Η ΩΔΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἡ ὑ­πό­θε­σι τῆς ἐ­νά­της ᾠ­δῆς αὐ­τῆς ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἑ­ξῆς· Ὅ­ταν ἡ Κυ­ρί­α καί Δέ­σποι­νά μας Θε­ο­τό­κος Μαρία[1] εὐ­ηγ­γε­λί­σθη ἀ­πό τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Γα­βρι­ήλ, ἄ­κου­σε νά φέ­ρη ὡς πα­ρά­δειγ­μα σ’ αὐ­τήν τήν συγ­γε­νῆ της Ἐ­λι­σά­βετ, βε­βαί­ως τήν πρώ­τη της ἐξα­δέλ­φη∙ (διότι πρῶ­τες ἐξα­δέλ­φες εἶ­ναι ἡ Θε­ο­τό­κος καί ἡ Ἐ­λι­σά­βετ∙ δεύ­τε­ροι ξά­δελ­φοι κα­τά σάρ­κα εἶ­ναι ὁ Κύ­ρι­ος καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος, καί βλέπε στίς ὀ­κτώ τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου στό Συ­να­ξα­ρι­στή). Ἄ­κου­σε, λέ­ω, ἡ Θε­ο­τό­κος τόν Γα­βρι­ήλ νά φέρ­νη ὡς πα­ρά­δειγ­μα σ’ αὐ­τήν τήν Ἐ­λι­σά­βετ καί νά λέ­η, ὅ­τι καί ἐ­κεί­νη, ἄν καί ἦ­ταν στεί­ρα καί με­γά­λη σέ ἡ­λι­κί­α, εἶ­χε συ­λλά­βει υἱ­ό, τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Πρό­δρο­μο, ἤ­δη πρίν ἀ­πό ἕ­ξι μῆ­νες∙ «Καί ἰ­δού Ἐ­λι­σά­βετ ἡ συγ­γε­νής σου, καί αὐ­τή συ­νει­λη­φυῖα υἱ­όν ἐν γή­ρᾳ αὐ­τῆς, καί οὗ­τος μήν ἕ­κτος ἐ­στίν αὐ­τῇ τῇ κα­λου­μέ­νῃ στεί­ρα, ὅ­τι οὐκ ἀ­δυ­να­τή­σει πα­ρά τῷ Θε­ῷ πᾶν ρῆ­μα» (Λουκ. 1,36).

Ὁπότε, ἀ­φοῦ συ­νέ­λα­βε στήν ἀ­πεί­ραν­δρη κοι­λί­α της τόν Υἱ­ό καί Λό­γο τοῦ Θε­οῦ, ἐ­κεῖ­νες τίς ἡ­μέ­ρες ση­κώ­θη­κε καί πῆ­γε γρήγορα στήν ὀ­ρει­νή, ὅ­που κα­τοι­κοῦ­σε ἡ Ἐ­λι­σά­βετ· καί, μπαί­νον­τας στόν οἶ­κο τοῦ Ζα­χα­ρί­α, βε­βαί­ως χαι­ρέ­τι­σε τήν Ἐ­λι­σά­βετ.

Γιά τρεῖς αἰ­τί­ες πῆ­γε ἡ Θε­ο­τό­κος πρός τήν Ἐ­λι­σά­βετ· πρῶ­τον μέν, γιά νά συγ­χα­ρῆ τήν συγ­γε­νῆ της, πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά συλ­λά­βη υἱ­ό στά γε­ρά­μα­τά της· δεύ­τε­ρον, γιά νά πλη­ρο­φο­ρη­θῆ μέ τά λό­για αὐ­τά, τά ὁ­ποῖ­α τῆς εἶ­πε ὁ Ἄγ­γε­λος, ὅ­πως λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­φύ­λα­κτος· τρί­το καί τε­λευ­ταῖ­ο, γιά νά δώ­ση πα­ρά­δειγ­μα καί σέ μᾶς νά πη­γαί­νου­με στούς γε­ρον­τό­τε­ρους καί νά τούς ρω­τᾶ­με, ὅ­ταν τυ­χαί­νη νά ἔ­χου­με κά­ποια ἀ­νάγ­κη ἤ ὑ­πό­θε­σι, σύμφωνα μέ τό «ρώ­τη­σε τόν Πα­τέ­ρα σου καί θά σοῦ ἀναγγείλη, τούς πρε­σβυ­τέ­ρους σου καί θά σοῦ ποῦν» (Δευτ. 32,7).

