Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής τουΤυφλού.(2ον) (Αρχιμ. Παύλου Δημητρακόπουλου)

Δείτε και:-(1ον)
Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής τουΤυφλού.
Εν Πειραιεί τη 16η Μαΐου 2015.
(2ον)
Συνεχίζοντες την ερμηνευτικήανάλυση της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής του Τυφλού και σαν συνέχεια των όσων εσημειώσαμε στην προηγούμενη δημοσίευση, προχωρούμε στην ερμηνεία των επομένων στίχων της περικοπής.
«Έλεγον ουν αυτώ, πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; απεκρίθη εκείνος και είπεν, άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τούς  οφθαλμούς  και είπέμοι ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι. απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα» ( 9, 10-11).

Άρχισαν να τον ρωτούν οι συγγενείς και οι γνωστοί του να τούς εξηγήσει, πως θεραπεύτηκε. Αναλαμβάνει στη συνέχεια ο τυφλός να τούς διηγηθεί περιληπτικά το περιστατικό του θαύματος. Ομολογεί ότι ο αυτουργός του θαύματος είναι κάποιος άνθρωπος ονόματι Ιησούς.Τον ονομάζει άνθρωπο από άγνοια, διότι δεν είχε ακόμη αποκτήσει τελειότερη γνώση γι’ αυτόν.  Το θαύμα δεν ήταν έργο απλού ανθρώπου, αλλά έργο θείας δυνάμεως. Περιορίζεται ο τυφλός να διηγηθεί με ευθύτητα και ειλικρίνεια, ό,τι έπεσε στην αντίληψή του από την αίσθηση της αφής και της ακοής, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τον τρόπο του θαύματος. Με την αφή αντιλήφθηκε τον πηλό που έβαλε στις κόγχες των οφθαλμών, ενώ με την ακοή έμαθε το όνομα του ευεργέτου του, καθώς άκουε να το προφέρουν οι μαθητές του.
Ρωτούν, που είναι, διότι εν τω μεταξύ οΚύριος έφυγε θέλοντας να αποφύγει την δόξα και τούς επαίνους των ανθρώπων. Έφυγε ακόμη για να μηνερεθίζει περισσότερο την οργή εκείνων που τον μισούσαν, όταν θα επληροφορούντο το θαύμα. Διότι και μόνο που άκουσαν από τον τυφλό, ότι ο αυτουργός του θαύματος είναι ο Ιησούς, άναψε μέσα τους ο θυμός. Επαναστατούν εναντίον του, διότι εθεράπευσε τον τυφλό εν ημέρα Σαββάτου.  Γι’ αυτό και ζητούν να μάθουν που είναι, για να τον φονεύσουν.  Ενώ θα περίμενε κανείς να χαρούν για το θαύμα μαζί με τον τυφλό, να δοξάσουν το Θεό και να πιστεύσουν στο Χριστό, αυτοί τυφλωμένοι από μίσος, τον καταδιώκουν, ωσάν να διέπραξε κάποιο έγκλημα. Ήθελαν να τον συλλάβουν, αλλά επειδή δεν τον βρήκαν, οδηγούν τον τυφλό προς τούς Φαρισαίους, προκειμένου να κάνουν αυτοί ακριβέστερη εξέταση του θαύματος, επειδή θεωρούνταν διδάσκαλοι και ερμηνευτές του νόμου.
Ο Ευαγγελιστής κάνει αυτήν την παρατήρηση, για να μας δώσει να καταλάβουμε, την αιτία για την οποία οδηγείται ο τυφλός προς ανάκριση. Η κατασκευή του πηλού και η χρίση των οφθαλμών, θεωρήθηκε παράβαση της νομικής εντολής για την αργία του Σαββάτου. Εκείνοι δηλαδή που συνέλαβαν τον πρώην τυφλό, προφανώς ομόφρονες των Φαρισαίων, εθεώρησαν τον Ιησούν ως παραβάτη της νομικής εντολής, ενώ παραθεώρησαν το θαύμα σαν ένα άνευ σημασίας γεγονός.  Τόσον όμως αυτοί όσον και οι Φαρισαίοι είχαν διαστρέψει και αλλοιώσει το πραγματικό νόημα και την βαθύτερη σημασία της αργίας του Σαββάτου. Κάθε πράξη αγάπης και ευεργεσίας προς τούς πάσχοντας αδελφούς μας την ημέρα αυτή όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίθεση, αλλά και εναρμονίζεται πλήρως με το πνεύμα της εντολής. Διότι η εντολή του Θεού έλεγε: «μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν…». (Εξ.20,8).Ο καλύτερος τρόπος αγιασμού της ημέρας αυτής είναι τα έργα της αγάπης και φιλανθρωπίας.
