1.
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ξανὰ καὶ ξανὰ ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ μιλῶ γιὰ τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, τὴν ἱστορία τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, καὶ κάθε φορὰ παρατηρῶ πόσο εὔκολο εἶναι αὐτὸ γιὰ μένα –ὄχι πραγματικά, ἀλλὰ φανταστικὰ – νὰ ταυτιστῶ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ βρῆκε τὸν δρόμο του γιὰ τὸν Θεό, τὸν τελώνη ποὺ στάθηκε συντετριμμένος στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ, ἀνίκανος ἀκόμα καὶ νὰ βαδίσει πρὸς τὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Θεοῦ, ἢ μὲ τὸν Ἄσωτο Υἱό, ποὺ παρὰ τὴν βαριὰ ἁμαρτία του, τὴν ἀπίστευτη ἀναισθησία, τὴν σκληρότητά του, βρῆκε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρικὴ ἑστία.

Ἀλλὰ πόσο σπάνια μὲ συγκίνησε, ἔστω βιαστικά, ἡ μοίρα τοῦ Φαρισαίου, ἀπὸ τὴν μοίρα τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ – ὅμως ὁ Θεὸς δὲν καταδίκασε κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο. Εἶπε γιὰ τὸν τελώνη: Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πῆγε στὸ σπίτι του περισσότερο συγχωρεμένος, περισσότερο ἐλεημένος ἀπὸ τὸν ἄλλο. Δὲν εἶπε ὅτι ὁ Φαρισαῖος πῆγε χωρὶς νὰ τὸν συνοδεύει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς ξέχασε τὴν πίστη του, τὴν αἴσθηση τῆς ὑπακοῆς πρὸς τὸ καθῆκον.

Καὶ πάλι σήμερα βρισκόμαστε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό. Ὅλη τὴ ζωὴ του εἶχε ζήσει στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα, ὅλη τὴ ζωὴ του μεριμνοῦσε γιὰ τὶς ὑποθέσεις τοῦ πατέρα του –εἶχε δουλέψει σκληρά, μὲ πίστη, ξεχνώντας τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ δίνει σημασία στὴν κούραση, χωρὶς νὰ ζητᾶ καμιὰ ἀνταμοιβή, γιατί αἰσθανόταν ὅτι ἔκανε τὸ σωστό. Στὴν πραγματικότητα ὑστεροῦσε σὲ κάτι: τοῦ ἔλειπε ἡ ζεστασιά, ἡ τρυφερότητα, ἡ χαρὰ γιὰ τὸν πατέρα. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ ἐντυπωσιάζει τόσο σ΄ αὐτὸν – ἡ πίστη του· παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ καρδιά του δὲν ἦταν φλογερή, παρέμεινε πιστός. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔλαβε καμιὰ φανερὴ ἀνταμοιβὴ ἢ ἀναγνώριση παρέμεινε πιστὸς κι ἐργαζόταν σκληρά.

Πόσο σκληροὶ εἴμαστε ὅταν σκεφτόμαστε ὅτι τοῦ ἀξίζει λίγη ἀπ’ τὴν συμπάθειά μας· ἀλλὰ πόσο λίγοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦν νὰ εἶναι τόσο πιστοί, τόσο τέλεια καὶ σταθερὰ ὑπάκουοι στὸ κάλεσμα τοῦ καθήκοντος ὅπως αὐτὸς ὅταν δὲν βρίσκουμε ἀνταπόδοση, ὅταν δὲν ἀκοῦμε ἕναν ἐνθαρρυντικὸ λόγο, ὅταν δὲν παίρνουμε τὴν παραμικρὴ ἀμοιβὴ ὅπως ἔκανε ὁ πατέρας ὅσον ἀφορᾶ τὸν μεγαλύτερο υἱό, ἐπειδὴ οἱ γύρω μας, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἐξυπηρετοῦμε, ποὺ δουλεύουμε σκληρά, ποὺ τὸ συμφέρον τους βρίσκεται ἀκριβῶς στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, τὸ θεωροῦν δεδομένο. Δὲν εἶναι φυσικό; Δὲν εἶναι γιός μου; Δὲν εἶναι πατέρας μου; Δὲν εἶναι ἀδελφός μου; Σύζυγός μου; Φίλος μου; Δὲν σημαίνουν ὅλα αὐτὰ μία συνολικὴ δίχως ὅρια ἀφοσίωση ποὺ εἶναι ἡ δική του ἀνταμοιβή;

Πόσο σκληροὶ γινόμαστε συχνὰ στοὺς γύρω μας ποὺ τοὺς βάζουμε στὴν θέση τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ- ποὺ ποτὲ δὲν ἀναγνωρίζουμε καὶ ποὺ πάντοτε περιμένουμε νὰ κάνουν τὸ σωστό, ἀδιαμαρτύρητα καὶ τέλεια.

Στὴν πραγματικότητα ὁ ἄσωτος υἱὸς εἶχε ζεστὴ καρδιά, εἶχε ἐπιστρέψει μὲ ραγισμένη καρδιά, ἕτοιμος νὰ ἀλλάξει, ἐνῶ ὁ ἄλλος μποροῦσε μοναχὰ νὰ συνεχίσει, νὰ περπατήσει τὴν πικρὴ πορεία του μὲ τὴν ἀμφιταλαντευόμενη πίστη του· ἐκτὸς ἂν ἀντιμετωπίζοντας τὴν συμπόνια τοῦ πατέρα, ἐκτὸς ἂν καταλάβαινε τί σήμαινε ὅτι ὁ μικρότερος ἀδελφός του ἦταν στὴν πραγματικότητα νεκρὸς καὶ ξανάζησε, ὅτι εἶχε ἀληθινὰ χαθεῖ καὶ βρέθηκε.

Ἂς σκεφθοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἔχουμε ὅλοι κάποιον γύρω μας ποὺ τοῦ φερόμαστε μὲ τὴν ἴδια ψυχρότητα, ποὺ θεωροῦμε ὅτι εἶχε ὁ μεγαλύτερος υἱός, ἀλλὰ ὅλοι μας ἔχουμε κάποιον πρὸς τὸν ὁποῖο φερόμαστε ἐξίσου περιφρονητικὰ καὶ σκληρὰ ὅπως φερόταν ὁ μεγαλύτερος υἱὸς στὸν μικρότερο ἀδελφὸ ποὺ εἶχε ξεγράψει, ποὺ δὲν ἦταν ἀδελφὸς γιὰ κεῖνον· ποὺ εἶχε φανεῖ ἀγνώμων πρὸς τὸν πατέρα, ποὺ ἦταν ἀσυγχώρητος. Κι ὅμως, ἐκεῖ βρισκόταν ὁ πατέρας, τὸ θύμα τῆς ἀπόρριψης τοῦ υἱοῦ του, τὸ θύμα τῆς ἐλαφρόμυαλης συμπεριφορᾶς του, τῆς σκληρότητάς του, ποὺ τὸν συγχώρησε τρυφερὰ καὶ ὁλόψυχα.

Ἂς βροῦμε τὴ θέση μας σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ καὶ ὄμορφη παραβολὴ γιατί τότε ἴσως βροῦμε τὸν δρόμο μας, εἴτε παρότι ὁ καθένας πέρα ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος γιός, μολονότι λιγότερο τοῦ καθήκοντος, πολὺ λιγότερο τίμιος, πολὺ λιγότερο ἀφοσιωμένος στὶς μέριμνες τοῦ πατέρα, στοὺς φίλους, στοὺς συγγενεῖς· ἢ ἴσως μποροῦμε ν΄ ἀνακαλύψουμε στὴν καρδιὰ μας μιὰ δημιουργικὴ συμπάθεια γιὰ τὸν μικρότερο γιὸ καὶ νὰ μάθουμε πρῶτα ἀπ’ αὐτὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάσταση ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς φέρει μιὰ εἰλικρινῆ μετάνοια, μιὰ μεταστροφὴ καὶ ὅτι ὑπάρχει ἕνας τουλάχιστον – ὁ Θεὸς- καὶ προφανῶς ἕνα πρόσωπο ἢ πολλά, ποὺ εἶναι ἕτοιμα νὰ μᾶς δεχθοῦν, νὰ μᾶς ἀπολυτρώσουν, νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν καὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ξεκινήσουμε μαζὶ μιὰ νέα ζωὴ – μὲ τὸν πατέρα, τὸν νεότερο καὶ τὸν μεγαλύτερο υἱό. Ἀμήν.

2.
Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)
Ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου μέσα ἀπὸ τὸν παραστατικὸ λόγο της ἀπεικονίζει τὸ μυστήριο τῆς ἀνομίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀποδοχῆς καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μὲ τρόπο ἀξεπέραστο παρουσιάζει τὴν πτώση καὶ τὴ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀποστασία του καὶ τὴν ἐπιστροφή του.

Ἡ περιπλάνησή μας στὸν κόσμο

Ὁ νεώτερος γιὸς «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ὁ ἄσωτος γιός, μᾶς λέει τὸ ἱερὸ κείμενο, ἔφυγε καὶ ἐγκατέλειψε τὸ σπίτι του πηγαίνοντας σὲ μακρινὴ καὶ ξένη χώρα. Τὸ συμβολικὸ βάθος αὐτῆς τῆς εἰκόνας εἶναι σπουδαῖο. Ὅσο καὶ ἂν μᾶς φαίνεται παράξενο, ἡ ζωὴ μας σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο εἶναι ἀποδημία, εἶναι ἐξορία σὲ ξένη χώρα. Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ περιπλάνησή μας στὸν κόσμο ἀναποδογυρίζει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Συσκοτίζει τὴ σκέψη μας καὶ διαβρώνει τὶς πνευματικές μας εὐαισθησίες. Ἀνατρέπει τὰ σταθερὰ μέτρα καὶ κριτήρια μὲ τὰ ὁποῖα ζυγίζουμε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ ἀξιολογοῦμε τὶς προτεραιότητες τῆς ζωῆς.

Ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο ποὺ εἶναι ἀνίκανος νὰ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν Θεὸ ὡς δημιουργὸ καὶ σωτήρα του, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. «Ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω», δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦρθε καὶ ἦταν μέσα στὸν κόσμο καὶ ἐξαιτίας του δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ὅμως «ὁ κόσμος» δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἡ διαδρομὴ τῆς ζωῆς μας γίνεται ἐξορία ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι αὐτὸς ὁ κόσμος, δημιουργημένος ἀπὸ τὸν Θεό, παραδίδεται καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν «ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου». Τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου διαστέλλεται καὶ διαχωρίζεται ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ μὲ μία κάθετη διαχωριστικὴ γραμμή, καθὼς «ὅστις φίλος εἶναι τοῦ κόσμου ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται».

Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ζεῖ σὲ μία ἐξορία καὶ ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καθὼς σπαταλᾶ τὰ ποικίλα χαρίσματά του ἀσώτως, χωρὶς ὅρους καὶ ὅρια. Ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός, σὰν νὰ μὴν ἦρθε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ καὶ τότε ἡ τραγωδία τῆς ἐξορίας του γίνεται πιὸ πικρή. Στὴν προσπάθειά του νὰ γευθεῖ καὶ νὰ ἀπολαύσει τὸν πλοῦτο τῆς ζωῆς, νὰ κατακτήσει καὶ νὰ ἀποκτήσει πολλά, συνήθως τὸ πληρώνει ἀκριβά.

Ἡ ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα

Τὸ πατρικὸ σπίτι γίνεται ὁ τύπος καὶ ἡ εἰκόνα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ κοινωvίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ στὴ βασιλεία Του. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μᾶς βεβαιώνουν γιὰ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Μᾶς προτρέπουν γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἐξορίας τοῦ ἀσώτου. Ἡ εὐαγγελικὴ παραβολὴ καὶ ἡ ὑμνολογία τῆς κατανυκτικῆς περιόδου ποὺ διανύουμε μᾶς βοηθοῦν νὰ ξαναδοῦμε τὴν πνευματική μας κατάσταση μέσα σ’ αὐτὴ τὴν προοπτική: «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών» (Λκ. 15,17).

