Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Παραλύτου. (2ον) (Αρχιμ. Παύλου Δημητρακόπουλου)

Δείτε και το -(1ον) μέρος
Ερμηνευτικά σχόλια στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Παραλύτου.
Εν Πειραιεί τη 4η Μαΐου 2015.
(2ον)
Συνεχίζοντες τον ερμηνευτικό σχολιασμό της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής του Παραλύτου και σαν συνέχεια των όσων εσημειώσαμε στην προηγούμενη δημοσίευση, προχωρούμε στην ερμηνεία των επομένων στίχων της περικοπής.
«Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον και γνους ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ, θέλεις υγιής γενέσθαι;» ( 5, 6).
 Όταν ήρθε στον τόπο εκείνο ο Ιησούς, άφησε όλους τούς άλλους αρρώστους και πήγε κατ’ ευθείαν σ’ αυτόν. Αφ’ ενός μεν διότι έπασχε βαρύτερα από τούς άλλους και επί περισσότερο χρόνο και αφ’ ετέρου διότι, ενώ οι άλλοι είχαν δικά τους πρόσωπα να τούς συμπαρασταθούν και να τούς διακονήσουν, αυτός ήταν μόνος και έρημος. Επομένως είχε περισσότερη ανάγκη από τον Κύριο, παρά οι άλλοι. Του έθεσε δε το ερώτημα: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;».Θέλεις να γίνης καλά; Και ποιός άρρωστος που πάσχει, μάλιστα από μακροχρόνια αρρώστια, δεν ποθεί την υγεία του;  Ο Κύριος τον ερωτά, όχι για να μάθει, αν θέλει την υγεία του, διότι ως Θεός το εγνώριζε, αλλά για να φανερώσει σ’ όλους εμάς, πόσο μεγάλη ήταν η καρτερία και η υπομονή του. Επί πλέον δε ότι δεν είχε έναν άνθρωπο να τον διακονήσει.  Να αναλάβει δηλαδή, να τον βάλει στο νερό της δεξαμενής αμέσως μετά την ταραχή των υδάτων. Επίσης με το ερώτημα αυτό ο Κύριος ζητά να προσελκύσει την προσοχή και το ενδιαφέρον του αρρώστου στο πρόσωπό του,  διότι αυτός δεν τον γνώριζε, ούτε υποπτευόταν, ότι έχει την δύναμη να τον θεραπεύσει.
 Στο ερώτημα του Κυρίου αν θέλει να γίνει υγιής, ο παράλυτος παρουσιάζει στον άγνωστο γι’ αυτόν συνομιλητή, όλο το δράμα του, όλη την τραγωδία του. Και μάλιστα με πολλή πραότητα, πολύ ταπεινά. Είναι ταπεινωμένη η ψυχή του, γι’ αυτό και δεν οργίζεται, δεν αγανακτεί. Δεν ξεστόμισε λόγια πικρά, ούτε εναντίον του Θεού, ούτε εναντίον των ανθρώπων. Θα μπορούσε να στραφεί και εναντίον του Χριστού. Να μιλήσει σ’ αυτόν με αυθάδεια και οργή: «Με κοροϊδεύεις άνθρωπέ μου; παίζεις με τον πόνο μου; Είναι ερώτηση αυτή, αν θέλω να γίνω καλά;». Τίποτε όμως από αυτά δε λέγει, αλλά ομιλεί με πολλή πραότητα. Το μαρτύριό του ήταν διπλό. Πρώτον υπέφερε και βασανιζόταν από την παραλυσία επί 38 χρόνια και δεύτερον ήταν έρημος και αβοήθητος από κάθε ανθρώπινη συμπαράσταση. Δεν είχε ούτε συγγενή, ούτε φίλο, ούτε γνωστό, ούτε άγνωστο να τον διακονήσει, πράγμα που έκαμε ακόμη βαρύτερο το μαρτύριο της αρρώστιας του. Έβλεπε τούς άλλους, που ερχόταν μετά από αυτόν, να προλαβαίνουν να μπαίνουν αυτοί πρώτοι στη δεξαμενή και να βρίσκουν πριν από αυτόν τη θεραπεία. Έτσι του έπαιρναν οι άλλοι τη σειρά, ενώ το δράμα του συνεχιζόταν και παρατεινόταν. Κανένας δε από αυτούς που θεραπεύονταν δεν εφιλοτιμείτο κατόπιν, να βοηθήσει αυτόν τον παράλυτο, να βρει κι αυτός την υγεία του,  αλλά ο καθένας μόλις θεραπευόταν, σηκώνονταν κι έφευγε αδιαφορώντας γι αυτόν. Μέσα στα λόγια αυτά του παραλύτου μπορούμε να διακρίνουμε την ενδόμυχη ελπίδα του, ότι ο Χριστός θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμος. Να κάνει δηλαδή αυτός ό,τι δεν έκαναν οι άλλοι.   Να αναλάβει να τον βάλει μέσα στη δεξαμενή αμέσως μετά την ταραχή  των νερών.
 Χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο ο Κύριος, προχωρεί κατ’ ευθείαν στη θεραπεία. Ως παντοδύναμος κυβερνήτης και εξουσιαστής του παντός δίδει ένα πρόσταγμα και αμέσως η ασθένεια εξαφανίζεται. Τα παράλυτα μέλη επανακτούν και πάλι την κανονική τους λειτουργία. Η πλήρης υγεία αποκαθίσταται στο ακέραιο. Και όλα αυτά γίνονται «ευθέως» δηλαδή αμέσως. Όχι βαθμιαία, προοδευτικά και σταδιακά. Γίνεται υγιής, σαν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ. Τα μέλη του είναι τόσο δυνατά, ώστε ο πρώην παράλυτος να είναι εις θέσιν τώρα να σηκώσει και το κρεβάτι του στους ώμους του. Για να φανεί λοιπόν σ’ όλους η πλήρης αποκατάσταση της υγείας του και να μη νομίσει κανείς, ότι η θεραπεία είναι μια φαντασία και απάτη, ο Κύριος διατάζει τον θεραπευθέντα, όχι μόνο να σηκωθεί ο ίδιος, αλλά να σηκώσει και το κρεβάτι του. Ήταν δε η ημέρα εκείνη Σάββατο. Και επομένως δεν επιτρέπονταν, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο,να σηκώσει κανείς βάρος. Όσοι λοιπόν θα τον έβλεπαν, θα ρωτούσαν την αιτία της πράξεώς του. Και έτσι θα μάθαιναν για το θαύμα. Στο παντοδύναμο λοιπόν αυτό πρόσταγμα του Κυρίου το θαυμαστό είναι, ότι ο παράλυτος πείθεται και υπακούει.  Δεν εκφράζεται με αμφιβολία και δισταγμό: «Ποιός είσαι εσύ που νομίζεις, ότι μπορείς να με θεραπεύσεις με ένα σου λόγο; Μήπως είσαι ανώτερος από τον άγγελο, που έρχεται και ταράζει το νερό;» Όχι. Πείθεται και υπακούει.Και το θαύμα γίνεται. Πείθεται επί πλέον να σηκώσει και το κρεβάτι του παρ’ όλο που γνώριζε, ότι ήταν ημέρα Σαββάτου. Πείσθηκε από το θαύμα ο παράλυτος, ότι εκείνος που είχε τη δύναμη να  τον θεραπεύσει, ήταν κύριος και εξουσιαστής και του Σαββάτου. Έτσι η εντολή του Κυρίου να σηκώσει το κρεβάτι του ήταν για τον άνθρωπο αυτό ταυτόχρονα μια δοκιμασία της πίστεώς του. Ο Κύριος δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση ζητάει την πίστη από τον παράλυτο μετά τη θεραπεία του, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ασθενειών την απαιτεί από αυτούς σαν απαραίτητη προϋπόθεση, για να προχωρήσει στο θαύμα. Που όμως  οφείλεται αυτή η διαφορετική συμπεριφορά του Κυρίου; Στο γεγονός ότι οι άλλοι ασθενείς γνώριζαν περί του Χριστού από άλλες περιπτώσεις θαυμάτων του, ενώ ο παράλυτος αυτός δε εγνώριζε τίποτε για το Χριστό.
 Όπως ήταν φυσικό, όταν οι Ιουδαίοι είδαν τον άνθρωπο αυτόν με το κρεβάτι στον ώμο, να βαδίζει μέσα στους δρόμους της πόλεως, του έκαμαν αυστηρές παρατηρήσεις, προσπάθησαν να τον αποτρέψουν: «Αυτό που κάνεις είναι απαγορευμένο. Πως τολμάς να παραβαίνεις την αργία του Σαββάτου;». Και τι τούς απαντά ο θεραπευθείς; Εγώ δεν το κάνω αυτό από μόνος μου, αλλά εκείνος που θεράπευσε την παραλυσία μου, εκείνος μου έδωσε αυτή την εντολή. Εγώ ήμουν πρώτα παράλυτος και εκείνος με  ένα του πρόσταγμα με θεράπευσε. Για να κάνει ένα τόσο μεγάλο και καταπληκτικό θαύμα, έχει αναμφίβολα θεία εξουσία και δύναμη. Και επομένως δεν είναι δυνατόν να είναι αντίθετος προς τον νόμο του Θεού. Δεν καταφρονώ τις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά υπακούω σ’ εκείνον, που με τα έργα του αποδεικνύει ότι είναι ο νομοθέτης του Σαββάτου.Ο άνθρωπος αυτός με πολλή ανδρεία και τόλμη υπερασπίζεται τον Χριστό και προβάλλει το θαύμα, που αποτελεί εγγύηση για την ορθότητα της πράξεώς του. Διότι θα μπορούσε να υποχωρήσει και να πη: «Εφ’ όσον αυτό είναι παράβαση, υποχωρώ και αφήνω το κρεββάτι».