
Εμπειρίες του Μητροπολίτη Λεμεσού από τον μακαριστό Γέροντα Παΐσιο (Μέρος Γ΄)
Εἰσήγησης τοῦ Μητροπολίτη μας κατά τό Συνέδριο πού ἔγινε στήν Κόνιτσα τόν Σεπτέμβριο 2011, ἀφιερωμένο στόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη.
Τελειώνω μὲ ἕνα ἄλλο περιστατικό, τὸ ὁποῖο ἔγινε τὸ ᾿77, ἐκεῖ στὸ Καλυβάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἐγώ, ἐν τῷ μεταξύ, ἤμουν διάκονος ἤδη. Πῆγα τὸ πρωΐ στὸν Γέροντα. Μόλις μὲ εἶδε ὁ Γέροντας, ὅπως πάντα ἀστειευόμενος, μοῦ λέει: «Καλῶς τὸν διάκο. Καὶ μοῦ ἔλειπε ἕνας διάκος γιὰ τὴν πανήγυρι». Λέω: «Νά, ἦρθα». Λέει: «Παρήγγειλα 100 κιλὰ ψάρι, θά ᾿ρθοῦν οἱ Δανιηλαῖοι, θά ᾿ρθοῦν οἱ Θωμᾶδες, θά ᾿ρθοῦν αὐτοί… Θά ἔχουμε Δεσπότη, θά ᾿ χουμε, ξέρω ᾿γώ, αὐτά, θὰ κάνουμε πανήγυρι». Πρὸς στιγμὴν πῆγα κι ἐγὼ νὰ πιστέψω ὅτι θὰ ὑπῆρχαν αὐτὰ ὅλα. «Νὰ μείνεις ἐδῶ σήμερα», μοῦ εἶπε. Ἦταν ἡ πρώτη νύχτα ποὺ ἔμεινα. Πετοῦσα ἀπὸ τὴ χαρά μου. Τὸ βράδυ μοῦ λέει: «Κοίταξε, θὰ κάνομε ἀγρυπνία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ». Μοῦ εἶπε τί ἔπρεπε νὰ κάνω.
Βέβαια, ἀγρυπνία μὲ τὸ κομποσχοίνι, ποιός νὰ ψάλλει; Ἀρχίσαμε γύρω στὶς 5 τὸ ἀπόγευμα. «Γύρω στὰ μεσάνυχτα, θὰ σὲ φωνάξω νὰ διαβάσομε τὴ Θεία Μετάληψη, μέχρι νά ᾿ρθεῖ ὁ παπᾶς τὸ πρωΐ ἀπὸ τοῦ Σταυρονικήτα νὰ μᾶς λειτουργήσει». «Νἆναι εὐλογημένο, Γέροντα». Μοῦ εἶπε ἕναν κατάλογο μεγάλο, πῶς ἔπρεπε νὰ κάνω τὴν προσευχὴ, καὶ ἔμεινε αὐτὸς στὸ ἕνα κελλὶ κι ἐγὼ στὸ ἄλλο. Κάθε καμμιά-μιάμιση ὥρα μοῦ κτυποῦσε τὸν τοῖχο καὶ ρωτοῦσε: «διάκο, εἶσαι καλά;». «Καλά, Γέροντα». «Κοιμᾶσαι;». «Ὄχι, δὲν κοιμᾶμαι». Μοῦ εἶπε: «Ἂν ἀκούσεις τίποτα θορύβους, μὴ φοβηθεῖς. Εἶναι ἀγριογούρουνα, ξέρω ᾿γὼ, τσακάλια».