Ὅταν βρίσκουμε τὸν ἀληθινό μας ἑαυτό, ξαναβρίσκουμε τὸ δρόμο τοῦ γυρισμοῦ καὶ τῆς ἐπανασύνδεσής μας μὲ τὸν Θεό. Τότε ἡ μετάνοια γίνεται ἕνα βαθὺ βίωμα, μία πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας. Τότε ὁ ἀγώνας μας ἀποκτᾶ ἄλλο νόημα καὶ δυναμική. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἔστω καὶ ἂν οἱ πτώσεις καὶ οἱ ἀδυναμίες μας εἶναι πολλές, δὲν μᾶς βυθίζουν πλέον στὴν ἀπόγνωση. Ἔστω καὶ ἂν τὰ πάθη καὶ τὰ λάθη μας, εἶναι μεγάλα καὶ μᾶς ταλαιπωροῦν δὲν μᾶς τρομάζουν πιά. Οἱ ἐνοχές μας, ὅσο βαριὲς καὶ ἂν εἶναι, δὲν μᾶς ἀρρωσταίνουν ψυχικά. Ἄλλο ἔμμονες ἐνοχές, κατάθλιψη, φόβος, ἄγχος, πληγωμένος ἐγωισμός, γιὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ λάθη ποὺ κάναμε, καὶ ἄλλο ἐσωτερικὴ συντριβή, ταπείνωση, ἀλλὰ καὶ ψυχικὴ γαλήνη ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀποδέχεται καὶ μᾶς περιμένει ὑπερνικώντας τὴν ἁμαρτωλότητά μας.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἂν αἰσθανόμαστε «εὐτυχισμένοι ὑπαρξιακά», ἄνετοι καὶ βολεμένοι στὸν παρόντα κόσμο, τότε γιατί θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε καὶ νὰ βροῦμε μία εὐτυχία ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι χάσαμε ἤ τουλάχιστον δὲν νιώθουμε ὅτι μᾶς λείπει; Ἂν δὲν νιώθουμε ἐξόριστοι καὶ ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τότε γιατί θὰ πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ ποῦ πρέπει ἄραγε νὰ ἐπιστρέψουμε; Ἴσως θὰ πρέπει νὰ νοσταλγήσουμε τὴ χαμένη χαρὰ στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς ὄντως ζωῆς, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ζοῦμε καὶ νὰ ὁμολογοῦμε αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ἕνας ὀρθόδοξος μοναχός: «Πιστεύω Κύριε σὲ Ἐσένα γιατί ἔξω ἀπὸ Ἐσένα δὲν ὑπάρχει τίποτε γιὰ ἐμένα». Ἀμήν.

3.
Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))
Τὴν τρίτη Κυριακή τῆς προετοιμασίας μας γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ διαβάζουμε τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-32). Ἡ παραβολὴ τούτη μαζὶ μὲ τοὺς ὕμνους τῆς ἡμέρας αὐτῆς μᾶς παρουσιάζουν τὴ μετάνοια σὰν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἐξορία.

Ὁ ἄσωτος γιός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ κεῖ σπατάλησε ὅτι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα! Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸ Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ποὺ ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲ θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸς ποὺ νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη πραγματικότητα, αὐτὸς δὲ θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.

Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση. Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη. Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸ Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος. Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα. Ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτό, εἶναι μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθιὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὰ χαμένο σπίτι.

Ἔλαβα ἀπὸ τὸ Θεὸ θαυμαστὰ πλούτη: πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴ ζωὴ καὶ τὴ δυνατότητα νὰ τὴ χαίρομαι, νὰ τὴν ὀμορφαίνω μὲ νόημα, ἀγάπη καὶ γνώση: ὕστερα — μὲ τὸ Βάπτισμα — ἔλαβα τὴ νέα ζωὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας. Ἔλαβα τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα ἀπ’ αὐτή, τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσω καθετὶ καὶ τὴ δύναμη νὰ εἶμαι «τέκνον Θεοῦ». Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχασα, τὰ χάνω καθημερινά, ὄχι μόνο μὲ τὶς «συγκεκριμένες ἁμαρτίες» καὶ τὶς «παραβάσεις» ἀλλὰ μὲ τὴν ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν: τὴν ἀπομάκρυνση τῆς ἀγάπης μου ἀπὸ τὸ Θεό, προτιμώντας τὴν «μακρινὴ χώρα» ἀπὸ τὸ ὄμορφο σπίτι τοῦ Πατέρα.

Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι ἐδῶ παροῦσα γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τί ἔχω ἐγκαταλείψει, τί ἔχω χάσει. Καὶ καθώς μοῦ τὰ ὑπενθυμίζει μὲ τὸ Κοντάκιο τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἀναλογίζομαι ὅτι: Τῆς πατρῴας, δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι τὴν τοῦ Ἀσώτου, φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου Πάτερ οἰκτίρμον, δέξαι με μετανοοῦντα, καὶ ποίησόν με, ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.

Καί, καθὼς ἀναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου τὴν ἐπιθυμία τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν πραγματοποιήσω: «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῶ, πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου, ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ἀναφέρουμε εἰδικὰ μία λειτουργικὴ λεπτομέρεια τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου. Στὸν Ὄρθρο, μετὰ τὸν γιορταστικὸ καὶ χαρούμενο ψαλμὸ τοῦ Πολυελαίου, ψέλνουμε τὸν λυπηρὸ καὶ νοσταλγικὸ 136ο ψαλμό:

Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθήσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιὼν… πῶς ἄσομαι τὴν ὠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλότριας; ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λαρύγγί μου, ἐὰν μὴ σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.

Εἶναι ὁ ψαλμὸς τῆς ἐξορίας. Τὸν ἔψαλλαν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴ βαβυλώνια αἰχμαλωσία τους καθὼς σκέφτονταν τὴν ἱερὴ πόλη τους, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀπὸ τότε ὁ ψαλμὸς αὐτὸς ἔγινε ὁ ψαλμὸς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συνειδητοποιεῖ τὴν ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ συναισθανόμενος αὐτὴ τὴν ἐξορία γίνεται πάλι ἄνθρωπος. Γίνεται ἐκεῖνος ποὺ ποτὲ πιὰ δὲ θὰ νιώσει βαθιὰ ἱκανοποίηση μὲ τίποτε στὸν «πεπτωκότα» αὐτὸν κόσμο, γιατί ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἀπὸ τὴν κλήση του εἶναι ἕνας ἀναζητητὴς τοῦ Τέλειου. Ὁ ψαλμὸς αὐτὸς θὰ ψαλεῖ δύο ἀκόμα φορές: τὶς δύο τελευταῖες Κυριακὲς πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή· καὶ τὴν παρουσιάζει σὰν ἕνα μακρινὸ ταξίδι, σὰν μετάνοια, σὰν ἐπιστροφὴ.

4.
Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς
Ἰδού εὐαγγέλιο πού ἀφορᾶ στό νοῦ καί τό σῶμα τοῦ καθενός μας. Εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς εὐσπλαχνίας. Εἶναι ἡ θαυμαστή παραβολή τοῦ Σωτῆρος, στήν ὁποία ἀπεικονίζεται ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Ἡ δική μου, ἡ δική σου, τοῦ καθενός ἀνθρωπίνου ὄντος ἐπάνω στήν γῆ. Ὅλους τούς ἀφορᾶ τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ὅλους.

Ὁ ἄνθρωπος! Αὐτός ὁ θεϊκός πλοῦτος ἐπάνω στήν γῆ! Κύτταξε τό σῶμα του, τό μάτι, τό αὐτί, τήν γλώσσα. Τί θαυμαστός πλοῦτος. Τό μάτι! Ὑπάρχει τίποτε πιό τέλειο πού νά ἠμπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά ἐπινοήσῃ σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Κι ὅμως, τό μάτι αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Κύριος, ὅπως καί τήν ψυχή καί τό σῶμα. Ἡ ψυχή μάλιστα εἶναι ὁλόκληρη ἐξ οὐρανοῦ. Ὁποῖος πλοῦτος! Τό σῶμα! Θαυμαστός θεῖος πλοῦτος πού σοῦ δόθηκε γιά τήν αἰωνιότητα καί ὄχι μόνο γιά τήν πρόσκαιρη αὐτή γήινη ζωή. Καί ψυχή δοσμένη γιά τήν αἰωνιότητα.

Ἀκούσατε τί εὐαγγελίζεται ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος σήμερα. «Τό δέ σῶμα τῷ Κυρίῳ» (Α΄ Κορ. 6, 13). Ὁ Κύριος ἔπλασε τό ἀνθρώπινο σῶμα γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ἀθανασία, γιά τήν καθαρότητα. Τό ἔπλασε γιά τήν αἰώνια ἀλήθεια, γιά τήν αἰώνια δικαιοσύνη καί γιά τήν αἰώνια ἀγάπη: ὅπως τό σῶμα, ἔτσι καί τήν ψυχή. Ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀνεκδιήγητα καί μεγάλα καί πλούσια, καί –τό πιό σπουδαῖο– ἀθάνατα καί αἰώνια δῶρα τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τί κάνομε μ’ ὅλα αὐτά τά δῶρα; Τί οἰκοδομοῦμε μέ αὐτά; Παραδίδουμε τό σῶμα στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί τήν ψυχή στούς ἀκαθάρτους λογισμούς, τίς ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, τίς ἀκάθαρτες ἡδονές. Διά τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό, φεύγουν ἀπό τό Θεό, φεύγουν «εἰς χώραν μακράν». Τίνος εἶναι αὐτή ἡ «μακρυνή χώρα;»

Ἀκούσατε ποῦ ὁ ἄσωτος υἱός βόσκει χοίρους. Στήν χώρα τοῦ διαβόλου. Στήν χώρα, ὅπου ὁ διάβολος ἔχει ἐξουσία πάνω στόν ἄνθρωπο διά τῶν παθῶν, διά τῶν ἁμαρτιῶν, καί τόν κρατάει σέ φρικτή τρέλλα, στόν παραλογισμό καί τήν παραφροσύνη.

Λοιπόν, ἡ ἁμαρτία; Κάθε ἁμαρτία εἶναι τρέλλα. Καί ὁ ἄνθρωπος θά εἶναι πάντα μέσα σ’ αὐτή τήν τρέλλα, μέχρις ὅτου συναντηθῆ μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καί θά συναντηθῇ μέ τήν μετάνοια.

Ἀκούσατε πῶς ὁ ἄσωτος υἱός, αἰσθανόμενος τί σημαίνει ζωή μέσα στήν ἁμαρτία, ζωή μέσα στίς ἡδονές καί τά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι» σέ ξένη καί μακρυνή χώρα. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου». Σηκώθηκε καί πῆγε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ οὐράνιος Πατήρ, ὁ Θεός καί Ἐλεήμων Κύριος, «ἔτι αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», ἐνῶ συγχρόνως ὁ υἱός μέ λυγμούς ἔλεγε: «πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί σ’ ὅλα τά ἀστέρια. Ὅλα τά ἐμόλυνα μέ τό πύον τῶν παθῶν μου, καί μέ τό σκοτάδι τῶν παθῶν μου τά ἠμαύρωσα ὅλα. «Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου»! Φεύγοντας ἀπό σένα, σέ ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σέ ποιόν ἤμουν; Τίνος χοίρους ἐγώ ἔβοσκα; Τοῦ διαβόλου! Ἐγώ διαβολοποίησα τήν ψυχή μου, τήν ὁποία ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά γίνῃ ἁγία καί ἀθάνατη. Ἐγώ ἐβρώμισα τό σῶμα, ἐθανάτωσα τό σῶμα, ἐξαθλίωσα τό σῶμα!

Ὅταν ὁ ἄσωτος υἱός «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» –ἀφοῦ ἦταν ἐκτός ἐαυτοῦ, στήν τρέλλα, στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου– διά τῆς μετανοίας ἔτρεξε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ πατέρας τόν ἀγκαλιάζει καί τόν φιλεῖ. Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ὁ υἱός τήν ἐξομολόγησί του, δέν εἶχε ἐκφράσει ἀκόμη τήν ἐπιθυμία του νά τόν δεχθῇ ὁ πατέρας του σάν δοῦλο, καί ὁ πατέρας λέγει στούς ὑπηρέτες του: «Φέρετε τήν στολή τήν πρώτη καί ἐνδύσατέ τον καί δῶστε δακτυλίδι στό χέρι του καί ὑποδήματα στά πόδια του καί ἀφοῦ φέρετε τόν μόσχο τόν σιτευτό, σφάξτε τον γιά νά φάγωμεν καί εὐφρανθῶμεν».

Γιά πιό λόγο εὐφραίνεται ὁ οὐρανός; Γιά ποιό λόγο ὁ Θεός εὐφραίνεται στόν οὐρανό; Γιά ποιό λόγο εὐφραίνονται οἱ ἄγγελοι; Σέ ποιόν ὁ Κύριος λέγει νά εὐφρανθῶμεν; Στούς ἀγγέλους!

Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χάθηκε μέσα στίς ἁμαρτίες, θυμήθηκε ὅτι ἦταν ἀδελφός τῶν ἀγγέλων καί ἔσπευσε πρός τόν οὐρανό. «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ἁμάρτησα στούς ἀγγέλους, στούς ἀρχαγγέλους. Ἐγώ ἐδιαβολοποίησα τόν ἑαυτό μου. Ἔρριξα τόν ἑαυτό μου στήν ἀγέλη τῶν χοίρων, στήν ἀγέλη τῶν παθῶν. Καί νά, τώρα εἶμαι ὅλος ξεσχισμένος, ὅλος κουρελιασμένος. Καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα κουρελιασμένα. Ὅλα ἐξαθλιωμένα.

