1.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Πολλὲς φορὲς μιλήσαμε καὶ εἴπαμε γιὰ τὴ μετάνοια. Σήμερα ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναμιλήσουμε καὶ νὰ ποῦμε πάλι γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα. Καὶ τὴν εὐκαιρία αὐτή μᾶς τὴν δίνει ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος. Αὐτὸς ὁ ἀρχιτελώνης μᾶς μαθαίνει πὼς ἡ μετάνοιά μας πρέπει νὰ εἶναι ἔμπρακτη. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως πρῶτα τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς μέσ’ ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ. Καὶ νὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν Ζακχαῖο κι αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ σὰν ἀρχιτελώνης ἦταν πλούσιος. Καὶ ζητοῦσε νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ ποιὸς εἶναι καὶ δὲ μποροῦσε, ἐξαιτίας τοῦ κόσμου καὶ λόγω ποὺ ἦταν μικρόσωμος. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ κι ἀνέβηκε σὲ μιὰ συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δῆ, γιατί ἀπὸ κεῖ θὰ περνοῦσε. Καὶ μόλις ἦλθε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, σήκωσε τὰ μάτια του ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε· Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου. Κι ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε ἀμέσως καὶ ὑποδέχθηκε τὸν Ἰησοῦ μὲ χαρά. Ὅλοι τότε ποὺ τὸ εἶδαν ἐτοῦτο ἐγόγγυζαν κι ἔλεγαν πὼς μπῆκε νὰ φιλοξενηθῆ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· Νὰ τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου, Κύριε, τὰ δίνω στοὺς φτωχούς· κι ἂν τύχη κι ἔκλεψα κανενός, τοῦ τὸ δίνω πίσω τετραπλάσιο. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς· Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, γιατί κι αὐτὸς εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ. Γιατί ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε γιὰ νὰ ψάξη νὰ βρῆ καὶ νὰ σώση τοὺς χαμένους.

Αὐτὸς ὁ ἀρχιτελώνης, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι τὸ παράδειγμα κάθε ἁμαρτωλοῦ ποὺ ξεκινάει νὰ βρῆ τὴ σωτηρία του. Κι ὅποιος θέλει νὰ βρῆ τὴ σωτηρία του, ἕνα δρόμο ἀκολουθάει, τὴν ἔμπρακτη μετάνοια. Καὶ τὸν ἀκολουθάει ἀμέσως, χωρὶς ἀναβολὲς καὶ χωρὶς νὰ λογαριάζη ἐμπόδια. Ὁ Ζακχαῖος ἤθελε κι ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, μὰ ὁ κόσμος ἦταν πολὺς κι αὐτὸς ἦταν μικρόσωμος. Μηχανεύθηκε τότε καὶ βρῆκε τρόπο νὰ τὸν δῆ. Δὲν φοβήθηκε νὰ μὴ γελάσουν μαζί του, δὲν λογαρίασε τὴν ἡλικία του καὶ τὴ θέση του, μόνο ἔτρεξε κι ἀνέβηκε στὸ δένδρο. Ἡ καλὴ ἐπιθυμία μέσα του νικοῦσε κάθε ἐξωτερικὴ δυσκολία καὶ κάθε ἐμπόδιο.

Ἄραγε, χριστιανοί μου, κι ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἔχουμε τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦμε τὸ Σωτήρα μας; Σὰν καὶ τότε, περνάει ἀνάμεσά μας· ἄραγε σπεύδουμε νὰ τὸν δοῦμε καὶ νὰ τὸν γνωρίσουμε ἤ μήπως κι ὅταν περνάη ἐμπρός μας, δὲν τὸν προσέχουμε; Μὰ εἶν’ ἀλήθεια πὼς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ν’ ἁμαρτήσουνε δὲν ντρέπονται, μὰ νὰ μετανοήσουνε ντρέπονται. Δὲν φοβοῦνται τὴν ἁμαρτία καὶ φοβοῦνται τὴ σωτηρία. Ντρέπονται καὶ φοβοῦνται νὰ τοὺς δοῦν οἱ ἄνθρωποι πὼς ἔχουν φιλία μὲ τὸ Χριστό. Εἶναι πολλοὶ ποὺ ντρέπονται καὶ φοβοῦνται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, νὰ ξομολογηθοῦνε, νὰ κοινωνήσουνε, νὰ κάμουν τὸ σταυρό τους. Ἐκεῖνο ποὺ προσέχουν εἶναι τί θὰ πῆ ὁ κόσμος· κανονίζουνε τὸ βίο τους σύμφωνα μὲ τὴν κρίση τοῦ κόσμου καὶ χάνουνε τὴ σωτηρία τους γιὰ χάρη τοῦ κόσμου.

Ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος δὲν τὰ πρόσεξε αὐτὰ· πρόσεξε μόνο στὴν καλή του ἐπιθυμία νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ βρῆκε τρόπο καὶ τὶς δυσκολίες νὰ νικήση καὶ τὸ σωτήρα του νὰ δῆ. Εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα ἐτοῦτο τῆς ἔμπρακτης μετάνοιας κι ἂς τὸ προσέξουνε ὅσοι λένε πὼς τάχα μετανοοῦνε καὶ μένουνε μόνο στὸ λόγο. Θέλω, λένε, θέλω τὴ σωτηρία μου, μὰ εἶναι πολλὰ ἐμπόδια· εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μου, εἶναι ἡ κοινωνική μου θέση, εἶναι ἡ ἡλικία μου, εἶναι οἱ περιστάσεις, εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη. Ὅλα εἶναι, χριστιανοί μου, καὶ μόνο ὁ ἀληθινὸς πόθος γιὰ τὴ σωτηρία δὲν εἶναι. Ἔτσι πολλοὶ δὲν κάνουν μήτε τὸ πρῶτο βῆμα στὴν ἔμπρακτη μετάνοια.

Ἡ ἔμπρακτη μετάνοια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅταν κάμη τὸ πρῶτο βῆμα, ποὺ εἶναι ἡ συνάντηση κι ἡ γνωριμία μὲ τὸ Θεό, ὕστερα προχωρεῖ σ’ ἕνα δεύτερο μεγάλο βῆμα, στὴ συνάντηση καὶ τὴ συμφιλίωση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Κάμποσοι λένε πὼς τὰ ‘χουν καλὰ μὲ τὸ Θεό, μὰ βλέπουμε πὼς δὲν τὰ ‘χουν καλὰ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς καταλαβαίνουμε πὼς εἶναι ψεῦτες καὶ ὑποκριτές. Γιατί, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, πῶς μπορεῖ ν’ ἀγαπᾶς τὸ Θεὸ ποὺ δὲν τὸν βλέπεις, ὅταν δὲν ἀγαπᾶς τὸν ἀδελφό σου, ποὺ εἶναι μπρὸς στὰ μάτια σου; Εἶναι κι ἄλλοι ποὺ λένε πὼς ἀγαποῦνε τάχα τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν τοὺς μέλει γιὰ τὸ Θεὸ· δὲν τὸν εἴδανε καὶ δὲν τὸν ξέρουν τὸ Θεό, δὲν τὸν χρειάζονται γιὰ σωτήρα καὶ δὲν τὸν φοβοῦνται γιὰ κριτή. Κι αὐτοὶ ψεῦτες εἶναι καὶ ὑποκριτές. Γιατί ὅποιος δὲν ξέρει τὸ Θεὸ μήτε τὸν ἄνθρωπο γνωρίζει κι ὅποιος δὲ συναντήθηκε μέσα του μὲ τὸ Θεὸ μήτε καὶ τοὺς ἀνθρώπους συναντάει γύρω του.

Ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος, ὅταν εἶδε καὶ γνώρισε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὕστερα προχώρησε στοὺς ἀνθρώπους· ἔκαμε τὸ δεύτερο βῆμα στὸ δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία του. Ἡ ἔμπρακτη μετάνοιά του εἶναι τύπος καὶ ὑπογραμμὸς γιὰ κάθε ἁμαρτωλό, ποὺ ξεκινάει γιὰ νὰ σωθῆ καὶ ποὺ πραγματικὰ κι ἀληθινὰ μετανοεῖ. Ἀλλιῶς ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἐμπαιγμὸς πρὸς τὸ Θεὸ καὶ μιὰ ψευτιὰ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους· τάχα πὼς λυπόμαστε γιὰ τὴν ἀσέβεια καὶ γιὰ τὴν ἀδικία μας, τάχα πὼς μετανοοῦμε γιὰ τὶς πράξεις μας καὶ γιὰ τὸ βίο μας καὶ μένουμε πάντα οἱ ἴδιοι, ἀμετανόητοι κι ἀδιόρθωτοι.

Ὁ Θεὸς γιὰ τὴν παρακοὴ τῶν Πρωτοπλάστων καὶ τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, μιὰ κι ὁ κόσμος δὲν εἶχε τί νὰ δώση, ἔδωκε τὸν υἱὸ Του τὸ μονογενῆ καὶ σὺ γιὰ τὴν ἁμαρτία σου καὶ γιὰ τὴν ἀδικία σου δίνεις μόνο λόγια; Ὁ Θεὸς τὸ ἄδικο δὲν τὸ θέλει μὲ κανέναν τρόπο, γι’ αὐτὸ ὅποιος ἔκλεψε, ὅποιος ἔφαγε τὸν ξένο κόπο, ὅποιος ἐδάνεισε καὶ πῆρε τὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ του, ὅποιος ἐζύγισε ξύγγικα, ὅποιος καταπάτησε τὸ ξένο χωράφι, ὅποιος ἐπῆρε χρήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι ὅσοι κάμανε ἀδικία καὶ λένε πὼς μετανοοῦνε, νὰ κάμουν ἔμπρακτη μετάνοια· νὰ πάψουνε ν’ ἀδικοῦν καὶ νὰ δώσουνε πίσω τὰ ξένα. Γιατί ἀλλιῶς ἡ μετάνοιά τους εἶναι ψεύτικη καὶ δὲν τὴ δέχεται ὁ Θεός.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ βρῆ καὶ νὰ σώση τοὺς ἁμαρτωλούς. Βρίσκει πάντα ἐκείνους ποὺ ζητοῦνε νὰ τὸν βροῦν καὶ σώζει ἐκείνους ποὺ δείχνουν ἔμπρακτη μετάνοια. Ἄμποτε κι ἐμεῖς νὰ ‘μαστε ἀπ’ αὐτούς, γιὰ ν’ ἀκούσουμε στὴν ψυχή μας τὸν παρήγορο ἐκεῖνο λόγο· Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι. Ἀμήν.

2.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα εἰσήλθαμε στὴν περίοδο τῶν ἑβδομάδων στὴν πορεία μας πρὸς τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, ποὺ μᾶς λένε νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας· τότε θὰ ἔλθει καιρὸς νὰ μὴν σκεφτόμαστε τίποτα ἄλλο παρὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν σωτηρία μας· καὶ ὅταν φθάσουμε στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, τότε δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε καμιά σκέψη, τίποτα παρὰ τὸν Κύριο τοῦ ὁποίου τὸ πάθος θὰ ἀτενίζουμε πρὶν νὰ εἰσέλθουμε μαζὶ στὴν δόξα καὶ στὴν χαρὰ τῆς Ἀνάστασης Του.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα διαβάσαμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἰεριχώ· ἄμεσα εἶναι μιὰ πρόκληση γιὰ ἐμᾶς· ὅλοι ἱσχυριζόμαστε ὅτι βλέπουμε· ὅλοι ἱσχυριζόμαστε ὅτι δὲν εἴμαστε τυφλοὶ, καὶ ὅμως, δὲν εἶναι ὁ τρόπος ποὺ βλέπουμε μιὰ ἄλλη μορφὴ τύφλωσης; Δὲν εἴμαστε τυφλωμένοι ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε πρὸς τὸ ἀόρατο, δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ προκατάληψη ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια, δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὸ πάθος ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια; Καὶ ἔτσι, ὁ καθένας μας ὀφείλει νὰ ρωτήσει τὸν ἑαυτό του ἄν αὐτὸ ποὺ βλέπει εἶναι ἡ πραγματικότητα τῶν πραγμάτων, καὶ ἄν ὄχι, νὰ στραφεῖ στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει ἐπίγνωση. Καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ μᾶς τυφλώνει περισσότερο ἀπελπιστικὰ εἶναι ἡ ματαιότητα ποὺ μᾶς κάνει νὰ δεχόμαστε γιὰ ἀληθινὰ ὅλα τὰ ψέματα ποὺ ἴσως ἀκοῦμε ἤ παρατηροῦμε ποὺ ἐνισχύουν τὴν αὐτοεκτίμηση μας, ποὺ μᾶς κάνουν νὰ ἀπορρίπτουμε κάθε τι ποὺ εἶναι γιὰ ἐμᾶς κριτική ἤ καταδίκη.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο εἶναι σχετικὸ μὲ τὴν ματαιοδοξία καὶ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ μπορεῖ νὰ ξεπεραστεῖ, εἶναι πραγματικὰ σχετικὸ μὲ τὸ τίμημα καὶ τὶς προυποθέσεις της. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἕνας πλούσιος ἄνδρας, ἕνας ἄνδρας γνωστὸς στὴν πόλη του, ἕνας ἄνδρας ποὺ ὁ καθένας μποροῦσε νὰ ἀναγνωρίσει· ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἄδικος, καὶ ὅμως κάτι ἀναδεύτηκε μέσα του ὅταν ἄκουσε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ θέλησε νὰ Τὸν δεῖ. Ἴσως ἦταν σὲ κάποιο βαθμὸ μιὰν ἐπιθυμία νὰ δεῖ τὸν Νέο Προφήτη τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν προτρέψει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε· μέσα στὸ πλῆθος, ἐπειδὴ τὸ ἀνάστημα ἦταν μικρό, σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο· βέβαια γέλασαν μαζί του, τὸν κορόιδεψαν καὶ ὅμως ἤθελε τόσο πολὺ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, τόσο τοῦ ἦταν σημαντικὸ νὰ Τὸν δεῖ ὥστε ἦταν ἕτοιμος νὰ τὸν κοροιδέψουν, νὰ γελάσουν παρὰ νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ περάσει. Καὶ μέσα ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος ὁ Χριστὸς εἶδε μόνο ἕναν ἄνδρα: Τὸν Ζακχαῖο, τὸν κάλεσε κάτω καὶ πῆγε νὰ μείνει μαζί του.