Τὸν ἄκουγα ὅλη νύχτα ποὺ περπατοῦσε. Ὁ Γέροντας ἐπειδὴ εἶχε μισὸ πνεύμονα, ἀνάπνεε βαθιὰ καὶ κατὰ διαστήματα ἔλεγε: «Δόξα Σοι, ὁ Θεός», μὲ ἕνα δικό του ὡραῖο τρόπο. Ἐγὼ αἰσθανόμουν ὅτι ἔχω τὸν Γέροντα δίπλα μου, πράγματι, ἔκαμνα ὅ,τι μποροῦσα. Γύρω στὰ μεσάνυχτα μὲ φώναξε καὶ πήγαμε στὸ ἐκκλησάκι, δίπλα. Ἦταν ἕνα Ἐκκλησάκι στενόμακρο, ποὺ εἶχε ἕνα μόνο στασίδι καὶ 5 εἰκόνες: τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ δὲν θυμᾶμαι, ἕναν Ἅγιο Ρῶσο εἶχε, γιατὶ ἦταν ὁ παπα-Τύχων ἐκεῖ, ὁ Ρῶσος. Λέει: «Νὰ διαβάσομε τὴ Θεία Μετάληψη».
Μὲ ἔβαλε μέσα στὸ στασίδι, μ᾿ ἄνοιξε τὸ Ὡρολόγιο, μοῦ ᾿δωσε μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη καὶ ὁ Γέροντας δίπλα μου ἀκριβῶς ἔλεγε τοὺς στίχους τῆς Θείας Μεταλήψεως: «Δόξα Σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα Σοι». Κάθε φορὰ ποὺ ἔλεγε τὸν στίχο, ἔκανε καὶ μιὰ στρωτὴ μετάνοια. Ἐγὼ διάβαζα: «Ἄρτος ζωῆς αἰωνιζούσης γενέσθω μοι τὸ σῶμα Σου τὸ ἅγιο…». Θεοσκότεινα ὅλα, νύχτα, μεσάνυχτα στὴν ἔρημο. Ὅταν φθάσαμε στὸν στίχο ποὺ λέγει: «Μαρία Μῆτερ Θεοῦ, τῆς εὐωδίας τὸ σεπτὸ σκήνωμα..», ἐκεῖ ἀκριβῶς, ἄκουσα ἕνα πράγμα, σὰν ἀέρας μπῆκε στὸ Ἐκκλησάκι.
Νόμισα ὅτι ἄνοιξε τὸ παράθυρο ὁ Γέροντας, ἀλλὰ ἦταν δίπλα μου. Καὶ ξαφνικὰ φωτίστηκε ὅλος ὁ χῶρος καὶ ἄρχισε τὸ καντήλι τῆς Παναγίας νὰ κινεῖται μόνο του. Ἦταν 5 τὰ καντήλια, αὐτὸ μόνο ἐκινεῖτο, τὰ ὑπόλοιπα ἦταν σταθερά. Φωτίστηκε τὸ Ἐκκλησάκι καὶ αὐτὸ τὸ κατάλαβα, γιατὶ τὸ κερὶ ποὺ κρατοῦσα δὲν μοῦ χρειαζόταν πλέον. Γύρισα πρὸς τὸν Γέροντα. Μὲ κοίταξε αὐτὸς καὶ μοῦ ᾿καμε, σιωπή. Πράγματι, σταμάτησα νὰ διαβάζω καὶ ὁ Γέροντας γονάτισε κάτω. Ἔμεινα ἐγώ, περίμενα, περίμενα, πέρασε μισὴ ὥρα καὶ πλέον καὶ γινόταν αὐτὸ τὸ πράγμα. Τὸ καντήλι νὰ πηγαίνει καὶ νὰ ἔρχεται, τὸ Ἐκκλησάκι νἆναι φωτεινό, ὁ Γέροντας νἆναι γονατιστός, κι ἐγὼ μὲ τὸ κερὶ στὸ χέρι νὰ μὴ ξέρω τί νὰ κάμω. Πέρασε ἡ μισὴ ὥρα, λέω: «Νὰ διαβάσω τὴ Θεία Μετάληψη, τί θὰ κάμομε τώρα;». Ἄρχισα νὰ διαβάζω, νὰ διαβάζω συνέχεια.