Λοιπόν, τί εἶναι μετάνοια; Ὁ Κύριος τρέχει νά συναντήσῃ τόν μετανοήσαντα υἱό. Τόν ἀγκαλιάζει καί τόν ἀσπάζεται καί ὅλος ὁ οὐρανός συγκινεῖται. Ὅλοι οἱ ἄγγελοι εὐφραίνονται. «Καί ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι» ἀναφέρεται στήν θαυμαστή περικοπή τοῦ Σωτῆρος. Γιά ποιό λόγο χαίρεσθε ἐσεῖς ἅγιοι ἄγγελοι, ἅγιοι ἀρχάγγελοι; Ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι παντοτινά πενθῆτε γιά τόν γήινο αὐτό κόσμο βλέποντας τά δικά σας πεσμένα ἀδέλφια, τούς ἀνθρώπους, πῶς πνίγονται μέσα στίς ἁμαρτίες καί τίς ἡδονές καί τά πάθη καί τούς διαφόρους θανάτους αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιατί εὐφραίνεσθε; «Εὐφραινόμαστε γιά τήν ἀνάστασι, τήν ζωοποίησι τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ μας ἀνθρώπου, ὅτι νεκρός ἦν καί ἀνέζησε». Νεκρός ἦταν ὁ ἄσωτος υἱός, ὅταν ἦταν μακράν τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τῆς Ζωῆς, μακρυά ἀπό τόν οὐρανό. Ἰδού, ἀνάστασις ἐκ νεκρῶν φαίνεται [ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου] στά μάτια ὅλων τῶν οὐρανίων δυνάμεων. Ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις γι’ αὐτό χαίρονται, «ὅτι ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη». Πράγματι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, χάνει τόν ἑαυτό του, δηλαδή δέν ἔχει αὐτογνωσία, εἶναι ἐκτός ἑαυτοῦ.

«Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών», λέγει ὁ Σωτήρ. Ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται, ὅταν σκεφθῇ τίνος εἶναι, δηλ. τοῦ Θεοῦ. Τό σῶμα σου τίνος εἶναι; Τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή καί αὐτή τοῦ Θεοῦ. Ὅλα δῶρα, δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ, ποιός εἶμαι σάν ἄνθρωπος; Τοῦ Θεοῦ, ὅλος τοῦ Θεοῦ! Τό σῶμα μου εἶναι δοξασμένο ἀπό τόν Θεό. Γι’ αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Καί τό σῶμα γιά τόν Κύριο, καί ἡ ψυχή γιά τόν Κύριο. Δοξάζομε τόν Κύριο καί μέ τό σῶμα καί μέ τήν ψυχή. Τοῦ Θεοῦ εἶναι καί τό ἕνα καί τό ἄλλο. Μή νομίζεις ὅτι εἶναι τίποτε δικό σου, ὄχι. Ὅλα εἶναι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Καί σύ εἶσαι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τότε μόνο, ὅταν ἐσύ τό συνειδητοποιῇς.

Λοιπόν ἡ ἁμαρτία; Δέν ἐπιτρέπει ὁ διάβολος στόν ἄνθρωπο νά συναισθανθῇ ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος ἐξουσιάζει μέ τήν καρδιά καί δέν ἀφήνει στόν ἄνθρωπο νά σκεφθῆ τόν Θεό, νά θυμηθῆ, ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶναι πλούσιος, ἀνεκδιήγητα πλούσιος. Ὅτι αὐτός εἶναι ἀδελφός τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Ὁ διάβολος ὅλα τά σκοτίζει, ὅλα τά ἀπομακρύνει ἀπό τόν ἄνθρωπο, τά διαστρεβλώνει, καί τοῦ δίνει ψεύτικες ἡδονές μέσω τῶν ἁμαρτιῶν. Πράγματι ἔχει δίκαιο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει στόν Ἅγιο Ἐπίσκοπο καί μαθητή του, Ἀπόστολο Τίτο: «ἦμεν γάρ ποτέ καί ἠμεῖς ἀνόητοι» (Τίτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τί λέει ὁ Ἀπόστολος. Πότε Ἅγιε Ἀπόστολε; Ὑποδουλωμένοι στίς διάφορες ἐπιθυμίες καί στά διάφορα πάθη, τότε εἴμασταν τρελλοί καί ἀνόητοι.

Δέν θέλει ὁ Κύριος διά τῆς βίας νά σέ ἀναστήση ἐκ τῶν θανάτων σου, νά σέ ἁρπάξη ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἐσύ πρέπει πρῶτος νά τό πῆς στόν ἴδιο: «Κύριε, αὐτή ἡ ἁμαρτία μέ βασανίζει. Δέν τήν θέλω, ἔχει ὅμως ἐξουσία ἐπάνω μου. Ἐλευθέρωσέ με!» Τότε γίνεται θαῦμα. Πάντα. Ποτέ ὁ Κύριος δέν ἀφήνει χωρίς ἀπάντησι τήν προσευχή, ἔστω καί τοῦ μεγαλυτέρου ἁμαρτωλοῦ. Δέν ὑπάρχει φρικτή ἁμαρτία γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀγρυπνεῖ ἐπάνω στή δική του συνείδηση, ἐπάνω στή ζωή του. Ξέρει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι μετά τήν προσέλευση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ὅτι δέν ὑπάρχη ἁμαρτία, ἀπό τήν ὁποία ὁ Κύριος δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώση. Δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά νικήση, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά διώξη. Ὁ Κύριος δίνει τήν δύναμη. Μόνο κάνε τήν ἀρχή. Μόνο ἀναβόησε, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱός: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ὅταν ἁμαρτάνης, ἁμαρτάνης ὄχι μόνο στόν Θεό, ἀλλά σ’ ὅλα τά οὐράνια κτίσματα, σ’ ὅλα τά ἐπίγεια κτίσματα. Ἁμαρτάνεις στά πουλιά, ἁμαρτάνης στά λουλούδια, τά δένδρα. Ἁμαρτάνεις σ’ ὅλα τά ζωντανά ὄντα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πραγματικά φοβερή, ἄνευ τῆς μετανοίας. Τόσο φοβερή, ὥστε νά σκοτώνη καί νά ρίχνη σ’ ἑκατό θανάτους. Νά ρίχνη στήν ἀγκαλιά τοῦ διαβόλου καί στήν αἰώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς ἀμφιβολία. Γι’ αὐτό ὁ Θεός ἦλθε σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Νά ἐξολοθρεύση τόν φοβερό δράκοντα, ὁ ὁποῖος λέγεται ἁμαρτία. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός καί μᾶς ἔδωσε ὅλα τά μέσα νά ἐξολοθρεύσομε τήν ἁμαρτία, τήν κάθε ἁμαρτία. Ἐδημιούργησε τήν Ἐκκλησία Του ἐπάνω στή γῆ καί τῆς ἔδωσε ὅλες τίς οὐράνιες δυνάμεις, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὅλες τίς ἁμαρτίες, ὅλους τους θανάτους μέσα μας καί γύρω μας.

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τά θαυμαστά Ἅγια Μυστήρια. Τό ἅγιο Βάπτισμα, τή Θεία Κοινωνία, τά ὁποῖα ἐξολοθρεύουν τήν ἁμαρτία. Μᾶς ἔδωσε καί τίς θαυμάσιες ἀρετές, πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη, προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία, πραότητα καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες εὐαγγελικές ἀρετές. Γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει ἀπόγνωση στόν Χριστιανό ἄνθρωπο σ’ αὐτόν τόν κόσμο.

Ἅς ξυπνήση ὁ Ἀγαθός Θεός ὅλους τους ἀθέους, ὅλους τους ἀπίστους. Ἅς κτυπήση τόν καθένα μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους. Μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους μέσα στή συνείδηση, μέσα στή ψυχή. Ἅς ξυπνήση ὁ καθένας καί πορευθῆ στήν οὐράνια πατρίδα του, στήν οὐράνια τράπεζα ἀνάμεσα στούς ἁγίους ἀδελφούς του, τούς ἀγγέλους. Ἅς ζήση ἐκεῖ μαζί τους διά τῆς αἰωνίας Θείας Ἀληθείας, αἰωνίας Θείας Διακαιοσύνης καί ὅλων τῶν αἰωνίων οὐρανίων χαρῶν.

Κύριε, Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο αὐτό. Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγαθή εἴδηση αὐτή. Γιατί δημιούργησες τόν ἄνθρωπο, νά μπορῆ νά νικήση κάθε ἁμαρτία καί κάθε διάβολο. Σέ Σένα δόξα καί εὐχαριστία, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

5.
Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)
‹‹Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν››

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ποὺ διαβάζεται σήμερα στὶς Ἐκκλησίες, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ὡς ἕνα μαργαριτάρι ἀνάμεσα στὶς παραβολὲς ἢ ὡς Εὐαγγέλιο ἀνάμεσα στὸ Εὐαγγέλιο. Μερικοὶ τὴν ὀνομάζουν παραβολὴ τοῦ πρεσβύτερου (μεγαλύτερου) υἱοῦ. Πράγματι, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ στάση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ὅταν ἦλθε στὸ σπίτι καὶ πληροφορήθηκε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νεότερου ἀδελφοῦ του.Δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ καὶ κατηγοροῦσε τὸν πατέρα του ὅτι τάχα τὸν ἀδικεῖ. Ἡ κατηγορία ἑστιαζόταν στὸ ὅτι αὐτὸς δούλευε νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δὲν ἀμειβόταν ἐπαρκῶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄσωτο υἱὸ ποὺ ἔφαγε τὸ βίο του μετὰ πορνῶν, καὶ στὸ τέλος, ὅταν γύρισε, ἔτυχε καὶ καλῆς ὑποδοχῆς. Ἂς δοῦμε τὸν πρεσβύτερο υἱὸ τῆς παραβολῆς.

Ποιὸς εἶναι ὁ πρεσβύτερος υἱός;

Οἱ περισσότεροι ἑρμηνευτὲς λέγουν πὼς ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι.Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ πλησίαζαν τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἄκουγαν, καὶ προφανῶς μερικοὶ μετανοοῦσαν, αὐτὸ δὲν ἄρεσε στοὺς Φαρισαίους. ‹‹Διεγόγγυζον οἳ τε Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντας ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς›› (Λουκ.15,2). Ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ ἦταν μόνιμη καὶ διαρκῆς, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τέτοιου εἴδους παραβολές, ὅπως τοῦ χαμένου προβάτου καὶ τῆς χαμένης δραχμῆς, προσπάθησε νὰ τοὺς ἀλλάξει τὴν ἀντίληψη. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει πὼς ‹‹πάντα ἐστὶν φορητὰ διὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀδελφού››, δηλ. ὅλα εἶναι ἐπιτρεπτὰ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ μας. Τόσο περισπούδαστη εἶναι ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεό, ὥστε νὰ θυσιάσει καὶ τὸν Υἱό Του, τὸ μόσχο τὸ σιτευτό, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Μία ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ πρεσβύτερου εἶναι καὶ ἡ ἀκόλουθη. Ὁ υἱὸς αὐτὸς συμβολίζει τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ποὺ βάσταξαν τὸ βάρος καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ ποὺ δούλεψαν στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου ἀπ’ τὴν πρώτη ὥρα, αὐτοὶ ποὺ ὑπάκουσαν στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀπαιτοῦν νὰ ἐφαρμοσθεῖ δικαιοσύνη. Νὰ ἀμείψει ὁ Θεὸς τοὺς εὐσεβεῖς ἢ νὰ καταδικάσει τοὺς ἀσεβεῖς. Οἱ Ἅγιοι μένουν κατάπληκτοι μπρὸς στὴ μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ ἀμέσως αὐτοὺς ποὺ ἐπιστρέφουν μετανοώντας σ’Αὐτόν. Μάλιστα τοὺς δίνει τὰ ἴδια δῶρα ποὺ χαρίζει καὶ στοὺς Ἁγίους. Σὰν νὰ διαμαρτύρονται οἱ Ἅγιοι (παραβολικὰ βέβαια ὅλα αὐτὰ κι ὄχι πραγματικά), ποὺ ὁ Θεὸς δείχνει μία ‹‹σκανδαλιστική›› συμπεριφορὰ ἐλέους καὶ εὐσπλαχνίας στοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀποδεικνύεται ἔτσι πὼς ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Μία παρανόηση τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων

Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται πνευματικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, αἰσθάνονται μία ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ δὲν μποροῦν νὰ παραδεχθοῦν πῶς μπορεῖ κι οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν ζωὴ καὶ στὸ τέλος νὰ σωθοῦν. Νομίζουν πὼς ἔχουν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἔχουν, λένε, κάνει καλὰ ἔργα καὶ δὲν πρόδωσαν ποτὲ τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸ Θεό. Ὅμως ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ τονίζει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι πιὸ σπουδαία ἐργασία ἀπὸ τὰ νομιζόμενα καλά μας ἔργα. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν ἢ λίγων καλῶν πράξεων.

Ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ βλέπει, καὶ ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια ὁ ληστὴς ἢ ἡ πόρνη ἢ ὁ τελώνης ἢ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς ὅμως μὲ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Του καὶ μὲ τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης Του τοὺς σώζει. Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ἔλεγε: ‹‹Μπορεῖ ὁ θεὸς νὰ ὀνομάζεται δίκαιος, ἀλλὰ περισσότερο εἶναι χρηστὸς καὶ ἀγαθός››. Ἀπὸ μᾶς ζητάει νὰ Τοῦ δώσουμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ Τοῦ δώσουμε ὅλην τὴν πνευματικὴ ἰκμάδα καὶ ζωντάνια μας. Ἕνας ἀναστεναγμὸς ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα, ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας, παρὰ ἕνα δοχεῖο συναισθηματικὰ δάκρυα, ἔλεγε ὁ Γέροντας Παίσιος. Ἂς πλησιάσουμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ διάθεση συντριβῆς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε.

6.
Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς». Ἕνας πατέρας εἶχε δύο παιδιά. Ἡ μητέρα ἴσως εἶχεν ἀποθάνει. «Ὁ νεώτερος» ὡς ἄπειρος εἰς τὴν ζωὴν εἶπε εἰς τὸν πατέρα του. «Πάτερ, δός μοι, τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» Πατέρα, δός μου τὸ ἀνῆκον εἰς ἐμὲ μερίδιον τῆς περιουσίας μου. «Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον» ἐμοίρασεν ὁ Πατὴρ ( τὸν βιὸ) τὴν περιουσίαν εἰς τὰ δύο παιδιά του καὶ ὁ νεώτερος κατὰ τὸ Δευτερονόμιον 21,17 ἔλαβε τὸ 1/3 τῆς πατρικῆς περιουσίας, τὰ δὲ ἄλλα 2/3 ἀνῆκον εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱόν, διότι οὗτος ἀνελάμβανεν ὑποχρέωσιν συντηρήσεως τῶν γονέων. «Καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ὁ νεώτερος υἱὸς ἐξαργυρώσας ἐντὸς ὀλίγου κινητὰ καὶ ἀκίνητα ἀνεχώρησε μακρὰν τῆς πατρικῆς κηδεμονίας, ἵνα ἐκεῖ χαρῇ, ὅπως ἐνόμιζε τὴν ζωήν του. «Ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Ἐδαπάνησε τὴν περιουσίαν ζῶν ἄσωτον βίον.

«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Σπαταλήσας δηλαδὴ τὰ χρήματά του καὶ μεγάλης πείνης ἐνσκηψάσης εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἤρχισεν ὁ δυστυχὴς υἱὸς νὰ ὑποφέρῃ ἀπὸ τὴν στέρησιν. «Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη» προσεκολλήθη «ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης» εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἀνθρώπων τῆς ξενιτειᾶς, ὁ ὁποῖος «ἔπεμψεν» ἔστειλεν «αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους». Ὁ νέος οὗτος ἔγινε χοιροβοσκός, πρᾶγμα πολὺ μισητὸν εἰς τοὺς Ἑβραίους. Εἰς τοὺς ἀγροὺς μένων ὁ υἱὸς οὗτος «ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων, ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ». Δὲν κατώρθωνε νὰ χορταίνῃ οὔτε ἀπὸ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι διένειμαν τὰ ξυλοκέρατα εἰς τοὺς χοίρους, ἔδιδεν εἰς αὐτὸν ἀρκετὰ πρὸς χορτασμόν. Λόγῳ τῆς πείνης ἦτο ἔλλειψις καὶ ἀπὸ ξυλοκέρατα.

Εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην εὑρισκόμενος ὁ ἄσωτος υἱὸς «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν ἔφη» συναισθανθεὶς δηλαδὴ τὸ κατάντημά του εἶπεν. «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!» Πόσοι ἡμερομίσθιοι ἐργάται εἰς τοὺς ἀγροὺς τοῦ πατρικοῦ μου σπιτιοῦ χορταίνουσιν ἀπὸ ψωμὶ καὶ ἐγὼ πεθαίνω ἀπὸ τὴν πεῖναν; Κατόπιν σκέψεως ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς: «Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ˙ πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου˙ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου˙ ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», θὰ σηκωθῶ, θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ εἴπω εἰς αὐτόν, ὅτι ἡμάρτησα εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου. Ὅπως ἡ μετάνοια γίνεται αἰτία χαρᾶς τῶν Ἀγγέλων τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ, οὕτω καὶ ἡ ἁμαρτία λυπεῖ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀγγέλους. Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. Πάρε με ὡς ἕνα δοῦλον σου. Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκανε. «Ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ» ἐσηκώθηκε καὶ ἤρχετο πρὸς τὸν πατέρα του.

Ὁ καλὸς πατὴρ ἔβλεπε πάντοτε πρὸς τὸν ὁρίζοντα, ὅταν ἔφυγεν ὁ υἱός του, μήπως φανῇ ἐπιστρέφων. «Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐνῶ ἀκόμη ἦτο μακρὰν ὁ υἱός, βλέπει αὐτὸν ὁ πατήρ του ἐπιστρέφοντα, σπεύδει πρὸς αὐτόν, τὸν ἐναγκαλίζεται καὶ τὸν φιλεῖ. Αἱ ἐκδηλώσεις αὗται τοῦ πατρὸς προήρχοντο ἐκ τῆς ἀγάπης του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν τοῦ υἱοῦ του. Ὁ υἱὸς ἰδὼν τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ πατρός του ἢ καὶ συγκινηθεὶς δὲν ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὸν ὅ,τι εἶχε προαποφασίσει «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» ἢ δὲν ἄφηκε αὐτὸν ὁ πατήρ του νὰ εἴπῃ τοῦτο. Εἶπε δὲ μόνον τὸ «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου».

Ὁ Πατήρ, ἵνα δείξῃ τὴν πλήρη συγγνώμην του πρὸς τὸν υἱόν του ἐνώπιον ὅλων, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἐπέπληξεν, ἀλλὰ τοποθετεῖ αὐτὸν εἰς τὴν προηγούμενήν του θέσιν. Διὰ τοῦτο « εἶπε» διέταξεν «ὁ πατὴρ τοὺς δούλους αὐτοῦ «ἐξενέγκατε» βγάλτε ἀπὸ τὸ ντουλάπι «τὴν στολὴν τὴν πρώτην» τὴν καλλιτέραν στολὴν «καὶ ἐνδύσατε» δι’ αὐτῆς «αὐτὸν καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα» καινουργῆ «εἰς τοὺς πόδας καὶ ἐνέγκαντες» ἀφοῦ φέρετε «τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» τὸ καλοθρεμμένον μοσχάρι θύσατε» σφάξατε αὐτὸν «καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου» διότι ὁ υἱός μου οὗτος «νεκρὸς ἦν» ἦτο νεκρὸς «καὶ ἀνέζησε» ἀνεστήθη «καὶ ἀπολωλὼς ἦν» ἦτο χαμένος «καὶ εὑρέθη». Πόση ἦτο ἡ χαρὰ τοῦ Πατέρα! Αὐτὰ ὅλα ἔγιναν «καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι». Τὸ γλέντι ἄναψε! Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἐζήτησε μόνον ἄρτον, ὡς ἡμερομίσθιος ἐργάτης. Ὁ πατὴρ ὅμως τί ἔδωκε; Τὴν καλλιτέραν στολήν, δακτύλιον, ὑποδήματα καινουργῆ καὶ σφάξιμον τοῦ καλοθρεμμένου μοσχαρίου! Μὲ αὐτὰ θέλει νὰ τιμήσῃ ὁ Πατὴρ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ χαμένου παιδιοῦ του. Τὸν κάμνει πάλιν υἱόν του!

« Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ» ὁ μεγαλύτερος ὅμως υἱὸς ἦτο εἰς τὰ χωράφια, ἵνα ἐπιβλέπῃ τὰς ἐργασίας. Κατὰ τὸ ἑσπέρας ἐπιστρέφων «ἤγγιζε τῇ οἰκίᾳ» ἐπλησίαζε τὸ πατρικὸν σπίτι καὶ «ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν» ἤκουσε ἄσματα δηλαδὴ μετὰ μουσικῆς καὶ χορούς, τὰ ὁποῖα συνώδευον τὰ ἀρχαῖα συμπόσια. Ὁ πρεσβύτερος οὗτος υἱὸς δὲν ἀνέβη εἰς τὸ σπίτι, ἀλλὰ ἔξω αὐτοῦ «προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων» καλέσας ἕνα ἀπὸ τοὺς δούλους «ἐπυνθάνετο, τί εἴη ταῦτα» ἐζήτει νὰ μάθῃ τί συμβαίνει. Ὁ προσκληθεὶς δοῦλος «εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει» ὁ ἀδελφός σου ἔχει ἔλθει «καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν» καὶ ὁ πατήρ σου ἔσφαξε τὸ καλοθρεμμένον μοσχάρι «ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν», διότι ἐγύρισεν ἀπὸ τὴν ξενιτειὰν ὁ ἀδελφός σου ὑγιής. Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς οὗτος ἀκούσας ταῦτα καὶ λυπηθεὶς «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν». Ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν οἶκον. Ὁ Πατὴρ πληροφορεῖται ταῦτα καὶ «ἐξελθὼν» τοῦ οἴκου φροντίζει μὲ τὴν καλωσύνην του νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ τὸν δεύτερον πλανώμενον υἱόν του καὶ ὅπως σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστὴς «ὁ Πατὴρ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτὸν» τὸν παρεκάλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν οἶκον. Ὁ πλανώμενος οὗτος υἱὸς προβάλλει τὰ παράπονά του κατὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του λέγων. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον» τόσα ἔτη σὲ δουλεύω πιστὰ «καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον» καὶ οὐδέποτε μοῦ ἔδωκας ἕνα κατσίκι «ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ» διὰ νὰ γλεντήσω καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς φίλους μου. «Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος » —Δὲν ὀνομάζει αὐτὸν ἀδελφόν του! Πόση περιφρόνησις!— «ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν» —δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ παραβολῇ τοῦτο. Πόσον μῖσος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του! —«ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν». Διὰ τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον υἱὸν ἔσφαξες τὸ καλὸ μοσχάρι.

Ὁ πρεσβύτερος οὗτος υἱὸς μὲ τὴν σκληρότητα ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του, μὲ τὴν δουλικὴν ἐργασίαν ἔναντι τοῦ πατρός του καὶ τὸν ἐγωϊσμόν του παριστᾷ τοὺς Φαρισαίους καὶ ἐν εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σκλαβωμένοι ἐργάται εἰς τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον, σκληροὶ οἱ Φαρισαῖοι οὗτοι εἰς τοὺς Τελώνας καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ οἱ Ἰουδαῖοι πρὸς τοὺς Ἐθνικούς, ἐγωϊσταὶ καθ’ ἑαυτοὺς καὶ παραπονούμενοι εἰς τὸν Xριστόν. Ὁ δὲ νεώτερος υἱὸς εἶναι οἱ ἁμαρτωλοὶ Ἰουδαῖοι καὶ γενικῶς τὰ ἔθνη.

Ὁ Πατὴρ ἀπαντᾷ: «Τέκνον» παιδί μου «σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ» πάντα μαζί μου εἶσαι «καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν» καὶ ὅσα ἔχω, ἰδικά σου εἶναι. «Εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει» ἔπρεπε ὅμως νὰ χαρῇς, «ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε» ἦτο νεκρὸς καὶ ἀνεστήθη «καὶ ἀπολωλὼς ἦν» χαμένος ἦτο «καὶ εὑρέθη». Ὁ πατὴρ ὀνομάζει τὸν πρεσβύτερον υἱὸν «τέκνον» ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν τὸν ὠνόμασε πατέρα! Ὀνομάζει ἐπίσης αὐτὸν ἀδελφὸν τοῦ ἐπιστραφέντος ἀσώτου υἱοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν ὠνόμασε αὐτὸν ἀδελφόν του , ἀλλὰ «ὁ υἱός σου»! Ἡ διαγωγὴ αὕτη τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πόσον θαυμάσια ἐκφράζει τὴν φαρισαϊκὴν νοοτροπίαν ἔναντι τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ γενικῶς τὴν Ἰουδαϊκὴν περιφρόνησιν ἔναντι τῶν ἐθνικῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιζητεῖ νὰ ἐπιστρέψῃ ὁ Χριστός! Ὁ Χριστὸς συνιστᾷ εἰς τοὺς Φαρισαίους, ὅτι πρέπει νὰ χαίρωνται διὰ τὴν μετάνοιαν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι πρέπει νὰ χαίρωσι διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν εἰδωλολατρῶν.

Δὲν ἀναφέρεται, ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ πατρικὸν σπίτι. Καὶ οἱ Φαρισαῖοι δὲν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀπότομον κλείσιμον τῆς παραβολῆς ταύτης θέλει νὰ δηλώσῃ τὴν ἀχαρακτήριστον διαγωγὴν τῶν Φαρισαίων ἔναντι τῶν ἁμαρτωλῶν.

Εἰς τὰς δύο προηγουμένας παραβολὰς προβάτου καὶ δραχμῆς ἡ ἀπώλεια ἦτο 1/100 εἰς τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον, 1/10 εἰς τὴν χαμένην δραχμήν. Ἐπὶ τοῦ ἀσώτου ὅμως υἱοῦ ἡ ἀπώλεια εἶναι μεγαλυτέρα τὸ 1/2, διότι εἶναι εἷς ἐκ δύο ἀδελφῶν.

Ἡ παραβολὴ αὕτη εἶναι θαῦμα ψυχολογίας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μετανοίας. Ἂς ἀναλύσωμεν ψυχολογικῶς καὶ ἐποικοδομητικῶς τὴν παραβολὴν ταύτην ὑπὸ τὰς δύο κυρίας γραμμάς της, τῆς ἁμαρτίας καὶ μετανοίας.

Θέμα: α) Ἁμαρτία

Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀσώτου τούτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ ἔχει δύο ὄψεις: τὴν ἀσωτείαν καὶ τὸ κατάντημα ταύτης. Ἂς ἴδωμεν εἰς τὸν ἄσωτον υἱὸν καὶ εἰς πάντα ἁμαρτωλὸν καὶ τὰ δύο ταῦτα.

Πρῶτον. Ἡ ἀσωτεία. Ὁ ἄσωτος υἱὸς τῆς παραβολῆς ἦτο ὁ νεώτερος. Οὗτος ὡς μικρότερος καὶ ἄμυαλος θέλει ἐλευθερίαν καὶ χρῆμα. Ζητεῖ καὶ λαμβάνει ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιόν του καὶ φεύγει εἰς μακρυνὴν χώραν. Καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς εἶναι ἄμυαλος, ἐπιπόλαιος, διὰ τοῦτο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὁ ἄσωτος υἱὸς προχωρεῖ. Σὲ κάθε στροφὴ τοῦ δρόμου δοκιμάζει μὲ τὰ χέρια του, ἂν εὑρίσκωνται τὰ δισάκκια μὲ τὰ χρήματα τῆς ἐκποιηθείσης πατρικῆς περιουσίας εἰς τὴν σέλλα τοῦ ἀλόγου του. Τὸ αὐτὸ κάμνει καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Γλῶσσα, αὐτιά, καρδία, σῶμα, ψυχή, ὡραιότης σώματος, εὐφυΐα πνεύματος, ἐλευθερία, χρήματα, ὑγεία, εἶναι τὰ κυριώτερα χαρίσματα. Ἀπομακρυνόμενος τοῦ Θεοῦ ὁ ἁμαρτωλός, νομίζει ὡς ἰδικά του τὰ χαρίσματά του. Θέλει νὰ τὰ γλεντήσῃ ἀδέσμευστος ἀπὸ τὴν θείαν κηδεμονίαν.

Φθάνει εἰς τὴν ξενιτειὰν ὁ ἄσωτος, μακρὰν τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἁμαρτωλός. Τὰ γλέντια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀρχίζουν. Ὁ μικρὸς οὗτος πρίγκηψ —ἐπαρχιώτης λαχταρᾷ τὰ μεγαλεῖα. Μὲ πόσην ὁρμὴν θὰ μετεπήδησεν ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐπαρχίαν εἰς τὴν πολυτελῆ πρωτεύουσαν εἰς τοιαύτην νεανικὴν ἡλικίαν! Τὰ χρήματα κατ’ ἀρχὰς ἐφάνησαν ἀνεξάντλητα. Ἐνοικιάζει μίαν ὡραίαν κατοικίαν, ἀγοράζει μερικοὺς δούλους, ἐνδύεται ὡς ἄρχων, χαρτοπαίζει. Φίλοι καὶ φίλαι σὰν μανιτάρια ξεφύτρωσαν γύρω του, ἐπειδὴ καὶ ἐφ’ ὅσον εἶχε χρήματα. Ἐκλέγει τὰς ὡραιοτέρας γυναῖκας τῆς πόλεως καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγνώριζον χορόν, μουσικήν, τραγούδι καὶ τὴν τέχνην τοῦ νὰ ἐνδύωνται μεγαλοπρεπῶς καὶ νὰ ἐκδύωνται μετὰ χάριτος. Κανένα δῶρον του δι’ αὐτὰς εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῆς σαρκικῆς ἡδυπαθοῦς μαλθακότητος δὲν ἦτο πολύτιμον. Ὅλα σπαταλῶνται!

Τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα καλὰ καθ’ ἑαυτὰ γίνονται χάντρες σκόρπιες, ὅταν ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὴν κλωστὴν τοῦ κομπολογιοῦ, τὴν θείαν συνοχήν. Δὲν δύναται ὁ Θεὸς οὔτε ὁ ἄνθρωπος νὰ χαροῦν τὸ παίξιμον αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας των! Καὶ κάτι χειρότερον. Τότε τὰ καλλίτερα χαρίσματα γίνονται λαμπρότεραι κακίαι. Ἡ γλῶσσα τίθεται εἰς βρωμολογίαν, ἡ καρδία γίνεται ἕδρα τοῦ κακοῦ, ἡ ψυχὴ ὄργανον τοῦ Διαβόλου, ἡ ὡραιότης τοῦ σώματος δυσωδία τῆς ἁμαρτίας, ἡ εὐφυΐα τοῦ πνεύματος ραφινάρισμα τοῦ κακοῦ ὡραιότερον! Μήπως καὶ ἡ σπατάλη τῶν χαρισμάτων τῶν ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν δαίμονες, εἰς τοῦτο δὲν συνίσταται; Διετήρησαν ὅλα τὰ ἀγγελικὰ χαρίσματα: εὐκινησίαν, εὐφυΐαν, λαμπρότητα, ἔχασαν ὅμως τὴν θείαν συνοχήν. Διὰ τοῦτο μετέβαλον αὐτὰ εἰς κακίας. Ὁποία σπατάλη!

Ἡ σαρκικὴ ἡδονὴ καὶ πᾶσα ἁμαρτία ὁμοιάζουσι μὲ ἕνα βαρέλι κρασί. Εἰς τὸν πυθμένα τοῦ βαρελιοῦ, ὑπάρχει ἡ ὑποστάθμη, ἡ λάσπη. Ὅποιος πίνει τὸ κρασὶ τῆς ἡδονῆς, μεθυσμένος θὰ πίῃ καὶ τὴν λάσπην, τὴν συχαμάρα, καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη, τὴν τρεμούλαν, τὴν κρυάδα, τὸ τουρτούρισμα τῆς ἡδονῆς, τὴν ὀδύνην. Ἔπιε τὸ κρασὶ τῆς ἡδονῆς ὁ ἄσωτος νεαρὸς οὗτος ἐπαρχιώτης, ὅπως καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς μέχρι τρυγός, μέχρι τῆς λάσπης πίνει τὴν ἁμαρτίαν. Τὸ κατάντημά του εἶναι τρομερόν.

Δεύτερον. Τὸ κατάντημα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ. Ἰδού. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καὶ παντὸς ἁμαρτωλοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολύ. Διὰ τὸν ἄσωτον υἱὸν τὰ δισάκκια ἔγιναν πανὶ μὲ πανί! Οἱ φίλοι καὶ αἱ φίλαι ἐξηφανίσθησαν. Μεγάλη πεῖνα ἐνέσκηψεν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην. Κανεὶς δὲν τὸν προσέχει. Ἐπώλησεν ὅ,τι εἶχεν. Ὁ δυστυχὴς οὗτος πτωχός, γυμνὸς σὰν τὸ σκουλήκι, ἀφίνει τὴν πόλιν καὶ ἔξω ταύτης δέχεται τὴν ἐξευτελιστικὴν δουλειὰ τοῦ χοιροβοσκοῦ. Οὐδεὶς Ἑβραῖος ἔδιδεν εἰς γάμον τὴν κόρην του εἰς χοιροβοσκὸν καὶ οὐδεὶς ἐλάμβανε τὴν κόρην χοιροβοσκοῦ τινος, ὡς νύμφην ἀντὶ ὅλου τοῦ χρυσοῦ τοῦ κόσμου. Δὲν ἔγινε ποιμὴν προβάτων ὡς ἦσαν οἱ Πατριάρχαι, ἀλλὰ βοσκὸς χοίρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄπληστοι, ρυπαροί, θορυβώδεις. Ἔγινε δοῦλος εἰδωλολάτρου τινός. Ἐζήτησε ἀνεξαρτησίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τώρα «ἐκολλήθη» εἰς ἀλλοεθνῆ κύριον!

Τὸ ἐξωτερικὸν ἀπαίσιον κατάντημα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ συνεχίζεται. Εἰς τὸν ὦμον του ἔφερε τὸ φόρεμα τοῦ δούλου ἀκάθαρτον καὶ βρωμερόν. Εἰς τὰ πόδια του τὰ παπούτσια ἦσαν τρυπημένα. Εἰς τὸ κεφάλι του ὡς κάλυμμα εἶχεν ἕνα κομμάτι κουρέλι ξεβαμμένο. Τὸ ὡραῖον καὶ νεανικόν του πρόσωπον ἦτο ἡλιοκαημένον, σκελετωμένον, μακρουλὸ καὶ εἶχε τὸ χρῶμα τῆς λάσπης καὶ τοῦ μολυβιοῦ. Ποῖος φορεῖ τὰ λινά του ροῦχα πλεγμένα καὶ ὑφασμένα εἰς τὸ σπίτι του; Εἰς ποῖον παλαιοπωλεῖον νὰ ἐπώλησε καὶ ἀντὶ ποίας τιμῆς τὰ ροῦχα του, τὸ δακτυλίδι του;

Πόσοι ἁμαρτωλοὶ δὲν κατήντησαν ἀκριβῶς εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν πρὸς τὸν ἄσωτον υἱόν! Ἀλλὰ ἂν διατηροῦνται ἁμαρτωλοί τινες ἐξωτερικῶς εἰς καλὴν ἐμφάνισιν, ἐσωτερικῶς εἶναι ἄθλιοι. Καὶ συγκεκριμένως: Τοῦ ἀσώτου ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴν πατρικὴν κηδεμονίαν ἔγινε σκλαβιά. Καὶ ἡ ἰδική σου, ἁμαρτωλέ, ἐλευθερία ἄνευ Θεοῦ θὰ γίνῃ σκλαβιά. Σκλάβα γίνεται ἡ κοκεταρισμένη γυναῖκα τοῦ ἑαυτοῦ της, τῆς μόδας, σκλάβος ὁ ἐπαρχιώτης τοῦ βρωμογυναίου. Τυραννία ἔχουν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἐγκληματικὴν ὀργάνωσιν. Δὲν σκέπτονται. Ἐνεργοῦν κατ’ ἐντολήν. Ὑπήκοοι μέχρι θανάτου, νὰ σκοτώνουν καὶ σκοτώνωνται. Ὁποία σκλαβιὰ εἰς τὸ χαρτοπαίγνιον κ.λπ.! Ὁ Κύριος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον εἶναι χοιροβοσκὸς ὁ ἄσωτος, εἶναι ὁ Διάβολος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ ὁ ἁμαρτωλός. Χοίρους βόσκει ὁ ἄσωτος, τὰ πάθη του ὑπηρετεῖ καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Ξυλοκέρατα φροντίζει νὰ γέμισῃ τὴν κοιλίαν του ὁ ἄσωτος, μὲ ἁμαρτίας φροντίζει νὰ γεμίζῃ τὴν ψυχήν του ὁ ἁμαρτωλός. Ἀλλά, ὅπως τὰ ξυλοκέρατα τρωγόμενα κατ’ ἀρχὰς εἶναι γλυκά, ἔπειτα ὅμως τζιφίζουν ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία. Κατ’ ἀρχὰς εἶναι γλυκειὰ καὶ ἔπειτα τζιφή. Τὰ ξυλοκέρατα δὲν τὰ εὕρισκε ὁ ἄσωτος, οὔτε καὶ ὅταν τὰ εὕρισκε, τὸν ἐχόρταινον. Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἁμαρτία. Οὔτε τὴν εὑρίσκεις πάντοτε, οὔτε καὶ ὅταν τὴν εὕρῃς, ἱκανοποιεῖ τὴν ψυχήν σου. Οὐδέποτε ἡ κοιλία χορταίνει ἀπὸ ξυλοκέρατα καὶ ἡ καρδία ἀπὸ ἁμαρτίας.

Κάποιο ἄλλο ὅμως κατάντημα εἶναι χειρότερον, τὸ ψυχικόν, ἡ ἀπόγνωσις. Μέχρι τώρα ἡ ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, ὁσάκις ἤγγιζε τὴν σκέψιν του, ἀπεπέμπετο. Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι μὲ αὐτὰ τὰ χάλια, εἰς τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον περιεφρόνησε, εἰς τὸν πατέρα, τὸν ὁποῖον ἔκαμε τόσον νὰ λυπηθῇ; Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν ἀδελφόν, τὸν ὁποῖον ζηλεύει διὰ τὴν νίκην του, διότι ἔμεινεν ἐκεῖνος σπίτι; Νὰ ἐπιστρέψῃ χωρὶς ὑποδήματα, ἐνδύματα, ἀπένταρος, χωρὶς δακτυλίδι, ἀλλαγμένος, ἀγνώριστος ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, τὴν πεῖναν, λερωμένος ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα χοιρινὰ καὶ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἐπιδείξεως πνεύματος εἰς τὸν ἀδελφόν, εἰς τοὺς γειτόνους του; Νὰ γονατίσῃ εἰς τὰ πόδια τοῦ γέροντος πατέρα του, τὸν ὁποῖον φεύγων οὐδὲ ἀπεχαιρέτισε; Νὰ γυρίσῃ σὰν σκουλήκι, ἐνῶ ἔφυγε σὰν πρίγκηπας; Νὰ πίῃ νερὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἔφτυσε; Νὰ γυρίσῃ εἰς τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ξένον δι’ αὐτόν; Τὴν ἰδίαν ἀπόγνωσιν αἰσθάνεται καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Νὰ γυρίσῃ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Πατρός Του, εἰς τὴν ἐκκλησίαν; Νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν Πνευματικόν του πατέρα, τὸν ὁποῖον περιεφρόνησε; Νὰ ἴδῃ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν πιστοί; Τί θὰ εἴπουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν γνωρίζουν μὲ τὴν ἐπιστροφήν του; Θὰ γίνῃ ἀντικείμενον γέλωτος! Νὰ πίῃ νερὸ ἐκεῖ ποὺ ἔφτυσε; Εἶναι ἄθλιος, λερωμένος, ἀγνώριστος. Ἡ ἀπόγνωσις εἶναι τὸ χειρότερον κατάντημα τοῦ ἁμαρτωλοῦ.

Χαρακτηριστικὸν παράδειγμα καταντήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ ἡ ἁμαρτία, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ Μεγάλος ζωγράφος Λεονάρδος Δα—Βίντσι προκειμένου νὰ ζωγραφίσῃ τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον ἐκοπίασε πολὺ νὰ εὕρῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα κυρίως διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸν Ἰούδα. Κάποτε εἰς μίαν ἐπίσημον λειτουργίαν τὸ βλέμμα του ἐσταμάτησε εἰς ἕνα νεαρὸν ψάλτην, ὁ ὁποῖος εἶχε φυσιογνωμίαν ἁπλῆ καὶ ἁγνή. Τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶχεν εὑρεθῇ. Ὠνομάζετο Πέτρος Μπαντινέλλι. Ὁ περίφημος πίναξ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου κατεσκευάσθη μὲ πρότυπον διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ τὸν Πέτρον Μπαντινέλλι. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ κατάλληλον πρόσωπον διὰ τὸν Ἰούδα. Περιμένει ἐπὶ 10 ἔτη νὰ εὕρῃ τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Τέλος ἕνα πρωὶ συναντᾷ εἰς μίαν γωνίαν μίας πλατείας ἕνα μέθυσον, ὁ ὁποῖος ἐζητιάνευε. Τὸ πρόσωπόν του χαλασμένο ἀπὸ τὸ κρασὶ καὶ τὴν ἀκολασίαν ἔκανε εἰς τὸν ζωγράφον μεγάλην ἐντύπωσιν. Εὑρῆκε τὸ πρόσωπον διὰ τὸν Ἰούδα. Ζητεῖ τὸ ὄνομά του. Μὲ φωνὴ βραχνὴ καὶ τρεμουλιαστὴ ἀπαντᾷ. Πέτρος Μπαντινέλλι. Ὁ Λεονάρδος ἐξεπλάγη, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευεν ὡς μοντέλλο διὰ τὸν Χριστόν, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας χρησιμεύει ὡς μοντέλλο διὰ τὸν Ἰούδα. Ποῖον τὸ κατάντημα τῆς ἁμαρτίας! Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει ἡ Μετάνοια.

Θέμα: β) Μετάνοια.

Καὶ ἡ μετάνοια ἔχει δύο ὄψεις: τὴν συναίσθησιν καὶ τὴν ἐπιστροφήν.

Πρῶτον: Ἡ συναίσθησις. Διὰ τὸν ἄσωτον υἱὸν ὁ Κύριος λέγει. «Ἐλθὼν δὲ εἰς ἑαυτόν». Μέχρι τώρα ὁ ἄσωτος καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς ἀπομακρυνθέντες τοῦ Θεοῦ—Πατρὸς ἀπουσιάζουσι καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των, εἶναι ἐκτὸς ἑαυτῶν, ἔξω φρενῶν. Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἀρχίζει νὰ κάμπτεται. Ἡ μετάνοια προβάλλει τὰς πρώτας ἀκτῖνας. Ἐνθυμεῖται ὁ ἄσωτος υἱὸς ὅτι, ὅπως λέγει ἡ λαϊκὴ παροιμία, «τὸ αἷμα νερὸ δὲν γίνεται». Ὁ πατέρας του δηλαδὴ ὅσον καὶ νὰ προσβληθῇ, δὲν ἀρνεῖται τὸ αἷμα του. Ἐὰν δὲν μὲ θέλῃ ὡς παιδί του, εἶπεν ὁ ἄσωτος, ἂς μὲ πάρῃ ὡς δοῦλον του. Ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὸν υἱὸν ἑνὸς ἄλλου ὡς ὑπηρέτην, ἂς πάρῃ τὸν ἴδικόν του υἱὸν ὡς δοῦλον. Δὲν ζητῶ τὴν ἀγάπην, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ ἕνα κομμάτι ψωμὶ εἰς τὴν κουζίνα! Τὴν αὐτὴν σωτηριώδη ταπείνωσιν πρέπει νὰ αἰσθάνεται καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς ἐπιστρέφων. Πρέπει νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ἀνάξιον τῆς θείας δωρεᾶς. Ἐνῶ ταῦτα αἰσθάνεται ὁ ἄσωτος υἱὸς διὰ τὸν Πατέρα του, τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἑαυτόν του, διὰ τοὺς ἄλλους «ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν» αἰσθάνεται τὰ ἑξῆς: Ἔμαθεν, ὅτι οἱ φίλοι καὶ αἱ φίλαι, μὲ τοὺς ὁποίους ἐδαπάνησε τὰ ἀγαθά του, δὲν ἀγαποῦσαν αὐτὸν ἀλλὰ αὐτά. Ὁ θαυμασμός των διὰ τὴν ὡραίαν του φωνήν, διὰ τοὺς λαμπρούς του ὀφθαλμούς, διὰ τὰ πολλά του χρήματα, τὴν κοινωνικήν του θέσιν, δὲν ἦσαν ἡ ἀγάπη τοῦ ἴδιου. Ἔμαθε δηλαδὴ ὅτι ἡ κατὰ κόσμον ἀγάπη εἶναι φευγαλέα, διότι ἡ κοσμικὴ αὕτη ἀγάπη εἶναι συγκεκαλυμμένος ἐγωισμός. Ἔμαθεν, ὅτι ἀπὸ υἱὸς ἔγινε δοῦλος, ἀπὸ ἐλεύθερος σκλάβος, ἀπὸ πλούσιος πτωχός, ἀπὸ ἀφέντης χοιροβοσκός. Ἡ ἁμαρτία τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔκαμε σκλάβον. Ὁ ἄσωτος ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὴν πενίαν ἐπῆγεν εἰς τὴν πεῖναν, τρώγει καὶ δὲν χορταίνει ἔγινε πραγματικὴ καταβόθρα εἰς περιεχόμενον καὶ ἀδηφαγίαν. Εἴτε ἔχει εἴτε ὄχι, πεινᾷ.

Τὰ αὐτὰ θὰ αἰσθανθῇ καὶ πᾶς ἁμαρτωλός. Ἀφοῦ ἔμαθε τὰ δύο ταῦτα πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὸν πλησίον μαθήματα, ὁ ἄσωτος ἐνθυμεῖται τοὺς μισθίους, τοὺς δούλους τοῦ πατρικοῦ του οἴκου. Πόσην ἔκτασιν, ποίους ὁρίζοντας ἤνοιξεν εἰς αὐτὸν ἡ συναίσθησις αὕτη! Μαζὶ μὲ τὴν ἔκτασιν ἡ συναίσθησις αὕτη ἔχει καὶ βάθος ὠφέλιμον, διότι πολεμεῖ τὴν ἀπόγνωσιν. Θὰ πολεμήσῃ τὴν ἀπόγνωσιν μὲ τὴν ταπείνωσιν. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ διὰ πάντα ἁμαρτωλόν. Ὅσον βαθεῖα εἶναι ἡ ἀπόγνωσις μέχρις ὅτου μετανοήσῃ, τόσον βαθεῖα εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ταπείνωσις, ὅταν ἔλθῃ ἡ μετάνοια. Βαθύνει ἡ ἀπόγνωσις τὸ βάραθρον τῆς ἀπώλειάς μας; Βαθύνει καὶ ἡ ταπείνωσις τὸ βάθος τῆς εὐτυχίας διὰ τῆς μετανοίας. Ἡ ἐξωτερικὴ δυστυχία ὡδήγησε τὸν ἄσωτον εἰς συναίσθησιν τῆς καταστάσεώς του. Τὰ δυστυχήματα τῆς ζωῆς εἶναι βουκέντραι, ἵνα ξυπνήσῃ ἡ ἐν μέσῳ τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κακοῦ κοιμισμένη ψυχή μας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ. Πόσον βαθεῖα εἶναι ἡ συναίσθησις, ὅταν ὁ μετανοῶν βλέπῃ διὰ ταύτης τὸν κόσμον, τὸν Θεόν, τὸν ἑαυτόν του!

Δεύτερον. Ἡ ἐπιστροφή. Ὁ ἄσωτος δὲν ἀρκεῖται εἰς συναισθήματα καὶ σκέψεις, προβαίνει εἰς πρᾶξιν. Ἐπιστρέφει. Ζητιανεύει καθ’ ὁδὸν ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ τὸ τρώγει μὲ τὰ ἁλμυρά του δάκρυα. Ὁ πατέρας περιμένει. Τὸν βλέπει, ὅταν προβάλλῃ μακρὰν καὶ τρέχει πρὸς συνάντησίν του.Τὸν ἀγκαλιάζει, τὸν φιλεῖ. Ὁ υἱὸς αἰσθάνεται τρυφερότητα καρδίας καὶ ἐκ ταύτης σύγχυσιν μυαλοῦ. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ πατρικά φιλήματα. Εὐθὺς ὡς ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὸν πατρικὸν ἐναγκαλισμόν, ρίπτεται κατὰ γῆς καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸ «Πάτερ ἥμαρτον…». Ὁ υἱὸς ταπεινώνεται μέχρι τοῦ νὰ ἀρνῆται, ὅτι εἶναι υἱός. Ὁ πατὴρ τόσον περισσότερον αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πατὴρ νέου υἱοῦ.

Τὸ ἴδιον πρέπει νὰ αἰσθάνεται καὶ πᾶς ἁμαρτωλὸς μετανοῶν. Βεβαιότατα! Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός, ὅπως καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς δὲν ἐπιστρέφουν ἀεροπορικῶς ἀλλὰ πεζῇ, ἐν μετανοίᾳ. Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς δὲν πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς συναισθήματα μόνον καὶ ἐμβαθύνσεις ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ θὰ κινηθῇ. Εἰς τὰς ἄλλας δύο παραβολὰς τῆς δραχμῆς καὶ τοῦ προβάτου φαίνεται, ὅτι ὁ Θεὸς μετέβη πρὸς τὸν ἁμαρτωλόν. Ἐδῶ ὅμως τονίζεται, ὅτι καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς πρέπει νὰ κινηθῇ πρὸς τὸν Θεόν. Θὰ δακρύσῃ, θὰ φάγῃ τὸν ἄρτον του μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας του, θὰ πονέσῃ, θὰ συντριβῇ ὁ ἁμαρτωλός, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Θεόν του.

Ὁ πατὴρ βλέπει τὸν ἐπιστρέφοντα υἱόν. Ὁ Θεὸς προσέχει ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ βλέπει ταύτην μακρόθεν. Ὁ Θεὸς δὲν λησμονεῖ τὸν ἁμαρτωλόν, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν ξενιτειάν, ἀλλὰ τὸ βλέμμα Του ἐρευνᾷ τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, μήπως διακρίνῃ ἐλάχιστον νεῦμα ἐπιστροφῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ.

Μετὰ τὴν ἐπίπονον ὁδοιπορίαν τῆς ἐμπράκτου μετανοίας ἔρχεται ὁ ἐναγκαλισμὸς τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἐναγκαλισμὸς αὐτὸς εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅταν μετανοῇ. Ὅσον ταπεινώνεται ὁ ἁμαρτωλὸς πίπτων εἰς τὰ πόδια τοῦ πατρός, τόσον περισσότερον ὁ πατὴρ Θεὸς ἐναγκαλίζεται τὸν τοιοῦτον ἁμαρτωλόν. Ὁ ἁμαρτωλὸς υἱὸς ἀρνεῖται ἀπὸ ταπείνωσιν, ὅτι εἶναι υἱός. Ὁ πατὴρ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπην τοῦ παραθέτει τράπεζαν. Ὁ μόσχος ὁ σιτευτός, ὁ ὁποῖος ἐθυσιάσθη διὰ τὸν ἐπιστραφέντα ἄσωτον, εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἐθυσιάσθη διὰ τὸν ἁμαρτωλόν.

Ὁ δακτύλιος, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, εἶναι ὁ ἀρραβὼν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸν μετανοήσαντα ἁμαρτωλόν. Ὅπως ὁ ἀρραβὼν εἶναι μέρος καὶ ἐγγύησις τοῦ ὅλου, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ χαρά, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς εἶναι μέρος τῆς μελλούσης ἀνεκλαλήτου χαρᾶς καὶ ἐγγύησις ταύτης. Ἡ στολὴ ἡ πρώτη, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον, εἶναι ἡ χάρις ἐδῶ καὶ ἡ δόξα εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἀλλὰ ἔχασε διὰ τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτον, εἶναι ἡ νέα χριστιανικὴ ὁδός, τὴν ὁποίαν θὰ βαδίσῃ ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός. Ἡ συμφωνία τῶν ὀργάνων καὶ τὸ συμπόσιον γενικῶς εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἡ ζηλοτυπία τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ κατὰ λέξιν εἶναι ἡ ζηλοτυπία τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν νομιζομένων σημερινῶν δικαίων διὰ τὴν χαράν, μετὰ τῆς ὁποίας ἐδέχετο ὁ Κύριος τοὺς ἁμαρτωλούς. Κατὰ βάθος ὅμως ἡ ζηλοτυπία τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ ἐκφράζει τὸ ἑξῆς: Τόση θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖοι μετενόησαν, ὥστε «πόρναι καὶ Τελῶναι προάγουσιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» καὶ —ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις —οἱ ἅγιοι θὰ ζηλοτυπήσουν τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῆς μετανοίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἄδειασεν ὁ ἄσωτος ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀπὸ φίλους; Γεμίζει ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς ἀπὸ χαρὰν καὶ συγχαίροντας.

Παραδείγματα μετανοίας ἀσώτων ὑπάρχουν καὶ σήμερον πολλά. Εἰς τὸν Γαλλο—Γερμανικὸν πόλεμον ἕνας βαρύτατα πληγωμένος στρατιώτης ἐφώναζε, ἔκλαιε καὶ ἐβλασφήμει. Ὁ στρατιωτικὸς ἱερεὺς τὸν πλησιάζει. Ὁ τραυματίας ρίχνει ἄγρια βλέμματα καὶ βαρείας βλασφημίας κατὰ τοῦ ἱερέως. Ὅταν ὅμως οἱ τραυματιοφορεῖς τοῦ εἶπον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἱερεὺς τοῦ στρατοῦ, συνῆλθε καὶ φωνάζει. Ἀφήσατέ με, θέλω νὰ τοῦ ὁμιλήσω. Ὁ ἱερεὺς τὸν πλησιάζει καὶ μὲ τὴν καλωσύνην του κερδίζει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ τραυματίου. Ὁ τραυματίας ἤρχισε μὲ δάκρυα νὰ ὁμολογῇ τὰ ἑξῆς: Πάτερ, εἶμαι ἕνας πολὺ μεγάλος ἁμαρτωλός. Μόλις ἐπῆρα τὸ δίπλωμα τοῦ φαρμακοποιοῦ, ἀφιέρωσα ὅλην μου τὴν ζωὴν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Εἴπατέ μου τώρα, ὑπάρχει σωτηρία καὶ δι’ ἐμέ; Ὁ ἱερεὺς ἀπαντᾷ συγκεκινημένος. Παιδί μου, καὶ διὰ σὲ ἀπέθανεν ὁ Χριστός. Σὲ λίγο ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ ἱερέως καὶ τὸ ἐφίλει μὲ δάκρυα, μέχρις ὅτου ἐξεψύχησεν.

Πόσην ἐλπίδα δίδει ἡ παραβολὴ αὕτη εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς πρὸς μετάνοιαν!

7.
Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτή τήν παραβολή: «Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς. Ὁ μικρότερος ἀπ’ αὐτούς εἶπε στόν πατέρα του: “πατέρα, δῶσε μου τό μερίδιο τῆς περιουσίας πού μοῦ ἀναλογεῖ”· κι ἐκεῖνος τούς μοίρασε τήν περιουσία. Ὕστερα ἀπό λίγες μέρες ὁ μικρότερος γιός τά μάζεψε ὅλα κι ἔφυγε σέ χώρα μακρινή. Ἐκεῖ σκόρπισε τήν περιουσία του κάνοντας ἄσωτη ζωή. Ὅταν τά ξόδεψε ὅλα, ἔτυχε νά πέσει μεγάλη πείνα στή χώρα ἐκείνη, καί ἄρχισε κι αὐτός νά στερεῖται. Πῆγε λοιπόν κι ἔγινε ἐργάτης σέ ἕναν ἀπό τούς πολίτες ἐκείνης τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος τόν ἔστειλε στά χωράφια του νά βόσκει χοίρους. Ἔφτασε στό σημεῖο νά θέλει νά χορτάσει μέ τά ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, ἀλλά κανένας δέν τοῦ ἔδινε. Τελικά συνῆλθε καί εἶπε: “πόσοι ἐργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν περίσσιο ψωμί, κι ἐγώ ἐδῶ πεθαίνω τῆς πείνας! Θὰ σηκωθῶ καί θά πάω στόν πατέρα μου καί θά τοῦ πῶ: πατέρα, ἁμάρτησα στόν Θεό καί σ’ ἐσένα· δέν εἶμαι ἄξιος πιά νά λέγομαι γιός σου· κᾶνε μέ σάν ἕναν ἀπό τούς ἐργάτες σου”. Σηκώθηκε, λοιπόν, καί ξεκίνησε νά πάει στόν πατέρα του.

»Ἐνῶ ἦταν ἀκόμη μακριά, τόν εἶδε ὁ πατέρας του, τόν σπλαχνίστηκε, ἔτρεξε, τόν ἀγκαλίασε σφιχτά καί τόν καταφιλοῦσε. Τότε ὁ γιός του τοῦ εἶπε: “πατέρα, ἁμάρτησα στόν Θεό καί σ’ ἐσένα καί δέν ἀξίζω νά λέγομαι παιδί σου”. Ὁ πατέρας ὅμως γύρισε στούς δούλους του καί τούς διέταξε: “βγάλτε γρήγορα τήν καλύτερη στολή καί ντύστε τον· φορέστε του δαχτυλίδι στό χέρι καί δῶστε του ὑποδήματα. Φέρτε τό σιτευτό μοσχάρι καί σφάξτε το νά φᾶμε καί νά εὐφρανθοῦμε, γιατί αὐτός ὁ γιός μου ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καί βρέθηκε”. ‘Ἔτσι ἄρχισαν νά εὐφραίνονται.

»Ὁ μεγαλύτερος γιός του βρισκόταν στό χωράφι· καί καθώς ἐρχόταν καί πλησίαζε στό σπίτι, ἄκουσε μουσικές καί χορούς. Φώναξε, λοιπόν, ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες καί ρώτησε νά μάθει τί συμβαίνει. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: “γύρισε ὁ ἀδερφός σου, κι ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τό σιτευτό μοσχάρι, γιατί τοῦ ἦρθε πίσω γερός”. Αὐτός τότε θύμωσε καί δέν ἤθελε νά μπεῖ μέσα. Ὁ πατέρας του βγῆκε καί τόν παρακαλοῦσε, ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀποκρίθηκε: “ἐγώ τόσα χρόνια σοῦ δουλεύω καί ποτέ δέν παράκουσα καμιά ἐντολή σου· κι ὅμως σ’ ἐμένα δέν ἔδωσες ποτέ ἕνα κατσίκι γιά νά εὐφρανθῶ μέ τούς φίλους μου. ‘Ὅταν ὅμως ἦρθε αὐτός ὁ γιός σου, πού κατασπατάλησε τήν περιουσία σου μέ πόρνες, ἔσφαξες γιά χάρη του τό σιτευτό μοσχάρι”. Κι ὁ πατέρας του τοῦ ἀπάντησε: “παιδί μου, ἐσύ εἶσαι πάντοτε μαζί μου κι ὅ,τι εἶναι δικό μου εἶναι καί δικό σου. Ἔπρεπε ὅμως νά εὐφρανθοῦμε καί νά χαροῦμε, γιατί ὁ ἀδερφός σου αὐτός ἦταν νεκρός κι ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καί βρέθηκε”» (Λουκ. 15, 1-32).

Ἡ ὡραία παραβολή πού διαβάζεται τή δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου καί πού ὀνομάζεται συνήθως «παραβολή τοῦ ἀσώτου ὑiοῦ», χαρακτηρίστηκε ὡς «ὁ μαργαρίτης μεταξύ τῶν παραβολῶν». Ἡ Ἐκκλησία μας, θέλοντας νά προτρέψει τούς ἀνθρώπους στή μετάνοια, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί τῆς Μ. Ἑβδομάδας, προβάλλει τό παράδειγμα τοῦ μετανοήσαντος «ἀσώτου υἱοῦ». Ἄς μή ξεχνοῦμε ὅμως καί τή μορφή τοῦ ἄλλου παιδιοῦ τῆς παραβολῆς, τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ, πού ἐπικρατεῖ στό δεύτερο μέρος τῆς διηγήσεως. Αὐτός μᾶς θυμίζει ὁπωσδήποτε τόν Φαρισαῖο, γιά τόν ὁποῖο ἔγινε λόγος στήν περικοπή τῆς προηγούμενης Κυριακῆς: Ὅπως ὁ Φαρισαῖος, ἐπαινεῖ καί αὐτός τόν ἑαυτό του γιά τήν ἐργασία πού προσφέρει, ζητεῖ τήν ἀμοιβή του, αἰσθάνεται ὑπεροχή ἔναντι τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ του καί τέλος δέν μετέχει στήν πατρική χαρά γιά τήν ἐπιστροφή καί μετάνοια τοῦ νεότερου ἀδελφοῦ. Ἀσφαλῶς σέ τέτοιους ἀνθρώπους ἀπευθυνόταν ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἔλεγε τήν παραβολή αὐτή, σέ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι, ἱκανοποιημένοι ἀπό τή δική τους θρησκευτική αὐτάρκεια, δέν ἔβλεπαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού ἀπευθύνεται πρός ὅλους, ἀκόμη καί πρός τούς ἁμαρτωλούς.

Βέβαια, ἡ συμπεριφορά τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ ἔχει μέσα της κάτι τό πολύ ἀνθρώπινο: ἐκφράζει τήν ἀπαίτηση τοῦ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου νά φέρεται ὁ Θεός μέ δικαιοσύνη, τιμωρώντας τόν ἁμαρτωλό καί ἀμείβοντας τόν ἐνάρετο. Βρίσκεται ὅμως μακριά ἀπό τή θρησκεία τῆς ἀγάπης πού ἀποκαλύπτει στόν κόσμο ὁ Χριστός. Αὐτήν τήν ἀγάπη ἐνσαρκώνει ἕνα πρόσωπο τῆς παραβολῆς πού δεσπόζει ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς διηγήσεως, τό πρόσωπο τοῦ καλοῦ πατέρα. Μπορεῖ στό πρῶτο μέρος τῆς διηγήσεως νά προέχει ἡ μορφή τοῦ ἀσώτου πού μετανοιωμένος ἐπιστρέφει στό πατρικό σπίτι καί στό δεύτερο μέρος ἡ μορφή τοῦ «ἐνάρετου» μεγαλύτερου παιδιοῦ. Σέ ὁλόκληρη ὅμως τή διήγηση κυριαρχεῖ ἡ μορφή τοῦ ἀγαθοῦ καί εὔσπλαγχνου πατέρα.

Ἄς φέρουμε στό νοῦ μας τά ἑξῆς σημεῖα ἀπό τή διήγηση τῆς παραβολῆς:

α. Ἤδη στήν ἀρχή τῆς διηγήσεως ὁ πατέρας, σεβόμενος τήν ἐλεύθερη ἀπόφαση τοῦ νεότερου παιδιοῦ του, ἱκανοποιεῖ τό αἴτημά του καί τοῦ δίνει τό μερίδιο τῆς περιουσίας πού τοῦ ἀνήκει.

β. Περιμένει τήν ἐπιστροφή τοῦ παιδιοῦ του. Κι ὅταν πρῶτος αὐτός τό ἀντικρίζει νά ἐπιστρέφει, τρέχει νά τό προϋπαντήσει, τό ἀγκαλιάζει καί τό «καταφιλεῖ».

γ. Δέν συζητεῖ κἄν τό αἴτημα τοῦ παιδιοῦ του νά γίνει δοῦλος στό πατρικό σπίτι, ἀλλά τό ἀποκαθιστᾶ στήν προηγούμενή του θέση, τό ντύνει, τοῦ βάζει δακτυλίδι στό χέρι καί πανηγυρίζει χαρούμενος γιά τήν ἐπιστροφή του, δίνοντας τό σύνθημα ἑνός γενικοῦ ἑορτασμοῦ γιά τό χαρούμενο γεγονός.

δ. Τήν ἴδια στοργή δείχνει στή συνέχεια καί ἀπέναντι τοῦ μεγαλυτέρου παιδιοῦ του πού δυσανασχετεῖ γιά τόν ἑορτασμό· τό παρακαλεῖ μέ ἀγάπη νά πάρει μέρος στή χαρά γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ χαμένου ἀδελφοῦ του.

ε. Τέλος, καί στό μέρος ἀκόμη τῆς διηγήσεως, ὅπου περιγράφεται ἡ ἀσωτεία καί ἡ ἀπόφαση μετάνοιας τοῦ νεότερου παιδιοῦ, στό ὑπόβαθρο βρίσκεται ἡ μορφή τοῦ πατέρα. Θά σκεπτόταν ποτέ νά ἐπιστρέψει στό πατρικό σπίτι ὁ ἄσωτος, ἐάν μέσα στή μνήμη του δέν διατηρόταν ζωηρή ἡ γλυκιά ἀνάμνηση ἑνός πατέρα γεμάτου στοργή καί καλοσύνη;

Μετά ἀπό τή σύντομη σκιαγράφηση τῆς μορφῆς τοῦ ἀγαθοῦ πατέρα μποροῦμε νά διατυπώσουμε τό διπλό μήνυμα τῆς σημερινῆς παραβολῆς ὡς ἑξῆς:

1. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀποτελεϊ κίνητρο γιά τή μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐπιστροφή του στήν πατρική οἰκία, στήν κοινωνία μέ τόν Πατέρα. Ἡ παράσταση τοῦ Θεοῦ σάν ὀργισμένου τιμωροῦ ἐμβάλλει φόβο στόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπομακρύνει περισσότερο, ἐνῶ ὁ τονισμός τῆς θείας ἀγαθότητας ἀνταποκρίνεται στή χριστιανική ἀντίληψη περί Θεοῦ καί ἐνθαρρύνει τόν ἄνθρωπο νά τόν πλησιάσει.

Καί 2. Τό ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς τελειότητας τοῦ χριστιανοῦ φαίνεται ἀπό τή στάση του καί τή συμμετοχή του στή χαρά τοῦ ἀδελφοῦ. Πολλές φορές μετέχει κανείς πιό εὔκολα στή θλίψη τοῦ ἄλλου, μία καί ἡ θλίψη αὐτή εὐτυχῶς δέν εἶναι δική του. Στή χαρά ὅμως δυσκολοτέρα μετέχει μέ εἰλικρίνεια, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶναι δική του. Στήν περίπτωση τῆς παραβολῆς μας ἡ χαρά γιά τή μετάνοια τοῦ ἀδελφοῦ δείχνει τό μέτρο τῆς πνευματικῆς μας ὡριμότητος.

8.
Ἀντώνιος Ρωμαῖος (Ἀρχιμανδρίτης)
Ἡ παραβολή αὐτή εἶναι ἡ διατύπωση τῆς πιό μεγάλης καί τῆς πιό ὁλοκληρωμένης καμπύλης πού διαγράφει ἡ ἀνθρώπινη ἀσωτεία.

Μέσα σ’ αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος μᾶς δίνει νά κατανοήσουμε ὅλες τίς συντεταγμένες τῆς ἀνθρώπινης ἀσωτείας. Καί ὁ πρῶτος υἱός ὁ νεώτερος, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό σύμβολο τῆς ὁρατῆς, τῆς ἐμφανοῦς ἀσωτείας, ἐνῶ ὁ πρεσβύτερος υἱός εἶναι τό σύμβολο τῆς ἀφανοῦς ἀσωτείας.

Τό 15ον κεφάλαιον τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, περιλαμβάνει καί ἄλλες παραβολές, ὅπως τοῦ «ἀπολωλότος προβάτου», «τῆς ἀπωλεσθείσης δραχμῆς», τήν ὁποία ἀκολουθεῖ αὐτή τοῦ ‘Ασώτου υἱοῦ. Μέ αὐτήν τήν παραβολή ὁ Κύριος ἀπαντοῦσε στούς ἐπικριτές Του, γιατί ἦταν «φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν».

Ἄς πάρουμε τά πράγματα μέ τή σειρά:

Ὁ Πατέρας ἔχει δυό παιδιά. Εἶναι χαρακτηριστικό σύμβολο ὅτι τή θέση τοῦ Πατέρα παίρνει ὁ Θεός. Τά δυό παιδιά εἶναι οἱ δύο βασικές κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων: Αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν χωρίς τό Θεό καί αὐτοί πού θέλουν νά ζοῦν «ἐν Θεῷ». Στήν παραβολή βέβαια ἔχουμε τό προβάδισμα τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ζητάει ἀπό τόν Πατέρα τήν περιουσίαν πού τοῦ ἀνήκει. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὁ Πατέρας «διεῖλεν αὐτοῖς τόν βίον». Δέν λέει ὅτι ἔδωσε στό μικρό Υἱό αὐτό πού τοῦ ἀνῆκε, ἀλλά λέει ὅτι ἔδωσε καί στά δυό παιδιά, αὐτό πού τούς ἀνῆκε.

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔχουμε τή θεολογική τοποθέτηση ὅτι, ὁ Πανάγαθος Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων προικίζει μέ τά ἴδια προσόντα ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δίνει σέ ὅλους τό αὐτεξούσιο, τήν ἐλευθερία, δίνει τά ψυχικά, τά σωματικά καί τά πνευματικά χαρίσματα, δίνει τίς δυνατότητες -πάντοτε μέσα σέ κάποιο περιβαλλοντικό πλαίσιο, σέ κάποια χωροχρονική συντεταγμένη- δίνει τίς προϋποθέσεις στόν ἄνθρωπο νά ὑπάρξει καί νά λειτουργήσει τήν ὕπαρξή του, τήν προσωπικότητά του, μέ αὐτεξουσιότητα καί ἐλευθερία.

Ὁ ἕνας λοιπόν Υἱός παίρνει τήν περιουσία του καί φεύγει μακριά καί ἐκεῖ τήν διασκορπίζει μέ ζωή ἄσωτη, σπάταλη, ἁμαρτωλή.

Δέν μᾶς λέει ἡ παραβολή τί ἔκανε ὁ Πρεσβύτερος, ἀλλά ἀπό τήν ἐξέληξι τῆς διη γήσεως εἶναι σαφές ὅτι, ἐφόσον τοῦ ἐδόθη ἡ περιουσία τήν πῆρε, ἀλλά δέν θέλησε νά ἀποχωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα. Κράτησε ὁ δεύ τερος Υἱός τήν θέση πού εἶχε στήν οἰκογένεια καί νομιμόφρων, ὑποτατεταγμέ νος, ἐργατι κός καί ἐπιμελής συνέχισε νά ζεῖ μέ τόν Πατέρα στό ἴδιο σπιτικό.

‘Ενῶ ὅμως φαίνεται ἀπό τήν παραβολή ὅτι ὁ νεώτερος Υἱός φεύγει καί χωρίζεται ἀπό τόν Πατέρα, ὁ Πρεσβύτερος Υἱός δημιουργεῖ ἕναν ἄλλο χωρισμό πού δέν φαίνεται.

Ὁ Πατέρας παράλληλα δείχνει πώς ζεῖ τόν πόνο τοῦ χωρισμοῦ τοῦ νεώτερου Υἱοῦ, πώς πονάει, ἐνδιαφέρεται καί προσδοκᾶ τήν ἐπιστροφή του.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός, ὅπως διαφαίνεται στή συμπεριφορά του στό τέλος τῆς παραβολῆς, ἀπορρίπτει τόν νεώτερο Υἱό. Ἀπορρίπτει τόν ἀδελφό του, τόν ξεχνάει. Ἀρχίζει νά διαφοροποιεῖ τήν συμπεριφορά του ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ του. Δέν συμβαδίζει μέ τόν Πατέρα στά αἰσθήματα, στό σεβασμό τῆς προσωπικότητας, στήν ἀγάπη. Κι αὐτός ὁ χωρισμός δέν φαίνεται. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη μορφή τῆς κρυφῆς ἀσωτείας.

Εἶναι ἀσωτεία τό ὅτι ὁ πρεσβύτερος Υἱός δέν τρέφει τά αἰσθήματα, τή σκέψη, τά φρονήματα, τή λαχτάρα, τήν ἀγωνία, τήν ἀγάπη γιά τόν ἀδελφό του. Ὅλα αὐτά δηλαδή πού τρέφει ὁ Πατέρας γιά τό νεώτερο παιδί Του.

Ὁ ἄνθρωπος χωρίς τό Θεό ἀρχίζει νά ζεῖ τή ζωή του, νά ὑπάρχει γιά τήν ἡδονή, νά τρυγᾶ τόν καρπό της μέχρι τό τέλος καί νά ἐξαντλεῖ τίς ψυχοσωματικές του δυνάμεις σ’ αὐτό τό κυνηγητό τῆς ἡδονῆς. ‘Εξαχρειώνεται καί βάζει τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τοῦ ὑποβαθμισμένου ὄντος, ἀκόμα πιό κάτω καί ἀπό τά ζῶα. Δέν ἔχει τή δυνατότητα νά φάει οὔτε τήν τροφή τῶν ζώων πού βόσκει.

Ὅλα αὐτά εἶναι συμβολικά καί φανερώνουν ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού κυνηγάει τήν ἡδονή εὐτελίζεται, μειώνεται διαρκῶς μέχρι πού ἄν δέν μετανοήσει καταστρέφεται.

«Δαπανήσαντος δέ αὐτοῦ τά πάντα… οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ…». Μέχρι ἐδῶ διαγράφεται σ’ αὐτούς τούς στίχους ὅλη ἡ ἐξαχρείωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, ἡ ὁποία θέλει νά ζήσει μακριά ἀπό τό Θεό, μέ τήν σπατάλη τῶν χαρισμάτων, σέ μιά «φιλία» μέ τούς ἀνθρώπους. Φιλία πού δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά παράχρηση ἤ κατάκριση τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἄλλο. Αὐτή ἡ φιλία δέν εἶναι βοηθητική, εὐφρόσυνη. Προκαλεῖ εὐχαρίστηση στά αἰσθητήρια, ἀλλά δέν εὐφραίνει πνευματικά, δέν παραμένει μετά ἀπό αὐτές τίς παραχρήσεις καί καταχρήσεις, δέν ἀφήνει τίποτα πού νά γεμίζει τόν ἄνθρωπο.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός φαίνεται -ἀπό τήν εἰκόνα πού μᾶς δίδεται στό τέλος- ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ μόχθου, τῆς νομιμότητας, τῆς ὑποταγῆς στό Θεό. Διατηρεῖ ἐπίσης μέσα του τήν ἐπιθυμία τῆς ἀπολαύσεως, τὴς εὐφροσύνης, ἀλλά δέν τήν φανερώνει. Δέν τήν ἀνακοινώνει. Δέν τήν διεκδικεῖ. Δέν ζητάει τίποτα ἀπό τόν Πατέρα. Τήν στερεῖται φαινομενικά ἑκουσίως· ἀλλά μέσα του τήν κρατάει ὁλοζώντανη. Εἶναι κάτι πού τό ζῆ ἔξω ἀπό τή σχέση Του μέ τόν Πατέρα. Ἐδῶ διαφαίνεται μιά ἄλλη πλευρά τῆς ἀσωτείας.

Εἶναι «ἀσωτεία» τό νά κρατᾶμε ἐπιθυμίες, θελήματα, δικαιώματα, σκέψεις, πού δέν τολμᾶμε νά ἀνακοινώσουμε στό Θεό Πατέρα, πού δέν μποροῦμε νά τά κάνουμε προσευχή.

Κι αὐτή ἡ ἀσωτεία εἶναι πολύ βαθιά μέσα μας, πού μᾶς ἐξαχρειώνει χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Ἐνῶ ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ νεώτερου Υἱοῦ εἶναι τόσο φανερή καί κραυγαλέα.

Ὁ Πρεσβύτερος Υἱός ζῆ ἔντονα αὐτή τήν κατάσταση, «τοσαῦτα χρόνια δουλεύω σοι…» κι αὐτό φανερώνεται μέ τό λόγο του. Ὄχι μόνον λοιπόν ἔχει ζωντανή αὐτή τήν ἐπιθυμία, ἀλλά μέσα στήν ἀπομόνωσή του, μέσα στήν αὐτονόμησή του τήν κρυφή, κάνει αὐτή τήν ἐπιθυμία κριτήριο γιά νά ἀναπτύξει τήν ἐπιθετικότητα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὅταν ἀργότερα ‘Εκεῖνος θά δείξει τή στοργή Του στόν νεώτερο Ἄσωτο Υἱό πού ἐπιστρέφει.

8.