Ο ΕΥ­ΛΟ­ΓΗ­ΜΕ­ΝΟΣ Ο­ΣΙΟΣ ΠΡΟ­ΚΟ­ΠΙΟΣ

ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙ­Ο Β΄.

Ο ΕΥ­ΛΟ­ΓΗ­ΜΕ­ΝΟΣ

Ο­ΣΙΟΣ ΠΡΟ­ΚΟ­ΠΙΟΣ

(8 Ἰ­ου­λί­ου 1303).

 

Ὁ Ὅ­σιος Προ­κό­πιος ἦ­ταν ἕ­νας πλού­σιος ἔμ­πο­ρος, ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὸς στὴν ὁ­μο­λο­γί­α. Γεν­νή­θη­κε στὸ Λοῦμ­πεγκ τῆς Φι­λαν­δί­ας καὶ ἔ­κα­νε ἐμ­πό­ριο στὸ Νόβ­γκο­ροντ τῆς Ρωσ­σί­ας κά­τω ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α τοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ συν­δέ­σμου τῆς ἐ­πο­χῆς. Τὸν ὅ­σιο ἄγ­γι­ξαν βα­θιὰ οἱ δι­δα­σκα­λί­ες τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἀρ­νή­θη­κε τὸν πα­πι­σμὸ καὶ βα­φτί­στη­κε ὀρ­θό­δο­ξος. Ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος λοι­πὸν ἀ­πὸ τὰ ἀ­σκη­τι­κὰ ὀρ­θό­δο­ξα ἰ­δε­ώ­δη, μοί­ρα­σε τὰ πλού­τη του στοὺς φτω­χοὺς καὶ κοι­νο­βί­α­σε στὴ Μο­νὴ Κι­ου­τὶν κον­τὰ στὸ Νόβ­γκο­ροντ. Ἀ­φοῦ ὡ­ρί­μα­σε στὴν ὑ­πα­κο­ὴ καὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἁ­γνό­τη­τα γιὰ ἀρ­κε­τὸ και­ρό, ἄ­φη­σε τὸ μο­να­στῆ­ρι καὶ ἀ­να­χώ­ρη­σε γιὰ τὸ Με­γά­λο Οὔ­στιουγκ ὅ­που ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ δρό­μο τῆς σα­λό­τη­τας γιὰ τὸν Χρι­στό.

Τὸ Οὔ­στιουγκ ἦ­ταν μί­α πόλη μέ μισό πληθυσμό Φι­λαν­δούς και πολ­λὲς ὀρ­θό­δο­ξες ἐκ­κλη­σί­ες. Ὁ κα­θε­δρι­κὸς να­ὸς ἦ­ταν ἕ­να ψη­λὸ ξύ­λι­νο οἰ­κο­δό­μη­μα μὲ ἕ­να με­γά­λο ἐ­ξώ­στη. Ὁ Ὅ­σιος Προ­κό­πιος δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸν ἐ­ξώ­στη σὰν κα­τα­φύ­γιο γιὰ τὸ βρά­δυ. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας περ­πα­τοῦ­σε στὴν πό­λη σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­νας δι­α­νο­η­τι­κὰ κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος καὶ ὑ­πό­με­νε χλευα­σμούς, ἐ­πι­πλή­ξεις καὶ γρον­θο­κο­πή­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς ἄ­σπλα­χνους συμ­πο­λῖ­τες του. Τὰ παι­διὰ τῆς πό­λης τὸν χλεύ­α­ζαν, ἀλ­λὰ καὶ οἱ με­γα­λύ­τε­ροι ποὺ εἶ­χαν νο­η­μο­σύ­νη δὲν συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν κα­λύ­τε­ρα ἀ­πέ­ναν­τί του. Ὅ­ταν σου­ρού­πω­νε κρυ­βό­ταν στὸν ἐ­ξώ­στη τοῦ Κα­θε­δρι­κοῦ να­οῦ. Ἐ­κεῖ ἀ­γρυ­πνοῦ­σε ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Προ­σευ­χό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα θερ­μὰ γιὰ ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ τὸν εἶ­χαν βλά­ψει, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας τὴν φι­λεύ­σπλα­χνη προ­σευ­χὴ τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου: «Πα­τέρ, ἄ­φες αὐ­τοῖς, οὐ γὰρ οἴ­δα­σι τί ποι­οῦ­σι» (Λουκ.κγ΄, 34).