Κάποια στιγμή, ἐκεῖ στὴ ζ΄ ᾠδή, ἐπανήλθαμε ἐκεῖ ποὺ εἴμαστε, στὸ σκοτάδι. Τὸ καντήλι σταμάτησε. Τέλειωσε ἡ Θεία Μετάληψη. Πήγαμε καθίσαμε, ἐκεῖ εἶχε ἕνα μικρὸ χωλάκι, ἔξω ἀπὸ τὸ Ἀρχονταρικάκι, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Γέροντας ἦταν φοβερὰ ἀλλοιωμένος πνευματικά. Λέω: «Γέροντα, τί ἔγινε μέσ᾿ στὸ Ἐκκλησάκι;». Μοῦ λέει: «Τί ἔγινε;». Λέω: «Δὲν εἴδατε τὸ καντήλι;». «Ἒ, τὸ εἶδα». «Ἄλλο τί εἶδες;». Λέω: «Τίποτα δὲν εἶδα, φωτίστηκε τὸ Ἐκκλησάκι καὶ τὸ καντήλι». «Δὲν εἶδες τίποτε ἄλλο;». «Ὄχι, δὲν εἶδα ἐγὼ τίποτε ἄλλο. Τί ἤτανε;». «Μωρέ, τίποτα δὲν ἤτανε καημένε». Τοῦ λέω: «Μά, καλά, εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν ἦταν τίποτα; Γιατί νὰ μὴ τὸ βλέπομε κάθε μέρα, ἀφοῦ δὲν εἶναι τίποτα; Καὶ νὰ μὴ τὸ βλέπουν κι ὅλοι μάλιστα». «Τίποτα δὲν ἤτανε, βρὲ παιδάκι μου, ἀλλὰ δὲν ἔχεις διαβάσει ὅτι ἡ Παναγία τὸ βράδυ γυρνᾶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ βλέπει τί κάνουν οἱ Μοναχοί;». Πράγματι, τὸ εἶχα διαβάσει πρὶν λίγες μέρες, σέ μιὰ διήγηση. «Ἔ, μοῦ λέει, πέρασε κι ἀπ᾿ ἐδῶ, εἶδε δυὸ παλαβοὺς ποὺ διάβαζαν καὶ κούνησε τὸ καντήλι νὰ μᾶς χαιρετίσει».
Μιὰ ἄλλη φορά, μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἴδιος εἶδε τὴν Παναγία στὸ Ἐκκλησάκι ἐκείνη τὴν ὥρα. Ἐκείνη ἡ νύχτα ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ συγκλονιστικὲς ἐμπειρίες μὲ τὸν Γέροντα, γιατὶ μέχρι τὶς 6 περίπου τὸ πρωΐ ποὺ ἔφεξε, ποὺ ἦλθε ὁ παπάς ἀπὸ τὴ Σταυρονικήτα νὰ μᾶς λειτουργήσει, καθίσαμε ἐκεῖ καὶ ὁ Γέροντας μοῦ διηγήθηκε πάρα πολλὰ περιστατικὰ τῆς πνευματικῆς του ζωῆς. Ὅταν μὲ ρωτοῦν: «Πάτερ μου, ὁ πάτερ Παΐσιος εἶναι Ἅγιος; Καὶ εἶναι σωστὸ νὰ τὸν μνημονεύομε μετὰ τῶν Ἁγίων;», ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι λέγω ἕνα λόγο, δὲν εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, ἐπίσημος, ἀλλὰ τὸ πιστεύω ἀπόλυτα ὅτι, ἐὰν ὁ Γέροντας Παΐσιος δὲν εἶναι Ἅγιος, νομίζω δὲν ὑπάρχουν Ἅγιοι στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι δυνατὸ ἕνας ἄνθρωπος μὲ τόσο πλούσια τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ πάνω του, μὲ τέτοιους ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες, μὲ τέτοια δύναμη Πνεύματος Ἁγίου, νὰ μὴν εἶναι ἤδη μετὰ τῶν Ἁγίων.
