Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού (4)

Δείτε και το Μέρος 1ο.Μέρος 2ο και 3ο.
Εν Πειραιεί τη 18η Μαΐου 2015
Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής τουΤυφλού
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς
(4ον)
Συνεχίζοντες τον ερμηνευτικό σχολιασμό της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής του Τυφλού

και σαν συνέχεια των όσων εσημειώσαμε στην προηγούμενη δημοσίευση, προχωρούμε στην ερμηνεία των επομένων στίχων της περικοπής.

«Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγενημένου. ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν» (9,32-33). Από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος δεν ακούσθηκε ποτέ, ότι κάποιος εθεράπευσε μάτια ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός.
Εδώ ο πρώην τυφλός προσπαθεί πολύ ορθά να υπογραμμίσει το μέγεθος του θαύματος, διότι πράγματι ποτέ μέχρι τότε δεν είχε ακουσθεί, ότι κάποιος άνθρωπος έκανε ένα τέτοιο θαύμα. Αλλά και μέσα στην Παλαιά Διαθήκη πουθενά δεν αναφέρεται τέτοιο θαύμα από κάποιο προφήτη. Γενικά τα θαύματα του Κυρίου ήταν τόσο πολλά και τόσο μεγάλα, ώστε ποτέ κανένας άλλος προφήτης μέχρι τότε δεν είχε θαυματουργήσει όπως αυτός.  Επομένως και η υπεροχή του από όλους τούς προφήτες ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη.  Εάν δεν ήταν ο Θεός μαζί του, δεν θα μπορούσε να κάνη τίποτε απολύτως. Ένας αγράμματος άνθρωπος, όπως ο τυφλός, εξευτέλισε και αποστόμωσε τούς θεολόγους της εποχής εκείνης, Γραμματείς και Φαρισαίους. Οι αποκρίσεις του ήταν γεμάτες από θεϊκή σοφία και σύνεση. Είναι φανερό ότι η ψυχή του δέχθηκε τον φωτισμό της θείας Χάριτος. Ο Ιησούς άνοιξε όχι μόνο τα μάτια του σώματος, αλλά και τα μάτια της ψυχής του.
«Απεκρίθησαν και είπον αυτώ.  εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω» (9, 34).
Εσύ, του λέγουν, από την πρώτη μέρα που γεννήθηκες, είσαι ολόκληρος βουτηγμένος μέσα στην αμαρτία και τολμάς να διδάξεις εμάς τους διδασκάλους του Ισραήλ; Γι’ αυτό γεννήθηκες τυφλός.  Οι αμαρτίες που είχες από τη γέννησή σου, αυτές σε οδήγησαν στην τύφλωση. Όπως ήταν επόμενο οι Φαρισαίοι τον ύβρισαν και εξουθένωσαν με τον σκληρότερο τρόπο. Επειδή αποστομώθηκαν και δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν με λογικά επιχειρήματα τις σοφές απαντήσεις του τυφλού, κατέφυγαν στην ύβρη. Ο άνθρωπος ο διεφθαρμένος και πονηρός, που αγαπάει το ψέμα και δεν θέλει να πιστεύσει στην αλήθεια, όταν αποστομώνεται βρίσκει σαν μόνη διέξοδο την ύβρη. Μέχρι τώρα, ενόσω ήλπιζαν, ότι θα πετύχουν από αυτόν να αρνηθεί το θαύμα, τον θεωρούσαν αξιόπιστο μάρτυρα, γι’ αυτό και τον κάλεσαν και μία και δύο φορές να απολογηθεί και να πη τη γνώμη του για το πρόσωπο του Χριστού. Όταν όμως τον είδαν να υπερασπίζεται με θάρρος την αλήθεια, τότε τον καταδίκασαν ως τον χειρότερο αμαρτωλό. Παράλληλα εξυψώνουν τον εαυτό τους και αυτοπροβάλλονται ως  οι ευσεβέστεροι από όλο το λαό ως οι πιο καλά καταρτισμένοι διδάσκαλοι του νόμου. Στα λόγια τους αυτά φαίνεται καθαρά, πόσο μεγάλη ιδέα είχαν για τον εαυτό τους. Πόσο βαρειά άρρωστη ήταν η ψυχή τους από την φοβερή αρρώστια, που λέγεται υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος άνθρωπος δεν ανέχεται να δεχθεί έλεγχο και διόρθωση από κάποιον, που θεωρεί κατώτερό του, έστω και αν αυτή είναι ορθή.  Ο εγωϊσμός του δεν τον αφήνει να παραδεχθή τα λάθη του και να διορθωθεί. Έτσι οι Φαρισαίοι όχι μόνο τον υβρίζουν, αλλά και τον διώχνουν, καθιστώντας αυτόν αποσυνάγωγο και αφορισμένο.
«Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ. συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;» ( 9, 35).
