Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

17 Ὀκτωβρίου 1965
Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει καὶ τιμᾶ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων πατέρων τῆς ἑβδόμης οἰκουμενικῆς Συνόδου. Στὰ 787 χρόνια μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ συνάχθηκαν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας γιὰ τὸ ζήτημα τῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τότε καθώρισαν ἐπίσημα πὼς τὶς εἰκόνες δὲν τὶς λατρεύουμε, γιατί ἡ λατρεία μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει, μὰ τιμητικὰ τὶς προσκυνοῦμε, καὶ ἡ προσκύνηση δὲν εἶναι γιὰ τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα, μὰ γιὰ τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Ἡ Σύνοδος εἶπε, παίρνοντας τὸ λόγο ἀπὸ τὸν ἅγιον Βασίλειο πὼς «ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει». Σήμερα λοιπὸν στὴ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε καὶ ποὺ τὸ ξαναλέμε τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Εἶπεν ὁ Κύριος ἐτούτη τὴν παραβολή. Βγῆκε ὁ γεωργὸς γιὰ νὰ σπείρη τὸ σπόρο του. Καὶ κεῖ ποὺ αὐτὸς ἔσπερνε, ἄλλα σπειριὰ πέσανε ἀπάνω στὸ δρόμο καὶ καταπατήθηκαν ἀπὸ τοὺς διαβάτες καὶ τὰ φάγαν τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ• κι ἄλλα σπειριὰ πέσανε ἀπάνω στὶς πέτρες καὶ μόλις φύτρωσαν ξεράθηκαν, γιὰ τὸ ποὺ δὲν εἶχ\’ ἐκεῖ δροσιά• κι ἄλλα σπειριὰ πέσανε στ\’ ἀγκάθια, καὶ τ\’ ἀγκάθια φύτρωσαν μαζί τους καὶ τὰ \’πνιξαν• κι ἄλλα σπειριὰ πέσανε στὴν καλὴ γῆ καὶ φύτρωσαν κι ἔδωκαν καρπὸ τὸ ἕνα ἑκατό. Κι ἀπάνω σ\’ ἐτοῦτα τὸν ρωτοῦσαν οἱ μαθηταί του κι ἔλεγαν• Τί νὰ ἐννοῆ αὐτὴ ἡ παραβολή; Κι ἐκεῖνος εἶπε• Σὲ σᾶς εἶναι δοσμένο νὰ μάθετε τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ στοὺς ἄλλους ἡ διδασκαλία γίνεται μὲ παραβολές, γιὰ νὰ κοιτάζουν καὶ νὰ μὴν βλέπουν καὶ νὰ ἀκοῦν καὶ νὰ μὴν καταλαβαίνουν. Κι ἀκοῦστε τώρα ἐσεῖς τί ἐννοεῖ ἡ παραβολή. Ὁ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Καὶ δρόμος, ὅπου πάνω σ\’ αὐτὸν ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\’ ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουσαν, ὕστερα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ παίρνει τὸ λόγο ἀπὸ τὴν καρδιά τους, γιὰ νὰ μὴν πιστέψουν καὶ σωθοῦνε. Καὶ πέτρες, ὅπου πάνω σ\’ αὐτὲς ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\’ ἐκεῖνοι ποὺ ὅταν ἀκούσουν, δέχονται τὸ λόγο μὲ χαρά, μὰ αὐτοὶ δὲν ἔχουν βάθος γιὰ νὰ ριζώση ὁ λόγος• πιστεύουνε πρὸς ὥρας καὶ στὸν καιρὸ τοῦ πειρασμοῦ τὰ παρατοῦν καὶ φεύγουν. Κι ἀγκάθια, ὁπού σ\’ αὐτὰ ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\’ αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν τὸ λόγο, μὰ πνίγονται ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ πλούτου καὶ τὶς ἡδονὲς τοῦ βίου καὶ δὲν κάνουν προκοπή. Καὶ καλὴ γῆ, ὅπου μέσα της ἔπεσε ὁ σπόρος, εἶν\’ αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν τὸ λόγο, τὸν φυλᾶνε σὲ καλὴ κι ἀγαθὴ καρδιὰ καὶ καρποφοροῦνε μὲ ὑπομονή. Ἐτοῦτα λέγοντας, ἐτόνιζε• ὅποιος ἔχει ἀφτιὰ γιὰ ν\’ ἀκούη, ἂς ἀκούη.

Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ὁ γεωργός μας κι ἐμεῖς εἴμαστε τὸ χωράφι τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸ λέει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς μαθητάς του• «ὁ πατέρας μου εἶναι ὁ γεωργός». Ἔτσι τὸ γράφει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος σὲ μιά του ἐπιστολή• «εἴσαστε χωράφι τοῦ Θεοῦ». Καὶ σὲ τοῦτο τὸ χωράφι ὁ Θεὸς ἔστειλε Προφῆτες κι ἔστειλε τελευταῖα τὸν Υἱό του κι ἔσπειραν τὸ θεῖο λόγο. Κι ὕστερα οἱ Ἀπόστολοι κι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κι ἐκεῖνοι τὸ θεῖο λόγο ἔσπειραν στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, κι ἐκεῖνοι γεωργοὶ καὶ καλλιεργητὲς ἔγιναν στὸ χωράφι τοῦ Θεοῦ. Κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί, ποὺ συνεχίζουμε τὸ ἔργο τους, γεωργοὶ κι ἐμεῖς εἴμαστε καὶ σπέρνουμε στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τὸ θεῖο λόγο.

Ὁ γεωργὸς ποὺ σπέρνει δὲν τὰ μετράει τὰ σπειριὰ ποὺ ρίχνει στὴ γῆ• κι ἀπὸ τοῦτα ἄλλα πᾶνε χαμένα κι ἄλλα πιάνουν τόπο. Κι ἐκεῖνο ποὺ πιάνει τόπο κανεὶς δὲν τὸ βλέπει πῶς ριζοβολάει καὶ πῶς φυτρώνει• τὸ κρατάει μὲ ὑπομονὴ στὰ σπλάχνα της ἡ γῆ, τὸ ζεσταίνει κάτω ἀπὸ τὰ χιόνια τοῦ χειμώνα κι ἄξαφνα τὴν ἄνοιξη ξεπετιέται τὸ φύτρο καὶ πρασινίζει ὁ κάμπος. Τὸ ἴδιο κι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ• δὲν τὸν βλέπεις τί κάνει μέσ\’ στὸν ἄνθρωπο, τὸ πῶς τὸν ἀκούει ὁ ἄνθρωπος τὸ πῶς αἰχμαλωτίζει τὸν ἄνθρωπο, τὸ πῶς ριζοβολάει μέσα του, τὸ πῶς τὸν φέρνει σὲ μετάνοια. Μυστήριο, χριστιανοί μου, εἶν\’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μυστήριο ζωῆς καὶ σωτηρίας.

Πολλά μᾶς λέει ἡ σοφία τῶν ἀνθρώπων• μᾶς λέει γιὰ ἐπιστῆμες, γιὰ τέχνες καὶ γιὰ γράμματα, μᾶς λέει γιὰ τὸ πῶς γίνονται οἱ μηχανὲς καὶ πῶς ταξιδεύουν γιὰ νὰ πᾶνε στ\’ ἄστρα. Μὰ δὲν μᾶς λέει γιὰ τὴν ἁμαρτία μας καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Αὐτό μᾶς τὸ λέει μονάχα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς κηρύττει τὸ θεῖο λόγο. Γι\’ αὐτὸ μᾶς κηρύττει, γιὰ νὰ νιώσουμε τὴν ἁμαρτία μας καὶ νὰ \’ρθουμε σὲ μετάνοια. Σπέρνει μέσα μας ἡ Ἐκκλησία τὸ θεῖο λόγο, σὰν ποὺ τὸν ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο. Κι ὁ καθένας τώρα, ἐσὺ ποὺ ἀκοῦς τὸ θεῖο λόγο, πῶς τὸν δέχεσαι; Μὴν εἶσαι ὁ δρόμος, μὴν εἶσαι ἡ πέτρα, μὴν εἶσαι τ\’ ἀγκάθια; Καὶ καλά, ἂν ἤσουν δρόμος κι ἂν ἤσουν πέτρα κι ἂν ἤσουν ἀγκάθια• δὲ θὰ \’χες νὰ δώσης λόγο. Μὰ εἶσαι ἄνθρωπος καὶ θὰ δώσης λόγο. Γιὰ δύο πράγματα θὰ δώσης λόγο• ἕνα γιατί περιφρόνησες τὸ θεῖο λόγο κι ἕνα γιατί ἀφῆκες τὴν ψυχή σου νηστική• γιατί ψωμὶ τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ θεῖος λόγος. Τὸ λέει ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, κι ἂς μὴ γελοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἂν δὲν ἐρχόμουν, λέει, κι ἂν δὲν εἶχα λαλήσει στὸν κόσμο, δὲ θὰ \’χαν ἁμαρτία οἱ ἄνθρωποι, μὰ τώρα δὲν ἔχουν πρόφαση γιὰ τὴν ἁμαρτία τους. Βουβοὶ κι ἀναπολόγητοι θὰ μείνουμε τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως γιατί ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸν ἀκοῦμε κάθε μέρα, ἐκεῖνος θὰ μᾶς κρίνη.

Ἐτοῦτο χριστιανέ μου, τὸ κήρυγμα, ποὺ τὸ ἀκοῦς κάθε Κυριακή, ἐτοῦτο ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ βρεθῆ μπροστά σου. Πρόσεξέ το λοιπόν, γιὰ νὰ μὴ γίνη ὁ κριτής σου κι ἡ καταδίκη σου ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τὸν καθένα, πού σοῦ λέει τὰ δικά του καὶ σοῦ σηκώνει τὰ μυαλά, τὸν ἀκοῦς. Τὴν Ἐκκλησία, ποὺ σοῦ λέει γιὰ τὴν σωτηρία σου, δὲν τὴν ἀκοῦς; Τὴν ἐφημερίδα καὶ τὸ κάθε παλιόχαρτο ποὺ σὲ γεμίζει ψέματα καὶ σοῦ βρωμίζει τὴν ψυχή, τὰ διαβάζεις. Τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶν\’ ἀλήθεια καὶ ζωή, δὲν τὸ διαβάζεις; Ἔρχεται καιρὸς κι ὅλα περνοῦνε• κι οἱ ὀμορφιὲς κι ἡ σοφία τοῦ κόσμου. Καὶ μαζί τους περνᾶ καὶ φεύγει κι ὁ ἄνθρωπος. Μὰ ὅποιος καιρὸς καὶ νὰ \’ρθῆ, ἕνα θὰ μένη, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ• ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μένει στὸν αἰώνα καὶ μαζί του καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ τὸν ἀκούει καὶ τὸν φυλάει μέσα του.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Μακάρι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε τὸ καλὸ χωράφι• ἡ ἀγαθὴ καὶ καλὴ γῆ, ποὺ σὰν τὸ σπόρο πέφτει μέσα της ὁ θεῖος λόγος καὶ ριζοβολάει καὶ φέρνει καρπό, καρπὸ σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς ὅποιος ἔχει ἀφτιὰ γιὰ ν\’ ἀκούη, ἂς ἀκούη. Ἂς ἀκοῦμε τὸ λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἂς ἀκοῦμε κι ἂς φυλᾶμε στὴν καρδιά μας τὸ θεῖο λόγο. Ἂς τὸν φυλᾶμε κι ἂς τὸν ζεσταίνουμ\’ ἐκεῖ, σὰν τὸ καλὸ χωράφι ποὺ σκεπάζει καὶ ζεσταίνει τὰ σπέρματα. Γιὰ νὰ φυτρώση μέσα μας ἡ χάρη κι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ θερίσουμε καρπὸ σωτηρίας. Ἀμήν.

2.

Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως (Λουκ. η΄ 5-15)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)
(Ματθ. 13,1 —9. 18—23. Μάρκ. 4,1-9. 1,13-20,26—29. Λουκ. 8,4—9. 11 — 15)
Ὁ Κύριος εὑρίσκεται ἐν Καπερναούμ. «Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη» κατὰ τὴν ὁποίαν συνέβη τὸ ὑπὸ τοῦ Ματθαίου 12,22—50 ἀναφερόμενον ἐπεισόδιον «ἐξελθών ὁ Κύριος τῆς οἰκίας ἐκάθητο παρὰ τὴν θάλασσαν» μετὰ τῶν μαθητῶν του προφανῶς, ἵνα ἀναπαυθῇ. Ἡ ἀνάπαυσίς του ὅμως αὕτη δὲν διήρκησε πολύ, διότι «συνιόντος ὄχλου πολλοῦ καὶ τῶν κατὰ πόλιν ἐπιπορευομένων πρὸς Αὐτὸν» συρρέοντος δηλαδὴ πολλοῦ ὄχλου καὶ πολλῶν προσερχόμενων πρὸς αὐτὸν ἐκ τῶν πόλεων τῆς Γαλιλαίας «συνάγεται πρὸς αὐτὸν ὄχλος πλεῖστος» συγκεντρώνεται πολὺς λαός, ἵνα ἀκούσῃ τὸν θεῖον λόγον Του. Ὁ ὄχλος οὗτος ἦτο τόσον πολύς, «ὥστε εἰς πλοῖον ἐμβάντα Αὐτὸν καθῆσθαι, πᾶς δὲ ὁ ὄχλος ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν εἱστήκει». Ὁ Κύριος δηλαδὴ ἠναγκάσθη νὰ εἰσέλθῃ εἴς τι «πλοῖον», λέμβον καὶ καθήμενος ἐκεῖ «καὶ ἐλάλησε πολλὰ ἐν παραβολαῖς» ἐδίδασκε πρὸς τὸν ὄρθιον κατὰ μῆκος τῆς παραλίας ἱστάμενον λαὸν διὰ παραβολῶν. Παραβολὴ εἶναι διήγησις ἐκ τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔγινεν ὡς γεγονός, δύναται ὅμως νὰ συμβῇ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων παραβολῶν εἶναι καὶ ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς:

« Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπείρειν τὸν σπόρον αὐτοῦ». Κἄποιος γεωργὸς ἔσπερνεν εἰς τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ. «Ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν» ἐν ᾧ ἔσπερνε τὸν σπόρον του «ὅ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδὸν» μέρος δηλαδὴ τοῦ σπόρου ἔπεσεν εἰς τοὺς ἐντός τοῦ ἀγροῦ δρομίσκους καὶ ἄλλος μὲν «κατεπατήθη» ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ἄλλον δὲ «τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγον αὐτόν». «Ἄλλα ἔπεσεν ἐπὶ τὰ πετρώδη, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν». Ἄλλο δηλαδὴ μέρος σπόρου ἔπεσεν εἰς πετρῶδες μέρος, ὅπου δὲν ὑπῆρχε πολὺ χῶμα. Ὁ πεσών εἰς τὸ μέρος αὐτὸ σπόρος «εὐθὺς ἐξανέτειλεν» ἀμέσως ἐφύτρωσε «διὰ τὸ μὴ ἔχειν βάθος γῆς», διότι δὲν εἶχε πολὺ χῶμα. «Ὅτε» ὅμως «ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος» ὁ φυτρώσας στάχυς «ἐκαυματίσθη» ἐκάη «διὰ τὸ μὴ ἔχειν ρίζαν» ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἀρκετὴν ρίζαν «καὶ ἰκμάδα» ὑγρασίαν «ἐξηράνθη». Ὁ σπόρος δηλαδὴ οὗτος ὡς ἐγγύς τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἐδάφους ἦτο περισσότερον ἐκτεθειμένος εἰς τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἡλίου καὶ διὰ τοῦτο ἐξηράνθη. «Ἄλλο ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν» εἰς μέρος ὅπου δὲν ὑπῆρχον ἄκανθαι, ἀλλὰ ἐφύτρωσαν βραδύτερον «καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτὸ καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκε». «Ἄλλα ἔπεσεν εἰς γῆν ἀγαθήν, καλὴν καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξανόμενον» γινόμενον δηλαδὴ ἡμέραν μὲ τὴν ἡμέραν μεστότερον καὶ ὀγκωδέστερον. Ἐκ τοῦ σπαρέντος καρποῦ εἰς τὴν γῆν ταύτην «ὅ μὲν ἔφερε ἑκατόν, ὅ δὲ ἑξήκοντα , ὅ δὲ τριάκοντα». Ἄλλος δηλαδὴ κόκκος ἔφερε στάχυν ἔχοντα ἑκατὸν κόκκους, ἄλλος κόκκος ἔφερε στάχυν, ὁ ὁποῖος εἶχε τριάκοντα κόκκους καὶ ἄλλος κόκκος ἔφερε στάχυν φέροντα ἑξήκοντα κόκκους. Ἡ πλούσια αὕτη καρποφορία δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσῃ, διότι εἰς παλαιάς ἐποχὰς ἐν Παλαιστίνῃ συνέβαινε αὕτη.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος (4,26—29) συμπληρῶν τὴν παραβολὴν ταύτην ἀναφέρει ἄλλην παραβολὴν τοῦ Κυρίου τὴν ἑξῆς: «Οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός. Αὐτομάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ πρῶτον χόρτον, εἶτα στάχυν, εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ. Ὅταν δὲ παραδῶ» ὡριμάσῃ «ὁ καρπός, εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον, ὅτι παρέστηκεν ὁ θερισμός».

Ἐνταῦθα δεικνύεται, ὅτι καὶ εἰς τὰς εὐνοϊκάς ἀκόμη περιστάσεις ὁ ῥιφθείς σῖτος εἰς τὴν γῆν δὲν καρποφορεῖ ἀμέσως. Πρέπει νὰ παρέλθῃ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ὁ γεωργὸς δὲν ἀσχολεῖται πλέον μὲ τὸν ἀγρὸν του ἀλλὰ μὲ ἄλλας ἀσχολίας καὶ ὅμως ὁ σπαρείς σῖτος αὐτομάτως ἄνευ ἀνθρωπίνης βοηθείας καὶ ἀθορύβως αὐξάνει καὶ γίνεται πρῶτον χόρτος, ἔπειτα στάχυς, καρπὸς εἰς τὸν στάχυν καὶ τέλος θερίζεται. Κατὰ παρόμοιον τρόπον αὐξάνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βραδέως, ἀσφαλῶς, ἄνευ ἀνθρωπίνης βοηθείας καὶ ἀθορύβως.

Ἑπομένως οὔτε βιαιότητες χρειάζονται διὰ τὴν καρποφορίαν τοῦ θείου σπόρου, οὔτε ἀπογοητεύσεις διὰ τὴν βραδεῖαν καρποφορίαν. Ἡ καρποφορία θὰ εἶναι ὁριστικὴ καὶ ὁ σπείρας θὰ ἀμειφθῇ.

Ὁ Κύριος, ἵνα ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατῶν του εἰς τὰ λόγια του ταῦτα, ἔλεγεν «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐννοοῦν τὴν παραβολὴν ταύτην. Ὁ Κύριος ἐν πρώτοις ἐλέγχει τοὺς μαθητάς του, διότι δὲν ἐννοοῦν τὴν ἁπλὴν αὐτὴν παραβολὴν «καὶ λέγει αὐτοῖς˙ οὐκ οἴδατε τὴν παραβολὴν ταύτην καὶ πῶς πάσας τὰς παραβολάς οἴδατε;» πῶς θὰ ἐννοήσητε τὰς ἄλλας παραβολάς, ἀφοῦ δὲν ἐννοεῖτε αὐτὴν τὴν τόσον ἁπλὴν παραβολήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ τῶν ἄλλων παραβολῶν; Μετὰ ταῦτα προβαίνει εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως ὡς ἑξῆς :

«Ὑμεῖς οὖν ἀκούσατε τὴν παραβολὴν τοῦ σπείραντος. Ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ σπείρων» εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «τὸν λόγον σπείρει. Οἱ παρὰ τὴν ὁδὸν εἰσὶν οἱ ἀκούσαντες εἶτα ἔρχεται ὁ Διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν» διότι «παντὸς ἀκούοντος τὸν λόγον τῆς βασιλείας καὶ μὴ συνιέντος» μὴ προσέχοντος «ἔρχεται ὁ πονηρὸς» ὁ Διάβολος «καὶ ἁρπάζει τὸ ἐσπαρμένον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν.

Ὁ δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπαρείς, οὗτος ἐστιν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ εὐθὺς μετὰ χαρᾶς δεχόμενος καὶ λαμβάνων αὐτόν. Οὐκ ἔχει δὲ ρίζαν ἐν ἑαυτῷ, ἀλλὰ πρόσκαιρος ἐστιν˙ εἶτα γενομένης θλίψεως ἤ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον εὐθὺς σκανδαλίζεται. Οἵ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. Τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσὸν οὗτοι εἰσὶν οἱ τὸν λόγον ἀκούσαντες καὶ ὑπὸ μεριμνῶν τοῦ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου καὶ αἱ περὶ τὰ λοιπὰ ἐπιθυμίαι εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσι τὸν λόγον καὶ ἄκαρπος γίνεται. Ὁ δὲ ἐπὶ τὴν καλὴν γῆν σπαρείς, οὗτος ἐστὶν ὁ τὸν λόγον ἀκούων καὶ συνιῶν» ἐννοῶν «ὃς δὴ καρποφορεῖ καὶ ποιεῖ ὁ μὲν ἑκατόν, ὁ δὲ ἑξήκοντα, ὁ δὲ τριάκοντα ἐν ὑπομονῇ».

Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ θείου λόγου εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀνάλογον τῆς προσφερθείσης θείας χάριτος καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ παραβολὴ δεικνύει τὰς διαφοράς τῶν ἀκροατῶν τοῦ θείου λόγου.

Ἰδοὺ ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ἐν τῇ παραβολῇ ταύτῃ ἔχομεν τὰ ἐμπόδια τῆς καρποφορίας τοῦ θείου λόγου καὶ τὴν ἄρσιν τῶν ἐμποδίων αὐτῶν.

Θέμα: Ἐμπόδια καρποφορίας τοῦ θείου λόγου καὶ ἄρσις αὐτῶν.
Αον) Ἐμπόδια καρποφορίας τοῦ θείου λόγου εἶναι τρία.

1) Ἡ πεπατημένη γῆ. Οὗτοι εἶναι οἱ ἀδιάφοροι. Διὰ νὰ φυτρώσῃ εἰς τὴν γῆν ὁ πεσών σῖτος, εἶναι ἀνάγκη, ὡς γνωστόν, τόσον τὸ χῶμα τῆς γῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπεσεν ὁ κόκκος, ὅσον καὶ ὁ ἴδιος ὁ κόκκος νὰ πάθουν ἀμοιβαίαν τινὰ κίνησιν, συγκίνησιν. Οὐδεμία ριζοβόλησις οὐδενὸς κόκκου εἶναι δυνατὴ εἰς περίπτωσιν οὐδεμιᾶς ἑκατέρωθεν συγκινήσεως. Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ γῆ, ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ σπόρος τοῦ θείου λόγου, ὁ ὁποῖος θὰ πέσῃ ἐπ’ αὐτῆς, πρέπει νὰ συγκινηθοῦν ἀμοιβαίως. Ἡ καρδία μὲ τοὺς παλμούς της θὰ ἀνάλυσῃ τὸν σπόρον τοῦ θείου λόγου, ὅπως ἡ καλλιεργημένη γῆ ἀναλύει τὸν κόκκον τοῦ σίτου. Δυστυχῶς ὅμως ὡς ἡ πεπατημένη γῆ εἶναι τελείως ἀδιάφορος λόγῳ τῆς σκληρότητός της καὶ οὐδεμίαν κίνησιν αἰσθάνεται εἰς τὸν πεσόντα εἰς αὐτὴν σπόρον, κατὰ παρόμοιον τρόπον ὑπάρχουν καὶ καρδίαι τόσον σκληραὶ καὶ πεπατημέναι, αἱ ὁποῖαι τόσον ἐπιπολαίως ἐδέχθησαν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὥστε οὐδένα παλμόν, οὐδεμίαν συγκίνησιν αἰσθάνονται διὰ τὸν πεσόντα σπόρον τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Σατανᾶς ἤρπασεν ἀπὸ τὴν καρδίαν των τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καρποφορίας. Μένουσιν ἀδιάφοροι, ἀσυγκίνητοι. Ἐκοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ὅταν ἦσαν βρέφη καὶ ἡλικιωμένοι ψυχορραγοῦν καὶ οὐδεμίαν αἰσθάνονται συγκίνησιν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Χριστό. Ἡ σαρκολατρεία, ἡ φιλαργυρία, ἡ ὑπερηφάνεια, αἱ διάφοραι αὗται μορφαί τοῦ ἐγωϊσμοῦ ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἐποδοπάτησαν τὴν ψυχὴν των καὶ τὴν ἐσκλήρυναν. Τί σκληρότερον τοῦ ἐγωισμοῦ; Οὐδέν. Τί σκληρότερον τῆς πολυχρονίου συνήθειας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ τοῦ ἐγωϊσμοῦ; Οὐδέν. Ἑπομένως ἐγωϊσμὸς καὶ συνήθεια πολυχρόνιος, ἰδοὺ τὰ μέσα τῆς σκληρύνσεως τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας ὡς εἶναι σκληρὰ ἡ πεπατημένη γῆ.

2) Ἡ ἀκανθώδης γῆ. Αὕτη, ὡς ὁ Κύριος ἑρμηνεύει, εἶναι αἱ μέριμναι, ὁ πλοῦτος καὶ αἱ ἡδοναὶ τοῦ βίου, αἱ ὁποῖαι συμπνίγουσι τὴν ψυχὴν ὡς αἱ ἀκάνθαι. Ἄκανθαι συμπνίγουσαι εἶναι ὁ πλοῦτος ὡς δεύτερον ἐμπόδιον τῆς καρποφορίας τοῦ θείου λόγου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Αἱ ἄκανθαι ἔχουσι ῥίζας μαλακάς καὶ ἀκάνθας ἀντὶ φύλλων. Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ μέριμνα, ὁ πλοῦτος καὶ ἡ ἡδονὴ ἔχουσι μαλακάς τὰς ῥίζας των, τὰς ἀρχὰς των μέσα μας, διότι εἶναι εὐχάριστοι, ὁ καρπὸς των ὅμως εἶναι ἀγκάθι. Ὅπως τὸ ἀγκάθι, ὅταν σὲ κεντήσῃ, ἐπισύρεται ἀμέσως ἡ προσοχή σου εἰς αὐτὸ καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦ σώματός σου, τὸ ὁποῖον ἐκέντησε, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ αἱ ἡδοναί, ὁ πλοῦτος, ἡ μέριμνα ἐπισύρουν τὴν προσοχήν μας εἰς τὸν ἑαυτόν τους καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦ σώματός μας, τὸ ὁποῖον κεντοῦν. Ταῦτα συμπνίγουν, ἀποσποῦν τὴν προσοχήν μας καὶ δὲν ἀφήνουν ταύτην νὰ ὑψωθῇ πρὸς τὰ ἄνω. Τῇ ἀνοχῇ τοῦ γεωργοῦ ὑπάρχουν τὰ ἀγκάθια εἰς τὸν ἀγρόν. Τῇ θελήσει μᾶς ὑπάρχουν ἡ βουλιμία τοῦ πλούτου, τῆς μερίμνης καὶ τῶν ἡδονῶν. Εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους ἔγινεν ἡ ῥιζοβόλησις τοῦ καρποῦ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου ἀλλὰ δὲν ἐσυνεχίσθη. Ἤρχισαν τὸ καλὸν ἀλλὰ δὲν τὸ ἐσυνέχισαν. Οἱ δύο ἀνωτέρω πειρασμοὶ— ἐμπόδια εἶναι ἐσωτερικοὶ πειρασμοί. Τώρα ὅμως ἔρχεται τρίτον ἐμπόδιον.

3) Ἡ πετρώδης γῆ. Τὸ ἐμπόδιον τοῦτο εὑρίσκεται ἐκτός τοῦ ἀνθρώπου, διότι, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Κύριος, πετρώδης γῆ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες «πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται». Ἡ πετρώδης γῆ εἶναι ἀνεξάρτητός τῆς θελήσεως τοῦ γεωργοῦ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἠσθάνθησαν παλμὸν καρδίας εἰς τὸν θεῖον λόγον, ἀπέφυγον τὸν πειρασμὸν τοῦ πλούτου, τῆς ἡδονῆς, τῶν μεριμνῶν, ἐσκόνταψαν ὅμως εἰς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον παρὰ τὴν θέλησιν των χωρὶς νὰ τὸ περιμένουν. Ἡ πτωχεία, ἡ νόσος, ὁ θάνατος, ἡ συκοφαντία καὶ τὰ λοιπὰ ἀτυχήματα τῆς ζωῆς εἶναι πειρασμοί, τοὺς ὁποίους δὲν θέλομεν καὶ δὲν περιμένομεν. Ὁ ἐξ αὐτῶν κίνδυνος εἶναι μεγάλος. Τσακίζει τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, διότι οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀπροσδόκητοι.
Βὸν) Ἄ ρ σ ι ς ἐμποδίων. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ τρία ταῦτα ἐμπόδια τῆς καρποφορίας τοῦ θείου λόγου ἔχομεν τὴν ἀγαθὴν γῆν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε πεπατημένη, οὔτε ἀκανθώδης, οὔτε πετρώδης, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι ὠργωμένη ἄνευ ἀκανθῶν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ἄνευ βράχων εἰς τὸ ἐσωτερικόν της. Αἱ καρδίαι τῶν ἀνθρώπων, τὰς ὁποίας δὲν ἐσκλήρυνεν ὁ ἐγωισμός, δὲν κατέστησεν ἀδιάφορους ἡ ἁμαρτωλὸς συνήθεια, δὲν εἶναι δηλαδὴ αὗται γῆ πεπατημένη, ἀλλὰ αἰσθάνονται κίνησιν, παλμὸν τινα, ὅπως ἡ ὠργωμένη γῆ, ἡ ὁποία λαμβάνει τὸν σπόρον συγκινοῦνται καὶ καρποφοροῦν.

Πόσον πράγματι πολύτιμοι εἶναι οἱ παλμοὶ τῆς καρδίας μας διὰ τὴν καρποφορίαν τοῦ θείου λόγου! Πόσον εὐτυχεῖς εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς των ζωῆς ἀκούσαντες ἕνα κήρυγμα, μίαν συμβουλὴν συνεκινήθησαν κατενύγησαν καὶ μὲ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ᾐσθάνθησαν, τοὺς πρώτους παλμοὺς τῆς καρδίας των εἰς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου !

Ὅσον ὅμως ὡραία καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀρχή, πρέπει αὕτη νὰ συνεχισθῇ. Αἱ καρδίαι τῶν ἀνθρώπων, αἱ ὁποῖαι δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν μεριμνῶν καὶ τοῦ πλούτου, ὥστε νὰ εἶναι ἐπιπόλαιαι, ἀλλ’ ἔστρεψαν τὴν προσοχὴν των πρὸς τὰ ἄνω, ἐκαρποφόρησαν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, διότι ἀστεῖα βρωμερά, γέλωτες καὶ γλέντια διαβολικά, βρωμολογήματα καὶ πειράγματα καὶ αἱ λοιπαὶ ἐπιπολαιότητες τῆς ζωῆς δὲν ὑπάρχουν εἰς αὐτούς. Ἐκεῖνοι ἐπῆραν τὴν ζωὴν ὄχι μποέμικα ἀλλὰ εἰς τὰ σοβαρά. Ἐννοήσαντες τὸ πρόσκαιρον καὶ ὀλέθριον τῶν ἡδονῶν ὕψωσαν τὸ βλέμμα τῶν πρὸς τὰ ἄνω καὶ ἐκεῖθεν ἔλαβον τὴν βροχὴν τῆς θείας χάριτος, ὥστε νὰ ἀσχοληθῶσι σοβαρῶς διὰ τὸ τόσον σοβαρὸν ζήτημα τῆς ψυχῆς των. Ἐφρόντισαν νὰ ἀπομακρύνουν τὰ ἀγκάθια αὐτὰ τῶν ἡδονῶν καὶ τοῦ πλούτου ἀπὸ τὸν νοῦν των καὶ νὰ φροντίσουν διὰ τὴν χαρὰν τῆς ψυχῆς των καὶ τὸν πνευματικὸν πλουτισμόν. Οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι ὠπλισμένοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπολέμησαν ἐξωτερικοὺς πειρασμοὺς τὰ ἀτυχήματα τοῦ βίου διὰ τῆς ὑπομονῆς των, ἔχοντες πεποίθησιν καὶ πίστιν ἀπόλυτον εἰς τὸν Θεόν, ὅτι ὅλα τὰ ἀτυχήματα τοῦ βίου τὰ ἐπιτρέπει ὁ Πανάγαθος Θεὸς πρὸς καταρτισμὸν των. Ὑψώνοντες τὸ βλέμμα των πρὸς τὸν Θεὸν ἀποκτοῦν μεγάλον βάθος εἰς τὴν ψυχὴν των. Ἑπομένως οἱ πρῶτοι παλμοὶ εἰς τὴν ἀκρόασιν τοῦ θείου λόγου, ἡ συνέχεια καὶ τὸ ἀμέριστον ἐνδιαφέρον μας καὶ τρίτον ἡ ὑπομονὴ εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ θείου λόγου εἶναι τὰ τρία μέσα ἄρσεως τῶν τριῶν ἐμποδίων.

Λαμπρὸν παράδειγμα τῶν δύο ψυχικῶν καταστάσεων εἶναι ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Αὕτη ἀπὸ ἡλικίας 12—27 ἐτῶν ἦτο γῆ πεπατημένη καὶ ἀκανθώδης, διότι ζῶσα εἰς τὴν σαρκικὴν ἁμαρτίαν οὐδένα παλμὸν θεῖον ἠσθάνετο εἰς τὴν ψυχήν της. Τόσην πώρωσιν εἶχεν, ὥστε ὡς ναῦλον κατὰ τὴν μετάβασίν της εἰς Ἱερουσαλὴμ ἔδωκε τὸ σῶμα της. Ἀποφασίσασα ὅμως νὰ προσκυνήσῃ τυπικῶς τὸν τίμιον σταυρὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ μὴ δυνηθεῖσα, διότι ἠμποδίσθη ὑπὸ ἀοράτου δυνάμεως, ἐδέχθη τὸν πρῶτον παλμὸν μετανοίας ἐν τῇ καρδία της. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶχε καὶ τὴν συνέχειάν της, διότι ἔζησε 47 ἔτη εἰς ἀσκητικὴν ζωὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πεπατημένη, ἡ ἀκανθώδης καὶ πετρώδης γῆ ἔγινε τόσον εὔφορος, ὥστε διήρχετο τὸν Ἰορδάνην ἀβρόχοις ποσὶ καὶ ὅταν προσηύχετο, ἵστατο ὑπεράνω τῆς γῆς. Οὐδεὶς ἁμαρτωλὸς πρέπει νὰ ἀπελπίζεται!
Ἂς ἀρχίσωμεν, ἄς συνεχίσωμεν, ἂς ὑπομείνωμεν μέχρι τέλους, ἵνα δοξασθῶμεν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
Τὸ τέλος καὶ τὸ ἐπισφράγισμα τῶν παραβολῶν.

Ματθ. 13, 10—17. 34—35. Μάρκ. 4, 10—14. 21—25. 33—34. Λουκ. 8, 9—10. 16—18.
Καὶ α) Τὸ τέλος τῶν παραβολῶν τούτων.

«Ὅτε ὁ Κύριος ἐγένετο κατὰ μόνας» ἀποχωρήσαντος τοῦ ὄχλου «προσελθόντες οἱ περὶ Αὐτὸν σὺν τοῖς δώδεκα ἠρώτων Αὐτὸν διατὶ ἐν παραβολαῖς λαλεῖς αὐτοῖς; καὶ τὶς αὕτη εἴη ἡ παραβολή;» τοῦ σπορέως. Τὴν παραβολὴν ταύτην ἡρμηνεύσαμεν ἀνωτέρω ἰδὲ σελίδα 170—172.

Ἡ παραβολή, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ἔχει τὰ φωτεινὰ ἀλλὰ ἔχει καὶ τὰ σκοτεινά της σημεῖα. Ὁ εὐρύτερος κύκλος τῶν μαθητῶν μετὰ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων ἐρωτοῦν τὸν Κύριον διατὶ ὁμιλεῖ πρὸς τὸν λαὸν διὰ παραβολῶν. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἐκείνοις δὲ τοῖς ἔξω οὐ δέδοται». Μυστήρια τῆς βασιλείας εἶναι τὰ μυστικὰ σχέδια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πὼς δηλαδὴ αὕτη ἀναπτύσσεται καὶ προοδεύει. Οἱ «ἔξω» εἶναι ἡ ἄπιστος μάζα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Ὁ Κύριος φέρει τὴν δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης διακρίσεως τῶν πιστῶν του ἀκολούθων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὰ Μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἄνευ καὶ μετὰ παραβολῶν πρὸς τοὺς ἄλλους τοὺς «ἔξω» καὶ λέγει. «Ὅστις γὰρ ἔχει δοθήσεται αὐτῷ καὶ περισσευθήσεται. Ὅστις δὲ οὐκ ἔχει καὶ ὁ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ». Ἐκεῖνος δηλαδὴ ὁ ὁποῖος ἐπωφελεῖται τὴν πρώτην δοθεῖσαν δωρεάν, λαμβάνει καὶ ἄλλην δωρεάν. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος δὲν ἐπωφελεῖται τὴν πρώτην δωρεάν, ὄχι μόνον δὲν λαμβάνει κι ἄλλην, ἀλλὰ χάνει καὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἡ πρώτη δωρεά, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ὅλους, εἶναι ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ εἶναι τὰ κλειδιά, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνοιχθῶσι τὰ νοήματα τῶν παραβολῶν. Ταῦτα ὅμως ἀπέκρουσαν «οἱ ἔξω» τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἄπιστοι Ἰουδαῖοι. Δία τοῦτο στεροῦνται τῶν ὑψηλοτέρων ἀληθειῶν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὰς παραβολάς. Σεῖς δὲ οἱ Ἀπόστολοι καὶ λοιποὶ πιστοί, λέγει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ ἐδέχθητε τὰ θαύματα καὶ τὴν διδασκαλίαν, τὰ κλειδιά, δύνασθε νὰ εἰσέλθετε εἰς τὰ νοήματα τῶν παραβολῶν. Κάμνων ὁ Κύριος προσεκτικούς τούς μαθητάς καὶ ἀποστόλους τοῦ διὰ τὰς παραβολάς καὶ δωρεάς αὐτάς λέγει καὶ πρὸς αὐτούς : «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκούετε. Ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, μετρηθήσεται ὑμῖν καὶ προστεθήσεται ὑμῖν». Ὅσον περισσότερον προσέξητε, τόσον περισσότερα θὰ ἐννοήσητε, ὅσον περισσότερον ἐργασθῆτε τὰς δωρεάς αὐτάς, τόσον περισσότερον θὰ σᾶς αὐξηθοῦν, τόσον περισσότερον θὰ ἀμειφθῆτε.

Ὁ Κύριος, ἵνα τονίσῃ περισσότερον τὴν θέσιν τῶν ἀπίστων ἔναντι τῶν παραβολῶν, λέγει: «ἐκείνοις δὲ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς πάντα γίνεται, ἵνα βλέποντες βλέπωσι καὶ μὴ ἴδωσιν καὶ ἀκούοντες ἀκούουσι καὶ μὴ συνιῶσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι καὶ ἀφεθῇ αὐτοῖς». Αἰτία τῆς τυφλώσεως τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων δὲν εἶναι ὁ παραβολικὸς φλοιὸς καὶ ὁ Κύριος ὁ εἰπών τὰς παραβολάς ταύτας, ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ ἄπιστοι Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τὴν κλεῖδα τῶν παραβολῶν, τὰ θαύματα δηλαδὴ καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Κυρίου, ὡς εἴπομεν. Ὡς ἀποτέλεσμα ὅμως ἦλθεν ἡ τύφλωσις αὐτῶν. Ἑπομένως ἐνταῦθα οἱ τελικοὶ σύνδεσμοι «ἵνα μὴ ἴδωσιν…. καὶ μὴ συνιῶσιν μήποτε ἐπιστρέψωσι…» δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν τελικήν, δὲν ἐκφράζουσι σκοπόν, ἀλλὰ ἔννοιαν ἀποβατικήν, διότι ἐκφράζουσιν ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως τὸ «ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι….» κ.λ.π. πρέπει νὰ ἀποδοθῇ διὰ τοῦ : Οἱ «ἔξω» ἐθελοτυφλοῦν, ὥστε βλέποντες νὰ μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες νὰ μὴ ἐννοῶσιν. Ὁ Κύριος, ἵνα τονίσῃ τὰ αἴτια τῆς τυφλώσεως των εἶναι ἡ ἀπιστία των καὶ ἡ ἀδιαφορίαν των, φέρει τὴν προφητείαν τοῦ Ἡσαΐου, ἡ ὁποία λέγει: «ἀκοῇ ἀκούσετε» καὶ ἐπανάληψιν ἀκούετε «καὶ οὐ μὴ συνῆτε καὶ βλέποντες βλέψετε» κατ’ ἐπανάληψιν βλέπετε «καὶ οὐ μὴ ἴδητε. Ἐπαχύνθη» ἐσκληρύνθη «γὰρ ἡ καρδία» ἡ ψυχὴ «τοῦ λαοῦ τούτου καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν». Ἐνῷ ἤκουον μὲ τὰ σωματικὰ των αὐτιὰ τὰ λόγια τοῦ Κύριου, δὲν ἐνόουν τὰ νοήματα αὐτῶν. Ἐνῷ ἔβλεπον τόσα θαύματα δὲν ἐνόουν τὴν ἀποστολὴν τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο ἔγινε, διότι ἐσκληρύνθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου καὶ διὰ τοῦτο ἔκλεισαν ματιὰ καὶ αὐτιὰ εἰς τὰ θαύματα καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Σωτῆρος. Ἡ διαγωγὴ των δὲ αὕτη ἦτο τοιαύτη «μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι «καὶ ἐπιστρέψωσι καὶ ἰάσωμαι αὐτούς». Δὲν ἤθελον νὰ ἀκούσωσι μήπως καὶ ὅπως κοινῶς λέγομεν μὴ – μπᾶς….. καὶ σωθῶσι! Πόση εἰρωνεία!

Ὁ Κύριος στρέφεται καὶ πάλιν πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ μακαρίζει αὐτούς, διότι ἀκούουσι τὰ θεῖα του λόγια πιστεύοντες εἰς αὐτά ὡς ἑξῆς˙ «ὑμῶν μακάριοι οἱ ὀφθαλμοί, ὅτι βλέπουσι τὰ ὦτα ὑμῶν ὅτι ἀκούουσιν. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι» τὰ πλέον ἐξαίρετα πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε καὶ οὐκ εἶδον καὶ ἀκοῦσαι, ἃ ἀκούετε καὶ οὐκ ἤκουσαν». Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πνευματικῶν ὀφθαλμῶν καὶ ὤτων.

Ἵνα μὴ νομισθῇ ὅτι αἱ παραβολαὶ αὗται ἐδόθησαν, ἵνα ἐννοηθῶσι μόνον ὑπὸ τῶν ἀποστόλων, ὁ Κύριος τονίζει, ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῶσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ λέγει τὰ ἑξῆς: «οὐδεὶς λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἤ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν, ἀλλὰ ἐπὶ λυχνίας τίθησιν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς. Οὐ γὰρ ἐστι κρυπτόν, ὁ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ’ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν». Δία τῶν φράσεων τούτων ὁ Κύριος συνιστᾷ εἰς τοὺς ἀποστόλους του, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, διότι ὁ ἀνάψας λύχνον δὲν τὸν σκεπάζει μὲ δοχεῖον τι οὔτε τοποθετεῖ αὐτὸν κάτωθεν τῆς κλίνης, ἀλλὰ θέτει αὐτὸν εἰς τὸν λυχνοστάτην, ἵνα φωτίζῃ τοὺς εἰσερχόμενους εἰς τὴν οἰκίαν. Ὅ,τι εἶπεν ὁ Κύριος ἐν τῷ κρυπτῷ, μεταξὺ δηλαδὴ τῶν μαθητῶν του, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὡς, πρέπει νὰ διαδοθῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ὁ Κύριος τέλος ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά του προσθέτει˙εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω». Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀκούσῃ τὰ λόγια αὐτά, ἂς τὰ ἀκούσῃ.

Β’) Τὸ ἐπισφράγισμα τῶν παραβολῶν.

Οἱ εὐαγγελισταὶ καὶ ὁ Κύριος κατακλείουσι τὰς παραβολάς ὡς ἑξῆς:

Ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μάρκος λέγουσι˙ «τοιαύταις παραβολαῖς ἐλάλει τοῖς ὄχλοις τὸν λόγον καθὼς ἠδύναντο ἀκούειν». Ὁ Ἰησοῦς ἐδίδασκε σαφῶς προσαρμοζόμενος εἰς τὰς ἱκανότητας τῶν ἀκροατῶν του, χρησιμοποιῶν εἰκόνας ἐκ τῆς ἀγροτικῆς, οἰκογενειακῆς ζωῆς. «Χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς». Ἔκαμε τοσαύτην χρῆσιν τῶν παραβολῶν κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ὥστε ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς Ἀποστόλους. Ἄνευ παραβολῆς δὲν ὠμίλει. Ἑπομένως πολλαί ἐξ αὐτῶν δὲν ἐγράφησαν. «Κατ’ ἰδίαν τοῖς ἰδίοις μαθηταῖς ἐπέλυε πάντα», προσθέτει ὁ Μᾶρκος. Ἰδιαιτέρως δὲ ἐξήγει ὁ Κύριος εἰς τοὺς Ἀποστόλους τοῦ πάσαν ἀπορίαν των. Ὁ δὲ Ματθαῖος ἐνθυμηθείς ἀναφέρει τὸν 77ον ψαλμόν, ὁπού ὁ ἱερὸς προφήτης Ἀσάφ λέγει «ἀνοίξω ἐν παραβολαῖς τὸ στόμα μου, ἐρεύξομαι κεκρυμμένα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου».

«Ἐρεύξομαι» σημαίνει ἀναγγέλλω μετὰ ἰσχυρᾶς φωνῆς. «Κεκρυμμένα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» εἶναι αἱ ὁδοὶ τῆς θείας Προνοίας διὰ τὴν προστασίαν τοῦ Ἰσραὴλ τὰ ἐν αὐταῖς κεκρυμμένα νοήματα. «Αἰνίγματα» κρυμμένα νοήματα ἔχουσι καὶ αἱ εὐαγγελικαὶ παραβολαί. Ὅπως λοιπὸν ὁ Ἀσὰφ ἐχρησιμοποίει τὸ παρελθὸν τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὡς ἀπαλλαγῆ ἐκ τῆς Αἰγύπτου κλπ. δία νὰ ἐξαγάγῃ μυστικόν, ἠθικὸν τι συμπέρασμα, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ Χριστὸς ἐχρησιμοποίει διὰ τῶν παραβολῶν γεγονότα τῆς φύσεως καὶ τῆς ζωῆς, ἵνα διδάξῃ τὰς μυστηριώδεις ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Χριστὸς εἶναι εἰκὼν τοῦ Ἀσάφ.

Ὁ Κύριος κατακλείει ὡς ἑξῆς τὰς παραβολάς ταύτας: «συνήκατε ταῦτα πάντα» ἐνοήσατε, λέγει πρὸς τοὺς Ἀποστόλους του, ὅλας αὐτάς τὰς ἑρμηνείας καὶ τὰ κύρια σημεῖα τῶν παραβολῶν; Ἐρωτᾷ ὁ Κύριος τούς μαθητάς του, διότι ἦτο ἕτοιμος νὰ δώσῃ ἑρμηνείας, εἰς ὅσα δὲν ἐνόησαν. Οἱ μαθηταὶ ἀπαντῶσι ναί! Ὁ Χριστὸς λέγει εἰς αὐτούς˙ «Δία τοῦτο πᾶς γραμματεὺς μαθητευθείς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότη, ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά». Ἀφοῦ ἐνοήσατε, σᾶς λέγω τοῦτο: «πᾶς γραμματεὺς» πᾶς χριστιανὸς δηλαδὴ διδάσκαλος «μαθητευθείς» λαβών μαθήματα «ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐννοήσας αὐτὰ ὁμοιάζει πρὸς οἰκοδεσπότην, νοικοκύρην. Ὅπως δηλαδὴ ὁ οἰκοδεσπότης ἐκ τοῦ «θησαυροῦ», τοῦ θησαυροφυλακίου του, ἐκ τῆς ἀποθήκης του, ὅπου ἔχει ἐναποταμιεύσει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας του τὰ χρειώδη, ἐξάγει «καινὰ καὶ παλαιὰ» τὰ ἀπαραίτητα δηλαδὴ δὶ’ ἑκάστην ἡμέραν τρόφιμα καὶ πράγματα, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ χριστιανὸς διδάσκαλος πρέπει διδάσκων νὰ παραθέτῃ καινὰ καὶ παλαιὰ ἤτοι θρησκευτικὴν γνῶσιν, ἡ ὁποία συνίσταται ἐκ παλαιῶν καὶ νέων καλῶν διδαγμάτων ἐκ τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης, ἐκ τῆς κοσμικῆς καὶ χριστιανικῆς σοφίας διὰ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς ἀκροατάς του, διότι καὶ ὁ Κύριος ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ παραβολάς ἐκ τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὁ Χριστὸς διδάσκαλος ἐκφράζει «τὰ κοινὰ καινῶς καὶ τὰ καινὰ κοινῶς». Ἤτοι διδάσκει τὰ γνωστά κατὰ τρόπον καινούργιον καὶ τὰ καινούργια κατὰ τρόπον εὔληπτον εἰς ὅλους.
Γ’) Σκέψεις ἐπὶ τῶν παραβολῶν.

Ἡ παραβολὴ διασαφεῖ διὰ παραδειγμάτων καὶ ἀναλογιῶν τὰς ἐννοίας, ὑποβοηθεῖ τὴν μνήμην, διεγείρει τὴν σκέψιν, διδάσκει βαθμιαίως, παιδαγωγικῶς. Ταῦτα πάντα εἶναι δι’ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἰδίᾳ ὅμως διὰ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἠγάπων τὴν συγκεκριμένην διδασκαλίαν περισσότερόν τῆς θεωρητικῆς καὶ φιλοσοφικῆς. Παρ’ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ ἡ παραβολὴ ἔχει καὶ τὸ μειονέκτημα, ὅτι δὲν θίγει ἀπ’ εὐθείας τὸ θέμα ἀλλὰ ἐμμέσως, διότι δὲν ἐκφράζεται ῥητῶς ἀλλὰ συγκεκαλυμμένως. Μάρτυρες τούτων οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἐξήγησιν καὶ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύει τὴν παραβολὴν τοῦ σπορέως. Πόση διαφορὰ παραβολῆς καὶ ἑρμηνείας!

Αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα γίνονται μειονεκτήματα, διότι ἐνῷ διεγείρουν τὴν προσοχήν, τὴν ἔρευναν, τὴν σκέψιν, δὲν ἐκφράζουσι πλήρως τὰ νοήματα, ὅπως ἡ ῥητὴ διδασκαλία. Αἱ παραβολαὶ ἔχουν δύο ὄψεις : μίαν φωτεινὴν καὶ τὴν ἄλλην σκοτεινήν, ὅπως ἡ νεφέλη, ἡ ὁποία ὡδήγει τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἐσκότιζε τοὺς Αἰγυπτίους.

Ὁ παραβολικὸς δηλαδὴ φλοιὸς εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἐν ᾧ διεγείρει τὴν προσοχὴν τῶν ἐπιμελῶν καὶ ἀμείβει αὐτοὺς πλουσίως εἰς νοήματα, ἐμποδίζει καὶ τιμωρεῖ τοὺς ἀμελεῖς, τοὺς ἀδιάφορους εἰς τὴν κατανόησιν τῶν νοημάτων, διότι εἰς αὐτοὺς παρουσιάζεται αὕτη ὡς τερπνὴ διήγησις ἱκανοποιοῦσα μόνον τὴν περιέργειαν. Ἡ παραβολὴ ὁμοιάζει πρὸς ἀμύγδαλον τοῦ ὁποίου ὁ πρὸς βρῶσιν καρπὸς εἶναι τὰ νοήματα, ὁ δὲ σκληρὸς φλοιός του ἡ διήγησις. Ταυτοχρόνως δὲ φυλάσσονται τὰ ὑψηλότερα νοήματα ἀπὸ ἀπίστους καὶ ἀδιάφορους, ἵνα μὴ θέσωμεν τοὺς μαργαρίτας ἔμπροσθεν τῶν χοίρων. Ἡ παραβολὴ εἶναι ἔκφρασις τῆς θείας καλωσύνης, διότι κρύπτουσα ἀπὸ τοὺς κακοὺς τὰ καλὰ νοήματα καθιστᾷ αὐτοὺς ὀλιγώτερον ὑπευθύνους τοῦ νὰ ἁμαρτήσωσι συνειδητῶς, ταυτοχρόνως δὲ παρέχει εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐρωτήσουν, νὰ ἐννοήσουν, νὰ ἐπιστρέψουν. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἡ παραβολὴ εἶναι σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἀφήνει ἐλεύθερον τὸν ἂν-θρωπον, ἂν θέλῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως αἱ παραβολαὶ ἐκφράζουσι τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, διότι ἀμείβουσι τοὺς ἐπιμελεῖς καὶ τιμωροῦσι τοὺς ἀμελεῖς, φυλάττουσι τοὺς οὐρανίους θησαυροὺς ἀπὸ ἀναξίους χεῖρας καὶ κύνας καὶ σέβονται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁποῖον βάθος !

3.

Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ (Λουκ. η΄5-15)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)
«Ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ»

Πολλὲς φορὲς συνήθιζε νὰ ὁμιλεῖ ὁ Κύριος μὲ παροιμίες καὶ παραβολές. Μιὰ ἀπ’τὶς σπουδαιότερες παραβολὲς Του εἶναι καὶ τοῦ σπορέως καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀκούσθηκε σήμερα στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα.Ἕνας γεωργὸς ἔσπειρε τὸν σπόρο του στὸ χωράφι κι ἀπ’ τὰ τέσσερα μέρη τοῦ σπόρου τὰ τρία ποὺ ἔπεσαν πάνω στὸ δρόμο, στὴν πέτρα καὶ στ’ ἀγκάθια χάθηκαν, ἐνῶ τὸ τελευταῖο ποὺ ἔπεσε πάνω στὴν καλὴ γῆ καρποφόρησε σὲ ἕνα μέρος τριάντα τοῖς ἑκατό, σ’ ἄλλο ἑξήντα καὶ σ’ ἄλλο ἑκατὸ (Μάρκ. 4,20). Ἂς δοῦμε πῶς καρποφορεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ:

Ἡ ἐπεξήγηση τῆς παραβολῆς. Ὁ Κύριος ἑρμήνευσε τὴν παραβολὴ καὶ εἶπε πὼς ἡ καλὴ γῆ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καλὴ καὶ ἀγαθὴ καρδιὰ (Λουκ. 8,15), εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ «συνιέντες» (Ματθ. 13,23), εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν μὲ σοβαρότητα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, «οἱ παραδεχόμενοι» (Μάρκ. 4,20). Ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἀπορρίπτουν τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ πολλὴ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ καλλιέργησαν τὸ σπόρο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ κι εἶχαν πλούσια καρποφορία. Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ καρποφορία; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἀνθρώπινος λόγος ποὺ κρύβει μέσα του μία θρησκευτικὴ εἴδηση, ἔστω καὶ τὴν μεγαλύτερη ἢ τὴν πιὸ συνταρακτική. Πίσω ἀπ’ τὰ νοήματα τοῦ Εὐαγγελίου κρύβεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Λόγος Του. «Τεκνία μου, οὕς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλ, 4,19), τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Πράγματι ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, σὰν μικρὸ βρέφος ἀναπτύσσεται μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς εἶπε πὼς μητέρα Του καὶ ἀδέλφια Του εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν στὴν ζωὴ τους (Λουκ. 8,21). Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου-ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδιάψευστη μαρτυρία πὼς ὁ Χριστὸς ἔχει μορφωθεῖ μέσα μας.

Πῶς καταλαβαίνουμε τὴν καρποφορία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ;

Ὁ ἅγιος Συμεών, ὁ Νέος Θεολόγος, φέρνει τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Μία γυναίκα ποὺ κυοφορεῖ μέσα της βρέφος, ἔστω κι ἂν ἐξωτερικὰ δὲν ὑπάρχει κανένα σημεῖο τῆς κυοφορίας της ἢ ἔστω πὼς οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι δὲν ὑποψιάζονται πὼς μπορεῖ νὰ ἔχει κάποιο παιδὶ στὰ σπλάγχα της, αὐτὴ ὅμως, ἐπειδὴ ἀκούει τὰ σκιρτήματά του, εἶναι ἀπόλυτα βέβαιη ὅτι ἔχει παιδί. Τὸ ἴδιο κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχθηκε μέσα του τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ• καταλαβαίνει πολὺ καλὰ ὅτι ἔχει μέσα του τὰ θρεπτικὰ σπέρματα τοῦ Θεοῦ.

Ἂς ποῦμε μερικὰ παραδείγματα.Ἕνας ἄνθρωπος πρὶν νὰ πιστεύσει στὸ Χριστὸ ἦταν ἐγωιστής, ζηλιάρης, ἀνήθικος καὶ φίλαυτος. Τώρα ποὺ δέχεται μέσα του τὰ σπέρματα τοῦ κηρύγματος, ἀρχίζει νὰ παραδέχεται ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους. Ἁμαρτήματα ποὺ προηγουμένως τὰ θεωροῦσε ἀσήμαντα, τώρα τὰ πολεμάει. Ἀρχίζει νὰ κάνει ἐλεημοσύνες καὶ καταβάλει σκληρὲς προσπάθειες νὰ κρατήσει μέσα του, μὲ τὴ βοήθεια τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ φῶς καὶ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλάζει ριζικὰ καὶ κατὰ τρόπο θαυμαστό. Αὐτὸ εἶναι ἡ καρποφορία τοῦ θείου σπόρου. Ἡ πλήρης καρποφορία εἶναι νὰ δεῖ τὸ Θεὸ «καθὼς ἐστιν» (Α΄ Ἰω. 3,2).
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ κάνει λόγο γιὰ τοὺς «καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ρῆμα» (κεφ. 6,5). Δὲ μιλάει γιὰ κείνους ποὺ ἄκουσαν τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τοὺς γευσαμένους, αὐτοὺς ποὺ δοκίμασαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅποιος κοινωνήσει –«μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης»- τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, γεύεται καὶ αἰσθάνεται μέσα του τὴ χαρὰ καὶ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅποιος ἀκούει τὸ Εὐαγγέλιο νιώθει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ἔντονα στὴ ζωή του. Ὅποιος καλλιεργεῖ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ σώζεται. Συμπεραματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς καρποφορία εἶναι τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὰ ἐντάλματα τῆς ἀθανασίας, ἡ ἐπαγγελία τῆς παλινζωίας, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ αἴσθηση τοῦ Παραδείσου, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ πνευματικὴ ζωή.

Ἡ Ἐκκλησία σπείρει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀνοίγει στοὺς πιστοὺς τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔλθει ὁ Χριστὸς μέσα μας. Κηρύσσει τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστημένο Ἰησοῦ Χριστό, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς κόσμος ἔχει ἄλλα κηρύγματα. Μέσα στὴν πολεμοχαρῆ καὶ ἁμαρτωλὴ ἐποχή μας ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει νὰ ἀκούσουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετανοήσουμε• «Μετανοήσατε οὖν καὶ ἐπιστρέψατε εἰς τὸ ἐξαλειφθῆναι ὑμῶν τὰς ἁμαρτίας» (Πράξ. 3,19). Στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας ποὺ ἔχουν συνηθίσει νὰ ἀκοῦνε τὰ πιὸ παράδοξα λόγια, ἀνήθικα, ἐμπαθῆ καὶ φιλάργυρα, φίλαυτα καὶ ἀντιχριστιανικά. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἁπλὸς καὶ συντετμημένος ἀπευθύνεται σ’ ὅλους μας καὶ μᾶς καλεῖ νὰ καρποφορήσουμε τὸ Χριστὸ μέσα μας. Ἂς μὴν παραβλέψουμε τὸ λόγο τοῦ Κυρίου μας, ἀλλὰ ἂς ἐπιδείξουμε ὑπομονὴ καὶ ἂς προσφέρουμε ὅλες τὶς ψυχικὲς δυνάμεις, γιὰ νὰ τὸν αὐξήσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο καὶ ἔτσι νὰ σωθοῦμε.

4.

Ὁ σπόρος τοῦ θείου λόγου καὶ τὸ ἔδαφος

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ἡ παραβολὴ τοῦ Σπορέα, ἕνα ἀφυπνιστικὸ προσκλητήριο πρὸς αὐτοκριτικὴ καὶ αὐτογνωσία

Πολλὲς φορὲς ἀναρωτιοῦνται οἱ ἄνθρωποι καὶ ἀποροῦν γιὰ τὴ φαινομενικὴ ἀποτυχία τοῦ Χριστιανισμοῦ μέσα στὸν κόσμο ποὺ παρατηρεῖται ἀλλοῦ σὲ μικρὴ καὶ ἀλλοῦ σὲ μεγαλύτερη ἔκταση. Δὲν θὰ ἔπρεπε, ὕστερα ἀπὸ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μέσα σ’ ἕναν ἀφιλόξενο κόσμο καὶ ἐν συνέχειᾳ τῶν μαθητῶν του μέσα στὴν οἰκουμένη καὶ κυρίως ὕστερα ἀπὸ προσπάθειες καὶ πειραματισμοὺς τόσων αἰώνων, νὰ βλέπαμε σήμερα μία μεγαλύτερη ἐπίδραση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέσα στὴν ἀνθρωπότητα καὶ μία πιὸ ἐνθαρρυντικὴ ἐφαρμογή του; Τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ μᾶς δίνει ἡ παραβολὴ τῆς Δ΄ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ, στὴν ὅποια γίνεται λόγος γιὰ ἕνα σπορέα ποὺ τὸ ἔργο του δὲν ἀπέδωσε παντοῦ τὸν ἴδιο καρπό.

Τὸ ἔργο τοῦ σπορέα δὲν ὑπῆρξε ἐλαττωματικό. Οὔτε ὁ σπόρος χαλασμένος. Σκορπίστηκε παντοῦ πλουσιοπάροχα μὲ τὴν ἀφθονία ποὺ διακρίνει τὸν Θεό, τὸ χορηγὸ κάθε ἀγαθοῦ• κι ἀκόμη σκορπίσθηκε χωρὶς διακρίσεις ἢ προτιμήσεις. Ὡστόσο τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν ἀνάλογο πρὸς τὴ γενναιοδωρία τῆς σπορᾶς. Ἐνῶ ὁ σπόρος δόθηκε πλούσια καὶ χωρὶς διακρίσεις, δὲν ἔγινε παντοῦ δεκτὸς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, τὴν ἴδια προθυμία, τὴν ἴδια ἀνταπόκριση. Ἔτσι, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν παντοῦ τὸ ἴδιο ἀλλ’ ἀνάλογο μὲ τὴ δεκτικότητα καὶ ἀποδοτικότητα τῆς γῆς ποὺ τὸν δέχθηκε.

Κι ἀκόμη πρέπει νὰ παρατηρήσουμε τὰ ἑξῆς: Πρῶτα-πρῶτα οἱ τρεῖς περιπτώσεις ἀποτυχίας τῆς σπορᾶς δὲν σημαίνουν τοπικὴ ἀναλογία σὲ σχέση πρὸς τὴν ὅλη ἐπιφάνεια τῆς γῆς σὲ τρόπο ὥστε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κατὰ τὰ τρία τέταρτα τὸ ἔργο τῆς σπορᾶς ἀπέτυχε καὶ καρποφόρησε μόνο στὸ ἕνα τέταρτο• ἁπλῶς περιγράφονται ὁρισμένοι λόγοι ἀποτυχίας ποὺ πρέπει νὰ βάλουν σὲ σκέψεις τὸν ἀκροατὴ ὡς πρὸς τὴν τοποθέτηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Καὶ ἔπειτα, κάνει ἐντύπωση ἡ τεράστια καὶ θαυμαστὴ ἐπιτυχία τῆς τέταρτης περιπτώσεως: ἡ καλὴ γῆ ἀποδίδει καρπὸν «ἑκατονταπλασίονα», δηλ. ἑκατὸ φορὲς περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι θὰ περίμενε κανεὶς σὲ μία κανονικὴ καρποφορία. Συχνὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τονίσουμε τὴν ἀποτυχία τοῦ Χριστιανισμοῦ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, ξεχνώντας τοὺς λόγους ποὺ τὴν προκάλεσαν καὶ κυρίως ξεχνώντας ὅτι σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἡ ἐπιτυχία του ὑπῆρξε ἀξιοθαύμαστη καὶ πάνω ἀπὸ κάθε μέτρο καὶ κάθε προσδοκία.

Στὸ ἀπαισιόδοξο, πλὴν ὅμως πραγματικό, ἐρώτημα μὲ τὸ ὁποῖο ἀρχίσαμε, ἡ παραβολὴ αὐτὴ δίνει τὴν ἑξῆς ἀπάντηση:

Ἐὰν ὁ σπόρος τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν βλάστησε παντοῦ, ἂς μὴν ἀναζητοῦμε τὴν αἰτία οὔτε στὶς διαθέσεις τοῦ σπορέα οὔτε στὴν ποιότητα τοῦ σπόρου, ἀλλ’ ἂς στραφοῦμε ἀλλοῦ, στὸ εἶδος τοῦ ἀγροῦ ποὺ δέχτηκε τὸ σπόρο, στὸν τρόπο ποὺ ἀνταποκρίθηκαν οἱ ἄνθρωποι στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, στὴν ποιότητα τῆς γῆς ποὺ ἀντιπροσωπεύει ὁ καθένας μας.

Οἱ τρεῖς κατηγορίες ἄγονου ἐδάφους ποὺ περιγράφονται στὸ κείμενό μας εἶναι δυνατὸ νὰ βρεθοῦν σὲ πολλὲς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας. Ἄλλοτε ἀπὸ ἀμέλεια, ἄλλοτε ἀπὸ ἐπιπόλαιη καὶ χωρὶς βαθιὲς ρίζες ἀντιμετώπιση οὐσιαστικῶν πραγμάτων ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή μας, ἄλλοτε ἀπὸ ἀδυναμία νὰ ἀντισταθοῦμε στὴν εὐχαρίστηση τῆς στιγμῆς ἐμποδίζουμε τὴν καρποφορία τοῦ θείου λόγου μέσα μας.

Ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ ἕνα ἀφυπνιστικὸ προσκλητήριο πρὸς αὐτοέλεγχο, αὐτοκριτικὴ καὶ αὐτογνωσία. Ἐνῶ ἐμεῖς ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς φαίνεται νὰ ἀπέτυχε σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους, νὰ ἐπιρρίψουμε τὴν εὐθύνη σ’ αὐτοὺς ποὺ κακῶς τὸν ἐκπροσωποῦν, νὰ κατακρίνουμε θεσμοὺς καὶ πρόσωπα, ἡ παραβολὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἐφιστᾶ τὴν προσοχή μας στὸ ἔδαφος ποὺ ἐκπροσωπεῖ ὁ καθένας μας γιὰ τὸ σπόρο τοῦ θείου λόγου. Πέρα δὲ ἀπὸ αὐτὴν τὴν αὐτοεξέταση, μᾶς μεταδίδει κι ἕναν τόνο αἰσιοδοξίας: παρὰ τὴν ἀποτυχία ὁρισμένων περιπτώσεων, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τελικὰ καρποφορεῖ καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ἐκπληκτικὸ καὶ θαυμαστό, ἀποδίδοντας καρπὸ ἑκατὸ φορὲς περισσότερο ἀπὸ τὸ κανονικό. Γιὰ τὸ ἂν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ὄχι στὴν καρποφόρα γῆ ἀλλὰ στὸ πετρῶδες καὶ ἄγονο ἔδαφος δὲν μπορεῖ νὰ κατηγορήσει κανέναν ἄλλον παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό του.

5.

Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου

Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)
Τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ σκοποῦ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφρασθεῖ παρὰ μόνο μὲ παραβολές. Μιὰ τέτοια παραβολὴ εἶναι καὶ αὐτὴ τοῦ σπορέα. Οἱ παραλληλισμοὶ ἐξηγοῦνται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Γεωργὸς ὁ Θεός, σπόρος ὁ λόγος Του, ἀγρὸς-χωράφι ὁ ἄνθρωπος κάθε ἐποχῆς καὶ τόπου, ἀγκάθια τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ἐμπόδια τῆς καρποφορίας τοῦ κηρύγματος.

Ὁ σπόρος τοῦ θείου λόγου

Ὅπως ὁ σπόρος, αὐτὸ τὸ δυναμικὸ στοιχεῖο τῆς φύσης, κρύβει μέσα του τὸ μυστήριο τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ζωῆς, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς μεταμορφώνει ἐσωτερικὰ καὶ μᾶς μεταγγίζει τὴν «ὄντως ζωή». Ὁ σπόρος εἶναι ἴδιος, πέφτει ὅμως σὲ διάφορα μέρη, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι διαφορετικό. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ προσφέρεται καὶ ἀπευθύνεται σὲ κάθε ἄνθρωπο ἀδιακρίτως. Δὲν εἶναι προνόμιο κάποιων, ἀλλὰ δικαίωμα καὶ δωρεὰ ὅλων. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «ἀεὶ σπείρων τὸν σπόρον τῆς αἰωνίου ζωῆς». Ὅταν, λοιπόν, ὁ Θεὸς μᾶς μιλᾶ μὲ τὸ λόγο Του, καθὼς ἀκοῦμε τὴ φωνὴ Του μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, μέσα ἀπὸ τοὺς προφῆτες καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς φανερώνει τὴν προσωπική Του ὕπαρξη. Μᾶς λέει ποιὸς εἶναι καὶ τί θέλει ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ τότε αἰσθανόμαστε τὴν ἀγάπη νὰ μᾶς ἀγγίζει καὶ νὰ μᾶς ἑλκύει. Μετέχουμε στὴ χάρη Του, ἡ ὁποία μᾶς γαληνεύει καὶ μᾶς σκεπάζει, νιώθουμε τὴ δύναμή Του νὰ μᾶς ἐνισχύει στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση, εἶναι «ρήματα ζωῆς αἰωνίου», θεϊκὴ ἀποκάλυψη καὶ σοφία «ἄνωθεν κατερχομένη», ποὺ ὑπερβαίνει ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ ὁλοκλήρωση καὶ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τελικά, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐνεργεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ὅποια ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινηε ἐκφορᾶς Του, διεισδύει στὴν καρδιά μας καὶ σὲ χρόνο ἀνύποπτο βλαστάνει καὶ καρποφορεῖ.

Τὸ ἔδαφος τῶν ἀνθρώπων

Ἡ παραβολὴ τονίζει τὴν εὐθύνη τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀκοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τοποθετηθοῦν ἀπέναντι σὲ αὐτόν. Ὑπογραμμίζει τὴν ποιότητα τῆς γῆς ποὺ ἀντιπροσωπεύει ὁ καθέναs μαs. Πολλὲs φορὲς οἱ ἀτελείωτες καὶ ἀγχώδεις βιοτικὲς μέριμνεs δὲν ἀφήνουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ εἰσχωρήσει κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς ψυχῆς μαs. Ἀναπόφευκτα, λοιπόν, ὁ σπόροs τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καταπατεῖται καὶ ἀφανίζεται ἀπὸ τὰ «πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ», τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες προκλήσεις τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ μεταβάλλουν τὸν ἐσωτερικό μαs κόσμο σὲ ἕνα σκληρὸ πεζόδρομο, ποὺ ἰσοπεδώνει τὶς πνευματικές μας εὐαισθησίες . Τὸ πετρῶδες ἔδαφος εἶναι ἡ εἰκόνα μιᾶς ἐπιφανειακῆς ζωῆς, ἑνὸs ἀνώριμου καὶ ἐπιπόλαιου ἐνθουσιασμοῦ, χωρὶς βαθειὲς ρίζες, χωρὶς σταθερὲς ἀξίες καὶ ἀρχές. Τὰ ἀγκάθια ἀντιπροσωπεύουν ὁτιδήποτε περιστασιακὸ καὶ φευγαλέο πνίγει τὴν ὕπαρξή μαs, καθὼς ἡ ζωὴ προχωρᾶ χωρὶς προτεραιότητες καὶ ἀξιολογήσεις, χωρὶς οὐσία καὶ ἀλήθεια.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γιὰ νὰ καταλάβουμε τί μᾶs λέει ὁ Χριστός, πρέπει νὰ νιώσουμε ὅτι ὁ λόγοs Του ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας προσωπικὰ καὶ ξεχωριστά. Κατακλυζόμαστε καθημερινὰ ἀπὸ ἐντυπώσεις, γεγονότα, ἰδέεs, εἰδήσεις, μὲ μιὰ πρωτοφανῆ ταχύτητα καὶ ἐναλλαγή, ποὺ ὅλο ἀκοῦμε καὶ συνεχῶς ξεχνᾶμε. Γι’ αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία νὰ μὴν ἀκοῦμε ἁπλῶς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ τὸν κατέχουμε, νὰ τὸν κατανοοῦμε βαθύτερα καὶ νὰ τὸν βιώνουμε ὅλο καὶ περισσότερο. Γιὰ νὰ γίνει, ὅμως, κάτι τέτοιο, ἀπαιτεῖται ἡ κατάλληλη ἐσωτερικὴ διάθεση, μιὰ ἀνοιχτὴ καὶ πρόθυμη καρδιὰ στὸ μήνυμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ γινόμαστε δεκτικοὶ στὴ χάρη Του. Αὐτὴ ἡ συναίσθηση αὐξάνει τὴν ἐσωτερικὴ μας ἀκοή, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ ποὺ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόροs εἶπε μόλις στὰ βαθιά του γεράματα, ἂν καὶ μαθήτευσε ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ διδασκαλία: «νῦν ἄρχομαι μαθητὴs εἶναι», τώρα ἀρχίζω νὰ εἶμαι μαθητὴs τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς μαθητείας εἶναι προυπόθεση τῆς πνευματικῆς μας ἀνάπτυξηs καὶ ὠρίμανσηs. Εἶναι ἡ γῆ ἡ καλὴ καὶ ἀγαθή, ὥστε νὰ δεχόμαστε καὶ νὰ καρποφοροῦμε μὲ ὑπομονὴ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ὑπερνικοῦμε τοὺς φόβους καὶ τὶς προκαταλήψεις μας πρὸς κάθε τι καινούργιο. Γιὰ νὰ κάνουμε τὸ διαχρονικὸ καὶ ζωοποιὸ λόγο τοῦ Θεοῦ προσιτό, κατανοητό, ἐπίκαιρο καὶ λυτρωτικὸ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ καιροῦ μας. Ἀμήν.