Κάποτε τὸν ρώτησα: «Γέροντα, μποροῦμε νὰ κάνουμε μνημόσυνο στοὺς Ἁγίους ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμα ἀνακηρυχθεῖ;». Μοῦ λέει: «Κοίταξε, εὐλογημένε, δὲν βλάπτονται οἱ Ἅγιοι. Προσευχόμενοι ἐμεῖς γι᾿ αὐτούς, προσεύχονται κι ἐκεῖνοι γιὰ μᾶς». Διαφορετικά, θὰ αἰσθανόμουν πολὺ ἄσχημα. Διότι γιὰ τὸν Γέροντα ἰσχύει αὐτὸ ποὺ ψάλλαμε στὴ Θεία Λειτουργία σήμερα, σ᾿ ἐκεῖνο τὸν ἁγιασμένο τόπο ποὺ πήγαμε, τὴ Μονὴ Στομίου, ποὺ εἶναι ἕνας τόσο δυνατὸς καὶ πανέμορφος καὶ εὐλογημένος χῶρος. Ψάλλαμε στὸ Κοινωνικὸ πραγματικὰ αὐτὸ ποὺ ἰσχύει γιὰ τὸν Γέροντα ἀπόλυτα: «Μακάριοι οὕς ἐξελέξω καὶ προσελάβου Κύριε, καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεάν».
Ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶναι ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς μακάριους, τοὺς τρισμακάριους, τοὺς ὁποίους ἐξελέξατο ὁ Κύριος καὶ προσελάβετο μαζί Του. Ἂν εἶναι εὐλογημένο, νὰ πῶ καὶ κάτι ἄλλο τὸ ὁποῖο εἶπα στὸν π. Ἰωὴλ. Ποτέ μου δὲν διανοήθηκα ὅτι θὰ γινόμουν Ἐπίσκοπος, διότι δὲν ὑπῆρχε τέτοια προοπτικὴ ὄντας εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἦταν ἀδύνατο, οὔτε στὸ πιὸ τρελλὸ ὄνειρο δὲν μποροῦσε νὰ φανταστεῖ κανεὶς αὐτὸ τὸ πράγμα. Ἤτανε τοῦ Ἀπ. Ἀνδρέα, τὸ 1989᾿90, κάπου ἐκεῖ καὶ μετὰ τὴ Λειτουργία ποὺ λειτουργήσαμε στὶς Καρυές, στὴ Σκήτη τοῦ Ἀπ. Ἀνδρέου, πῆγα νὰ δῶ τὸν π. Παΐσιο.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὅμως, ἄρχισε νὰ χιονίζει, ψιλοχιόνιζε καὶ ἔβρεχε, ἦταν πολὺ ἄστατος ὁ καιρός καὶ τοῦ λέω: «Γέροντα, νὰ πάω διότι βιάζομαι καὶ δὲν ἔχω οὔτε ὀμπρέλλα, θὰ βραχῶ». Λέει: «Δὲν πειράζει, θὰ σοῦ δώσω ἐγὼ ἕναν ὡραῖο σάκκο». Σκέφτηκα: «Τί σάκκο θὰ μοῦ δώσει;». Πῆρε, λοιπόν, μιὰ σακούλα ἀπὸ τὰ σκουπίδια, δὲν ξέρω ποῦ τὴν βρῆκε, ἔκαμε μιὰ τρύπα στὴ μέση, ἔβαλε καὶ δύο ἄκρες ἐκεῖ, καὶ μοῦ λέει: «Στάσου ἐδῶ στὴ μέση νὰ σοῦ τὸν φορέσω». «Γέροντα, τὸν φοράω καὶ μόνος μου, δὲν χρειάζεται». «Ὄχι», λέει, «στάσου νὰ σοῦ τὸν φορέσω καὶ θὰ ψάλλω καὶ τὸ Ἄνωθεν οἱ Προφῆται». Τοῦ λέω: «Γέροντα, γιὰ ἀστεῖα τώρα εἴμαστε;». Μοῦ λέει: «Καὶ τὰ ἀστεῖα, πάτερ μου, γίνονται σοβαρά», μὲ ἕναν πολὺ σοβαρὸ τρόπο. Βέβαια, πῆρα τὴ σακούλα, τὴν φόρεσα, ἀλλὰ σακούλα τῶν σκουπιδιῶν ἦταν.