Ὅ­ταν ὁ ὅ­σιος κου­ρα­ζό­ταν, συ­νή­θως ἔ­πε­φτε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ σὲ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ κο­πριά, μί­α πέ­τρα ἢ καί στὸ γυ­μνὸ ἔ­δα­φος ἀκόμη. Τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν μό­νο κου­ρέ­λια καὶ αὐ­τὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ ὑ­πο­μέ­νει τὸ ἀ­πί­στευ­το κρύ­ο τοῦ ρω­σι­κοῦ βορ­ρᾶ. Δε­χό­ταν τρο­φή μό­νο ἀ­πὸ τοὺς θε­ο­σε­βού­με­νους φτωχούς και δὲν ἔ­παιρ­νε τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς πλου­σί­ους. Ὁ μο­να­δι­κὸς πραγ­μα­τι­κός του φί­λος ἦ­ταν ὁ μογ­γο­λι­κῆς κα­τα­γω­γῆς εἰ­σπρά­κτο­ρας φό­ρων Ἰβάν Μπάγ­κα καὶ ἡ σύ­ζυ­γός του Μα­ρί­α.

Στὴν προ­η­γού­με­νη ζω­ὴ του πρὶν νὰ γνω­ρι­στοῦν, ὁ Ἰβάν εἶ­χε ζή­σει πο­λὺ ἁ­μαρ­τω­λά. Εἶ­χε ἀ­πα­γά­γει τὴν Μα­ρί­α, κό­ρη ἑ­νὸς ντό­πιου, καὶ τὴν πί­ε­σε νὰ γί­νει παλ­λα­κί­δα του. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐ­πιρ­ρο­ὴ τοῦ ὁ­σί­ου, πάν­τως, ὁ Ἰβάν ἀ­σπά­στη­κε τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, βα­πτί­στη­κε καὶ παν­τρεύ­τη­κε τὴν Μα­ρί­α. Τε­λι­κά, οἱ ἄν­θρω­ποι συμ­φι­λι­ώ­θη­καν μα­ζί του καὶ ὁ Ἰβάν ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ὴ του ζών­τας ἔν­τι­μα μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του. Τὸσο εὐ­λα­βεῖς ἔγιναν ποὺ ἔ­χτι­σαν δί­πλα τους μί­α ἐκ­κλη­σί­α πρὸς τι­μὴν τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου.

Ὁ Ὅ­σιος Προ­κό­πιος με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­πι­σκε­φτό­ταν τὸν Ἰβάν καὶ τὴν Μα­ρί­α ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἐ­πέ­τρε­ψε στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὶς ἀ­νέ­σεις ποὺ τοῦ προ­σέ­φε­ραν. Ὁ πνευ­μα­τι­κός του ἦ­ταν ὁ ἐ­νά­ρε­τος Κυ­πρια­νός, ὁ κτή­τωρ τῆς Μο­νῆς τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων τοῦ Οὔ­στιουγκ, ἀλ­λὰ οὔ­τε σὲ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος ἀ­να­παύ­θη­κε πο­τὲ ὁ ὅ­σιος.

Ὁ συγκεκριμένος διὰ Χρι­στὸν σα­λὸς ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ἀ­πὸ τοὺς εὐ­λο­γη­μέ­νους σα­λοὺς τοῦ βορ­ρᾶ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε σα­λό­τη­τα μέ­σα στὸν κό­σμο. Μι­μή­θη­κε κα­τὰ πο­λὺ τὸν Ἅ­γιον Ἀν­δρέ­α Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, τὸν πιὸ γνω­στὸ ἀ­πὸ ὅ­λους τούς διὰ Χρι­στὸν σα­λούς. Εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το ὅ­τι με­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα στὴ ζω­ὴ τοῦ ὁ­σί­ου Προ­κο­πί­ου ἦ­ταν σχε­δὸν πα­νο­μοι­ό­τυ­πα μὲ τὴν ζω­ὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­α. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἀ­κό­λου­θο πε­ρι­στα­τι­κό:

Μιὰ πο­λὺ πα­γε­ρὴ νύ­κτα, ἡ δυ­να­τὴ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα μά­ζε­ψε πά­νω στὶς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν σω­ροὺς ἀ­πὸ χι­ό­νι. Τὸ κρύ­ο ἦ­ταν τό­σο ἔν­το­νο, ποὺ τὰ που­λιὰ ἐ­νῷ πε­τοῦ­σαν ἔ­πε­φταν νε­κρὰ στὴ γῆ. Ἀ­κό­μη καὶ τὰ ζῷ­α καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι πά­γω­ναν. Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ φαν­τα­στεῖ πό­σο θλι­βε­ρὸ ἦ­ταν γιὰ τὸν σχε­δὸν γυ­μνὸ Προ­κό­πιο, ποὺ συ­νή­θως πέρ­να­γε τὶς νύ­χτες του στὸν ἐ­ξώ­στη τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ να­οῦ. Τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο προ­σπά­θη­σε νὰ μπεί στὴ κα­λύ­βα κά­ποι­ων φτω­χῶν ἀν­θρώ­πων προ­κει­μέ­νου νὰ ζε­στα­θεῖ λί­γο, ἀλ­λὰ αὐ­τοὶ τὸν ἔ­δι­ω­ξαν μα­κριὰ καὶ ἀμ­πά­ρω­σαν τὴν πόρ­τα. Ὁ τα­λαί­πω­ρος σα­λὸς πῆ­γε σὲ ἕ­να ὑ­πό­στε­γο μὲ με­ρι­κὰ σκυ­λιὰ ποὺ εἶ­χαν στρι­μω­χτεῖ στὴ γω­νί­α. Κά­θι­σε κά­τω κον­τὰ στὰ σκυ­λιὰ προ­κει­μέ­νου νὰ ζε­στα­θεῖ ἀ­πὸ αὐ­τά, ἀλ­λὰ τὰ σκυ­λιὰ ση­κώ­θη­καν καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀ­πὸ αὐ­τόν.

Ὁ πο­λυ­βα­σα­νι­σμέ­νος ἀ­γω­νι­στής, βλέ­πον­τας πὼς ὄ­χι μό­νο οἱ ἄν­θρω­ποι ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἴ­δια τὰ ζῷ­α τὸν πε­ρι­φρο­νοῦ­σαν, μο­νο­λό­γη­σε: «Εὐ­λο­γη­τὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, τώ­ρα καὶ πάν­τα καὶ στοὺς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων» καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε στὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μέ­ρος του, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ θά­να­το. Τρέ­μον­τας μὲ ρί­γη σὲ κά­θε φύ­ση­μα τοῦ ἀ­έ­ρα, προ­σευ­χό­ταν στόν Θε­ὸ, ὅταν ξαφ­νι­κὰ αἰ­σθάν­θη­κε μιὰ θαυ­μά­σια ζε­στα­σιά. Κοι­τά­ζον­τας πρὸς τὰ πά­νω, εἶ­δε ἕ­να ἄγ­γε­λο μὲ ἕ­να ὄ­μορ­φο κλα­δὶ στὰ χέ­ρια νὰ στέ­κε­ται μπρο­στὰ του. Ὁ οὐ­ρά­νιος ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρος ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πο τοῦ ὁ­σί­ου Προ­κο­πί­ου μὲ τὸ κλα­δὶ καὶ μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ζε­στα­σιὰ πε­ρι­έ­βα­λε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σῶ­μα του.

Τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο ση­μεῖ­ο τοῦ ὁσίου ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη πέ­τρα στὴν ἀ­κτὴ τοῦ πο­τα­μοῦ Σουκ­χό­να. Ἐ­δῶ, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα ποὺ ἔ­πλε­αν ἀ­πὸ μπρο­στά του, προ­σευ­χό­ταν γιὰ κεί­νους ποὺ ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὴν ζω­ή τους στὰ στοι­χεῖ­α τῆς φύ­σης.

Γιὰ αὐ­τοὺς τοὺς με­γά­λους ἀ­σκη­τι­κούς του ἀ­γῶ­νες, ὁ Θε­ὸς τὸν εὐ­λό­γη­σε μὲ τὸ χά­ρι­σμα τῆς προ­φη­τεί­ας καὶ τῶν θαυ­μά­των. Ἔτσι μιὰ Κυ­ρια­κή, ὁ ὅ­σιος εἶ­πε στὸ ἐκ­κλη­σί­α­σμα: «Με­τα­νο­ῆ­στε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες σας, ἀ­δελ­φοί! Βι­α­στεῖ­τε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σε­τε τὸν Θε­ὸ μὲ νη­στεί­α καὶ προ­σευ­χές, ἀλ­λι­ῶς ἡ πό­λη θὰ κα­τα­στρα­φεῖ ἀ­πὸ ἕ­να φλο­γε­ρὸ χα­λά­ζι»! Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τούς πιστούς ποὺ τὸν ἄ­κου­σαν τὸν χλεύ­α­ζαν. Με­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α, ὁ ὅ­σιος κά­θι­σε στὸν ἐ­ξώ­στη καὶ θρη­νοῦ­σε ὅ­λη τὴ μέ­ρα καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ τὸν ρώ­τη­σαν για­τί θρη­νοῦ­σε τό­σο πο­λύ καί αὐτός ἀ­πάν­τη­σε: «Ἀ­γρυ­πνεῖ­τε καὶ προ­σεύ­χε­στε γιὰ νὰ μὴν πέ­σε­τε σὲ πει­ρα­σμό»! Ἀλ­λὰ καί αὐ­τὸ του τὸ κή­ρυγ­μα, πα­ρέ­με­ινε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το. Τὴν τρί­τη μέ­ρα, κα­θὼς πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὴν πό­λη, ὁ δα­κρυ­σμέ­νος Προ­κό­πιος ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: «Κλᾶψ­τε φί­λοι! Θρη­νεῖ­τε μὲ τὶς προ­σευ­χές σας∙ προ­σευ­χη­θεῖ­τε γιὰ νὰ μὴν πα­ρα­δο­θεῖ­τε σὲ πει­ρα­σμό, μὴ τυ­χὸν ὁ Κύ­ριος σᾶς κα­τα­στρέ­ψει ὅ­πως τὰ Σό­δο­μα καὶ τὰ Γό­μα­ρα, ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν σας». Ὅ­μως, οἱ κά­τοι­κοι τοῦ Οὔ­στιουγκ μὲ τί­πο­τε δὲν πρό­σε­χαν τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου σα­λοῦ. Μιὰ ἑ­βδο­μά­δα με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ ὁ­σί­ου, ἕ­να μαῦ­ρο σύν­νε­φο ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Σὰν πλη­σί­α­ζε τὴν πό­λη με­γά­λω­νε σὲ μέ­γε­θος ἀπό λε­πτὸ σέ λε­πτὸ ἕ­ως ὅ­του τε­λι­κά, ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο μαῦ­ρο σύν­νε­φο κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λη τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἀ­στρα­πὲς ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ αὐ­τὸ σὰν φλο­γε­ρὲς ἀ­κτῖ­νες. Μιὰ σφο­δρὴ κα­ται­γί­δα ξέ­σπα­σε καὶ οἱ βρον­τὲς της γέ­μι­σαν τὸν ἀ­έ­ρα. Οἱ τοῖ­χοι τῶν κτι­ρί­ων κου­νή­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς κρό­τους τῆς κα­ται­γί­δας. Οἱ φω­νὲς τῶν ἀν­θρώ­πων δὲν ἀ­κού­γον­ταν ἀ­πὸ τοὺς ἐκ­κω­φαν­τι­κοὺς ἤ­χους. Ξαφ­νι­κά, οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λης συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ τὶς προ­ει­δο­ποι­ή­σεις τοῦ ὁ­σί­ου καὶ ἔ­τρε­ξαν στὸν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ τῆς Θε­ο­τό­κου. Ὁ ὅ­σιος ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­κεῖ, προ­σευ­χό­με­νος με­τὰ δα­κρύ­ων μπρο­στὰ στὴν εἰ­κό­να τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὴν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο ὅ­πως με­σι­τεύ­σει στὸν Χρι­στὸ γιὰ αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­χαν ἁ­μαρ­τή­σει. Οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λης ἄρ­χι­σαν νὰ προ­σεύ­χον­ται μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ καὶ νὰ με­τα­νο­οῦν γιὰ τὶς πρά­ξεις τους. Τό­τε ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ὸς ἕ­να με­γά­λο θαῦ­μα: εὐ­ω­δια­στὸ μύ­ρο ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Τὸ ἄ­ρω­μά του γέ­μι­σε ὅ­λη τὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ὁ ἀ­έ­ρας ἄλ­λα­ξε. Ἡ ἀ­σφυ­κτι­κὴ πνι­γη­ρό­τη­τα ἔ­φυ­γε καὶ τὸ σύν­νε­φο τῆς κα­ται­γί­δας μὲ τὶς ἀ­στρα­πὲς ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Μα­θεύ­τη­κε ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­τι κόκ­κι­νες καυ­τὲς πέ­τρες εἶ­χαν πέ­σει μα­ζὶ μὲ τὸ χα­λά­ζι σὲ μιὰ κον­τι­νὴ δα­σι­κὴ κοι­λά­δα σπά­ζον­τας ὅ­λα σχε­δὸν τὰ δέν­τρα. Πάν­τως, οὔ­τε ἄν­θρω­ποι οὔ­τε ζῷ­α πλη­γώ­θη­καν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν κα­ται­γί­δα. Ἐν τῷ με­τα­ξύ, τό­σο πο­λὺ μύ­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να ποὺ οἱ ἱ­ε­ρεῖς γέ­μι­σαν πολ­λὰ δο­χεῖ­α καὶ οἱ ἄρ­ρω­στοι ποὺ χρί­στη­καν μὲ αὐ­τὸ θε­ρα­πεύ­τη­καν ἀ­πὸ τίς πα­θή­σεις τους.

Μετά ἀπό αὐτό το θαυματουργικό περιστατικό ὁ ὅ­σιος Προ­κό­πιος συ­νέ­χι­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου σα­λοῦ ὅ­πως καὶ πρίν. Μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πο­κρι­τὴ τρέ­λα, ἔ­κρυ­βε ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν Θεί­α Χά­ρη ποὺ κα­τοι­κοῦ­σε σὲ αὐ­τόν. Εἶ­χε τὸ δι­κό του σα­λὸ τρό­πο νὰ βο­η­θά­ει καὶ νὰ προ­ει­δο­ποι­εῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Λόγου χάρη, συ­νή­θι­ζε νὰ με­τα­φέ­ρει τρί­α μι­κρὰ ἀρ­τί­δια στὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ὅ­τι ὅ­ταν τὰ κου­βα­λοῦ­σε μὲ τὴν κα­νο­νι­κή τους ὄ­ψη, τό­τε ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ θὰ εἶ­χαν κα­λὴ συγ­κο­μι­δή, ἀλ­λὰ ἂν τὰ κου­βα­λοῦ­σε μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ἀ­νά­πο­δα, τό­τε θὰ ὑ­πῆρ­χε ἀ­νε­πάρ­κεια σὲ ὅ­λα.

Ὁ ὅ­σιος κοι­μή­θη­κε σὲ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α, στις 8 Ἰουλίου τοῦ 1303 μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς πύ­λες τῆς Μο­νῆς τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων. Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α του, τὸ σκή­νω­μά του ἐν­τα­φι­ά­στη­κε στὴν ἀ­κτὴ τοῦ πο­τα­μοῦ Σουκ­χό­μα κον­τὰ στὸν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ τῆς Κοι­μή­σε­ως. Ἡ με­γά­λη πέ­τρα πά­νω στὴν ὁ­ποί­α κα­θό­ταν συ­χνὰ κον­τὰ στὸν πο­τα­μό, προ­σευ­χό­με­νος γιὰ κεί­νους ποὺ ἔ­πλε­αν, το­πο­θε­τή­θη­κε πά­νω στὸν τά­φο του.

Τὸ 1458, κά­ποι­ος ἐ­π’ ὀ­νό­μα­τι Ἰβάν, ᾖρ­θε ἀ­πὸ τὴν Μό­σχα στὸ Οὔ­στιουγκ. Εἶ­χε μί­α ἁ­γι­ο­γρα­φη­μέ­νη εἰ­κό­να τοῦ Ὁ­σί­ου καὶ ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε ἕ­να μι­κρὸ πα­ρεκ­κλῆ­σι πά­νω ἀ­πὸ τὸν τά­φο του, το­πο­θέ­τη­σε τὴν εἰ­κό­να μέ­σα στὸ πα­ρεκ­κλῆ­σι γιὰ προ­σκύ­νη­μα. Σύν­το­μα ἄρ­χι­σαν μὲ τὶς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου νὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται πολ­λὰ θαύ­μα­τα.

Τὸ 1471, στρα­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν πό­λη, ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν σὲ μί­α ἐκ­στρα­τεί­α, προ­σβλή­θη­καν ἀ­πὸ μί­α ἐ­πι­δη­μί­α. Ὁ ὅ­σιος Προ­κό­πιος ἐμ­φα­νί­στη­κε σὲ πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς στρα­τι­ῶ­τες μὲ τὴ ὑ­πό­σχε­ση νὰ τοὺς βο­η­θή­σει ἐ­νάν­τια στὴν τρο­με­ρὴ ἐ­πι­δη­μί­α. Με­τὰ τὴν ἐκ­στρα­τεί­α οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­χτι­σαν μί­α με­γά­λη ἐκ­κλη­σί­α πά­νω ἀ­πὸ τὸν τά­φο τοῦ ὁ­σί­ου καὶ οἰ­κο­δό­μη­σαν μί­α ἐ­πι­τύμ­βια στή­λη πά­νω στὴν ὁ­ποί­α το­πο­θέ­τη­σαν μί­α εἰ­κό­να του σὲ ἀ­νά­μνη­ση τῆς προ­στα­σί­ας του.