Ἡ Ἐ­λι­σά­βετ λοι­πόν ἀ­μέ­σως μό­λις ἄ­κου­σε τά λό­για τοῦ χαι­ρε­τι­σμοῦ τῆς Θε­ο­τό­κου, ἤ κα­λύ­τε­ρα, ἄς ποῦ­με, μό­λις ἄ­κου­σε τά λό­για τοῦ κυ­ο­φο­ρου­μέ­νου Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ στήν κοι­λία τῆς Παρ­θέ­νου (ἐ­πει­δή κα­τά τόν Θε­ο­φύ­λα­κτο «ἡ φω­νή τῆς Παρ­θέ­νου, ἦ­ταν Θε­οῦ φω­νή, πού ἦ­ταν σαρ­κω­μέ­νος σ’ αὐ­τήν, γι’ αὐ­τό καί τόν Πρό­δρο­μο στήν μή­τρα τόν χα­ρί­τω­σε καί τόν ἔ­κα­νε νά προ­φη­τεύ­η)∙ μό­λις ἄ­κου­σε, λέ­ω, αὐ­τά ἡ Ἐ­λι­σά­βετ, ὄ­χι μό­νο αὐ­τή χά­ρη­κε, ἀλ­λά καί τό βρέ­φος, ­πού εἶ­χε στήν κοι­λία της, βε­βαί­ως ὁ Πρό­δρο­μος Ἰ­ω­άν­νης, μό­λις ἄ­κου­σε μέ­σα ἀ­πό τά αὐ­τιά τῆς Μη­τέρας του Ἐ­λι­σά­βετ, τά λό­για τοῦ χαι­ρε­τι­σμοῦ τῆς Θε­ο­τό­κου, μᾶλ­λον ἐ­πει­δή αἰ­σθάν­θη­κε τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­φε­ρε ἐγ­γά­στρι­ο ἡ Παρ­θέ­νος, ἀμέσως ἀ­πό τήν χα­ρά του καί ἀ­γαλ­λί­α­σι σκίρ­τη­σε μέ­σα στήν κοι­λία[2]. Πνευ­μα­τι­κό ὅμως ἦ­ταν τό σκίρ­τη­μα ἐ­κεῖ­νο, διότι ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἐκ κοι­λί­ας Μη­τρός του ἦ­ταν γε­μᾶτος ἀ­πό Πνεῦ­μα ἅ­γι­ο, ὅπως ὁ Γα­βρι­ήλ εἶ­πε πρός τόν Ζα­χα­ρί­α, ὅ­ταν τόν εὐ­ηγ­γέ­λι­σε∙ «Καί θά γεμίση ἀπό Πνεῦμα Ἅγιο, ἐνῷ ἀκόμη θά εἶναι στήν κοιλία τῆς μητέρας του» (Λουκ. 1,15).

Ἀ­πό δέ τό πνευ­μα­τι­κό ἐ­κεῖ­νο σκίρ­τη­μα τοῦ Ἰ­ω­άν­νου, γέ­μι­σε Πνεύ­μα­τος ἁ­γί­ου καί ἡ Μή­τηρ του Ἐ­λι­σά­βετ∙ με­τέ­δω­σε λοι­πόν ὁ Υἱ­ός στήν Μη­τέ­ρα τό προ­φη­τι­κό χά­ρι­σμα τοῦ Πνεύ­μα­τος, ὅπως καί ὁ Προ­φή­της Σα­μου­ήλ με­τέ­δω­σε στήν Μη­τέ­ρα του Ἄν­να τό προ­φη­τι­κό χά­ρι­σμα, ὅ­πως λέ­ει ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος στό α΄ κε­φά­λαι­ο τῆς Α΄ Βα­σι­λει­ῶν∙ καί ὁ Θε­ο­φύ­λα­κτος ἐ­πί­σης λέ­ει∙ «Ἐάν δέν σκιρτοῦσε τό βρέ­φος, δέν θά ­προ­φή­τευ­ε ἡ Ἐ­λι­σά­βετ». Γε­μά­τη λοιπόν ἀ­πό Πνεῦ­μα ἅ­γι­ο ἡ Ἐ­λι­σά­βετ, καί ὅ­πως ἦ­ταν ἐν­θου­σι­α­σμέ­νη ἀ­πό τήν πνευ­μα­τι­κή χα­ρά, μέ με­γά­λη φω­νή ἀ­νε­βό­η­σε πρός τήν Θε­ο­τό­κο∙ «Εὐ­λο­γη­μέ­νη σύ ἐν γυ­ναι­ξί, καί εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ καρ­πός τῆς κοι­λί­ας σου∙ καί πό­θεν μοι τοῦ­το, ἵ­να ἔλ­θῃ ἡ Μή­τηρ τοῦ Κυ­ρί­ου μου πρός με; Καί μα­κα­ρί­α ἡ πι­στεύ­σα­σα, ὅ­τι ἔ­σται τε­λεί­ω­σις τοῖς λε­λα­λη­μέ­νοις αὐ­τῇ πα­ρά Κυ­ρί­ου» (Λουκ. 1,42). Ἡ δέ Παρ­θέ­νος μό­λις ἄ­κου­σε αὐ­τά καί πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τό τε­λει­ό­τε­ρο, ἔκανε τήν ᾠ­δή αὐ­τή καί μέ­σῳ αὐ­τῆς δο­ξο­λο­γεῖ καί με­γα­λύ­νει τόν Κύ­ρι­ο.

Πράγ­μα­τι εἶ­ναι ἄ­ξι­α θαυ­μα­σμοῦ καί γλυ­κύτα­τη καί κο­σμο­πό­θη­τη ἡ ἐ­νά­τη[3] αὐ­τή ᾠ­δή τῆς Θε­ο­τό­κου, περισσότερο ἀ­πό τίς τρεῖς ᾠ­δές τοῦ Μω­υ­σῆ (Ἐξ. 15,1. Ἀ­ριθ. 21,17. Δευ­τερ 31,1)∙ περισσότερο ἀ­πό τίς ᾠ­δές τοῦ Δα­βίδ (Ψαλμ. 29,1)∙ περισσότερο ἀ­πό τίς πέν­τε χι­λιά­δες ᾠ­δές τοῦ Σο­λο­μῶν­τος (Γ΄ Βα­σιλ. 4,32)∙ περισσότερο ἀ­πό τήν ᾠ­δή τοῦ Ἀβ­βα­κούμ (Ἀββ. 3,1) καί ὁ­μοί­ως περισσότερο ἀ­πό ὅ­λους τούς ἅ­γι­ους ἄν­δρες∙ περισσότερο ἀ­πό τήν ᾠ­δή τῆς Μα­ρι­άμ, ἀ­δελ­φῆς τοῦ Ἀ­α­ρών (Ἐξ. 15)∙ περισσότερο ἀ­πό τήν ᾠ­δή τῆς Δεβ­βώ­ρας (Κριτ. 4,12)∙ περισσότερο ἀ­πό τήν ᾠ­δή τῆς Ἰ­ου­δήθ (Ἰ­ουδ. 16,1).