Ματαιότητα εἶναι ἐκείνη ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μας, ἐκείνη ἡ μίζερη κατάσταση, ὅπου φοβόμαστε τὴν ἀνθρώπινη κρίση, ὅπου ἀντλοῦμε τὸ αἴσθημα τῆς ἀξίας μας ἀπὸ τὴν κρίση ἐκείνων ποὺ μᾶς περιβάλλουν. Καὶ πράγματι αὐτὸ εἶναι ματαιότητα, ἐπειδὴ τὰ πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπαινοῦν εἶναι μάταια, ἄδεια, ἀνάξια τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ἐπίσης, δὲν ἀποζητοῦμε νὰ μᾶς ἐπαινοῦν ἐκείνοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ γιὰ μιὰ ὑγιή καὶ συνάμα αὐστηρὴ κριτική· στρεφόμαστε στοὺς ἀνθρωπους ποὺ εἶναι ἕτοιμοι νὰ μᾶς προσφέρουν τοὺς ἐπαίνους ποὺ θέλουμε. Αὐτὸ τοὺς καθιστᾶ διπλὰ μάταιους, ἠ οὐσία τους εἶναι ἕνα τίποτα, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς ὁποίους τοὺς δεχόμαστε εἶναι ἐπίσης κενοί στὰ δικὰ μας μάτια μέχρι νὰ μιλήσουν καλὰ γιὰ ἐμᾶς. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει ὅτι ἡ ματαιότητα εἶναι ἡ συμπεριφορὰ κάποιου ποὺ φοβᾶται τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶναι ἀλλαζόνας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ποὺ θεωρεῖ ὅτι λίγο μετράει ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἔχει τὴν ἀποδοχὴ ποὺ τοῦ παρέχουν ἐκείνοι ποὺ βρίσκονται γύρω του.

Δὲν εἶναι αὐτὸ μιὰ ἀληθινὴ περιγραφὴ τοῦ τρόπου ποὺ στεκόμαστε στὴ ζωή, τοῦ τρόπου που προετοιμαζόμαστε νὰ ξεχάσουμε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, ποὺ νοιώθουμε ὅτι στηριζόμαστε στὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ποιὸς ἄλλος τρόπος ὑπάρχει; Ὁ Ζακχαῖος μᾶς δείχνει ἕναν: νὰ μὴν νοιαζόμαστε γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἤ ἴσως ἡ κρίση κάποιου ποὺ δὲν θὰ μᾶς ἐπαινέσει ἀλλὰ ποὺ εἶναι ἕνα πρόσωπο μὲ ἀκεραιότητα καὶ ἀλήθεια μετράει περισσότερο. Ὁ Ζακχαῖος δὲν γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἤξερε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας ἀκέραιος ἄνθρωπος καὶ ἤθελε νὰ Τὸν δεῖ, νὰ Τὸν συναντήσει πρόσωπο μὲ πρόσωπο.

Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἐπίσης δύο ἄλλοι τρόποι γιὰ νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο φόβο, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐξάρτηση μας ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων μὲ τίμημα τὴν δικὴ μας ἀκεραιότητα. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς λέει ὅτι ὁ τρόπος ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ματαιότητα εἶναι ἡ ταπείνωση· ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος παραδόξως λέει ὅτι ἕνας τρόπος εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, καὶ οἱ δύο εἶναι σωστοί, μόνο ποὺ ὁ ἕνας θὰ μᾶς δώσει ζωὴ καὶ ὁ ἄλλος θάνατο. Ἄν ἐπιλέξουμε τὸν δρόμο τῆς ὑπερηφάνειας θὰ ὑποστηρίζουμε ἀλαζονικὰ τὸν ἑαυτό μας, ὄχι μόνο ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἐπίσης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἡ κρίση μας θὰ εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ θὰ μετράει, καὶ τότε θὰ συναντήσουμε τὸν θάνατο στὸ τέλος τοῦ δρόμου. Ὁ δρόμος τῆς ταπείνωσης εἶναι νὰ γονατίζουμε ἐνώπιον τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ. Ἄν εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ ἐμβαθύνουμε, νὰ πετᾶμε ψηλὰ πρὸς τὸν Θεὸ νὰ βρισκόμαστε ἐνώπιον Του ὅπως ἡ κατάξερη γῆ κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ, ἐγκαταλελειμμένοι, ἀβοήθητοι, διψασμένοι, πεινασμένοι, μὲ λαχτάρα, ἀπελπισμένοι, ἀνίκανοι νὰ κατορθώσουμε ὅ,τι εὐχόμαστε, αὐτὸ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ταπείνωσης.

Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ γιὰ ἐμᾶς, ἀκόμα καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ δύσκολο γιὰ ἐμᾶς ἐπειδὴ δὲν εἴμαστε συνηθισμένοι ν’ ἀφήνουμε, νὰ ἐγκαταλείπουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ μιὰ πράξη τοῦ Θεοῦ. Τότε μποροῦμε ν’ ἀρχίσουμε νὰ ξεπερνᾶμε τὴν ματαιότητα μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη. Ὅποτε ἀνακαλύπτουμε ὅτι ὑπάρχει μέσα μας μιὰ στιγμὴ ματαιότητας, ἄς ἀναρωτηθοῦμε: γιατί; Πολὺ συχνὰ, ἐπειδὴ ἔχουμε, πολὺ συχνὰ ἀκούσια, πεῖ τὸ σωστὸ, ἤ ἀκούσια ἔχουμε κάνει τὸ σωστὸ· μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ, καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν εὐκαιρία, ποὺ μᾶς ἔδωσε μάτια νὰ βλέπουμε τὴν ἀνάγκη, αὐτιὰ ν’ ἀκοῦμε τὸ κλάμα, ἕνα νοῦ νὰ καταλαβαίνουμε, μιὰ καρδιὰ ποὺ ν’ ἀνταποκρίνεται, καλὴ θέληση νὰ μᾶς κινητοποιεῖ καὶ τὸν τρόπο νὰ κάνουμε τὸ σωστό. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος ἀρκετὸς γιὰ νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες, δὲν γνωρίζουμε ὅλοι μας, ἀπὸ ἐμπειρία, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη ποὺ πάντα ἀναπόφευκτα θὰ μᾶς καλεῖ νὰ ἀνταποκριθοῦμε σωστά;

Πόσο συχνὰ ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ ἡ καρδιὰ μας εἶναι κατάξερη, παγωμένη, καὶ ἀδιάφορη; Πόσο συχνὰ κάποιος κραυγάζει γιὰ βοήθεια καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα, πόσο συχνὰ ἡ καρδιά μας ἔχει ταραχτεῖ καὶ τὸ μυαλό μας ἄρχισε νὰ καταλαβαίνει, ἀλλὰ δὲν εἴμαστε συνηθισμένοι νὰ βιάζουμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ ἡ θέληση μας ἀμφιταλαντεύεται, ἀμφιταλαντεύεται γιὰ πάρα πολύ, μέχρι ποὺ εἶναι πολὺ ἀργά. Καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ συνεχίσουμε περιγράφοντας τὴν καταστασή μας μὲ περισσότερες λεπτομέρειες.

Ἄς μάθουμε πρῶτα- πρῶτα νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ κάνουμε τὸ σωστὸ ἀντὶ νὰ παίρνουμε ἱκανοποίηση ἀπὸ τοὺς ἑαυτοὺς μας καὶ νὰ εἴμαστε ὑπερήφανοι γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ μιὰ φορὰ ἔχουμε κάνει ὅ,τι θὰ πρέπει νὰ εἶναι γιὰ ἐμᾶς πάντα φυσικὸ. Καὶ τότε σταδιακὰ ἴσως ξεπεράσουμε ἀκόμα καὶ ἐκεῖνο τὸ ἐπίπεδο καὶ παραμείνουμε εὐγνώμονες, ἔκπληκτοι μπροστὰ στὴν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ.

Ἴσως μάθουμε τότε νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ μ΄ ἕνα τρόπο ποὺ κανένας δὲν γνωρίζει, ὄχι δηλώνοντας ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι, ἀλλὰ λατρεύοντας τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, μὲ εὐλάβεια πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἑτοιμότητα νὰ ξεχάσουμε ἐντελῶς τοὺς ἑαυτούς μας χάριν τοῦ Θεοῦ, χάριν κάθε ἀνθρώπου ποὺ μᾶς συναντᾶ καὶ μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ εἴμαστε συμπονετικοί, νὰ ἔχουμε ἀγάπη καὶ κατανόηση. Καὶ ἡ τυφλότητα ἴσως φύγει ἀπὸ τὰ μάτια μας, ἡ ματαιότητα θὰ μᾶς ἀφήσει ἐλεύθερους τουλάχιστον γιὰ ἕνα λεπτὸ καὶ θὰ εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ ἀντικρύσουμε τὸ πρόσωπο μας καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄλλους, ὅπως ἔκανε ὁ Τελώνης, ὅταν εἰσῆλθε στὸν Ναό, καὶ δὲν τόλμησε νὰ ἔλθει ἐπειδὴ ἦταν τόπος ἅγιος ὅπου κατοικεῖ ὁ Θεός, ὁ τόπος ὅπου πίστευε ὅτι μποροῦν νὰ ἔρθουν μόνο οἱ ἄξιοι. Καὶ θὰ γίνουμε ἀποδεκτοὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐξαιτίας τῆς ἀναγνώρισης ἀπὸ μέρους μας τῆς ἁγιότητας Του, καὶ τοῦ σεβασμοῦ μὲ τὸν ὁποίο θὰ φερθοῦμε σ’ Ἐκεῖνον καὶ στὸν πλησίον μας.

Ἀμήν.

3.

Στὴν μετάνοια τοῦ Ζακχαίου (Λουκ. 19, 1-10)

Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)

 

Ἀδύνατο νά τά παραβλέψεις

Ὑπάρχουν κάποια πράγματα πού μᾶς προβληματίζουν πάντοτε πολύ. Ἕνα ἀπό τά πιό συγκλονιστικά, πού προβληματίζει ἀκόμη καί ἄνθρωπο ἀπό πέτρα, εἶναι νά φεύγει ἀπό τή ζωή, ξαφνικά καί χωρίς αἰτία, ἕνας νέος ἄνθρωπος. Ἕνα παιδί, ἄς ποῦμε, τότε πού τό καμάρωνε ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα του.

Ἄν βέβαια σκεπτόμαστε βαθειά καί σοβαρά, ὁ θάνατος ἀκόμη καί ἑνός ἑκατόχρονου, θά μᾶς συγκλόνιζε.

Θά μᾶς ἔβαζε τήν σκέψη:

Πῶς πάω; Κάνω καλά; Σκέπτομαι καλά; Βαδίζω καλά; Ποῦ στέκω; Τελειώνουν ἐδῶ τά πάντα ἤ ὑπάρχει αἰώνια ζωή;

Ὁ ἄνθρωπος, ἀντιμέτωπος σέ τέτοια γεγονότα, ἀρχίζει καί «ψάχνεται». Ψάχνει μέσα καί ἔξω. Θέλει νά βρεῖ μιά ἱκανοποιητική ἀπάντηση γιά τόν ἑαυτό του…

Πόσες φορές στή ζωή μας, δέν ἔχομε περάσει ὅλοι μας τέτοιους προβληματισμούς; Καί ὅταν βλέπομε ἀνάλογες ὀδυνηρές καταστάσεις, κουνᾶμε τό κεφάλι καί λέμε γι’ αὐτόν πού τίς ἀντιμετωπίζει: «Θεέ μου, κρᾶτα τόν ἄνθρωπο. Βοήθησέ τον. Στήριξέ τον νά τό περάσει σωστά».

Ποιό εἶναι τό «σωστά»;

Θά τό ποῦμε μέ βάση τό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τί ἀκούσαμε;

Ἀξίζει τόν κόπο;

Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Ζακχαῖος, πολύ πλούσιος καί μέ μεγάλο ἀξίωμα, ἄκουσε ὅτι περνᾶ ἀπό τόν τόπο του ὁ Χριστός.

Εἶχε φτάσει στ’ αὐτιά του, ὅτι ὁ Χριστός ἔκανε πολλά θαύματα, ἀκόμη καί νεκρούς ἀνάσταινε. Ἀλλά τό πιό σπουδαῖο ἦταν ὅτι κήρυττε τήν αἰώνια ζωή καί τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀντίθετα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά περιμένει νά βρεθεῖ κοντά Του στήν αἰώνια ζωή.

