὰ αἰσθήματα. Ἡ γυναίκα, ἐγωίστρια καὶ ὑ-περήφανη, φεμινίστρια τοῦ αἰῶνος τούτου,ἀρνεῖ ται κάθε αὐθεντία τοῦ ἀντρός· δὲν παραδέχεται, ὅτι ὁ ἄντρας εἶνε ἡ κεφαλὴ κι αὐτὴ εἶνε τὸ πολύτιμο σῶμα. Τὰ παιδιὰ δὲν ὑπα-κούουν. Ξενοδοχεῖο ὕπνου καὶ φαγητοῦ κατήντησε τὸ σπίτι.Δὲν ὑπάρχει στὸ σπίτι ὁ Χριστός, διότι ἀκούγονται αἰσχρολογίες, κατακρίσεις καὶ ὅ,τι ἄλλο ἀκάθαρτο καὶ ἐλεεινό. Τὸ δὲ ἀκόμα χειρότερο εἶνε, ὅτι μέσα στὰ σπίτια πολλὲς φο-ρὲς ἀκούγεται βλαστήμια .Ἀκόμη, μέσα στὰ σπίτια γίνεται τὸ μεγαλύ-τερο ἔγκλημα. Τὸ σπίτι, ποὺ εἶνε ἡ πηγὴ τῆςζωῆς, γίνεται σφαγεῖο. Καὶ οἱ φονιᾶδες δὲν ἔ-χουν καμμιά συναίσθησι. Μία στατιστικὴ λέει,ὅτι στὴν Ἑλλάδα γίνονται τετρακόσες χιλιάδες ἐκτρώσεις τὸ ἔτος. Ὦ Θεέ μου, πῶς δὲνἀνοίγει ἡ γῆ γιὰ νὰ μᾶς καταπιῇ;Ἄλλο ἔγκλημα εἶνε τὸ διαζύγιο .

Κανονικὰ μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη χωρίζει τὸ ἀντρόγυνο. Σήμερα ὅμως τὰ διαζύγια πληθύνθηκαν. Στὴν Ἀθήνα οἱ μισοὶ γάμοι διαλύονται.Ἀπ᾽ τὰ διαζύγια ζοῦν οἱ δικηγόροι.

Πολλὲς δοκιμασίες μας ὀφείλονται στὴνἔλλειψι προστασίας τοῦ Θεοῦ . Λένε μερικοί,ὅτι εἶνε τέτοια ἡ γεωγραφικὴ θέσι τῆς Ἑλλάδος, μεταξὺ Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶνε πάντοτε στὴ διαμάχη τῶν δύο μεγάλων δυνάμεων. Δὲν εἶνε ὅμως αὐτὸ ἡ αἰτία.

Κάτι ἄλλο λείπει· γι᾿ αὐτὸ «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ  Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (Ἐφ. 5,6) . Ἐὰνἤμασταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, θὰ εἴχαμε προ-στάτη τὸ Μεγαλοδύναμο. Κι ὅταν ἔχουμε μαζί μας τὸ Θεό, ποιός μπορεῖ νὰ νὰ πειράξῃ; «εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν; »(Ῥωμ. 8,31).

Τώρα εἶνε σπάνιο νὰ βρῇς χριστιανικὴ οἰκογένεια . Εὐκολώτερο εἶνε νὰ βρῇς διαμάντια παρὰ χριστιανικὲς οἰκογένειες. Σήμερα γίνεται στὸ σπίτι κατήχησις; γίνεται νηστεία; γίνεται προσευχή; Σπάνιο πρᾶγμα. Πῶς θὰ σταθῇ λοιπὸν ὁ τόπος αὐτός; Μόνο μὲ διόρθωσι·μόνο ἂν κάθε σπίτι γίνῃ πάλι μία «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία» (Ῥωμ. 16,4) , ὅπως ἦταν ἄλλοτε. Ἐκεῖ μα-ζεύονταν οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων.Ἡ οἰκογένεια, ὅπως ὀρθὰ εἶπαν, εἶνε τὸ κύτταρο τῆς κοινωνίας. Ἀσθενεῖ ἡ οἰκογένεια; τότε ἀσθενεῖ καὶ ἡ κοινωνία ὁλόκληρη.Ἔτσι καὶ ἡ «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία» εἶνε τὸ κύτταρο τῆς χριστιανοσύνης . Ὅπως τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ εἶ νε ὑγιές, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑγιᾶ κύτταρα, ἔτσι καὶ τὸ σύνολο μιᾶς χριστιανικῆς κοινωνίας, ἐὰν ἔχῃ οἰκογένειες «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησίες» , θὰ εἶνε εὔρωστο, θὰ εἶνεἕνας ὑγιὴς ὀργανισμός. Ἂς προσέξουμε τὴν «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία» .Ποιός κράτησε τὴ θρησκεία στὴ Ῥωσία; Ἡ γιαγιὰ μὲ τὴν «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία» ! Τίποτε δὲν εἶνε οἱ σημερινὲς κατηχήτριες μπροστὰ στὴμεγάλη πίστι ποὺ εἶχαν ἐκεῖνες οἱ γιαγιάδες.Δῶστε μου γιαγιάδες σὰν τῆς Ῥωσίας, δῶστε μου μανάδες Χριστιανές, καὶ ἡ Ἑλλάδα θὰ γίνῃ τὸ εὐτυχέστερο κράτος· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνηςστὸν ἑσπερινὸ τῆς 3-3-1991.