Ἐ­πει­δή ὅ­λες οἱ πα­ρα­πά­νω ᾠ­δές, ἦ­ταν τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης καί ἔ­γι­ναν εὐ­χα­ρι­στή­ρι­ες πρός τόν Θε­ό γιά σω­μα­τι­κές εὐ­ερ­γε­σί­ες, καί γιά πρό­σκαι­ρη σω­τη­ρί­α αὐ­τῶν πού τίς πρό­σφε­ραν∙ ἡ ᾠ­δή ὅ­μως αὐ­τή τῆς Θε­ο­τό­κου, εἶ­ναι ᾠ­δή τῆς νέ­ας χά­ρι­τος τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί συν­τά­χθη­κε ὡς εὐ­χα­ρι­στή­ρι­α ᾠ­δή, ὄ­χι γιά σω­μα­τι­κές καί γή­ι­νες εὐ­ερ­γε­σί­ες, ἀλ­λά γιά ἄ­υ­λες καί οὐ­ρά­νι­ες χά­ρι­τες∙ ὄ­χι γιά πρό­σκαι­ρη σω­τη­ρί­α, ἀλ­λά γιά σω­τη­ρί­α αἰ­ώ­νι­α καί τέ­τοια πού μέ­νει γιά πάν­τα σ’ ὅ­λον τόν κό­σμο, γιά τήν ὁ­ποί­α εἶ­πε ὁ Ἡσαΐ­ας∙ «Ὁ Ἰσ­ρα­ήλ σῴ­ζε­ται ἀ­πό τόν Κύριο μέ σω­τη­ρί­α αἰ­ώ­νια» (Ἡσ. 45,17).

Ἀ­πό αὐ­τά ἐ­μεῖς μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με, ὅ­τι ἡ ᾠ­δή αὐ­τή τῆς Θε­ο­τό­κου δέν εἶ­ναι ἀ­πό τίς ᾠ­δές τῶν ἐ­πι­γεί­ων ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά εἶ­ναι ἀ­πό τίς και­νού­ριες ᾠ­δές ἐ­κεῖ­νες, ­πού ψάλ­λουν πρός τόν οὐ­ρα­νό ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Θε­οῦ οἱ μα­κά­ρι­οι, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ἡ ἱ­ε­ρή Ἀ­πο­κά­λυ­ψι∙ «Καί ὅταν πῆρε τό βι­βλί­ο, τά τέσ­σα­ρα ζῷ­α καί οἱ εἰ­κο­σι­τέσ­σα­ρες πρε­σβύ­τε­ροι, ἐ­πε­σαν ἐ­νώ­πι­ον τοῦ ἀρ­νί­ου καί ψάλλουν νέα ᾠ­δή» (Ἀ­ποκ. 5,8). Καί γιά νά πῶ μέ συν­το­μί­α, τί ἄλ­λο εἶ­ναι ἡ ᾠ­δή αὐ­τή, ἐ­κτός ἀ­πό γέν­νη­μα καί συν­θή­κη καί ἐκ­φώ­νη­μα ἐ­κεί­νου τοῦ θε­ο­ει­δέ­στα­του να­οῦ, ἐ­κεί­νης τῆς κα­θα­ρώ­τα­της καρ­διᾶς, καί ἐ­κεί­νου τοῦ ἁ­γι­ό­τα­του στό­μα­τος, αὐ­τῆς βε­βαί­ως τῆς Ἀ­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας, καί αὐ­τῆς τῆς ἴ­διας τῆς Μη­τέ­ρας τοῦ Θε­οῦ;

Ἄς συγκεντρωθοῦν λοι­πόν σ’ ἕ­να μέ­ρος ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ᾠ­δές τῶν ἀ­πό αἰ­ώ­νων ἁ­γί­ων, καί ἄς δώ­σουν ὅ­λα τά πρω­τεῖ­α σ’ αὐ­τήν τήν ᾠ­δή, πού εἶ­ναι ἁ­γιώ­τε­ρη ἀ­πό ὅ­λες τίς ἅ­γι­ες ᾠ­δές∙ καί ὅ­λοι οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι ἄς τήν με­λε­τοῦν καί ἄς τήν ψάλ­λουν μέ πε­ρισ­σό­τε­ρο σε­βα­σμό καί μέ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­λά­βει­α ἀ­πό ὅ­λες τίς ἄλ­λες, κα­θώς καί πράγ­μα­τι τήν ψέλ­νουν μέ με­γά­λη εὐ­λά­βει­α, τήν ὥ­ρα πού ὁ μέν ἡ ἱ­ε­ρέ­ας ἤ ὁ δι­ά­κο­νος θυ­μιά­ζουν ὅ­λον τόν να­ό, ὁ δέ λα­ός καί οἱ ψάλ­τες, κα­τε­βαί­νον­τας ἀ­πό τά στα­σί­διά τους καί στε­κό­με­νοι ὄρ­θι­οι, χω­ρίς νά φο­ροῦν τί­πο­τα στά κε­φά­λια τους∙ δι­ό­τι ἐ­μεῖς συ­νη­θί­ζου­με νά τι­μοῦ­με ἄ­νι­σα ἕ­να ἔρ­γο σέ σχέ­σι μ’ αὐ­τόν πού τό δη­μι­ούρ­γη­σε∙ καί ὅ­σο ὁ δη­μι­ουρ­γός τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρος, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη τι­μή ἀ­πο­δί­δου­με καί πρός τό ἔρ­γο. Ποιός δέν ὁ­μο­λο­γεῖ, ὅ­τι καί τήν ᾠ­δή αὐ­τή πρέ­πει νά τήν τι­μοῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τίς ἄλ­λες ᾠ­δές τῶν ἁ­γί­ων, δι­ό­τι καί ὁ δη­μι­ουρ­γός της ὑ­πῆρ­ξε μί­α παν­το­βα­σί­λισ­σα­ καί μία Μη­τέ­ρα τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ τῶν πάν­των; Ὅ­σο λοι­πόν εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἡ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τούς δού­λους τοῦ Θε­οῦ, τό­σο καί ἡ τι­μή πρός τήν ᾠ­δή, πού εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν, εἶ­ναι χρέ­ος νά ἀ­πο­δί­δε­ται ὡς ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό τίς ἄλ­λες ᾠ­δές[4].

