Αἱ πλάναι τῶν Ἰεχωβιτῶν περὶ τὴν Θεότητα τοῦΚυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
(1ον)
Ἐπὶ τῇ συμπληρώσει ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὴν κοίμησιντοῦ πΓεωργίου Καψάνη παραθέτομεν ἀπὸ τὸβιβλίον του «Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΙΣΤΙΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙΠΛΑΝΕΣ ΤΩΝ ΙΕΧΩΒΙΤΩΝ» τὸ κεφάλαιον μὲ τίτλον« Θεότης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»:
«Πιστεύουμε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ὅτισωζόμεθα ὄχι διότι ἀκολουθοῦμε ἁπλῶς τὶς ἠθικὲςἀρχές, ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, ἀλλά διότι ἑνούμεθαμαζί Του καὶ ἔτσι ἡ θνητή, πεσοῦσα καὶ χωρισμένηἀπὸ τὸν Θεὸ ἀνθρωπίνη φύσις μας, ζωοποιεῖται,ἐπανασυνδέεται μὲ τὸν Θεό, ἀθανατοποιεῖται καὶθεοῦται.
Αὐτὸ εἶναι μὲ λίγα λόγια τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίαςμας, ποὺ ἀρνοῦνται οἱ ἰεχωβίτες.
Οἱ ἰεχωβίτες συγκεκριμένως διδάσκουν:
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι Θεὸς ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα. Εἶναι υἱός, ὄχι κατὰφύσιν, ἀλλὰ κατὰ χάριν, ὅπως καὶ ἐμεῖς. Δὲν γεννήθηκε προαιωνίως ἀπὸ τὸν Πατέρα,δὲν εἶναι συν άναρχος, ἀλλὰ εἶναι τὸ πρῶτο κτίσμα (δημιούργημα τοῦ Πατρὸς), ὅπωςδίδασκε ὁ Ἄρειος.

 

«Ἦταν ἕνα ἰσχυρὸ πνευματικὸ πλάσμα, ποὺ εἶχε δημιουργήσει πολὺν καιρὸ πρὶνἀρχίση νὰ δημιουργῆ τὴν γῆ». «Αὐτὸς ἐδημιουργήθη πρὶν ἀπὸ ἀναρίθμητεςχιλιετηρίδες ὡς πρώτη καὶ μοναδικὴ ἄμεση κτίσις ἀπὸ τὸν Πατέρα Του τὸν Ἰεχωβᾶ..».Δημιουργήθηκε «κατὰ τὸν ἴδιον χρόνον τῆς δημιουργίας τοῦ Ἑωσφόρου, ὥστε ὁΛόγος καὶ ὁ Ἑωσφόρος νὰ εἶναι δύο Υἱοὶ τοῦ Θεοῦ». «Ὁ Θεὸς ἦταν μόνος, πρὶνδημιουργηθῆ ὁ Υἱός». Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μέγας ἀρχιδοῦλος, ὁ γνωστὸς ὡςἈρχάγγελος Μιχαήλ, ποὺ ἀργότερα ἐπρόκειτο νὰ γίνη Ἰησοῦς Χριστός. Κατ᾽ ἄλληἐκδοχὴ «ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μεγαλύτερος Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆςοὐρανίου Ἐκκλησίας». Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἀλλ᾽ ὅταν ἀναγεννήθηκεδιὰ τοῦ βαπτίσματος «ἔγινε πνευματικὸς υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀναγέννησιν». Ἄρα ὁἸησοῦς ἀναγεννήθηκε, ὅπως ἀναγεννᾶται κάθε ἄνθρωπος. Τὴν Παρθένο Μαρία εἶναι«ἀκατάλληλο καὶ βλάσφημο νὰ τὴν ὀνομάζουμε μητέρα τοῦ Θεοῦ». Ἡ Μαρία δὲν εἶναιἀειπάρθενος. Ἀπέκτησε καὶ ἄλλα παιδιά.
Προχωροῦν ἀκόμη στὴν ψυχολογία τοῦ Πατρός: Ὁ οὐράνιος πατήρ, οὐδεμίανἐξεδήλωσε ζηλοτυπίαν ἀναφορικῶς πρὸς τὸ μεγαλεῖον τοῦ Μεγάλου ἈρχιδούλουΑὐτοῦ».
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀκόμη, δὲν ἀναστήθηκε σωματικῶς, ἀλλὰ πνευματικῶς, καὶ «ἔγινεἕνα ἔνδοξο πνευματικὸ πλάσμα».
Ἡ σωματικὴ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἐπίσης σκάνδαλο γιὰ τὴν λογικὴ καὶσυνεπῶς ἀπορρίπτεται ἀπὸ τοὺς ἰεχωβίτες, ὅπως ἀπορρίφθηκε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίουςἈθηναίους, ὅταν  ὁ Παῦλος κήρυξε στὸν Ἄρειο Πάγο.
Τὸν ὁμόφρονά τους Ἄρειο ἀποκαλοῦν «ἄγγελον ἢ ἀγγελιαφόρον τῆς Ἐκκλησίας τῆςΠεργάμου, ἀδελφόν, μέγαν καὶ εὐγενῆ ἄνδρα, σπουδαιοτάτην μαρτυρίαν κομίσαντα».Ἀντιθέτως, τὸν διακηρύξαντα τὴν ὀρθόδοξο πίστι στὴν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ ΧριστοῦΜέγα Ἀθανάσιο ὀνομάζουν «στόμα τῆς πλάνης καὶ ὑπηρέτην τοῦ ἀντιχρίστου».
Ἀρνούμενοι τὴν Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀρνοῦνται καὶ νὰ ὀνομασθοῦνΧριστιανοὶ (μεταξὺ τῶν δούλων καὶ τοῦ ἀρχιδούλου δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ποιότητοςἀλλὰ τίτλου) ἢ ἔστω μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὀνομάζοντο οἱ Ἀπόστολοι (Πράξ. β´ 32) καὶ ἔτσι παραβαίνουν τὴν ρητὴ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος παρήγγειλε στοὺςμαθητές Του νὰ γίνουν μάρτυρές Του «ἕως ἐσχάτου» τῆς γῆς» (Πράξ. α´ 8). Θέλουννὰ ὀνομάζωνται μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, σὰν νὰ ζοῦν ἀκόμη στὴν ἐποχὴ τῆς ΠαλαιᾶςΔιαθήκης, γιὰ νὰ δηλώσουν ἔτσι ἀκόμη καὶ μὲ τὸ ὄνομά τους ὅτι ἀρνοῦνται τὸνἸησοῦ Χριστὸ ὡς Θεό, καὶ ὅτι Τὸν δέχονται μόνο «ὡς μάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ.
Τώρα τελευταῖα στὴν Ἑλλάδα ἄρχισαν νὰ ὀνομάζωνται «χριστιανοὶ μάρτυρες τοῦἸεχωβᾶ», προφανῶς πρὸς παραπλάνησί μας ὅτι εἶναι Χριστιανοί.
Ἡ λέξις Ἰεχωβᾶς εἶναι ἑβραϊκὴ καὶ σημαίνει ὁ ὤν, δηλαδὴ ὁ μόνος ὑπάρχων. Ἔτσι ὀνόμασε ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτό Του στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἔτσι ὅμως ὀνομάζει καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἑαυτό Του στὴν Καινὴ Διαθήκη: «Ἰδοὺ ἔρχεται μετὰ τῶν νεφελῶν, καὶ ὄψεται αὐτὸν πᾶς ὀφθαλμὸς καὶ οἵτινες αὐτὸν ἐξεκέντησανT Ἐγὼ εἰμὶ τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὤν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ» (Ἀποκ. α´ 7-8).
Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ Υἱὸς εἶναι Θεός, στὸ ἴδιο βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως βλέπουμε ὅτι ἡ κτίσις ὅλη ἀποδίδει στὸ Ἀρνίο τὸ ἐσφαγμένο, δηλαδὴ στὸν Χριστό, ὅμοια προσκύνησι ποὺ ἀποδίδει στὸν Θεό (Ἀποκ. ε´ 13-14, ιε´ 3-5).
Τρία χωρία ἐπιστρατεύουν οἱ Ἰεχωβίτες, γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὶς πλάνες τους ὡς ἀληθεῖς:
α) «Τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ» (Ἀποκ. γ´ 14).
Ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτὸ συνάγουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι κτίσμα τοῦ Πατρός. Ἀλλὰ ὁ Ἀμὴν ἑβραϊστὶ σημαίνει «ὁ ἀληθινὸς» (Ἀμὴν = ἀληθῶς, ὁ Ἀμὴν ἐνάρθρως = ὁ μόνος ἀληθινὸς) ἰδιότης ποὺ ἀποδίδεται μόνο στὸν Θεό.
Ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως = ἡ δημιουργικὴ ἀρχή- αἰτία ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθε ἡ κτίσις τοῦ Θεοῦ. Ἀγνοώντας τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα οἱ ἰεχωβίτες ἢ μᾶλλον θέλοντας νὰ τὴν ἀγνοοῦν, ἑρμηνεύουν τὸ τὴν ἀρχὴ τῆς κτίσεως, ὡς τὸ πρῶτο κτίσμα. Δίνουν δηλαδὴ στὸ ἀρχὴ χρονικὴ σημασία, ἐνῶ στὴν ἑλληνικὴ ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς αἰτίας, τοῦ ὀργάνου, τοῦ μέσου, τοῦ βασικοῦ νόμου καὶ θεμελίου, τοῦ ἀρχηγοῦ, τῆς ἐξουσίας, τῆς κυριαρχίας κ.λπ.

 

Ὀρθὴ ἑρμηνεία:
«Αὐτὰ λέγει ὁ Ἀμήν, ὁ μόνος ἀληθινὸς καὶ ἀξιόπιστος μάρτυς, ἡ δημιουργικὴ ἀρχή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθησαν ὅλα τὰ κτίσματα τοῦ Θεοῦ».
β) «Ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολ. α´ 15).
Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ δὲν λέγει πρωτόκτιστος, ἀλλὰ πρωτότοκος, δηλαδὴ ὁ γεννηθεὶς ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς «πρὸ πάσης κτίσεως», δηλαδὴ πρὸ πάντων τῶν κτισμάτων, ὅπως συμπληρώνει ὁ ἑπόμενος στίχος: δι’ αὐτοῦ ἐκτίσθησαν τὰ πάντα, «τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστι πρὸ πάντων, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε» (Κολ. α´ 16-18). Εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀποδίδουν θεῖες ἰδιότητες στὸν Ἰησοῦ.
Ὁ «πρωτότοκος» σημαίνει ὁ μονογενὴς (Ἰωαν. α´ 14, 18, γ´ 16, 18. Α´ Ἰωαν. δ´ 9). Ἡ λέξις πρῶτος δὲν σημαίνει ὅτι γεννήθηκαν καὶ ἄλλοι υἱοὶ ἀργότερα, ἀλλ’ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ πρῶτος, ὡς αἴτιος τῶν πάντων. Τὴν λέξι πρῶτος χρησιμοποιεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «Ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα· πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεὸς» (Ἡσ. μδ´ 6, Ἀποκ. β´ 8). Τὴν χρησιμοποιεῖ ἐπίσης ὁ Ἰησοῦς καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν» (Ἀποκ. α´ 17-18). Ἀμφότεροι Πατὴρ καὶ Υἱὸς χρησιμοποιοῦν τὴν λέξι πρῶτος ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ὑπάρξη ἄλλος Πατὴρ ἢ ἄλλος Υἱός, ἀλλ’ ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ πρωταίτιοι τῆς δημιουργίας.
γ) «Κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ… πρὸ δὲ πάντων βουνῶν γεννᾷ με» (Παροιμ. η´ 22, 25).
Τὸ χωρίο αὐτὸ ὄχι μόνο δὲν ἀποδεικνύει τὸ δίκαιο τῶν ἰεχωβιτῶν, ἀλλ’ ἀντιθέτως προφητεύει τὶς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, θεία καὶ ἀνθρωπίνη. Χρησιμοποιεῖ χαρακτηριστικῶς δύο ρήματα:
Γεννᾶ = γιὰ τὴν θεία φύσι. Κτίζει = γιὰ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι.
Ἄρα ἡ ὀρθὴ σημασία εἶναι:
«Ὁ Κύριος μὲ δημιούργησε ὡς ἄνθρωπο, γιὰ νὰ κάμω ἀρχὴ τῶν ὁδῶν Του, τῆς διδασκαλίας Του, στὰ κτίσματά Του (ἔργα Αὐτοῦ), τοὺς ἀνθρώπους. Πρὶν δὲ ἀπὸ ὅλη τὴν κτίσι μὲ γεννᾶ».
Εἶναι ἀκόμη χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔκτισε χρησιμοποιεῖται σὲ χρόνο ἀόριστο, διότι ὁ Χριστὸς μία φορά σαρκώθηκε. Ἐνῶ τὸ γεννᾶ, σὲ ἐνεστῶτα, διότι ἡ γέννησις τοῦ Υἱοῦ εἶναι προαιώνιος.

 

Ορθόδοξος Τύπος 29/05/2015