Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἰοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στή σημερινή περικοπή τοῦ Ευαγγελίου, λέμε ὅτι ο Θεός δὲν ἔστειλε τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ στὸν κόσμο γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλά γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ὁ Ζωντανὸς Θεός γίνεται ἡ ἀλήθεια τοῦ ζῶντος ἀνθρώπου, μοιράζεται μαζί του ὅλη τὴν ἀνθρώπινη μοίρα, τὴν κατάσταση τοῦ δημιουργήματος ἑνός πεπτωκότος κόσμου, ὅλα τά δεινά, περιλαμβάνοντας καὶ τὴν τραγωδία τοῦ θανάτου, πού περιέχει καὶ τὴν τραγική ἀπώλεια τῆς συναίσθησης τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Πατέρα: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειπες; Καὶ σωζόμαστε, μὲ τὴν ζωή Του, καὶ τὸν θάνατό Του, και τὰ λόγια Του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ποιοῦσι» (Πατέρα, συγχώρησέ τους, δεν ξέρουν τὶ κάνουν). Ἀλλά αὐτά τὰ λόγια μπορεῖ νὰ ταιριάζουν καὶ σὲ μᾶς πού ξέρουμε, θα μπορούσαμε νὰ ξέρουμε – δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὸ Εὐαγγέλιο; Ὁπότε δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὶ ἔπαθε ὁ Χριστός, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητάς μας; Δὲν εἴμαστε λοιπόν γνῶστες ὅτι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ταιριάζουν σ’ ὅλους μας; – κι ὄμως ὑπάρχει μιὰ διαφορά.

Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, λέει σὲ κάποιον ἀπό τοὺς ἐπισκέπτες του, ..Ναί, νὰ εἶσαι βέβαιος γιὰ τὴν συγχωρητικότητα τοῦ Θεοῦ, νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι ὁ Θεός ἀπαντᾶ στὶς προσευχές σου, ἀλλά θυμήσου ἕνα πράγμα: τὸ τίμημα πού Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νἄχει τὴν δύναμη τῆς συγχώρησης, κι ἄς μὴν τοῦ ζητᾶμε κάτι λίγο γιὰ συγχώρηση, ἄς μὴν ἔρχομαστε ἀνάξιοι στὴν προσευχή πρὸς Ἐκεῖνον, γιατί ὁ θάνατος Του, συνηγορεῖ στὴν συγχώρησή μας. Καὶ δὲν μποροῦμε χωρίς μιὰ ἀνταπόκριση ἀπό τὸ βαθύτερο εἶναι μας στραμμένο πρὸς τὸν θεό καὶ νὰ ζητᾶμε τὴν συγχώρηση μὲ τὸ κόστος τοῦ θανάτου Του, καὶ νὰ μὴν τοῦ προσφέρουμε τίποτε, τίποτε παρά μόνον τὴν ἐπιθυμία μας νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι ἀπό τὸ φορτίο πού μᾶς συνθλίβει.

Καὶ ἄν ἀναρωτιόμαστε τὶ νὰ Τοῦ προσφέρουμε – μποροῦμε νὰ Τοῦ προσφέρουμε πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴν εὐχαριστία μας. Μιὰ εὐχαριστία γι’ αὐτή τὴν ἀγάπη πού ἀπό μόνη της μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει, μιὰ ἀγάπη τόσο μεγάλη πού Ἐκεῖνος ἀποδέχθηκε ὄχι μόνο τὴν ἀνθρώπινη μοίρα μας, ἀλλά τὸ νὰ χάσει τὴν κοινωνία μὲ τὸν Πατέρα, μὲ σκοπό νὰ βρεῖ τὴν ταυτότητά Του μὲ μᾶς, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους καὶ νὰ ἐκτιμήσει, Αὐτός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας μείνει χωρίς Θεό, πάνω στὸν Σταυρό, καὶ νὰ ἱκετεύσει γιὰ μᾶς πού πρέπει νὰ συγχωρηθοῦμε….

Ἀλλά ἐδῶ ὑπάρχει κάτι ἀκόμα πού μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπ’ τὸ σημερινό δεύτερο Μάθημα: ἡ ἱστορία τῆς γυναίκας πού μοίχευσε. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔχοντας ἁμαρτήσει, ἐλεύθερα, ἐλαφρόμυαλα, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνει, ὡστόσο μία ἀπό ἐκείνους πού δεν ξέρουν τὶ κάνουν! Και ξαφνικά βρίσκεται πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸ γεγονός ὅτι ἡ ἁμαρτία «πέθανε». Θεωροῦσε δεδομένο, καὶ ἡ Παλαιά Διαθήκη διακήρυττε ὅτι τῆς πρέπει θάνατος. Κι αὐτή ἔρχεται στὸν Χριστό, μὲ τὸ πλῆθος τὸ ὁποῖο ἤθελε νὰ τῆς ἀποδοθεῖ ἡ τιμωρία μὲ τὴν σκληρότητα τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, χωρίς ἔλεος. Κι ὁ Χριστός εἶδε ὅτι ἐκείνη τὴν στιγμή ἐκείνη εἶχε καταλάβει τά πάντα. Ἤξερε ὅτι ἡ ἁμαρτία σημαίνει θάνατος, μιὰ ἀπόλυτη καταστροφή στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού πεθαίνουν χωρισμένοι ἀπ’ τὸν Θεό, γιατί μόνον στόν Χριστό, μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν δρόμο μας γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε σ’ Ἐκεῖνον. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος ἀπό τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη; Τὸν τόπο τῆς ἀθεράπευτης κι ἀπόλυτης ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη ἤξερε ὅτι ὅλα τελειώνουν, ὄχι μόνο ὅσα συνέβησαν κάποτε, ἀλλά ἡ αἰωνιότητα θα γίνει σκοτάδι καὶ θάνατος: ἄν μόνο μποροῦσε να ἐπιστρέψει στὴν παροῦσα ζωή, για νὰ μετανοήσει, ἄν εἶχε χρόνο νὰ ζήσει μιὰ ζωή τέτοια πού ν’ ἀξίζει γιὰ τὸν Θεό καὶ τὸν ἑαυτό της- θα τὄκανε!