Ὅλα αὐτά τόν εἶχαν προβληματίσει τόν Ζακχαῖο. Εἶχε ἀναστατωθεῖ.

Δίκηο εἶχε!

Ποιός δέν ταράζεται στήν σκέψη, ὅτι κινδυνεύει ἀντί νά πάει στό φῶς, νά πάει στό σκοτάδι. Ἀντί νά πάει στήν αἰώνια χαρά, νά βρεθεῖ στήν αἰώνια κόλαση.

Καί μέσα στήν ταραχή του, ὁ Ζακχαῖος πῆρε μιά ἀπόφαση ἤ μᾶλλον ἔκανε μιά σκέψη διαφορετική:

–Βρέ, καλά τό σκέπτομαι; Ἀξίζει τόν κόπο νά ἀνησυχῶ γιά τά μελλούμενα; Γιατί ἄν τό ἀποφασίσω καί ἀλλάξω τρόπο ζωῆς, τί θά γίνουν οἱ διασκεδάσεις μου; Οἱ χαρές μου; Ἡ ζωή μου, πού ὅπως τήν κάνω τήν χαίρομαι; Τά χρήματα μου, ὅπως καί ἄν τά οἰκονομάω; Πού γεμίζουν κάθε μέρα ὅλο καί πιό πολύ τίς τσέπες μου;

Θά πρέπει ὅλα αὐτά νά τά ἀφήσω στήν ἄκρη;

Μά εὔκολα τά ἀφήνει κανείς;

Ἄρχισε λοιπόν νά σκέπτεται: «ἀξίζει τόν κόπο»;

Ἀπό τήν μιά κάτι τόν ἔτρωγε μέσα του. «Δέν πᾶς καλά» τοῦ ἔλεγε. Ἀπό τήν ἄλλη, ἔκανε τήν σκέψη: «ἀξίζει τόν κόπο»;

Μή μπορώντας νά τά ξεμπερδέψει, πῆρε τήν ἀπόφαση νά πάει νά δεῖ τόν Χριστό, «τίς ἐστίν»;

Νά τόν δεῖ καί νά συμπεράνει ἀπό τό παρουσιαστικό του! Ἀπό τήν ὄψη του. Νά διαπιστώσει, ἄν τά λόγια του καί ὅλα ἐκεῖνα πού λένε ὅτι κάνει, εἶναι ἀληθινά καί πρέπει νά τόν προβληματίσουν γιά τήν αἰώνια ζωή, ἀλλά καί γιά τήν ἐπίγεια πορεία του.

Πῆγε λοιπόν νά τόν δεῖ, μά ἐπειδή ἦταν κοντός ἀνέβηκε πάνω σέ μιά συκομουριά.

Τί μᾶς λέει αὐτό; Ὅλοι μας εἴμαστε πολύ μικροί, προκειμένου νά δοῦμε τόν Χριστό καί νά τόν καταλάβομε.

Συνήθως, θέλομε νά τόν καταλάβομε καί νά τόν ἐξηγήσομε, μέ τόν δικό μας τρόπο, γιατί ἐκ τῶν προτέρων εἴμαστε ἀρνητικά τοποθετημένοι ἀπέναντί Του. Γι’ αὐτό, θέλομε νά βρεθοῦμε ἀπό πάνω. Πιό ψηλά. Ἀφοῦ θά τόν κρίνομε γιά νά τόν ἀπορρίψομε…

Κάπως ἔτσι σκεπτόταν ὁ Ζακχαῖος ὅταν ἀνέβαινε ψηλά στή συκομουριά, γιά νά κόψει καλά ὄψη. Καί ὅταν περνοῦσε ὁ Χριστός γούρλωνε τά μάτια του γιά νά δεῖ καί νά κρίνει: «ἀξίζει τόν κόπο νά θυσιάσω τά λεφτά μου, τό ἀξίωμα μου καί τίς διασκεδάσεις μου -ἄσε κάποιους εὐσεβεῖς νά τίς λένε ἁμαρτίες- γιά νά ἀκολουθήσω τόν Χριστό»;

Βαθύς προβληματισμός, πού ἀπασχολεῖ τόν καθένα μας, σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς του. Καί νομίζομε ὅτι θά τόν λύσομε μέ τό μυαλουδάκι μας. Πιστεύομε ὅτι ἡ φαιά οὐσία μας, εἶναι πολύ πολύτιμη καί ἀρκεῖ γιά ὅλα.

Ἔτσι πῆγε καί ὁ Ζακχαῖος γιά νά λύσει τό πρόβλημά του καί νά μείνει ἥσυχος. Νά πάψει ἡ ταραχή.

Ἡ στάση τοῦ πατέρα μας

Κάποτε ἕνα παιδάκι, ζήλεψε τά χρήματα τοῦ πατέρα του καί πῆγε καί τοῦ ἔκλεψε κάτι λίγα.

Καί μετά; Μετά, τό μικρό δέν μποροῦσε νά ἡσυχάσει. Τό ἔφαγε ἡ συνείδησή του. Κάθε φορά πού ἔβλεπε τόν πατέρα του ἀναστατωνόταν. Δέν εἶχε μάτια νά σηκώσει νά τόν δεῖ στό πρόσωπο. Ἔσκυβε κάτω καί ἔφευγε γιά ἀλλοῦ.

Ἤθελε νά τοῦ τό πεῖ, μά πῶς νά ἀνοίξει τό στόμα του; Πῶς νά τοῦ πεῖ: «πατέρα, ξέρεις, σέ ἔκλεψα». Αἰσθανόταν ὅτι τό στόμα του δενόταν μέ σιδερένιες ἁλυσίδες. Μέσα στήν πολλή του ταραχή, ἔκανε τήν σκέψη, ὅτι δέν μπορεῖ πιά νά ζεῖ ἔτσι στό ἴδιο σπίτι μέ τόν πατέρα του. Δέν μπορεῖ νά συνεχίζεται αὐτό τό μαρτύριο.

Πῆρε λοιπόν ἕνα χαρτί, καί ἔγραψε αὐτό πού ἤθελε νά τοῦ πεῖ. Κάποτε πού βρέθηκε κοντά στόν πατέρα του, ἔσκυψε τό κεφάλι καί τοῦ ἔδωσε τό χαρτάκι πού ἐξιστοροῦσε τήν ἁμαρτία του.

Ἐνῶ ὁ πατέρας τό διάβαζε, τό μικρό εἶχε σκύψει βαθειά τό κεφάλι, ἀλλά σήκωνε τό μάτι νά δεῖ τί θά κάνει. Ὅταν τελείωσε τό διάβασμα, τόν εἶδε νά κάνει κομματάκια τό χαρτί καί νά τό πετᾶ στό τζάκι.

Μετά ἀγκάλιασε τό παιδί του, καί τό φίλησε. Διηγεῖτο τό παιδί ὅταν μεγάλωσε:

«Ἐκείνη τήν στιγμή, ἀγάπησα τόν πατέρα μου. Ἐκείνη τήν στιγμή, κατάλαβα τί ἦταν γιά μένα ὁ πατέρας μου. Καί τόν ἔβαλα στήν καρδιά μου. Αὐτό τό γεγονός, δέν θά τό ξεχάσω ποτέ. Τότε κατάλαβα τί σημαίνει ἀγάπη. Τότε ἄρχισα νά ἀγαπῶ τόν πατέρα μου σωστά».

Σταθερότητα στό καλό

Νά λοιπόν ὁ Ζακχαῖος πάνω στή συκομουριά. Ὁ Χριστός πλησιάζει. Καί τί κάνει;

Κάτι καλύτερο ἀπό τόν πατέρα πού ἀναφέραμε.

Στέκεται ἀπό κάτω καί τοῦ λέει:

«Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα. Σήμερα θά ρθῶ στό σπίτι σου. Θέλω νά μέ φιλοξενήσεις».

Κατέβηκε ἀμέσως ὁ Ζακχαῖος καί ὑποδέχθηκε τόν Χριστό στό σπίτι του. Τόν περιποιήθηκε, ἔκανε τραπέζι καί μαζεύτηκαν πολλοί. Ἴδια φάρα. Πλούσιοι καί ἁμαρτωλοί.

Ὅλοι τους νά τρῶνε μέ τόν Χριστό.

Κάποιοι, ἄρχισαν τήν μουρμούρα: «Μά πού βρῆκε νά πάει ὁ εὐλογημένος. Σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο μέ τόν παρᾶ καί τήν ἁμαρτία «τσουβάλι». Δέν πήγαινε σέ κανένα καλό ἄνθρωπο»;

Ὁ Ζακχαῖος, ἦταν ἐνδεχόμενο νά καταλήξει στό συμπέρασμα:

-Μωρέ μπράβο! Μέ τέτοια δημοσιότητα πού πῆρα, θά αὐξηθοῦν οἱ δουλειές μου καί συνεπῶς καί τά χρήματά μου. Θά ἀνεβεῖ τό κοινωνικό μου ἐπίπεδο, ἀφοῦ ἕνας τέτοιος προφήτης, δάσκαλος καί θαυματουργός ἦλθε σπίτι μου.

Καλά τά κατάφερα.

Μά αὐτό πού θά τό ἔκαναν πολλοί καί θά σταματοῦσαν ἀπότομα καί στραβά τόν προβληματισμό, δηλαδή θά ἔσβυναν τό φῶς πού τούς ἔρριξε ὁ Θεός γιά νά βροῦν τό δρόμο τό σωστό, ὁ Ζακχαῖος δέν τό ἔκανε. Δέν ἔμεινε ἐκεῖ. Ἀλλά βλέποντας τήν καλωσύνη, τήν ἀγάπη καί τήν στοργή τοῦ Χριστοῦ· διαπιστώνοντας ὅτι ὄντως ἦλθε νά σώσει τόν κόσμο, ὅτι ἔψαξε νά τόν βρεῖ, τοῦ εἶπε:

-Κύριε, τό ξέρω. Ἄσχημα βάδιζα, καί ἄσχημα μάζευα. Λοιπόν. Τά μισά στούς φτωχούς. Ἄν τυχόν κανένα τόν ἔβλαψα, τοῦ τά γυρίζω τετραπλάσια. Καί ἀπό τώρα κοντά Σου.

Ἀπάντησε ὁ Χριστός:

-Μή φοβᾶσαι. «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Σήμερα μπῆκε ἡ σωτηρία στό σπίτι σου. Ἡ ὥρα αὐτή δέν εἶναι ὥρα θυσίας, ἐπειδή θυσίασες κάποια πράγματα, ἀλλά πλούτου. Τώρα γεμίζει τό σπίτι σου.

Τί γεμίζει; Ἀπό αἰώνια ζωή, ἀπό ὅλα τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ.

Τί μεγαλύτερο ἀπό τήν σωτηρία καί τήν αἰώνια ζωή;

Αὐτά πού ἔχομε, ὅλα, θά τελειώσουν.

Ἔφαγες, ἤπιες; Θά τελειώσει.

Χόρτασες; Θά τελειώσει.

Καλοντύθηκες; Θά τελειώσει.

Ἔκανες ἁμαρτίες; Ζημιά ἔχεις.

Μάζεψες ἄδικα; Ζημιά ἔχεις.

Τά ἔχεις νόμιμα καί ἀπό τόν κόπο σου; Καί αὐτά θά τελειώσουν μιά μέρα.

Χρησιμοποίησέ τα λοιπόν γιά τό καλό. Τό δικό σου· τῶν παιδιῶν σου· τοῦ κόσμου.

Κάνε τα πλοῦτο πνευματικό, μέ τά λόγια σου, μέ τόν τρόπο πού ἀξιολογεῖς τά ἐπίγεια, μέ τά καλά σου ἔργα. Φρόντισε νά γεμίσουν τίς ψυχές τῶν γύρω σου μέ φρόνημα ἀληθινό, μέ τά λόγια τοῦ Θεοῦ, μέ τό θέλημα Του τό ἅγιο.

Λύσεις μέ τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου

Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ Ζακχαῖος ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ἔγινε ἀπόστολος. Καί ἀρχιερέας σέ μιά πόλη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἔγινε καί μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλος στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Αὐτό σημαίνει τό «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Λύτρωση, πλοῦτος οὐράνιος ἀπό τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τή Βασιλεία Του.

Καί σ’ ἐμᾶς, δίνει πολλές ἀφορμές ὁ Θεός νά προβληματιζόμαστε γιά τό πῶς βαδίζομε.

Βαδίζεις καλά; Στέκεις καλά; Σκέπτεσαι καλά;

Ἐρωτήματα πού πρέπει νά μᾶς βασανίζουν· ἀλλά νά τά λύνομε, ὄχι μέ τό φῶς τοῦ μυαλοῦ μας μόνο, μέ τήν σκέψη μας, μέ ὑπολογισμούς, ἀλλά πρῶτα καί κύρια μέ τό φῶς τοῦ Θεοῦ.

Τό μυαλό μας, χωρίς τό φῶς τοῦ Θεοῦ γεμίζει σκοτάδι. Γι’ αὐτό ἔχομε ἀνάγκη ἀπό φῶς πνευματικό, πού εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία πού μποροῦμε νά κάνομε στόν ἑαυτό μας, εἶναι νά μελετᾶμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.

Καί ἀκόμη νά προσευχόμαστε, νά νηστεύομε καί νά θέλομε ὅλο καί περισσότερο νά σκεπτόμαστε «κατά Θεόν».

