11 Απρ 2015

Η εις Άδου κάθοδος του Χριστού

ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
“Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις της γης…”
   Είναι δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας που στηρίζεται τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στην Ιερή Παράδοση ότι ο Χριστός εισήλθε θριαμβευτής στο Βασίλειο του θανάτου, στον Άδη μετά το σταυρικό του θάνατο και πριν από την ένδοξο Ανάστασή του. Το δόγμα αυτό απετέλεσε από τα πρώτα βήματα της Εκκλησίας ουσιώδες τμήμα του Ευαγγελικού κηρύγματος και της θείας λατρείας. Αργότερα έγινε και αντικείμενο θεολογικής μελέτης από τους μεγάλους Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας και θεσπίστηκε ως δόγμα από την Ε’ Οικουμενική Σύνοδο το 553.
   Τα σημαντικότερα χωρία της Αγίας Γραφής που αναφέρονται στην αλήθεια αυτή είναι: “Ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις Άδου, ουδέ δώσεις του όσιόν σου ιδειν διαφθοράν” (Ψαλμ. 15,10). Το χωρίο αυτό ερμηνεύοντας ο απ. Πέτρος γράφει: “Προϊδών ελάλησε περί της Αναστάσεως του Χριστού, ότι ου κατελείφθη η ψυχή αυτού εις Άδου, ουδέ η σαρξ αυτού είδε διαφθοράν” (Πραξ. Β, 31). Και ο απ. Παύλος γράφει: “Ον δε ο Θεός ήγειρεν, ουκ είδε διαφθοράν” (Πραξ. ιγ, 17). Συμπληρωματικά είναι και τα άλλα δυο χωρία του απ. Πέτρου: “Ο Χριστός… θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι, εν ω και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξε, απειθήσασι ποτέ” (Α’ Πετρ. Γ’ 18-20). Και “τούτο γαρ και νεκροίς ευηγγελίσθη, ίνα κριθώσι μεν κατά ανθρώπους σαρκί, ζώσι δε κατά Θεόν πνεύματι” (Α’ Πετρ. σ’ 6).
     Το δογματικό περιεχόμενο της διδασκαλίας αυτής μπορεί να συνοψισθεί στις εξής προτάσεις: Η εις Άδου κάθοδος έγινε πριν από την Ανάσταση, όπως δέχονται οι Πατέρες και όπως αναφέρεται και στο αποστολικό σύμβολο.
   Η τεθεωμένη ψυχή του Χριστού κατήλθε στον Άδη ευθύς μετά την εκφώνηση του “τετέλεσται”, στιγμή κατά την οποία χωρίστηκε από το άχραντο σώμα του, και έμεινε εκεί κατά το μέχρι την Ανάσταση τριήμερο χρονικό διάστημα, ενώ το σώμα έμεινε αδιάφθορο στον τάφο, ήτοι από το βράδυ της Παρασκευής μέχρι το πρωί της Κυριακής. Γι’ αυτό εμείς οι ορθόδοξοι “τω αγίω και Μεγάλω Σάββατω την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την εις “Άδου κάθοδον εορτάζομεν”.
    Η εις Άδου κάθοδος είναι βεβαίωση του θανάτου του Κυρίου και της υπάρξεως εν αυτώ ψυχής ανθρωπίνης και ταυτόχρονα η πραγματική παράσταση της θριαμβευτικής εισόδου του Κυρίου στο Βασίλειο του θανάτου, η οποία κατέλυσε το κράτος του θανάτου και τον ίδιο το Διάβολο.
    Επομένως ο σκοπός και το έργο της καθόδου του Χριστού στον Άδη ήταν από τη μια να καταργήσει “τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διαβολον (Εβρ. β’ 14), αλλά συγχρόνως να καταλύσει και να εκμηδενίσει το κράτος του Άδη και του θανάτου (Α’ Κορινθ. Ιε, 55) αποδεικνύοντας έτσι ότι είναι κύριος νεκρών και ζώντων (Ρωμ. Ιδ, 9) και από την άλλη να κηρύξει το ευαγγέλιο της σωτηρίας στις ψυχές των δεσμίον του Αδη. (Α’ Πετρ. δ,6,γ,19).
    Ο Χριστός βέβαια κήρυξε σε όλους στον Άδη και σίγουρα σώθηκαν, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών Πατέρων, οι δίκαιοι της Π. Διαθήκης, αλλά είναι άγνωστο αν αποδέχθηκαν το λυτρωτικό αυτό κήρυγμα του Χριστού όλοι οι απ’ αιώνος κεκοιμημένοι. Η απελευθέρωση του Αδάμ και της Εύας και των δικαίων της Π. Διαθήκης, κύριο θεμάτων λειτουργικών κειμένων του Μ. Σαββάτου, δονεί και όλη την λειτουργική ατμόσφαιρα της Κυριακής του Πάσχα.” Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις της γης και συνέτριψας μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπε- δημένων, Χριστέ…”.
Η Ορθόδοξος εικονογράφηση της Αναστάσεως περιλαμβάνει δύο εικόνες: Οι άγιες γυναίκες προ του μνημείου και “η εις Άδου Κάθοδος“. Η παράσταση της Αναστάσεως με την εις Άδου κάθοδον είναι εικόνα συμβολική και παριστάνει το γεγονός του Μ. Σαββάτου, ό,τι προηγήθηκε της Αναστάσεως του Χριστού. Οι δύο αυτές εικόνες είναι για την Ορθόδοξη Εκκλησία οι εικόνες του Πάσχα.