Ὄ­χι μό­νο αὐ­τή ἡ ᾠ­δή εἶ­ναι τέ­τοια, ὅ­πως εἴ­πα­με, θαυ­μά­σι­α καί ἄ­ξι­α προ­σο­χῆς, ἀλ­λά καί ὁ και­ρός, κα­τά τόν ὁ­ποῖ­ο ὡ­ρί­σθη­κε νά ψάλ­λε­ται, ἀ­πό τούς θε­ο­φό­ρους πα­τέ­ρες, πού τα­κτο­ποι­οῦν τά θεῖ­α γρα­πτά μέ κα­λό τρό­πο, εἶ­ναι ὁ πι­ό κα­τάλ­λη­λος καί ἰ­δα­νι­κός. Ψάλ­λε­ται λοι­πόν κα­τά τό τέ­λος σχε­δόν τοῦ Ὄρ­θρου, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζη νά ζω­γρα­φί­ζε­ται πά­νω στόν ἀ­να­το­λι­κό ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἡ κρο­κο­ει­δής καί λευ­κο­φό­ρος αὐ­γή. Δι­ό­τι, ὅ­πως ἡ αὐ­γή δι­ώ­χνει τό σκο­τά­δι τῆς νύ­χτας καί προ­μη­νύ­ει τήν γλυ­κύ­τα­τη ἡ­μέ­ρα καί φέρ­νει στόν κό­σμο τόν αἰ­σθη­τό ἥ­λι­ο, ἔ­τσι καί ἡ Θε­ο­τό­κος, ἡ μυ­στι­κή αὐ­γή, ἀ­φοῦ ἔ­δι­ω­ξε τό σκο­τά­δι τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας καί ἁ­μαρ­τί­ας, προ­μή­νυ­σε τήν νο­η­τή ἡ­μέ­ρα τῶν ψυ­χῶν καί ἔ­φε­ρε στούς ἀν­θρώ­πους τόν μυ­στι­κό Ἥ­λι­ο τῆς Δι­­και­ο­σύ­νης. Γι’ αυτό καί ὁ Σο­λο­μών στό Ἆ­σμα μέ θαυ­μα­σμό φώ­να­ξε πρός αὐ­τήν∙ «Ποιά εἶναι αὐτή πού σκύβει ὅπως ὁ ὄρ­θρος;» (ᾎ­σμ. 6,9). Ἔ­τσι, γνω­ρί­ζον­τας αὐ­τά, εἶ­ναι ὥ­ρα νά ἔλ­θου­με καί στήν ἀναλυτική ἑρμηνεία[5] τῆς ᾠ­δῆς αὐ­τῆ

 


[1] Τό παν­σέ­βα­στο καί παμ­πό­θη­το καί κε­χα­ρι­τω­μέ­νο ὄ­νο­μα τῆς Μα­ρί­ας, ἐν­δε­δειγ­μέ­να καί κα­ταλ­λή­λως δό­θη­κε στήν Ἀ­ει­πάρ­θε­νο Θε­ο­τό­κο καί, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος, κα­τά πρό­γνω­σι καί θέ­λη­σι τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν προ­ω­ρι­σμέ­νη νά γί­νη Μη­τέ­ρα του. Καί ἐ­πει­δή συμ­με­τεῖ­χαν μα­ζί της στό μυ­στή­ριο τῆς ἐν­σάρ­κου Οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Θε­οῦ Λό­γου τά τρί­α αὐ­τά∙ Παν­το­δυ­να­μί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἕ­νω­σε τά δύ­ο ἄ­κρα ἀν­τι­κεί­με­να, Θε­ό καί ἄν­θρω­πο∙ Σο­φί­α, ἡ ὁ­ποί­α βρῆ­κε τόν τρό­πο, γιά νά ἑ­νώ­ση δύ­ο φύ­σεις σέ μί­α ὑ­πό­στα­σι, χω­ρίς νά μπερ­δέ­ψη τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῶν φύ­σε­ων∙ καί Ἀ­γα­θό­τη­τα, δη­λα­δή χά­ρις, ἡ ὁ­ποί­α θε­ο­ποί­η­σε τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­σι καί τήν ὑ­πε­ρύ­ψω­σε πά­νω ἀ­πό τίς οὐ­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις∙ γι’ αὐ­τό καί τό ὄ­νο­μα τῆς Μα­ρί­ας, πού ἐ­πρό­κει­το νά ὑ­πη­ρε­τή­ση σέ τό­σο με­γά­λο Μυ­στή­ριο, πε­ρι­έ­χει αὐ­τά τά τρί­α:

Πρῶ­τον λοι­πόν, τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α, πα­ρα­γό­με­νο ἀ­πό τό Ἑ­βρα­ϊ­κό ὄ­νο­μα Ἀ­ϊ­ά, πού ση­μαί­νει Κύ­ριος, ἑρ­μη­νεύ­ε­ται Κυ­ρί­α, δι­ό­τι κυ­ρι­εύ­ει καί ἐ­ξου­σιά­ζει ὅ­λα τά κτί­σμα­τα, οὐ­ρά­νια καί ἐ­πί­γεια, ὡς Μη­τέ­ρα Θε­οῦ καί κα­τά τοῦ­το ἔ­χει τήν τε­λει­ό­τη­τα τῆς δυ­νά­με­ως∙ ἐ­πει­δή τό θε­μέ­λιο τῆς κυ­ρι­ό­τη­τας εἶ­ναι ἡ δύ­να­μις καί ὅ­που ὑ­πάρ­χει κυ­ρι­ό­τη­τα καί ἐ­ξου­σί­α, ἐ­κεῖ ἐξ ἀ­νάγ­κης πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χη καί δύ­να­μις. Δεύ­τε­ρον, Μα­ρί­α ἑρ­μη­νεύ­ε­ται φω­τι­σμός, κα­τά τόν Νε­ο­και­σα­ρεί­ας Γρη­γό­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­ει∙ «Μα­ρί­α λοι­πόν ἐ­κλε­κτή, πού φω­τι­σμός ἑρ­μη­νεύ­ε­ται»∙ ἐ­πει­δή δέ ἡ Σο­φί­α ἐ­τυ­μο­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τό σῶ­ον φῶς, καί εἶ­ναι, κα­τά τόν Σο­λο­μῶν­τα, «ἀ­παύ­γα­σμα φω­τός ἀ­ϊ­δί­ου», γι’ αὐ­τό τό ὄ­νο­μα τῆς Μα­ρί­ας ἐμ­πε­ρι­έ­χει μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο τήν τε­λει­ό­τη­τα τῆς Σο­φί­ας. Τρί­τον, Μα­ρί­α ἑρ­μη­νεύ­ε­ται Πέ­λα­γος, κα­τά τόν θεῖ­ο Ἀμ­βρό­σιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­ει∙ «Πέ­λα­γος Ἐ­βρα­ϊ­στί Μα­ριάμ ἑρ­μη­νεύ­ε­ται»∙ ἀλ­λά καί στή Λα­τι­νι­κή Μά­ρια λέ­γον­ται οἱ θά­λασ­σες.

Τό δέ πέ­λα­γος καί ἡ θά­λασ­σα, εἶ­ναι σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας καί τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ, τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε ἡ Θε­ο­τό­κος∙ κα­θώς λοι­πόν ἡ θά­λασ­σα καί τό πέ­λα­γος ἐμ­πε­ρι­έ­χει πλῆ­θος ὑ­δά­των καί δέ­χε­ται ὅ­λους τούς πο­τα­μούς τῶν δω­ρε­ῶν, ὅ­που κα­τά μέ­ρος ἔ­χουν ὅ­λα τά κτί­σμα­τα νο­η­τά καί αἰ­σθη­τά, Ἄγ­γε­λοι μα­ζί καί ἄν­θρω­ποι.

Λαμ­βά­νον­τας λοι­πόν ἡ Θε­ο­τό­κος, κα­τά θεί­α πρό­γνω­σι, τό μυ­στη­ρι­ῶ­δες ὄ­νο­μα Μα­ρί­α, ἔ­λα­βε μέ αὐ­τό καί ὅ­σα συμ­βο­λι­κά ση­μαί­νουν ἀ­πό τό ὄ­νο­μά της∙ ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Πα­τέ­ρα τήν δύ­να­μι, ὡς θυ­γα­τέ­ρα αὐ­τοῦ, γιά νά ὁ­λο­κλη­ρώ­ση ὡς Μη­τέ­ρα στήν γῆ ἐ­κεῖ­νο, πού ὁ Θε­ός ὁ­λο­κλη­ρώ­νει ὡς Πα­τέ­ρας στόν οὐ­ρα­νό· ἔ­λα­βε τήν Σο­φί­α ἀ­πό τόν Υἱ­ό, ὡς Μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ, γιά νά ξέ­ρη νά συμ­φι­λι­ώ­νη τόν οὐ­ρα­νό μέ τήν γῆ καί τόν Θε­ό μέ τόν ἄν­θρω­πο∙ ἔ­λα­βε καί τήν ἀ­γα­θό­τη­τα καί χά­ρι ἀ­πό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, ὡς Νύμ­φη αὐ­τοῦ, γιά νά με­τα­δί­δη σέ ὅ­λα τά κτί­σμα­τα, οὐ­ρά­νια καί ἐ­πί­γεια, τίς πνευ­μα­τι­κές της δω­ρε­ές καί χά­ρι­τες.

Δη­λώ­νει ὅ­μως καί ἄλ­λα τό ὄ­νο­μα τῆς Μα­ρί­ας∙ δι­ό­τι τά πέν­τε στοι­χεῖ­α τοῦ ὀ­νό­μα­τος, Μα­ρί­α, ση­μαί­νουν κα­τ’ ἄλ­λους μέν, τά ἑ­ξῆς∙ τό μ Μέ­λισ­σα∙ τό α Αὐ­γή∙ τό ρ Ρά­βδο∙ τό ι Ἴ­ρι∙ καί τό α Ἄμ­πε­λο. Κα­τ’ ἄλ­λους πά­λι δη­λώ­νουν τά ἑ­ξῆς∙ τό μ τή Μα­ριάμ, τήν ἀ­δελ­φή του Μω­ϋ­σέ­ως, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ἴ­διος τύ­πος μέ τήν Θε­ο­τό­κο, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τήν παρ­θε­νί­α, ὅ­πως λέ­ει ὁ Νύσ­σης Γρη­γό­ριος, καί γι’ αὐ­τό ἔ­λα­βε προ­φη­τι­κά καί τό ὄ­νο­μά της∙ τό α ση­μαί­νει τήν Προ­φή­τι­δα Ἄν­να τήν Μη­τέ­ρα τοῦ Σα­μου­ήλ∙ τό ρ τήν ὡ­ραι­ο­τά­τη Ρα­χήλ, τό ι τήν ἀν­δρει­ό­τα­τη Ἰ­ου­δήθ∙ καί τό α τήν φρο­νι­μώ­τα­τη Ἀ­βι­γαί­α.

Ἤ σύμ­φω­να μέ  ἄλ­λους, τά στοι­χεῖ­α τοῦ ὀ­νό­μα­τος Μα­ριάμ δη­λώ­νουν τά ἑ­ξῆς∙ τό μ μό­νη∙ τό α αὐ­τή· τό ρ ρύ­σε­ται∙ τό ι ἰ­οῦ∙ τό μ μι­σο­κά­λου. Δι­ό­τι μό­νον ἡ Θε­ο­τό­κος γλύ­τω­σε τούς πάν­τες ἀ­πό τό φαρ­μά­κι τοῦ μι­σό­κα­λου δι­α­βό­λου, καί σ’ αὐ­τήν ὑ­πῆρ­χαν ὅ­λων τῶν ἀ­νώ­τε­ρων, τό­σο πραγ­μά­των, ὅ­σο καί θαυ­μα­στῶν γυ­ναι­κῶν, αὐ­τῶν πού δη­λώ­νον­ται συμ­βο­λι­κῶς ἀ­πό τό ὄ­νο­μά της, οἱ ἀ­ρε­τές καί τε­λει­ό­τη­τες. Βλέ­πε καί στήν ἀρ­χή τοῦ Νέ­ου Θε­ο­το­κα­ρί­ου, πού συλ­λέ­χθη­κε ἀ­πό ἐ­μέ­να, γιά νά μά­θης πῶς τό ὄ­νο­μα τῆς Θε­ο­τό­κου, τό Μα­ριάμ, γρα­φό­με­νο, ἀ­πο­τε­λεῖ σχῆ­μα τε­τρα­γώ­νου καί κύ­κλου καί χια­στοῦ, καί πῶς οἱ λό­γοι αὐ­τῶν τῶν σχη­μά­των προ­σαρ­μό­ζον­ται στήν Θε­ο­τό­κο.

[2] Πράγ­μα­τι, τό­τε ἦ­ταν νά γνω­ρί­ση κα­νείς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο τόν λό­γο ἐ­κεῖ­νο τοῦ Προ­φή­τη Δα­βίδ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε∙ «Ἡ μία ἡ­μέ­ρα διακηρύττει λόγο στήν ἑπόμενη ἡ­μέ­ρα, καί ἡ μία νύκτα διακηρύττει στήν ἑπόμενη νύκτα τήν γνῶσι γιά τήν δημουργία τοῦ Θεοῦ» (Ψαλμ. 18,2). Σύμφωνα λοιπόν μέ κά­ποιους ἑρ­μη­νευ­τές, στήν περίπτωσι τῆς Θε­ο­τό­κου καί τῆς Ἐ­λι­σά­βετ, καί στήν περίπτωσι τοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ Προ­δρό­μου ἀλ­λη­γο­ρεῖ­ται τό ρη­τό αὐ­τό χα­ρι­έ­στα­τα καί γλα­φυ­ρώ­τα­τα∙ «ἡ­μέ­ρα γάρ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­ρεύ­γε­ται ρῆ­μα»∙ βε­βαί­ως ἡ Θε­ο­τό­κος στήν Ἐ­λι­σά­βετ ἀ­πέ­δω­σε τόν συ­νη­θι­σμέ­νο ἀ­σπα­σμό καί χαι­ρε­τι­σμό∙ καί ἀν­τίστροφα ἡ Ἐ­λι­σά­βετ στήν Θε­ο­τό­κο∙ ἡ­μέ­ρα λοι­πόν ἦ­ταν ἡ κά­θε μί­α, βε­βαί­ως φαι­νό­ταν ξε­κά­θα­ρη στούς ἀν­θρώ­πους, κα­θώς εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρη καί ἡ ἡ­μέ­ρα∙ «νύξ νυ­κτί ἀ­ναγ­γέλ­λει γνῶ­σιν»∙ ὅ­πως βε­βαί­ως ὁ Χρι­στός στήν κοι­λιά τῆς Παρ­θέ­νου, ὅ­που κρυμ­μέ­νος μέ­σα σέ σκο­τει­νή νύ­χτα, ἐ­νη­μέ­ρω­σε τόν Πρό­δρο­μο, ὅ­που καί αὐ­τός βρι­σκό­ταν μέ­σα στήν κοι­λιά τῆς Ἐ­λι­σά­βετ, κρυμ­μέ­νος μέ­σα σέ σκο­τει­νή νύ­χτα, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ∙ ἀ­πό ὅ­που καί ὁ Πρό­δρο­μος μέ­σα ἀ­πό τήν κοι­λιά, μό­λις γνώ­ρι­σε τήν πα­ρου­σί­α Του, ἀ­πό τή χα­ρά του σκίρ­τη­σε καί τρό­πον τι­νά, καί μέ πό­δια καί μέ χέ­ρια Τόν ἔ­δει­χνε μέ τό δά­κτυ­λό του καί ἔ­λε­γε∙ «Ἴ­δε ὁ ἀ­μνός τοῦ Θε­οῦ, ὁ αἴ­ρων τήν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου» ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἀ­έ­τι­ος. Για­τί ὅ­μως σκίρ­τη­σε πρῶ­τα καί ἔ­πει­τα προ­φή­τευ­σε; Ἐ­πει­δή, κα­τά τόν Θε­ο­φύ­λα­κτο, ὅ­πως οἱ προ­φῆ­τες, κα­θώς λέ­νε, πρῶ­τα ἐν­θου­σι­ά­ζον­ταν ἀ­πό τό Πνεῦ­μα καί ἔ­πει­τα προ­φή­τευ­αν∙ ἔ­τσι λοι­πόν καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης, πρῶ­τα σκίρ­τη­σε, κατά κάποιον τρόπο ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος, καί ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νά προ­φη­τεύη μέ τό στόμα τῆς Μη­τέρας του.

[3] Προ­σθέ­τει δέ ὁ σο­φός Νι­κη­φό­ρος Ξαν­θό­που­λος, στήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ τρο­πα­ρί­ου «τῆς Τι­μι­ω­τέ­ρας», τόν μυ­στι­κό αὐ­τό λό­γο καί τήν αἰ­τί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἐ­νά­τη ἡ ᾠ­δή αὐ­τή τῆς Θε­ο­τό­κου, δη­λα­δή, γιά νά φα­νῆ συμ­βο­λι­κά μέ­σῳ τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἐν­νέ­α, ὅ­τι ἡ Θε­ο­μή­τωρ τόν Ἕνα της Τρι­ά­δος γέν­νη­σε∙ ἐ­πει­δή ὁ ἀ­ριθ­μός τρί­α, πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­τας τόν ἑ­αυ­τό του, γεν­νᾶ τόν ἐν­νέ­α∙ ἀ­φοῦ τρεῖς φο­ρές τό τρί­α κά­νει ἐν­νέ­α, καί ἀν­τι­στρό­φως, ὁ ἀ­ριθ­μός ἐν­νέ­α πε­ρι­έ­χει τρεῖς φο­ρές τόν ἀ­ριθ­μό τρί­α. Εἶ­ναι μά­λι­στα καί νά ἀ­πο­ρῆ κα­νείς καί γιά τό για­τί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μοί­ρα­σε αὐ­τήν τήν ᾠ­δή σέ ἕ­ξι στί­χους, κα­θώς τήν ψάλ­λει; Καί ἀ­πο­κρι­νό­μα­στε, ὅ­τι γιά νά φα­νῆ συμ­βο­λι­κά μέ­σῳ τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἕ­ξι, ὅ­τι ἡ Θε­ο­τό­κος γέν­νη­σε τόν Θε­ό Λό­γο, αὐ­τόν τόν ὁ­ποῖ­ον σέ ἕ­ξι μέ­ρες δη­μι­ούρ­γη­σε τόν κό­σμο.

[4] Ση­μει­ώ­νου­με λοι­πόν κι αὐ­τό ἐ­δῶ ὡς ἄ­ξιο, γιά νά ἀ­κου­σθῆ, ὅ­τι μα­ζί μέ τούς ἕ­ξι στί­χους τῆς ἐ­νά­της αὐ­τῆς ᾠ­δῆς τῆς Θε­ο­τό­κου, ὡ­ρί­σθη­κε ἀ­πό τήν ἐκ­κλη­σί­α νά ψάλ­λε­ται ἕ­ξι φο­ρές καί τό γλυ­κύ­τα­το καί κο­σμο­πό­θη­το τρο­πά­ριο «Τήν τι­μι­ω­τέ­ραν» (γιά ὅ­ποι­ες μέ­ρες δη­λα­δή αὐ­τή στι­χο­λο­γεῖ­ται) καί ὄ­χι ἄλ­λο τρο­πά­ριο· αἰ­τί­α αὐ­τοῦ εἶ­ναι τά πα­ρα­κά­τω∙ Πρῶ­τον, ἐ­πει­δή ὁ θε­σπέ­σιος δη­μι­ουρ­γός αὐ­τοῦ Κο­σμᾶς τό με­λο­ποί­η­σε στήν ἐ­νά­τη ᾠ­δή τοῦ Τρι­ω­δί­ου τῆς με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ῆς, μέ γλυ­κό καί χα­ρι­έ­στα­το μέ­λος καί μέ με­γά­λα καί ψη­λά καί μέ νο­ή­μα­τα καί ἐγ­κώ­μια, πού πραγ­μα­τι­κά ται­ριά­ζουν στήν Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ, γιά νά πα­ρη­γο­ρή­ση μ’ αὐ­τά τήν Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α τό­τε λυ­πό­ταν καί θλι­βό­ταν ὑ­περ­βο­λι­κά γιά τό πά­θος τοῦ παμ­φιλ­τά­του καί γλυ­κυ­τά­του Υἱ­οῦ της. Ὁ­πό­τε, γιά νά φα­νῆ, ὅ­τι τό τρο­πά­ριο αὐ­τό εἶ­ναι προ­σαρ­μο­σμέ­νο στήν ἐ­νά­τη ᾠ­δή τῆς Θε­ο­τό­κου, γι’ αὐ­τό στό τέ­λος αὐ­τοῦ ἀ­να­φέ­ρε­ται ἡ ἀρ­χή τῆς ᾠ­δῆς∙ τό «με­γα­λύ­νο­μεν», πού πε­ρι­έ­χε­ται στό τρο­πά­ριο τῆς Τι­μι­ω­τέ­ρας, δα­νεί­στη­κε ἀ­πό τό «Με­γα­λύ­νει ἡ ψυ­χή μου τόν Κύ­ριον». Δεύ­τε­ρον, δι­ό­τι τό­ση με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά καί ἀ­ρέ­σκεια καί εὐ­χα­ρί­στη­σι ἔ­λα­βε ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος στό τρο­πά­ριο αὐ­τό, ὥ­στε ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἀ­μέ­σως στόν ἱ­ε­ρό Κο­σμᾶ καί, μέ πρό­σω­πο γε­μᾶ­το ἀ­πό χά­ρι καί φαι­δρό­τη­τα, τόν εὐ­χα­ρί­στη­σε, λέ­γον­τάς του, ὅ­τι στόν ὕ­μνο αὐ­τό ἀ­να­παύ­ε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἀ­π’ ὅ,­τι σ’ ὅ­λους τούς ἄλ­λους ὕ­μνους. Καί ὅ­τι ὅ­που ψάλ­λε­ται αὐ­τός ὁ ὕ­μνος, ἐ­κεῖ καί αὐ­τή θά βρί­σκε­ται μυ­στη­ρι­ω­δῶς μέ­σῳ τῆς θεί­ας δύ­να­μης, καί θά ἀν­τα­πο­δί­δη τίς εὐ­λο­γί­ες σέ ὅ­λους αὐ­τούς πού τήν εὐ­λο­γοῦν, κα­θώς καί πράγ­μα­τι πολ­λοί κα­θα­ροί καί θε­ω­ρη­τι­κοί ἄν­δρες εἶ­δαν τήν Θε­ο­τό­κο, κα­τά τήν ὥ­ρα τῆς ἐ­νά­της ᾠ­δῆς, νά βρί­σκε­ται πα­ροῦ­σα, ὅ­πως ἔ­χει ὑ­πο­σχε­θῆ, καί νά εὐ­λο­γῆ αὐ­τούς πού τήν εὐ­λο­γοῦν, καί αὐ­τούς πού ψάλ­λουν τήν ᾠ­δή της μα­ζί μέ «τήν Τι­μι­ω­τέ­ρα». Ἔ­τσι λοι­πόν, φαι­νο­με­νι­κά μό­νο ἦ­ταν δη­μι­ουρ­γός τοῦ τρο­πα­ρί­ου τῆς Τι­μι­ω­τέ­ρας ὁ ἱ­ε­ρός Κο­σμᾶς. Δι­ό­τι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἡ Θε­ο­τό­κος, πού τοῦ ἐ­νέ­πνε­ε μέ μυ­στι­κό τρό­πο τά νο­ή­μα­τα καί προ­σάρ­μο­ζε τήν με­λῳ­δί­α καί χει­ρα­γω­γοῦ­σε τό χέ­ρι καί τό κα­λά­μι αὐ­τοῦ πού τό ἔ­γρα­φε. Γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο καί μέ ἀ­κά­λυ­πτα κε­φά­λια, μέ φό­βο καί εὐ­λά­βεια ψάλ­λου­με, πα­ρο­μοί­ως μέ τήν ᾠ­δή τῆς Θε­ο­τό­κου, σάν νά εἶ­ναι πα­ροῦ­σα καί τήν βλέ­που­με νο­ε­ρά καί μᾶς εὐ­λο­γεῖ αὐ­τή ἡ Θε­ο­μή­τωρ, πού ὑ­μνεῖ­ται ἀ­πό ἐ­μᾶς, κα­θώς ὅ­λα αὐ­τά τά δι­η­γεῖ­ται μέ ἕ­ναν κομ­ψό­τα­το καί γλα­φυ­ρώ­τα­το ἑλ­λη­νι­σμό ὁ σο­φός Νι­κη­φό­ρος Ξαν­θό­που­λος, γρά­φον­τας πρός τόν Νε­ό­φυ­το ἀ­πό τήν Ὁ­δη­γή­τρια, καί ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τό τρο­πά­ριο τῆς Τι­μι­ω­τέ­ρας.

Εἶ­ναι δέ συ­νή­θεια νά ψάλ­λε­ται με­τά τήν Ἐ­νά­τη, ὅ­ταν δέν εἶ­ναι δο­ξο­λο­γού­με­νος ὁ Ἅ­γιος τῆς ἡ­μέ­ρας, καί τό Ἄ­ξιόν ἐ­στιν, ἀ­μέ­σως με­τά ἀ­πό τήν Τι­μι­ω­τέ­ρα ἑ­νω­μέ­νο, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τοῦ θαύ­μα­τος, πού ὑ­πῆρ­ξε στό Ἁ­γι­ώ­νυ­μο Ὄ­ρος τοῦ Ἄ­θω­να, σέ ἕ­να κελ­λί τῆς Ἱ. Μ. Παν­το­κρά­το­ρος, ὅ­που ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ἀρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ καί τό ἔ­ψα­λε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­μή­το­ρος. Βρί­σκε­ται λοι­πόν αὐ­τό τό θαῦ­μα γραμ­μέ­νο στό τέ­λος τοῦ νέ­ου Μαρ­τυ­ρο­λο­γί­ου καί, ὅ­ποι­ος θέ­λει, ἄς τό δι­α­βά­ση.

[5] Τήν ᾠ­δή αὐ­τή τῆς Θε­ο­τό­κου πο­λύ σύν­το­μα ἑρ­μή­νευ­σε ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ὁ Νε­ο­και­σα­ρεί­ας, ὁ ὀ­νο­μα­ζό­με­νος καί θαυ­μα­τουρ­γός, στόν λό­γο του γιά τόν Εὐ­αγ­γε­λι­σμό τῆς Θε­ο­τό­κου. Λέ­ει λοι­πόν γι’ αὐ­τήν τά ἑ­ξῆς∙ «Ὡ­ραῖ­α βλέ­που­με καί τά λό­για αὐ­τά λαμ­πρά τῆς στεί­ρας (αὐ­τά τῆς Ἐ­λι­σά­βετ δη­λα­δή), τά ὁ­ποῖ­α εἶ­πε πρός τήν Θε­ο­τό­κο, λέ­γον­τας∙ «Εὐ­λο­γη­μέ­νη σύ ἐν γυ­ναι­ξί, καί εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ καρ­πός τῆς κοι­λί­ας σου»∙ ἀ­κό­μη πι­ό λαμ­πρή πά­λι ἡ ἁ­γί­α Παρ­θέ­νος φώ­να­ξε λό­για καί ᾠ­δή εὐ­χα­ρι­στί­ας καί εὐ­ω­δί­ας καί λό­για γε­μᾶ­τα ἀ­πό θε­ο­λο­γί­α, ἀ­να­θέ­τον­τάς τα στόν Θε­ό με­τά ἀ­πό τά πα­λιά ἀ­νέ­φε­ρε τά νέ­α, με­τά ἀ­πό αἰ­ῶ­νες κή­ρυ­ξε αὐ­τά πού ἔ­φε­ρε ἡ συν­τέ­λεια τῶν αἰ­ώ­νων, μέ λί­γα λό­για ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­σε τά μυ­στή­ρια τοῦ Χρι­στοῦ∙ «Με­γα­λύ­νει ἡ ψυ­χή μου τόν Κύ­ριον», καί τά ἐ­πό­με­να