Βαρβάρας Καλογεροπούλου-Μεταλληνοῦ

δρ. Θεολογίας-πτυχ. Φιλολογίας

 

Γινόμαστε καθημερινῶς μάρτυρες τῆς ἰδεολογικῆς σύγχυσης, τῆς ἀλλοτρίωσης καὶ ἀφασίας ἀξιῶν καὶ θεσμῶν, ποὺ κατοχυρώνονται μάλιστα καὶ νομοθετικά. Μεταξὺ τῶν θεσμῶν, ποὺ δέχονται πρωτοφανεῖς ἀλλαγὲς τὰ τελευταῖα χρόνια εἶναι καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογένειας. Πολιτικὸς γάμος, «κοινωνικὲς ἑνώσεις», γάμοι ὁμοφυλοφίλων, «αὐτόματο» διαζύγιο, ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας, ἠθελημένες μονογονεϊκὲς οἰκογένειες, ὁμοφυλόφιλες οἰκογένειες, ἐλεύθερες συμβιώσεις, εἶναι πλέον καταστάσεις καὶ πρακτικές, ποὺ συχνὰ συναντοῦμε καὶ στὴν πατρίδα μας. Διαπιστώνουμε δὲ ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ ἀναθεωρήσεις καὶ οἱ πραγματοποιούμενοι μετασχηματισμοὶ ἀποδυναμώνουν καὶ ὁδηγοῦν στὴ διάλυση τὸν πανάρχαιο θεσμὸ τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογένειας, ὑπονομεύοντας τὴν ἱερότητα, σταθερότητα καὶ συνέχειά τους. Οἱ συνέπειες, κρίνονται εὔλογα, ὡς δυσάρεστες καὶ ἐπικίνδυνες γιὰ τὴν κοινωνική, οἰκογενειακὴ καὶ προσωπικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Τὸ δημιουργούμενο κλίμα εἶναι σαφῶς ἀνατρεπτικὸ τοῦ πνεύματος τῆς παράδοσής μας, τὸ ὁποῖο ἐπιβιώνει ἐκεῖ ὅπου ζῆ ἡ πατερικότητα, ὡς πεμπτουσία τῆς ἑλληνορθόδοξης ταυτότητας.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, βαθὺς γνώστης τῆς εὐεργετικῆς ἐπίδρασης, ποὺ ἀσκεῖ καὶ στὰ πρόσωπα καὶ στὴν κοινωνία ἡ βίωση τῆς γνήσιας συζυγίας καὶ τῆς οἰκογενειακῆς συνοχῆς, τονίζει τὴν ἀναγκαιότητα διατήρησης τῶν θεσμῶν τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογένειας, ὅπως ἡ εὐαγγελικὴ ἀλήθεια μᾶς τοὺς ἀπεκάλυψε καὶ οἱ ἁγιασμένες ψυχὲς σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες τοὺς βίωσαν. Πεμπτουσία δὲ τῆς συζυγικῆς καὶ γονεϊκῆς ἀποστολῆς εἶναι ἡ ὑπευθυνότητα καὶ θυσιαστικὴ ἀγάπη.

Ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Πατέρα, ἔχοντας ἰσχὺ διαχρονική, ὡς καρπὸς τῆς θείας χάριτος καὶ τοῦ γνήσιου ἐνδιαφέροντός του γιὰ τὴν ποιότητα καὶ καθολικότητα τῆς ζωῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔχει καὶ σήμερα τὴ δύναμη νὰ ποδηγετήση ὅλους ἐκείνους, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ζήσουν τὴ γνήσια ἀνθρώπινη-ἀνθρωπόθεη ζωή.

Γιὰ τὸν χρυσορρήμονα Ἰωάννη «μυστήριον ἀγάπης ἐστὶν ὁ γάμος. Γυνὴ γὰρ καὶ ἀνὴρ οὐκ εἰσιν ἄνθρωποι δύο, ἀλλὰ ἄνθρωπος εἷς …» (Πρὸς Κολοσσαεῖς, Ὁμιλία ΙΒ, ΕΠΕ 22, 342). Προτρέπει μάλιστα νὰ μὴν περιφρονοῦμε αὐτὸ τὸ «μυστήριο», διότι «τύπος τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας ἐστὶν ὁ γάμος» (ὅπ.π., ΕΠΕ 22, 346).

