Οι μάρτυρες της Αναστάσεως

ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
    Αναμφίβολα οι αψευδέστεροι και ασφαλείας μάρτυρες της Αναστάσεως του Κυρίου είναι οι άγιοι Απόστολοί Του. Γιατί είναι αυτοί που ο Χριστός τους στοίχισε. Έδωσαν ολόκληρη τη ζωή τους για τον Χριστό, εγκατάλειψαν τις οικογένειές τους, τα επαγγέλματά τους, την ήσυχη ζωή τους, για να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στον αρχηγό της ζωής και κύριο γης και ουρανού.
   Και θα ήταν ασφαλώς η πράξη τους αυτή μια παράλογη ενέργεια, αν στο θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού δεν εύρισκαν το νόημα της ζωής τους, δεν εύρισκαν “ον έγραψαν Μωϋσής και οι προφήτες” την προσδοκία των Εθνών, το σωτήρα και λυτρωτή του κόσμου. Δεν εύρισκαν στο πρόσωπο του Χριστού αυτό που κανένας άλλος και τίποτε άλλο στον κόσμο δεν μπορούσε να τους προσφέρει. Η διδασκαλία του η πρωτάκουστη, τα θαύματά του, η θεανδρική του προσωπικότητά τους γοήτευσαν κυριολεκτικά.
    Και βέβαια θα πει κανείς, όσο έκανε θαύματα και ζούσε σ’ αυτόν τον κόσμο, επόμενο ήταν να έχει μαθητές και θαυμαστές. Κατά τις δύσκολες όμως στιγμές του Πάθους του, της δικής του και ιδιαίτερα της σταυρώσεώς του, όλοι τον εγκατέλειψαν, πλην ενός, του πιο αγαπημένου του μαθητή Ιωάννη. Ο Πέτρος, θερμός στην πίστη, ορμητικός και εκδηλωτικό, ενθουσιώδης τύπος, που έδινε υποσχέσεις και όρκους ότι θα μείνει μέχρι θανάτου πιστός στον Κύριο, τον αρνείται τρεις φορές μπροστά σε μια υπηρέτρια, όπως άλλωστε του το είχε προείπει ο Χριστός: “πριν αλέκτωρ φωνήσει τρις απαρνήσει με”.
    Όλοι οι μαθητές του, πλην του Ιωάννη, αυτοί που είδαν τόσα και τόσα θαύματα και μάλιστα πριν από λίγο την Ανάσταση του Λαζάρου, που άκουσαν τόσα ουράνια και θεία λόγια, διασκορπίστηκαν και κρύφτηκαν στις δύσκολες αυτές ώρες “δια τον φόβον των Ιουδαίων”. Η πίστη τους κλονίζεται. Αφού βλέπουν το δάσκαλό τους να πεθαίνει πάνω στο σταυρό, τα χάνουν, αμφιβάλλουν αν όσα τους είχε υποσχεθεί ο Χριστός θα συμβούν και κυρίως η Ανάστασή του και κάθονται κρυμ- μένοι και φοβισμένοι. Τι θα ήταν λοιπόν εκείνο που θα τους έκανε να επανακτήσουν το θάρρος τους και την εμπιστοσύνη τους απέναντι στον Κύριο και τη βεβαιότητα ότι πράγματι αναστήθηκε; Τίποτε άλλο παρά μόνον η Ανάστασή Του. Και αυτή η Ανάστασή Του είναι το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός, μαζί με τα Χριστούγεννα και τη Μ. Παρασκευή. Οι Απόστολοι είδαν όλοι τον Αναστημένο Χριστό και όχι απλώς τον κενό τάφο. Επί σαράντα ολόκληρες ημέρες ο Χριστός εμφανιζόταν στους μαθητές του, ώστε όλοι τον είδαν αναστημένο, τον άκουσαν να τους μιλάει, δέχθηκαν την ευλογία του, άκουσαν το “Χαίρετε” και το “ειρήνη υμίν”, συνοδοιπόρησαν μαζί του, έτσι ώστε δεν έμεινε σε κανέναν καμία αμφιβολία ότι ο Κύριος αναστήθηκε. “Οις και παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις, δι’ ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενοι αυτοίς και λέγων τα περί της βασιλείας του Θεού” (Πραξ. Αποστολ. (α, 1-9). Ο δυσκολόπιστος Θωμάς θα προκληθεί από τον Κύριο να τον ψηλαφίσει, για να διαπιστώσει ότι δεν είναι φάν- τασμα. Και ο Θωμάς ομολόγησε “Ο Κύριός μου και Θεός μου”. Θα τον ιδούν στη συνέχεια να αναλαμβάνεται στους ουρανούς και σε δέκα ημέρες θα δεχθούν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με την υπόσχεση του Αναστάντος Κυρίου. Δεν θα σας αφήσω ορφανούς, θα σας στείλω τον Παράκλητο, το Πνεύμα της Αλήθειας. Αυτός θα σας διδάξει τα πάντα και θα σας υπενθυμίσει όλα όσα εγώ είπα και έκαμα. “Αλλά λήψεσθε δύναμην (επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ’ υμάς και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης” (Πραξ. Απ. Α’ 1-9).
