Τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και οι ιεροί Πατέρες

Τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και οι ιεροί Πατέρες
Ο Κύριος εφοδίασε την Εκκλησία με το αλάθητο, παραμένοντας μαζί της πάντοτε «εις τον αιώνα» και οδηγώντας αυτήν δια του Αγίου Πνεύματος «εις πάσαν την αλήθειαν».
Η Εκκλησία είναι ο φύλακας και ο αυθεντικός ερμηνευτής της θείας Αποκάλυψης και διατυπώνει τις αλήθειες ή με το κήρυγμα και τη διδασκαλία των Αποστόλων και των Πατέρων ή με τις αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, όπου ομόφωνα οι Πατέρες διακηρύσσουν την αλήθεια, όσες φορές αυτή παραχαράσσεται από την αίρεση,η οποία δημιουργεί σύγχυση και ταραχή στις συνειδήσεις των πιστών. Ως παράδειγμα επισήμου διατυπώσεως του δόγματος, είναι το δόγμα του Ομοουσίου που θεσπίστηκε στη Νίκαια από 318 θεοφόρους Πατέρες καθώς και το δόγμα «των δύο φύσεων εν Χριστώ», που διατυπώθηκε στη Χαλκηδόνα.
Έτσι, τα επίσημα δόγματα διατύπωσε η Εκκλησία με σύμβολα και όρους των Οικουμενικών Συνόδων (οι Α’ και Β’ Οικουμενικές Σύνοδοι διετύπωσαν το ισχύον σύμβολο της Πίστεως-Πιστεύω) και των Τοπικών Συνόδων που εγκρίθηκαν από αυτές. Τα άλλα δόγματα που διδάσκει η Εκκλησία πορίζεται κυρίως από τους Ιερούς Πατέρες, των οποίων η ομόφωνη γνώμη, μαρτυρία και διδασκαλία, θεωρείται ως αυθεντική μαρτυρία της πίστεως της Εκκλησίας.
Πράγματι, στην Ορθοδοξία οι ιεροί Πατέρες θεωρούνται ως οι αψευδείς μάρτυρες της ιερής παραδόσεως, δηλαδή του «ό,τι πάντοτε,πανταχού και υπό πάντων επιστεύθη», σύμφωνα με το Βικέντιο Λειρίνου. Όλοι οι Πατέρες ομολογούν την πίστη στην Ιερή Παράδοση, αποφαινόμενοι ό,τι και ο Μ. Βασίλειοις λέγει:’των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμενων δογμάτων και κηρυγμάτων τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων Παραδόσεως, διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παραδεξάμεθα, άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν».
Οι Ιεροί Πατέρες διατυπώνοντας και διευκρινίζοντας το περιεχόμενο της πίστεως κατά των πολυειδών επιθέσεων, συμπεριέλαβαν στο έργο τους όλη την παράδοση της Εκκλησίας, της οποίας είναι αυθεντικοί μάρτυρες. Γι’ αυτό και οι μαρτυρίες τους χρησιμεύουν σαν βάση στις επίσημες διατυπώσεις των δογμάτων στις Οικουμενικές Συνόδους και αποτελούν πλούσια πηγή για τη διατύπωση πλήρους δογματικού συστήματος.
Με τη θεολογική και τη φιλοσοφική θεωρία οι αρχαίοι Πατέρες της Εκκλησίας επιδίωξαν να διαφωτίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο το περιεχόμενο των θείων δογμάτων, να προσεγγίσουν αυτά στο ανθρώπινο πνεύμα και να συγκροτήσουν συστηματική έκθεση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας. Αναπτύσσουν τα δόγματα με βάση την Αγία Γραφή και την Ιερή Παράδοση, χρησιμοποιώντας τη Φιλοσοφία και την ελληνική σκέψη και γλώσσα «επικουρικώς» μόνο ως βοηθητικά μέσα και όργανα. Η φιλοσοφία χρησιμοποιείται ως «θεραπαινίδα» της θεολογίας και συμβάλλει εις το οικονομείν εν κρίσει την αλήθειαν των ημετέρων δογμάτων» (Γρηγ. Ναζιανζηνός).
Τα δόγματα ως αποκάλυψη Θεού και αιώνιες αλήθειες που βρίσκονται συνεπτυγμένες ή ανεπτυγμένες ή «εν οπέρματι» μέσα στην Αγία Γραφή, δεν υπόκεινται σε μεταβολή, εξέλιξη ή πρόοδο ως προς την ουσία. Τα ίδια δόγματα διατυπώθηκαν «καινώς» για πληρέστερη κατανόηση από τους πιστούς. Ούτε χωρίζονται τα δόγματα σε κύρια και δευτερεύοντα, ουσιώδη και επουσιώδη, μικρά και μεγάλα, γιατί όλα είναι ισόκυρα, ως «δόγματα Θεού». Το γαρ επί δόγμασιν είτε μικροίς είτε μεγάλοις, αμαρτάνειν, ταυτόν εστίν. Εξ αμφοτέρων γαρ ο νόμος του Θεού αθετείται» (Ταράσιος Κων/πόλεως).
Κάθε άρνηση του δόγματος οδηγεί στην αίρεση, στην παραχάραξη και παραποίηση της αλήθειας (Αρειανισμός, Νεστοριανισμός, Πνευματομάχοι κ.λπ.) και τους αιρετικούς ανέκαθεν η Εκκλησία απέκοπτε από το σώμα της ως «μέλη σεσηπότα», προκειμένου να μη μολυνθεί και το υγιαίον σώμα. Έτσι ενήργησε προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Άρειο και τους αιρεσιάρχες όλων των εποχών, οι οποίοι επέμεναν να διδάσκουν αιρετικές και καινοφανείς διδασκαλίες.
Κορυφαίοι αρχαίοι Πατέρες της Εκκλησίας που μόχθησαν για αντιμετώπιση των αιρέσεων και τη διατύπωση των ορθόδοξων δογμάτων είναι, ο Μέγας Αθανάσιος, «στύλος της Ορθοδοξίας» καθώς και οι θαυματουργοί άγιοι Νικόλαος και Σπυρίδων κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Αυτοί διακρίθηκαν ανάμεσα στους 318 θεοφόρους Πατέρες που τη συγκρότησαν.
Είναι επίσης οι τρεις ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος ο Νύσσης και στη Δύση κυρίως οι Αγουστίνος και Ιερώνυμος. Οι Εκκλησιαστικοί αυτοί Πατέρες συνέβαλαν αποφασιστικά στην καταπολέμηση των ποικίλων αιρέσεων και στη διατύπωση του Ορθόδοξου δόγματος με πολυειδείς πραγματείες απολογητικής-και πολεμικής χροιάς κατά των πολεμίων της αλήθειας.
Τους αγίους αυτούς Πατέρες και ιδιαίτερα αυτούς που συγκρότησαν την Α’ Οικουμενική Σύνοδο τιμά σήμερα η Εκκλησία μας ψάλλοντας: «Τας μυστικάς του Πνεύματος σάλπιγγας, τους θεοφόρους Πατέρας ανευφημήσωμεν, τους μελωδήσαντας εν μέσω εκκλησίας, μέλος εναρμόνιον θεολογίας, Τριάδα Μίαν, απαράλλακτον, ουσίαν τε και θεότητα, τους καθαιρέτας Αρείου και Ορθοδόξων προμάχους».