ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ

 
          Όλες οι θρησκείες έχουν ένα πνεύμα μυστικότητας σε ό,τι αφορά στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό και την παρουσία του Θεού στις καρδιές των πιστών. Αυτή η μυστικότητα αποτυπώνεται κυρίως στην προσευχή και στον διάλογο του ανθρώπου με τον εαυτό του, όταν ο άνθρωπος αναζητεί νόημα και σκοπό στη ζωή του, όταν κρίνει τις πράξεις του, όταν θέλει να δει τι από τους λογισμούς και τα έργα του έχει να κάνει με το θέλημα του Θεού και τι όχι. Και την ίδια στιγμή ο καθένας αναζητεί την παρουσία του Θεού. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της αναζήτησης είναι η προσμονή. Είναι η ετοιμασία της καρδιάς για τον ερχομό του Νυμφίου της. Μία προσμονή που μπορεί να κρατήσει ολόκληρη ζωή. Την ίδια στιγμή όμως ο άνθρωπος που πιστεύει λειτουργεί και δημόσια. Δηλώνει την πίστη του ενώπιον των άλλων ανθρώπων είτε με απλές κινήσεις, όπως με το σύμβολο του σταυρού στη χριστιανική παράδοση, είτε με την προσπάθειά του να ακολουθήσει τη διδασκαλία της θρησκείας του στις σχέσεις με τους άλλους, καθώς υπάρχουν προτροπές και κανόνες που η θρησκευτική διδαχή εμπεριέχει.
                Αυτή η δημόσια φανέρωση αποτελεί την μαρτυρία της πίστης. Και είναι συνήθως αυτή που φοβίζει τους περισσότερους ανθρώπους, που θα προτιμούσαν η μαρτυρία να είναι μυστική, σιωπηλή. Να μην χρειάζεται να δηλώνουν ενώπιον των ανθρώπων τι πιστεύουν. Όμως σε ό,τι αφορά στην χριστιανική παράδοση η διδασκαλία του Χριστού είναι ξεκάθαρη: «όποιος ομολογήσει ενώπιον των ανθρώπων ότι ανήκει σε μένα, θα τον αναγνωρίσω κι εγώ για δικόν μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου» (Ματθ. 10, 32). Κι αυτό διότι δημόσια ο Χριστός κήρυξε στους ανθρώπους το μήνυμα της σωτηρίας. Δημόσια έκανε  θαύματα. Δημόσια έπαθε υπέρ των ανθρώπων και φανερώθηκε μετά την Ανάσταση σε όσους Τον αγάπησαν, αλλά και δημόσια το Άγιο Πνεύμα φανέρωσε τους καρπούς του στην Πεντηκοστή και στην πορεία της Εκκλησίας. Ιδίως τα θαύματα τα οποία έκανε ο Χριστός δεν είχαν κάποιο ιδιωτικό χαρακτήρα. Πάντοτε κάποιοι ήταν μπροστά, συνήθως πολλοί, για να μαρτυρούν για την αλήθεια τους.
                Αυτό συνέβη και στο θαύμα της θεραπείας ενός παραλυτικού στην Καπερναούμ.Δημόσια ο Χριστός δίδασκε, παρουσία πολλών σε ένα σπίτι, οι οποίοι είχαν κατακλύσει το χώρο. Δημόσια και οι φίλοι του παραλυτικού, επειδή δεν μπορούσαν να εισέλθουν με το κρεβάτι της ασθένειας, χάλασαν τη στέγη του σπιτιού, έκαναν άνοιγμα και κατέβασαν τον άρρωστο φίλο τους ενώπιον του Χριστού. Δημόσια ο Χριστός δήλωσε ότι συγχωρεί τις αμαρτίες του αρρώστου, για να φανεί προς όλους ότι ο άρρωστος δεν ήταν καταραμένος από το Θεό, αλλά στο πρόσωπο του Χριστού η ύπαρξή του γιατρεύεται εσωτερικά από κάθε αμαρτία. Δημόσια ο Χριστός τον γιάτρεψε και από την σωματική ασθένεια. Και αυτός «ηγέρθη ευθέως και άρας τον κράβατον εξήλθεν εναντίον πάντων» (Μάρκ. 2, 12), σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και μπροστά σε όλους βγήκε έξω. Όλοι δημόσιαδόξαζαν το Θεό «λέγοντες ότι ουδέποτε ούτως είδομεν», τέτοια πράγματα ποτέ δεν είχαν δει ως τότε.
                Οι μόνοι που δεν εκφράστηκαν δημόσια ήταν οι εκπρόσωποι της ιουδαϊκής παράδοσης, οι γραμματείς, οι θεολόγοι του Ιουδαϊσμού. Αυτοί, προσκολλημένοι στο γράμμα του νόμου, τον οποίο ήξεραν καλά, όπως πίστευαν, συλλογίζονταν  εντός τους μυστικά εναντίον του Χριστού θεωρώντας πως μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρέσει αμαρτίες και όχι ο Ίδιος, τον οποίο δεν αποδέχονταν ως Θεό. Και τότε ο Κύριος, ο Οποίος γνωρίζει καλά τις σκέψεις του καθενός ανθρώπου και εκείνων, τους ελέγχει δημόσια: «τι ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;» (Μάρκ. 2, 8), Γιατί κάνετε αυτές τις σκέψεις στο νου και την καρδιά σας;  Και θα κάνει το θαύμα για να φανερώσει ότι αυτό που σκέφτονταν ιδιωτικά δεν είχε να κάνει με την αλήθεια, διότι ενώ ήξεραν τις αλήθειες του νόμου, δεν γνώριζαν την όντως Αλήθεια που είναι ο Ίδιος ο Χριστός.  