Τί συμβαίνει τότε;

Ὁ ἄνθρωπος βλέπει τά λάθη του, ἐνῶ πρίν δέν τά ἔβλεπε καί θέλει νά ἐπιστρέψει.

Πότε ἐπιστρέφει ἀληθινά;

Ὅταν πεῖ: «σπίτι μου εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Φαγητό μου, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ». Εἶπε ὁ Κύριος: «Λάβετε φάγετε». Νά χορτάσετε μιά γιά πάντα. Νά μήν εἶσθε πεινασμένοι.

Τί ἄλλο πρέπει νά κάνει;

Νά ζητήσει νά ξεφορτωθεῖ τό βάρος του.

-Κύριε, τά πετάω ἀπό πάνω μου τά ἁμαρτήματά μου.

Πῶς; Μέ τήν ἐξομολόγηση.

Ἔτσι μπαίνει ὁ ἄνθρωπος στό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ προβληματισμός γίνεται ὠφέλιμος καί δέν γυρίζει, αὐτός πού μετανοεῖ, μετά ἕνα μήνα πάλι στά ἴδια σάν τό μαγγανοπήγαδο. Γιατί τότε θά ἔχομε ταραχή στήν ταραχή. Ἔστω καί ἄν νομίζεις ὅτι ἡ ζωή σου εἶναι γλέντι καί τραγούδι.

Ἔτσι εἶναι ὁ κόσμος, ἄν δέν βρεῖς λιμάνι τόν Χριστό, πέτρα τόν Χριστό πού θά ἀκουμπήσεις νά στηριχθεῖς;…..

Ἡ προθέρμανση

Ἕνα παιδάκι βρῆκε μιά χελώνα καί τήν τσίγκλαγε μέ ἕνα ξυλάκι γιά νά βγεῖ ἀπό τό καβούκι της καί νά προχωρήσει. Μά ὅσο τήν ἐνοχλοῦσε ἐκείνη μαζευόταν πιό πολύ.

Τοῦ λέει ὁ πατέρας του:

-Λάθος δρόμο διάλεξες. Βάλτην νά ζεσταθεῖ λίγο στόν ἥλιο καί μόνη της θά περπατήσει. Ἔτσι ἔκανε τό παιδί καί ἡ χελώνα ἄρχισε νά περπατᾶ.

Καί ἐμεῖς χρειαζόμαστε προθέρμανση στά πνευματικά. Πῶς γίνεται;

Εἶσαι πατέρας; Ζέστανε τό παιδί σου μέ τό λόγο σου. Μέ τήν ἀγάπη σου. Εἶσαι μητέρα; Κάνε τό ἴδιο.

Εἶσαι μεγάλος; Σπουδαῖος;

Γνώριζε ὅτι γιά τόν Χριστό εἶσαι παιδάκι! Καί γιά τήν Ἐκκλησία μας, τήν μητέρα μας, εἶσαι παιδί. Τρέξε στήν ἀγκαλιά τους, γιά νά αἰσθανθεῖς τήν ζεστασιά τῆς ψυχῆς καί νά ἀρχίσεις νά σκέπτεσαι σωστά.

Τότε θά ἔρθει ἡ σωτηρία μέσα σου. Καί στό σπίτι σου· καί στό περιβάλλον σου· καί στήν οἰκογένειά σου.

Αὐτόν τόν προβληματισμό μᾶς προτείνει ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ Ζακχαῖος.

Γιατί καί αὐτός ἐπειδή προβληματίστηκε σωστά, ἄφησε τόν Χριστό νά τόν μαζέψει, μέ τόν τρόπο Του.

Μᾶς διδάσκει ἀκόμη, ὅτι πρέπει καί ἐμεῖς νά ψάξομε, νά τό θελήσομε, νά βρεθοῦμε κοντά στόν Χριστό. Γιά νά μαζέψει καί ἐμᾶς μέ τήν καλωσύνη Του καί μέ τό φῶς Του.

Τί νά εὐχηθοῦμε;

Μιά καί τό σπουδαιότερο ἀπό κάθε τί ἄλλο στόν κόσμο εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, νά τήν ἀναζητοῦμε διαρκῶς.

Καί νά παρακαλοῦμε τόν Κύριο, κανένα νά μή στερήσει ἀπό τήν χαρά τῆς Βασιλείας Του. Ἀμήν.

4.

Συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ (Λουκ. ιθ΄1-10)

Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ τὴν κατανυκτικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας. Μέσα ἀπὸ τὴ γνωστὴ ἱστορία τῆς συνάντησης τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ζακχαῖο καλούμαστε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀναζητήσουμε, νὰ ἀνακαλύψουμε, καὶ τελικὰ νὰ ζήσουμε τὴ δική μας προσωπικὴ «μυστικὴ» συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ μέσα στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία.

Ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ ἤ τοῦ κόσμου;

Ἕνας διακεκριμένος θεολόγος τοῦ καιροῦ μας μέσα ἀπὸ μιὰ ἐνδιαφέρουσα προσέγγιση βαθαίνει τὸν ἐσωτερικό μας στοχασμὸ καὶ διάλογο γιὰ νὰ ξαναδοῦμε ἂν κάτι μᾶς ἑλκύει ἤ ἐνδεχομένως μᾶς ἐμποδίζει νὰ συναντήσουμε τὸν Χριστό. Ὁ Ζακχαῖος ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Χριστό, τὸ ἤθελε τόσο πολύ, ὥστε ἡ ἐπιθυμία του τράβηξε τὴν προσοχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο, «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6,21).

Τὰ πάντα στὴ ζωὴ μᾶς ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, ἐπειδὴ ὅτι, ἐπιθυμοῦμε εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦμε, αὐτὸ ποὺ μᾶς τραβάει ἀπὸ μέσα, αὐτὸ στὸ ὁποῖο παραδινόμαστε. Ὁ Ζακχαῖος ἀγαποῦσε τὸ χρῆμα, καὶ κατὰ τὴ δική του παραδοχή, γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει δὲν εἶχε κανέναν ἐνδοιασμὸ νὰ κλέβει τοὺς ἄλλους. Ἐπίσης, ἀγαποῦσε τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μέσα του ἀνακάλυψε μιὰ ἄλλη ἐπιθυμία, ἤθελε κάτι ἄλλο, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἔγινε κεντρικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Αὐτὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία θέτει ἕνα ἐρώτημα καὶ στὸν καθένα μας: Τί ἀγαπᾶμε, τί ἐπιθυμοῦμε, ὄχι φυσικὰ ἐπιπόλαια ἀλλὰ κατὰ βάθος;

Καλὸ θὰ ἦταν λοιπόν, νὰ ἐξετάζουμε τὸν ἑαυτό μας, ἂν ἐπιθυμοῦμε κάτι ἀληθινὸ καὶ οὐσιαστικὸ ἤ ἀκόμη -ἀπορροφημένοι συνήθως ἀπὸ μιὰ πληθώρα πραγμάτων καὶ ἐνδιαφερόντων- παραδινόμαστε σὲ ἐναγώνιες προσπάθειες, ποὺ κάνουν νὰ ξεχνᾶμε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς καὶ νὰ χανόμαστε μέσα στὸν «ὄχλο τῶν παθῶν» μας καὶ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου.

Προϋποθέσεις συνάντησης μὲ τον Χριστό

Ὁ Ζακχαῖος ζοῦσε σὲ μιὰ φαυλότητα, ἦταν ὅμως καλοπροαίρετος, γιατί «εἶχε ψυχὴ ἐπιτήδεια πρὸς ἀρετήν», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Γι’ αὐτὸ μπόρεσε νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὴ «συκομορέα» του, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία του, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Χριστὸ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἐγωισμὸς μᾶς ἐγκλωβίζει καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε τὸν Θεό. Τοποθετεῖ ἕνα πέπλο ἀνάμεσα στὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς ἄλλους. Ὑψώνει ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν «κοντός». Εἶχε φυσικὰ καὶ πνευματικὰ ἐμπόδια ποὺ δὲν τὸν ἄφηναν νὰ συναντήσει τὸν Χριστό. Ὅμως ὑπερνίκησε τὶς δυσκολίες ποὺ μέχρι τότε τὸν καθήλωναν στὸν ἀτομικισμό του. Ταπεινώνεται, καὶ ἔτσι ὑπερβαίνει κυριολεκτικὰ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό.

Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κομβικὸ σημεῖο, καθὼς ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει τί ἀκριβῶς θέλει ἤ, μᾶλλον, διαχωρίζει τὰ πολλὰ θέλω τῆς πεσμένης ἀνθρώπινης φύσης καὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸ θέλω τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου Του, χτυπώντας τὴν πόρτα τῆς μετάνοιας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ μιᾶς διαφορετικῆς πορείας στὴ ζωή μας, στὴ διάρκεια τῆς ὁποίας συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μέσα μας καὶ γύρω μας «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως». Νιώθουμε τότε τὸ ἐσωτερικὸ ἄγγιγμα τῆς Χάριτός Του μέσα ἀπὸ καταστάσεις καὶ γεγονότα τῆς καθημερινότητάς μας καὶ τότε ἀκοῦμε νὰ μᾶς λέει «σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖνε».

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι συναντᾶμε τὸν Θεό, κάθε φορὰ ποὺ ζοῦμε τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν αἰσθανόμαστε τὴ θεία κοινωνία τροφή, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ζοῦμε μία ζωὴ ποὺ ἀρχίζει ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ συνεχίζεται στὴν αἰωνιότητα. Ὅταν νιώθουμε τὴν ἐξομολόγηση λουτρὸ καθαρισμοῦ, ποὺ μᾶς πλένει ἀπὸ ἐνοχὲς καὶ μᾶς θεραπεύει ἀπὸ πάθη. Ὅταν φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἀκοὴ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στὴ σύγχυση καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ζωῆς. Ἀκόμη συναντᾶμε τὸν Θεὸ ὅταν ζοῦμε τὴν παρουσία Του μέσα στὸ θαῦμα τῆς ζωῆς καὶ τῆς φύσης ἤ στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Στὶς δύσκολες καὶ ὀδυνηρὲς καταστάσεις ποὺ μᾶς συγκλονίζουν ἀλλὰ καὶ στὶς ὅποιες χαρούμενες στιγμὲς μᾶς γεμίζουν εὐτυχία.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γιὰ ὅσους ὅμως ἔχουν παραδοθεῖ στὴν ἐπιθυμία τοῦ κόσμου ὅλα αὐτὰ δὲν σημαίνουν τίποτα. Καὶ ὅμως αὐτοὶ τῶν ὁποίων «ἡ καρδία εἶναι καιομένη» συναντοῦν τὸν Χριστὸ ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν τὸν ὑποψιάζονται καὶ τὸν βλέπουν ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι τὸν ἀγνοοῦν. Ἀμήν.

5.

Ὁ Ζακχαῖος (Λουκ.19, 1—10) (ἡ νοσταλγία)

Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ νὰ μᾶς προετοιμάσει γιὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀρχίζει νὰ μᾶς ἀναγγέλλει τὸν ἐρχομὸ της ἕναν ὁλόκληρο μήνα πρὶν αὐτὴ ἀρχίσει. Πόσο δύσκολο εἶναι νὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος πὼς πέρα ἀπὸ τὴν ἀφοσίωσή του στὶς ἀναρίθμητες ἀσχολίες τῆς ζωῆς, θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώσει ἐπίσης φροντίδα γιὰ τὴν ψυχή, γιὰ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο.

Ἄν εἴμασταν λίγο πιὸ σοβαροί, θὰ βλέπαμε πόσο σημαντική, οὐσιαστικὴ καὶ θεμελιώδης εἶναι ἡ φροντίδα τῆς ψυχῆς. Θὰ κατανοούσαμε τότε τὸν ἀργὸ καὶ μυστηριώδη ρυθμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γνωρίζουμε φυσικὰ τὸ νόημα ποὺ ἔχει ἡ τροφὴ γιὰ τὴ ζωή μας. Μερικὲς τροφὲς εἶναι καλὲς καὶ θρεπτικές, ἄλλες εἶναι ἀνθυγιεινές· κάποιες εἶναι βαριές, πρέπει νὰ προσέξουμε. Προσπαθοῦμε πολὺ νὰ ἐξασφαλίσουμε πὼς ἡ τροφὴ ποὺ τρῶμε εἶναι καλὴ γιά μᾶς.

Καὶ εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ εὐσεβὲς ρητορικὸ σχῆμα ὅταν λέμε πὼς καὶ ἡ ψυχὴ χρειάζεται νὰ τραφεῖ, πὼς «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Ὅλοι μας ξέρουμε πὼς χρειαζόμαστε χρόνο γιὰ διάβασμα, γιὰ στοχασμό, γιὰ συζήτηση, γιὰ διασκέδαση. Ἀκόμη κι αὐτὰ ὅμως τὰ φροντίζουμε πολὺ λίγο, τὰ προσέχουμε ἐλάχιστα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ὑγιεινῆς. Ἐπιδιώκουμε τὸ ἐλαφρὺ διάβασμα, τὰ πειράγματα ἀντὶ γιὰ τὴ συζήτηση, τὴ διασκέδαση ἀντὶ γιὰ τὴν ψυχαγωγία.