Κι αὐτό ὁ Θεός τὸ εἶδε σ’ αὐτήν, αὐτός ἦταν κι ὁ λόγος πού στράφηκε στοὺς δικαστές, τοὺς ἁμαρτωλούς ἄνδρες καὶ γυναῖκες, πού ἑτοιμάζονταν νὰ σκοτώσουν τὴν γυναίκα γιὰ τὶς ἁμαρτίες της, ἐνῶ ἐκεῖνοι δὲν ἀντιλαμβάνονταν τήν δική τους ἁμαρτωλότητα κι ὅτι κουβαλοῦσαν θάνατο στοὺς ὤμους τους ἐξ αἰτίας τοῦ ἑαυτοῦ τους· «Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλλέτω» (Αὐτός πού δεν ἔχει ἁμαρτίες ἀπό σᾶς ἄς ρίξει τὶς πρῶτες πέτρες) – καὶ κανείς δὲν τόλμησε, γιατί ἐκείνη τὴν στιγμή, αὐτές οἱ λέξεις τόσο ἁπλές καὶ τόσο ἄμεσες, τοὺς ἔκαναν νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν ἀλήθεια, ὅτι, Ναί, – οὔτε ἕνας δὲν ἦταν χωρίς ἁμαρτία, κι ὅλοι ἐρήμην τοῦ Θεοῦ ἄφηναν τὴν ἀξιοπρέπεια, πρόδιδαν τὸ ἐπάγγελμά τους, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἑτυμηγορία γιὰ αὐτούς ἀπό μιὰ ἀπόφαση θανάτου: δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ προφέρουν γιὰ τὴν γυναῖκα, γιατὶ αὐτό θα σήμαινε ὅτι θἄπρεπε νὰ τὸ ποῦν ….καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους.

Κι ὁ Χριστός πού γνώριζε τὶς καρδιές, ὅσων ὑπῆρξαν πρίν ἀπό Κεῖνον, γνώριζε ὅτι ἡ γυναῖκα εἶχε περάσει ἀπό τὶς πύλες τοῦ θανάτου, κι ἐπέστρεψε ἀπό μιὰ θεϊκή ἐνέργεια πού τὴν ἀνάστησε: ναί, πράγματι τὴν ἐπανέφερε ἀπό ἕναν ἀναμενόμενο ἀλλά βέβαιο θάνατο. Καὶ τῆς εἶπε: ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού σὲ καταδικάζουν; Κανείς δὲν τὸ κάνει πιά; -ὄχι-. Οὔτε ἐγώ σὲ καταδικάζω· πήγαινε ἐν εἰρήνῃ, καὶ μὴν ἁμαρτήσεις πιά! Κι αυτές οἱ λέξεις πῆγαν στὴν καρδιά της, αὐτές οἱ λέξεις πράγματι ἔγιναν ὁ νόμος τῆς ζωῆς της, ἐπειδή ἐκείνη ἤξερε στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή της, στὴν καρδιά και τὸ μυαλό της, σ’ ὅλο της τὸ εἶναι ὅτι ἁμαρτία σημαίνει θάνατος. Καὶ δέχθηκε τὴν συγγνώμη πού σημαίνει ζωή!

Ἄς σταθοῦμε, ὁ καθένας μας, ὅταν ἐρχόμαστε γιὰ ἐξομολόγηση, ὅταν παίρνουμε τὴν συγχώρηση ἀπό τοὺς ἀλλους, ὅταν μᾶς παρακαλοῦν νὰ συγχωρήσουμε – πῶς στεκόμαστε; Ἔχουμε συναίσθηση ὅτι ὁ θάνατος ἐργάζεται μέσα μας ἐπειδή χάσαμε τὸν Θεό, τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τὸ γεγονός ὅτι ἐπιλέξαμε; Αὐτή ἡ γυναῖκα δὲν ἤξερε τὶ εἶχε κάνει, ἀλλά ἐμεῖς ἔχουμε τὸ Εὐαγγέλιο πού μᾶς μιλᾶ, τὸν Χριστό πού μᾶς μιλᾶ, γνωρίζουμε τά πάντα: πῶς στεκόμαστε;

Ἄς μάθουμε ἀπό αὐτήν· ἄς μάθουμε ἐπίσης ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού ἦρθαν φορτωμένοι μὲ πέτρες γιὰ νὰ λιθοβολήσουν τὴν ἁμαρτωλή καὶ συνειδητοποίησαν ὅτι ἦταν μπλοκαρισμένοι στὴν ἴδια τραγωδία τῆς ἁμαρτίας, καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὴν καταδικάσουν, γιατί αὐτό θα σήμαινε ὅτι καταδικάζουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὸν ἴδιο θάνατο.

Τὸ γνωρίζουμε ὅταν ἀρνούμαστε τὴν συγχώρηση; Δὲν μιλῶ γιὰ μιὰ συγχώρηση μ’ ἐλαφρότητα, πού προφέρεται ἔτσι εὔκολα- ἀλλὰ νὰ συγχωρήσουμε ἀπ’ τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας; Μποροῦμε νὰ ποῦμε στὸν Θεό: Συγχώρησέ με, ὅπως συγχωρῶ;

Ἄς σταθοῦμε σ’ αὐτή την σκέψη, ἀλλά καὶ στὴν νικηφόρα χαρά, ὅτι ὁ Θεός ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλά γιὰ νὰ τὸν σώσει! Ἡ σωτηρία εἶναι στὰ χέρια μας! Εἶναι σὲ μᾶς νὰ τὴν πάρουμε – καὶ δίνεται δωρεάν, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι χάρισμα κι ἐξαγορά.

Ἀμήν.
Ἀπόδοση κειμένου: agiazoni.gr

2.Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀποκάλυψη τῆς Θείας ἀγάπης
Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)
«Εἶπε ὁ Κύριος: Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ παρὰ μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό. Ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ χάλκινο φίδι στὴν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν νὰ μὴ χαθεῖ ἀλλὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στὸν θάνατο τὸν μονογενῆ του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια. Γιατί, ὁ Θεὸς δὲν ἔστειλε τὸν Υἱό του στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταδικάσει τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. 3, 13-17).

Τὰ λόγια του Χριστοῦ στὴν περικοπὴ Ἰωάν. 3, 13-17 ἀποτελοῦν μέρος τῆς συζητήσεώς του μὲ τὸν Νικόδημο, τὸν Ἰουδαῖο ἄρχοντα ποὺ ἦλθε μία νύκτα κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ὁμοθρήσκους του νὰ καταθέσει τὴν προσωπικὴ ὁμολογία του πρὸς τὸν σταλμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ διδάσκαλο ποὺ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ ἔργα καὶ σημεῖα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ δι’ αὐτοῦ. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὴν κρυφὴ ὁμολογία τοῦ Νικοδήμου, βρίσκει εἰλικρινεῖς τὶς προθέσεις του καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει μερικὲς βασικὲς πτυχὲς τῆς διδασκαλίας του ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπόμνημα στὸ ὅλο ἔργο του καὶ στὸ σκοπὸ τῆς Ἐνανθρωπήσεώς του.

Ἀφοῦ τοῦ ὁμιλεῖ στὴν ἀρχὴ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προϋπόθεση κατανοήσεως καὶ βιώσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, φθάνει στὸ κέντρο τῆς διδασκαλίας ἀλλὰ καὶ τῆς ἀποστολῆς του: Στὴν ὕψωσή του στὸν σταυρὸ ποὺ ἀποτελεῖ ἀποκάλυψη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Καὶ ἐπειδὴ ὁ συνομιλητὴς του εἶναι Ἰουδαῖος, τοῦ δίνει ἕναν τύπο, μία προεικόνιση τοῦ κοσμοσωτηρίου αὐτοῦ γεγονότος ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ χάλκινο φίδι στὴν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου (ἐννοεῖ στὸν Σταυρό), ὥστε ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν νὰ μὴ χαθεῖ ἀλλὰ νὰ ζήσει αἰώνια». Ἀναφέρεται δηλ. στὸ γεγονὸς ἐκεῖνο τῆς ἰσραηλιτικῆς ἱστορίας κατὰ τὸ ὁποῖο δηλητηριώδη φίδια ἐμφανίσθηκαν στὸ στρατόπεδο τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν ἔρημο καὶ σκόρπισαν τὸν θάνατο στὸν λαὸ ποὺ γόγγυζε κατὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὁ ἐλευθερωτὴς καὶ σωτήρας Θεὸς δὲν ἄφησε τὸν λαό του νὰ χαθεῖ. Ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωυσῆ νὰ ὑψώσει ἕνα χάλκινο φίδι μέσα στὸ στρατόπεδο πάνω σ’ ἕνα κοντάρι, ὥστε νὰ τὸ βλέπουν οἱ προσβαλλόμενοι ἀπὸ φίδια καὶ νὰ διαφεύγουν τὸν θάνατο (Ἀριθμ. 21, 4-9). Σ’ αὐτὸ βλέπει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ ἑρμηνεύει αὐθεντικὰ τὴν Π. Διαθήκη, μία προτύπωση τοῦ σταυροῦ του.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους ἐκδηλώθηκε μέσα στὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων ἀποκορυφώνεται στὴ θυσία τοῦ σταυροῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα Ἱστορικὸ γεγονὸς ἀλλὰ πράξη ὑπέρτατης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν προσβλημένη ἀπὸ τὸ φίδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν καταδικασμένη σὲ θάνατο ἀνθρωπότητα. Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ γεγονὸς ὄχι μόνον τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας ἀλλὰ γεγονὸς μὲ ἰδιαίτερο νόημα γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστὰ· ἔχει νόημα καὶ περιεχόμενο ὑπαρξιακό. Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ ἀνάστασή του δὲν ἔχουν ἄλλο σκοπὸ παρὰ τὴ χορήγηση τῆς ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους.

Εἶναι γνωστὸ σ’ ὅλους πόσο ἐπιθυμοῦμε τὴ ζωή, τὴν εὐτυχισμένη καὶ ὅσο γίνεται πιὸ μακροχρόνια ζωὴ καὶ πόσο ὁ φόβος τοῦ θανάτου μᾶς παραλύει καὶ μᾶς δημιουργεῖ ἀγωνιώδη προβλήματα καὶ ἐρωτήματα. Ὁ θάνατος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πάνω στὸν σταυρὸ – γιὰ τὸν ὁποῖο κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εὐθύνεται σὲ τελευταία ἀνάλυση, οὔτε Ἰουδαῖος οὔτε Ρωμαῖος, παρὰ μόνο ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο – ὁ θάνατος αὐτὸς κατὰ παράδοξο τρόπο ποὺ ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς παρέχει ζωὴ καὶ μάλιστα ζωὴ χωρὶς τέρμα, χωρὶς ἀγωνία θανάτου, ζωὴ αἰώνια.

Εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας ἀλλὰ καὶ κάθε ἐποχῆς νὰ γνωρίζει – κι αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ μήνυμα τῆς περικοπῆς – ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον ὁ αὐστηρὸς τιμωρός, ὁ δίκαιος κριτής, ἀλλὰ κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο ὁ γεμάτος ἀγάπη σωτήρας τῶν ἀνθρώπων. Κι ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι μία συναισθηματικὴ τοποθέτηση· ἀλλὰ εἶναι ἕνα συγκεκριμένο ἱστορικὸ γεγονός, ὁ σταυρὸς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

3.Ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Νικόδημον
Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)
Παύσας ὁ Χριστός τόν διάλογον μετά τοῦ Νικοδήμου κηρύττει διά μονολόγου εἰς τόν ἴδιον τό ἔργον τῆς ἀπολυτρώσεως ὑπό τρεῖς μορφάς: Ἀποκάλυψιν, ἀπολύτρωσιν καὶ κρίσιν.

Καὶ α) Ἡ Ἀποκάλυψις ,στιχ˙ 11 — 13. Ὁ Κύριος λέγει «ἀμήν ἀμήν λέγω σοι, ὅτι ὅ εἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὅ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν καὶ τήν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε». Ἀλήθεια ἀλήθεια σοῦ λέγω, λέγει ὁ Χριστός εἰς τόν Νικόδημον, ἡ διά τοιούτου τρόπου ἀναγέννησις διδασκαλία ἐμοῦ καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου εἶναι ἡ πραγματική, διότι «ὅ οἴδαμεν λαλοῦμεν» ἐκεῖνο δηλαδή τό ὁποῖον γνωρίζομεν ἐξ ἀσφαλοῦς πηγῆς κηρύττομεν καὶ «ὅ ἑωράκαμεν» καὶ τήν ἐπικύρωσιν τούτων τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς κατά τό βάπτισμά Μου, τό ὁποῖον εἴδομεν, «μαρτυροῦμεν» ὁμολογοῦμεν. «Καὶ τήν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε». Σεῖς ὅμως οἱ Φαρισαῖοι δέν λαμβάνετε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν σας. Ὁ Κύριος συνεχίζει. «Εἰ τά ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐάν εἴπω ὑμῖν τά ἐπουράνια πιστεύσετε; Ἀφοῦ, λέγει ὁ Κύριος, σᾶς εἶπα πράγματα ἐπίγεια, αἰσθητά εἰς πάντα ἄνθρωπον ὅπως εἶναι λ.χ. καὶ τό εἰς τούς ἐθνικούς ἀκόμη αἰσθητόν φαινόμενον τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου «τό γεννώμενον ἐκ τῆς σαρκός σάρξ ἐστι» καὶ ἡ λαχτάρα τῆς ἀναγεννήσεως διά Λυτρωτοῦ τινός, δὲν πιστεύετε, πῶς θὰ πιστεύσετε, ἐάν σᾶς εἴπω πράγματα ἐπουράνια ἤτοι πνευματικώτερα, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ τριαδικότης τοῦ Θεοῦ, τό βάθος τοῦ Μυστηρίου τῆς ἀπολυτρώσεως κ.λ.π. Τόσον αἱ ψευδεῖς Μεσσιακαὶ προλήψεις σᾶς ἔχουν πωρώσει τήν ψυχήν!

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι σᾶς λέγω πράγματα πρώτην φορὰν λεχθέντα ὑπό ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι ὁ συνδυασμός «ὕδατος» βαπτίσματος καὶ «πνεύματος» Θείας χάριτος διά τήν σωτηρίαν. Ἐν τούτοις ἔπρεπε τά λόγια μου, νά γίνουν πιστευτά, διότι «οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν, εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ». Οὐδεὶς ἄλλος, βεβαιοῖ ὁ Κύριος, ἀνέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν, ὅπου εὑρίσκονται τά Μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ἐκτός Ἐμοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἤμην καὶ εἶμαι ἐν τῷ οὐρανῷ, εἰς τούς κόλπους τοῦ Πατρός. Ὁ Κύριος μέχρις ἐδῶ πραγματεύεται τήν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας.

Μετά ταῦτα πραγματεύεται β) τήν ἀπολύτρωσιν ἐκ τῆς ἁμαρτίας στίχ. 14—16 καὶ λέγει˙ «καθώς Μωϋσῆς ὕψωσεν τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον». Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ὡς σύμβολον τῆς Σταυρώσεώς Του τό γεγονός, τό ὁποῖον μᾶς διηγεῖται τό βιβλίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (ἀριθ. 21,4—9) τῆς ὑψώσεως τοῦ χαλκοῦ ὄφεως ἐν τῇ ἐρήμῳ. Οἱ Ἑβραῖοι δηλαδή τό τελευταῖον ἔτος τῆς τεσσαρακονταετοῦς περιπλανήσεώς των ἐν τῇ ἐρήμῳ Φαρᾶν ἠγανάκτησαν κατά τοῦ Θεοῦ. Πρός τιμωρίαν των στέλλει ὁ Θεός κατ’ αὐτῶν δηλητηριώδεις ὄφεις, οἱ ὁποῖοι ἐθανάτωσαν πολλούς ἐξ αὐτῶν. Οἱ Ἑβραῖοι μετανοοῦν καὶ ὁ Θεὸς διατάσσει τόν Μωϋσῆν νά κατασκευάσῃ χαλκοῦν ὄφιν νά τόν τοποθετήσῃ ὑψηλά εἰς πάσσαλόν τινα. Ὅσοι ἐκ τῶν δαγκωμένων Ἑβραίων ὑπό τῶν ὄφεων μετενόουν καὶ ἔβλεπον τόν ὄφιν τοῦτον ἐθεραπεύοντο. Κατά παρόμοιον τρόπον, βεβαιοῖ ὁ Κύριος, θά ὑψωθῇ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα οἱ ὑπό τῆς ἁμαρτίας δηλητηριασμένοι βλέποντες καὶ πιστεύοντες εἰς αὐτὸν θεραπεύωνται ἀπό τάς ἁμαρτίας λαμβάνοντες αἰώνιον ζωήν. Ἡ αἰώνιος αὕτη ζωή συνίσταται εἰς τήν ζωήν τῆς χάριτος ἐδῶ καὶ εἰς τήν δόξαν ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ. Ἡ ἐδῶ διδομένη θεία χάρις εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἐκεῖ δόξης. Ἡ ἐκεῖ δόξα εἶναι τό τέλος τῆς ἐδῶ χάριτος. Ὁ φέρων τήν θείαν χάριν ἐδῶ φέρει ἤδη ἐν ἑαυτῷ τήν αἰώνιον ζωήν. (Ὅταν ὁ Νικόδημος οὗτος ἐξεκρέμασε τόν Ἰησοῦν ἀπό τόν Σταυρόν, θά ἐνόησε τότε τήν ἑρμηνείαν τῶν σκοτεινῶν λόγων αὐτῶν). Ἰδού ἡ οὐσία τῆς Ἀπολυτρώσεώς μας! Μετά ταῦτα ὁ Κύριος ἔρχεται εἰς τήν αἰτίαν τῆς ἀπολυτρώσεως καὶ λέγει˙ «οὕτως γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν Αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκε, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον». Τόσον πολύ ἠγάπησεν ὁ Θεός τούς ἀνθρώπους, ὥστε — παρέδωκε τόν μονογενῆ Του Υἱὸν εἰς τόν Σταυρόν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή χαθῇ ἀλλά ἔχῃ ζωήν αἰώνιον. Ἑπομένως ἡ αἰτία τῆς ἀπολυτρώσεως εἶναι ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἀξία μας.

Ἤδη ὁ Κύριος μεταβαίνει γ) εἰς τήν κρίσιν στίχ. 17 — 21 εἰς τά ἀποτελέσματα τῆς ἀπολυτρώσεως. Ἂν καὶ ἡ ἀπολύτρωσις δηλαδή ἐγένετο δι’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, δέν ἐσώθησαν ὅμως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Τοῦτο δέν ἔγινεν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Θεοῦ ἀλλά ἐκ τῆς ἠθικῆς ζωῆς ἑκάστου, «οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον, ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ Αὐτοῦ». Διότι Αὐτός ἀπέστειλε τόν Υἱόν Αὐτοῦ οὐχὶ ἵνα καταδικάσῃ τόν ἁμαρτωλόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσῃ αὐτόν διά τῆς Σταυρικῆς Του θυσίας. «Ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν οὐ κρίνεται» ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν δέν καταδικάζεται. Ἂν δὲ μερικοὶ θά κατακριθῶσιν ὑπό τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν μέλλουσαν κρίσιν, δέν πρέπει νά μᾶς σκανδαλίζῃ, διότι ἡ κατάκρισις ἐκείνη εἶναι ἐξωτερική ἐκδήλωσις τῆς ἤδη ἐξενεχθείσης ὑπό τοῦ ἰδίου ἁμαρτωλοῦ καθ’ ἑαυτοῦ καταδίκης καὶ ὅπως ρητῶς λέγει ὁ Κύριος˙ «ὁ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται» Ὁ μὴ πιστεύων εἶναι ἀπ’ ἐδῶ αὐτοκατάκριτος «ὅτι μή πεπίστευκεν εἰς τό ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ», διότι δὲν ἐπίστευσεν εἰς τόν Χριστόν ὡς μονογενῆ Υἱόν τοῦ Θεοῦ.

Ἀναλύων περισσότερον τήν αἰτίαν τῆς καταδίκης του λέγει: «Αὕτη δὲ ἡ κρίσις» αὐτή εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταδίκης ἐκείνης, ὅτι «τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον» παρουσιάσθη τό φῶς εἰς τόν κόσμον ὁ Χριστός «καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς» οἱ ἄπιστοι Ἰουδαῖοι ἠγάπησαν δηλαδή ὄχι τόν Χριστόν ὁ ὁποῖος εἶναι φῶς ἀλλά τήν ἁμαρτίαν ἡ ὁποία εἶναι σκότος. «Ἦν γάρ αὐτῶν πονηρά τά ἔργα» αἰτία δηλαδή τοῦ νά ἀγαπήσουν τό σκότος καὶ οὐχί τό φῶς ἦσαν τά ἁμαρτωλά των ἔργα, αἰτία τῆς ἀπιστίας των ἦτο ἡ ἀνήθικος ζωή των· «πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς». Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζῆ ἀνήθικον ζωήν «καὶ οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ», δὲν πηγαίνει εἰς τό φῶς διά νά μή γίνουν γνωστά τά ἀνήθικα ἔργα του. Αἰτία δηλ. ὅλων αὐτῶν ἦτο νά μή φανερωθῶσιν τά πονηρά αὐτῶν ἔργα ὑπό τοῦ φωτός. Βαθυτέρα αἰτία τῆς ἀπιστίας καὶ ἀνηθίκου ζωῆς εἶναι ἡ μή συναίσθησις τῆς καταστάσεώς των, διότι ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι μόνον πληγή ἀλλά καὶ στραβομάρα, ὡς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βεβαιοῖ ὀνομάζων αὐτήν κάρφος ἐν τῷ ὀφθαλμῷ. Ματθ. 7,3, Ἐνῷ τοὐναντίον «ὁ ποιῶν τήν ἀλήθειαν ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τά ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἦν εἰργασμένα». Ὁ ἔχων δηλαδή ἔργα ἀγαθά καὶ διάθεσιν ἀγαθήν ἔρχεται εἰς τό φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκεῖ βεβαιοῦται, ὅτι τά ἔργα του τά ἀγαθά ἐγένοντο τῇ βοηθείᾳ τοῦ Θεοῦ. Ὥστε ὁ ἠθικός βίος ἐπιδρᾷ εἰς τήν πίστιν ἰδίως ὅμως ὁ ἀνήθικος βίος εἰς τὴν ἀπιστίαν καὶ καταδίκην.

Ποῖον ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς συνομιλίας καὶ ὁμιλίας τοῦ Χριστοῦ μετα τοῦ Νικοδήμου ἁγνοοῦμεν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ σπόρος ἔπεσεν εἰς ἀγαθήν καρδίαν, διότι βραδύτερον ὁ Νικόδημος θά ὑπερασπισθῇ τόν Ἰησοῦν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου (1) καὶ θά γίνῃ φίλος τοῦ Ἐσταυρωμένου (2).

Θέμα: Τό ἔργον τῆς ἀπολυτρώσεως

Βλέποντες τόν Ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι τόν χαλκοῦν ὄφιν, θεραπευόμεθα. Ἂς ἴδωμεν ποῖος εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου καὶ ποία ἡ ὠφέλεια ἡμῶν ἐξ Αὐτοῦ, ποία τά διδάγματα.

Α) Ὁ Σταυρός. Εἰς τόν Σταυρόν τοῦ Κυρίου βλέπομεν συνηνωμένους τόν Οὐρανόν, τήν γῆν τόν Ἄδην. Βλέπομεν τόν Θεόν, τόν ἄνθρωπον, τόν Διάβολον. Καὶ συγκεκριμένως: Βλέπομεν τήν ἀγάπην καὶ δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ ὑπό τήν μορφὴν τῆς θυσίας κατά τόν ἑξῆς τρόπον. Ὁ ἄνθρωπος ἡμάρτησεν. Ἔπρεπε νά τιμωρηθῇ. Ὡς τιμωρία ἔπρεπε νά εἶναι ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν, ὁ θάνατος, διότι ἡ ἁμαρτία ἡ πτῶσις τῶν πρωτοπλάστων ἦτο ὕβρις κατά τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ κατά τήν συμβουλήν τοῦ ὄφεως ἤθελον νά γίνωσιν οὗτοι ὅμοιοι μέ τόν Θεόν τρώγοντες ἐκ τοῦ ἀπηγορευμένου καρποῦ. Ὁ θάνατος οὗτος ἔπρεπε νά εἶναι διπλοῦς σωματικός καὶ ψυχικός. Κατά τόν σωματικόν θάνατον θά ἐχωρίζετο ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα κατά δέ τόν πνευματικόν ἡ ψυχή ἀπό τόν Θεόν. Πῶς ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θά ἠνείχετο τοιοῦτον αἰώνιον χωρισμόν πνευματικόν καὶ σωματικόν τοῦ πλάσματός Του; Ἐάν πάλιν δέν ἐτιμώρει καθόλου τόν πταίσαντα ἄνθρωπον ἤ ἐτιμώρει τούς Ἀγγέλους ἀντ’ αὐτοῦ, θά ἦτο ἀδικία. Ὁ Θεός προέβη εἰς τήν θυσίαν, ὅπου συνδυάζεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ δικαιοσύνη Του. Ὁ Χριστός δηλαδή ἔγινεν ἄνθρωπος, ἐσταυρώθη. Διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου ἐχωρίσθη ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα. Ἰδού ὁ πρῶτος θάνατος, ὁ σωματικός ἐπί τοῦ Σταυροῦ ὁ Χριστός ἐγκατελείφθη, ἐχωρίσθη τοῦ Πατρός «Θεέ μου Θεέ μου ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες» ἀναφωνεῖ ὁ Χριστός ἐπί τοῦ Σταυροῦ. Ἰδού ὁ δεύτερος θάνατος, ὁ πνευματικός χωρισμός ἀνθρώπου καὶ Πατρός Θεοῦ, ἵνα πίῃ ἡ ἀνθρώπινη φύσις τοῦ Χριστοῦ ὅλον τό ποτήριον τῶν θλίψεων. Τοιουτοτρόπως ὁ Θεός διά τῆς θυσίας τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ ὁποῖος εὐχαρίστως ἀπεδέχθη ταύτην, οὐδένα ἠδίκησε. Τοὐναντίον ἱκανοποίησε τήν δικαιοσύνην Του καὶ τήν ἀγάπην Του. Ἱκανοποίησε τήν δικσιοσύνην Του, διότι τό θῦμα εὑρέθη, ἦτο ὁ Χριστός. Ἱκανοποιήθη ἡ ἀγάπη Του, διότι οὐδέν ἰκανοποιητικώτερον τῆς ἀγάπης, ὅταν ὑποφέρη χάριν τοῦ αγαπημένου της.

Ὁ Θεός ἐπί τοῦ Σταυροῦ δέν ἔδειξε μόνον τήν δικαιοσύνην καὶ ἀγάπην Του ἀλλά καὶ τήν σοφίαν Του μέ τόν σοφόν τοῦτον συνδυασμόν τῆς εὐσπλαγχνίας Του πρός τόν ἄνθρωπον, τῆς παντοδυναμίας Του, ὅτι διά τοῦ ἀσθενέστερου μέσου, τοῦ θανάτου Του, ἐνίκησε τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας, τόν θάνατον. Ἑπομένως ἐπί τοῦ Σταυροῦ φαίνεται ἡ θεία ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη, ἡ Θεία εὐσπλαγχνία καὶ πανσοφία, ἡ Θεία παντοδυναμία. Ἐπί τοῦ Σταυροῦ φαίνεται πρός τούτοις ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ Διάβολος. Φαίνεται ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἀξίαν του καὶ ὁ Διάβολος μέ τήν κακίαν του. Καὶ ἰδού! Ποῖος ἄλλος ἠδύνατο νά ζυγίσῃ τήν ἀνθρωπίνην ἀξίαν καλλίτερον ἀπό τήν Σταυρικὴν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ; Ἔχει τόσην ἀξίαν ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, ὥστε δὶ’ αὐτήν ἐσταυρώθη ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ! Ἡ ἀξία ἑνός ὑφάσματος ὑπολογίζεται μέ τήν ἀξίαν τοῦ καθαρτικοῦ μέσου, τό ὁποῖον χρησιμοποιοῦμεν, ὅταν πρόκειται νά καθαρίσωμεν αὐτό. Ἐάν ἐπὶ παραδείγματι διά τόν καθαρισμόν ἑνός ὑφάσματος χρησιμοποιήσωμεν καθαρτικόν ὑγρόν ἀκριβώτερον τοῦ ὑφάσματος, δέν καθαρίζομεν αὐτό. Διά νά καθαρίσωμεν ὕφασμα ἀκάθαρτον μέ πολύτιμον καθαρτικόν μέσον, πρέπει καὶ τό καθαριζόμενον ὕφασμα νά εἶναι πολυτιμώτατον. Διά νά θελήσῃ λοιπόν ὁ Θεός νά καθαρίσῃ τό ὕφασμα —τήν ψυχήν μας— μέ τό αἷμα τοῦ Σταυροῦ Του, συμπεραίνομεν ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἀνθρωπίνη ψυχή, ἀφοῦ ἐκαθαρίσθη διά τοῦ αἵματος τοῦ Υἱοῦ του ἐπί τοῦ Σταυροῦ.

Ὁ Σταυρός δεικνύει καὶ τήν κακίαν τοῦ Διαβόλου, πόσον βάρος ἔχει ἡ ἁμαρτία. Οὐδεὶς ἄλλος ἠδύνατο νά ζυγίσῃ τήν ἁμαρτίαν πλήν τοῦ Σταυροῦ. Μία ἁμαρτία καὶ ἐκείνη πρώτη τοῦ Ἀδάμ καὶ τῆς Εὔας πρό χιλιάδων ἐτῶν γενομένη ὠδήγησε τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τόν ἀναμάρτητον εἰς τόσον φρικτόν θάνατον τοῦ Σταυροῦ. Πόσον βαρεῖα ἡ ἁμαρτία ! Τό βάρος τῆς ἁμαρτίας φαίνεται εἰς τόν Σταυρόν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τό μίσος, τό ὁποῖον κατ’ αὐτῆς εἶχεν ὁ σταυρωθείς ὁ Ἰησοῦς. Τό δὲ μίσος τοῦ σταυρωθέντος Ἰησοῦ κατά τῆς ἁμαρτίας φαίνεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως, τήν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Χριστός νά θανατωθῇ ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ διά τοῦ θανάτου Του θά ἐξαλείψῃ τήν ἁμαρτίαν. Πόσον βαρεῖα εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ ἔγινε τόσον μισητὴ ἀπό τόν Χριστόν ! Διά τοῦτο ἐπί τοῦ Σταυροῦ βλέπομεν ἐκδηλουμένην πᾶσαν κακίαν τοῦ Ἅδου. Ἐξεδηλώθη δέ ἵνα συμπεριληφθῇ εἰς τήν καταστροφήν. Πόση σοφία τοῦ Θεοῦ!
Ἑπομένως ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἐζύγισε τόν Θεόν μέ τάς ἰδιότητάς Του, τήν ψυχήν μας μέ τήν ἀξίαν της, τόν Διάβολον μέ τήν κακίαν του !

Β) Διδάγματα. Ἰδού! Ποῖος πιστεύων εἰς τόν Ἐσταυρωμένον δέν εὐγνωμονεῖ τόν Θεόν, διότι αἱ ἁμαρτίαι του συνεχωρήθησαν διά τοῦ αἵματος τοῦ Θεανθρώπου; Ποῖος δέν προσέχει εἰς τόν βίον του βλέπων πόσον ἀξίζει ἡ ψυχή του; Ποῖος δέν τρέμει πρό τῆς ἁμαρτίας βλέπων τό βάρος της, ἀφοῦ ἐχρειάσθηκεν ὡς ζυγαριά ὁ Σταυρός καὶ ζυγιστής ὁ Θεός, ὡς δράμια τό αἷμα Του, ἵνα ζυγισθῇ τό βάρος της;

Κατά τό 600 π. Χ. ὁ Ζάλευκος ὁ νομοθέτης καὶ φιλόσοφος τῶν Λοκρῶν τῆς κάτω Ἰταλίας ἐξέδωκε νόμον κατά τῆς μοιχείας, κατά τόν ὁποῖον ὁ μοιχός ἐτιμωρεῖτο δι’ ἐξορύξεως καὶ τῶν δύο ὀφθαλμῶν του. Δυστυχῶς ὅμως εἰς τό παράπτωμα ἔπεσεν ὁ μονογενής υἱός του. Ὁ Νομοθέτης ὡς δίκαιος ἔπρεπε νά ἐφαρμόσῃ τόν νόμον, ὡς πατήρ ὅμως ἠγάπα τόν υἱόν του καὶ δέν ἤθελε νά ἔχῃ υἱόν ἀόμματον. Διά νά ἱκανοποιήσῃ λοιπόν δικαιοσύνην καὶ ἀγάπην ἐσκέφθη νά βγάλῃ ἕνα μάτι ἰδικόν του καὶ τό ἄλλο τοῦ παιδιοῦ του. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον ὁ Νομοθέτης διά τῆς ἐξορύξεως τῶν δύο ὀφθαλμῶν ἐφήρμοσε τόν νόμον, διαφυλάξας δέ τόν υἱόν του ἐκ τῆς πλήρους τυφλώσεως ἐφαρμόζει τήν ἀγάπην του. Κάτι παρόμοιον ἀλλά πολύ ἀνώτερον ἔγινε μέ τό Ἀπολυτρωτικόν ἔργον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός ἀπηγόρευσε τήν ἁμαρτίαν εἰς τούς πρωτοπλάστους ἐπί ποινῇ θανάτου. Οἱ πρωτόπλαστοι ὅμως ἡμάρτησαν. Ἡ τιμωρία διά τήν ἁμαρτίαν ἦτο ὁ θάνατος. Ἱκανοποιῶν ὁ Θεός ἀγάπην πρός τόν πεσόντα ἄνθρωπον καὶ δικαιοσύνην Του διά τήν παράβασιν γίνεται ἄνθρωπος καὶ ἀποθνῄσκει ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ὅπου ἐφαρμόζεται ἡ δικαιοσύνη Του καὶ ἡ ἀγάπη Του, ὅπως εἴδομεν ἀνωτέρω. Ὁ Χριστός ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ πάσχει ὡς Θεάνθρωπος καὶ ἀπολυτρώνει ἀπό τήν τιμωρίαν τό ἀνθρώπινον γένος.

Ἂς ἔχωμεν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην εἰς τόν Λυτρωτήν Χριστόν καὶ βαθείαν προσοχήν εἰς τόν ἑαυτόν μας.

1) Ἰωάννου 7,50 — 51.
2) Ἰωάννου 19,39-41.