Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού.(3ον) (Αρχιμ. Παύλου Δημητρακόπουλου)

Δείτε και:-(1ον) -(2ον)
Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής τουΤυφλού.
Εν Πειραιεί τη 17η Μαΐου 2015.
(3ον)
Συνεχίζοντες τον ερμηνευτικό σχολιασμό της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής του Τυφλού και σαν συνέχεια των όσων εσημειώσαμε στην προηγούμενη δημοσίευση, προχωρούμε στην ερμηνεία των επομένων στίχων της περικοπής.
«Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τούς Ιουδαίους. ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε» (9,22-23).
Ο φόβος των Ιουδαίων έκαμε τους γονείς να παρασιωπήσουν το όνομα του ευεργέτη τους, αν και το είχαν πληροφορηθεί από τον υιό τους. Φοβήθηκαν να ομολογήσουν τον Χριστό, για να μη τούς διώξουν από τη συναγωγή.  Οι Φαρισαίοι είχαν απειλήσει, ότι θα αφορίσουν εκείνον που θα ομολογούσε τον Χριστό ως Μεσσία. Το ότι όμως δεν τον ομολόγησαν είναι σαν να τον αρνήθηκαν όπως βεβαιώνει ο Κύριος: «ο μη ων μετ’ εμού, κατ’ εμού εστί» (Ματθ.12,30).Προτίμησαν να αρνηθούν το Χριστό για να μην υποστούν διωγμό.
 Πολλοί, δυστυχώς, χριστιανοί σήμερα προτιμούν τον εύκολο δρόμοτηςένοχης σιωπής από την ομολογία της πίστεως, για να βολευθούν στη ζωή αυτή και να αποφύγουν θλίψεις,κινδύνους, διωγμούς και περιπέτειες. Εκείνο που δείχνει πόσο γνήσιοι χριστιανοί είμαστε είναι, το κατά πόσον υποστήκαμε η είμαστε έτοιμοι να υποστούμε θυσίες χάριν της πίστεώς μας προς τον Χριστό. Μια χριστιανική ζωή εύκολη που δεν στοιχίζει τίποτε, δεν μπορεί να είναι αληθινή. Οι άγιοι μάρτυρες και ομολογητές της Εκκλησίας απέδειξαν τη γνήσια αγάπη τους προς τον Χριστό με την μαρτυρική τους ομολογία.
Αφού διεπίστωσαν, ότι από την ανάκριση των γονέων δεν κατάφεραν να  διαψεύσουν το θαύμα, επανέρχονται  πάλι στον πρώην τυφλό. Μεθοδεύουν με άλλο, πολύ πονηρό,τρόπο το πράγμα, ώστε να επιτύχουν, αυτό που θέλουν. Δεν τολμούν να του ζητήσουν φανερά να αρνηθεί την θεραπεία του, γιατί αυτό θα ήταν ολοφάνερα ψευδές και αδιάντροπο. Προσπαθούν με το πρόσχημα της ευσεβείας να τον πείσουν να αρνηθεί  τον Χριστό.  Τον καλούν λοιπόν και πάλι και του λέγουν.  Δόξασε τον Θεό για το θαύμα που έγινε σ’ εσένα, διότι ο Θεός σε θεράπευσε και όχι ο Ιησούς.  Ομολόγησε, ότι ο Χριστός δεν σου έκαμε τίποτε.  Εμείς που είμαστε διδάσκαλοι του Μωσαϊκού νόμου, και άρα οι πλέον ειδικοί για να αποφανθούμε, μπορούμε να βεβαιώσουμε, ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός. Τον κατηγορούν ως αμαρτωλό καθ’ όν χρόνον ουδέποτε  μπόρεσαν να τον ελέγξουν έστω και για την παραμικρή αμαρτία, ακόμη και όταν ο ίδιος ο Ιησούς τούς προκάλεσε: «τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;»(Ιω. 8, 46).Αλλά και για την κατηγορία της δήθεν παραβάσεως της αργίας του Σαββάτου πολλές φορές απολογήθηκε και την ανέτρεψε.
Λέγει ότι δεν γνωρίζει, αν ο Ιησούς είναι αμαρτωλός, όχι γιατί αμφιβάλλει για την αγιότητά του. Πως μπορούσε να αμφιβάλλει, αφού μόλις προ ολίγου τον ονόμασε προφήτη; Κατασκευάζει έτσι το λόγο, για να προβάλει το θαύμα και μέσω αυτού να ανατρέψει τον ισχυρισμό τους.  Είναι σαν να έλεγε: δε θα παραδεχθώ εγώ σαν αμαρτωλό έναν άνθρωπο, που κάνει τέτοια μεγάλα θαύματα. Ένα πράγμα ξέρω πολύ καλά, για το οποίο μπορώ να σας βεβαιώσω με δύναμη, ότι πρώτα ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω.  Και αυτός που μου έδωκε το φως είναι ο Ιησούς. Αυτό το ίδιο το θαύμα του σας διαψεύδει. Το θαύμα τα λέγει όλα, φωνάζει από μόνο του. Γιατί κλείνετε τα μάτια σας και δεν θέλετε να δείτε την αλήθεια;
Προηγουμένως προσπάθησαν να πείσουν τον τυφλό, ότι το θαύμα δεν το έκαμε ο Ιησούς, αλλά ο Θεός Πατέρας. Γι’ αυτό και του ζητούν να δοξάσει το Θεό και να αρνηθεί τον Χριστό. Επειδή όμως δεν το κατόρθωσαν, αρχίζουν πάλι την ανάκριση με την ελπίδα ότι θα βρουν αυτή τη φορά κάποιο καινούργιο στοιχείο για να κατηγορήσουν τον Χριστό.  Ελπίζουν ότι με την νέα ανάκριση ο πρώην τυφλός δεν θα πη τα ίδια ακριβώς όπως και πριν, αλλά θα πη κάτι το διαφορετικό, η και αντίθετο σε σχέση με την πρώτη απολογία του. Έτσι εκμεταλλευόμενοι την αντίθεση των λόγων του, θα τον απεδείκνυαν ψεύτη.  Και πάλι, με περισσότερη μάλιστα παρρησία, τούς απαντά ο πρώην τυφλός. Σας διηγήθηκα,με λεπτομέρειες το θαύμα και όμως εσείς δεν θελήσατε να το παραδεχθείτε και να πιστεύσετε στον Ιησού. Εξακολουθείτε να τον θεωρείτε άνθρωπο αμαρτωλό. Τι κέρδος βγαίνει με το να με ρωτάτε πάλι για τα ίδια πράγματα και εγώ να σας απαντώ άσκοπα; Δεν έχω καμιά διάθεση να ομιλώ συνέχεια για τα ίδια πράγματα, αφού δεν με ρωτάτε με διάθεση να μάθετε και να ωφεληθείτε, αλλά μόνο για να κατηγορήσετε το θαύμα.  Μέχρι τώρα ο τυφλός ομιλούσε ταπεινά και συνεσταλμένα, διότι δεν γνώριζε την πανουργία και διαστροφή των Φαρισαίων. Νόμιζε, ότι τον ρωτούσαν από ενδιαφέρον για να μάθουν. Όταν όμως κατάλαβε, ότι δεν έχουν τέτοιο ενδιαφέρον, ύψωσε την φωνή του και τούς ομίλησε με περισσότερο θάρρος και παρρησία. Τούς επέπληξε με λόγια γεμάτα καυστική ειρωνεία: «μήπως κι’ εσείς θέλετε να γίνετε μαθητές του;». Παράλληλα με τα λόγια αυτά ομολογεί ότι και αυτός ανήκει στούς μαθητές του.
 Μετά την καυστική ειρωνεία του τυφλού χολώθηκαν οι Φαρισαίοι και οργισμένοι, όπως ήταν επόμενο, τον έβρισαν και τον εξευτέλισαν. Μακάριος ο τυφλός γιατί αξιώθηκε να υβρισθή για την ομολογία και την πίστη του στο Χριστό.  Τον μακαρίζει ο ίδιος ο Χριστός: «μακάριοι όταν ονειδίσωσιν υμάς…»(Λουκ. 6, 22).  Οι ύβρεις αποτελούν στέφανον δόξης γι αυτόν. Εμείς, λέγουν, ποτέ δεν θα γίνουμε μαθητές εκείνου, γιατί είμαστε μαθητές του Μωϋσέως. Και όμως αν ήσαν πραγματικοί μαθητές του Μωϋσέως, θα γινόταν και μαθητές του Χριστού. Τούς το είπε προηγουμένως ο Κύριος: «εάν πιστεύατε στονΜωϋσή θα πιστεύατε και σε μένα»(Ἰω. 5, 46). Μεταξύ Μωϋσέως και Χριστού υπάρχει απόλυτη αρμονία. Ο Μωϋσής με τον νόμο που παρέλαβε από τον Θεό, προπαρασκεύασε τον λαό του Θεού για να υποδεχθή κατόπιν τον ερχομό του Μεσσία. Ο Ιησούς ολοκλήρωσε και τελειοποίησε τον Μωσαϊκό νόμο.
 Από που το γνώριζαν ότι στον Μωϋσή μίλησε ο Θεός; Το έμαθαν γιατί μαρτυρείται στη Γραφή, την οποία παρέλαβαν  από τούς προγόνους των. Πιστεύουν στη μαρτυρία της Γραφής, γιατί θεωρούν τούς προγόνους των αξιόπιστους μάρτυρες. Ο Χριστός όμως δεν ήταν πιο αξιόπιστος από αυτούς, αφού πλέον με τόσα πολλά θαύματα απεδείκνυε ότι έχει έρθει από το Θεό και λέγει τα λόγια του Θεού; Ασφαλώς. Τα σχετικά με τον Μωϋσή δεν τα είδαν, αλλά τα πληροφορήθηκαν από την Γραφή και τα επίστευσαν, ενώ τα θαύματα του Χριστού δεν τα πληροφορήθηκαν, αλλά τα είδαν και όμως δεν πίστευσαν.  Λέγουν ότι δεν τον γνωρίζουν με ένα ύφος γεμάτο υπερηφάνεια και καταφρόνηση. Σαν να λέγουν δηλαδή: Εμείς πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στον Μωϋσή,στον οποίο ομίλησε ο Θεός, και όχι σ’ αυτόν,στον οποίο δεν ομίλησε ο Θεός.  Η άγνοιά τους όμως είναι αδικαιολόγητη. Όφειλαν να εξετάσουν περισσότερο από όλους, αντικειμενικά και αμερόληπτα, χωρίς προκατάληψη και πάθος, την αγία ζωή του, τα θαύματά του, την διδασκαλία του. Έτσι θα είχαν μπροστά τους όλες  εκείνες τις ενδείξεις και μαρτυρίες, που θα τούς έπειθαν, ότι αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η ανάγκη της έρευνας ήταν τόσο περισσότερο επιτακτική, καθ’ όσον την εποχή εκείνη υπήρχε μεταξύ του λαού έντονη η προσδοκία της ελεύσεως του Μεσσία. Για τούς Φαρισαίους ο Ιησούς παραμένει άγνωστος, γιατί είναι εκ των προτέρων αποφασισμένοι να παραμείνουν στην απιστία.
Από τον στίχο αυτό μέχρι και τούς δύο επομένους παίρνει ακόμη  περισσότερο θάρρος ο τυφλός, και ομιλεί με πολλή περισσότερη παρρησία. Είναι πολύ παράδοξο, λέγει, ότι αγνοείτε τον άνθρωπο αυτόν και γι’ αυτό είστε τελείως αδικαιολόγητοι. Ο Ιησούς δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο ανάξιο της προσοχής σας. Το ότι μου άνοιξε τα μάτια  αυτό μαρτυρεί ότι είναι μια μεγάλη προσωπικότητα, ένας μεγάλος προφήτης που έχει έρθει από το Θεό, με τη δύναμη του οποίου κάμει τέτοια θαύματα.
 Εσείς τον ονομάσατε αμαρτωλό τελείως άδικα και αυθαίρετα, χωρίς να μπορείτε να στηρίξετε την κρίση σας πουθενά. Στούς  αμαρτωλούς ο Θεός δεν υπακούει, ώστε να κάμει τέτοια θαύματα δια μέσου αυτών, διότι και αυτοί δεν υπακούουν στο θέλημά του και έχουν αποξενωθεί απ’ αυτόν.Αντίθετα υπακούει στο θέλημα των πιστών και αφοσιωμένων σ’ αυτόν δούλων του, που φυλάσσουν το θέλημά του. Τους λόγους αυτούς του πρώην τυφλού επιβεβαιώνει και η Γραφή: «θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται»(Ψαλμ. 144,19).  Αφού λοιπόν ο Θεός υπακούει στο θέλημα του Ιησού και κάνει τέτοια θαύματα, άρα και αυτός τηρεί πιστά το θέλημα του Θεού και δεν μπορεί να είναι αμαρτωλός.  Βέβαια τα λόγια αυτά δεν ισχύουν απόλυτα. Ο Θεός ακούει επίσης και τις προσευχές αυτών που είναι μεν αμαρτωλοί, αλλά που μετανοούν για την προηγούμενη ζωή τους, που μισούν την αμαρτία και αγωνίζονται να ελευθερωθούν από αυτήν. Έτσι ο Θεός δέχθηκε την προσευχή του τελώνου, της πόρνης και του ληστού και τούς χάρισε την άφεση των αμαρτιών.(Συνεχίζεται)