Προσπαθούν τόσον οι γείτονες όσον και οι Φαρισαίοι με τις συνεχείς ανακρίσεις να ασκήσουν ψυχολογική πίεση και φόβο στον τυφλό, ώστε να τον αναγκάσουν να ομολογήσει και αυτός την παράβαση της νομικής εντολής  και έτσι να αρνηθεί τον ευεργέτη του.  Αυτός όμως δεν διστάζει να διηγηθεί και μπροστά στούς Φαρισαίους ακόμη, το περιστατικό του θαύματος και να ομολογήσει ότι ο Ιησούς τον θεράπευσε. Το όλο πνεύμα και η  όλη  διάθεση με την οποία εξετάζουν το θαύμα είναι να διαπιστώσουν στις ενέργειες του Χριστού και άλλες παραβάσεις του Μωσαϊκού νόμου.
Μετά την διήγηση του θαύματος και την θαυμαστή παρρησία του τυφλού οι γνώμες των Φαρισαίων διχάζονται. Ορισμένοι εξ αυτών αρνούνται να τον πιστεύσουν και τον παρουσιάζουν σαν ένοχο και παραβάτη της εντολής της αργίας του Σαββάτου και άρα ξένον προς τον Θεόν. Παράβαση όμως πραγματική δεν υπήρχε, αλλά μόνο φαινομενική. Η πράξη του Χριστού ήταν κατά πάντα σύμφωνη με το πνεύμα της εντολής. Ο φθόνος και το μίσος έχει τόσο πολύ τυφλώσει τα μάτια της ψυχής των, ώστε να παρασιωπούν ένα τέτοιο μεγάλο θαύμα, παρόμοιο του οποίου δεν είχει γίνει μέχρι τώρα,και να προσπαθούν να οχυρωθούν πίσω από την νομική εντολή.  Κάποιοι άλλοι βλέπουν ορθότερα τα πράγματα, διακρίνουν σαφέστερα την πραγματικότητα. Το θαύμα αυτό, λέγουν, είναι αποδεικτικό θείας δυνάμεως. Αν ο Ιησούς ήταν παραβάτης του νόμου, ένοχος και αμαρτωλός, θα ήταν αποξενωμένος από τονΘεό. Πως τότε θα ήταν δυνατόν να επιτελέσει τέτοια μεγάλα έργα θείας δυνάμεως;  Πολύ σωστή η παρατήρηση αυτών των τελευταίων, από  την οποία θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο να πιστεύσουν στο Χριστό και κατόπιν να αποκτήσουν τελειότερη γνώση γι’ αυτόν.
 Εφ’ όσον λοιπόν αυτοί μεταξύ τους είχαν διαφωνήσει, κάλεσαν πάλι για δεύτερη φορά τον πρώην τυφλό να εκφέρει και αυτός τη γνώμη του γύρω από το πρόσωπο του ευεργέτη του, και ζητούν να μάθουν αυτό που πολλές φορές άκουσαν, ελπίζοντες αυτή τη φορά ότι θα παρασύρουν τον τυφλό στην γνώμη τους.Αυτός όμως με πολλή παρρησία και θάρρος τον ομολογεί προφήτη. Άνθρωπο δηλαδή απεσταλμένο από το Θεό για να αποκαλύψει το θέλημα του Θεού στούς ανθρώπους, και με θεία δύναμη μέσα του, με την οποία επιτελεί τα θαύματα. Άξιον πολλής προσοχής το θάρρος και η παρρησία του πρώην τυφλού,  ενός πτωχού και αγραμμάτου ανθρώπου, ο οποίος δεν φοβείται  να ομολογήσει τον ευεργέτη του, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Γενικότερα το ομολογιακό φρόνημα στη ζωή κάθε πιστού είναι το βασικότερο χαρα-κτηριστικό γνώρισμα που καθορίζει την γνησιότητα της πίστεως.
 Οι Φαρισαίοι που προσπαθούσαν να τον παρουσιάσουνως  παραβάτη του Μωσαϊκού Νόμου, όταν άκουσαν την ομολογία του τυφλού δυσαρεστήθηκαν. Βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Ο φθόνος δεν τούς άφηνε να παραδεχτούν το θαύμα.  Προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να το συσκοτίσουν.  Έτσι φθάνουν στο σημείο να αντιφάσκουν με τον εαυτό τους. Ενώ δηλαδή προηγουμένως παραδέχονταν μεν το θαύμα, αλλά παρουσίαζαν τον Χριστό ως άνθρωπο αμαρτωλό και παραβάτη, τώρα αρνούνται ότι έγινε θαύμακαι δέχονται ότι ο τυφλός δεν ήταν πραγματικά τυφλός, αλλά παρίστανε τον τυφλό, για να παίρνει ελεημοσύνη. Από μόνοι τους εξευτελίζονται και γελοιοποιούνται. Ο άνθρωπος που αγαπάει το ψέμα και δεν θέλει να πιστεύσει στην αλήθεια, προσπαθεί να βρειχίλιες δυόπροφάσεις για να την αποφύγει. Επειδή μέχρι τώρα δεν μπόρεσαν να φοβήσουν τον τυφλό ώστε να αρνηθεί το θαύμα, καταφεύγουνστούς γονείς με την ελπίδα ότι θα φοβήσουν τουλάχιστον αυτούς, για να ανατρέψουν το θαύμα.
Φέρνουνενώπιόν τους τούς γονείς του τυφλού και αρχίζουν την ανάκριση με θυμό και οργή με σκοπό να τούς φοβήσουν και εκβιάσουν, ώστε είτε να αρνηθούν ότι αυτός είναι ο υιός τους, είτε ότι δεν γεννήθηκε πραγματικά τυφλός. Εάν κατόρθωναν να επιτύχουν είτε  την μία είτε την άλλη περίπτωση θα ανέτρεπαν το θαύμα.   Τούς θέτουν τρία ερωτήματα: Είναι αυτός πράγματι ο υιός τους; Γεννήθηκε πράγματι τυφλός; Πως τώρα βλέπει; Εάν δηλαδή πράγματι αυτός είναι ο υιός τους, τότε γιατί ισχυρίζονται ότι γεννήθηκε τυφλός, και τον παρουσιάζουν ως τυφλό σ’ όλο τον κόσμο ενώ δεν είναι πραγματικά τυφλός; Για να κερδίζουν ελεημοσύνη απ’ αυτόν; Διότι πως εξηγείται ότι τώρα βλέπει; Όπως θα δούμε δε στη συνέχεια όσο αυτοί προσπαθούν να συσκοτίσουν το θαύμα τόσο πιο φανερό το καθιστούν.
 Δεν μπορούν να αρνηθούν οι γονείς ότι αυτός είναι το παιδί τους, το οποίο γνωρίζουν τόσο καλά όσο κανένας άλλος, διότι συναναστέφονται μαζί του από την ημέρα που γεννήθηκε. Δεν μπορούν να αρνηθούν τα σπλάχνα τους.  Αυτό θα ήταν πολύ φρικτό. Ούτε πάλι το γεγονός, ότι γεννήθηκε τυφλός αφού την τέλεια τύφλωσή του διαπίστωσαν πολλές φορές από την πείρα τους, και έλαβαν τόσες φροντίδες για το παιδί τους εξ’ αιτίας αυτής. Το μόνο που λέγουν είναι, ότι δε γνωρίζουν, πως τώρα βλέπει. Γι’ αυτό το θέμα τούς παραπέμπουν στον υιό τους. Το ότι έγινε θαύμα στο παιδί τους αυτό το διεπίστωσαν. Επίσης από αυτόν έμαθαν και το όνομα του ευεργέτη τους. Είχαν λοιπόν καθήκον και υποχρέωση από ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη να τον διακηρύξουν και αυτοί με παρρησία, όπως και ο υιός τους. Αυτοί όμως κατεχόμενοι από φόβο και δειλία μήπως τούς αφορίσουν οι Φαρισαίοι, τούς παραπέμπουν για τον τρόπο της θεραπείας στον ίδιο τον υιό τους. Ο υιός μας, λέγουν, είναι ώριμος άνδρας. Αυτός ας απολογηθεί για τον εαυτό του. (Συνεχίζεται).