Δὲν καταλαβαίνουμε πὼς ἡ ψυχὴ παθαίνει δυσκοιλιότητα πολὺ εὐκολότερα ἀπ’ ὅ,τι τὸ πεπτικό μας σύστημα, καὶ πὼς οἱ συνέπειες μιᾶς δυσκοίλιας ψυχῆς εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιβλαβεῖς. Τόσος χρόνος ἀφιερώνεται στὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, καὶ πολὺ λίγος στὴν ἐσωτερικὴ ζωή. Πλησιάζουμε ὅμως τώρα αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἔτους ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς κάλει νὰ θυμηθοῦμε τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ θορυβηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀμνησία μας, ἀπὸ τὸν δίχως νόημα παραλογισμὸ μέσα στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε, ἀπὸ τὴ σπατάλη τοῦ πολύτιμου χρόνου ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ τόσο φειδωλά, ἀπὸ τὴν ἄγαρμπη καὶ μικροπρεπῆ σύγχυση μέσα στὴν ὁποία ζοῦμε.

Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι καιρὸς μετανοίας, καὶ μετάνοια εἶναι ἡ ἐπανεξέταση, ἡ ἐπανεκτίμηση, τὸ νὰ βαθύνει κανεὶς καὶ νὰ φέρει τὰ πάνω κάτω. Μετάνοια εἶναι τὸ ἐπώδυνο ξεσκέπασμα τοῦ παραμελημένου, ξεχασμένου, μολυσμένου «ἐσωτερικοῦ» ἀνθρώπου.

Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς σαρακοστῆς, ἡ πρώτη ὑπενθύμιση προέρχεται ἀπὸ μία μικρὴ εὐαγγελικὴ ἱστορία γιὰ ἕναν ἐντελῶς ἀσήμαντο ἄνθρωπο, «μικρὸν τῷ δέμας», ποὺ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φοροεισπράκτορα ποὺ ἐξασκοῦσε, τὸν χαρακτήριζε, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ σ’ ἐκείνη τὴν κοινωνία, ὡς πλεονέκτη, ἀπάνθρωπο καὶ ἀνέντιμο.

Ὁ Ζακχαῖος ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Χριστό· τὸ ἤθελε τόσο πολύ, ὥστε ἡ ἐπιθυμία του τράβηξε τὴν προσοχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο, «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6,21). Τὰ πάντα στὴ ζωὴ μας ἀρχίζουν μὲ κάποια ἐπιθυμία, ἐπειδὴ ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦμε, αὐτὸ ποὺ μᾶς τραβάει ἀπὸ τὰ μέσα, αὐτὸ στὸ ὁποῖο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πὼς ὁ Ζακχαῖος ἀγαποῦσε τὸ χρῆμα, καὶ κατὰ τὴ δική του παραδοχὴ γνωρίζουμε πὼς γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει δὲν εἶχε κανένα ἐνδοιασμὸ νὰ κλέβει ἄλλους. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν πλούσιος καὶ ἀγαποῦσε τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μέσα του ἀνακάλυψε μιὰ ἄλλη ἐπιθυμία,ἤθελε κάτι ἄλλο, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία ἔγινε κεντρικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς του.

Αὐτὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία θέτει ἕνα ἐρώτημα στὸν καθένα μας: τί ἀγαπᾶμε, τί ἐπιθυμοῦμε, -ὄχι φυσικὰ ἐπιπόλαια, ἀλλὰ βαθιά. Δὲν ὑπάρχει κανένας μυστηριώδης δάσκαλος ποὺ νὰ περπατᾶ στὴν πόλη σας, ποὺ νὰ περιβάλλεται ἀπὸ τὸ πλῆθος. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Δὲν ὑπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση ποὺ περνᾶ κάθε στιγμὴ ἀπὸ τὴ ζωή σας· καὶ κάπου στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σας, δὲν αἰσθανεσθε κάποιες φορὲς μιὰ νοσταλγία γιὰ κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ γεμίζει τὴ ζωή σας ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ; Σταματῆστε γιὰ μιὰ στιγμή, προσέξτε, εἰσέλθετε στὴν καρδιά σας, ἀφουγκραστεῖτε τὸ ἐσωτερικό σας, καὶ θὰ βρεῖτε μέσα σας τὴν ἴδια ἀκριβῶς παράξενη καὶ ὄμορφη ἐπιθυμία.

Ὁ Ζακχαῖος ἦρθε ἀντιμέτωπος χωρὶς αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, εἶναι κάτι ὅμως ποὺ σχεδὸν ὅλοι μας φοβούμαστε καὶ τὸ καταπιέζουμε μὲ τὸ θόρυβο καὶ τὴ ματαιότητα ὅλων αὐτῶν ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν. «Ἰδοὺ ἐστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Άποκ. 3,20). Ἀκοῦς τὸ σιγανὸ κτύπημα; Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη πρόσκληση τῆς ἐκκλησίας, τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τοῦ Χριστοῦ: ἐπιθύμησε κάτι ἄλλο, πάρε μιὰ βαθιὰ ἀναπνοὴ ἀπὸ κάτι ἄλλο, θυμήσου κάτι ἄλλο. Καὶ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ σταματᾶμε γιὰ νὰ ἀκούσουμε αὐτὴ τὴν κλήση εἶναι σὰν ἕνα φρέσκο καὶ εὐχάριστο ἀεράκι νὰ φυσᾶ στὸ μουχλιασμένο ἀέρα τῆς ἄχαρης ζωῆς μας, καὶ ἀρχίζει ἔτσι ἡ ἀργὴ ἐπιστροφή.

Ἐπιθυμία. Ἡ ψυχὴ παίρνει μιὰ βαθιὰ ἀνάσα. Ὅλα γίνονται -ἔχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, ἀπεριόριστα σημαντικά. Ὁ ἀνθρωπάκος, μὲ τὰ ματιὰ του καρφωμένα στὸ χῶμα πάνω σὲ γήινες ἐπιθυμίες, τώρα παύει νὰ εἶναι ἀνθρωπάκος καθὼς ἀρχίζει ἡ νίκη μέσα του. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀρχή, τὸ πρῶτο βῆμα ἀπὸ τὰ ἔξω πρὸς τὰ μέσα, πρὸς αὐτὴ τὴ μυστηριώδη πατρίδα ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, συχνὰ ἀσυνείδητα, νοσταλγοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν.

6.

Ὁ Ζακχαῖος (Λουκ.19, 1—10)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Ὁ Κύριος βαδίζων πρός τήν Ἱερουσαλήμ, ὅπως εἴδομεν προηγουμένως, ἔφθασεν εἰς Ἱεριχώ. «Εἰσελθών διήρχετο τήν Ἱεριχώ καί ἰδού ἀνήρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος καί αὐτός ἦν ἀρχιτελώνης». Τελῶναι ὠνομάζοντο οἱ εἰσπράκτορες τῶν διοδίων φόρων. Ἡ Ἱεριχώ ἦτο κέντρον ἐξαγωγῆς βαλσάμου πωλουμένου εἰς ὅλον τόν κόσμον καί κόμβος συγκοινωνίας Ἰουδαίας, Περαίας, Αἰγύπτου. Ὁ Ζακχαῖος οὗτος ἦτο Ἀρχιτελώνης, διότι ἦτο ἐπόπτης τῶν εἰσπρακτόρων τούτων. «Οὗτος ἦν πλούσιος καί ἐζήτει ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν τίς ἐστι καί οὐκ ἠδύνατο ἀπό τοῦ ὄχλου». Λόγῳ τῆς μεγάλης συρροῆς τοῦ κόσμου συμβαδίζων μετά τοῦ ὄχλου ἐπί χρόνον τινά δέν ἠδύνατο ὁ Ζακχαῖος νά ἵδῃ τόν Χριστόν «ὅτι τῇ ἡλικίᾳ διότι κατά τό ἀνάστημα «μικρός ἦν» ἦτο χαμηλός.«Καί προσδραμών ἔμπροσθεν» τρέξας πρός τά ἐμπρός «ἀνέβη ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι». Συκομορέα ἦτο δένδρον μέ κλάδους χαμηλούς καί παραλλήλους πρός τό ἔδαφος, ἔχον φύλλα μορέας καί καρπούς συκῆς. Ἑπομένως ἦτο εὔκολος ἡ ἀνάβασις εἰς αὐτό. Τρέχει, ἀναβαίνει εἰς αὐτήν, διότι πλησίον αὐτῆς θά διήρχετο ὁ Χριστός.

«Ὁ Ἰησοῦς ὡς ἦλθεν ἐπί τόν τόπον» ὅπου εὑρίσκετο τό δένδρον τοῦτο καί ὁ ἐπ’ αὐτοῦ Ζακχαῖος «ἀναβλέψας» ὑψώσας τά βλέμματά Του «εἶδεν αὐτόν καί εἶπε πρός αὐτόν. Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι», κατάβα γρήγορα, «σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» διότι σήμερον πρέπει νά μείνω εἰς τό σπίτι σου. Ὁ Ζακχαῖος «σπεύσας κατέβη» κατέβη ἀπό τό δένδρον, μετέβη εἰς τήν οἰκίαν του καί ἐκεῖ ἐπερίμενε τόν Χριστόν. Ὁ Χριστός μετ’ ὀλίγον φθάνει εἰς τό σπίτι του. Ὁ Ζακχαῖος «ὑπεδέξατο αὐτόν χαίρων». Πόση θά ἦτο ἡ χαρά τοῦ Ζακχαίου ! «Καί ἰδόντες πάντες» οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ ὁμόφρονές των καί θιγέντες διά τήν ἐκλογήν ταύτην τοῦ Κυρίου, ὥστε νά φιλοξενηθῇ ὑπό τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀρχιτελώνου, «διεγόγγυζον» ἐμουρμούριζον «λέγοντες, ὅτι παρά ἁμαρτωλῷ ἀνδρί εἰσῆλθε καταλῦσαι» εἰς ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον μετέβη νά ἀναπαυθῇ ἐκ τῆς ὁδοιπορίας Του!

Τοὐναντίον ὅμως ὁ Ζακχαῖος. Οὗτος «σταλθείς» ἤτοι ὄρθιος ἐν ἐπισημότητι « εἶπε πρός τόν Κύριον· ἰδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς ». Τά μισά ἀπό ὅσα ἔχω τά δίδω ἐλεημοσύνην. « Καί εἴ τινος ἐσυκοφάντησα » καί ὅ,τι ἠδίκησα τινα « ἀποδίδωμι τετραπλοῦν » θά δώσω τετραπλάσια. Ὁ Ζακχαῖος φαίνεται αὐστηρός πρός τόν ἑαυτόν του, διότι ὁ Νόμος (Ἔξοδ. 22,3.8) ἐπέβαλλε τήν εἰς τετραπλοῦν ἀπόδοσιν τοῦ κλαπέντος, ὅταν ὁ ἀδικήσας ἠναγκάζετο πρός τοῦτο καί οὐχί ὅταν αὐθορμήτως προέβαινεν εἰς τήν ἐπανόρθωσιν, ὅπως κάμνει ὁ Ζακχαῖος. « Εἶπε δέ πρός αὐτόν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστίν ». Δέν εἶσθε μόνον σεῖς ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, οἱ Φαρισαῖοι καί λοιποί γογγύζοντες, εἶναι σάν νά λέγῃ ὁ Κύριος, ὥστε νά ἔλθωσιν αἱ εὐλογίαι μόνον πρός ὑμᾶς. Ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ καί ἑπομένως τέκνον πρός σωτηρίαν εἶναι καί οὗτος ὁ Ζακχαῖος, διότι λόγῳ τῆς γενναιοδωρίας του ὁμοιάζει καί κατά πνεῦμα πρός τόν Ἀβραάμ. «Ἦλθε γάρ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός». Ὁ Χριστός κατῆλθεν εἰς τήν γῆν ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ, ἵνα ζητήσῃ, εὕρῃ καί ὁδηγήσῃ εἰς σωτηρίαν πάντα ἁμαρτωλόν.

Θέμα: Ζῆλος καί πραγματικότης.

Κατά κόρον ἀκούομεν, ὅτι δέν πρέπει νά παίρνωμεν τά ἄκρα καί ὅτι ἡ μέση ὁδός εἶναι ἡ βασιλική. Καί ὅμως ὑπάρχουν περιστάσεις, κατά τάς ὁποίας ἡ μέση λεγομένη ὁδός εἶναι δεῖγμα ἐλλείψεως ζήλου ἤ ἱκανότητός μας, εἰς τήν ὁποίαν βαδίζουν οἱ ἄβουλοι, ἀναποφάσιστοι. Τά δέ ἄκρα, ὅταν γνωρίζωμεν ποῦ νά τά τοποθετήσωμεν, εἶναι εἰς πλείστας περιπτώσεις τῆς ζωῆς μας τά μόνα τά ὁποῖα δεικνύουν ἄνθρωπον ζῶντα, ζηλωτήν. Παράδειγμα τοιοῦτον παρέχει ἡ περικοπή αὕτη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄς ἴδωμεν ταύτην καί βάσει ταύτης τόν ἡμέτερόν βίον.