Ἕνα θαῦμα νά πῶ, ἀκόμα, ποὺ ἔκανε στὴν Κύπρο τελευταῖα, μετὰ θάνατον. Ἦταν ἕνα παιδὶ ἀπό τὴν Πάφο, ἦλθε ὁ ἴδιος καὶ μοῦ τὸ εἶπε. Ἦταν ὑδραυλικός. Ἁπλὸ παιδί, βιοπαλαιστής, ἀλλὰ ἄσχετος παντελῶς μὲ τὴν Ἐκκλησία. Εἶχε αὐτὴ τὴ λαϊκὴ εὐσέβεια ποὺ ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἐργαζόμενος στὴν αὐλὴ ἑνὸς σπιτιοῦ, χωρὶς νὰ τὸ προσέξει, σκύβοντας νὰ ἀλλάξει ἕνα σωλῆνα, μπῆκε κάτι σάν ἀγκίστρι στὸ μάτι του μέσα, φοβερὸ πράγμα. Ἔνιωσε τὸ μάτι του νὰ βγαίνει ὅλο ἔξω. «Παναγία μου!» φώναξε, καὶ ἄρχισε νὰ ζαλίζεται. Τότε βλέπει ἕνα μοναχὸ μπροστά του μὲ ἕνα μάλλινο σκουφάκι. Τὸν κρατᾶ καί τοῦ λέει: «Μὴ φοβᾶσαι, δὲν ἔχεις τίποτα. Κάνε ὑπομονὴ καὶ τώρα βγάλ’το μὲ δύναμη αὐτὸ καὶ πήγαινε στὸ νοσοκομεῖο». «Δὲν μπορῶ», λέει, «θὰ πεθάνω». Τὸν πιάνει ὁ Γέροντας, τοῦ βγάζει τὸ ἀγκίστρι ἀπὸ τὸ μάτι καὶ τοῦ λέει: «Πήγαινε στὸ νοσοκομεῖο καὶ δὲν ἔχεις τίποτα». Αὐτὸς κρατοῦσε τὸ μάτι του, ποὺ θεωροῦσε πλέον ὅτι τὸ ἔσχισε καὶ χάθηκε, γεμάτος αἵματα. Ἔνιωσε τὸ σίδερο μέσα του, ἔνιωσε αὐτὴ τὴ δύναμη ποὺ τὸ ἔβγαλε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸ μάτι. Μισοπεθαμένος ἔβαλε τὶς φωνές. Στό νοσοκομεῖο διαπίστωσε ὁ ὀφθαλμίατρος ὅτι δὲν ἔπαθε τίποτε, ἁπλῶς μιὰ μικρὴ γρατσουνιά.
Μετὰ ἀπὸ 5-6 μέρες πῆγε στὸ φοῦρνο νὰ ἀγοράσει ψωμί. Ἡ κυρία ἐκεῖ διάβαζε ἕνα βιβλίο τοῦ Γέροντος Παϊσίου. Τό παιδί εἶδε τὴ φωτογραφία τοῦ Γέροντα ἀπ᾿ ἔξω. Ταράχτηκε. Τῆς λέει: «Συγνώμη, ποιός εἶναι αὐτός;». «Ὁ π. Παΐσιος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, αὐτὸς ὁ Ἅγιος ὁ σύγχρονος». Τῆς λέει: «Μά, αὐτὸ τόν ἄνθρωπο, ἐγὼ τὸν εἶδα, μοῦ ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα… Αὐτὸς εἶναι, ὁ ἴδιος». Βέβαια, τοῦ λέει ἐκείνη: «Κοίταξε, πήγαινε στὴ Λεμεσό, βρὲς τὸν πάτερ Ἀθανάσιο καὶ πές του το». Τὸ ἔγραψε, βέβαια, ὁ ἴδιος, ὑπεύθυνα, καὶ τό ἔστειλε στὸ Μοναστήρι, ἐκεῖ ὅπου γίνεται καταγραφὴ τῶν πολλῶν θαυμάτων τοῦ Γέροντα μετὰ θάνατον.
Πάρα πολλὰ θαύματα μετὰ θάνατον ἔχομε, ποὺ αὐτὰ πιστοποιοῦν τὴν ἁγιότητά του καὶ ὅτι, ὄχι μόνο ὅταν ζοῦσε ὁ Γέροντας ἦταν ἕνας Ἅγιος ἐν ζωῇ, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατό του, ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦνται καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν τὸν γνώριζαν, οὔτε τὸν ἄκουσαν, οὔτε τὸν εἶδαν καμμιὰ φορά.
Ὁ π. Παΐσιος, ἦταν καὶ μεγάλος πατριώτης καὶ ἀγαποῦσε πάρα πολὺ τὴν Ἑλλάδα καὶ πάρα πολὺ τὴ Ρωμηοσύνη καὶ δύο πράγματα ποὺ μποροῦσαν πράγματι νὰ τὸν στενοχωρέσουν ἦταν, πρῶτον, ἐὰν τοῦ ἔθιγες τὴν πατρίδα. Ἄν κάποιος τοῦ ἔλεγε: «Ξέρεις Γέροντα, ἡ Μακεδονία εἶναι Σλαβική», τότε γινότανε «ἐκτὸς ἑαυτοῦ».
Τὸ δεύτερο, ποὺ τὸν στενοχωροῦσε, ὄχι γιατὶ θιγόταν, ἀλλὰ γιατὶ ταλαιπωροῦνταν οἱ ἄνθρωποι, ἦταν ὅταν κάποιος χρησιμοποιοῦσε τὸ ὄνομά του καὶ ἔλεγε ὅτι «Ὁ π. Παΐσιος εἶπε αὐτὸ τὸ πράγμα», ἐνῶ δὲν τὸ εἶχε πεῖ. Καὶ αὐτὸ μετὰ κυκλοφοροῦσε: «Εἶπε ὁ π. Παΐσιος ἀγοράστε τρόφιμα καὶ σκάψετε χαρακώματα καὶ τὸ καλοκαίρι θὰ γίνει πόλεμος» καὶ οἱ ἄνθρωποι ἄρχιζαν νὰ ἀγοράζουν τρόφιμα. Ὁ Γέροντας δὲν εἶπε ποτὲ ἡμερομηνίες, τουλάχιστον ἐγὼ δὲν τὸν ἄκουσα καμμιὰ φορὰ νὰ λέει ἡμερομηνίες. Τὸ ὅτι ἔλεγε ὅτι ἔρχονται δύσκολες μέρες, πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ διαρκή ἐπιφυλακή, σὲ μετάνοια, σίγουρα τά ᾿λεγε. Ὅτι οἱ Τοῦρκοι θὰ καταστραφοῦν καὶ ὅτι θὰ μᾶς δώσουν τὴν Κων/πολη, αὐτὰ τὰ ἔλεγε. Ἀλλὰ δὲν ἔλεγε, τόσα χρόνια, τὴν τάδε ἡμερομηνία. Ὅταν, λοιπόν, ἄκουγε ὅτι τοῦ ἔβαζαν λόγια στὸ δικό του στόμα καὶ τά χρησιμοποιοῦσαν λανθασμένα, αὐτό πράγματι τὸν στενοχωροῦσε πάρα πολύ.
Ἐπειδὴ ἔτυχα μερικὲς φορὲς ποὺ τὸν εἶδα νὰ κάμνει «ξεσκονίσματα», ὅπως τά ἔλεγε, φοβόμουν μήπως ἔρθει ἡ σειρά μου, γι’ αὐτό πρόσεχα πάρα πολὺ νὰ μὴ πῶ ποτέ μου ἕνα λόγο περισσότερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶπε. Ἐγνώριζα τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν προσοχή του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ φοβᾶμαι ποὺ μιλῶ γι᾿ αὐτὸν, γιατὶ μπορεῖ μέν νὰ ἔχει κοιμηθεῖ, ἀλλὰ εἶναι ὁλοζώντανος καὶ τὸ «ξεσκόνισμα» μπορεῖ νὰ τὸ κάμει καὶ τώρα, δὲν τὸν ἐμποδίζει τίποτα.
Γράφτηκε από τον/την Ι.Μ. Λεμεσού