Ποιος, λοιπόν, λογικός άνθρωπός μπορεί να παραδεχθεί ότι οι μαθητές του Χριστού αγράμματα οι περισσότεροι και δειλοί θα κατόρθωναν όσα κατόρθωσαν αν ο Χριστός δεν είχε αναστηθεί; Πώς θα συνέχιζαν να πιστεύουν ότι ο Χριστός είναι πράγματι ο Μεσσίας; Αντίθετα θα ήταν οι πρώτοι που θα τον αποκήρυσσαν, θα τον αρνόνταν και θα διακήρυτταν σ’ όλο τον κόσμο ότι ήταν ένας απατεώνας, ένας λαοπλάνος που τους ξεγέλασε και θα γύριζαν στα σπίτια τους αποκαρδιωμένοι. Αυτοί που τον εγκατέλειψαν κατά την ώρα του Πάθους και του Σταυρού πως ύστερα θα πίστευαν σ’ αυτόν και θα θυσίαζαν τα πάντα και τη ζωή τους γι’ αυτόν.
    Αντίθετα με την Ανάσταση του Χριστού και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος γίνονται τόσο θαρραλέοι και φωτισμένοι, ώστε να μη φοβούνται ούτε το Ιουδαϊκό Συνέδριο, ούτε τις φυλακίσεις, ούτε τις μαστιγώσεις ούτε αυτόν τον θάνατο. “Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις”, θα πουν στο Ιουδαϊκό Συνέδριο. Αν δεν μιλήσουμε εμείς θα μιλήσουν οι πέτρες. Οι Απόστολοι θα γίνουν στη συνέχεια οι μάρτυρες και κήρυκες του Σταυρού, του Πάθους, της Αναστάσεως και της εις ουρανούς αναβάσεως του Κυρίου. Και θα αξιωθούν και αυτοί μαρτυρικού θανάτου, όπως άλλωστε τους είχε προείπει ο Κύριος. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει χαρακτηριστικά: “Καγώ εώρακα και με- μαρτύρηκα ότι ούτος εστίν ο υιός του Θεού” (Ιωαν. Α’, 34). Και αλλού: “Ούτως εστίν ο μαθητής ο μαρτυρών περί τούτων και γράψας ταύτα, και οίδαμεν ότι αληθής εστίν η μαρτυρία αυτού” (Ιωαν. ΚΑ, 24).
    Εδώ θα πρέπει ν’ αναφερθούμε και στον Απόστολο Παύλο, που δεν είναι από τον κύκλο των δώδεκα μαθητών ούτε καν των εβδομήκοντα. Ο διώκτης θεολόγος του Ιουδαϊσμού Σαούλ έγινε μετά το όραμα της Δαμασκού ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, ο πνευματικός πατέρας των Ελλήνων. Τι ήταν εκείνο που τον έκανε να αλλάξει πορεία και ζωή;
      Να αλλάξει την στάση του απέναντι στο Χριστιανισμό; Αναμφίβολα ο Αναστημένος Χριστός, ο ουράνιος αλιέας, τον οποίο συνάντησε ο Σαούλ στην πορεία του προς τη Δαμασκό. Εκεί ο Σαούλ, είδε και γνώρισε το Χριστό και πειθάρχησε απόλυτα στις εντολές του. Στις επιστολές του ο Παύλος, στο σημείο που αναφέρεται στις εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού στους μαθητές του, αναφέρει με ταπείνωση την εμφάνιση του Χριστού και σ’ αυτόν: “Έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρωμάτι ώφθη καμοί” (Κορινθ. Α’ ιε’ 8).
    Ας σκύψουν οι άπιστοι και άθεοι και όλοι οι αμφιβάλλοντες πάνω στα κοσμοϊστορικά αυτά γεγονότα και ας μας απαντήσουν πως συνέβησαν όλα αυτά; με ποια λογική εξηγούνται; Ας αρνούνται και ας αμφισβητούν την Ανάσταση του Χριστού. “Και βάτραχοι κροάζουσιν, αλλά μακρόθεν”. Ο νικηφόρος παιάνας “Χριστός Ανέστη…” αντηχεί και θα αντηχεί σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της υδρογείου, για να χαρίζει πίστη, ελπίδα, αγάπη, χαρά και φως στις καρδιές των ανθρώπων