Α’. Ο Ζ α κ χ α ῖ ο ς. Ὁ Ζακχαῖος ὑπῆρξε ζηλωτής. Ὁ ζῆλός του συνίστατο εἰς τά δύο αὐτά ἄκρα, εἰς μεγάλην ἀδιαφορίαν ἔναντι τοῦ κόσμου καί μεγάλον ἐνδιαφέρον του διά τόν κόσμον. Ἡ ἀδιαφορία του διά τόν κόσμον ἦτο ἡ ἑξῆς. Κατά τάς πανηγύρεις, τούς ἐκκλησιασμούς ἐπισήμων ἡμερῶν καί λοιπάς κοσμοσυρροάς οἱ πλεῖστοι πηγαίνουν εἰς ἐκκλησίας καί πανηγύρεις, ἐπειδή παρασύρονται ὑπό τοῦ κοσμικοῦ ρεύματος, ἵνα ἴδωσιν ἄλλους καί ἄλλοι ἴδωσιν αὐτούς. Ὀλίγοι μεταβαίνουσιν, ἵνα ὠφεληθῶσιν. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως δέν ἦτο σταγών ἐν τῇ θαλάσσῃ τοῦ κόσμου, ὥστε νά ἄγεται ὑπ’ αὐτοῦ. Ξεχωρίζει ἀπό τόν κόσμον, γίνεται ἀνώτερος τοπικῶς καί ψυχικῶς τοῦ πλήθους, διότι ἀναβαίνει εἰς συκομορέαν, ἵνα ἐπικοινωνήσῃ ὄχι ἐρωτῶν τούς ἄλλους διά τόν Χριστόν, ἄλλα νά ἴδη ἀπ’ εὐθείας διά τῶν ὀφθαλμῶν του καί νά ἀκούσῃ διά τῶν αὐτιῶν τοῦ Αὐτόν. Πόσην ἀδιαφορίαν δεικνύει διά τόν κόσμον !

Ὁ Ζακχαῖος ἦτο ὄχι ἁπλοῦς Τελώνης, ἀλλά καί Ἀρχιτελώνης. Δεδομένου δέ ὅτι οἱ Τελῶναι ἐθεωροῦντο ἁμαρτωλοί, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἦσαν κλέπται, οὗτος ὡς Ἀρχιτελώνης θά ἐθεωρεῖτο λωποδύτης. Πόσοι μορφασμοί, ἄδικοι κρίσεις τοῦ πλήθους περί ὑποκρισίας τοῦ Ζακχαίου θά ἐξετοξεύοντο κατά τοῦ μικροσώμου Ζακχαίου καί τούς ὁποίους θά ἔβλεπεν ἤ ἐμάντευεν ὁ ἐπί τῆς συκομορέας ἀρχιτελώνης ! Θά ἔλεγον ἰδού ὁ κλέπτης ! Τώρα μᾶς κάμνει τόν εὐσεβῆ! Τά γόνατά του ὅμως δέν ἐλύγισαν. Ὁ Τελώνης ἀδιαφορεῖ εἰς τό ρεῦμα καί εἰς τήν κρίσιν τοῦ κόσμου. Τόν ἐνδιαφέρει ὁ Χριστός καί ἡ συνείδησίς του. Πόσην ἀδιαφορίαν ἔχει διά τόν κόσμον !

Ὁ Ζακχαῖος δέν ἀδιαφορεῖ μόνον εἰς τό ἄφωνον ρεῦμα καί εἰς τά ὑπονοούμενα λόγια τοῦ κόσμου, ἀλλά καί εἰς τά φαρμακερά μειδιάματα, τά σκώμματα τοῦ πλήθους, τά ὁποῖα θα προεκάλει τό μικρόσωμον αὐτοῦ ἐπί τοῦ δένδρου φαινομένου ὡς χαλκομανία εἰς τόν τοῖχον. Ἀδιαφορεῖ εἰς τό ῥεῦμα τό βουβό, εἰς τούς ψιθύρους, εἰς τά λόγια, εἰς τά κρύφια μειδιάματα τοῦ κόσμου. Τόν ἔχει συναρπάσει κυριολεκτικῶς ἡ συνείδησις του καί ὁ Χριστός. Ὁ ζῆλος του τόν κάμνει, ὥστε νά πε-ριφρονῇ τόν κόσμον !

Μέ αὐτά θά ἐπερίμενε κανείς τελείαν ἀδιαφορίαν εἰς τόν κόσμον, ὥστε νά γίνεται ὁ Ζακχαῖος ἀεροπλάνον χωρίς προσγείωσιν, πούπουλον εἰς τόν ἄνεμον ; Καί ὅμως ! Οὗτος δεικνύει μεγάλο ἐνδιαφέρον διά τόν κόσμον. Εἰς τόν κόσμον ἔχει ὑποχρεώσεις νομικάς καί ἠθικάς. Ὑποχρεώσεις, τάς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ στοιχειώδης δικαιοσύνη, ὑποχρεώσεις τάς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἀγάπη.Ὡς Τελώνης θά εἶχεν ὑποπέσει εἰς ἀδικίας. Ὁ νόμος καί ἡ θέσις, τήν ὁποίαν κατεῖχε, ἴσως νά τόν ἐσκέπαζον. Ἡ φωνή ὅμως τῆς συνειδήσεως διεμαρτύρετο. Δία τοῦτο ἀκούομεν «εἴ τινος ἠδίκησα, ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν». Τό δέ μεγάλον του ἐνδιαφέρον, ὁ ζῆλός του τόν ὠθοῦν νά δηλώσῃ, ὅτι ἡ ἀπόδοσις δέν θά εἶναι μόνον εἰς τό ἀκέραιον ἁπλῆ, ἀλλά τετραπλῆ˙ «Ἀποδίδωμι τό τετραπλοῦν».

Μή ἀρκούμενος δέ εἰς τό ὑποχρεωτικόν νομικόν καθῆκον τῆς δικαιοσύνης, προβαίνει μόνος του εἰς τό προαιρετικόν θετικόν καθῆκον τῆς ἀγάπης. « Τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων δίδωμι τοῖς πτωχοῖς ». Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς ἐκαυχησιολόγει, διότι ἀπεδεκάτει πάντα ὅσα ἀπέκτα. Ὁ Ζακχαῖος ὅμῶς ἔδιδεν ὄχι 1/10 ἀλλά 5/10 ὡς ἐλεημοσύνην ! Ὁ ζῆλός του, τό μεγάλον ἐνδιαφέρον του διά τόν κόσμον τόν ὠθεῖ, ὥστε νά ξεπεράσῃ τόν νόμον καί τόν Φαρισαῖον, τόν τηρητήν τοῦ νόμου. Ἰδού τό μεγάλον του ἐνδιαφέρον διά τόν κόσμον. Ἰδού τά δύο ἄκρα τοῦ Ζακχαίου : Ζῆλος καί πραγματικότης. Ἀλλά καί ὁ Χριστός τόν ἤμειψε, διότι ἐνώπιον τόσου πλήθους, αὐτόν εἶδε, πρός αὐτόν ὡμίλησε, μετ’ αὐτοῦ συνέφαγε καί δι’ αὐτόν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐν τῷ οἴκῳ του σωτηρία ἐγένετο.

Β.’ Ἡμεῖς: Πόσον ὡραῖον πρᾶγμα εἶναι νά μάθῃ κανείς νά ἐνδιαφέρεται διά τόν κόσμον καί ν’ ἀδιαφορῇ διά τόν κόσμον ! Ν’ ἀδιαφορῇς διά τό ρεῦμα, τούς ψιθύρους, τά γέλοια τοῦ κόσμου, ὅταν αὐτά στρέφωνται κατά τῆς ἀληθείας, τῆς συνειδήσεώς σου καί τοῦ Χριστοῦ. Νά ἐνδιαφέρεσαι δέ διά τάς πρός τόν κόσμον ὑποχρεώσεις σου.

Ἀδιαφορία. Πηγαίνεις εἰς τήν ἐκκλησίαν, ἐπειδή παρασύρεσαι ὑπό τοῦ κόσμου, διά νά ἵδῃς καί νά σέ ἵδουν ἤ διά νά ἵδῃς καί ἀκούσῃς τόν Χριστόν ὁμιλοῦντα διά τοῦ ἱερέως, τοῦ ψάλτου, τοῦ ἱεροκήρυκος; Ἐάν πηγαίνῃς παρασυρόμενος ὑπό τοῦ κόσμου εἶσαι ὄχι ξεχωριστή ὀντότης, ὅπως ὁ Ζακχαῖος ὑπεράνω τοῦ κόσμου, ἀλλά σταγών ἤ κῦμα, τό ὁποῖον παρασύρει τό ρεῦμα τοῦ κόσμου, χαλίκι τό ὁποῖον ἰσοπέδωσεν ὁ ὁδοστρωτήρ τοῦ κόσμου. Ἐάν πηγαίνῃς διά νά ἀκούσῃς τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐνθυμεῖσαι τό Εὐαγγέλιον, τόν Ἀπόστολον, τόν ὁποῖον εἶπε τήν Κυριακήν ὁ ἱερεύς καί ὁ ψάλτης ; Ἐπρόσεξες τί ὡμίλησεν ὁ ἱεροκήρυξ ; Δέν σέ βοηθεῖ ἡ μνήμη σου ; Ἐνίσχυσέ τήν διά τῆς προσοχῆς !

Παρασυρόμενος ὑπό τοῦ κόσμου κατακρίνεις τόν ἄλλον, διότι τόν ζῆλον τόν ὀνομάζεις ὑποκρισίαν, ὅπως θά ἔλεγεν ὁ κόσμος διά τόν Ζακχαῖον. Ἤ κατακρίνεσαι, ὅτι ὑποκρίνεσαι καί ἐπηρεαζόμενος ὑπό τοῦ κόσμου χάνεις τήν εἰρήνην σου. Μειδιοῦν ἄλλοι εἰς βάρος σου διά τήν δῆθεν ψυχικήν σου ὑποκρισίαν καί τήν σωματικήν σου ἀναπηρίαν. Μή στενοχωρεῖσαι. Κύτταξε τήν συνείδησίν σου καί τόν Θεόν. Ἀπεφάσισες ν’ ἀναβῇς ὑψηλότερον τοῦ ἐπιπέδου, ὅπου εἶναι ὁ ἄλλος κόσμος, ν’ ἀναβῇς εἰς τό δένδρον τῆς ζωῆς, διά νά ἴδῃς τόν Χριστόν. Ἀδιαφόρησε εἰς τά ρεύματα τοῦ κόσμου τά βωβά, τά ὑπονοούμενα, τούς ψιθύρους, τά σκώμματα, τά γέλοια. Τράβα ἐμπρός ἔχων τήν συνείδησίν σου καί τόν Θεόν σου.

Ἐνδιαφέρον. Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχάσῃς καί τάς πρός τόν κόσμον ὑποχρεώσεις σου νομικάς καί ἠθικάς. Ἀφῄρεσες χρήματα ἤ πράγματα διά διαφόρων τρόπων καί μέ διάφορα προσωπεῖα, ὡς ὑπάλληλος, ὡς προϊστάμενος, ὡς ὑπηρέτης, ὡς ὑπηρέτρια. Πρέπει νά τά ἐπιστρέψῃς τουλάχιστον εἰς τό ἁπλοῦν. Ὤφειλες προπολεμικῶς χρήματα καί κατά τήν πολεμικήν περίοδον, κατά τήν ὁποίαν τό χρῆμα ἠχρηστεύθη, προστατευόμενος ὑπό τοῦ νόμου δίδεις τά αὐτά χρήματα. Νομικῶς εἶσαι ἐν τάξει. Ἠθικῶς ὅμως δέν εἶσαι. Ἔχεις ἐνοικιάσει σπίτι μέ προπολεμικόν ἐνοίκιον. Σήμερον ὁ μέν νόμος σοῦ δίδει τό δικαίωμα τοῦ 15πλασιασμοῦ, ἐνῷ τά ἰδικά σου ἔσοδα ἔχουν χιλιοπλασιασθῆ.

Ἔχεις ἠθικήν ὑποχρέωσιν νά ἱκανοποιήσῃς τόν ἀδικούμενον ὑπό σοῦ ἰδιοκτήτην σου. Δέν ὀφείλεις χρήματα. Ὀφείλεις ὅμως συνεξήγησιν, βοήθειαν, ἀγάπην εἴς τινά. Κατά τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Εἶσαι ὑποχρεωμένος νά ἐνδιαφερθῇς εἰς τήν ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλῶν τούτων δίδων ἐξήγησιν, διευκόλυνσιν καί ἀγάπην, τό ἀνεξόφλητον τοῦτο χρέος. « Μηδενί μηδέν ὀφείλετε εἰμή τό ἀγαπᾶν ἀλλήλους ».

Ἀμοιβή. Τότε ὁ Χριστός θά συνδειπνήσῃ μαζί σου, θά ἀκούσῃς τήν φωνήν Του « σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ γέγονε », τότε μέσα εἰς τό πλῆθος θά ἀμειφθῇς ἀπό τόν Χριστόν. Ἰδού τά ἄκρα καλῶς τοποθετημένα ζήλος καί πραγματικότης.

Σπουδαῖον παράδειγμα ζήλου καί πραγματικότητος εἶναι ἡ ἐπιστροφή τοῦ Ἁγίου Παχωμίου εἰς τόν Χριστιανισμόν. Ὁ Παχώμιος ὑπηρετεῖ εἰς τά αὐτοκρατορικά στρατεύματα ὡς στρατιώτης. Ἔφθασε μετ’ ἄλλων συναδέλφων του κάποτε εἰς μίαν πόλιν, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι περιεποιήθησαν φιλικώτατα αὐτόν καί τούς συναδέλφους του. Ἡ φιλοξενία ὑπῆρξεν εἰλικρινής καί θερμή. Ὁ Παχώμιος ἔκπληκτος εἰς τάς ἐκδηλώσεις αὐτάς ἠρώτησε, ποῖοι εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν τόσον πρόθυμοι εἰς τήν περιποίησιν. Ἔμαθεν, ὅτι ὀνομάζονται Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀγαποῦν ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀκόμα καί τούς διώκτας των καί οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὁ Παχώμιος συνεκινήθη, ἔγινε Χριστιανός. Μετ’ ὀλίγον μετέβη εἰς τήν ἔρημον, ὅπου ἔζησε ζωήν ἀγγελικήν. Πόσος ζῆλος, πόση πραγματικότης Χριστιανῶν καί Παχωμίου !

