Η πορεία στους Εμμαούς. “μείνον μεθ’ ημών…” (Λουκ. 24, 29)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΜΜΑΟΥΣ
“μείνον μεθ’ ημών…” (Λουκ. 24, 29)
Έγερνε ο ήλιος στη δύση του, όταν το φιδωτό δρομάκι που οδηγεί απ’ τα Ιεροσόλυμα στην πολίχνη Εμμαούς περπάταγαν δύο οδοιπόροι.
Η φύση ολόγυρα πανηγυρίζει τη δική της ανάσταση, λουσμένη μέσα αρώματα και χρώματα. Λόφοι και πεδιάδες καταπράσινες και ολοπλούμιστες από χίλιων λογιών αγριολούλουδα χαρίζουν μια ιδιαίτερη τέρψη στις ανθρώπινες αισθήσεις, διαλαλώντας με χίλια στόματα, με μύριους τρόπους του δημιουργού την πανσοφία και αγάπη, τη θεία δόξα και μεγαλοσύνη. Χελιδόνια σχίζουν τον αέρα και σπίνοι κι αηδόνια κρυμμένα στις φυλλωσιές των δένδρων συμμετέχουν με τη συναυλία τους στο πανηγύρι της φύσης.
Κι όμως, η εξαίσια αυτή ανοιξιάτικη ομορφιά αφήνει ανέγγιχτους και αδιάφορους τους δύο οδοιπόρους. Αυτοί βαδίζουν πλάι-πλάι σκυφτοί και σκυθρωποί, καθώς κουβέντιαζαν για το δάσκαλο τους τον Ιησού, για όσα συνέβησαν στα Ιεροσόλυμα. Οι καρδιές τους είναι πολύ βαριές και η θλίψη ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους. Καθώς οι δύο αυτοί μαθητές του Χριστού (ο Λουκάς και ο Κλεόπας) βάδιζαν συζητώντας όλα αυτά, τους πλησίασε ο ίδιος ο Ιησούς και βάδιζε μαζί τους. Τα μάτια τους όμως εμποδίζονταν, έτσι που να μην τον αναγνωρίσουν. Ο Κύριος παρουσιάσθηκε «εν ετέρα μορφή».
 – Αυτά με τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, που ήταν προφήτης δυνατός και σε έργα και σε λόγια… και πώς τον παρέδωσαν οι αρχιερείς και οι άρχοντες μας να καταδικαστεί σε θάνατο και τον σταύρωσαν».
Μας είπε ότι την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί, αλλά εμείς δεν τον είδαμε. Επιπλέον κάποιες γυναίκες από τον κύκλο μας πήγαν στον τάφο και τον βρήκαν άδειο και μας είπαν ότι είδαν οπτασία αγγέλων, οι οποίοι είπαν ότι ο Χριστός αναστήθηκε. Τότε μερικοί από τους δικούς μας πήγαν στο μνήμα και διαπίστωσαν τα ίδια που είπαν και οι γυναίκες, αυτόν όμως δεν τον είδαν.
Ο Χριστός τους επέπληξε: «Ανόητοι, που η καρδιά σας αργεί να πιστέψει σε όλα όσα είπαν οι προφήτες. Αυτά δεν έπρεπε να πάθει ο Μεσσίας και να δοξασθεί. Κι αρχίζοντας από τα βιβλία του Μωυσή και όλων των προφητών, τους εξηγεί όσα αναφέρονται σ’ όλες τις Γραφές για τον εαυτό του. Πόσο γλυκά έφταναν στ’ αυτιά τους τα λόγια του! Και τι φλόγα άναβε στην καρδιά τους η διδαχή του! Το τοπίο μέσα τους ξεκαθάρισε, η κατήφεια μεταβλήθηκε σε χαρά, η αμφιβολία σε πίστη και βεβαιότητα στην ανάσταση του διδασκάλου τους, η απαισιοδοξία σε αισιοδοξία και ενθουσιασμό.
 Κόντευε να νυχτώσει καθώς πλησίαζαν στο χωριό. Ο άγνωστος συνοδοιπόρος προσποιήθηκε ότι θέλει να πάει πιο μακριά. Εκείνοι όμως τον παρακαλούσαν φιλόξενα: «Μείνον μεθ’ ημών, ότι προς εσπέραν εστί και κέκλικεν η ημέρα». Εκείνος δέχθηκε. Έστρωσαν τραπέζι να τον φιλοξενήσουν. Τότε πήρε το ψωμί το ευλόγησε, το έκοψε σε κομμάτια, τους το έδωσε. Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια τους και κατάλαβαν ποιος είναι. Αυτός όμως έγινε άφαντος.
Πόσοι οδοιπόροι της ζωής δια μέσου των αιώνων δεν θα ζήλευαν και δεν θα αποζητούσαν τη συντροφιά του άγνωστου συνοδοιπόρου!!
Πόσοι μέχρι σήμερα δεν βρήκαν χαρά, αγάπη, ειρήνη και γαλήνη κοντά στο Χριστό! Πόσοι δεν χάρηκαν τη θεία συντροφιά του! Πόσοι δεν γοητεύθηκαν από τη θεία του αγάπη και δεν τράφηκαν από τη ζωηφόρο διδασκαλία του.
Τι άλλο, αλήθεια, θα είχαμε να παρακαλέσουμε παρά να μείνει ο Κύριος πάντοτε μαζί μας; Να μείνει στην καρδιά μας, στην οικογένειά μας, να μείνει στους νέους και στους γέρους, στον καθένα και να του χαρίζει ό,τι έχει ανάγκη. “Μείνον μεθ’ ημών ότι προς εσπέραν εστί και κέκλικεν η ημέρα”.