Οὐσία τοῦ γάμου καὶ σύνδεσμος ἀκατάλυτος στὶς σχέσεις τῶν συζύγων εἶναι ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη. «Τίποτε δὲν ἑνώνει τόσο τὴ ζωή μας, θὰ διακηρύξει, ὅσο ὁ ἔρωτας τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας… ὑπὲρ αὐτοῦ παραδίδουν καὶ τὴν ψυχὴ τους» (Εἰς Ἐφεσίους., Ὁμ. Κ’ , ΕΠΕ 21, 194). Προσδιορίζοντας τοὺς σκοποὺς τοῦ γάμου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὑποστηρίζει ὅτι δόθηκε γιὰ δυὸ λόγους, «ἵνα τε σωφρονῶμεν καὶ ἵνα πατέρες γενώμεθα» (Εἰς τὸ «Διὰ τὰς πορνείας…, ΕΠΕ, 27, 98). Στὸν πρῶτο μάλιστα σκοπὸ (τὴ σωφροσύνη-ἀρετή) δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα, γι’ αὐτὸ καὶ θὰ ὑποστηρίξει: «Δὲν εἶναι ἐμπόδιο πρὸς τὴν ἀρετή» (ὁ γάμος). Διότι ἐὰν ἦταν «δὲν θὰ ἔδινε τὸν γάμο στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὁ τῶν ὅλων δημιουργὸς Θεός» (Εἰς τὴν Γένεσιν, Ὁμ. ΚΑ’ , ΕΠΕ 2, 622). Καὶ συνεχίζει: ἄνδρες καὶ γυναῖκες «ἄς μὴ νομίζουν ὅτι ὁ γάμος εἶναι ἐμπόδιο προκειμένου κάποιος νὰ εὐαρεστήση τὸν Θεό» (ὅπ. π., Ὁμ. ΚΑ’, ΕΠΕ 2, 620). Ἡ συγκατάβαση μάλιστα τοῦ Θεοῦ, συνεχίζει ἀπευθυνόμενος στὸν ἄνδρα, ἐπέτρεψε τὸν γάμο, διότι «προνόησε καὶ γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν φυσικῶν σου ὁρμῶν καὶ γιὰ τὴν ἀξιοπρέπειά σου, ὥστε καὶ νὰ καταπραΰνεις αὐτὸ χωρὶς κίνδυνο καὶ νὰ ἀποφύγεις τὴν ἀσχημοσύνη» (Ὁμ. εἰς τὸν ΜΓ’ Ψαλμό, ΕΠΕ 5, 678). Ἐπιμένοντας στὸ θέμα ἀναφέρει ἀλλοῦ: «ὄχι μόνον δὲν μᾶς ἐμποδίζει καθόλου (ὁ γάμος) εἰς τὴν κατὰ Θεὸν ζωήν, ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε προσεκτικοί, ἀλλὰ καὶ εἰσάγει μέσα μας μεγάλη παρηγορία, ἡ ὁποία καταστέλλει τὴ μαινόμενη φύση καὶ δὲν ἀφήνει τὸ σκάφος νὰ ταλαντεύεται στὸ πέλαγος, ἀλλὰ διαρκῶς τὸ προετοιμάζει νὰ κατευθύνεται στὸ λιμάνι» (Εἰς τὴν Γέν., Ὁμ. ΚΑ’, ΕΠΕ 2, 623).

Ὅμως θὰ παρατηρήσει σὲ ἄλλο σημεῖο, «ὅπως ὁ γάμος εἶναι λιμάνι, ἔτσι μπορεῖ νὰ γίνη καὶ ναυάγιο γιὰ ἐκείνους, ποὺ κακῶς τὸν χρησιμοποιοῦν» (Εἰς τὸ «Γυνὴ δέδεται…, ΕΠΕ 27, 126). Γι’ αὐτὸ καὶ προτρέπει: «Ἀγὼν ἔστω καὶ παλαίστρα ἀρετῆς ἡ οἰκία, ἵνα ἐκεῖ καλῶς γυμνασάμενος, μετὰ πολλῆς τῆς ἐπιστήμης τοῖς ἐν ἀγορᾷ προσβάλλῃς» (Εἰς Ματθαῖον, Ὁμ. ΙΑ’, ΕΠΕ 9, 376).

Γιὰ νὰ ἀποβῆ ὅμως ὁ γάμος «λιμάνι», χρειάζεται ἡ αὐτοπαραίτηση ἀπὸ ἰδιοτελεῖς ἀπαιτήσεις, ἡ ἠθελημένη αὐτοπαράδοση καὶ προσφορὰ ἀγάπης τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον καὶ ὁ ἀπὸ κοινοῦ πνευματικὸς ἀγώνας τῶν συζύγων. Δὲν δυσκολεύεται μάλιστα ὁ ἀσκητικότατος ἱεράρχης νὰ ὑποδείξη στοὺς συζύγους τρόπους συμπεριφορᾶς, ὥστε νὰ ἐπικρατῆ στὶς σχέσεις τους ἡ ἀγάπη καὶ ἀλληλοκατανόηση. Βασικὴ ἀρχὴ πάντως στὴν ἐπικοινωνία τῶν συζύγων εἶναι οἱ παραινέσεις τοῦ ἀνδρὸς πρὸς τὴν σύζυγό του νὰ προσφέρονται «μετὰ πολλῆς χάριτος καὶ καλωσύνης». Δίδει μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ Χρυσόστομος παράδειγμα στὸν σύζυγο πὼς νὰ μιλάει στὴν σύζυγό του: «Λόγια ἀγάπης νὰ τῆς λές…(ὅπως):  Ἐγὼ ἀπὸ ὅλα, τὴ δική σου ἀγάπη προτιμῶ καὶ τίποτε δὲν μοῦ εἶναι τόσο βασανιστικὸ ἢ δυσάρεστο, ὅσο τὸ νὰ βρεθῶ κάποτε σὲ διάσταση μαζί σου. Κι ἂν ὅλα χρειασθεῖ νὰ τὰ χάσω … κι ἂν στοὺς ἔσχατους βρεθῶ κινδύνους, ὁτιδήποτε κι ἂν πάθω, ὅλα μοῦ εἶναι ἀνεκτὰ κι ὑποφερτά, ὅσο ἐσὺ μοῦ εἶσαι καλά. Καὶ τὰ παιδιά, τότε μου εἶναι περιπόθητα, ἐφ’ ὅσον ἐσὺ μᾶς συμπαθεῖς…». Καὶ συνεχίζει: «ἴσως κάποτε σοῦ πεῖ (ἡ σύζυγος): Ποτὲ ἕως τώρα δὲν ξόδεψα ἀπὸ τὰ δικά σου (χρήματα), ἔχω ἀκόμη τὰ δικά μου, ποὺ μοῦ ἔδωσαν οἱ γονεῖς μου. Τότε πές της: Τί λὲς καλή μου; Ἔχεις ἀκόμη τὰ δικά σου; Ποιά λέξη μπορεῖ νὰ εἶναι χειρότερη ἀπὸ αὐτή; Σῶμα δὲν ἔχεις πιὰ δικό σου κι ἔχεις χρήματα; Δὲν εἴμαστε δυὸ σώματα μετὰ τὸν γάμο, ἀλλὰ γίναμε ἕνα. Δὲν ἔχουμε δυὸ περιουσίες, ἀλλὰ μία… Ὅλα δικά σου εἶναι, κι’ ἐγὼ δικός σου εἶμαι, κορίτσι μου. Αὐτὸ μὲ συμβουλεύει ὁ Παῦλος λέγοντας  ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμά του, ἀλλὰ ἡ γυναίκα. Κι ἂν δὲν ἔχω ἐγὼ ἐξουσία στὸ σῶμα μου, ἀλλὰ ἐσύ, πόσῳ μᾶλλον δικά σου εἶναι τὰ χρήματα… Ποτέ νὰ μὴν τῆς μιλᾶς μὲ πεζὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ φιλοφροσύνη, μὲ τιμή, μὲ ἀγάπη πολλή. Νὰ τὴν τιμᾶς καὶ δὲν θὰ βρεθῆ στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήση τὴν τιμὴ ἀπὸ ἄλλους… Νὰ τὴν προτιμᾶς ἀπὸ ὅλους γιὰ ὅλα, γιὰ τὴν ὀμορφιά, γιὰ τὴ σωφροσύνη της καὶ νὰ τὴν ἐγκωμιάζης. Νὰ κάνης φανερὸ ὅτι σ’ ἀρέσει ἡ συντροφιά της κι ὅτι προτιμᾶς νὰ μένης στὸ σπίτι γιὰ νὰ εἶσαι μαζί της ἀπὸ τὸ νὰ βγαίνης στὴν ἀγορά. Ἀπὸ ὅλους τους φίλους νὰ τὴν προτιμᾶς καὶ ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ σοῦ χάρισε, κι αὐτὰ γιὰ χάρη της νὰ τὰ ἀγαπᾶς» (Εἰς Ἐφεσ. Ὁμ. 20).

Ἡ ἀντίθετη συμπεριφορὰ δὲν ταιριάζει νὰ ἐπιδεικνύεται οὔτε καὶ στοὺς δούλους, γι’ αὐτὸ καὶ σὲ ἄλλη ὁμιλία του, γράφει: «Βέβαια τὸν μὲν ὑπηρέτη θὰ ἠμπορέση κανεὶς νὰ τὸν παρεμποδίση μὲ τὸν φόβο, μᾶλλον δὲ οὔτε ἐκεῖνον… τὴ σύντροφο ὅμως τῆς ζωῆς σου, τὴ μητέρα τῶν παιδιῶν σου, τὸ θεμέλιο κάθε εὐφροσύνης, δὲν πρέπει νὰ καταδεσμεύουμε μὲ φόβο καὶ ἀπειλές, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη καὶ καλὴ διάθεση. Διότι ποιά συζυγία ὑπάρχει, ὅταν ἡ γυναίκα τρέμη τὸν ἄνδρα της; ποιά εὐχαρίστηση θὰ ἀπολαύση ὁ ἴδιος ὁ ἄνδρας, ὅταν ζῆ μὲ τὴ γυναίκα του καὶ τῆς συμπεριφέρεται ὡς δούλη καὶ ὄχι σὰν σὲ ἐλεύθερη;» (Εἰς Ἐφ., Ὁμ. Κ’, ΕΠΕ 21, 200).

Ἡ ἀναζήτηση συζύγου, κατὰ τὸν Χρυσόστομο, ἀπαιτεῖ πολλὴ σύνεση, προσοχὴ καὶ προσευχή. Ἡ ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ καὶ καλλιέργεια θὰ πρέπη νὰ συγκινῆ καὶ ὄχι ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἐπιφανειακή, φυσικὰ οὔτε καὶ ὁ πλοῦτος. «Ψυχῆς ἐπιζήτει κάλλος» (ὅπ.π., Ὁμ. Κ’, 21, 202), θὰ ὑποστηρίξη, ἐπειδὴ «διὰ τὸν Θεὸν τοῦτο ποιῶμεν (τὸν γάμο), ἵνα σωφρονῶμεν, οὐχ ἵνα τὴν οὐσίαν εὐπορωτέραν ἐργαζώμεθα, ἀλλ’ ἵνα ψυχῆς εὐγένειαν ἐπιζητῶμεν, μὴ χρημάτων περιουσίαν, ἀλλὰ τρόπων ἀρετὴν καὶ ἐπιείκειαν» (Ἐν ταῖς Καλλένδαις, ΕΠΕ 31, 490). Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις δημιουργεῖται ἕνας ἄρρηκτος συζυγικὸς δεσμός, ὅπου ἡ ἀγάπη πρυτανεύει στὶς σχέσεις τους, καὶ τότε «γιὰ τὸν κάθε ἄνδρα βασιλεία εἶναι ἡ γυναίκα του, ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὸν σύζυγό της καὶ δὲν ἀγαπᾶ ὁ βασιληᾶς τόσο πολὺ τὴν πορφύρα καὶ τὸ στέμμα, ὅσο ὁ ἄνδρας ἀγαπᾶ τὴ γυναίκα του» (Εἰς Γ’ Ψαλμόν, ΕΠΕ 5, 112).

Εἶναι εὐνόητο ὅτι σὲ μία τέτοια συζυγικὴ σχέση ἡ ἀδιαφορία καὶ ἀπιστία δὲν μπορεῖ νὰ ἀναδυθῆ καὶ ἔτσι διατηρεῖται ἡ ἱερότητα τοῦ γάμου καὶ ἡ χριστιανικὴ ἀρχὴ τῆς μονογαμίας. Γι’ αὐτὸ καὶ προτρέπει: «Τὴν κληρωθεῖσαν ἐξ ἀρχῆς γυναῖκα, ταύτην ἔχειν διὰ παντός» (Εἰς τὸ «Γυνὴ δέδεται νόμῳ…», ΕΠΕ 27, 134), «γιατί ὁ Θεὸς στὸν καθένα ἔδωσε γυναίκα, ἔθεσε ὅρια στὴ φύση, τὴν συνουσία μὲ τὴν μία ἐκείνη γυναίκα» (Εἰς Θεσσαλ., Ὁμ. Ε’,ΕΠΕ, 454). Γι’ αὐτὸ ἡ συζυγικὴ ἀπιστία-μοιχεία θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο «παράβαση καὶ πλεονεξία καὶ ληστεία» (ὅπ.π.). Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ συζυγία καταντᾶ, κατὰ τὸν Χρυσόστομο, «ναυάγιο». Ἀπευθυνόμενος δὲ στὸν μοιχό, μὲ ἀγανάκτηση τὸν ρωτᾶ: «Γιατί ἀδικεῖς τὴν σύζυγο; γιατί προσβάλλεις τὸ δικό σου μέλος; γιατί ντροπιάζεις τὴν ἀξιοπρέπειά σου; (Εἰς ΜΓ’ Ψαλμό, ΕΠΕ 5, 680), γιὰ νὰ προσθέση: «Ἔχεις γυναίκα, ἔχεις παιδιά, τί ταύτης τῆς ἡδονῆς ἴσον;» (Εἰς Ματθ., Ὁμ. ΛΖ’, ΕΠΕ 10, 596). Γιὰ νὰ προτρέψη τελικὰ τὸν ἄνδρα, λέγοντάς του: «Ὅσην ἕκαστος πρὸς ἑαυτὸν ἀγάπην ἔχει, τοιαύτην πρὸς τὴν γυναῖκα ἡμᾶς (ἐν. βούλεται ὁ Θεός) ἔχειν» (Εἰς Ἐφ., Ὁμ. Κ’, ΕΠΕ, 21, 208).

Οἱ προτροπὲς τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου γιὰ προσφορὰ θυσιαστικῆς ἀγάπης πρὸς τὴν σύζυγο εἶναι συνεχεῖς. Ἡ κατάσταση, ποὺ ἐπικρατοῦσε καὶ στὴν ἐποχή του, τὸν ὑποχρεώνει νὰ συμβουλεύη τὴ διαφοροποίηση τῶν χριστιανῶν ἀνδρῶν, καὶ μάλιστα τῶν συζύγων, ὥστε νὰ ἐξαλειφθῆ ἡ ἀνδρικὴ σκληρότητα καὶ ὑποτίμηση πρὸς τὸ γυναικεῖο φύλο. Γι’ αὐτὸ θὰ συμβουλεύση: στὴν «ὑπακοὴ τῆς συζύγου ὡς ἀντίρροπο ἂς προβάλλη ἡ ἀγάπη τοῦ συζύγου» (Εἰς Ἐφ., Ὁμ. Κ’, ΕΠΕ 21, 212). Ἄλλωστε, τότε μπορεῖ νὰ γίνη λόγος καὶ γιὰ ὑπακοή! Ὡς πρότυπο μάλιστα τῆς ἀγάπης τοῦ συζύγου πρὸς τὴν σύζυγό του προσφέρει τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη ὀφείλουν νὰ ἀναπτύξουν οἱ σύζυγοι μεταξύ τους, διότι τελικὰ «τίποτε δὲν ὑπάρχει πολυτιμότερο ἀπὸ τὸ ν’ ἀγαπιέται κανεὶς τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν γυναίκα του καὶ ν’ ἀγαπᾶ αὐτὴν τὸ ἴδιο» (Εἰς Πράξ., Ὁμ. ΜΘ’, ΕΠΕ 16Β, 124).

Προτρέπει καὶ πάλι τὸν σύζυγο, λέγοντάς του: «Ἄς εἶναι ἡ σύζυγος τὸ λιμάνι σου, ἂν πρέπη νὰ σηκώνουμε ὁ ἕνας τὰ βάρη τοῦ ἄλλου, πολὺ περισσότερο τῆς συζύγου… Ἄς εἶναι ἀπὸ ὅλα σὲ μᾶς προτιμότερο αὐτή, ποὺ μαζί μας στέκεται στὸ τιμόνι νὰ μὴν στασιάζη μήτε νὰ διαχωρίζεται ἀπό μᾶς» (Εἰς Α’ Κορ., Ὁμ. ΚΣΤ’, ΕΠΕ 18Α, 166), διότι «τοῦτο πάντων συγκροτεῖ τὴν ζωήν, τὸ ὁμονοεῖν γυναῖκα πρὸς ἄνδρα…» (Περὶ τοῦ μὴ γινώσκειν…, ΕΠΕ 31, 300).

Καὶ τὴν Οἰκογένεια ὁ ἱερὸς Πατέρας τὴν «βλέπει» ὡς μυστήριο. « Ἰδοὺ πάλιν ἀγάπης μυστήριον», θὰ ὁμολογήσει. «Ἂν οἱ δυὸ μὴ γένωνται  ἕν, οὐκ ἐργάζονται πολλούς… Γυνὴ γὰρ καὶ ἀνὴρ οὐκ εἰσιν ἄνθρωποι δύο, ἀλλὰ ἄνθρωπος εἷς… Δία τοῦτο γοῦν καὶ ἀκριβῶς εἶπεν, οὐκ ἔσονται μία σάρξ, ἀλλ’ «εἰς σάρκα μίαν», τὴν τοῦ παιδὸς συναπτόμενοι. Πῶς γίνονται εἰς σάρκα μίαν; Γέφυρά ἐστι τὸ παιδίον» (Πρὸς Κόλ., Ὁμ. ΙΒ’, ΕΠΕ 22, 342-344). Ἡ γέννηση παιδιῶν, καὶ κατὰ τὸν Χρυσόστομο, εἶναι «μεγάλη παρηγοριὰ στὴ θνητότητα», ποὺ ἀκολούθησε τὴν πτώση.(Εἰς τὴν Γέν., Ὁμ. ΙΗ’, ΕΠΕ 2,51).

Στὴν οἰκογένεια ὁ ἅγιος Πατέρας, ἀποδίδοντας ἱερότητα, τὴν χαρακτηρίζει «μικρὴ ἐκκλησία»: «καὶ ἡ οἰκία γὰρ ἐκκλησία ἐστὶ μικρά» (Εἰς Ἐφ., Ὁμ. Κ’, ΕΠΕ 21, 222). Γιὰ νὰ προτρέψη σὲ ἄλλη ὁμιλία του: «Ἐκκλησίαν ποίησόν σου τὴν οἰκίαν. Καὶ γὰρ ὑπεύθυνος εἰ καὶ τῆς τῶν παίδων καὶ τῆς τῶν οἰκετῶν σωτηρίας» (Εἰς Γέν., Ὁμ. ΣΤ’, ΕΠΕ 8, 106). Ἢ ἀλλοῦ: «Ἔστω ἐκκλησία ἡ οἰκία ἐξ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν συνεστηκυῖα». Γιὰ τὴν ἱερότητα τῆς οἰκογένειας καὶ τὴν ἔκφρασή της ὡς «σώματος Χριστοῦ» καὶ «μικρῆς ἐκκλησίας», δὲν δέχεται καμμία ἀμφιβολία ὁ ἱερὸς Πατέρας: «Μὴ νομίσεις ὅτι ἐπειδὴ ἐσὺ ὁ ἄνδρας εἶσαι μόνος καὶ αὐτὴ ἡ γυναίκα εἶναι μόνη αὐτὸ εἶναι ἐμπόδιο (γιὰ νὰ σχηματίσετε ἐκκλησία). Γιατί, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος, ὅπου εἶναι δυὸ συναγμένοι στὸ ὄνομά μου, ἐκεῖ βρίσκομαι ἀνάμεσά τους» (Εἰς Πρ., Ὁμ. ΙΒ’). Γιὰ νὰ συγκεκριμενοποιήση σὲ ἄλλο σημεῖο τὴ θέση του: «Ἔνθα ἀνὴρ καὶ γυνὴ καὶ παιδὶα καὶ ὁμόνοια καὶ φιλία καὶ τῆς ἀρετῆς συνδεδεμένοι δεσμοῖς, ἐκεῖ μέσος ὁ Χριστός» (Εἰς Γέν., Ὁμ. Ζ’, ΕΠΕ 8, 138). Καὶ πάλι θὰ προτρέψη, λέγοντας: «Ἀγὼν ἔστω καὶ παλαίστρα ἀρετῆς ἡ οἰκία, ἵνα ἐκεῖ καλῶς γυμνασάμενος, μετὰ πολλῆς τῆς ἐπιστήμης τοῖς ἐν ἀγορᾷ προσβάλλῃς» (Εἰς Ματθ., Ὁμ. Ε’, ΕΠΕ 9, 164). Ἡ οἰκογένεια, δηλαδή, εἶναι ὁ χῶρος προετοιμασίας (προπόνησης) γιὰ τὴν ἐπίδοση στὸ ἄθλημα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ δημόσιου βίου.

Ὑπάρχουν ὅμως γι’ αὐτὸ προϋποθέσεις. Ὁ σύνδεσμος τῆς οἰκογένειας μὲ τὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο καὶ ἡ συμμετοχὴ τῶν μελῶν της στὴν λατρευτική-μυστηριακὴ ζωὴ θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο ἀπαραίτητος. Διότι, ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων, ὁ σύνδεσμος μὲ τὴ «μεγάλη οἰκογένειά» μας, τὴν Ἐνορία, θὰ βοηθήση, ὥστε ἡ διαδικασία ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν νὰ γίνη εὐκολότερη («οὕτω ῥάων ἐγίνετο καὶ εὔκολος ἡμῖν ἡ τῶν παίδων διόρθωσις» (Εἰς τὸ Χήρα καταλεγέσθω…, ΕΠΕ 27, 486).

Σύμφωνα καὶ μὲ τοὺς ἄλλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χρυσόστομος τονίζει ὅτι ὅσο καὶ ἂν ἡ γέννηση παιδιῶν εἶναι ἰδιαίτερη εὐλογία, ἐν τούτοις χάνει τὴν ἀξία της, ἐὰν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἄσκηση ἀγωγῆς. Ἐπανειλημμένως θὰ διακηρύξη: «οὐ τὸ τεκνοποιεῖν, ἀλλὰ τὸ τεκνοτροφεῖν ποιεῖ τοὺς γονέας… τὸ μὲν γὰρ τῆς φύσεως, τὸ δὲ τῆς προαιρέσεώς ἐστι. Οὐ τὸ γεννῆσαι τέκνα, ἀλλὰ τὸ θρέψαι τέκνα, τοῦτο φέρει μισθόν» (Περὶ Ἄννης, Ὁμ. Α’ ΕΠΕ 8Α, 24), διότι οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν εἶναι ἀφορμὴ γιὰ κατορθώματα τῶν γονέων. Ἀπευθυνόμενος δὲ πρὸς τὶς μητέρες τονίζει: «ἂν τὰ παιδιά…δεχθοῦν τὴν κατάλληλη ἀγωγὴ καὶ ὁδηγηθοῦν στὴν ἀρετὴ μὲ τὴ δική σου φροντίδα, αὐτὸ γίνεται αἰτία καὶ ἀφορμὴ πολλῆς σωτηρίας γιὰ σένα καὶ μαζὶ μὲ τὰ δικά σου κατορθώματα θὰ δεχθεῖς καὶ γιὰ τὴν φροντίδα αὐτῶν μεγάλη ἀμοιβή» (Περὶ Ἄννης, Ὁμ. Α’, ΕΠΕ 8Α, 25).

Τὴν ἄσκηση ἀγωγῆς ὀφείλουν οἱ γονεῖς νὰ τὴν ἀρχίσουν ἀπὸ πολὺ νωρίς, διότι «ὅπως τὰ φυτά, τότε προπάντων ἔχουν μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ φροντίδα μας, ὅταν εἶναι τρυφερά, ἔτσι καὶ τὰ παιδιά» (ΕΠΕ, 30, 655). Περιεχόμενο τῆς ἀγωγῆς, ποὺ θὰ προσφέρεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς, κυρίως βιωματικά, εἶναι νὰ ἐναποθέτουν «στὴν ψυχὴ τους καλωσύνη, σωφροσύνη σεμνότητα καὶ κάθε ἄλλη ἀρετή» (Περὶ Ἄννης, Ὁμ. Γ’, ΕΠΕ 8Α, 85).

Ἰδιαιτέρως τονίζει τὴν ἀνάγκη ἄσκησης τῆς ἀγωγῆς καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα. «Δυὸ διδάσκαλοι, γράφει, ὁδηγοῦν στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ: ἡ κτίση καὶ ἡ συνείδηση. Ὑπάρχει ὅμως καὶ «τρίτος διδάσκαλος». Ποιός; Ὁ Πατέρας, ποὺ ἔλαχε στὸν καθένα. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, μᾶς ἔκανε ὁ Θεὸς νὰ ἀγαπιώμαστε ἀπὸ αὐτούς, ποὺ μᾶς γέννησαν, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐκπαιδευτὲς στὴν ἀρετή. Γιατί τὸν πατέρα δὲν τὸν κάνει μόνο τὸ νὰ σπείρη, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ ἐκπαιδεύση καλὰ οὔτὲ ἡ κυοφορία κάνει κάποια μητέρα, ἀλλὰ ἡ καλὴ ἀνατροφή» (Περὶ Ἄννης, Ὁμ. Α’, ΕΠΕ 8Α, 21).

Οἱ προτροπὲς τοῦ Χρυσοστόμου γιὰ ἄσκηση ἀγωγῆς εἶναι συνεχεῖς. «Θεώρησε (πατέρα) πὼς ἔχεις στὸ σπίτι ἀγάλματα, τὰ παιδιά. Κάθε μέρα νὰ τὰ διορθώνης καὶ νὰ τὰ φροντίζης προσεκτικὰ καὶ μὲ κάθε τρόπο νὰ στολίζεις καὶ νὰ διαπλάθης τὴν ψυχὴ τοὺς» (Εἰς τὸ Χήρα καταλεγέσθω…, ΕΠΕ 27, 485). Καρπὸς τῆς ἐμπειρίας του, γιὰ ὅσους πατέρες ἀμελοῦν τὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν τους, εἶναι ὁ ἀποφθεγματικὸς καὶ αὐστηρός του λόγος: «ὅσοι δὲν φροντίζουν γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν τους «παιδοκτόνοι μᾶλλόν εἰσι» (Εἰς τὸ Χήρα καταλεγέσθω…, ΕΠΕ 27, 476). Γιὰ νὰ ἐπαναλάβη ἀλλοῦ, «οἱ πατέρες εἶναι καὶ παιδοκτόνοι, ὅσοι δὲν συμπεριφέρονται αὐστηρὰ στὰ ἀδιάφορα παιδιὰ τοὺς» (Εἰς τὸ Χήρα καταλεγέσθω…, ΕΠΕ, 27, 483).

Καὶ γιὰ τὶς μητέρες ὅμως, ποὺ ἀμελοῦν τὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν τους, θὰ πῆ: «παιδοκτόνοι μᾶλλόν εἰσι αἱ μητέρες». Ἀπευθυνόμενος τελικὰ καὶ στοὺς δυὸ γονεῖς, συμπληρώνει: «Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω μόνο πρὸς τὶς γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄνδρες. Γιατί καὶ πολλοὶ πατέρες … κάνουν καὶ ἐπιχειροῦν τὰ πάντα γιὰ νὰ ἀποκτήση ὁ γιός τους καλὸ ἄλογο (αὐτοκίνητο θὰ λέγαμε σήμερα), λαμπρὸ σπίτι καὶ ἀκριβὸ χωράφι, γιὰ τὸ πῶς ν’  ἀποκτήση ὅμως καλὴ ψυχὴ καὶ εὐσεβῆ διάθεση δὲν κάνουν ἀπολύτως τίποτε» (Εἰς τὸ «Χήρα καταλεγέσθω…», ΕΠΕ 27, 477).

Στὴν ἐπαναστατικότητα τῶν παιδιῶν ἀντιπροβάλλεται ἡ τρυφερότητα, συγχωρητικότητα καὶ ἀγάπη τῶν γονέων. Ὑποδεικνύει μάλιστα στοὺς παιδαγωγούς, συγκαταλέγοντας σ’ αὐτοὺς καὶ τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος δρᾶ ὡς πνευματικὸς πατέρας, τρόπους ψυχοσωματικῆς ἐπικοινωνίας μὲ αὐτά: «συγχρόνως μὲ τὰ λόγια… ποὺ θὰ λέμε (στὸ παιδί), νὰ τὸ φιλοῦμε καὶ νὰ τὸ ἀγκαλιάζουμε καὶ νὰ τὸ σφίγγουμε στὴν ἀγκαλιά μας, δείχνοντάς του ἔτσι τὴν ἀγάπη μας. Μὲ ὅλα αὐτὰ τὸ ἠρεμοῦμε» (ΕΠΕ 30,693). Ἀκόμη καὶ στὶς πτώσεις τους θεωρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅτι οἱ γονεῖς πρέπει νὰ εἶναι συγκαταβατικοὶ καὶ ἡ ἀγάπη «καθάπερ χρυσαῖς ταῖς πτέρυξι συγκαλύπτει πάντα τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀγαπωμένων» (Εἰς Α’ Κόρ., Ὁμ. ΛΓ’, ΕΠΕ 18Α, 384).

Στὴν ἄσκηση τῆς ἀγωγῆς ἀποδέχεται ὁ Χρυσόστομος καὶ τὴν ἀπειλὴ  τιμωρίας, ἡ ὁποία ὅμως «τότε εἶναι σωστή, ὅταν πιστεύεται ὅτι θὰ πραγματοποιηθεῖ , ἂν ὅμως ἐκεῖνος ποὺ ἔφταιξε συνηθίσει στὴν ἐπιείκεια, θὰ δείξη περιφρόνηση» (στὴν ἀπειλή)  (ΕΠΕ, 30,651). Διαπιστώνει ὅμως ὅτι πολλοὶ  γονεῖς καὶ ἰδιαιτέρως οἱ πατέρες, «ἐπειδὴ δὲν θέλουν νὰ μαστιγώσουν, οὔτε νὰ ἐπιτιμήσουν μὲ λόγια, οὔτε νὰ στενοχωρήσουν τὰ παιδιά τους, ἂν καὶ κάνουν ἄτακτη καὶ παράνομη ζωή, πολλὲς φορὲς τὰ εἶδαν νὰ φθάνουν στὰ χειρότερα καὶ νὰ ὁδηγοῦνται στὰ δικαστήρια καὶ νὰ τιμωροῦνται… Καὶ μαζὶ μὲ τὴ συμφορὰ γίνεται μεγαλύτερη ἡ ντροπή, ὅταν μὲ τὸν θάνατο (τὸν πνευματικό) τοῦ παιδιοῦ, ὅλοι δείχνουν τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀναγκάζουν νὰ μὴν θέλει νὰ πατήση στὴν ἀγορά» (Εἰς τὸ «Χήρα καταλεγέσθω…»,ΕΠΕ 27,483).

Ἡ πνευματικὴ κληρονομιά, ποὺ προσφέρουν οἱ γονεῖς στὰ παιδιά τους, γιὰ τὸν Χρυσόστομο, «θησαυρός ἐστιν δαπανηθῆναι μὴ δυνάμενος…»(Εἰς Γέν., Ὁμ. ΖΣΤ’, ΕΠΕ 5,56). Καὶ αὐτὴ ἡ κληρονομιὰ καταξιώνει τοὺς γονεῖς, γιατί ὄχι μόνο δρᾶ εὐεργετικὰ στὰ παιδιά τους, ἀλλὰ καὶ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους καὶ γενικὰ στοὺς ἀπογόνους τους. Γι’ αὐτὸ θὰ συστήση: «Ἂν ἐσὺ ἀναθρέψεις σωστὰ τὸ παιδί σου, ἔτσι καὶ ἐκεῖνο θὰ ἀναθρέψη τὸν γιό του καὶ ἐκεῖνος τὸν δικό του γιό, καὶ σὰν μία ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα ἄριστου τρόπου ζωῆς θὰ προχωρήση τὸ πράγμα μέχρι τὸ τέλος, παίρνοντας ἀπὸ σένα τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν ρίζα καὶ φέρνοντας τοὺς καρποὺς τῆς φροντίδας σου στοὺς ἀπογόνους σου» (Εἰς τὸ Χήρα καταλεγέσθω…,ΕΠΕ 27, 485).

Ὁ χρυσοστομικὸς λόγος καὶ γενικότερα τὸ πατερικὸ ἦθος δὲν ἔπαυσε σὲ κάθε ἐποχὴ-ἑπομένως καὶ στὴ δική μας-νὰ διαποτίζη τὴ συνείδηση ὅλων ἐκείνων, ποὺ σταθερὰ διακρατοῦν τὴ σχέση τους μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Καὶ αὐτοὶ ἀκριβῶς ἀποβαίνουν, καὶ κατὰ τὸν Μακρυγιάννη, «ἡ μαγιά», ποὺ διατηρεῖ τὴν ποιότητα, πληρότητα καὶ καθολικότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , ΙΑ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠΤ. 2012