 Όταν οι Φαρισαίοι τον πέταξαν από την συναγωγή και τον αφόρισαν, τότε ήρθε να τον βρει ο Χριστός. Έρχεται ειδικά σ’ αυτόν,  πρώτον μεν για να τον παρηγορήσει και ενισχύσει, διότι ο τυφλός έδωσε μια μεγάλη μάχη με τούς διεφθαρμένους αυτούς ανθρώπους. Πάλεψε, κουράστηκε και με τον φωτισμό της θείας Χάριτος στο τέλος νίκησε. Αξιώθηκε να υποστεί βρισιές και διωγμό, γι’ αυτό είχε ανάγκη παρηγοριάς και ενισχύσεως. Αλλά έρχεται και για έναν άλλο σκοπό: Να αποκαλύψει τον εαυτό του σ’ αυτόν, να τον μυσταγωγήσει στην αληθινή περί του εαυτού του γνώση, πράγμα που είναι μεγάλη και ανεκτίμητη ευεργεσία και δωρεά για τον τυφλό. Τον ερωτά, αν πιστεύει στον υιό του Θεού, όχι γιατί αγνοεί το βάθος της καρδιάς του, αλλά γιατί θέλει να φανερώσει τον εαυτό του. Ωσάν να του έλεγε: Θέλεις να γνωρίσεις αυτόν που σε θεράπευσε; Θέλεις να μάθεις, ποιός είναι αυτός που υπερασπιζόσουν μέχρι τώρα; Αυτός δεν είναι ένας απλός προφήτης, αλλά ο υιός του Θεού. Το πλήθος των ανθρώπων με τούς οποίους πάλευες μέχρι τώρα, με ύβρισαν ως αμαρτωλό και δε με επίστευσαν. Εμένα δεν με ενδιαφέρουν αυτοί. Με ενδιαφέρει, να πιστεύσεις εσύ.  Για τον Χριστό είναι προτιμότερος ένας πιστός από μυριάδες άλλων αμετανοήτων απίστων. Αυτό που έκανε ο Χριστός με τον τότε τυφλό, συνεχίζει να το κάνει πάντοτε με τον κάθε πιστό και αφοσιωμένο σ’ αυτόν μαθητή. Αποκαλύπτει και κάνει αισθητή την παρουσία του μυστικά μέσα στις καρδιές εκείνων, που τον ομολογούν μέσα στον διεφθαρμένο κόσμο των ανθρώπων και υπομένουν διωγμούς και θλίψεις για την αγάπη του.
«Απεκρίθη εκείνος και είπε. και τις εστί, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν;  είπε δε αυτώ ο Ιησούς, και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνός εστιν» (9, 36-37). Δηλαδή: θέλω και πολύ μάλιστα να δω με τα μάτια μου εκείνον, που μου άνοιξε τα μάτια της ψυχής και του σώματος. Θέλω να γνωρίσω τον ευεργέτη μου και να πιστεύσω σ’ αυτόν. Ποιός είναι λοιπόν αυτός; Τα λόγια του τυφλού εκφράζουν την λαχτάρα και τον πόθο του να πιστεύσει στον υιό του Θεού. Φανερώνουν ακόμη, ότι μέχρι τώρα δεν τον είχε γνωρίσει προσωπικά.  Κι’ αυτό γιατί όταν έπλυνε τα μάτια του και άνοιξαν, ο Χριστός δεν ήταν κοντά του. Βλέποντας δε ο Κύριος τον σφοδρό πόθο του, αποκαλύπτει τον εαυτό του με πολύ ταπεινό τρόπο: «Τον βλέπεις, είναι αυτός που σου ομιλεί».  Έτσι ο τυφλός αξιώνεται να απολαύσει όχι μόνο την κτίση, αλλά και αυτόν τον πλάστη και δημιουργό της κτίσεως, πράγμα που αποτελεί γι’ αυτόν μια δεύτερη μεγάλη δωρεά, πολύ μεγαλύτερη από την πρώτη. Αν οι άνθρωποι του κόσμου θεωρούν μεγάλη τους τιμή, να έλθουν σε επικοινωνία  με κάποιο μεγάλο και υψηλό πρόσωπο, όμως για τον πιστό είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη τιμή και δωρεά να του αποκαλυφθεί μυστικά μέσα στο βάθος της ψυχής του ο Χριστός, να τον καταλάμψει με το φως του και να συνομιλεί μαζί του. Αυτήν την αποκάλυψη την πραγματοποιεί σε ψυχές απλές και ταπεινές που τηρούν με ακρίβεια το θέλημά του, που αγαπούν την αλήθεια και δεν φοβούνται να μπουν σε θυσίες και κινδύνους για να την ομολογήσουν.
«Ο δε έφη. πιστεύω, Κύριε και προσεκύνησεν αυτώ» (9, 38) .
Πιστεύει με όλη την διάθεση της ψυχής του ο τυφλός, ότι αυτός τον οποίο βλέπει μπροστά του, είναι ο υιός του Θεού. Ομολογώ, λέγει, ότι εσύ που μου χάρισες το φως των οφθαλμών είσαι ο Θεός μου.  Και για να επιβεβαιώσει έμπρακτα αυτήν την ομολογία του, πέφτει στο έδαφος και τον προσκυνεί με λατρευτική προσκύνηση, που αρμόζει μόνο στο Θεό.  Έτσι η ψυχή του τυφλού φωτίζεται με το φως της επιγνώσεως του αληθινού Θεού.
Αναρτήθηκε από στις 18.5.15