                Σε ποιον μοιάζει η ζωή μας; Είμαστε άνθρωποι αληθινοί, που εκφράζουμε δημόσια αυτό που πιστεύουμε, αυτό που ζούμε στη σχέση μας με το Θεό ή αυτό που θα θέλαμε να ζήσουμε, ή λειτουργούμε κρυφά, ιδιωτικά, παραδίδοντας τον εαυτό μας σε διπλοπροσωπία και μη μπορώντας να αποδεχθούμε την δύναμη της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας και στη ζωή του κόσμου; Ζηλεύουμε αυτούς που προχωρούν κατά Θεό; Μήπως προτιμούμε να κρυβόμαστε δειλιώντες στα του εαυτού μας; Είμαστε έτοιμοι δημόσια, όπως ο παραλυτικός, να ζητήσουμε την θεραπεία μας, δια των μυστηρίων της Εκκλησίας, της μετανοίας και της ευχαριστίας, διότι εκεί το πρόσωπο του ιερέα –πνευματικού, αλλά και το ποτήριο της κοινωνίας είναι η Εκκλησία το κατεξοχήν δημόσιο έργο του Θεού. Ο Χριστός, βεβαίως, δεν ζητά από εμάς να δηλώσουμε δημόσια την πνευματική μας προκοπή και τον πνευματικό μας αγώνα, διότι κάτι τέτοιο θα αποσκοπούσε στο να λάβουμε μισθό από τους ανθρώπους, αλλά την  πίστη μας ότι Εκείνος είναι ο Θεάνθρωπος. Ο Χριστός επιτιμά τους γραμματείς για τους κρυφούς λογισμούς τους, οι οποίοι στηρίζονται στην άρνηση ότι Εκείνος είναι ο Θεάνθρωπος. Και δίνει την δυνατότητα στον παραλυτικό, ο οποίος, μαζί με τους φίλους του, Τον προσεγγίζουν χωρίς να νοιαστούν για την κατάκριση, τις διαμαρτυρίες και τον εξευτελισμό τον οποίο πιθανότατα θα υπέστησαν όταν γινόταν το άνοιγμα στη στέγη και κατέβαινε το κρεβάτι μπροστά στο Χριστό, δημόσια να γευτούν τη χαρά του θαύματος.
                Αυτή η ανάγκη για αλήθεια μεταφέρεται και στην καθημερινή μας ζωή, στη σχέση μας με τους άλλους. Συχνά οι άνθρωποι άλλα πιστεύουμε και λέμε στις καρδιές και στο νου μας και άλλα δείχνουμε έναντι των άλλων. Κατακρίνουμε, αρνούμαστε, δυσκολευόμαστε μαζί τους, ενώ κάποιοι εργάζονται παρασκηνιακά, υποκριτικά, προκειμένου να  πετύχουν τους στόχους της δόξας, της ηδονής, της καταξίωσής τους με εξουδένωση των άλλων, χωρίς να είναι αληθινοί, ευθείς,  ακόμη κι να ριψοκινδυνεύουν την απόρριψη. Όποιος όμως είναι αληθινός, δεν λέει άλλα στη δημόσια και άλλα στην προσωπική του ζωή, μπορεί να μην γίνει αποδεκτός από τους πολλούς, θα βρει όμως παραδοχή από τον Θεό, ο Οποίος απορρίπτει τον ψιθυρισμό, την κακία, την υποκρισία, και την ίδια στιγμή, αν έχει ταπείνωση, οι σχέσεις του, ακόμη κι αν είναι λίγες, θα είναι γνήσιες.
                Η Εκκλησία δεν αρνείται την μυστική ζωή του Πνεύματος, αυτή της προσευχής και της προσμονής της θέας του Θεού. Όμως αυτή αφορά στην προσωπική μας σχέση με το Θεό. Επειδή όμως όλοι μας ζούμε στην κοινωνία, ας μην φοβόμαστε δημόσια να δείχνουμε αυτό που θα πρέπει να είναι το χαρακτηριστικό της ιδιωτικής μας πορείας σε σχέση με το Θεό: η αγάπη προς Αυτόν, ακόμη κι αν περνά μέσα από το δρόμο της απόρριψής μας από τους άλλους, της μαρτυρίας που μπορεί να γίνει μικρότερο ή μεγαλύτερο μαρτύριο. Κι ας μάθουμε να βλέπουμε πού υστερούμε, πού είμαστε παράλυτοι πνευματικά και ηθικά, για να μπορούμε εν ταπεινώσει δημόσια, δηλαδή στα μυστήρια της Εκκλησίας, να ζητούμε το έλεος του Θεού και την ίασή μας.
Κέρκυρα, 8 Μαρτίου 2015