Ἄς ἱπτάμεθα μέ τόν ζῆλον, ἀλλά καί ἄς προσγειούμεθα εἰς τήν πραγματικότητα τῶν ὑποχρεώσεών μας. Ἄς ἔχωμεν ζῆλον, ἀλλά καί θετικότητα.

7.

 Ζακχαῖος

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ του Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Tὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ. Αὐτὰ τὰ ἀναγνώσματα ποὺ ξεκίνησαν τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα δὲν εἶναι ἁπλὰ ἀσύνδετα μεταξύ τους· μᾶς δείχνουν πῶς νὰ προετοιμάσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας καὶ ὅπως μιὰ σκάλα, μᾶς ὁδηγοῦν στὴν στιγμὴ ποὺ θὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ συναντηθοῦμε μὲ τὴν πιὸ σπουδαία πραγματικότητα τῆς ἱστορίας, τὸ πιὸ σπουδαῖο γεγονὸς της – τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θὰ ἤθελα νὰ προσέξετε δύο πράγματα στο σημερινὸ Εὐαγγέλιο.

Ὁ Ζακχαῖος ἦταν κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ ὅμως ἤθελε νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ, νὰ Τὸν δεῖ κατάματα καὶ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει, σκαρφάλωσε σὲ μιὰ συκομουριὰ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεῖ πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τοῦ πλήθους ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ γιὰ νὰ Τὸν δεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἕνα γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ ὠφεληθοῦμε. Εἴμαστε ὅλοι τόσο μικροὶ· ὄχι μόνο σωματικὰ, ἀλλὰ πνευματικὰ, ἀπὸ κάθε ἄποψη, οἱ καρδιὲς μας εἶναι πολὺ μικρὲς, ὁ νοῦς μας εἶναι περιορισμένος. Ἄν ἐπιθυμοῦμε νὰ συναντήσουμε τὸν Χριστὸ καὶ νὰ Τὸν δοῦμε καθὼς εἶναι πραγματικά, δὲν ἀρκεῖ νὰ προσπαθήσουμε – πρέπει νὰ σκαρφαλώσουμε, πρέπει νὰ ἐπωφεληθοῦμε ἀπὸ ἕνα ὕψος ποὺ δὲν εἶναι δικό μας γιὰ νὰ δοῦμε αὐτὸ ποὺ διαφορετικὰ δὲν θὰ μπορούσαμε οὔτε νὰ δοῦμε, οὔτε νὰ καταλάβουμε. Αὐτὸ τὸ ὕψος ποὺ εἶναι προφανῶς τόσο ταπεινὸ ὅσο τὸ δέντρο ὅπου σκαρφάλωσε ὁ Ζακχαῖος, εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴ διδασκαλία της, τὴν ἐμπειρία της ποὺ δὲν ἐκφράζεται μόνο προφορικὰ μέσα ἀπὸ τὶς διδαχὲς, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ζεῖ, ἐπειδὴ ζῶ χριστιανικὰ σημαίνει ζῶ μιὰ ζωὴ ποὺ ἀφαιρεῖ κάθε τι περιττὸ.

Ὁ Ζακχαῖος ἴσως νὰ μὴν τὸ ἔκανε γιὰ τὸ λόγο ποὺ κι ἐμεῖς συχνὰ δὲν τὸ κάνουμε, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο· ἴσως ἦταν πολὺ ὑπερήφανος, ματαιόδοξος, ἴσως εἶχε βασιστεῖ πολὺ στὶς ἱκανότητες του, ἴσως νὰ μὴν εἶχε σκεφτεῖ, ὅπως πολλοὶ ἔκαναν, κάνουν καὶ θὰ κάνουν, ποὺ πιστεύουν ὅτι δὲν χρειάζονται τὴν ταπεινὴ βοήθεια ποὺ τοὺς προσφέρεται, ἐπειδὴ μποροῦν νὰ φθάσουν μόνοι τους ψηλά. Ὅμως ὁ Ζακχαῖος δὲν νικήθηκε ἀπὸ τὴν ματαιοδοξία, τὴν ὑπερηφάνεια, ἐπειδὴ κάτι συνέβη μέσα του, καθὼς βλέπουμε στὸ τέλος τοῦ ἀναγνώσματος, καθιστώντας ἀπολύτως ἐπιτακτικὴ γι’ αὐτὸν τὴν ἀνάγκη νὰ συναντήσει τὸν Χριστὸ. Ἦταν πλέον ὥριμος καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ καθὼς γνωρίζει ὁ καθένας ὅταν φθάσει αὐτὴ ἡ ὥρα – εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε ὄχι μόνο τὴν κριτική καὶ τὸ μῖσος καὶ τὴν ἐναντίωση, εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε ἀκόμη καὶ τὴν γελοιοποίηση, νὰ συμπεριφερόμαστε μ’ ἕναν τρόπο παράξενο γιὰ τὸ περιβάλλον μας.

Αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἦταν, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, διευθυντὴς τραπέζης καὶ ὅμως δὲν φοβήθηκε οὔτε ντράπηκε τὰ γέλια ποὺ προξενοῦσε στὸ πλῆθος ἐπειδὴ ἦταν ἕτοιμος νὰ πάει πέρα ἀπὸ αὐτό. Τὸν ἐνδιέφερε περισσότερο νὰ συναντήσει τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸ ν’ ἀνησυχεῖ γιὰ τὸ τὶ θὰ μποροῦσαν νὰ σκεφτοῦν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶχαν φτάσει στὸ ἐπίπεδο τῆς δικῆς του ὡριμότητας νὰ ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν εἶδε, ἐπειδὴ μόνο αὐτὸς εἶχε ξεπεράσει τὴν ματαιοδοξία καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του γιὰ νὰ Τὸν συναντήσει. Ὁ λόγος φαίνεται ἀπὸ τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, δηλαδὴ στὴν ἑτοιμότητά του νὰ τακτοποιήσει τὴ ζωή του γιὰ ν’ ἀξίζει στὸν Καλεσμένο ποὺ θὰ ἐρχόταν στὸ σπίτι του.

Aὐτὲς οἱ εἰκόνες δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς δώσουν ἕνα σημαντικὸ μάθημα; Τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε ὅλοι τόσο ἀσήμαντοι κι ὅμως προτιμοῦμε νὰ στέκουμε ἀγέρωχοι μέσα στὴν ὑπερηφάνεια, στὴν ματαιοδοξία μας, στὴν τυφλότητά μας ἀπὸ τὸ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία αἰώνων πάνω σὲ πράγματα ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε, ποὺ φαίνονται τόσο ταπεινὰ, τόσο μακρυνὰ, μακρυὰ ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπεια ποὺ ἀναζητοῦμε, ἐπειδὴ αὐτὸ ποὺ ψάχνουμε εἶναι ἡ μεγαλοπρέπεια πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἴμαστε, ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε τὴν σωτηρία ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βρεῖ ὅπου κι ἄν βρισκόμαστε. Αὐτὴ ἡ ματαιοδοξία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ποὺ μᾶς σταματᾶ.

Δὲν εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ νικᾶμε; Δὲν μποροῦν νὰ νικηθοῦν μὲ σκέψη, στοχασμὸ ἤ προσευχή. Μόνο ὅταν τὶς ἐκθέτουμε, τὶς περιφρονοῦμε, τόσο ποὺ οἱ ἄλλοι ἴσως νὰ μᾶς ἀπεχθάνονται, τότε μποροῦμε νὰ τὶς ξεπεράσουμε, διὸτι μόνο τότε στεκόμαστε ἐνώπιον τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἀλήθειας ποὺ μιλοῦν στὴν συνείδησή μας. Κι ἄν θέλουμε στὸ τέλος νὰ φέρουμε καρποὺς χάριν τῆς ὀδύνης, τῆς λαχτάρας γιὰ Θεό, τότε πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἐνεργήσουμε, ὄχι νὰ περιμένουμε ἕναν μυστικὸ φωτισμὸ, ὄχι κάποια πνευματικὴ ἐμπειρία ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ νὰ κάνουμε πράγματα ποὺ εἶναι γιὰ τὰ δικά μας μέτρα.

Ὁ Ζακχαῖος ὑποσχέθηκε νὰ διορθώσει τὴ ζωή του. Εἴμαστε ἕτοιμοι κι ἐμεῖς νὰ δοῦμε τὴ ζωή μας κάτω ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, νὰ τὴν διορθώσουμε, νὰ δεχτοῦμε ν’ ἀναγνωρίσουμε τὸ πνευματικό, διανοητικὸ καὶ συναισθηματικό μας ἀνάστημα καὶ νὰ ἐπωφεληθοῦμε ἀπὸ τὴν βοήθεια ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ σοφία αἰώνων ποὺ ὁδήγησε ἑκατομμύρια ἀνθρώπων στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ἀμήν.

8.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Τιμ. δ΄ 9-15) 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λουκ. ιθ΄ 1-10

Ὁ Χριστός στό σπίτι μας!

«Ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων»

Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε πῶς σώθηκε ἕνας μεγάλος ἁμαρτωλός, ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος. Γιὰ τὴν εἰλικρινή του μετάνοια ὁ Κύριος θέλησε νὰ μείνει στὸ σπίτι του. Πράγματι, ὁ Ζακχαῖος Τὸν ὑποδέχθηκε μὲ μεγάλη χαρά.

 

Ἡ φράση αὐτὴ μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ σκεφθοῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ Τὸν φιλοξενήσουμε καὶ ἐμεῖς στὸν οἶκο τῆς ψυχῆς μας, νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του στὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἂς δοῦμε λοιπὸν τί πρέπει νὰ κάνουμε, ὥστε ἡ συμμετοχή μας στὸ ἱερὸ Μυστήριο νὰ συντελεῖ στὴ σωτηρία μας.

  1. Πρὶνἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία

Πρὶν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία, ἀπαιτεῖται εἰδικὴ προετοιμασία. Εἰδάλλως ὄχι μόνο δὲν ὠφελούμαστε ὅταν κοινωνοῦμε, ἀλλὰ διαπράττουμε σοβαρὴ ἁμαρτία, ποὺ ἐπιτιμᾶται ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Κορινθίους ὅτι γι᾿ αὐτὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄρρωστοι ἀνάμεσά σας καὶ ἀρκετοὶ πεθαίνουν, διότι κοινωνοῦν ἀναξίως (βλ. Α´ Κορ. ια´ [11] 29-30).
Χρειάζεται λοιπὸν φόβος Θεοῦ, βαθιὰ εὐλάβεια πρὸς τὸ μέγα Μυστήριο. «Θεουργὸν αἷ­μα φρῖξον, ἄνθρωπε, βλέπων· ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων». Γέμισε μὲ ἅγιο δέος, ἄνθρωπε, βλέποντας τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖο κάνει τὸν ἄνθρωπο Θεό. Γέμισε μὲ φρίκη, διότι εἶναι ἀναμμένο κάρβουνο ποὺ κατακαίει τοὺς ἀναξίους.

Πρὶν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία λοιπὸν νὰ ἐξετάζουμε προσεκτικὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ μετανοοῦμε. Νὰ ἐξομολογούμαστε· ἢ ἂν δὲν ἐξομολογηθοῦμε, νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Πνευματικοῦ μας γιὰ νὰ κοινωνήσουμε. Νὰ συμφιλιωνόμαστε μὲ αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους μαλώσαμε. Νὰ νηστεύουμε, νὰ προσευχόμαστε, νὰ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Μαζὶ μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ νὰ καλλιεργοῦμε καὶ τὸν πόθο Του. Τί πᾶμε νὰ κάνουμε; Νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Σωτήρα μας, μὲ τὸν Εὐεργέτη μας, ποὺ σταυρώθηκε γιὰ μᾶς, ποὺ μᾶς ἀγάπησε μέχρι θανάτου. Πᾶμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριό μας, μὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι τὸ φῶς, ἡ ζωή, ἡ ἀνάστασις (βλ. Ἰω. η´ 12, ια´ [11] 25), «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Εὐχὴ θείας Λειτουργίας). Ἂς συν­ηθίζουμε νὰ μελετοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρὶν ἀπὸ κάθε θεία Κοινωνία καὶ ἂς προσερχόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴν εὐγνωμοσύνη, μὲ τὸν ἅγιο πόθο νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ πάρουμε δύναμη, ὥστε νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του.

  1. Μετὰτὴ θεία Κοινωνία

Δὲν ἀρκεῖ ὅμως ἡ ἐπιμελὴς προετοιμασία πρὶν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία· ἀπαιτεῖται καὶ ἀγώνας μετά, ὥστε νὰ καρποφορήσει ἡ ὕψιστη δωρεά. Νὰ εὐχαριστοῦμε θερμὰ τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἐπίσκεψή Του. Γενικὰ ἡ ἡμέρα τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑπόμενες, ἂς εἶναι ἡμέρες εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεό.

Ἂς δείχνουμε ἀκόμη ἔμπρακτα τὴν εὐ­γνωμοσύνη μας. Πῶς; Παίρνοντας ἀποφάσεις, βάζοντας καινούργια ἀρχὴ στὸν ἀγώνα μας. Ἂς ἀγωνιζόμαστε πιὸ ἔντονα ἐναντίον τῶν παθῶν, ἂς ἀφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στὴν προσευχή, στὴν πνευματικὴ μελέτη, σὲ ἀγαθοεργίες. Ὁ κοινωνημένος πιστὸς ὑψώνει πολὺ πιὸ εὔκολα τὸ νοῦ του σὲ προσευχή, κατανοεῖ πιὸ βαθιὰ τὰ ἱερὰ νοήματα, ἀσκεῖ πιὸ εὔκολα τὴν ἀρετή· διότι ὅλα αὐτὰ πλέον δὲν τὰ κάνει ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ὁ Χρι­στὸς ποὺ εἶναι μέσα του.

Ἡ κάθε συμμετοχή μας στὸ ἅγιο Ποτή­ριο εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς σταθμὸς στὴν πνευματική μας ζωή, ἡ πιὸ δυνατὴ εὐκαιρία γιὰ πνευματικὴ πρόοδο. Δὲν λαμβάνουμε ἁπλῶς θεία Χάρι ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Χαριτοδότη, τὴν πηγὴ τοῦ ἁγιασμοῦ μας. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὁ ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς μας καὶ προσπαθεῖ, κάθε φορὰ ποὺ κοι­νωνοῦμε, νὰ μᾶς ταράξει μὲ ποι­­κίλες ἀ­φορμὲς καὶ νὰ μᾶς ρίξει στὴν ἁμαρτία. Ἂς μὴν τοῦ τὸ ἐπιτρέπουμε. Τὸ μποροῦ­με. Ἐφόσον κοινωνήσαμε, εἴμαστε ὅλοι φῶς, ζωή, δύναμη, «ὡς λέοντες πῦρ πνέ­οντες», κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυ­­­σόστομο, σὰν λιοντάρια ποὺ ξεφυσοῦν φωτιά, φοβεροὶ γιὰ τὸν διάβολο (PG 59, 260).
Κοινωνήσαμε τὸν Χριστό. Ἂς φιλοτιμούμαστε νὰ Τὸν ζοῦμε. Μᾶς ἐπισκέφθη­κε ὁ Χριστός. Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε νὰ μένει μόνιμα μέσα μας.

***

Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε στὸ Ζακχαῖο· «σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου», ἐκεῖνος στάθηκε καὶ εἶπε ὅτι θὰ ἐπανορθώσει τὴν παλιά, ἁμαρτωλὴ ζωή του: Θὰ δώσει τὴ μισὴ περιουσία του στοὺς φτωχούς, καὶ ἀπὸ ὅποιον ἅρπαξε χρήματα μὲ συκοφαντία, θὰ τοῦ τὰ ἀποδώσει τετραπλάσια. Ἔδειξε δηλαδὴ ἔμπρακτη μετάνοια. Κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, ὅταν ἔρχεται ὁ καιρὸς νὰ κοινωνήσουμε, ἂς παίρνουμε ἀπόφαση νὰ διορθώσουμε τὴ ζωή μας. Καὶ τότε μὲ μεγάλη χαρὰ θὰ ὑποδεχόμαστε τὸν Κύριο μέσα μας καὶ θὰ ἀκοῦμε κι ἐμεῖς τὴ γλυκύτατη φωνή Του: «Σήμερα ἔγινε σωτηρία σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι».

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

9.

ΗΡΘΕ ΓΑΡ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΖΗΤΗΣΑΙ ΚΑΙ ΣΩΣΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ

     Πόσο αισθανόμαστε στη ζωή μας ότι χρειάζεται να έχουμε έναν προσανατολισμό; Να έχουμε έναν στόχο ο οποίος να μην περιορίζεται στο σήμερα, στις ανάγκες της επιβίωσης ή στην εκπλήρωση των θελημάτων μας, αλλά να βλέπει τη ζωή συνολικά και στην προοπτική του παρόντος κόσμο και στην προοπτική της αιωνιότητας; Ποια είναι για μας η σημασία της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας και ποια η σχέση Του με την ύπαρξή μας; Είναι εύκολο να δηλώνουμε ότι πιστεύουμε. Το δύσκολο είναι να κατανοούμε ότι επειδή πιστεύουμε μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι άνθρωποι είμαστε «απολωλότες». Αυτό σημαίνει ότι χάνουμε τον προσανατολισμό μας να πορεύεται η ζωή μας με κέντρο της τον Θεό και την αγάπη, την ελπίδα που η πίστη δίνει, να γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού σε κάθε περίσταση και μάλιστα στις λεπτομέρειες της ζωής μας, στον τρόπο που σκεφτόμαστε, που μιλάμε, που πράττουμε, τόσο στη σχέση μας με Εκείνον και επομένως με τη ζωή της Εκκλησίας, όσο και στη σχέση μας με τους συνανθρώπους μας. Αντιθέτως, οι άνθρωποι αισθανόμαστε δυνατοί. Ακόμη κι αν καταλαβαίνουμε ότι σφάλλουμε, δεν είμαστε έτοιμοι να το παραδεχτούμε, αλλά ξεκινάμε από αυτούς που κατά τη γνώμη μας φταίνε, προκειμένου να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας και τα λάθη του. Έτσι το να ζήσουμε την κατάσταση του «απολωλότος» προϋποθέτει την επιλογή και την αρετή της ταπείνωσης. Έναν δρόμο που περνά μέσα από την θέαση της ζωής μας ως αποπροσανατολισμένης. Ότι προσπαθούμε να είμαστε οι μικροί θεοί του εαυτού και του κόσμου μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι το φως έρχεται από αλλού.

Είναι χαρακτηριστική η ιστορία του Ζακχαίου που μας διασώζει το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός εισέρχεται στην Ιεριχώ. Στην αναγγελία της είδησης αυτής όλοι σπεύδουν να Τον συναντήσουν. Τον ακολουθούν σε μία πορεία στην οποία προστίθενται κι άλλοι. Ο μόνος που αισθάνεται ότι δεν μπορεί να Τον δει είναι ο αρχιτελώνης Ζακχαίος. Ο επικεφαλής των φοροεισπρακτόρων της πόλης, άνθρωπος άδικος, συκοφάντης, σκληρός. Ακούγοντας όμως την είδηση του ερχομού του Χριστού ο Ζακχαίος συνειδητοποιεί μέσα του ότι έχει χάσει τον προσανατολισμό του. Όχι της υλικής επιβίωσης ή της αυτάρκειας. Αυτά τα κρατά και μάλιστα με το παραπάνω. Έχει συντρίψει συναισθήματα και προσωπικότητες για να κερδίσει χρήματα. Φάνηκε ανελέητος. Όμως κάτι μέσα του τού λέει ότι είναι «απολωλός». Και ανεβαίνει στη συκομουριά, για να δει τον Ιησού, καθότι μικρόσωμος. Προκαλεί την χλεύη όσων τον έβλεπαν. Όμως η αίσθηση του «απολωλότος» συνοδεύεται από την ταπείνωση. Ο ίδιος χαρακτήρας είναι. Σκληρός. Όπως δεν είχε συναισθήματα όταν αδικούσε, έτσι και τώρα. Τον αδικούν, αλλά δεν πτοείται. Μόνο που άλλαξε προσανατολισμό. Ήθελε να δει τον Ιησού. Και ο Χριστός ανταποκρίνεται στην επιθυμία του αρχιτελώνη καλώντας τον να κατεβεί από το δέντρο και του δηλώνει ότι ήρθε για να μείνει στο σπίτι του, όχι απλώς για να φάει το φαγητό του Ζακχαίου, αλλά για να μείνει για πάντα στο σπίτι της ύπαρξής του, καθότι άλλαξε προσανατολισμό.   Όλοι οργίζονται με την επιλογή του Κυρίου. Όμως ο Ζακχαίος δηλώνει στο γεύμα ότι μοιράζει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς, αποζημιώνει όποιον συκοφάντησε και ξεκινά μία νέα ζωή. Και ο Χριστός, αφού δηλώνει ότι ήρθε η σωτηρία στο σπίτι εκείνο, τονίζει: «ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ. 19, 10). Ο Υιός του ανθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει τον δρόμο τους.

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι «απολωλός». Άλλοι το γνωρίζουν. Άλλοι αδιαφορούν. Άλλοι πιστεύουν τόσο πολύ στον εαυτό τους, στην αυτάρκειά τους, στα αγαθά τους, ώστε να έχουν διαγράψει τον Θεό από τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να πιστεύουν στις δικές τους δυνάμεις, στην εξουσία τους, στα χαρίσματά τους και να μην μπορούν να δούνε την αλήθεια της ζωής και το νόημά της. Πολλοί οι «απολωλότες», λίγοι οι Ζακχαίοι. Όποιος συνειδητοποιεί ότι έχει ξαστοχήσει στη ζωή του, ακολουθεί την οδό του Ζακχαίου. Είναι έτοιμος να ακούσει για τον ερχομό του Χριστού. Διαβάζει τον λόγο Του. Ανεβαίνει στο δέντρο της Εκκλησίας, για να έχει καλύτερη θέα τόσο της ζωής και του εαυτού του, όσο κυρίως του Χριστού που είναι πάντοτε πρόθυμος να κατοικήσει στο σπίτι της ύπαρξής του. Διότι μόνο μέσα στην Εκκλησία και στη ζωή της μας υπενθυμίζεται ο στόχος που καλούμαστε να έχουμε, δηλαδή η πορεία με γνώμονα την πίστη στον Θεό και ο αγώνας για εφαρμογή των εντολών Του και μπορούμε να διορθώσουμε τις αστοχίες μας στα μυστήριά της, ιδίως της μετανοίας. Η οδός του Ζακχαίου είναι η οδός της ταπείνωσης. Είναι η οδός της αυτοκριτικής και της μετάνοιας. Η αίσθηση τελικά ότι η αγάπη δεν έχει διαμορφώσει την ύπαρξή μας, αλλά το «εγώ»  κυριαρχεί. Όταν όμως έρχεται η ταπείνωση, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά μας, βλέπουμε τον κόσμο από μία άλλη ματιά, αυτή της σχέσης με τον Θεό. Και τότε ζητούμε το έλεός Του, για να κάνουμε μία καινούργια αρχή.

Το ενδιαφέρον της οδού του Ζακχαίου είναι ότι δεν είναι μόνο η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. Ταυτόχρονα αλλάζει ο τρόπος που βλέπουμε τον πλησίον. Όταν αισθανόμαστε «απολωλότες», βλέπουμε πού αδικήσαμε τον άλλον, είτε υλικά είτε στις κρίσεις και τις εκτιμήσεις μας είτε στον τρόπο συμπεριφοράς μας. Αισθανόμαστε ότι επειδή είμαστε «απολωλότες», χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την οδό της αγάπης στις σχέσεις μας με τον άλλο. Και το εκφράζουμε με τον τρόπο που ο Θεός αποδέχεται την μετάνοιά μας. Με την ελεημοσύνη, υλική και πνευματική. Δεν διαγράφεται η αδικία έτσι. Όμως απαλύνονται οι συνέπειές της. Και ο άλλος που αδικήθηκε, αλλά και ο λιγότερο ικανός να επιβιώσει και υλικά και πνευματικά, ο φτωχός, αισθάνεται ότι η σχέση μας με τον Θεό δεν είναι κλειστή, εγωκεντρική, αυτοδικαιωτική, αλλά ανοιχτή. Η αγάπη  αγκαλιάζει τον άλλον μέσα στις ανάγκες του. Κι εμείς μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Η οδός του Ζακχαίου, του «απολωλότος» έχει ως τελική δωρεά την σωτηρία και την αναγνώριση από τον Θεό ότι είμαστε παιδιά Του. Ο Θεός είναι ο Πατέρας μας και έτσι μας βλέπει. Εμείς, όντας «απολωλότες», έχουμε εναποθέσει στο περιθώριο την ιδιότητα του υιού και χρειάζεται να αφήσουμε τον Χριστό να κατοικήσει στις καρδιές μας για να μπορέσουμε την δωρεά της υιότητας να την ενεργοποιήσουμε. Ο Χριστός δε λέει κάτι άλλο από το ότι ο  Ζακχαίος είναι πάλι «υιός Αβραάμ» (Λουκ. 19, 9), δηλαδή παιδί πίστης στον Θεό. Ο «απολωλώς» ευρέθη. Ο Θεός εισήλθε να καταλύσει στο σπίτι της ύπαρξής του και εκείνος βρήκε την αληθινή του ταυτότητα, τον αληθινό του προορισμό. Εσώθη. Έγινε αυτό για το οποίο πλάσθηκε. Αυτό που ο Θεός μας έδωσε την ευκαιρία να ζήσουμε ερχόμενος στον κόσμο. Η ταπείνωση του Ζακχαίου, μπορεί πρόσκαιρα να επικρίθηκε από τους «καθαρούς»  της εποχής, αλλά δικαιώθηκε από τον Θεό. Όχι με δόξα, αλλά με υιότητα. Ιδιότητα που κανείς δεν θα μπορούσε πλέον να του την αφαιρέσει. Και ο Ζακχαίος θα γίνει απόστολος του Χριστού, για να δώσει το μήνυμα της σωτηρίας σε όλα τα απολωλότα του κόσμου. Και σε μας!

 

Κέρκυρα, 22 Ιανουαρίου  2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός