Το έργο του Πνευματικού πατρός θα έλεγα τελικά είναι χάρισμα. Δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.

Όπως αυτός που δωρίζει ένα χάρισμα «ούκ εστιν εκ του κόσμου τούτου» ο Χριστός δηλαδή, που μέ τό Άγιό του Πνεύμα Χριστοποιεί τους ανθρώπους, έτσι και το χάρισμα που λαβαίνει ο Πνευματικός δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, δεν είναι έργο της επιστήμης και γνώσεως επιστημονικής.

Γι᾿ αυτό καί ακολουθεί και άλλες διαδικασίες. Πολλοί Πνευματικοί έπεσαν σ᾿ αυτήν την πλάνη και νόμισαν ότι θα προσφέρουν έργο Πνευματικό μέ τό ν᾿ ακολουθήσουν γνωστικές μεθόδους του κόσμου.
Και σπούδασαν ψυχολογία και σπούδασαν κοσμικές επιστήμες και μπήκαν μέσα στη διαδικασία της προσφοράς και της θεραπείας τών ανθρώπων και εφήρμοσαν μεθόδους όχι παραδοσιακούς-εκκλησιαστικούς, όπως τις παραλάβαμε από τήν δισχιλιετή πείρα της Ορθοδοξίας. Αλλά εφήρμοσαν μεθόδους επιστημονικές και στο τέλος απέτυχαν. Γνώρισα κάποιον Πνευματικό, ο οποίος αποδελτίωνε όλες τις πράξεις όλων των πνευματικών του τέκνων.

Πως κάνουνε μερικές φορές ορισμένοι άνθρωποι που φτιάχνουν καρτέλα και ξέρουν κάθε φορά όταν έρθει ο εξομολογούμενος, τι έχει πράξει στο παρελθόν, βγάζει την καρτέλα και προσθέτει η αφαιρεί στοιχεία που αναφέρει ο εξομολογούμενος.

Μέθοδος και μεθόδευση δηλαδή σπάνια. Αυτός ο άνθρωπος τελικά έφτασε να βλάπτει τους εξομολογουμένους και βλάφτηκε και ο ίδιος και ασθένησε και παρ᾿ ολίγο να πεθάνει, από την μεθοδολογία πού χρησιμοποίησε τήν επιστημονική και την κοσμική.

Η Πνευματική πατρότης είναι γέννημα της Εκκλησιαστικής ζωής. Ένας Πνευματικός Πατήρ δεν μπορεί νά γεννηθεί έξω από τήν Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτός θα είναι ο,τιδήποτε άλλος πατέρας, εκτός από Πνευματικός Πατέρας. Και έχουμε τέτοιους πατέρες, είτε λέγονται Εθνοπατέρες, είτε λέγονται Αποστολικοί Πατέρες, είτε λέγονται Φυσικοί Πατέρες. Δεν είναι όμως Πνευματικοί Πατέρες.

Η Πνευματική πατρότης, επαναλαμβάνω, προέρχεται από τήν Ορθόδοξη ζωή. Μπαίνει κανείς από τά μικρά του χρόνια, μέσα στην Ορθόδοξη ζωή. Συνηθίζει να κολυμπά μέσα στην πείρα της ζωής αυτής και με τον χρόνο και με την τήρηση των εντολών, μπαίνει στη διαδικασία μετά της καθάρσεως τών άλλων. Γνωστό είναι το κλασσικό χωρίο του Αγίου Γρηγορίου: «Είναι αδύνατον να καθάρεις έναν άνθρωπο, αν δεν καθαρθείς εσύ. Είναι αδύνατον να τον φωτίσεις, αν δεν έχεις τρόπο και μέσο φωτισμού». Δηλαδή πρώτα καθαρθείναι και ύστερα καθάραι, πρώτα φωτισθήναι και ύστερα φωτίσαι.

Αυτή είναι η μέθοδος της Ορθόδοξης ζωής γενικά. Ειδικώτερα δε διά τό χάρισμα τού Πνευματικού πατρός, όχι μόνον αυτός πρέπει να έχει αυτήν την προετοιμασία, να μπεί δηλαδή μέσα στη διαδικασία της υπακοής στις εντολές του Θεού, οι οποίες είναι απέραντες μέσα στις Γραφές και ίσως δεν μπορεί νά βγεί εις πέρας μερικές φορές, γιαυτό και μπαίνει κάτω από τήν Πνευματική πατρότητα και αυτός και τηρεί τις εντολές του Πνευματικού πατρός αισθητά για νά μπορέσει κι αυτός να κόψει το θέλημά του, κι όπως αναφέρει ένας Άγιος είναι κοινή πείρα των Πατέρων, ότι μέσα στον άνθρωπο κυκλοφορούν τα εξής τρία θελήματα:

Το ένα θέλημα είναι το θέλημα της καρδίας μας, το δεύτερο θέλημα είναι το θέλημα του σατανάκαι τό τρίτο θέλημα είναι η σποραδική παρουσίακατ᾿ αρχάς και εν συνεχεία τό μόνιμο δένδρο, τό θαλερό, τού Αγίου Πνεύματος. Του Πνεύματος της Αγίας Τριάδος που έρχεται μέσα από την διαδικασία της τηρήσεως τών εντολών. Λέει σ᾿ ένα σημείο η Γραφή: «Εάν τας εντολάς τας εμάς τηρήσετε, εγώ και ο Πατήρ εισελευσόμεθα και Μονή παρ᾿ εμοί ποιήσωμεν». Εγώ και ο Πατήρ και το Πνεύμα.

Λέει ένας Άγιος: Προέλαβε το Πνεύμα μόλις μπήκε στον κόπο ο άνθρωπος να θελήσει να τηρήσει τις εντολές του Θεού, προέλαβε το Πνεύμα και επισκέφθηκε τον άνθρωπο και βοηθός πλέον του ανθρώπου στην τήρηση των εντολών, περιμένει την έλευση του Πατρός και του Υιού, οπότε βρίσκεται μέσα στην ψυχή του ανθρώπου η ενέργεια της Αγίας Τριάδος, μ᾿έναν τρόπο θαυμαστό και μέ αρχική πρόθεση να τηρήσουμε τις εντολές του Θεού. Αν δεν γίνει αυτό, αν δεν μπεί μέσα σ᾿ αυτή την διαδικασία κανείς, μην περιμένει να έχει εμπειρία του Αγίου Πνεύματος καί κατά συνέπεια δεν θά χει την δυνατότητα να βοηθήσει κι᾿ έναν άλλον άνθρωπο.

Μετάνοια κατά τους Πατέρες είναι η μεταστροφή του νοός από τα χείρονα στα κρείττονα. Εάν δεν συμβεί αυτό δεν μπορεί νά γίνει κάθαρση. Η διαδικασία της καθάρσεως αρχή έχει την μετάνοια. Η μετάνοια είναι ένα έργο που ξεκινάει από τήν αίσθηση της ανθρώπινης αδυναμίας. Ότι εγώ δέν μπορώ να εκριζώσω το κακό, γι᾿ αυτό καί μπαίνω μέσα στο Θεό, ο οποίος είναι δυνατός να εκριζώσει το κακό.

Λέει ο Άγιος Μακάριος, ότι έργο δικό μας είναι να πολεμούμε τον διάβολο και νά τόν αντιμαχόμαστε και νά αντιπαλεύουμε και να αντιπολεμούμεθα απ᾿αυτόν. Έργο του Θεού είναι το εκριζώσαι το κακό. Αν δεν έχει κανείς αίσθηση αυτής της αδυναμίας του, δεν μπορεί νά πιστέψει στον Θεό, ότι θα τον κάνει καλά. Και η πείρα της παρουσίας του Θεού έρχεται από αυτό τό πράγμα ακριβώς. Ήρθε κάποιος και μου είπε, χωρίς να καταλάβω τι συνέβη μέσα στην ψυχή του, μπαίνει στο εξομολογητήριο και κάθησε και μου λέει: «Επιτέλους θα τά πώ», χαρούμενος,- δεν μπορούσε να τα πεί και ν᾿αναφέρει τις αμαρτίες του – «επιτέλους τα έγραψα». Γιατί την ώρα που άρχισε να γράφει τις αμαρτίες του, άρχισε και μέσα του η χαρά και ήρθε τρέχοντας νά πεί τις αμαρτίες του.

Η μετάνοια δηλαδή, αρχίζει από τήν στιγμή που μέσα στο νού μας αντιλαμβανόμαστε την αδυναμία μας και την ανάγκη καθάρσεως καί μπαίνουμε σ᾿αυτήν την διαδικασία και εν συνεχεία το τέλος της είναι η συντριβή της καρδίας καί τά έργα της μετάνοιας, που ουσιαστικά είναι η προσπάθεια να μήν επανέλθουμε και πέσουμε ξανά στις αμαρτίες.

Θα σας αναφέρω πάλι μία γνώμη ενός Αγίου Πατρός: «Η μετάνοια είναι ανεκτίμητο δώρο προς την ανθρωπότητα. Η μετάνοια είναι το θείο θαύμα διά τήν αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν. Η μετάνοια είναι έκχυση θείας εμπνεύσεως εφ᾿ ημάς, δυνάμει της οποίας ανυψούμεθα εις τον Θεό, τον Πατέρα ημών, ίνα ζήσουμε αιωνίως εν τω φωτί τής Αγάπης Αυτού. Διά της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών, τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου. Η δωρεά αυτή κατέστη δυνατή διά της προσευχής του Χριστού εν τη Γεθσημανή, διά του θανάτου επί τού Γολγοθά και διά τής Αναστάσεως».

Είδατε όλα αυτά βρίσκονται μέσα στην Ορθόδοξη ζωή. Έξω από τήν Ορθόδοξη ζωή δεν μπορούμε να βρούμε μετάνοια. Μεταμέλειες υπάρχουν, μετάνοιες δεν υπάρχουν. Άλλο μεταμέλεια, άλλο μετάνοια. Μεταμελήθηκε ο Αδάμ όταν βγήκε από τόν Παράδεισο. Δεν μετανόησε όμως όταν προσκλήθηκε από τον Θεό μέσα στον Παράδεισο. Γι᾿ αυτό καί επέφερε τις συνέπειες στο ανθρώπινο γένος.

Ο Πνευματικός που έχει αυτή τήν αρχή εργάζεται κατ᾿ αυτόν τον τρόπο και που τελικά δεν αυτοκαλείται, αλλά καλείται από τόν ίδιο τον Θεό. Αυτός ο Πνευματικός μόλις μπαίνει μέσα στην γνώση της ανθρωπίνης ψυχής, μπαίνει σ᾿ ένα δίλημμα. Βλέπει τήν εξωτερική γενική αποστασία, βλέπει την εσωτερική κακοποίηση και βλέπει και την αδυναμία διορθώσεως καί πάρ᾿ όλο που πολλές φορές ανθρωπίνως ή και μέ τήν δύναμη του Αγίου Πνεύματος προσπαθεί, βλέπει πάρα πολλές φορές αναποτελεσματικότητα στο έργο του, γι᾿ αυτό και μπαίνει στο δίλημμα: Να προχωρήσει η νά σταματήσει;

Οι Άγιοι λένε ότι είναι προτιμώτερο να σώζεις την ψυχή σου παρά να προσπαθείς να σώζεις τους άλλους. «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον, ζημιωθή δέ τήν ψυχήν αυτού;» Ο Αββάς Ισαάκ λέει ότι εάν θα μπείς στην έρημο να εργαστείς την Ορθόδοξη ζωή διά της Προσευχής, είναι χίλιες φορές καλύτερο από τό νά μπείς μέσα στη ζούγκλα των παθών, για νά σώσεις ανθρώπους. Και γνωρίζοντας αυτά τά μηνύματα καί τίς διδασκαλίες των Πατέρων ένας Πνευματικός μπαίνει σ᾿ αυτό τό δίλημμα.

Τι να κάνει; Από τήν μια μεριά βλέπει τις ασθένειες και γνωρίζει ότι οι ασθένειες αυτές, οι περισσότερες από αυτές, θεραπεία βρίσκουν μόνο μέσα από την διαδικασία επανασυνδέσεως με τον Θεό του ανθρώπου. Όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος σ᾿ένα σημείο ότι: δεν υπάρχει τίποτε πού νά μένει αθεράπευτο, εάν μπεί μέσα στον άνθρωπο όλος ο Χριστός. «Εάν όλος εισδέξης τον Χριστόν πάσας τας Χριστού θεραπείας επί τάς σε αυτόν συνάξεις της ψυχής, ας κατά μέρος έκαστος θεθησαύρισαι». Δεν θα μπορείς να βρείς αλλιώς θεραπεία, την πάσα θεραπεία, εάν δεν δεχθείς μέσα σου όλον τον Χριστόν. Αυτή είναι η διδασκαλία των Πατέρων. Γι᾿ αυτό βλέπετε μερικούς Γεροντάδες πού έχουν Πνεύμα Άγιον, δεν έχουν ασθένειες και σωματικές.

Ασφαλώς θα υπάρχουν αντιρρήσεις εδώ θά τίς συζητήσουμε μετά. Τι θα κάνει λοιπόν; Κι εγώ προσωπικά έχω έρθει πολλές φορές σ αυτό το δίλημμα. Να συνεχίσω η νά μή συνεχίσω; Γιατί βλέπω τις προσωπικές μου αδυναμίες. Όταν πάω ν᾿ αντιμετωπίσω έναν άνθρωπο ανακαλύπτω τις δικές μου δυσκολίες. Και όταν μάλιστα με ψυχολογικές μεθόδους, δηλαδή μέ συζητήσεις, μέ επιχειρήματα, με εξαγορεύσεις κλπ. που πολλές φορές επιχειρούμε στους εξομολογουμένους μας, βλέπω αυτήν την αναποτελεσματικότητα και λέω: Τι συμφέρει να συνεχίσω ή να υποχωρήσω;

Ο Πατήρ Σωφρόνιος λέει ένα τρομακτικό εδώ: «Εάν, λέει, μπείς στη διαδικασία της τελείας σταυρώσεως, διά της αγάπης προς τον άλλον, έστω κι αν χάνεις μερικές φορές τις ωραίες εμπειρίες της προσευχής, βγαίνεις στο ίδιο αποτέλεσμα της σωτηρίας. Γιατί η Γραφή λέει εάν εξαγάγεις άξιον εξ αναξίου ούτος ως το στόμα μου εστί.». Σαν το στόμα μου είναι αυτός.. Οπότε βάζουμε τον εαυτό μας στο θέλημα του Θεού και ούτε αποφασίζουμε εμείς, αλλά ούτε και αρνούμαστε και παρατηρούμε μέσα στη διαδρομή της πορείας μας σαν Πνευματικοί άν το θέλει ο Θεός να προχωρήσουμε η όχι. Κι από την στιγμή που θά αντιληφθούμε ότι δεν το θέλει ο Θεός και θά δώσει τρόπο ο Θεός να τό αντιληφθούμε, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να πούμε: ΣΤΟΠ! Είσαι ανάξιος να προχωρήσεις. Και όποιος προχωρεί αντιλαμβανόμενος αυτήν την αναξιότητα, σίγουρα θα κάνει πολύ κακό αντί να κάνει καλό. Γιατί υπάρχουν και πολλές εκτροπές γύρω από τό θέμα αυτό. Και αντί νά ωφελήσει και νά θεραπεύσει θά φτάσει στήν αντίστροφη κατάσταση να βλάψει και να πάει μαζί μέ τούς εξομολογούμενούς του στην κόλαση και ο ίδιος.

Επομένως, λέει, ο Πατήρ Σωφρόνιος, σ᾿ ένα άλλο σημείο, ότι χρειάζεται να έχουμε μία ευκτική προσοχή. Μία προσοχή, δηλαδή, που να συνοδεύεται από τήν συνεχή ευχή. Από τίς λεπτομέρειες που θ᾿ αντιμετωπίσουμε στον εξομολογούμενο, μέχρι τα γενικότερα θέματα όλης της ανθρωπότητας ο Χριστός ανέλαβε να σώσει την ανθρωπότητα χωρίς να προστρέξει σε διδασκαλία προς όλους τους ανθρώπους. Αλλά μέ την προσευχή της Γεθσημανής, που ήταν έμπονη και έμπυρη και με τήν ανάληψη της ευθύνης όλων των ανθρώπων και την τιμωρία που υπέστη οικειοθελώς χάριν των ανθρώπων, έσωσε τους ανθρώπους και έτσι θέλει και τους Πνευματικούς. Ο Πνευματικός δεν μπορεί αλλιώς να ζήσει και νά δώσει ωφέλεια στους ανθρώπους αν δεν μπεί μέσα σ᾿ αυτήν την διαδικασία της θυσίας. Και είναι μία μεγαλειώδης κατάσταση αυτή, όταν αρχίζουμε ν᾿ αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο ξεκινώντας από το συμφέρον του εαυτού μας, χωρίς πρόθεση να θυσιαστούμε για τον άλλον σε κάθε στιγμή, είτε μέρα είναι, είτε νύκτα, είτε με την παρουσία του άλλου, είτε με την απουσία του άλλου διά της προσευχής, αν δεν υπάρχει αυτή η πρόθεση, αν δεν υπάρχει αυτή η τόλμη να μπεί μέσα σ᾿ αυτήν την θυσία, σίγουρα δεν θα μπορέσει να κάνει δουλειά.

Γιατί μέσα στον Πνευματικό Πατέρα υπάρχουν δυό στοιχεία: Το ένα στοιχείο είναι το χάρισμα της ιερωσύνης, που φέρει και την δυνατότητα της θεραπείας και τό άλλο στοιχείο είναι η προσωπική μετοχή στην χάρη που φέρει και μέσω τής ιερωσύνης, αλλά και μέσω της πίστεώς του στον Θεό. Εάν το χάρισμα της ιερωσύνης συνοδεύεται μέ τήν ραθυμία του πνευματικού, όταν θα εξομολογείται, ο άλλος θ᾿ απαλλάσσεται μεν από τις ενοχές, δεν θα οικοδομείται όμως στην πνευματική ζωή. Οπότε θα είναι, κάθε μέρα και κάθε ώρα, εύκολη λεία του διαβόλου, κάθε άνθρωπος, έστω και αν καθαίρεται.

Σκοπός του Πνευματικού δεν είναι μόνον ν᾿ αντιληφθεί τις αμαρτίες του ανθρώπου, ούτε είναι μόνο να διαβάζει την ευχή, να του συγχωρούνται οι αμαρτίες του. Σκοπός του Πνευματικού είναι, να προσπαθήσει με την προσωπική εμπειρία, την φυσική και την πνευματική πού αποκτά μέσα από τήν δική του βίωση, την πνευματική, να μπορέσει να βοηθήσει τον άνθρωπο να βρεί τον Θεό, να συναντηθεί με τον Θεό και νά γίνει μέτοχος τών αγαθών του Θεού. Αυτή ηδυνατότης δεν μπορεί ανθρωπίνως να επιτευχθεί. Θα έρθει επί παραδείγματι μέσα στό νού του ανθρώπου η διάκριση και η διείσδυση, ώστε να μπεί και νά κατανοήσει στό βάθος τον άνθρωπο; Ανθρωπίνως είναι αδύνατον.

Μπορεί εξωτερικά κάτι ν᾿ αντιληφθεί από τίς εξαγορεύσεις. Σκοπός είναι να έχει ένα χάρισμα, μία δυνατότητα να μπεί στο βάθος του ανθρώπου και να του αποκαλύψει και ανακαλύψει εκείνα τα βάθη, που ούτε ο ίδιος τα έχει προσεγγίσει ποτέ και μέ επιμονή τα αρνείται και τα απωθεί στο υποσυνείδητο, φοβούμενος ούτε και να τ᾿αγγίξει. Και τούτο εδώ είναι έργο του Πνευματικού, να βγάζει τον δειλό άνθρωπο από τό βάθος που συσπειρώνει όλες τις δυνάμεις του, στο βάθος του υποσυνείδητου, να τον βγάλει στην επιφάνεια και να τον θεραπεύει μέ τήν Χάρη του Θεού και νά τόν οδηγεί σέ μία Θεογνωσία τέτοια, πού νά του δίνει τελικά την χαρά, την ειρήνη, την ευτυχία, μέσα στο βάθος της καρδιάς του.

Εάν δεν υπάρχει λοιπόν αυτή η Αγάπη, η θυσιαστική Αγάπη, είναι αδύνατον να μπορέσει κανείς να βοηθήσει τον άνθρωπο. Η Αγάπη λέει ο Πατήρ Σωφρόνιος μεταφέρει την ύπαρξη του αγαπώντος προσώπου, εις το αγαπώμενο όν και ούτως αφομοιώνει την ζωή του αγαπώμενου. Η Αγάπη έχει δυνατότητα να μεταφέρει από τήν καρδιά του αγαπώντος στην καρδιά του αγαπώμενου να μεταφέρει την ενέργεια της Θείας Χάριτος, που ουσιαστικά διά τής Αγάπης εμφανίζεται, χωρίς να βλάπτει το άλλο πρόσωπο. Γιατί λέει ότι το πρόσωπο είναι διεισδυτόν Αγάπης. Δηλαδή τό πρόσωπο έχει την δυνατότητα να αφομοιώνει αυτήν την αγάπη, να διαπερνά διά του προσώπου η Αγάπη, να εισέρχεται στην πληγωμένη φύση, χωρίς να βλάπτει την ιδιαιτερότητα του προσώπου και να θεραπεύει και νά κοινωνεί και νά επικοινωνεί με τόν άλλον άνθρωπο διά του Θεού.

Μ᾿ ένα παράδειγμα: Όπως η ατμόσφαιρα έχει την δυνατότητα να αφομοιώνει τον ήλιο και να διεισδύει ο ήλιος μέσα από τήν ατμόσφαιρα και να διαπερνά τίς ακτίνες του σε όλα τα όντα, χωρίς να παθαίνει τίποτα η ατμόσφαιρα, όχι μόνο δεν παθαίνει, αλλά φωτίζεται περισσότερο και όπως η ακτίνα του ηλίου ακόμα και μέσα από τό νερό περνά, χωρίς το νερό νά παθαίνει τίποτα, έτσι ακριβώς και η Αγάπη, η Ευαγγελική όμως Αγάπη, του Θεού η Αγάπη, διεισδύει από το ένα πρόσωπο στόν άλλο χωρίς να καταργεί τό άλλο πρόσωπο, χωρίς να δεσμεύει και χωρίς να αιχμαλωτίζει το πρόσωπο, αλλά νά τό ενώνει Θεοπρεπώς και νά γίνονται ταυτόχρονα δυό πράγματα. Νά ενώνεται η φύσις η μία, γιατί ουσιαστικά, όπως είπαμε, μία είναι η φύσις του ανθρώπου, να ενώνεται εν Χριστώ, διατηρώντας την προσωπική ύπαρξη και ελευθερία που έχει ο καθένας από εμάς. Αυτό είναι η Ορθόδοξη ενότητα.

Όλοι οι άνθρωποι προσπαθούν να ενωθούν και δημιουργούν προϋποθέσεις ενότητας, αλλά οι προϋποθέσεις ενότητας συνήθως καταλήγουν στήν επιβολή της μίας θελήσεως πάνω στην άλλη και μάλιστα την βίαιη. Έχουμε παραδείγματα τις δικτατορίες, τα απολυταρχικά καθεστώτα, τα θρησκευτικά καθεστώτα, προσπαθούν διά νόμου να επιβάλλουν τις θελήσεις τους. Έχουμε ακόμη και τά χριστιανικά καθεστώτα, το απολυταρχικό καθεστώς του Παπισμού, που μ᾿ένα τρόπο πρωτοφανή στην ιστορία, πολλά απολυταρχικά καθεστώτα έρχονται και φεύγουν και αυτό δεν φεύγει και διατηρείται και δίνει και την αίσθηση αυτής της εμπειρίας του και σ᾿ όλες τις Δυτικές κοινωνίες και που παρ᾿ όλο που πάνε να εφαρμόσουν δημοκρατικούς θεσμούς, γιά νά επιβάλλουν τάχα στην ανθρωπότητα ελεύθερα και δυναμικά τις θελήσεις τους, ουσιαστικά δεσμεύουν μ᾿ έναν άλλο τρόπο δικτατορικό τις θελήσεις των άλλων ανθρώπων, ώστε να κάνουν τους άλλους ανθρώπους να γράψουν ακόμη και βιβλία και νά μιλάμε για την τυραννία της σύγχρονης Δημοκρατίας, της σύγχρονης πλειοψηφίας.

Η ενότητα του ανθρώπου εν Χριστώ στην Ορθόδοξη Ζωή επιτυγχάνεται μ᾿ ένα τέτοιο θαυμαστό τρόπο, ώστε να ενώνεται η φύσις και ενωμένη η φύσις να αποκτά ειδικές, θα λέγαμε ενωμένες δυνάμεις μία θέληση, μία καρδία, μία αγάπη, μία πορεία, ένα συγχνωτισμό καί ταυτοχρόνως να μην βλάπτεται η ιδιαιτερότητα του προσώπου.

Αυτό δεν μπορεί να γίνει αλλιώς αν δεν μπεί σ᾿ αυτήν την διαδικασία της καθάρσεως, να φύγουν τα σκουπίδια που έχουν συσσωρευτεί στό βάθος της ψυχής του ανθρώπου, να καθαριστεί η φύσις, να μπορεί να ενωθεί η φύσις εν Χριστώ και νά διατηρηθεί καί το πρόσωπο, με έναν τρόπο μυστηριακό, αυτόν που έχουμε παραλάβει εμείς από τους Πατέρες μας και τους Αποστόλους μας. Και δεν προσπαθεί κανείς με άλλον τρόπο να ελκύσει τον άλλον σ᾿ αυτήν την ενότητα, παρά διά της προβολής αυτής της ανιδιοτελούς και Ευαγγελικής Αγάπης.

Άλλο να επιβάλλεις το καλό και άλλο να προβάλλεις το καλό και άλλο να διεισδύεις δι᾿ αυτής της προβολής στο βάθος του ανθρώπου, όπου θα τον «αναγκάζεις», εντός εισαγωγικών, μ᾿ έναν ελεύθερο τρόπο να ενώνεται μαζί σου και μέ τόν Θεό και νά γίνεται όλη η ανθρωπότητα μία φύσις διατηρώντας τίς ιδιαιτερότητές της.

Αυτή λοιπόν η παράδοση η δισχιλιετής που φέρουμε εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί δημιουργεί και την Πνευματική οικοδομή. Εμείς σαν Ορθόδοξοι δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε διαφορετικά, δεν μπορούμε να πιέσουμε συνειδήσεις, μπορούμε όμως διά τής Αγάπης να προκαλέσουμε τον άλλον άνθρωπο σε κοινή ζωή και αυτή η κοινή ζωή συσπειρώνεται στη ζωή τής Εκκλησίας μέσα στο θυσιαστήριο. Η Εκκλησιαστική Ζωή χωρίς θυσιαστήριο γίνεται κατακερματισμένη. Η Εκκλησιαστική Ζωή μέ τήν πείρα του θυσιαστηρίου, με όλα τα μυστήρια και μ᾿όλη την προσευχή που παρέδωσαν οι Πατέρες είναι η ζωή μέσα στο σώμα του Χριστού, οπότε είναι ζωή χαρούμενη, είναι ζωή ειρηνική, έστω και αν πιέζεται εκ των έξω, από τις δυνάμεις τού κακού, ν᾿ αλλάξει πορεία.

Κι ακολουθώντας αυτές τις εντολές του Θεού, αποκαλύπτονται, όπως είπα προηγουμένως, μέσα μας, αυτά τά ιδιώματα της Χάριτος του Θεού, της ενέργειας της Αγίας Τριάδος, της δημιουργικής ενέργειας της Αγίας Τριάδος και βλέπουμε στο βάθος μας, ότι ο άνθρωπος είναι ένα Ον Θεοειδές, ότι είναι ένα πρόσωπο που έχει μία πρωταρχική ύπαρξη, είναι μία εικόνα που μόνο αποκαλύπτεται η αξία της, όταν αντιπαραβληθεί προς το πρωτότυπο. Γι᾿ αυτό κι᾿ έχει ανάγκη της παρουσίας του πρωτοτύπου, για ν᾿ αξιολογηθεί η εικόνα. Αλλιώς όταν απομακρύνουμε το πρωτότυπο, τότε μειώνουμε την αξία του ανθρώπου και η μείωση αυτής της αξίας του ανθρώπου κάνει τον άνθρωπο να έχει μικρότερη αξία κι από τό άλογο ζώο. Και γι᾿ αυτό και σήμερα μία εμπειρία της σύγχρονης ζωής περί τής αξίας του ανθρώπου, είναι αυτή ακριβώς και απ᾿εδώ μπορούμε να καταλάβουμε πόσο μακριά από τίς κοινωνίες μας είναι ο αληθινός Θεός.

Του Αρχιμανδρίτου Μαξίμου Κυρίτση – Απόσπασμα απόομιλία που δόθηκε στην αίθουσα της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου