Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των αγίων Πατέρων.(2ον) (Αρχιμ. Παύλου Δημητρακόπουλου)

 
Δείτε και (1ον)
Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των αγίων Πατέρων.
Εν Πειραιεί τη 24η Μαΐου 2015.
(2ον)
Συνεχίζοντες την ερμηνευτική ανάλυση της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής των αγίων Πατέρων και σαν συνέχεια των όσων εσημειώσαμε στην προηγούμενη δημοσίευση, προχωρούμε στην ερμηνεία των επομένων στίχων της περικοπής.
«Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις, ους δέδωκάςμοι εκ του κόσμου. σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τον λόγον σου τετηρήκασι» (17, 6 ). Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου έρχονται σε άμεση εξάρτηση από τούς προηγουμένους λόγους του, (4ος στίχος), διότι εδώ επεξηγεί, πως εδόξασε τον Πατέρα του. Εφανέρωσε το όνομά του στούς ανθρώπους. Αλλά το όνομα του Θεού ήταν άγνωστο στούς Εβραίους της Παλαιάς Διαθήκης; Μήπως ο Θεός δεν απεκάλυψε το όνομά του στον Μωϋσή στον τόπο της φλεγομένης βάτου όταν του είπε «εγώ ειμι ο Ων…»; (Εξοδ. 3,4).
Πως λοιπόν λέγει εδώ, ότι εφανέρωσε το όνομά του στούς ανθρώπους; Βέβαια μία πρώτη φανέρωση του ονόματός του έγινε όντως στον Μωϋσή. Η κατ’ εξοχήν όμως, η πλήρης και τέλεια φανέρωση του Πατρός έγινε δια του Υιού.  Δια του Ιησού εγνώρισε η ανθρωπότης, τι κατά βάθος είναι ο Πατήρ.  Ότι δηλαδή ο Θεός είναι αγάπη: «ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιω. 4, 8). Η δε αγάπη αυτή του Πατρός αποκαλύπτεται και φανερώνεται κατ’ εξοχήν δια της απολυτρωτικής θυσίας του Υιού του. Η φανέρωση πάλι της αγάπης αυτής του Θεού δεν έγινε απλώς και γενικά σ’ όλους τούς ανθρώπους, αλλά μόνο στούςαξίους μιας τέτοιας αποκαλύψεως. Μόνο δηλαδή σ’ εκείνους που είχαν ευθεία καρδία  και πόθο για την αλήθεια. Σ’ εκείνους που εννόησαν, ότι το θέλημα του Θεού είναι, να πιστεύσουν στο Χριστό και να προσκολληθούν σ’ αυτόν.  Με το «ους δέδωκάςμοι εκ του κόσμου» πρωτίστως και κυρίως θα πρέπει να εννοήσουμε τούς αποστόλους, διότι απ’ ότι φαίνεται από την όλη συνάφεια του κειμένου, όλο το τμήμα της αρχιερατικής προσευχής από τον στίχο 6 μέχρι και τον στίχο 19 αφορά τούς αποστόλους, χάριν των οποίων απευθύνονται όλες οι παρακάτω δεήσεις.
«Νυν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκάς μοι παρά σου εστιν· ότι τα ρήματα α δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθον, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας» (17, 7-8 ). Τώρα, λέγει, αυτοί τούς οποίους μου έδωκες, οι μαθητές μου, εγνώρισαν σαφέστερα  και βεβαιώθηκαν τελειώτερα, ότι όλα όσα τούς εδίδαξα και όσα θαύματα έκαμα προέρχονται από σένα. Και τούτο διότι, όπως θα βεβαιώσει και παρά κάτω, (στ.10), όλα όσα έχει ο Πατήρ είναι και του Υιού και όλα όσα έχει ο Υιός είναι και του Πατρός εξ’ αιτίας της ταυτότητος της ουσίας.  Πάντως αυτή η γνώση και η πίστη των μαθητών, οσονδήποτε εισαγωγική και νηπιώδης κι’ άν είναι, σε σχέση με εκείνην που θα λάβουν μετά την Πεντηκοστή, όμως παρά ταύτα, απ’ ό,τι τουλάχιστο μπορούμε να συμπεράνουμε από την ίδια την ομολογία των μαθητών «νυν οίδαμεν ότι οίδας πάντα και ου χρείαν έχεις ίνα τις σε ερωτά· εν τούτω πιστεύομεν ότι από Θεού εξήλθες» (16, 30), οι μαθητές όντως επίστευσαν, ότι η διδασκαλία του Ιησού ταυτίζεται με την διδασκαλία του Πατέρα του και ότι από αυτόν προήλθε προαιωνίως και ότι αυτός τον απέστειλε στον κόσμο.
«Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκάς μοι, ότι σοι εισί. Και τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς» (17,9-10).Εγώ, λέγει, τώρα ειδικά γι’ αυτούς τούς μαθητές μου απευθύνω την δέησή μου, όχι για τούς άλλους,  που αποτελούν τον κόσμο της απιστίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι παύει να ενδιαφέρεται για κείνους, που τώρα βρίσκονται στην απιστία και που συμπεριλαμβάνονται στη λέξη «κόσμος». Πως είναι άλλωστε τούτο δυνατόν, αφού την θυσία της ζωής του θα την προσφέρει «υπέρ της του κόσμου ζωής», χωρίς να εξαιρείται κανείς; Ώστε, δυνάμει, όλοι είναι σεσωσμένοι. Όμως  είναι άξιον ιδιαιτέρας προσοχής το γεγονός, ότι ο Κύριος για τούς μαθητές του, που είναι οι εκλεκτοί του, λαμβάνει ιδιαίτερη φροντίδα και μέριμνα, διότι αυτοί εγκατέλειψαν όλα τα πράγματα του κόσμου για χάρη του Κυρίου. Επίστευσαν σ’ αυτόν, αφοσιώθηκαν σ’ αυτόν και τώρα πρόκειται σε λίγο να αναλάβουν την μεγάλη και βαρύτατη αποστολή να συνεχίσουν το έργο του Κυρίου εν μέσω του κόσμου. Ήταν λοιπόν δίκαιο και πρέπον ο Κύριος να απευθύνει ειδική μεσιτευτική δέηση υπέρ αυτών προς τον Πατέρα του.  Αυτοί, αν και δόθηκαν από τον Πατέρα στον Υιό, όμως παρά ταύτα δεν παύουν να είναι και του Πατρός. Και τούτο διότι, όπως εξηγεί στον παρακάτω στίχο, όλα όσα έχει ο Πατήρ έχει και ο Υιός και αντιστρόφως. Επομένως και προτού να δοθούν στον Υιό, ανήκαν και στον Υιό. Και αφού δόθηκαν σ’ αυτόν εξακολουθούσαν να ανήκουν και στον Πατέρα.  Και όλα αυτά εξ’ αιτίας της ταυτότητος της ουσίας Πατρός και Υιού όπως προελέχθη.
«Και ουκέτι ειμί εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κόσμω εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» (17, 11). Σε λίγο πορεύομαι προς το πάθος, μετά από το οποίο θα επιστρέψω και πάλι σε σένα, οπότε δεν θα είμαι πια σωματικώς παρών, για να στηρίζω και καθοδηγώ αυτούς, ενώ αυτοί θα εξακολουθούν να παραμένουν στον κόσμο της αποστασίας και παρανομίας και θα αντιμετωπίσουν μυρίους κινδύνους και πειρασμούς, που θα εξεγείρει κατ’ αυτών ο διάβολος και τα όργανά του. Προηγουμένως με όσα τούς είπε ο Κύριος, προσπάθησε να τούς βεβαιώσει, ότι δεν θα τούς αφήσει ορφανούς. Ότι αν και σωματικά θα αποχωρισθεί από αυτούς, όμως πνευματικά δεν θα αποχωρισθεί, αλλά θα εξακολουθεί να τούς προστατεύει, ενισχύει και στηρίζει:  «ουκ αφήσω υμάς ορφανούς, έρχομαι προς υμάς· έτι μικρόν και ο κόσμος με ουκέτι θεωρεί, υμείς δε θεωρείτε με…» (Ιω. 14, 18-19).  Αλλά και ολίγον προ της αναλήψεώς του πάλι το ίδιο θα βεβαιώσει: «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας…» (Ματθ. 28, 20). Επειδή δηλαδή οι μαθητές δεν ήταν εύκολο, να εννοήσουν και να πεισθούν, πως θα ήταν δυνατόν, ενώ θα αποχωριζόταν από αυτούς να εξακολουθεί, να είναι μαζί τους και να τούς προστατεύει, γι’ αυτό συγκαταβαίνει σχηματίζοντας τον λόγο του με τρόπο ανθρωποπαθή.  Ζητεί από τον πατέρα του να τούς φυλάξει όχι μόνο από τούς εξωτερικούς  κινδύνους, που θα συναντήσουν από ιουδαίους και εθνικούς στην άσκηση του ιεραποστολικού τους έργου, αλλά προ παντός από έναν άλλο φοβερότερο κίνδυνο, τον κίνδυνο της διαιρέσεως και διασπάσεως. Θέλει να καταστήσει ο Πατέρας του, δια της Χάριτός του, τον μεταξύ των μαθητών του δεσμό της αγάπης σε τέτοιο βαθμό αρραγή και αδιάρρηκτο, ώστε να αποτελεί εικόνα της μεταξύ αυτού και Πατέρα φυσικής ενότητος.  Αυτό το τελευταίο αίτημα της μεταξύ των ενότητος, «ίνα ώσι εν», το επαναλαμβάνει επίμονα τέσσαρες φορές, όπως θα δούμε παρακάτω, που δείχνει ακριβώς πόσο μεγάλη σημασία απέδιδε ο Κύριος στο θέμα αυτό της ενότητος.
«Ότε ήμην μετ’ αυτών εν τω κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματί σου· ους δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μή ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή» (17, 12). Και ο στίχος αυτός, καθώς και οι ακολουθούντες τρεις επόμενοι στίχοι, περιστρέφονται γύρω από το ίδιο κεντρικό νόημα. Αιτιολογούν το «τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου». Και εδώ, όπως και στούς επόμενους στίχους ο Κύριος ομιλεί πάλι με ένα ανθρώπινο τρόπο, συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία των μαθητών.  Με τον τρόπο αυτό  κάνει ιδιαίτερα αισθητή την υπερβάλλουσα στοργή και αγάπη του προς αυτούς. Ανακυκλώνει με τέτοιον τρόπο τον λόγο του, ώστε να τους πείσει, ότι ο Πατέρας του έχει την δύναμη να τούς διασώσει από κάθε κίνδυνο και χωρίς την σωματική του παρουσία. Επειδή, λέγει, τώρα πια δεν θα είμαι σωματικώς παρών ανάμεσά τους γι’ αυτό σου τούς παραδίδω στα χέρια σου Πατέρα μου. Όταν ήμουν μαζί τους, τούς εφύλαξα αβλαβείς από κάθε σωματικό και πνευματικό κίνδυνο, στηρίζοντας αυτούς στην ολιγοπιστία τους, προλαμβάνοντας πτώσεις, διορθώνοντας, ελέγχοντας, παρηγορώντας, διδάσκοντας αυτούς. Τώρα, από εδώ και μπρος, δείξε ιδιαίτερη, μεγαλύτερη την φροντίδα σου γι’ αυτούς. Κανένας από αυτούς δεν χάθηκε μέχρι τώρα, αν και πέρασαν πολλούς  θανάσιμους κινδύνους, εκτός από τον υιό της απωλείας, τον Ιούδα. Αυτός από δική του προαίρεση παρέδωκε τον εαυτό του στον διάβολο, αν και ο Κύριος έκαμε πολλές προσπάθειες για να τον σώσει.  Πλείστα όσα περιστατικά διηγούνται οι Ευαγγελιστές, που μαρτυρούν την αλήθεια των λόγων αυτών του Κυρίου, τα οποία δεν είναι σκόπιμο να παρατεθούν εδώ.
«Νυν δε προς σε έρχομαι, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς» (17, 13). Δηλαδή σαν να λέγει: ενώ σε λίγο ετοιμάζομαι να έρθω σε σένα Πατέρα μου, είπα όλα αυτά τα λόγια της προσευχής, έτσι ώστε να τα ακούσουν και οι μαθητές μου και να έχουν τη χαρά που αισθάνομαι τώρα εγώ μέσα μου, και αυτοί πλήρη και τέλεια μέσα τους. Η αιτία δηλαδή της χαράς των μαθητών θα ήταν αφ’ ενός το γεγονός, ότι δεν θα μείνουν ορφανοί και απροστάτευτοι, καθώς θα φύγει ο διδάσκαλος, αφού τώρα αναλαμβάνει την στοργική προστασία τους ο Πατέρας του και αφ’ ετέρου το ότι ο διδάσκαλός των, δια του πάθους, δεν μεταβαίνει στον άδη, αλλά στον Πατέρα του, πράγμα που αποτελεί τεκμήριο της Θεότητός του.  Ο τελικός θριαμβευτής και νικητής δεν θα είναι οι σταυρωτές του αλλ’ ο Χριστός. Επομένως δεν θα διαψευσθούν οι ελπίδες και προσδοκίες που στήριζαν οι μαθητές γι’ αυτόν. Πράγματι οι προφητικοί αυτοί λόγοι του Κυρίου πραγματοποιήθηκαν, και οι μαθητές όντως έζησαν την διπλή αυτή χαρά, πρώτον μεν όταν είδαν τον διδάσκαλο να αναλαμβάνεται στούς ουρανούς, διότι, όπως μας λέγει ο Λουκάς, «υπέστρεφον εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης» (Λουκ. 24, 52).  Δεύτερον δε όταν έλαβαν το Πνεύμα το Άγιον την ημέρα της Πεντηκοστής, οπότε πλέον αισθάνονταν ζωντανά μέσα τους την στοργική προστασία του Πατέρα. Την ημέρα εκείνη κατάλαβαν οι  μαθητές, τι εσήμαιναν τα λόγια εκείνα του Κυρίου «τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου».