1)Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀφορᾶ μόνο στὰ θαύματα καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι ἀφορᾶ στὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Στὴν περίπτωση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου βλέπουμε ἕνα παιδὶ ἤδη νεκρό. Ὅλοι τὸ γνωρίζουν. Ὑπάρχει τέτοια βεβαιότητα ὥστε ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, λέει: «Ὄχι! Αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν ἔχει πεθάνει, ἀλλὰ κοιμᾶται», ὅλοι τὸν ἀντικρούουν: «Ὄχι αὐτὸ τὸ παιδὶ ὄντως ἔχει πεθάνει». Καὶ τότε ὁ Χριστὸς μὲ ἕναν λόγο δύναμης, ἀλλὰ μὲ μιὰ πράξη ἀγάπης καλεῖ καὶ πάλι τὸ παιδὶ στὴν ἐπίγεια ζωή.

Δὲν εἶναι αὐτὸ -ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας μας -δὲν εἶναι ἐπίσης καὶ μία ἀλληγορία, καὶ μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τόσες πολλὲς ἀνθρώπινες περιπτώσεις; Πόσο συχνὰ θὰ λέγαμε, «Δὲν ἔχει νόημα νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε γι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπο, αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἔχει χαθεῖ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος γιὰ νὰ σώσει μιὰ δεδομένη κατάσταση, αὐτὴ ἡ περίπτωση εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν σωτηρία. Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο ὅταν ὁ τελευταῖος εἶπε: «Ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «Ὅ,τι εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο, εἶναι δυνατὸ στὸν Θεό».

Ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα: Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε καλοὺς λόγους νὰ ἐλπίζουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς διακατέχει μιὰ παθιασμένη βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνο ἡ θεϊκὴ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ φέρει πίσω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ χάθηκε. Ἄνθρωποι ποὺ ἔπεσαν μέσα στὴ βαθύτερη ἐγκατάλειψη, ἄνθρωποι ποὺ μᾶς φαίνονται ἀπελπιστικὰ κακοὶ, ἂν συναντήσουν τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη- καὶ ἡ λέξη «θυσιαστικὴ» εἶναι ἀπαραίτητη- τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἴδια θυσιαστικὴ ἀγάπη μέσα μας, μπορεῖ αὐτοὶ νὰ λυτρωθοῦν.

Στὴν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως. Στὶς σχέσεις μεταξύ μας καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ πάρει χρόνια, χρόνια ὑπομονετικῆς ἀγάπης, χρόνια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων θὰ δώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ ἐπίσης θ’ ἀντέχουμε, θ’ ἀντέχουμε ἀτελείωτα, τὰ πιὸ ἀνυπόφορα πράγματα. Καὶ στὸ τέλος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ θεωρεῖτο ἀπελπισμένο, πέρα ἀπὸ κάθε βοήθεια, καὶ ποὺ ἀρχίζει ν’ ἀλλάζει, καὶ τότε βλέπουμε ἕνα θαῦμα, καὶ εἴμαστε περιχαρεῖς καὶ ἡ ἐλπίδα γίνεται τέλεια καὶ πραγματική, καὶ ἡ χαρὰ γεμίζει τὴν καρδιά μας.

Ὡστόσο ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας ἄλλος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτρωση. Ἕνας δυτικὸς θεολόγος κατὰ τὴν περίοδο τοῦ τελευταίου πολέμου, ὅταν τὰ συναισθήματα ἦταν βαθιὰ καὶ ὁ πόνος ἔντονος, εἶπε ὅτι τὰ βάσανα εἶναι τὸ σημεῖο συνάντησης μεταξὺ κακοῦ καὶ ἀνθρωπότητας. Τὰ βάσανα προκαλοῦνται πάντοτε ἀπ’ τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα ἀκόμα κι ἂν ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας φεύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ξαλαφρώνει. Καὶ τὰ βάσανα πάντοτε τεμαχίζουν τὴν ψυχὴ ἢ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὅταν συμβαίνει, τὸ θύμα χρειάζεται τὴν θεϊκὴ ἀγάπη γιὰ νὰ συγχωρήσει, καὶ μέσα ἀπὸ τὴ συγχώρηση νὰ ξεκάνει τὸ κακό, καὶ νὰ λυτρώσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάνει κακό.

Ἂς στρέψουμε τὴ σκέψη μας σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν μοῦ ἦρθε ἀπ’ τὸ νοῦ, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια οὔτε μέσα ἀπ’ τὴ ζωή μου ποὺ πάντοτε ὑπῆρξε πολὺ εὔκολη γιὰ μένα ὥστε νὰ μπορῶ νὰ μιλῶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμως μετὰ τὸν πόλεμο βρέθηκε ἕνα ἔγγραφο σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γράφτηκε πάνω σ’ ἕνα σκισμένο κομμάτι τυλιγμένου χαρτιοῦ ἀπὸ ἕναν ἄντρα ποὺ πέθανε σ’ αὐτὸ τὸ στρατόπεδο. Καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ τοῦ μηνύματος ἦταν μιὰ προσευχὴ στὴν ὁποία ἔλεγε, “Κύριε, ὅταν θὰ ἔλθεις ὡς Κριτὴς ἐπὶ τῆς γῆς, μὴν καταδικάσεις τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει τόσο ἀπάνθρωπα πράγματα. Μὴν τοὺς τιμωρήσεις γιὰ τὴ σκληρότητά τους καὶ γιὰ τὰ βάσανα ποὺ μᾶς προκάλεσαν, γιὰ τὴ βία τους καὶ τὴν ἀπόγνωσή μας, ἀλλὰ παρατήρησε τὸν καρπὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα στὴν ὑπομονή, στὴν ταπείνωση, στὴν καρτερία, στὴ συγχώρηση, στὴν πίστη, στὴν ἀλληλεγγύη. Καὶ ἂς μετρήσουν αὐτοὶ οἱ καρποὶ γιὰ τὴν σωτηρία τους. Μὴν ἐπιτρέψεις ἡ μνήμη μας νὰ εἶναι τρόμος γι’ αὐτοὺς στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ ἂς εἶναι σωτηρία γι’ αὐτούς”.

Αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Καὶ συνδέεται γιὰ μένα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτωλή, λανθασμένη, τυφλὴ ἀντίληψη ποὺ ἐκφράζεται ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους στὸ σπίτι (τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου). Αὐτοὶ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό, ἐπειδὴ ξέρουν ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι νεκρό, ἡ ἐλπίδα εἶναι περιττή, πνιγμένη στὴν ἀπόγνωση – καὶ ἡ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους ποὺ φαίνεται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαπλωθεῖ μὲ τόσους διαφορετικοὺς τρόπους στὶς προσωπικές μας ζωὲς σὲ ἁπλούστατο ἐπίπεδο, καὶ στὶς πιὸ ἡρωικὲς ζωὲς ἀκόμη.

Ἂς τὸ ἀναλογιστοῦμε λοιπόν, καὶ ἂς ἐπιλέξουμε τὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη ποὺ κατακτᾶ. Ἀμήν.

2)Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)
«Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ»

Ἡ φιλάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ θαυμαστὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελοῦσε γρήγορα διαδίδονταν στὸ λαό. Ὅταν π.χ. πῆγε στὸ τελωνεῖο τοῦ Ματθαίου καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση καὶ διαφημίσθηκε (Ματθ. 9,9). Ἐπίσης, ὅταν συγχώρησε τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα λέγοντας «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολὺ» (Λουκ. 7,47), δηλαδὴ «συγχωροῦνται οἱ πολλὲς ἁμαρτίες της, γιατί ἀγάπησε πολύ»· τὸ συμβὰν αὐτὸ προξένησε μεγάλη ἐντύπωση. Ἤ ἀκόμη ἡ πραγματικότητα πὼς ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν ἔδιωξε ἁμαρτωλὸ οὔτε μίλησε ἄσχημα σὲ κάποιον ποὺ Τοῦ ζήτησε βοήθεια, ἦταν κάτι ποὺ τὸ ἤξεραν πολλοί. Αὐτὰ τὰ εἶχε ἀκούσει καὶ μία γυναίκα ποὺ ἔπασχε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ μία ἀκατάσχετη αἱμορραγία. Ἐπειδὴ ὅμως φοβόταν νὰ πάει εὐθέως νὰ τὸ ζητήσει ἀπ’ τὸ Χριστό, πῆγε κρυφὰ καὶ ἀκούμπησε στὴν ἄκρη τοῦ ἱματίου Του κι ἔγινε καλά. Βγῆκε τότε δύναμη ἀπ’ τὸ Χριστὸ ποὺ τὴν θεράπευσε τελείως. Ἂς δοῦμε τὴν προσωπικότητα αὐτῆς τῆς γυναίκας.

Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα

Ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπαγόρευε στὶς γυναῖκες, ποὺ ἔπασχαν ἀπ’ τὰ γνωστὰ γυναικεῖα νοσήματα νὰ ἀναμειγνύονται μέσα στὸ πλῆθος καὶ νὰ παρακολουθοῦν τὶς δημόσιες λατρεῖες τοῦ Ναοῦ ἢ τῆς Συναγωγῆς. Ἡ γυναίκα ἦταν γνωστὴ σ’ ὅλους πὼς ἔπασχε ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀρρώστια καὶ ὑπῆρχε κίνδυνος, ὅταν θὰ παρουσιαζόταν μπροστὰ στὸ Χριστό, οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ τὴν ἔδιωχναν σὰν μολυσμένη. Τὸ γεγονὸς τὸ ἤξερε κι αὐτή, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν κάλεσε τὸν Ἰησοῦ στὸ σπίτι της. Ἐφ’ ὅσον ἦταν «ἀκάθαρτη», κανεὶς δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν πλησιάσει. Ἐπίσης ἡ αἱμορροοῦσα δὲ στάθηκε οὔτε καὶ μακριὰ γιὰ νὰ φωνάξει τὸ Χριστό, γιατί, ὅπως λέγει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός, «ἠσχύνετο δημοσιεῦσαι τοιοῦτον πάθος», δηλ. ντρεπόταν νὰ κάνει φανερὴ μιὰ τέτοια ἀρρώστια.

Ἡ πίστη τῆς αἱμορροούσας

Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς προσωπικότητας τῆς γυναίκας ἦταν ἡ πίστη της. Ἐπειδὴ εἶχε μεγάλη πίστη, σκέφθηκε νὰ ἀκουμπήσει τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ γίνει καλά. Μπορεῖ τὰ ροῦχα τοῦ Χριστοῦ νὰ εἶχαν χάρη ἐπάνω τους, ἐπειδὴ ἐρχόντουσαν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ζωοποιὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅμως χρειαζόταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μεταδώσουν αὐτὴ τὴν ἰαματικὴ ἐνέργεια. Ἂς θυμηθοῦμε τί ἔγινε κατὰ τὸν καιρὸ τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Οἱ στρατιῶτες ποὺ σταύρωσαν τὸν Κύριο, πῆραν τὰ ἱμάτια καὶ τὸ χιτώνα Του μὲ τὸ γνωστὸ σ’ ὅλους μας τρόπο. Ἐνῶ ἀκουμποῦσαν τὰ ροῦχα τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔνιωσαν τίποτε. Τοὺς ἔλειπε ἡ πίστη. Ἀντίθετα ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα μὲ τὴν πίστη της πῆρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρόπος ποὺ σκέφτηκε, δηλαδὴ νὰ ἀκουμπήσει κρυφὰ τὰ ἱμάτια τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ γίνει καλά, μπορεῖ νὰ ἦταν μιὰ ἰδιότυπη πράξη, ἂς ποῦμε μιὰ ἀκατηγόρητη «κλοπὴ» τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ ἄξιζε. Ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεὺς γράφει γιὰ τὴν πράξη τῆς γυναίκας· «ἡ τῆς γυναικὸς ἐπαινουμένη κλοπή», δηλαδὴ κλοπὴ ποὺ ἐπαινεῖται καὶ δὲν καταδικάζεται. Στὸ σημεῖο αὐτὸ φαίνεται ἡ πίστη τῆς γυναίκας. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστό, θεραπεύτηκε πλήρως καὶ προσφωνήθηκε ἀπ’ τὸ Χριστὸ ὡς θυγατέρα Του· «θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 8,48).

Ἡ πίστη δὲν εἶναι μαγικὸ γεγονὸς

Ἡ γυναίκα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς διδάξει. Κατ’ ἀρχήν, τί ἐπεθύμησε; Νὰ ἀκουμπήσει τὸ κράσπεδο τοῦ ἱματίου τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς. Ἐὰν θέλουμε, μποροῦμε ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀκουμπήσουμε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλ’ ὁλόκληρο νὰ Τὸν τοποθετήσουμε μέσα μας. Μπροστά μας καὶ πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα εὑρίσκεται τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ροῦχο, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ Δεσποτικὸ σῶμα. Ὁ καθένας μας ἔχει καὶ κάποια ἀσθένεια εἴτε ψυχικὴ εἴτε σωματική. Οἱ μώλωπες τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἐμφανεῖς στὴν ψυχή μας. Ἂς προσέλθουμε μὲ πίστη στὸ ἅγιο Ποτήριο. Ἐὰν τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ εἶχε τόση δύναμη, πολὺ περισσότερο τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Νὰ προσέλθουμε ὄχι ἁπλῶς σὰν νὰ πρόκειται γιὰ μία μαγικὴ τελετή, ἀλλὰ μὲ πίστη καὶ καθαρὴ συνείδηση· μὲ τὴν πεποίθηση πὼς τὰ πάντα μπορεῖ νὰ τὰ κατορθώσει ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Κανεὶς ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει τὶς ἀσθένειες ἢ νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες παρὰ μόνον ὁ Χριστός. Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ σκοτώνει τοὺς «ἔνδον σκώληκας», γράφει ἕνας ἅγιος.

Ἂς ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς τὴν πίστη τῆς αἱμορροούσας, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ γιατρεύσουμε τὰ ποικίλα πάθη μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

3)Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ματθ. 9,18—26. Μάρκ. 5,21—43. Λουκ. 8,40 -56.

Τὰ δύο ταῦτα θαύματα ἔγιναν ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὸ θαῦμα τῶν δαιμονιζομένων τῶν Γερασηνῶν «διαπεράσαντος τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ πλοίῳ εἰς τὸ πέραν, πάλιν συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ’ αὐτόν». Ὁ Ἰησοῦς δηλαδὴ ἐπιστρέψας ἐκ τῆς πόλεως τῶν Γερασηνῶν διὰ θαλάσσης ἦλθεν εἰς Καπερναούμ. Ἐκεῖ «ἀπεδέξατο αὐτὸν ὁ λαὸς» μετὰ χαρᾶς, διότι «ἦσαν πάντες προσδοκῶντες αὐτόν». Ὁ λαὸς δηλαδή, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ὁ Ἰησοῦς ἀναχωρήσας τὴν προηγουμένην ἡμέραν καὶ μεταβὰς εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, τὸν ἀνέμενε καὶ «ἦν παρὰ τὴν θάλασσαν» ἦτο πλησίον τῆς παραλίας τῆς λίμνης. Πόσον διάφορος ἡ διαγωγὴ τούτου ἔναντι τῶν Γεργεσηνῶν! Ὅταν καὶ ἡμᾶς διώκουν τινές, ἄλλοι μᾶς περιμένουν. Ἐκεῖ «ἰδοὺ» αἴφνης «εἷς τῶν ἀρχισυναγώγων» ἕνας ἐκ τῶν πολλῶν ἀρχόντων τῶν Συναγωγῶν τῆς Καπερναοὺμ «ὀνόματι Ἰάειρος» ἐλθών καὶ «πεσών παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ». Ὁ Ἰάειρος οὗτος ἦτο εἶς τῶν ἀρχισυναγώγων, διότι οἱ διευθύνοντες τὴν Ἐβραϊκὴν Συναγωγὴν ἦσαν πολλοί, ὠνομάζοντο ἀρχισυνάγωγοι καὶ ἦσαν ὡς οἱ ἰδικοὶ μας ἐπίτροποι τῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ διὰ λόγων καὶ προσκυνήσεων θερμὴ παράκλησις αὕτη τοῦ ἀρχισυναγώγου τούτου ὠφείλετο εἰς τὸ «ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα». Αὕτη κατὰ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφυγεν ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀπὸ τὴν οἰκίαν του ἐρχόμενος πρὸς τὸν Ἰησοῦν, «ἐσχάτως εἶχεν, ἀπέθνῃσκεν» ψυχορραγοῦσε. Ὅτε ὅμως ἔφθασεν ὁ ἀρχισυνάγωγος εἰς τὸν Ἰησοῦν, αὕτη κατὰ νεωτέρας πληροφορίας εἶχεν ἀποθάνει. Διά τοῦτο κατὰ τὸν Ματθαῖον ὁ ἀρχισυνάγωγος εἶπεν εἰς τὸν Ἰησοῦν «ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν» μόλις ἀπέθανεν.

Εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν ἦτο ἔκφρασις εὐλογιῶν (Γεν. 48,14). Ταύτην ἐχρησιμοποίει ὁ Κύριος πρὸς θεραπείαν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἦτο σύνηθες μέσον θεραπείας Του (1) παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν ὁ ἀρχισυνάγωγος λέγων «ἐλθών ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ’ αὐτὴν καὶ ζήσεται». Ὁ Ἰησοῦς ὑπακούει εἰς τὴν παράκλησιν καὶ «ἐγερθείς ἠκολούθει αὐτῷ» τὸν ἀρχισυνάγωγον προπορευόμενον εἰς τὸν οἶκόν του. Ὄπισθεν αὐτῶν ἠκολούθουν «οἱ μαθηταί Αὐτοῦ». Ὄπισθεν τῶν μαθητῶν Του «ἠκολούθει ὄχλος πολύς, ὥστε συνέθλιβον καὶ συνέπνιγον αὐτόν». Ἦτο μεγάλος συνωστισμὸς !

Τῆς περιστάσεως ταύτης ἠθέλησε νὰ ἐπωφεληθῇ γυνὴ τις «οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος δώδεκα ἔτη». Τὸ νόσημα τοῦτο θὰ προήρχετο πιθανὸν ἐξ ἀποστήματός τινος τῆς μήτρας. Ἡ γυνὴ αὕτη «πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν» κυρίως ἐμπειρικῶν, κομπογιανιτῶν, ὅπως θὰ ἐλέγομεν σήμερον, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐν ἀφθονίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην «καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα» ἐξοδεύσασα ὅλην τὴν περιουσίαν της «καὶ μηδὲν» οὐδόλως «ὠφεληθεῖσα ἀλλὰ εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα,» ἀλλὰ χειροτερεύσασα «ἀκούσασα τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου Αὐτοῦ». Πληροφορηθεῖσα δηλαδὴ ἡ γυναῖκα αὕτη τὰ θαύματα καὶ τὴν καλωσύνην τοῦ Ἰησοῦ ἔρχεται πλήρης ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτόν. Ἀναμιχθεῖσα αὕτη εἰς τὸν λαὸν ἔλεγε καθ’ ἑαυτήν: «ἐὰν μόνον ἅψωμαι τῶν ἱματίων Αὐτοῦ, σωθήσομαι». Ἡ γυνὴ αὕτη κρυφίως ἀπεφάσισε νὰ ἐγγίσῃ τὰ ἱμάτια τοῦ Κυρίου λόγῳ τῆς φύσεως τῆς νόσου, τῆς ὁποίας ἡ ἀποκάλυψις ἔφερε ἐντροπὴν εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τὸν Νόμον Λευϊτ. 15,24—25 ἦτο ἀκάθαρτος καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγίσῃ. Ἤθελε νὰ θεραπευθῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ἰησοῦ καὶ μείνῃ ἀπαρατήρητος ἡ θεραπεία αὕτη. Τοῦτο δεικνύει μεγάλην πίστιν τῆς γυναικός.

Καὶ πράγματι «προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ». Κράσπεδα εἶναι οἱ ἱεροὶ θύσανοι ἐκ λευκοῦ ἐρίου, τοὺς ὁποίους ἔφερον οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὸν νόμον (2) εἰς τὰς τέσσαρας κάτω γωνίας τοῦ ἐπανωφορίου των. Ἀφοῦ ἤγγισε μὲ τὴν πίστιν αὐτὴν ἡ γυνὴ αὕτη, ἡ θεραπεία ὑπῆρξεν ἄμεσος καὶ πλήρης καὶ λίαν αἰσθητὴ εἰς τὴν γυναῖκα ταύτην διότι «ἔγνω τῷ σώματι,» ᾐσθάνθη «ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος», ὅτι ἐθεραπεύθη ἀπὸ τῆς βασανιστικῆς ταύτης νόσου. Ὑπῆρξε πλήρης ἡ θεραπεία, διότι «εὐθὺς ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἔκλεισε ἡ πληγή. Ὑπῆρξε δὲ ἄμεσος ἡ θεραπεία, διότι «παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἀμέσως ἐσταμάτησε ἡ αἱμορραγία.

Ὁ Ἰησοῦς «ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν» αἰσθανθείς δηλαδὴ ὁ Κύριος τὴν ἐξ αὐτοῦ ἐξελθοῦσαν θεραπευτικὴν δύναμιν καὶ θέλων νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ, ἵνα ἀμείψῃ τὴν πίστιν τῆς αἱμορροούσης «ἐπιστραφείς τῷ ὄχλῳ λέγει˙ τὶς ἥψατο τῶν ἱματίων;» Ὁ Κύριος διὰ τῆς θείας γνώσεως ἐγνώριζε, ποῖος τὸν ἤγγιζεν. Ἐρωτᾷ ὅμως, ἵνα δηλώσῃ εἰς τὴν γυναῖκα, ὅτι οὐχὶ ἄνευ τῆς γνώσεως καὶ τῆς θελήσεως Του ἐθεραπεύθη αὕτη καὶ ἵνα εἴπῃ ἡ γυναῖκα αὕτη πῶς ἐθεραπεύθη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον φανῇ ἡ παντοδύναμος θαυματουργικὴ χείρ Του καὶ ἡ θεία παγγνωσία Του καὶ ἵνα μὴ ἐλέγχεται βραδύτερον ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς της, ὅτι κρυφίως ἔλαβε τὴν χάριν. «Ἀρνουμένων δὲ πάντων ἔλεγον οἱ μαθηταί αὐτοῦ» καὶ ἰδίᾳ «ὁ Πέτρος» ἐξ ὀνόματος πάντων: «Ἐπιστάτα» Κύριε «οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσὶ σε καὶ λέγεις, τὶς ὁ ἀψάμενός μου;» Οἱ δρόμοι ἦσαν πολλοὶ στενοί, ὁ κόσμος ἦτο πολὺς ἑπομένως ὁ συνωστισμὸς μεγάλος. Ὁ Κύριος ἐπιμένει καὶ λέγει˙ «ἥψατό μου τὶς» κάποιος μὲ ἤγγισεν «ἔγνων γὰρ δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἐξ ἐμοῦ» ᾐσθάνθην δύναμιν θεραπευτικὴν ἐξελθοῦσαν ἐξ ἐμοῦ «καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν», ἔψαχνε νὰ εὕρῃ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν του τὴν ἐγγίσασαν τὸ φόρεμά του.

Ἐνῷ ὁ Κύριος περιέφερεν τὸ βλέμμα του νὰ γνωρίσῃ διὰ τῆς θείας γνώσεως, ποῖος τὸν ἤγγισεν «ἡ γυνὴ εἰδυῖα, ὅ γέγονεν αὐτῇ» ἔχουσα δηλαδὴ συναίσθησιν τῆς θεραπείας της καὶ ἀντιληφθεῖσα «ὅτι οὐκ ἔλαθεν» ὅτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ Κυρίου «φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον παντός τοῦ λαοῦ, δι’ ἥν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα». Ἡ γυνὴ δηλαδὴ αὕτη νομίσασα, ὅτι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς κλέψασα τὴν θεραπείαν ταύτην καὶ παρανόμως ὡς ἀκάθαρτος ἐγγίσασα Αὐτὸν διὰ τοῦτο τρέμουσα ἀπαγγέλλει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ λαοῦ, πῶς ἐσκέφθη καὶ πῶς ἐθεραπεύθη, ὁλόκληρον δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν τῆς θεραπείας της, πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ, «θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» παιδί μου ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε. «Ὕπαγε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου» πήγαινε στὸ καλὸ καὶ ἔσο ὑγιὴς ἀπὸ τῆς βασανιστικῆς ταύτης αἱμορραγίας.

«Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων, ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου, μηκέτι σκύλλε τὸν Διδάσκαλον» μὴ ἐνόχλει τὸν Διδάσκαλον, διότι ἀπέθανεν ἡ κόρη σου, λέγει ὁ ἀπεσταλμένος πρὸς τὸν ἀρχισυνάγωγον. Οὗτοι δὲν ἐπιστευον, ὅτι ὁ Χριστὸς ἠδύνατο νὰ ἀναστήσῃ τὴν νεκράν, διότι δὲν ἐγνώριζον ἤ ἐλησμόνησαν τὴν ἀνάστασιν τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἐν Ναΐν.

Ὁ ἀρχισυνάγωγος λαβών τὴν εἴδησιν ταύτην φαίνεται, ὅτι ἀπεγοητεύθη. Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος «παρακούσας τὸν λόγον λαλούμενον» λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ «μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε καὶ σωθήσεται» ἡ κόρη σου. «Παρακούσας» τὸν λόγον σημαίνει μὴ δώσεις προσοχὴν εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀπεσταλμένου. Ὁ Κύριος συνεχίζει τὸν δρόμον του «καὶ οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα» ἄλλον ἐκ τῶν μαθητῶν του «μετ’ Αὐτοῦ συνακολουθῆσαι εἰ μὴ τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου». Ἐν τῷ μεταξὺ προχωροῦντες «ἔρχονται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχισυναγώγου». Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς «θεωρεῖ θόρυβον καὶ κλαίοντας καὶ ἀλαλάζοντας πολλά, τοὺς αὐλητάς, τὸν ὄχλον θορυβούμενον, ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν». Αὐληταὶ ἦσαν οἱ θρηνῳδοὶ ὀργανοπαῖκται, οἱ ὁποῖοι ἔπαιζον θρηνώδη μουσικὰ τεμάχια, ἵνα δίδωσι περισσότερον τόνον εἰς τὸ πένθος. Ἀλαλαγμοὶ ἦσαν οἱ μονότονοι ὀλοφυρμοὶ τῶν ἐπὶ πληρωμῇ θρηνουσῶν γυναικῶν. Καὶ ὁ πτωχότερος Ἑβραῖος ἔπρεπε κατὰ τὴν κηδείαν νὰ ἔχῃ δύο ἐκ τῶν αὐλητῶν τούτων καὶ μίαν μοιρολογίστραν. «Ἐκόπτοντο» σημαίνει ἐκτύπων κεφαλὴν καὶ στῆθος μετὰ κραυγῶν καὶ ὀλολυγμῶν.

Εἰσελθών ὁ Κύριος λέγει πρὸς αὐτούς: «τί θορυβεῖσθε καὶ κλαίετε; Τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Κατεγέλων αὐτοῦ ἐκεῖνοι εἰδότες, ὅτι ἀπέθανε». Πράγματι εἶχεν ἀποθάνει ἡ κόρη αὕτη, ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος. Τόσον εὔκολος εἶναι διὰ τὸν Ἰησοῦν ἡ νεκρανάστασις, ὥστε παρομοιάζεται πρὸς ξύπνημα. Ὁ ὕπνος εἶναι βραχὺς θάνατος καὶ ὁ θάνατος μακρὸς ὕπνος. Οἱ παρευρισκόμενοι περιεγέλων τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀμέσως θὰ γελοιοποιηθοῦν οἱ ἴδιοι. Τὰ γέλοια των βοηθοῦν τὴν θαυματουργικὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀποδεικνύουν τὸν θάνατον τῆς κόρης. Ἑπομένως δὲν ἦτο νεκροφάνεια. Ἄρα ἡ νεκρανάστασις γεγονός. Καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος «ἐκβαλών πάντας παραλαμβάνει τὸν πατέρα τοῦ παιδίου καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ» ἀποστόλους, Πέτρον, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην «καὶ εἰσπορεύεται» εἰς τὸν θάλαμον «ὅπου ἦν τὸ παιδίον». Ὁ Κύριος παραλαμβάνει τοὺς τρεῖς στενωτέρους του μαθητάς, διότι τόσους μόνον ἐχώρει τὸ δωμάτιον τῆς νεκρᾶς καὶ αὐτοὶ ἦσαν λόγῳ τῆς πίστεώς των οἱ πλέον ἄξιοι, ἵνα ἴδωσι τὴν ἀνάστασιν. Ὁ Κύριος ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐγείρῃ αὐτὴν ἐκ τοῦ ὕπνου «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων : Ταλιθὰ κοῦμι, ὅ ἔστι μεθερμηνευόμενον, τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω ἔγειρε. Τὸ πνεῦμα αὐτῆς ἐπέστρεψε, ἀνέστη παραχρῆμα καὶ περιεπάτει».

Εἰς βεβαίωσιν τῆς πλήρους καὶ ἀμέσου νεκραναστάσεως «ὁ Κύριος διέταξε δοθῆναι αὐτῇ φαγεῖν» διέταξε ἡ κόρη νὰ φάγῃ. Μετὰ ταῦτα «ἐξέστησαν εὐθὺς ἐκστάσει μεγάλη» ἐξεπλάγησαν ὑπερβολικῶς «οἱ γονεῖς αὐτῆς» ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ παριστάμενοι, διότι ἀμέσως ἠγέρθη καὶ περιεπάτει! «ὁ δὲ Κύριος παρήγγειλε μηδενί εἰπεῖν τὸ γεγονὸς» ταπεινοφρονῶν καὶ ἵνα μὴ ἐξάψῃ τὰς μεσσιανικάς ἰδέας τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐμποδίσωσι τὸ ἔργον αὐτοῦ. Παρ’ ὅλην τὴν διαταγὴν ταύτην ἡ «φήμη ἐξῆλθεν εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐκείνην». Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος σημειώνει διὰ τὴν ἡλικίαν τῆς κόρης λέγων ὅτι «ἦν ἐτῶν δώδεκα» ἦτο 12 ἐτῶν. Ἤγγισεν ὁ Κύριος μόνον καὶ ἀνέστησεν αὐτήν. Ἤγγισεν ἡ αἱμορροοῦσα τὸ ἄκρον τοῦ ἐπανωφορίου του καὶ ἐθεραπεύθη. Πόσην δύναμιν θαυματουργικὴν ἔχουσιν ἡ ἀφὴ τῆς χειρός του καὶ τὸ ἔνδυμά του! Ὁμοίως καὶ σήμερον τὰ Ἅγια λείψανα!

Ἐπὶ δύο γυναικῶν ὁ Κύριος θαυματουργεῖ. Ἡ μία ἔπασχε ἐξ ἀνιάτου νόσου, ἡ ἄλλη ἦτο θῦμα τραγικοῦ θανάτου. Ἡ μία ἦτο κόρη, ἡ ἄλλη γυνή. Ἡ κόρη ἦτο ἡλικίας δώδεκα ἐτῶν, ἡ γυνὴ εἶχεν ἐπὶ 12 ἔτη αἱμορραγίαν. Ἡ γυνὴ δαπανήσασα ὅλην τὴν περιουσίαν της ἐπείσθη περὶ τοῦ ἀνιάτου τῆς νόσου ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. Διά τὴν ἄλλην εἰς ἔνδειξιν οὐδεμιᾶς ἐλπίδος οἱ συγγενεῖς της ἔκλαιον καὶ ἐκόπτοντο. Περιεγέλων δὲ τοῦ Κυρίου, ὅταν ἤκουσαν, ὅτι δὲν ἀπέθανεν ἀλλὰ κοιμᾶται.

Τὸ ἔργον τῆς θεραπείας τῆς νόσου καὶ ἀναστάσεως ἐκ νεκρῶν εἶναι τόσον μέγα, ὥστε οὐδεμία ἀμοιβὴ ἦτο ἀξία νὰ δοθῇ δι’ αὐτό. Ὡς μόνη ἀμοιβὴ θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ Κυρίου λίαν ἱκανοποιητικὴ ἡ πίστις, ἤτοι ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἀναγνώρισις, εὐγνωμοσύνη, εὐχαριστία διὰ τὸ θεῖον του ἔργον. Διά τοῦτο ἡ ἀδιαφορία καὶ ἀπιστία τῶν τότε Ἑβραίων ἦτο ἀξιοκατάκριτος, διότι αὕτη ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἀχαριστία. Σὲ ἕνα τόσον μεγάλο ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐτέλει ὁ Κύριος, ἐκεῖνοι δὲν ἠδύναντο βέβαια νὰ δώσουν καμμίαν ἀμοιβήν, ἀλλὰ οὔτε διὰ τῆς πίστεως τὸ «εὐχαριστῶ»! Ὁποία ἀχαριστία!

Ὁ Κύριος, ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, θεραπεύει τὴν μίαν ἐκ τῆς ἀνιάτου νόσου, τὴν δὲ ἄλλην ἀνιστᾷ ἐκ τοῦ θανάτου. Πῶς; Κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴν ἡ αἱμορροοῦσα «ἥψατο τοῦ κρασπέδου καὶ «ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος», ἐσταμάτησεν ἡ αἱμορραγία. Μεγάλη ἡ εὐλάβειά της ! Ἡ δευτέρα ἀνέστη χάριν τῆς πίστεως τοῦ πατρός της. Ἑπομένως ἔχομεν δύο θέματα : Εὐλάβειαν τῆς αἱμορροούσης καὶ πίστιν τοῦ Ἰαείρου.

Θέμα: α) Εὐλάβεια αἱμορροούσης καὶ ἡμῶν.

Αον) Ἡ Αἱμορροοῦσα

Ἐπὶ τὴν αἱμορροοῦσαν διακρίνομεν ἐξωτερικὴν εὐλάβειαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πίστιν.

1) Ἡ εὐλάβεια, εὐγένεια τῆς ψυχῆς της καταφαίνεται ἐκ τῆς πρὸς τὸν Σωτῆρα συμπεριφορᾶς της. Εὐλαβὴς κατὰ λέξιν λέγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος «εὖ λαμβάνει», πιάνει μετὰ προσοχῆς κάτι, ὁ καθ’ ἡμᾶς εὐγενής. «Ἥψατο», «κρασπέδου», «λάθρᾳ» καὶ «τρέμουσα» ἰδοὺ τὰ κύρια σημεῖα τῆς εὐλαβείας τῆς αἱμορροούσης. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἂν ὄχι ἀνευλαβῶς, ἀπροσέκτως ὅμως «συνέχουσι καὶ συνθλίβουσι τὸν Ἰησοῦν» κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἀπ. Πέτρου, ἐκείνη ἥψατο μόνον, ἤγγισε διὰ τοῦ ἄκρου τῶν δακτύλων της τὸν Ἰησοῦν! Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ὄχλον, κατὰ τὸν Λουκᾶν, ὁ ὁποῖος «συνέπνιγε τὸν Ἰησοῦν» ἐκείνη ἥψατο διὰ τοῦ ἄκρου τῶν δακτύλων της ὄχι κεφαλήν, χεῖρας, ἀλλὰ τὸ κράσπεδον, τὴν φοῦνταν τοῦ φορέματος τοῦ Κυρίου, τὸ ἄκρον τοῦ ἐνδύματός του, ποὺ ἐσύρετο κατὰ γῆς. Ὥστε διὰ τῶν ἄκρων δακτύλων της τὸ εὐτελέστερον ἄκρον τοῦ ἐνδύματος τοῦ Κυρίου! Ὁποία εὐλάβεια !

Ὄχι μόνον «ἥψατο» ἤτοι ἤγγισε τὰ εὐτελέστερα ἄκρα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κρυφά, λάθρᾳ καὶ ὄπισθεν τοῦ Κυρίου εὑρισκομένη ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Ἀποστόλων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Κυρίου ὡς ἀνθρώπου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος ἐρωτᾷ, «τὶς ὁ ἀψάμενός μου;» ἐντεῦθεν ἡ ἀπάντησις τῶν Ἀποστόλων «ὁ ὄχλος συνέχουσι καὶ συνθλίβουσι….» Ὅταν ὅμως ὁ Ἰησοῦς ὡς Θεὸς διεβεβαίωνεν ὅτι κάποιος τὸν ἤγγισεν, «ἰδοῦσα ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν» ἔρχεται καὶ τρέμουσα πίπτει εἰς τοὺς πόδας του καὶ ὁμολογεῖ τὴν πίστιν της καὶ εὐγένειάν της. Μεγάλη ἡ συστολὴ τῆς γυναικὸς !

2) Ἡ ἐσωτερικὴ πίστις. Τὰ ἀνωτέρω δὲν ἦσαν ξηροὶ τύποι, ἐξωτερικὰ τινα ψιμμύθια. Ἦσαν γεμᾶτα ἀπὸ ψυχικὸν πλοῦτον ἀγάπης, σεβασμοῦ, ἀφοσιώσεως καὶ ἰδίως πίστεως πρὸς τὸν Σωτῆρα. Ὅσον κρυφά, δειλὰ καὶ ἐγγίζουσα μόνον προσέρχεται εἰς τὸν Σωτῆρα, τόσον περισσότερον σεβασμὸν δεικνύει δι’ αὐτῶν εἰς τὸν Χριστόν, ἀγάπην, πίστιν. Ἡ τρομάρα της δὲν εἶναι δεῖγμα ἀπιστίας, ἀλλὰ σεβασμοῦ καὶ λατρείας. Ἡ ὄπισθεν τοῦ Κυρίου καὶ ἐν ἀγνοίᾳ Ἐκείνου κάμψις τῆς σπονδυλικῆς στήλης της, ἵνα ἐγγίσῃ μόνον καὶ ἡ ἐνώπιόν Του καὶ ἐν γνώσει τοῦ Κυρίου κάμψις τῆς σπονδυλικῆς στήλης καὶ γονάτων της, ἵνα προσκυνήσῃ τρέμουσα τὸν Σωτῆρά της, εἶναι δείγματα τοῦ ψυχικοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖον πολὺ ἤ ὀλίγον ἐστερεῖτο ὁ λαός, ὁ ὁποῖος συνέπνιγε, συνέθλιβεν αὐτόν. Τόσον ψυχικὸν πλοῦτον πίστεως εἶχεν αὕτη, ὥστε ἐνόμιζεν, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ του θὰ θεραπευθῇ! Τόσον πλοῦτον πίστεως εἶχεν, ὥστε ἂν καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχεν ἴδῃ τοιαύτην συμπεριφοράν, τὴν ἐσκέφθη αὐτή! Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἰπών αὐτῇ, «ἡ πίστις σου σέσωκε σε». Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι «παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἀμέσως ἐθεραπεύθη.

Δεῖγμα δὲ τῆς εὐσεβείας καὶ εὐγνωμοσύνης, τοῦ ψυχικοῦ τούτου πλούτου τῆς γυναικὸς ταύτης εἶναι τὸ ἱστορικόν, τὸ ὁποῖον διηγεῖται περὶ αὐτῆς ὁ ἱστορικός τῆς ἐκκλησίας Εὐσέβιος. Οὗτος λέγει, ὅτι ἐν Καισαρείᾳ τῆς Φιλίππου εἶδεν ἰδίοις ὄμμασι ἐν τῷ ἄνω μέρει τῆς θύρας τῆς οἰκίας, ἐν ᾖ κατῴκει ἡ αἱμορροοῦσα ἄγαλμα ἐκ χαλκοῦ παριστάνον τὸν Κύριον θεραπεύοντα τὴν αἱμορροοῦσαν. Τὸ ἄγαλμα τοῦτο εἶχε κατασκευασθῆ δαπάναις τῆς ἰδίας. Ὥστε ἡ αἱμοροοῦσα ἦτο εὐγενής τοὺς τρόπους καὶ τὴν ψυχὴν πρὸς τὸν Θεάνθρωπον.

Βὸν) Ἡμεῖς; Πρέπει νὰ εἴμεθα εὐλαβεῖς καὶ εὐγενεῖς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους τύποις καὶ οὐσία.

Εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Θεόν. Ὅταν πρόκηται νὰ λάβωμεν τὸ ἀντίδωρον κατὰ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας, νὰ κοινωνήσωμεν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κατὰ τὰς Μεγάλας ἑορτάς, νὰ προσκυνήσωμεν τὸν Σταυρὸν κατὰ τὴν Μ. Παρασκευήν, τὴν εἰκόνα τῆς Πολιούχου κατὰ τὴν μνήμην της, ὁμοιάζομεν πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τῆς παραβολῆς ταύτης, οἱ ὁποῖοι συνέπνιγον, συνέθλιβον τὸν Ἰησοῦν. Καὶ ἡμεῖς συμπνίγομεν καὶ συμπνιγόμεθα, σπρώχνομεν καὶ σπρωχνόμεθα. Παρατηρήσατε, πῶς μπαίνουν καὶ πῶς βγαίνουν μερικοὶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, Νομίζουν, ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι καφενεῖον ἤ ἐκλογικὸν κέντρον. Δὲν τηροῦν τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τηροῦν εἰς μίαν κοσμικὴν συγκέντρωσιν ἤ εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς σεβαστοῦ συμπολίτου των ἤ πολιτικοῦ ἄρχοντος. Ἄλλοι νομίζουν τὴν ἐκκλησίαν κατάλληλον ὄχι διὰ περισυλλογήν καὶ τόπον εὐλαβείας ἀλλὰ τόπον ἀνευλαβοῦς προκλήσεως, κοσμικῆς ἐπιδείξεως, ἀπροσεξίας, ῥεμβασμοῦ, περιέργου περιφορᾶς βλεμμάτων, συνομιλιῶν, συζητήσεων, συνάψεως συνοικεσίων. Τί δὲ νὰ εἴπωμεν διὰ τὰς ἀκολουθίας τῶν χαιρετισμῶν, τῶν παθῶν τῆς Μεγάλης ἑβδομάδος, τοῦ ἐπιταφίου, τοῦ Πάσχα, ὅπου ὁ θόρυβος, τὰ σπρωξίματα, οἱ ἀκατανόμαστοι σκόπιμοι συνωστισμοὶ μολύνουν τὸν τύπον τότε καὶ τὴν μνήμην μας τώρα. Τότε τὰ μπαινοβγαίματα ἀπὸ τοὺς ναοὺς τὰ παντὸς εἴδους πυροτεχνήματα, αἱ θορυβώδεις καὶ ἐπικίνδυνοι ἐκρήξεις πολλάκις καὶ ἐντός τοῦ Ναοῦ κατὰ τὴν περιφορὰν τοῦ ἐπιταφίου! Πόσα ἐγκλήματα κατὰ τὴν περιφορὰν τοῦ ἐπιταφίου!

Τοῦτο οὔτε εὐλάβεια εἰς τὸν Θεόν, οὔτε εὐγένεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι. Τοὐναντίον ! Εἶναι δεῖγμα μὴ ἐσωτερικοῦ καταρτισμοῦ, λείπει τὸ βάθος, ἡ πραγματικὴ πίστις, ὁ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλος, ἡ λεπτότης ἐκείνη ἡ χριστιανικὴ ἡ παρατηρηθεῖσα εἰς τὴν αἱμορροοῦσαν τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ὁποία μόνον ἥψατο καὶ τοῦτο λάθρᾳ, μόνον τοῦ κρασπέδου καὶ τρέμουσα ἀνήγγειλε ταῦτα εἰς τὸν Ἰησοῦν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πραγματικὴ ψυχικὴ εὐλάβεια θὰ εὕρῃ τρόπους λεπτοὺς πρὸς ἔκφρασιν, ὅπως εὗρε καὶ ἡ τῆς αἱμορροούσης.

Ἀλλὰ ἡ ἰδία ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερικὴ εὐλάβεια καὶ ψυχικὴ εὐγένεια πρέπει νὰ εἶναι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι φωτογραφίαι τοῦ Θεοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ. Ἀκροθιγῶς ἥψατο ἡ αἱμορροοῦσα καὶ εὗρε θεραπείαν ἡ ἰδία καὶ συνεκίνησε τὸν Ἰησοῦν. Ἡ λεπτότης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θίγει χορδάς τῆς ψυχῆς, τὰς ὁποίας δὲν ἀγγίζουν κἄν φωνές, σπρωξίματα, σκοτωμοί. Νὰ ἀφίνῃς πολλάκις νὰ ἐννοῇ ὁ ἄλλος πολλά, λέγων ὀλίγα καὶ ταῦτα εὐγενῶς, εἶναι προτιμότερον τοῦ σοφωτέρου καὶ ἁγνοτέρου ἐλέγχου. Γλυκύτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅταν αὕτη ἐρευνᾷ τὸν ἑαυτόν μας, δὲν ὑπάρχει. Κάμε τὸν ἄλλον νὰ αἰσθάνεται δύναμιν ἐν ἐαυτῷ, σκέψιν συγκινοῦσαν τὸ βάθος του διὰ τῆς ἄκρης τῆς χειρὸς θίγων τὰ μύχια τῆς καρδίας Μὴ ἀρκούμεθα εἰς τύπους τινὰς εὐγενείας ἐξαντλοῦντες πᾶσαν τὴν εὐγένειαν μέσα εἰς ἕνα pardon, if you please, bitte κ.λ.π. σὲ ὑποκλίσεις ξηράς γενομένας. Ὄχι! Ὅταν τὸ βάθος εἶναι βαθύ, δι’ ὀλίγων λέγει καὶ πολλά.

Ἂς μάθωμεν λοιπὸν νὰ εἴμεθα εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εὐγενεῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

Θέμα: β) Ἡ πίστις Ἰαείρου καὶ ἡμῶν.

Α) Ἡ πίστις τοῦ Ἰαείρου. Οὗτος ἔδειξε μεγάλην πίστιν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἦτο Ἀρχισυνάγωγος δηλαδὴ προϊστάμενος τῆς Συναγωγῆς τῆς Καπερναοὺμ καὶ ἑπομένως ἡ μεγαλυτέρα Ἰουδαϊκὴ Ἀρχὴ τοῦ τόπου. Οἱ συνάδελφοί του Φαρισαῖοι διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ νὰ πιστεύσῃ εἰς τὸν Ἰησοῦν ἰσχυρίζοντο καὶ ἔλεγον˙ «Μὴ τις τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς Αὐτόν; Ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος!» (Ἰωάν. 7,48). Ἡ πίστις λοιπὸν αὐτοῦ εἶναι σπάνιον φαινόμενον λόγῳ τῆς θέσεώς του. Ἀλλὰ ἡ πίστις τοῦ Ἰαείρου προχωρεῖ. Μερικοὶ χριστιανοὶ στέλλουν δευτερεύοντα πρόσωπα διὰ νὰ προσευχηθοῦν εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὸν ἄρρωστόν των. Ὁ Ἰάειρος δὲν ἔστειλε ἄλλους νὰ παρακαλέσουν τὸν Χριστόν, ἀλλὰ μετέβη ὁ ἴδιος. Μεταβὰς δὲ δὲν ἵστατο ὄρθιος παρακαλῶν Αὐτόν, ἀλλὰ «πεσών παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρακαλεῖ Αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ». Τόσον ἡ γονυπετὴς θέσις τοῦ Ἀρχισυναγώγου, ὅσον καὶ ἡ ἐπὶ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα ἱκεσία του «παρεκάλει», φανερώνουσι τὴν πίστιν του πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστόν. Ἀπεσταλμένοι ἐκ τοῦ οἴκου του ἀγγέλλουσιν, ὅτι ἀπέθανεν ἡ θυγάτηρ του, ἂς μὴ ἐνοχλῇ τὸν Διδάσκαλον. Ὁ Ἰάειρος ἐταράχθη, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Κύριος μόνον ἀσθενεῖς δύναται νὰ θεραπεύσῃ ὄχι ὅμως καὶ νεκροὺς νὰ ἀναστήσῃ. Ἀκούσας ὅμως τὸν Ἰησοῦν «μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε» ἀκούει τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι τοὺς ἄλλους καὶ τὴν γνώμην των ποὺ εἶχον διὰ τὸν Χριστόν. Φθάνουν εἰς τὸ σπίτι. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι κατεγέλων τὸν Ἰησοῦν πεπεισμένοι ὅτι ἀπέθανεν ἡ κόρη, ὁ πατὴρ ἀκούει τὸν Ἰησοῦν καὶ ὁδηγεῖ Αὐτὸν εἰς τὸν νεκρικὸν θάλαμον τῆς κόρης. Ἡ ἀμοιβὴ ἦτο πλουσία ! Ὁ ἀρχισυνάγωγος ἔδειξε πίστιν καὶ ἠμείφθη. Καὶ πράγματι! Ἡ ἀπιστία εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀναισθησία καὶ ἀχαριστία, ἡ δὲ πίστις εἶναι εὐγνωμοσύνη.

α) Ἀπιστία. Ἀποροῦν τινες καὶ λέγουν, διατὶ ἡ ἀπιστία εἰς τὸν Χριστὸν εἶναι τόσον κακόν, ὥστε νὰ καταφέρωνται κατὰ τῶν ἀπίστων τόσαι ἀπειλαὶ αἰωνίας τιμωρίας; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος, λέγουν, νὰ κρίνω οὕτως ἤ ἄλλως τὰ πράγματα ; Ἀπαντῶ: ἡ ἀπιστία εἶναι ἀναισθησία. Διότι, ὅταν διέλθῃ τις τὴν αἰωρουμένην γέφυραν τοῦ Μπροῦκλιν εἰς Ἀμερικήν, θὰ προσέξῃ καὶ θὰ θαυμάσῃ τὸ μεγαλούργημα ἐκεῖνο τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν ἀκούσῃ τις τὸ ῥαδιόφωνον, τὸν ἀσύρματον, θὰ αἰσθανθῇ ἐντός του νὰ ἐγείρεται τὸ ἐνδιαφέρον τῆς προσοχῆς καὶ θαυμασμοῦ. Ἐὰν παρέρχεται τὰ πράγματα αὐτὰ χωρὶς προσοχήν, ἐνδιαφέρον, στερεῖται τῆς στοιχειώδους εὐπάθειας, εἶναι ἀναίσθητος. Πόσον ὑπερέχει τούτων τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ Μοναδικὸν Θαῦμα εἰς τὴν Ἱστορίαν ! Καὶ ἂν εἶναι ἀναισθησία ἡ μὴ συγκίνησις, ἡ ἀδιαφορία στὰ προϊόντα τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, πόση ἀναισθησία καὶ ψυχικὴ πώρωσις εἶναι ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀπίστων, ἡ ἀπιστία εἰς τὸ θεῖον τοῦ Σωτῆρος ἔργον; Ἐὰν ἀναίσθητος εἶναι ὁ μὴ θαυμάζων τὴν γέφυραν τοῦ Μπροῦκλιν, πόσῳ μᾶλλον ἀναίσθητος εἶναι ὁ μὴ θαυμάζων τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν θάνατον γέφυραν γῆς καὶ Οὐρανοῦ; Ἡ ἀπιστία εἶναι καὶ

β) Ἀχαριστία. Τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον μέγα, ὥστε οὐδεμία ἀνθρωπίνη ἀμοιβὴ δύναται νὰ ἀμείψῃ. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον πρὸς οὐδένα˙ ἀφορᾷ πάντα καὶ εἰς τὸ καίριον καὶ κυριώτατον σημεῖον, τὴν ζωήν μας καὶ ταύτην αἰωνίαν, ἐν ᾧ ἡ γέφυρα τοῦ Μπροῦκλιν δυνατὸν νὰ μὴ ἐξυπηρετήσῃ ἡμᾶς προσωπικῶς. Ἐνώπιον τοιούτου ἔργου ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀπίστων εἶναι ἀναισθησία εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, ἀλλὰ καὶ ἀχαριστία χειρίστη, διότι τόσον χυθὲν θεϊκὸν αἷμα χάριν ἡμῶν παραθεωρεῖται. Καὶ ἄλλο παράδειγμα. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι σὺ ὁ ἀναγνώστης εἶσαι κάτοικος Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τινὰ πόλεμον ἤ σεισμὸν κατεστράφησαν ἐκ θεμελίων. Ἔρχεται ὅμως μία μεγάλη δύναμις λ.χ. ἡ Ἀμερικὴ καὶ μὲ ἕνα σχέδιον Μάρσαλ κτίζει τὴν Ἀθήνα ὡραιοτέραν ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο πρὶν καταστραφῇ. Σὺ ὁ κάτοικος Ἀθηνῶν εἰσέρχεσαι εἰς μίαν καινούργια Ἀθήνα καὶ ἐπειδὴ δὲν δύνασαι νὰ πληρώσῃς τὴν ἀνακαινισθεῖσαν πόλιν ἤ τὸν οἶκόν σου, σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ καθίσῃς δωρεάν. Ἂν δὲν αἰσθανθῇς τὴν εὐγνωμοσύνην σου διὰ τὴν τοιαύτην δωρεάν, δὲν θὰ εἶσαι ἀναίσθητος καὶ ἀχάριστος ; Αἴ! Πολὺ περισσοτέρα ἀναισθησία καὶ ἀχαριστία εἶναι ἡ ἀπιστία εἰς τὸ ἔργον τοῦ Σωτῆρος, τὸ ὁποῖον εἴτε πιστεύομεν εἴτε ὄχι ζῶμεν ὀλίγον ἤ πολὺ εἰς τὴν εὐτυχίαν του, διότι ὁ γύρω μας κόσμος εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἔργα χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.

γ) Ἡ πίστις. Τοὐναντίον εἶναι δεῖγμα εὐαισθησίας καὶ τοῦτ’ αὐτὸ εὐχαριστία. Πιστεύω εἰς τὸν Χριστόν, σημαίνει ἀναγνωρίζω τὸ μεγάλον ἔργον Του. Ἡ καρδία μου εἶναι εὐπαθὴς εὐαίσθητος, εὐγνώμων πρὸς Ἐκεῖνον, διότι τόσον ἐνδιεφέρθη δι’ ἐμέ, ὥστε νὰ σταυρωθῇ. Εἶναι τόσον μέγα τὸ ἔργον Του, ὥστε καμμίαν ἄλλην ἀμοιβὴν δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς Ἐκεῖνον παρὰ τὴν πίστιν μου, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἔργου Του! Ὅπως ὡς ἀρχηγὸς ζωῆς καὶ θανάτου ὁ Κύριος ἀπήλλαξε τῆς ἀνιάτου ἀλλὰ προσκαίρου νόσου τὴν αἱμορροοῦσαν καὶ τοῦ θανάτου τὴν δωδεκαετῆ κόρην, οὕτω δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ ἡμᾶς τῆς πολυχρονίου, ἀνιάτου ἀνθρωπίνης ἁμαρτίας, ἐφ’ ὅσον ζῶμεν καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου, τῆς κολάσεως, ὅταν ἀποθάνωμεν! Ὡς ὅρον δὲ τῆς ἀπαλλαγῆς ζητεῖ τὴν πίστιν ἤτοι τὴν εὐαισθησίαν καὶ εὐγνωμοσύνην εἰς τὸ μεγάλον τοῦτο διπλοῦν ἐν ἡμῖν ἔργον Του. Ζητεῖ νὰ προσέλθωμεν πρὸς Αὐτόν, ὅπως προσῆλθεν ἡ αἱμορροοῦσα καὶ ὁ πατὴρ τῆς κόρης ὁμολογοῦντες τὴν ἀδυναμίαν μας καὶ τὴν κυριότητά Του. Τὰ δυστυχήματα τῆς ζωῆς πρέπει νὰ μᾶς σπρώχνουν πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ὅπως ἔσπρωξαν τὴν αἱμορροοῦσαν καὶ τὸν Ἰάειρον. Ὡραῖον παράδειγμα τούτου εἶναι τὸ ἑξῆς:

Κάποτε ἕνας τσοπάνης εἶχεν ἑτοιμάσει καλὴν τροφὴν εἰς τὴν μάνδραν του διὰ τὰ πρόβατά του. Ἄνοιξε λοιπὸν τὴν θύραν διάπλατα καὶ ἤρχισαν νὰ μπαίνουν τὰ πρόβατα. Μία ὅμως προβατίνα μὲ τὰ ἀρνάκια της δὲν ἔμπαινε. Ἐὰν ἔμενεν ἔξω, θὰ ἐχάνετο. Ὁ ποιμὴν μὲ ἕνα ἀπότομον πήδημα ἅρπαξε τὸ ἀρνάκι καὶ ἔτρεξεν εἰς τὴν μάνδραν. Ἡ προβατίνα, ὅταν εἶδε νὰ μεταφέρουν τὸ ἀρνάκι εἰς τὴν μάνδραν, ἐτρεξεν ὄπισθεν βελάζοντας καὶ ἐμπῆκεν εἰς τὴν μάνδραν. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ ὁ Θεός, ὅταν πλανώμεθα μακρὰν Αὐτοῦ. Ἁρπάζει κἄποιο προσφιλές μας πρόσωπον καὶ μᾶς φέρει ὡς ἄλλος ποιμὴν εἰς τὴν μάνδραν του, εἰς τὴν Βασιλείαν του.

(1) 6,5 – 7,23 – 8,23

(2) Ἀριθμοὶ 15,38-39